Παρασκευή 13 Οκτωβρίου 2017

Κώστας Μόντης Νύχτες


Κώστας Μόντης
Νύχτες


Απο τη Συλλογη Τα τραγούδια της ταπεινής ζωής (Λευκωσία 1954).
Καλά, θ' απορροφήσουν κάτι από την έγνοια σου
η μέρα, η κίνηση, η δουλειά σου, οι φίλοι,
και θα μπορέσεις ύστερα να πας
σε κάνα θέατρο ή κέντρον ή όπου αλλού.
Όμως όταν τελειώσουν όλα
τα θέατρα και τα κέντρα κλείσουν,
και πουν οι φίλοι καληνύχτα,
και πρέπει να γυρίσεις πια στο σπίτι, τι θα γίνει;
Το ξέρεις πως σκληρή, αδυσώπητη
σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θα 'σαι μονάχος.
Και τότες θα λογαριαστείτε.
Θες ή δε θες θα μπουν κάτω όλα, να λογαριαστείτε.
Θα 'σαι μονάχος
κι ανυπεράσπιστος απ' τα θέατρα και τα κέντρα,
κι απ' τη δουλειά σου και τους φίλους.
Σε περιμένει στο κρεβάτι σου η έγνοια.
Θά 'ρθεις, δεν γίνεται. Είν' τόσο σίγουρη γι' αυτό, και περιμένει.
Είναι στο σπίτι και σε περιμένει.

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C131/595/3929,17355/index_a_01_01.html

Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017

Άλκης Αλκαίος Είδα


Είδα στον ύπνο μου εχτές
χρυσές ανταύγειες και φωτιές να μας τυλίγουν
παίζαν χιλιάδες μουσικές
και συ τα σύννεφα να διώχνεις που μας πνίγουν
Είδα θεούς να αιμορραγούν
νύμφες να λούζονται σε μαύρους καταρράχτες
παιδιά να μας καθοδηγούν
κρίνα ν' ανθίζουνε στου κόσμου όλους τους φράχτες


Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα
Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα

Είδα στης πόλης τα στενά
γονατισμένους πρίγκηπες να ξαγρυπνάνε
σκλάβους να σπάνε τα δεσμά
κι άλλα δεσμά πιο ματωμένα να ζητάνε
Είδα γενναίους εραστές
να καθρεφτίζονται σε δρόμους από χιόνι
είδα αστυνόμους, δικαστές
απ' τα κλεφτρόνια να γυρεύουνε συγγνώμη

Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα
Είδα το φίδι να πετά
και τ' αετόπουλο να σέρνεται στο χώμα
είδα πανό μοναχικά
να τραγουδάνε πως υπάρχουμε ακόμα
Στίχοι: Άλκης Αλκαίος
Μουσική: Μάριος Τόκας
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος


Άλκης Αλκαίος, ο έρωτας σκοτώνει και του πάει



Ασάλευτα ταξίδια
στο λάκκο με τα φίδια
κάθε κορμί μια γη κι εφτά ουρανοί
ο ουρανός τη βρέχει
κι η γη δεν το αντέχει
θα 'μαστε είπες σ' ανοιχτή γραμμή

Φίγουρες μες στη νύχτα
που καίγονται σα σπίρτα
πώς δένουνε καινούργια και παλιά
στο μπαρ με ταλαράκι
θα κάψω το σαράκι
τη μοναξιά θα πιω γουλιά γουλιά

Τα φώτα του ανάβει
του πόθου το καράβι
σημαία μαύρη σε λευκό ιστό
κολλάω σαν το στρείδι
στο τρύπιο το σανίδι
ανώφελα κι ωραία να σκορπιστώ

Δε τα διαλέγεις άστρο μου όλα τα ταξίδια
σε βλέπω πάλι στου καπνού τα δαχτυλίδια
πώς ό,τι μας ενώνει μας σκορπάει
ο έρωτας σκοτώνει και του πάει



Album: Η ΑΥΛΗ ΤΩΝ ΤΡΕΛΩΝ 
Company: SONY MUSIC 
Genre: ΕΝΤΕΧΝΟ 
Στίχοι Αλκαίος Άλκης 
Μουσική/Ερμηνεία Στόκας Μπάμπης

Κικη Κτενοπούλου :" Γρήγορα που φεύγει η μέρα ..."



Γρήγορα που φεύγει η μέρα.

Πάνω σ 'αρρωστημένες ματιές 
κυλάει η μούχλα της ρουτίνας.
Μήπως και αδράξουμε σα πεινασμένοι,
εκείνο που λέγεται "ευτυχία"
Τι λέξη κι αυτή... Ευτυχία!
Ποδοπατημένη από κλειστά μάτια,
κλειστά αυτιά και άναρθρη σιωπή.
Τα βήματα μας πάνε και επιστρέφουν.
Μαζεύουν τη σκόνη.
Στολίζονται από παγκάκια μ' άστεγους.
Μισό κουλούρι στα δύο και μοναξιά ολόκληρη.
Στρίβουμε σε στενά μη κι απαντήσουμε,
εκείνο που λέγεται "αγάπη"
Τι λέξη κι αυτή... Αγάπη!
Ευνουχισμένη από το πάρε δώσε
από σφαλισμένες καρδιές.
Κρυβόμαστε σε γρανιτένιους τοίχους
ασφάλεια γυρεύοντας πλαστή.
Κουβέντα πιάνουμε για να μιλάμε.
Ρωμαίος και Ιουλιέτα.. μόνο στα παραμύθια.
Με φοβισμένες πλάγιες ματιές,
τον πόθο ψαχουλεύουμε στο πέρασμα μας.
Ψιλικατζίδικα αγγίγματα μη και μας κάψει,
εκείνο που λέγεται "έρωτας"
Τι λέξη κι αυτή ... Έρωτας!
Αλυσοδεμένος από άλλοθι ευπρέπειας.
Του κόσμου η κρίση... αφεντικό.
Το ξέφρενο του να ονειρευόμαστε τις νύχτες,
μονάχα νοερά... φωτιά να μας ματώνει.
Είναι 
 πιο σίγουρο ανήθικους να λέμε
όσους με τόλμη τον γνωρίσαν.
Πόσο γοργά και πάλι έρχεται η νύχτα.

Θεσσαλονίκη 
5/10/2013




Παρασκευή 6 Οκτωβρίου 2017

Λιθοξόος Γεώργιος : Αγάπη από μετάξι



...

έδωσα στην αγάπη το όνομά σου

άνοιξα το παράθυρο να μπει φρέσκο αεράκι

έκλεισα τα μάτια μου για να ονειρευτώ

...

σ'αυτόν που σκηνοθετεί τα όνειρά μου

είπα να ζωγραφίσει την μορφή σου

έστρωσε στον καμβά μεταξωτό ύφασμα

έδωσε στο έργο το όνομα "αγάπη από μετάξι"

πήρε τα πινέλα του και άρχισε να ζωγραφίζει

...

ταξίδεψα με τα φτερά της ψυχής μου 

εκεί που η καρδιά ήθελε να με πάει 

ήρθα κοντά σου και με φίλησες

έπιασα το χέρι σου και σου είπα έλα μαζί μου

...

ρώτησες που θα με πας

σου απάντησα μια βόλτα στον παράδεισο

εσύ με έκλεισες στην αγκαλιά σου

και άρχισες να κλαίς με αναφιλητά

...

Γιώργος Λιθοξόος

 Αύγουστος 2017

...

Παρουσίαση βιβλίου "Το Μυστικό του Χρόνου Αννίβας 183 π.χ." του Μάνου Καλύβα, εκδόσεων "ΑΓΓΕΛΑΚΗ" στο Αμφιθέατρο του Δημαρχιακού Μεγάρου του Δήμου Σαρωνικού




Οι εκδόσεις «ΑΓΓΕΛΑΚΗ», σας προσκαλούν το Σάββατο 7 Οκτωβρίου 2017 στις 20:00, στο Αμφιθέατρο του Δημαρχιακού Μεγάρου του Δήμου Σαρωνικού στα Καλύβια Αττικής, για την παρουσίαση του βιβλίου «Το Μυστικό του Χρόνου Αννίβας 183 π.χ.» του Μάνου Καλύβα.

Η εκδήλωση τελείται υπό την αιγίδα του Δήμου Σαρωνικού.

Για το βιβλίο θα μιλήσουν :
Λευτέρης Παπακώστας, ιστορικός - συγγραφέας
Αθανάσιος Κοσμόπουλος, συγγραφέας

Αποσπάσματα θα διαβάσουν :
Ριάνα Κουράκου, καθηγήτρια θεάτρου και χορού
Βασίλης Καΐλας, ηθοποιός - συγγραφέας

Την εκδήλωση θα συντονίσει η δημοσιογράφος Δήμητρα Κατραμάδου

Καλύβας, Μάνος

Ο Καλύβας Μάνος γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε Οικονομικά με ειδίκευση στην οικονομική ανάλυση δεδομένων στο Πανεπιστήμιο Πειραιά. Είναι δημόσιος υπάλληλος, έγγαμος και έχει τρία παιδιά. Ασχολείται ερασιτεχνικά από το 2002 με τη μελέτη της ελληνικής, ρωμαϊκής και ευρωπαϊκής ιστορίας με ιδιαίτερη έμφαση στις στρατιωτικές τακτικές, τις αιτίες και αφορμές των πολεμικών συγκρούσεων και τις συνέπειες τους στον πολιτικό-οικονομικό τομέα των κρατών.

Έχει γράψει επίσης τα κάτωθι βιβλία όπως εμφανίζονται στη βάση Βιβλιονέτ

(2017)Το μυστικό του χρόνου, Αγγελάκη Εκδόσεις
(2014) Έρωτας στην κόψη του ξίφους, Αγγελάκη Εκδόσεις
(2013) Από το βράδυ του Μαρένγκο στον ήλιο του Αούστερλιτς, Αγγελάκη Εκδόσεις


Τετάρτη 27 Σεπτεμβρίου 2017

Μάτσας Aλέξανδρος - Το Σπίτι, 1942


Tο σπίτι στέκεται χωρίς σκιές

μες στην ακίνητη πυρά της μεσημβρίας.

O ήλιος κατεργάζεται τις ύλες,

σκεβρώνει κεραμίδια και ξυλείες,

ψήνει τις πέτρες. Γύρω,

στο φωτεινό της ώρας εργαλειό,

μιά μυστική σωρεία γεγονότων·

το σκάσιμο του σύκου, η φυγή

μιάς σαύρας· περιπέτειες πουλιών,

εντόμων και φυτών. Kάτω στ' αμπέλι,

μέσα στις αγριάδες, μιά κυψέλη

βουίζει από τις σφήκες.




Στον εξώστη,

ανάσκελα στον ήλιο, μεθυσμένος

από το μέλι της κλεμμένης μέρας,

στρατιώτης Γερμανός απεκοιμήθη.




Aν δεν φορούσε την πράσινη στολή,

θα έμοιαζε σαν άλλος ένας νέος

απ' τους πολλούς που στέγασε το σπίτι

μες στον αιώνα της ζωής του. K' έτσι

κοιμώμενος, χωρίς φωνή και βλέμμα,

δύτης βουβός στους δίκαιους βυθούς

του ύπνου, δεν φαίνεται παρείσακτος.




Aμέριμνο το σπίτι προχωρεί

μέσα στην ώρα, προς το βράδυ· πλούσιο

από τον φόρτο της συγκομιδής του.

Ωσάν τα κάρρα που γυρίζουν απ' τ' αμπέλια

με βακχική μεγαλοπρέπεια.




Tο σπίτι έζησε πολλές ζωές.

Ήταν απέραντο για τα μικρά παιδιά,

γεμάτο μύθους και μυστήρια, με πολύ

ψηλές τις σκάλες και μεγάλα τα δωμάτια.

Eμίκρανε με τον καιρό· καθώς υψώνοντο

στην πόρτα της τραπεζαρίας, τα σημάδια

του αναστήματος των αγοριών. Ξανθές κοπέλλες

ρέμβασαν στις ταράτσες. Mιά γυναίκα

το βρήκε φυλακή της, κι ονειρεύθηκε

το δάσος και κανέναν καβαλλάρη

γονατιστό σε χειροφίλημα, και θύρες

που ν' άνοιγαν αθόρυβα, και δαχτυλίδι

που να 'καμεν αόρατον όποιον το φέρει.

Oι τοίχοι του ξεχείλισαν με έρωτα·

οι στέγες άνοιξαν στ' αστέρια, κ' οι σελήνες

πότισαν φίλτρα τους εξώστες. Ύπνοι

το γέμισαν με μυστικά ταξίδια.

Aυγές εχάιδευσαν παράθυρα και βλέφαρα·

τα δειλινά φέραν αλήτες πόθους

που έστρεφαν τα μάτια των εφήβων

έξω, κατά τους δρόμους και τη νύκτα.




Aπό κει έφυγε κι ο Άσωτος Yιός,

ανήξερος πως ώφειλε στο σπίτι

κι αυτή τη δύναμι της απαρνήσεως·

κ' εκεί σαν κάποτε επιστρέψη, θα γνωρίζει

στο βλέμμα άλλων παιδιών, την ίδια λάμψι

που 'σβυσε στο δικό του· κ' ίσως θα ρωτιέται

μήπως κανένας από τους βοσκούς του

είναι τυχόν ο Άσωτος άλλου σπιτιού.




Πέρασε μιά γυναίκα που διύλισε

ολόκληρο το θέρος σ' ένα τραύμα

πλούσιο σαν τις χρυσοστάλακτες πληγές

των πεύκων. Tην αυγή κατέβαινε

ξέπλεκη και ασάνδαλη, στ' αμπέλια,

να βρη τη γεύσι της καινούργιας μέρας

στη σκοτεινή σάρκα των σύκων. Έβλεπε

το πλήκτρο του ήλιου να ξυπνά

των τζιτζικιών τα μεθυσμένα σείστρα

πρώτα στα πιο ψηλά κλαριά, κατόπιν

στα σκίνα· και ολόκληρες πλαγιές

των λόφων να ξεσπάνε σε τραγούδι.

Tο φως επότιζε βαθειά τα μάτια της,

ώς τα κλειστά ποτάμια των φλεβών της,

και τους λαβύρινθους των σπλάχνων. Έπαιζε

με τις μεταμορφώσεις, πότε ελαία

και πότε πικροδάφνη, και χρυσόμυγα

και μέλισσα. Tο φίλημά της

ολονυκτίς κρατούσε μιάν ανταύγεια,

όπως οι κόγχες διατηρούν εξόριστες

τον ήχο της θαλάσσης.




Kάποτε,

την εποχή που πέφτουν τα ορτύκια

απ' ορειχάλκινες νεφέλες του βορρά,

ήλθ' ένας ξένος έφηβος. Aγγελιαφόρος

μιάς μυστικής ευδαιμονίας, έφερνε

μήνυμα που δε γνώριζεν ο ίδιος.

Tο βλέμμα του περνούσε τους φλοιούς

για νά'βρη τη δρυάδα, και τους βράχους

πέρα απ' τις ρίζες των μαρμάρων. Mετουσίωνε

τις ύλες. Tο λαμπρό κεφάλι

ήταν μιά χύτρα αλχημιστού. Kυριαρχούσε

της χαράς, όπως ο ραβδοσκόπος

των πιο κρυφών υδάτων. Tην εθήρευε

μες στο μυχό κάθε στιγμής, κ' ευφραίνετο

που δεν μπορούσε ν' ανακόψη τη φυγή της.

Tα βράδια ανέβαινε στις κορυφές των λόφων

κ' εστέκετο στους βράχους, μες στα ρείκια,

να δη το τέλος της ημέρας. Έβλεπε

το σκότος ν' αναβλύζη στις κοιλάδες,

και κάθε δένδρο να γίνεται κρουνός

της νύκτας· κ' εκύτταζε, στα χέρια του,

το θάνατο μ' ασφάλεια να κυλά

μες στις ωραίες φλέβες.




Eυφροσύνη

της βέβαιης φθοράς, γαλήνη της σποδού!

Aχώριστέ μας κάτοικε, δρομεύς

που κάθε μας σφυγμός μετρά το βήμα,

η λευκή τρίχα κ' η ρυτίδα τους σταθμούς!

Φιλάργυρε του Xρόνου τοκογλύφε,

τεχνίτη του ξερού κλαριού και του καρκίνου,

παρακοιμώμενε των εραστών!




Ποιός να θυμάται

σε μιά γωνία του σπιτιού, την ταπεινή

γριούλα, απαρατήρητη σα σκούπα.

Σ' αυτήν ο θάνατος συγκέντρωσε για χρόνια

μιάν απροκάλυπτη μικρογραφία, κυπαρίσσι

σε γλάστρα φυτωρίου. Tο γνωστό

σταφιδιασμένο πρόσωπο, τ' άχρωμο βλέμμα,

φενάκιζαν τη μεγαλόπρεπη μορφή

του αοράτου άνακτος. Ωρίμαζε

βραδέως και τελείως για τον τάφο,

λησμονημένη απ' την αρρώστια κι από τ' άλλα

έκτακτα δρομολόγια του θανάτου.




Προθάλαμε του τάφου, κιβωτός

φθαρτή, για εφημέρους επιβάτας,

σ' ένα μικρό κυματισμό του Xρόνου·

πλέουσα προς το βέβαιο ναυάγιο

στην πλούσια γη που κρύβει κιονόκρανα

στων ελαιών τις ρίζες· που τ' αμπέλια

φυτρώνουν μέσ' από θαμμένους αμφορείς!

Kυψέλη, σπίτι, πολιτεία, Γερμανός

επιδρομεύς ή σφήκα, τί σημαίνει

στην κλίμακα που χάνεται στα άστρα

κι αρχίζει στο μικρόβιο! -Tειρεσία!

καταραμένε μάντι, με φωνή

γυναίκας άσεμνης στα χείλη, και με γένεια

στους κρεμαστούς μαστούς, ώ αίσχος

περήφανο! Tο σπίτι περιμένει

να συμπληρώση τη μυθολογία του

με μιάν απ' τις αμέτρητές σου παρουσίες!

Γέρος και νήπιον, στας "δυσμάς του βίου"

του συνεχώς σφετερισμένου, πόρνη

και άρχοντας· καλά μεταμφιεσμένος

σαν άξιος κτηματίας, θα ξεπλέκεις

τα λογοπαίγνια των θεών, τους οιωνούς,

τα σύμβολα και τα αινίγματα· μελετώντας

στον νεαρόν ηνίοχο των αλωνιών,

στου τρυγητού τις κανηφόρες, στο πουλάρι,

την εξαισίαν ήβη του θανάτου.




Mε βήμα αργό πρεσβύτου, στην παλιά

δενδροστοιχία, την ώρα που τελειώνει

η μέρα κι ο Σεπτέμβριος, ο μάντις

θα περπατά σα σχοινοβάτης στην αιχμή

του αοράτου μεσοτοίχου· με πλευρό

στις παγερές πνοές εκτεθειμένο,

μ' αυτί καλώς εξασκημένο στην ηχώ

της θείας συμπαιγνίας. Έτοιμος να πετάξη

την "εφθαρμένη της σαρκός εσθήτα",

κι ακόμα ψάχνοντας μες στις λερές πτυχές

τη δόξα των σβυσμένων της κηλίδων.

Kι αν βρης, στα ξερά φύλλα, διαφανές

χιτώνιο τζιτζικιού· κι αν πατητής

με κνήμες σταφυλοβαμμένες προσπεράση,

κι ο δύων ήλιος του θωπεύση τα μαλλιά,

κι αυτά τα ύστατα θα πάρης, Tειρεσία,

βότσαλα, για να κάμης κύκλους

μεθαύριο, στα ύδατα της λήθης.




O ήλιος έγειρε στον Yμηττό· κι ο Γερμανός

εξύπνησε. Kυττάζει γύρω του μ' ανία.




Bαριέται εδώ στο μακρυνόν αγρόκτημα.- Eίμαι βεβαίως τυχερός, διότι άλλοι ομήλικοί μου πάνε για το μέτωπο.




K' η πόλις του λιμού και του θανάτου,

η πόλις που μυρίζει πτώματα




στερείται διασκεδάσεων. H φύσις είναι ωραία. Όχι βεβαίως σαν της Bαυαρίας. (Tο ίδιο σκέπτοντο εδώ κάτι δασκάλες των παιδιών, που εύρισκαν γυμνή την Aττική.) Aλλ' η μικρή φρουρά βαριέται· κι όταν πιούν ρετσίνα και λιαστό δεν έχουν τί να κάνουν, τα βράδια. Xθες τη νύκτα ξαπλωμένος, σημάδευσα τις μύγες στο ταβάνι με το περίστροφο. Πέρασαν οι σφαίρες στην κάμαρα απάνω και κτυπήσαν




μιά κλίνη που δεν είχε χάσει

τη μνήμη δυό σωμάτων λαξευμένων

από την πείνα και τον έρωτα.




Kι αν ποτέ, όπως διαδίδουν μερικοί προδότες, φύγουμε και εγκαταλείψουμε την χώρα, ασφαλώς


θα κάψουμε και τούτο το παλιόσπιτο.


(από τα Ποιήματα, Eρμής 1995)




http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?isprint=yes&id=25&author_id=25

Τετάρτη 20 Σεπτεμβρίου 2017

Γιώργος Σεφέρης - Ομιλία κατά την απονομὴ του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη



Γιώργος Σεφέρης - Ομιλία κατά την απονομή του Νόμπελ Λογοτεχνίας στη Στοκχόλμη

Τούτη τὴν ὥρα αἰσθάνομαι πὼς εἶμαι ὁ ἴδιος μία ἀντίφαση. Ἀλήθεια, ἡ Σουηδικὴ Ἀκαδημία, ἔκρινε πὼς ἡ προσπάθειά μου σὲ μία γλώσσα περιλάλητη ἐπὶ αἰῶνες, ἀλλὰ στὴν παροῦσα μορφή της περιορισμένη, ἄξιζε αὐτὴ τὴν ὑψηλὴ διάκριση. Θέλησε νὰ τιμήσει τὴ γλώσσα μου, καὶ νὰ - ἐκφράζω τώρα τὶς εὐχαριστίες μου σὲ ξένη γλώσσα. Σᾶς παρακαλῶ νὰ μοῦ δώσετε τὴ συγνώμη ποὺ ζητῶ πρῶτα -πρῶτα ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου.

Ἀνήκω σὲ μία χώρα μικρή. Ἕνα πέτρινο ἀκρωτήρι στὴ Μεσόγειο, ποὺ δὲν ἔχει ἄλλο ἀγαθὸ παρὰ τὸν ἀγώνα τοῦ λαοῦ, τὴ θάλασσα, καὶ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου. Εἶναι μικρὸς ὁ τόπος μας, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του εἶναι τεράστια καὶ τὸ πράγμα ποὺ τὴ χαρακτηρίζει εἶναι ὅτι μας παραδόθηκε χωρὶς διακοπή. Ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα δὲν ἔπαψε ποτέ της νὰ μιλιέται. Δέχτηκε τὶς ἀλλοιώσεις ποὺ δέχεται καθετὶ ζωντανό, ἀλλὰ δὲν παρουσιάζει κανένα χάσμα. Ἄλλο χαρακτηριστικὸ αὐτῆς τῆς παράδοσης εἶναι ἡ ἀγάπη της γιὰ τὴν ἀνθρωπιά, κανόνας της εἶναι ἡ δικαιοσύνη. Στὴν ἀρχαία τραγωδία, τὴν ὀργανωμένη μὲ τόση ἀκρίβεια, ὁ ἄνθρωπος ποὺ ξεπερνᾶ τὸ μέτρο, πρέπει νὰ τιμωρηθεῖ ἀπὸ τὶς Ἐρινύες.

Ὅσο γιὰ μένα συγκινοῦμαι παρατηρώντας πῶς ἡ συνείδηση τῆς δικαιοσύνης εἶχε τόσο πολὺ διαποτίσει τὴν ἑλληνικὴ ψυχή, ὥστε νὰ γίνει κανόνας τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς διδασκάλους μου, τῶν ἀρχῶν τοῦ περασμένου αἰώνα, γράφει: «... θὰ χαθοῦμε γιατί ἀδικήσαμε ...». Αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος ἦταν ἀγράμματος. Εἶχε μάθει νὰ γράφει στὰ τριάντα πέντε χρόνια τῆς ἡλικίας του. Ἀλλὰ στὴν Ἑλλάδα τῶν ἡμερῶν μας, ἡ προφορικὴ παράδοση πηγαίνει μακριὰ στὰ περασμένα ὅσο καὶ ἡ γραπτή. Τὸ ἴδιο καὶ ἡ ποίηση. Εἶναι γιὰ μένα σημαντικὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἡ Σουηδία θέλησε νὰ τιμήσει καὶ τούτη τὴν ποίηση καὶ ὅλη τὴν ποίηση γενικά, ἀκόμη καὶ ὅταν ἀναβρύζει ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα λαὸ περιορισμένο. Γιατί πιστεύω πὼς τοῦτος ὁ σύγχρονος κόσμος ὅπου ζοῦμε, ὁ τυραννισμένος ἀπὸ τὸ φόβο καὶ τὴν ἀνησυχία, τὴ χρειάζεται τὴν ποίηση. Ἡ ποίηση ἔχει τὶς ρίζες της στὴν ἀνθρώπινη ἀνάσα - καὶ τί θὰ γινόμασταν ἂν ἡ πνοή μας λιγόστευε; Εἶναι μία πράξη ἐμπιστοσύνης - κι ἕνας Θεὸς τὸ ξέρει ἂν τὰ δεινά μας δὲν τὰ χρωστᾶμε στὴ στέρηση ἐμπιστοσύνης.

Παρατήρησαν, τὸν περασμένο χρόνο γύρω ἀπὸ τοῦτο τὸ τραπέζι, τὴν πολὺ μεγάλη διαφορὰ ἀνάμεσα στὶς ἀνακαλύψεις τῆς σύγχρονης ἐπιστήμης καὶ στὴ λογοτεχνία. Παρατήρησαν πὼς ἀνάμεσα σ᾿ ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ δράμα καὶ ἕνα σημερινό, ἡ διαφορὰ εἶναι λίγη. Ναί, ἡ συμπεριφορὰ τοῦ ἀνθρώπου δὲ μοιάζει νὰ ἔχει ἀλλάξει βασικά. Καὶ πρέπει νὰ προσθέσω πὼς νιώθει πάντα τὴν ἀνάγκη ν᾿ ἀκούσει τούτη τὴν ἀνθρώπινη φωνὴ ποὺ ὀνομάζουμε ποίηση. Αὐτὴ ἡ φωνὴ ποὺ κινδυνεύει νὰ σβήσει κάθε στιγμὴ ἀπὸ στέρηση ἀγάπης καὶ ὁλοένα ξαναγεννιέται. Κυνηγημένη, ξέρει ποὺ νἄ ῾βρει καταφύγιο, ἀπαρνημένη, ἔχει τὸ ἔνστικτο νὰ πάει νὰ ριζώσει στοὺς πιὸ ἀπροσδόκητους τόπους. Γι᾿ αὐτὴ δὲν ὑπάρχουν μεγάλα καὶ μικρὰ μέρη τοῦ κόσμου. Τὸ βασίλειό της εἶναι στὶς καρδιὲς ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς. Ἔχει τὴ χάρη ν᾿ ἀποφεύγει πάντα τὴ συνήθεια, αὐτὴ τὴ βιομηχανία. Χρωστῶ τὴν εὐγνωμοσύνη μου στὴ Σουηδικὴ Ἀκαδημία ποὺ ἔνιωσε αὐτὰ τὰ πράγματα, ποὺ ἔνιωσε πὼς οἱ γλῶσσες, οἱ λεγόμενες περιορισμένης χρήσης, δὲν πρέπει νὰ καταντοῦν φράχτες ὅπου πνίγεται ὁ παλμὸς τῆς ἀνθρώπινης καρδιᾶς, ποὺ ἔγινε ἕνας Ἄρειος Πάγος ἱκανὸς νὰ κρίνει μὲ ἀλήθεια ἐπίσημη τὴν ἄδικη μοίρα τῆς ζωῆς, γιὰ νὰ θυμηθῶ τὸν Σέλλεϋ, τὸν ἐμπνευστή, καθὼς μᾶς λένε, τοῦ Ἀλφρέδου Νομπέλ, αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ μπόρεσε νὰ ἐξαγοράσει τὴν ἀναπόφευκτη βία μὲ τὴ μεγαλοσύνη τῆς καρδιᾶς του.

Σ᾿ αὐτὸ τὸν κόσμο, ποὺ ὁλοένα στενεύει, ὁ καθένας μας χρειάζεται ὅλους τοὺς ἄλλους. Πρέπει ν᾿ ἀναζητήσουμε τὸν ἄνθρωπο, ὅπου καὶ νὰ βρίσκεται.

Ὅταν στὸ δρόμο τῆς Θήβας, ὁ Οἰδίπους συνάντησε τὴ Σφίγγα, κι αὐτὴ τοῦ ἔθεσε τὸ αἴνιγμά της, ἡ ἀπόκρισή του ἦταν: ὁ ἄνθρωπος. Τούτη ἡ ἁπλὴ λέξη χάλασε τὸ τέρας. Ἔχουμε πολλὰ τέρατα νὰ καταστρέψουμε. Ἂς συλλογιστοῦμε τὴν ἀπόκριση τοῦ Οἰδίποδα.

(11 Δεκεμβρίου 1963)


Πρόκειται για το λόγο που εκφώνησε ο ποιητής στη Στοκχόλμη το Δεκέμβρη του 1963, κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας. Η ομιλία εκφωνήθηκε στα γαλλικά και στο σχολικό βιβλίο της Λογοτεχνίας του Γυμνασίου, παρουσιάζεται μεταφρασμένη από τον ίδιο το Σεφέρη.
Στην ομιλία του ο ποιητής συνοψίζει τις πεποιθήσεις του, αφενός για την άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας – και ευρύτερα της ελληνικής ηθικής συνείδησης- από την αρχαιότητα ως τη σημερινή εποχή και αφετέρου για τηναναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο.
Δομή του κειμένου:
Α/ Η πρώτη παράγραφος αποτελεί την εισαγωγή της ομιλίας,
στην οποία ο ποιητής με μεγάλη μετριοφροσύνη,
δείχνει να αντιμετωπίζει τη βράβευση του ως βράβευση της ελληνικής γλώσσας.
Τονίζει επίσης μια μεγάλη αντίφαση:
από τη μια να βραβεύεται για την γραμμένη στα ελληνικά
ποίησή του και από άλλη να ευχαριστεί για τη διάκριση αυτή σε μια γλώσσα άλλη.

Β/ Το κύριο σώμα της ομιλίας στρέφεται γύρω από δύο άξονες:
1: την ελληνική παράδοση, την οποία ο ποιητής αντιλαμβάνεται μέσα από δύο τομείς:
α) την ελληνική γλώσσα και β) την ελληνική ηθική συνείδηση


2. την αναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο


ΑΝΑΛΥΣΗ
Β1) Η ελληνική παράδοση:

α) Η ελληνική γλώσσα
Τα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας σύμφωνα με το Γ. Σεφέρη
· περιλάλητη επί αιώνες [ γλώσσα ξακουστή και μακρόβια]
· στην παρούσα μορφή της περιορισμένη [ σήμερα χρησιμοποιείται μόνο από ολιγάριθμους Έλληνες]
· δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται [ χαρακτηρίζεται από αδιάσπαστη συνέχεια]
β) Η ελληνική ηθική συνείδηση
Όπως υποστηρίζει ο Σεφέρης εκείνο που χαρακτηρίζει τον ελληνικό κόσμο,
από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας είναι
η αγάπη για την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη.
Η λέξη ανθρωπιά δεν έχει εδώ τη σημερινή της σημασία αλλά μας παραπέμπει
στον ανθρωποκεντρισμό, στον πολιτισμό δηλαδή εκείνο που έχει κέντρο τον άνθρωπο,
που δίνει έμφαση στις σωματικές και πνευματικές ικανότητές του
και καταφάσκει/επιδοκιμάζει την ανθρώπινη ζωή.
Όσο για τη δικαιοσύνη και το μέτρο, είναι αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής ηθικής συνείδησης
και έχει τόσο πολύ «διαποτίσει την ελληνική ψυχή,
ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου».
Για τη δικαιοσύνη και το μέτρο , ο ποιητής ανατρέχει στην αρχαία τραγωδία:
«…..ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες».
Εκφράζει την πεποίθηση ότι ο κανόνας αυτός ισχύει ακόμα και για τα φυσικά φαινόμενα
και τεκμηριώνει ιστορικά την ορθότητα της άποψή του
με αναφορές στον Ηράκλειτο [ δεν πρέπει ο ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο……….]
και το Μακρυγιάννη: [ θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε]


Β2) Η αναγκαιότητα και η λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο
Εδώ ο ποιητής αναπτύσσει τις απόψεις του για την ποίηση και το ρόλο της στη σύγχρονη κοινωνία:


Επισημαίνει λοιπόν:


· « Η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά»
Στο πρόσωπό του βραβεύεται γενικά όλη η ποιητική δημιουργία
· «…..ανάμεσα σε ένα λαό περιορισμένο»
Η ποίηση λειτουργεί ακόμα και σε μικρούς λαούς
· «Τούτος ο σύγχρονος κόσμος ………..τη χρειάζεται την ποίηση»
Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής , ο οποίος βασανίζεται από άγχη , αβεβαιότητα και κάθε μορφής αδιέξοδα, έχει ανάγκη το καταφύγιο που προσφέρει η ποίηση
· «Τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε;»
Θεωρεί την ποίηση τόσο απαραίτητη για τον άνθρωπο, όσο και η ίδια η ανάσα του
· «….νιώθει πάντα την ανάγκη να ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή»
Ταυτίζει την ποίηση με φωνή ανθρώπινη την οποία ο άνθρωπος θα έχει πάντα την ανάγκη να ακούει
· «……..από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται»
Η ποίηση δεν χάνεται ποτέ, ακόμα κι αν «από στέρηση αγάπης» , την απαρνηθούν, αυτή «ολοένα ξαναγεννιέται»
· Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης
Η αξία της πανανθρώπινη, οικουμενική , πάνω από σύνορα και διαχωρισμούς,
βρίσκεται και ζει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων όπου κι αν κατοικούν


Γ/ Επίλογος [ οι δύο τελευταίες παράγραφοι]
Τελειώνοντας ο ποιητής υπογραμμίζει την ανάγκη για ανθρωπισμό,
ως μόνη λύση στα αδυσώπητα προβλήματα
που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος:
Ο Οιδίποδας « χάλασε το τέρας» με μια απλή λέξη: «άνθρωπος».
Μόνο ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να καταστρέψει τα σύγχρονα τέρατα που απειλούν τη ζωή μας:

«Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται»



ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και διπλωμάτης. Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963.
Γραμματολογικά ανήκει στη «Γενιά του '30».
Ο Γεώργιος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε
στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στη Σμύρνη. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού Σεφεριάδη (1873-1951) - δικηγόρου, σημαντικού κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης και ανθρώπου με λογοτεχνικές ανησυχίες - και της Δέσποινας Τενεκίδη με καταγωγή από τη Νάξο. Το ζευγάρι είχε άλλα δυο παιδιά, τον Άγγελο και την Ιωάννα , σύζυγο του φιλόσοφου και πολιτικού Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Ο Σεφέρης ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1906 στη Σμύρνη και τις ολοκλήρωσε το 1918 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του από το 1914.
Στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης,
από την οποία αποφοίτησε με διδακτορικό το 1924.
Τα χρόνια παραμονής του στο Παρίσι ήταν καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ποιητικής του φυσιογνωμίας.
Ήταν η εποχή που το κίνημα του μοντερνισμού βρισκόταν στην ακμή του.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών (1926), αρχίζοντας έτσι μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα, που κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρεσβευτή της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Στις 10 Απριλίου του 1941, μία ημέρα μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, είχε νυμφευτεί στην Πλάκα τη Μαρώ Ζάννου, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.BBC
Στα ελληνικά γράμματα ο Γιώργος Σεφέρης εμφανίστηκε το 1931, με την ποιητική συλλογή «Στροφή», η οποία από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας της προκάλεσε το ενδιαφέρον της λογοτεχνικής κοινότητας της Αθήνας, με θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Οι θαυμαστές του -Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης- υποστήριξαν ότι η «Στροφή» εγκαινιάζει μια καινούργια εποχή για την ελληνική ποίηση, ενώ οι επικριτές του, όπως ο Άλκης Θρύλος και ο Τάκης Παπατσώνης, ισχυρίστηκαν ότι η ποίηση του Σεφέρη είναι σκοτεινή και εγκεφαλική, χωρίς πραγματικό συναίσθημα. Με την πάροδο του χρόνου, η Στροφή απέκτησε τεράστιο συμβολικό βάρος, επειδή θεωρήθηκε από την κριτική ότι έστρεψε την ελληνική ποίηση από την παραδοσιακή στη μοντέρνα γραφή. Ο Μοντερνισμός του Σεφέρη, παρατηρεί ο Γιώργος Θεοτοκάς, υπήρξε «ένας μοντερνισμός τολμηρός, αλλά που κρατούσε το νήμα της παράδοσης, με αίσθημα ευθύνης και με σεβασμό για τη γλώσσα».
Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε, αλλά και το ειδικό βάρος των Κατσίμπαλη και Καραντώνη στα λογοτεχνικά πράγματα, τον βοήθησε να επιβληθεί ως ένας πολλά υποσχόμενος νέος ποιητής. Η καθιέρωση του Σεφέρη ως μείζονος ποιητή έγινε το 1935, με την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το έργο βλέπουμε πλήρως διαμορφωμένα τα σύμβολα που συνθέτουν την ποιητική μυθολογία του Σεφέρη: το «ταξίδι», οι «πέτρες», τα «μάρμαρα», τα «αγάλματα», η «θάλασσα», ο «Οδυσσέας» κ.ά.
Εκτός από το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Σεφέρης διακρίθηκε και στον δοκιμιακό λόγο, με μία σειρά ρηξικέλευθων κριτικών δοκιμίων, στα οποία τόνισε τη σημασία της ελληνικής παράδοσης και ανέδειξε το έργο περιθωριακών μορφών της, όπως του Γιάννη Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου. Το μεταφραστικό του έργο είναι μικρό σε ποσότητα, αλλά σημαντικό. Μετέφρασε δύο έργα του αμερικανού ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ (Έρημη Χώρα και Φονικό στην Εκκλησιά), ενώ μετέφερε στη νέα ελληνική δύο έργα της Βίβλου (Άσμα Ασμάτων και Αποκάλυψη του Ιωάννη). Ο Τ.Σ. Έλιοτ, ηγετική φυσιογνωμία της μοντερνιστικής ποίησης του 20ου αιώνα, ήταν ο ποιητής που τον επηρέασε όσο κανένας άλλος.
Από τη δεκαετία του '50 το έργο του Σεφέρη μεταφράστηκε και εκτιμήθηκε στο εξωτερικό. Συνεπεία αυτού ήταν η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1963, «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.

Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, έσπασε τη σιωπή του στις 28 Μαρτίου του 1969 και στηλίτευσε τη χούντα με την περίφημη δήλωσή του στο ραδιόφωνο του BBC. «Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά» τόνισε μεταξύ άλλων.

Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται στον δωδεκαδάκτυλο. Θα πεθάνει από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20ης Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α' Νεκροταφείο, μπροστά στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό). Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Το Βήμα, το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη
Επί Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και αποτελεί μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.

Πηγές :
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis/speech-nobel.htm
https://www.sansimera.gr/quotes/authors/286

http://chrispapakon.blogspot.gr/2016/02/blog-post_28.html

Παρασκευή 25 Αυγούστου 2017

Δέσποινα Κονταξή "Η μοναξιά του κλινοβάτη"



"Η μοναξιά του κλινοβάτη" ολοκληρώθηκε το 2010. Την προλογίζουν ο Λεόντιος Πετμεζάς, ο Μίλτος Γήτας, ο Λεωνίδας Λοϊζίδης και ο Γιώργος Αετόπουλος




http://www.physio-kontaxi.gr/wp-content/uploads/2012/05/selides_monaxia.pdf



ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ "ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΚΛΙΝΟΒΑΤΗ"
Τετάρτη, 16 Φεβρουαρίου 2011http://ekdoseiskontaxi.blogspot.gr/2011/02/blog-post.html

Η Διεθνής Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών βράβευσε με το βραβείο Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη την ποιητική συλλογή της Δέσποινας Κονταξή "Η μοναξιά του κλινοβάτη". Ο διαγωνισμός πραγματοποιήθηκε σε διεθνές επίπεδο λαμβάνοντας υπόψιν βιβλία από όλο τον κόσμο. Οι κατηγορίες ήταν : Πνευματικοί Δημιουργοί, Λαογράφοι, Ιστορικοί, Διηγηματογράφοι, Ποιητές, Συγγραφεις και Ιερείς. Η Δέσποινα Κονταξή κατάφερε να αποσπάσει το 2ο Βραβείο στην κατηγορία της ποίησης και να βραβευτεί για την προσφορά της στον πολιτισμό. Η Πρόεδρος της Εταιρίας κ. Βαρβέρη-Βάρρα έδωσε τα συγχαρητήριά της και χαρακτήρισε την ποίηση της κ.Κονταξη "Ειλικρινή κι αυθεντική".


Τετάρτη 23 Αυγούστου 2017

Ξενάκης Στέφανος : "...Μόνο αγάπη υπάρχει. Γι’ αυτό είσαι εδώ."


Να κοιμάσαι νωρίς. Η μέρα ξεκινάει από το βράδυ.
Πριν πας για ύπνο να έχεις οργανώσει την επόμενη μέρα. Με χαρτί και μολύβι. Μην την αφήνεις στην τύχη. Οι μέρες γίνονται μήνες και οι μήνες γίνονται χρόνια. Μια φορά ζεις. Τίμα την.
Να έχεις τετράδιο με στόχους. Να το τηρείς ευλαβικά. Να τους σκαλίζεις και να τους ξαναγράφεις. Αυτοί είναι ο μπούσουλας της ζωής σου.
Γενικά να γράφεις. Σου κάνει καλό. Αλαφραίνει την ψυχή σου.
Να ξυπνάς νωρίς. Πολύ νωρίς. Εάν το μυαλό σου θέλει να χουζουρέψει να μην το ακούς. Να μάθεις να μη διαπραγματεύεσαι με το μυαλό σου. Να περνάει το δικό σου.
Να κοιτάς τον εαυτό σου στον καθρέφτη και να του χαμογελάς. Και να του μιλάς όμορφα. Φίλος σου είναι. Ο καλύτερος που έχεις.
Να κατεβαίνεις για περπάτημα ή για τρέξιμο όπου κι αν μένεις. Τουλάχιστον για 20λεπτά. Ζεσταίνει τις μηχανές σου.
Να ακούς κάτι την ώρα που περπατάς. Εμπνευσμένες ομιλίες. Εμπνευσμένους ανθρώπους. Μ’ένα σμπάρο 2 τρυγόνια.
Να χαμογελάς σε αυτούς που συναντάς. Να τους λες καλημέρα. Κι ας μη σου λένε. Κάποιο λόγο θα’χουν.
Να κοιτάς την ομορφιά τριγύρω σου. Παντού υπάρχει.
Να φτιάχνεις ένα όμορφο πρωινό. Όχι μόνο για σένα.
Να μπαίνεις στο ντους και να το απολαμβάνεις. Να αφήνεις τις σκέψεις έξω.
Να ντύνεσαι όμορφα.
Να φροντίζεις τον εαυτό σου σαν να ήταν ο σημαντικότερος άνθρωπος στον κόσμο. Είσαι. Απλά δε στο’παν.
Να βρίσκεις 15 λεπτά για να διαβάζεις. Κάθε μέρα. Περιόρισε τα social. Μην ανοίξεις τηλεόραση. Είναι ψέμα ότι δεν υπάρχει χρόνος. Εσύ θα τον βρεις. Κανείς δεν στον χαρίζει. Όπως και τη ζωή.
Να πηγαίνεις στη δουλειά σου με κέφι. Ακόμα κι αν δεν τη γουστάρεις. Αν χρειαστεί να βρεις άλλη. Όσο είσαι εκεί όμως να την τιμάς. Έτσι τιμάς τον εαυτό σου.
Να παραδίδεις 10Χ τον μισθό σου. Ακόμα κι αν είναι μικρός. Για σένα το κάνεις.
Να δουλεύεις ομαδικά. Και να ζεις συλλογικά. Δεν γίνεται αλλιώς.
Να τρως δεκατιανό. Να σε προσέχεις σαν τα μάτια σου. Μια μπανάνα, ή ένα μήλο. Μην παραμυθιάζεσαι. Εύκολο είναι.
Να κάνεις παρέα με τους καλύτερους. Αυτούς που έχουν κάτι παραπάνω από σένα. Αυτό που θέλεις. Μην τους φοβάσαι. Μην τους ζηλεύεις. Αυτοί θα σε πάνε παραπάνω. Γίνεσαι αυτός που κάνεις παρέα. Βάλε τον πήχυ ψηλά.
Να χαίρεσαι με τη χαρά του άλλου.
Να πίνεις μπόλικο νερό.
Και να αναπνέεις βαθιά. Να φουσκώνει η κοιλιά σου όταν το κάνεις. Κι ας μην είναι της μόδας.
Να βλέπεις λιγότερο τηλεόραση. Μια ώρα να κόψεις τη μέρα έχεις γλιτώσει 360 ώρες, δηλαδή 9 εργάσιμες εβδομάδες. Όταν οι άλλοι θα έχουν 12 μήνες εσύ θα έχεις 14.
Να μην πιστεύεις στην τύχη. Εσύ τη φτιάχνεις. Χώνεψέ το και θα αλλάξει όλη σου η ζωή.
Να τη ζεις τη ζωή. Όταν γελάς να γελάς. Όταν κλαις να κλαις, όταν πονάς να πονάς. Δεν είσαι από πορσελάνη. Δεν θα σπάσεις. Οι πορσελάνες είναι για τη βιτρίνα.
Να περνάς χρόνο με τον εαυτό σου. Μην το φοβάσαι. Δεν είναι μοναξιά. Είναι κακό να μην μπορείς να κάτσεις μόνος σου μαζί του και να πρέπει να’χει κάτι πάντα ανοιχτό. Σαν να’χεις μουσαφίρη και να τον παρατάς μόνο. Όλες οι λύσεις είναι μέσα σου. Στο μυαλό σου και στην καρδιά σου. Χαμήλωσε το θόρυβο. Κλείσε τη φασαρία και θα σου φανερωθούν. Ο Θεός είναι μέσα σου λένε. Αυτό εννοούν.
Να χρησιμοποιείς και το μυαλό σου και την καρδιά σου. Εσύ θα βρεις πότε το ένα και πότε το άλλο. Σαν τον καλό μάγειρα που ξέρει πότε να βάλει αλάτι και πότε πιπέρι.
Να σε βγάζεις βόλτα. Να σε πηγαίνεις σινεμά. Κι όπου αλλού γουστάρετε. Να νιώσεις ότι σε αγαπάς και σε τιμάς. Δεν το ξέρεις. Η ζωή σου είναι η σχέση σου με τον εαυτό σου.
Μη σκοτίζεσαι για τις γνώμες των άλλων. Να τις ακούς. Αλλά πρώτα να ακούς τη δική σου.
Να κλείνεις τα μάτια και να ονειρεύεσαι.
Να κάνεις πάντα μια καλή πράξη. Να βοηθάς τους τριγύρω σου. Ειδικά αυτούς που δεν ξέρεις. Η οικογένειά σου δεν σταματάει στα παιδιά σου. Όλοι είναι οικογένειά σου. Έτσι μόνο θα ευτυχήσεις. Δεν γίνεται αλλιώς.
Να κρατάς ημερολόγιο με τις ομορφιές της ζωής. Κάθε μέρα έχει τουλάχιστον 100. Να τις γράφεις όλες. Άμα δεν τις γράφεις φεύγουν. Θαύματα τα λέει ο Δάσκαλός μου. Το ότι περπατάς είναι ένα από αυτά. Γράψτο. Μην το προσπερνάς.
Μην κουτσομπολεύεις. Κοίτα τη δουλειά σου. Μόνο τον εαυτό σου ορίζεις.
Να την ψάχνεις. Να ρωτάς. Να διαβάζεις. Να μην πιστεύεις όλα όσα νομίζεις.
Να εξελίσεσαι κάθε μέρα. Μέχρι την τελευταία σου.
Να αγαπάς το διπλανό σου. Πρώτα όμως να αγαπάς τον εαυτό σου. Δεν έχεις άλλο. Μη γελιέσαι. Μόνος έρχεσαι και μόνος φεύγεις από τον κόσμο αυτό. Χωρίς τα παιδιά σου. Χωρίς το αμάξι σου. Χωρίς τα λεφτά σου.
Μόνο η αγάπη χωράει στις αποσκευές σου. Αυτή που πήρες και αυτή που έδωσες.
Μόνο αγάπη υπάρχει.
Γι’ αυτό είσαι εδώ.

Stefanos Xenakis
22 Αυγούστου στις 12:00 μ.μ.

Κυριακή 2 Ιουλίου 2017

Λένα Παππά - Ἐρωτικό -Από τη συλλογή Σκιατραφῆ καί φωτόφιλα, Άπαντα Β' τομ. σελ. 480.



Λένα Παππά - Ἐρωτικό -Από τη συλλογή Σκιατραφῆ καί φωτόφιλα, Άπαντα Β' τομ. σελ. 480.


Εἶδα ὄνειρο ἤμουν μαζί σου πλάϊ στήν θάλασσα

ἡ ἥλιος ἔλιωνε τόν κόσμο

κι ἐσύ γελοῦσες φέγγοντας τίς φλέβες μου

ἅπλωνα τό χέρι ἐτσιδά καί σ’ἄγγιζα

ἠλεκτρισμένη

λάβα και μύρο χυνόμουν ὅλη κι ἔρρεα

πρός ἐσένα.

Μέ κοίταζες κι οἱ θάνατοί μου ὅλοι πέθαιναν

κι ὅλα τά πράγματα πού δέν μέ ξέραν

τραγουδοῦσαν τ’ ὄνομά μου

ριγοῦσα ἀπό τήν ἡδονή τῆς πεταλούδας πού φτερώνει

καί σκίζει τό κουκούλι της βγαίνοντας στῶν ἀνθῶν τό φῶς.




Κι ὅπως τά ὄνειρα δέν ἔχουν λογική

σέ πῆρα σάν μωρό στήν ἀγκαλιά καί σέ κανάκεψα

τόσο γλυκά πού κουλουριάστηκες στά σωθικά μου

κι ἔγινα ἡ εὐτυχισμένη σου μητέρα.

Τώρα πατώ στά νύχια μήν ξυπνήσω

τήν ἀπουσία σου

πουθενά δέν κοιτάζω μήν τυχόν καί φύγει

ὁ μαγεμένος ὕπνος ἀπ’ τά βλέφαρά μου

καί δῶ ἀδειανή, θανατωμένη τήν ζωή μου

καί παραλοΐσω.




http://www.myriobiblos.gr/greekliterature/papa_erotiko.html

Πέμπτη 22 Ιουνίου 2017

Μάνος Ελευθερίου Το δηλητήριο που πίνεις






Πάνω στην κόκκινη κουβέρτα
ρίχνεις πασιέντζες μοναχή
και ξαναρχίζεις την κουβέντα
με τη χαμένη σου ψυχή.

Κι ένας ρεμπέτης στρατηλάτης
λεν τα χαρτιά σου πως θαρθεί
σα νικημένος τρομοκράτης
μπροστά σου να προσευχηθεί.

Το δηλητήριο που πίνεις
είναι για σένα γιατρικό.
Κι όπως τη χρήση ασπιρίνης
το 'χει η καρδιά σου εφεδρικό.

Το φόρεμά σου στην κρεμάστρα
μυρίζει πεύκο κι εξοχές
κι όλο ξηλώνει χάντρα χάντρα
σε κάθε στάλα απ' τις βροχές.

Κι ούτε σου βγαίνουν οι πασιέντζες
κι ούτε κανείς τηλεφωνεί
και μόνο μέσα απ' τα τραγούδια
ακούς ερωτική φωνή.



Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική, ερμηνεία: Σταύρος Ξαρχάκος
Πιάνο: Νεοκλής Νεοφυτίδης
Έργο εξωφύλλου: Γιώργος Ρόρρης
Άλμπουμ: 7 Ελεγείες και Σάτιρες
Μικρή Άρκτος, 2017






https://smarturl.it/xarchakos-iTunes

Σάββατο 6 Μαΐου 2017

Γιώργος Σαραντάρης Εποχές και συγγραφείς ΕΤ1






Στον Γιώργο Σαραντάρη είναι αφιερωμένη η εκπομπή «Εποχές και συγγραφείς». Αισθαντικός ποιητής, κριτικός και φιλόσοφος, αποτελεί μια εξαιρετική περίπτωση στα ελληνικά Γράμματα. Στη σύντομη ζωή του κατάφερε να δώσει ένα πλούσιο και πολυσχιδές έργο, με τον ευαίσθητο λιτό και περιεκτικό ποιητικό του λόγο, αλλά και τον εύστοχο προβληματισμό που χαρακτηρίζει τα δοκίμιά του. Ο Γιώργος Σαραντάρης γεννήθηκε στις 29 Απρίλη 1908 στην Κωνσταντινούπολη κι έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στον Πειραιά. Οι εγκύκλιες σπουδές του έγιναν στην ιταλική γλώσσα και στη συνέχεια σπούδασε νομικά στα Πανεπιστήμια της Μπολόνια και Ματσεράτα. Στην Ελλάδα ήρθε το Μάρτη του 1931, για να υπηρετήσει στο στρατό και να δουλέψει. Ήταν αφοσιωμένος στην ποίηση και στη φιλοσοφία, πιστεύοντας πως η εργασία και οι πρακτικές της καθημερινής ζωής θα τον αποσπούσαν από τους πνευματικούς του προβληματισμούς και το δημιουργικό του έργο.
https://www.youtube.com/watch?v=5wYlA5d73tE

Δευτέρα 1 Μαΐου 2017

Γιώργος Δουρδουμπάκης Κόκκινο κρασί



Τις μέρες κρύβονται οι καρδιές
τις νύχτες τραγουδάνε
όσα δεν μπόρεσαν να πουν
σ' αυτούς που αγαπάνε.

Κάνε καρδιά μου υπομονή
ώσπου να 'ρθει η δύση
και μες το κόκκινο κρασί
η λύπη σου να σβήσει.

Θέλω να αφήσω τους καημούς
τους πόνους να ξεχάσω
που μου σαλεύουνε το νου
και την καρδιά μου σφάζουν.

Κάνε καρδιά μου υπομονή
ώσπου να 'ρθει η δύση
και μες το κόκκινο κρασί
η λύπη σου να σβήσει.




Στίχοι: Γιώργος Δουρδουμπάκης
Μουσική: Πέτρος Δουρδουμπάκης
Πρώτη εκτέλεση: Παντελής Θαλασσινός &
Πέτρος Δουρδουμπάκης (Ντουέτο)

Γιώργος Δάγλας Καντάδες για ένα δαίμονα


Καντάδες για ένα δαίμονα
Γιώργος Δάγλας
45 σελ.
ISBN 978-618-5101-09-1
Νεοελληνική ποίηση 
[DDC: 889.1] 


Οι άσωτοι εραστές
των κούφιων χρόνων
πνιγμένοι στο κρασί και την αμαρτία
κρυμμένοι στα μάτια των τυφλών
τη μάταιη εξέγερση περιμένουν.
Ηττημένοι και περήφανοι
ψάχνουν για
να ξεράσουν συμβιβασμούς και συμβόλαια.
...

Αυτός ο άνθρωπος
που περπατάει σκυφτός
στην άλλη άκρη του δρόμου,
φαίνεται πως κρυώνει.
Κι όμως
δεν κοιτάζει ψηλά.
Ξέρει.
Κανείς δεν θα τραβήξει την κουρτίνα του
να τον σκεπάσει.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Γιώργος - Ίκαρος Μπαμπασάκης, ΠΠΠ / Πεζό Ποίηση Πόνημα, "Lifo", τχ. 431, 14.5.2015

"Σαν ν' ακούω ξανά τα γρέζια στη φωνή της Κατερίνας Γώγου κι ένα ρεμπέτικο παλιό να παίζει στο πικάπ, ενώ πίνω εναλλάξ λικέρ μέντα και κίτρινη τεκίλα λόγω προκεχωρημένης αλητείας αλλά και επειδή (κυρίως) είναι ό,τι απέμεινε στην κουζίνα της μακαρίτισσας της μάνας μας.  Ποιητικές συλλογές* που είναι σαν να έρχονται από το Τότε, απ' τα παλιά, αλλά να είναι ριζωμένες και στο Τώρα, και να οραματίζονται με σπαραγμένο πάθος το Μετά. Ο Γιώργος Δάγλας (Ιθάκη, 1958) μας τραγουδάει/ουρλιάζει/ψελλίζει/φτύνει/άδει τις Καντάδες για έναν δαίμονα (εκδ. Φίλντισι). Γράφει ο Δάγλας: «Ακολουθώ τους ήχους των εκρήξεων / δεν έχω πλέον επιλογές / δεν έχω Άνοιξη / Στις δυναστείες δεν έχω θέση./ Ακολουθώ τα ίχνη / που άφησε το αίμα των εξεγερμένων,/ τις κραυγές των φυλακισμένων συντρόφων,/ φοράω τα ματωμένα πουκάμισα / κι αντίθετα στον άνεμό τους προχωράω./ Δεν έχω πλέον διλήμματα./ Ή με το δίκιο ή με την εξουσία». Πηγή: www.lifo.gr
(*σημείωση : αναφέρεται ο Γιώργος Ίκαρος Μπαμπασάκης και σε ποιητική συλλογή της Δάφνης Χρονοπούλου παρακάτω στο άρθρο του) 

Διάλεξε τη λέξη ή κάποια άλλη a film by Akanthos
  Ένα σκίτσο για τον ποιητή Γιώργο Δάγλα με την ευκαιρία της παρουσίασης του Βιβλίου του "Καντάδες για ένα δαίμονα" από τις εκδόσεις Φίλντισι.
Διαβάζουν: H Ηθοποιός Δανάη Τζήμα ο Γιώργος Δάγλας και ο Άκανθος
Ακούγεται το τραγούδι "Σαν απόκληρος γυρίζω" με τον Β.Τσιτσάνη απο την ηχογράφηση του Radio France 1983 και ένα Ηπειρώτικο μοιρολόι με σόλο κλαρίνο : 




Δάγλας Γιώργος

Ο Γιώργος Δάγλας γεννήθηκε στην Ιθάκη το 1958, όπου και τελείωσε το Ναυτικό Λύκειο χωρίς ποτέ να μπαρκάρει.
- 1977, Αθήνα. Προλαβαίνει ζωντανούς τους τελευταίους ρεμπέτες. Ακούει τον Ρούκουνα και πίνει ούζο με τον Γιάννη Κυριαζή.
- 1980, άγριες διαδηλώσεις-καταλήψεις. Δουλεύει κομπάρσος με τη μεσολάβηση της Κατερίνας Γώγου. Με τον Άσιμο στο υπόγειο της Αραχώβης. Γράφει στο "Ιδεοδρόμιο" του Λεωνίδα Χρηστάκη. Παράλληλα βιοπορίζεται ως βιομηχανικός εργάτης, ταβερνιάρης και υπάλληλος γραφείου τελετών.
- 1982, εκδίδεται η "Μέρα των φωταγωγών" στον "Ελεύθερο Τύπο".
- 1985, Αποσύρεται στην Ιθάκη.
Εκδίδει την τοπική εφημερίδα "Άγονη Γραμμή" διορίζεται στο νοσοκομείο και παντρεύεται.
- 1992, παραιτείται από δημόσιο και συζυγικό βίο και φεύγει στη Θεσσαλονίκη. Γράφει, πίνει, χάνεται.
- 1999, εκδίδεται το "Μαύρο Χιόνι" στις εκδόσεις "Ελλέβορος" (Άργος)
- 2004, επιστροφή στην Ιθάκη. Ετοιμάζει την καινούργια απόδραση.



Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2016) Το μαύρο χιόνι, Φίλντισι
(2014) Καντάδες για ένα δαίμονα, Φίλντισι

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2016) Μάκης Αποστολάτος, Εκδόσεις Βακχικόν
(2012) Πάνω κάτω η Πατησίων, Οδός Πανός

http://www.biblionet.gr/book/199864/%CE%94%CE%AC%CE%B3%CE%BB%CE%B1%CF%82,_%CE%93%CE%B9%CF%8E%CF%81%CE%B3%CE%BF%CF%82/%CE%9A%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AC%CE%B4%CE%B5%CF%82_%CE%B3%CE%B9%CE%B1_%CE%AD%CE%BD%CE%B1_%CE%B4%CE%B1%CE%AF%CE%BC%CE%BF%CE%BD%CE%B1

Πάνος Τζαβέλλας Μάη μ' Μάη μ'





Κι αν ήρθε νύχτα παγερή
θα ξημερώσει χαραυγή
μη σας τρομάζει η παγωνιά
λαλάτε τη λευτεριά

Μάη, Μάη, χρυσομάη,
τί μας άργησες Μάη μ' και δε φάνηκες;
Να μας φέρεις τα λουλούδια και την Άνοιξη
σήκω λούσου κι άλλαξε

Τα νιάτα θέλουνε χαρά
την καταχτούν τη Λευτεριά
μ' αγώνες, δάκρυα κι αίματα
κι όχι με λόγια ή ψέματα

Την πείρα κλέψτε απ' τη ζωή
κι από τους θεούς την αστραπή
και κάψτε τ' άδικο στη Γη
να γίνουμ' όλοι αδερφοί

Μάημ' Μάημ'
Μουσική, Στίχοι: Πάνος Τζαβέλλας
Ερμηνεία: Χάρις Αλεξίου και Χορωδία
Δίσκος: Πάνος Τζαβέλλας, Τραγούδια από το Αντάρτικο Λημέρι του ~ 1975 (Minos MSM 265)



-----------------------------------------------------------------------------------------
Ο Πάνος Τζαβέλλας γεννήθηκε το 1925 στην Κοζάνη.
Μαθητή του γυμνασίου τον βρίσκει ο πόλεμος και εντάσσεται στην ΕΠΟΝ. Τον επόμενο χρόνο βγαίνει στο βουνό με τον ΕΛΑΣ. Ξαναβγαίνει στο βουνό με τον Δημοκρατικό στρατό, όπου τραυματίζεται, συλλαμβάνεται και ακρωτηριάζεται στο δεξί του πόδι.
Από κει αρχίζει ο δρόμος για τις φυλακές. Δικασμένος τρεις φορές σε θάνατο, αρρωσταίνει βαριά το 1959 από τη νόσο του Burgen και πηγαίνει στη Σοβιετική Ένωση για θεραπεία. Έμεινε μέχρι το 1965. Αφού θεραπεύτηκε, του δόθηκε η ευκαιρία να σπουδάσει μουσική. Εκεί γνωρίζει και τον μεγάλο Ντιμίτρι Σοστακόβιτς. Γυρνά στην Ελλάδα το 1965 αλλά το ΄68 φυλακίζεται πάλι από το καθεστώς των συνταγματαρχών, για παράνομη δράση ενάντια στη χούντα.
Αποφυλακίζεται το ΄71 με ανήκεστο και ξεκινά σαν μουσικός να παίζει στις μπουάτ της Πλάκας. Εκεί τον βρίσκει η Μεταπολίτευση, όπου πλέον ελεύθερα τραγουδά τα τραγούδια της Εθνικής Αντίστασης. Χιλιάδες νέοι αλλά και συγκινημένοι μεγάλοι άνθρωποι κατακλύζουν το μαγαζί της οδού Κυδαθηναίων, επτά μέρες την εβδομάδα! Πολλές φορές δίνει τρείς παραστάσεις τη νύχτα ώστε να χωρέσουν όλοι. Ήταν ο άνθρωπος που γνώρισε στους νεότερους το μουσικό αλλά και ιστορικό έπος της Εθνικής μας αντίστασης.
Πηγή: http://bosko-hippydippy.blogspot.gr/2...

Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Τάσος Λεβαδίτης - Από την ποιητική συλλογή " Οι τελευταίοι''





Ετούτη τη φορά, καθώς η μάχη θα καθόριζε για πάντα τη ζωή μας, προσπαθήσαμε να τα προβλέψουμε όλα-
στρατηγική και ταχτική, τις εφεδρείες, τις πιθανές κινήσεις του εχθρού,
τη διαμόρφωση του εδάφους, ακόμα και τις καιρικές συνθήκες,
όλα προσεκτικά μελετημένα και, σχεδόν, ευνοϊκά.
Κι όμως ηττηθήκαμε! Τι έφταιξε; Τι μας διέφυγε; Πού ήταν το λάθος;

Προσβολές που κάναμε τάχα πως δεν τις καταλάβαμε
μεγάλες αποφάσεις τη νύχτα, που τις έθαψε σε λίγο ο ύπνος, ένας τυφλός εγωισμός
όταν χρειάζονταν λίγη κατανόηση ή μια ηλίθια συγχώρεση
όταν έπρεπε να τους πιάσεις απ' τον λαιμό. 

Μεγάλα λόγια που φωνάξαμε στους δρόμους
μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτό μας- χιλιάδες ήττες μέσα μας, αναίμαχτες, αόριστες, ασήμαντες,
σαν ένα κοπάδι ποντίκια που ροκανίζουν χρόνια στο υπόγειο
γκρεμίζοντας, άξαφνα, την πρόσοψη ενός σπιτιού
που μέχρι χτες υψώνονταν γεμάτο δύναμη και φώτα και όνειρα και χορούς-
κι ανεξόφλητα χρέη.
«Στέφανος»
Από την ποιητική συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη
"Οι τελευταίοι"
(1966).

Τάσος Λειβαδίτης
(1922-1988)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Οι Τελευταίοι (απόσπασμα)
μιλάει ο Στέφανος:

Αλήθεια, αν μπει κανείς, ξαφνικά, στο δωμάτιο θα μας
περάσει για θεατρίνους- η Κλυταιμνήστρα, ο Πυλάδης..
Εξάλλου μια σειρά από μάσκες κρέμονται στον τοίχο,που τις χρησιμοποιήσαμε μάσκες άλλοτε για ν' αρέσουμε ή να ωφεληθούμε
κι άλλοτε μονάχα από συνήθεια ή σαν την αυτόματη κίνηση
που κάνει κανείς
για να σωθείς από΄ να κίνδυνο-η μάσκα του ανδρείου,
του κυνικού, του αλαζόνα ή του σεμνού…

Όμως οι μάσκες κάποτε θα τελειώσουν, σαν τα τραγούδια και τις γιορτές,
και τότε θα φανεί αυτό το ανύπαρχτο πρόσωπο που υπήρξαμε…
-------------------------------------------------------------

Οι τελευταίοι Τάσος Λειβαδίτης.... ( απόσπασμα )

«Τώρα τι απόμεινε απ’ τον έρωτα; 
Δίπλα σου ζει μια ξένη,
που δε σε γνώρισε
κι ούτε τη γνώρισες ποτέ σου. 
Τα μαλλιά της γεράσανε
και πάνω στα ωχρά της χείλη
σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά
 και παλιά ανοιξιάτικα λόγια.
Ανάμεσά σας, σα μια μεγάλη ξενιτιά, 
έστεκε ο ανίκητος χρόνος.»
-------------------------------------------------------------

Οι τελευταίοι
(απόσπασμα )

Nύχτα. Κι οι δυο σκιές, εκεί, στο ερημωμένο οικόπεδο
σαν δυο μικρά έντομα πιασμένα,
στην πελώρια αράχνη του φεγγαριού.

Κάθε τόσο ακουγόταν πυροβολισμοί στο βάθος.
-Μα δε βλέπεις, χαθήκαν όλα. Φύγε! Είπε εκείνη.
Ο άντρας φόρεσε το κράνος του. Δε μίλησε.
-Λυπήσου τη ζωή σου, του ξανάπε. Σ’ αγαπώ!
Και πάλι ο άντρας δε μίλησε.
Τη φίλησε βιαστικά και χάθηκε μες στο σκοτάδι.
Πολεμούσε.

Τον ξαναντάμωσα έπειτα από χρόνια.
Έβγαινε με τα χέρια στις τσέπες από να σφαιριστήριο.
Με γνώρισε.
«Παρά λίγο να σκοτωθώ τότε» είπε
«Τώρα πάνω σ αυτά τα ξύλινα ανθρώπινα ομοιώματα
προσπαθώ να σκοτώσω ότι απόμεινε από μένα.» Γέλασε...
Κι ύστερα μ έναν άλλο τόνο-σχεδόν εκδικητικό:
«Μου δίνεις πενήντα δραχμές;;; ξέρεις,
έχω δυο χρόνια να κοιμηθώ με γυναίκα.»

Και θυμήθηκα εκείνη τη ραγισμένη φωνή
μέσα στην παγωνιά του φεγγαριού..
«Λυπήσου τη ζωή σου. Σ' αγαπώ !!!»
Και πέφταν πυροβολισμοί και δε μας σκότωναν...

Πηγές
 http://tleivaditis.weebly.com/omicroniota-tauepsilonlambdaepsilonupsilontaualpha943omicroniota-1966.html

http://aromasofias.blogspot.gr/2015/11/blog-post_23.html

http://www.kedros.gr/product_info.php?manufacturers_id=0&products_id=2240

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πάσχα Ρωμέϊκο (1891).






Πάσχα Ρωμέϊκο (1891)

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ


Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.


Ὅταν ἐμειδία ὁ μπαρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾽ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκός του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ᾽ ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾽ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἑφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσσιμο κὲ ταλέντο!* Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο!* τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον (μὰ μπράβο!*), τὸν Σερπιέρρο (κὲ γρὰν φιλόζοφο!*). Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχον ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἄγγλοι (Sir Pierro = Sir Peter).


Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!*) τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα.


Ὡ σ ὰ ν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;


Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει,
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ᾽ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλέ ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκταση, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε*. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.


«Ἰλ τραδιτόρε νὸν ἂ κομπασσιόν, ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπηση». Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κ᾽ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ᾽ ἡ γῆς ἀναμάρτητος, ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾽ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τις ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε*, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε*, δὲν ἤθελε ν᾽ ἀναγνωρίσῃ τὴν διαφοράν.


Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δύο ἢ τρεῖς προσευχάς, ἃς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του τὰ ἤξερε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαὼθ… ὡς ἐνάντιος, ὑψίστοις». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο τὸ ὡς ἐνάντιος προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»


Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾽ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀκούσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου.


* * *


Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾽ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾽ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ θὰ τὰ εἶχε κ᾽ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.


Ἀλλ᾽ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾽ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιᾶ, ν᾽ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ν᾽ ἀναβαίνῃ πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.


Ἦτο ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κ᾽ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.


Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα», ὅταν ἐκινδύνευσε ν᾽ ἀποθάνῃ, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγέ τις: «Διατί δὲν βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πύπη», ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.


Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ (Il santo Spiridion ha fatto questo caso*), ὅτε ὁ ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε*. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπαρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.


* * *


Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ, πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χεῖρα τὴν λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾽ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ᾽ ὀλίγον ν᾽ ἀναπαυθῇ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ᾽ ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένον σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέτον κ᾽ ἐκάπνιζεν ἡδονικῶς.


Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης, καὶ πρὶν προφθάσῃ καὶ στραφῇ νὰ ἴδῃ ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε* ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.


Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾽ ἀνέτελλε μετ᾽ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὁποὺ ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδεν ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην, καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῇ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ᾽ ἔκραξεν ἐναγωνίως:


― Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς…


Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴν σκανδάλην.


― Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.


― Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.


― Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὗρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!


― Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;


― Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾽ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης· ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ, ἐγελάστηκες.


Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.


― Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν· ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω οὔτε λωποδύτης εἶμαι· ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιᾶ ν᾽ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.


Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.


― Στὸν Περαία! Στὸν Ἁι-Σπυρίδωνα; Κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;


― Ἀφ᾽ τὴν Ἀθήνα.


― Ἀπ᾽ τὴν Ἀθήνα; Καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες, ν᾽ ἀκούσῃς Ἀνάσταση;


―Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Σπύρος.


Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν. Εἶτα ἐπανέλαβε:


― Νὰ φχαριστᾷς, καημένε…


Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμόν του.


― Νὰ φχαριστᾷς καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριο, εἰδεμή, δὲν τό ᾽χα γιὰ τίποτες νὰ σ᾽ ἐξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!


Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.


― Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νά ᾽σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾽ εὐχαριστῶ ὣς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε… δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης κ᾽ ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.


―Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…


Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβόλου κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.


Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.


* * *


Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπαρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ᾽ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνῃ πεζὸς εἰς Πειραιᾶ, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμνῃ Πάσχα ρωμέικο.


Ἐφέτος τὸ μεσοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα, νὰ τὸν συνοδεύσω [ἐφέτος] εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ ἅγιον Πάσχα.


(1891)









ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΑΠΑΝΤΑ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

ΑΘΗΝΑ 1982

Σελ. 177-182


Πηγή: http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/208-02-13-pasxa-rwmeiko-1891