![]() |
| Pieta - William-Adolphe Bouguereau, 1876 |
Το μοιρολόι κρατά περίπου μια ώρα. Όταν τελειώνει, αφού ξεκουραστούν, ψάλουν άλλα τροπάρια.
Τα Κάλαντα της Μεγάλης Παρασκευής τείνουν σήμερα να εκλείψουν.
Δημοτικό, «Μοιρολόι της Παναγίας»
Σήμερα μαύρος Ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, Αφέντη Βασιλέα.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
σήμερα όλοι θλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κι οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, Αφέντη Βασιλέα.
να λάβει δείπνον μυστικόν για να τον λάβουν όλοι.
Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τας προσευχάς της έκανε για το μονογενή της.
Φωνή τους ήρθ’ εξ Ουρανού απ’ Αρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οι προσευχές, φτάνουνε κι οι μετάνοιες,
το γιό σου τον επιάσανε και στο φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου την αυλή εκεί τον τον τυραγνάνε.
-Χαλκιά-χαλκιά, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί και φτάχνει πέντε.
-Συ Φαραέ, που τα ‘φτιασες πρέπει να μας διδάξεις.
-Βάλε τα δυο στα χέρια του και τ’ άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό βάλε το στην καρδιά του,
να στάξει αίμα και νερό να λιγωθεί η καρδιά του.
Κι’ η Παναγιά σαν τάκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
για να της ερθ’ ο λογισμός, για να της έρθει ο νους της.
Κι όταν της ηρθ’ ο λογισμός, κι όταν της ηρθ’ ο νους της,
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, ζητά φωτιά να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το μονογενή της.
-Μην σφάζεσαι, Μανούλα μου, δεν σφάζονται οι μανάδες
Μην καίγεσαι, Μανούλα μου, δεν καίγονται οι μανάδες.
Λάβε, κυρά μ’ υπομονή, λάβε, κυρά μ’ ανέση.
-Και πώς να λάβω υπομονή και πώς να λάβω ανέση,
που έχω γιο μονογενή και κείνον Σταυρωμένον.
Κι η Μάρθα κι η Μαγδαληνή και του Λαζάρου η μάνα
και του Ιακώβου η αδερφή, κι οι τέσσερες αντάμα,
επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες του ληστή την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δεν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τον Αϊγιάννη,
Αγιέ μου Γιάννη Πρόδρομε και βαπτιστή του γιου μου,
μην είδες τον υγιόκα μου και τον διδάσκαλόν σου;
-Δεν έχω στόμα να σου πω, γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμα για να σου τόνε δείξω.
Βλέπεις Εκείνον το γυμνό, τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
οπού φορεί στην κεφαλή αγκάθινο στεφάνι;
Αυτός είναι ο γυιόκας σου και με ο δάσκαλός μου!
Κι’ η Παναγιά πλησίασε γλυκά τον αγκαλιάζει.
-Δε μου μιλάς παιδάκι μου, δε μου μιλάς παιδί μου;
-Τι να σου πω, Μανούλα μου, που διάφορο δεν έχεις·
μόνο το μέγα-Σάββατο κατά το μεσονύχτι,
που θα λαλήσει ο πετεινός και σημάνουν οι καμπάνες,
τότε και συ, Μανούλα μου, θάχεις χαρά μεγάλη!
Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα Ουράνια,
σημαίνει κι’ η Άγια Σοφία με τις πολλές καμπάνες.
Όποιος τ’ ακούει σώζεται κι’ όποιος το λέει αγιάζει,
κι’ όποιος το καλοφουγκραστεί Παράδεισο θα λάβει,
Παράδεισο και λίβανο από τον Άγιο Τάφο.
Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς «Σήμερα μαύρος ουρανός» ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ
Το ευρύτατα διαδεδομένο σ' όλο τον ελληνικό χώρο Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς είναι ένα μεσαιωνικό μακροσκελές ομοιοκατάληκτο στιχούργημα λόγιας προέλευσης, αλλά εντυπωσιακά πλατιάς λαϊκής αποδοχής. Επηρεασμένο από τις σχετικές περικοπές των Ευαγγελίων και την υμνογραφία της Εκκλησίας αποτελεί έναν ανθρωποκεντρικό αφηγηματικό θρήνο για τη μαρτυρική πορεία του Χριστού προς τον σταυρικό θάνατό Του, ιδωμένη μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα της τραγικής του μάνας. Τραγουδισμένο από τις γυναίκες γύρω από τον "τάφο" του Χριστού, κατά το ήθος και το ύφος των οικείων τους κοσμικών μοιρολογιών, εκφράζει τη συμπόνοια, την ταύτισή τους με τη μητρική, ανθρώπινη πλευρά της Παναγιάς. Ωστόσο ο τρόπος της τελετουργικής του επιτέλεσης αποκαλύπτει τις προχριστιανικές ρίζες του εθίμου.
Αν και υπάρχουν κατά τόπους διαφορές, σε επί μέρους στοιχεία του τραγουδιού ή στη μελωδική του εκφορά, η δομή και η φόρμα του Μοιρολογιού καθώς και η λειτουργία του παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες από την Κάτω Ιταλία μέχρι τον Πόντο και την Κύπρο. Η συνέχεια της αφηγηματικής ροής, όπως προκύπτει μέσα από την αλληλοδιαδοχή των αποσπασμάτων διαφορετικής προέλευσης που αποτολμήσαμε, το κάνει εμφανές.
ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Κείμενο της Μιράντας Τερζοπούλου http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Ymnoi/To_moiroloi_ths_Panagias.htm).
Σήμερο μαῦρος Οὐρανός, σήμερο μαύρη μέρα,
σήμερο ὅλοι θλίβονται καὶ τὰ βουνὰ λυποῦνται.
Σήμερο ἔβαλαν βουλὴ οἱ ἄνομοι Ὁβραῖοι,
οἱ ἄνομοι καὶ τὰ σκυλιὰ κι οἱ τρισκαταραμένοι
γιὰ νὰ σταυρώσουν τὸ Χριστό, τὸν πρῶτον Βασιλέα
Ὁ Κύριος ἠθέλησε νὰ μπεῖ σὲ περιβόλι
νὰ λάβῃ δεῖπνον μυστικόν, νὰ μεταλάβουν ὅλοι.
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ ἡ Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τὰς προσευχάς της ἔκανε γιὰ τὸ μονογενῆ της.
Φωνὴ τῆς ἦρθ᾿ ἐξ Οὐρανοῦ ἀπ᾿ Ἀρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οἱ προσευχές, φτάνουν κι᾿ οἱ μετάνοιες,
τὸ γυιό σου τὸν ἐπιάσανε καὶ στὸ φονιὰ τὸν πᾶνε
καὶ στοῦ Πιλάτου τὴν αὐλή, ἐκεῖ τὸν τὸν τυραννᾶνε.
-Χαλκιᾶ-χαλκιᾶ, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Καὶ κεῖνος ὁ παράνομος βαρεῖ καὶ φτάχνει πέντε.
-Σὺ Φαραέ, ποὺ τὰ ᾿φτιασες πρέπει νὰ μᾶς διδάξεις.
-Βάλε τὰ δύο στὰ χέρια του καὶ τ᾿ ἄλλα δύο στὰ πόδια,
τὸ πέμπτο τὸ φαρμακερὸ βάλε το στὴν καρδιά του,
νὰ στάξει αἷμα καὶ νερὸ νὰ λιγωθεῖ ἡ καρδιά του.
-Ἄντε μωρὲ ἀτσίγγανε, στάχτη νὰ μὴ ποτάξῃς,
μηδὲ διπλὸ πουκάμισο στὴ ράχη σου μὴ βάλῃς.
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ σὰν τἄκουσε ἔπεσε καὶ λιγώθη,
σταμνὶ νερὸ τῆς ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
γιὰ νὰ τῆς ἔρθ᾿ ὁ λογισμός, γιὰ νὰ τῆς ἔρθ᾿ ὁ νοῦς της.
Κι᾿ ὅταν τῆς ἠρθ᾿ ὁ λογισμός, κι᾿ ὅταν τῆς ἠρθ᾿ ὁ νοῦς της,
ζητᾶ μαχαίρι νὰ σφαγῇ, ζητᾶ φωτιὰ νὰ πέσῃ,
ζητᾶ γκρεμὸ νὰ γκρεμιστεῖ γιὰ τὸ μονογενῆ της.
-Μὴν σφάζεσαι, Μανούλα μου, δὲν σφάζονται οἱ μανάδες
Μὴν καίγεσαι, Μανούλα μου, δὲν καίγονται οἱ μανάδες.
Λάβε, κυρά μ᾿ ὑπομονή, λάβε, κυρά μ᾿ ἀνέση.
-Καὶ πῶς νὰ λάβω ὑπομονὴ καὶ πῶς νὰ λάβω ἀνέση,
ποῦ ἔχω γυιὸ μονογενῆ καὶ κεῖνον Σταυρωμένον.
Κι᾿ ἡ Μάρθα κι᾿ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοῦ Λαζάρου ἡ μάνα
καὶ τοῦ Ἰακώβου ἡ ἀδερφή, κι᾿ οἱ τέσσερες ἀντάμα,
ἐπῆραν τὸ στρατὶ-στρατί, στρατὶ τὸ μονοπάτι
καὶ τὸ στρατὶ τοὺς ἔβγαλε μές του ληστῆ τὴν πόρτα.
-Ἄνοιξε πόρτα τοῦ ληστῆ καὶ πόρτα τοῦ Πιλάτου.
Κι᾿ ἡ πόρτα ἀπὸ τὸ φόβο της ἀνοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δὲν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τὸν Ἅη-Γιάννη,
Ἅγιε μου Γιάννη νεαρὲ καὶ μαθητὰ τοῦ γυιοῦ μου,
μὴν εἶδες τὸν ὑγιόκα μου καὶ τὸν διδάσκαλόν σου;
-Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, γλώσσα νὰ σοῦ μιλήσω,
δὲν ἔχω χεροπάλαμα γιὰ νὰ σοῦ τόνε δείξω.
Βλέπεις Ἐκεῖνον τὸ γυμνό, τὸν παραπονεμένο,
ὁποὺ φορεῖ πουκάμισο στὸ αἷμα βουτηγμένο,
ὁποὺ φορεῖ στὴν κεφαλὴ ἀγκάθινο στεφάνι;
Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιόκας σου καὶ μὲ διδάσκαλός μου!
Κι᾿ ἡ Μάρθα κι᾿ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοῦ Λαζάρου ἡ μάνα
καὶ τοῦ Ἰακώβου ἡ ἀδερφή, κι᾿ οἱ τέσσερες ἀντάμα,
ἐπῆραν τὸ στρατὶ-στρατί, στρατὶ τὸ μονοπάτι
καὶ τὸ στρατὶ τοὺς ἔβγαλε μές του ληστῆ τὴν πόρτα.
-Ἄνοιξε πόρτα τοῦ ληστῆ καὶ πόρτα τοῦ Πιλάτου.
Κι᾿ ἡ πόρτα ἀπὸ τὸ φόβο της ἀνοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δὲν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τὸν Ἅη-Γιάννη,
Ἅγιε μου Γιάννη νεαρὲ καὶ μαθητὰ τοῦ γυιοῦ μου,
μὴν εἶδες τὸν ὑγιόκα μου καὶ τὸν διδάσκαλόν σου;
-Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, γλώσσα νὰ σοῦ μιλήσω,
δὲν ἔχω χεροπάλαμα γιὰ νὰ σοῦ τόνε δείξω.
Βλέπεις Ἐκεῖνον τὸ γυμνό, τὸν παραπονεμένο,
ὁποὺ φορεῖ πουκάμισο στὸ αἷμα βουτηγμένο,
ὁποὺ φορεῖ στὴν κεφαλὴ ἀγκάθινο στεφάνι;
Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιόκας σου καὶ μὲ διδάσκαλός μου!
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ πλησίασε γλυκὰ τὸν ἀγκαλιάζει.
-Δὲ μοῦ μιλᾶς παιδάκι μου, δὲ μοῦ μιλᾶς παιδί μου;
-Τί νὰ σοῦ πῶ, Μανούλα μου, ποὺ διάφορο δὲν ἔχεις·
μόνο τὸ μέγα-Σάββατο κατὰ τὸ μεσονύχτι,
ποὺ θὰ λαλήσει ὁ πετεινὸς καὶ σημάνουν οἱ καμπάνες,
τότε καὶ σύ, Μανούλα μου, θἄχης χαρὰ μεγάλη!
Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆ, σημαίνουν τὰ Οὐράνια,
σημαίνει κι᾿ ἡ Ἁγιὰ-Σοφιὰ μὲ τὶς πολλὲς καμπάνες.
Ὅποιος τ᾿ ἀκούει σώζεται κι᾿ ὅποιος τὸ λέει ἁγιάζει,
κι᾿ ὅποιος τὸ καλοφουγκραστῇ, Παράδεισο θὰ λάβει,
Παράδεισο καὶ λίβανο ἀπ᾿ τὸν Ἅγιο Τάφο.
Ο Φώτης Κόντογλου σε κείμενό του με τίτλο "Σήμερον κρεμάται" (περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ - Η δοκιμασία του λογικού, Εκδόσεις Αρμός 2001, σελ. 90-92), παραθέτει αυτούσια την πιο γνωστή και διαδεδομένη παραλλαγή του Μοιρολογιού της Παναγίας :
ΘΕΣΣΑΛΙΑ
ΘΡΑΚΗ
ΦΟΥΡΝΟΙ ΙΚΑΡΙΑΣ 2
ΠΟΝΤΟΣ
ΜΑΡΜΑΡΑΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ
ΡΕΪΖΝΤΕΡΕ ΕΡΥΘΡΑΙΑΣ, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
ΜΠΑΪΝΤΙΡΙ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ
ΜΥΤΙΛΗΝΗ
ΚΥΠΡΟΣ
Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Ἀπὸ τὸ CD «Τῶν Γεννῶν τζιαὶ τῆς Λαμπρῆς - Θρησκευτικὰ τραγούδια τῆς Κύπρου καὶ Ὕμνοι» τοῦ Μιχάλη Ττερλικκᾶ.
Πηγή: Παλαιὸ χειρόγραφο ἀπὸ τὸ χωριὸ Καπούτι τῆς Κύπρου.
Ὁ θρῆνος τῆς Παναγίας τραγουδιόταν τὴ νύχτα τῆς Μ. Παρασκευῆς μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου, μέσα ἢ στὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας. Τὸν τραγουδοῦσαν μέσα ἀπὸ χειρόγραφα τετράδια δύο-τρία ἄτομα (συνήθως πάντα τὰ ἴδια) ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον μὲ θρηνῶδες ὕφος, παρασέρνοντας σὲ δάκρυα τοὺς πιστοὺς ποὺ συμμετεῖχαν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ στὸν πόνο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, μὰ καὶ στὸν ἀνθρώπινο πόνο τῆς μάνας Μαρίας.
Ἄρκοντες ἀφιγκρᾶστε μου τῆς Δέσποινας τὸν θρῆνον
ποὺ κλαίει τὸν μονογενὴν εἰς τὸν Σταυρὸν ἐκεῖνον.
Ἀδὲ μαντάτον σκοτεινὸν τζιαὶ μέρα λυπημένη
ποὺ ἦρτεν σήμερον σ᾿ ἐμέν᾿ τὴν πολλοπικραμένην.
Ποὺ πκιάσαν τὸν Υἱούλην μου κι ἔμεινα ὀρφανεμένη
κι ὁ κόσμος κλαίει οὐρανὲ κι ἡ γῆ σκοτεινιασμένη.
Ὁ ἥλιος ἐσκοτίστηκεν κι ὅλον τὸ φῶς ἐχάθη
καὶ τὸ φεγγάριν τ᾿ οὐρανοῦ κατὰ πολλὰ ἐπικράνθη.
Ὄρη ἀναστενάξετε καὶ πέτρες ῥαϊστεῖτε
καὶ ποταμοὶ στραγγίσετε καὶ δένδρα μαραθεῖτε.
Ἀδὲ χαρὰν ποὺ δκιάβασα τζιαὶ ἐγέννησα τὸν ἥλιον,
τὸν φόβον ποὺ ἐπέρασα στῆς γέννησης τὸν σπήλιον,
γιὰ τὸν Ἡρώδην τὸν πικρὸν μὲν χάσει τὸ βασίλειον.
Γρυσὸν δεντρὸν ἐβλάστησεν ὁ εὔσπλαγχνος υἱός μου,
τζ᾿ ἔβκαλεν κλώνους δώδεκα γιὰ σιεπασμὸν τοῦ κόσμου.
Τώρα οἱ κλῶνοι κόπηκαν τὰ φύλλα μαραθῆκαν
τζι᾿ ἡ βρύση ἐσταμάτησεν, ὅλα ἐξερανθῆκαν.
Ἰούδας τὸν ἐπρόδωσεν ἀργύρια τριάντα
τζι᾿ ἐνόμισεν ὁ μιαρὸς πὼς θὰ τὰ ἔσιει πάντα.
Τζι᾿ ὁ κωμοδρόμος ἄνομος ἀποὺ νὰ δκιακονήσει,
μήτε ψουμὶν νά ῾βρῃ νὰ φά᾿, μὲ ροῦχον νὰ φορήσῃ.
Εἶπαν του κόψε τέσσερα, τζιαὶ τζιεῖνος κόφκει πέντε,
νῆεν κοποῦν τὰ γρόνια του, νὰ μείνουν μέρες πέντε.
Πέντε καρ(φ)κιὰ ἐβάλασιν ἐπάνω στὸν υἱόν μου,
τζι᾿ ἐκάμαν Τον τζι᾿ ἐφύρτηκεν τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου.
Ὦ! Πανσεβάσμιε Σταυρέ, ξύλον εὐλογημένον
ὁποὺ βαστάζῃς τὸν Θεὸν πάνω σου κρεμασμένον.
Σκύψε Σταυρὲ νὰ δυνηθῶ, νὰ τὸν καταφιλήσω
τὸν Ποιητήν μου καὶ Θεὸν νὰ τὸν ποσιαιρετήσω.
Ὄρη ἀναστενάξετε καὶ πέτρες ραγιστεῖτε
Καὶ ζωντανοὶ τὲς λύπες μου κλάψετε καὶ θρηνεῖτε.
Κλάψετε χῆρες κι ὀρφανά, ὅλοι τὴν συντροφιά σας,
κλάψετε τὸν διδάσκαλον καὶ τὴν παρηγοριάν σας.
Τζιαὶ ποὺ μασιέριν νὰ σφαῶ, τζιαὶ ποὺ κρεμὸν νὰ δώσω,
τζιαὶ ποὺ ποτάμιν σύθθολον νὰ μπῶ νὰ παραδώσω.
Τζι᾿ ἡ Δέσποινα ποὺ τό ῾βκαλεν προφήτισσα λοᾶτε,
τζιείνης πρέπει ἡ δόξασις τζι᾿ ἐμέναν τ᾿ ὡς πολλά ῾τε.
Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (ἕτερον)
Ἀδὲ μαντᾶτο σκοτεινὸ καὶ μέρα λυπημένη
ποὺ ἦλθεν σήμερα σὲ μέν᾿ τὴν πολλοπικραμένη
ἔπιασαν τὸν υἱούλην μου κι ἔμεινα ὀρφανεμένη.
Ἄρχοντες ἀγρικήσατε ὅσ᾿ εἶστε συναγμένοι
νὰ σᾶς εἰπῶ μίαν γραφὴ τὴν ἔχουσιν θεσμένη.
Ἀκούσατε μετὰ χαρᾶς Ἁγίας ἱστορίας
τὰ πάθη τοῦ Κυρίου μας, θρῆνον τῆς Παναγίας
καὶ πρῶτον πῶς ἐστάθηκε καὶ πῶς ἐμελετήθη,
πῶς ἐπροδόθη ὁ Χριστὸς καὶ πῶς ἐκατακρίθη.
Πρῶτον ἐσυμβουλεύθηκαν οἱ ἄνομοι Ἑβραῖοι
οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ σοφοὶ αὐτοὶ οἱ Φαρισαῖοι
κατὰ Χριστοῦ ἐφρίαξαν καὶ νὰ ἐμελετῆσαν
γιὰ νὰ σταυρώσουν τὸν Χριστὸν τὴν γνώμη τους ἐστῆσαν
ὅσοι προδώνουν τὸν Χριστὸν ἀργύρια νὰ τάξουν
κ᾿ ὅσοι γυρεύουν τὸν Χριστὸν νὰ πᾶν νὰ τὸν ἁρπάξουν.
Ἀπὸ τοὺς μαθητάδες του ἐδόθην ἡ αἰτία
καὶ ἐπροδόθην ὁ Χριστὸς μὲ τὴν φιλαργυρία.
Ἰούδας τὸν ἐπρόδωσεν καθὼς εἶναι γραμμένον
καὶ ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν τὸ πάλαιγεγραμμενον.
Τρέχει ὁ τρισκατάρατος καὶ πάγει στοὺς Ἑβραίους
καὶ λέγει τους μιὰν ἀφορμὴ αὐτοὺς τοὺς Φαρισαίους
τί ἔχετε νὰ δώσετε γιὰ νὰ σᾶς βεβαιώσω
Ἐκεῖνον ποὺ γυρεύετε νὰ σᾶς τὸν παραδώσω.
Ἐκεῖνοι τοῦ ἐτάξασιν ἀργύρια τριάντα
καὶ νόμισεν ὁ μιαρὸς πὼς θὰ τὰ ἔχει πάντα.
Τότε εὐχαριστήθηκε καὶ γιὰ νὰ βεβαιώσει
ἔκαμεν ὅρκον φοβερὸν νὰ τοὺς τὸν παραδώσει
ἐγὼ πηγαίνω ἔμπροσθεν κι ἐσεῖς λοιπὸν κοπιάστε
ὅποιον φιλήσω λέγει τοὺς αὐτὸς ἐστὶ τὸν πιάστε.
Ἔτρεξαν ὅλοι παρευθύς, ὡσὰν οἱ διαβόλοι
καὶ πῆγαν κ᾿ ηὗραν τὸν Χριστὸν μέσα στὸ περιβόλι
Ἰούδας τρέχει πιὸ μπροστὰ χαῖρε Ραββί, τοῦ λέγει
τάχα πὼς ἐλυπήθηκε κι ἀρχίνησεν νὰ κλαίει
τὰ βρομερὰ τὰ χείλη του τὸν Ἰησοῦ φιλῆσαν
καὶ στρατιῶτες παρευθὺς ὅλοι τους τὸν ἐστῆσαν
ὡσὰν φονιὰ τὸν πιάνουσιν κ᾿ ὡσὰν ληστὴ τὸν δίνουν
καὶ στοῦ Πιλάτου πῆραν τον κι ἐμπρός του τόνε στήνουν
ὁ δὲ Πιλᾶτος λέγει τους: ἔχετε μαρτυρία
κατ᾿ ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ νὰ γράψω τὴν αἰτία.
Ὅλοι του ἀποκρίθηκαν ὅτι τὸ μαρτυροῦμε
πὼς εἶναι ἔνοχος σταυροῦ γιὰ τοῦτον τὸν διοῦμεν
ἐμπρός του τρεῖς ἐστάθησαν καθεὶς νὰ μαρτυρήσει
Γιατὶ εἶπε ὅτι τὸν Ναὸν θέλει τὸν καταλύσει
καὶ τρεῖς ἡμέρες ὕστερα θέλει τὸν ἀναστήσει.
Εἶπεν ὅτι εἶναι Υἱὸς Θεὸς κ᾿ ἐποίησεν τὴν χτίσην.
Ὁ δὲ Πιλάτος λέγει τους δὲν τοῦ ῾βρηκα αἰτίαν
οὔτε κανένα φταίξιμο οὔτε κἂν ἁμαρτίαν
ἀλλ᾿ ὅμως τοῦ ἐφώναξαν ἂν δὲν τόνε σταυρώσεις
ὅτ᾿ ἔλθη ποὺ τὸν Καίσαρα νὰ μὴν τὸ μετανιώσεις
καὶ ὁ Πιλάτος φοβηθεὶς ῾στάθη καὶ συλλογίσθη
καὶ πρόσταξε καὶ φέραν του εὐθὺς νερὸ καὶ νίφθη
κι ἔδωσεν τὴν ἀπόφασιν γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν
ἀδίκως τὸν κατέκρινεν γιὰ νὰ τὸν ἠσταυρώσουν.
Πάλιν σᾶς λέγω ἄρχοντες νὰ πῶ στὴν ἀφεντιά σας
τὸ κρίμαν του, τὸ αἷμα του, ἂς τό ῾βρουν τὰ παιδιά σας
γιατὶ κακὸν δὲν ἔκαμεν πὼς νὰ τὸν κατακρίνω
ἀλλὰ σὰν μὲ βιάσατε στὴν γνώμη σας νὰ κλίνω
καὶ σεῖς ὅλοι σας ὄψεσθε ὡς λέγει ἡ γραφή σας
ἐπάρτε τον, σταυρῶστε τον, ὡς θέλετε ἀτοί σας.
Ἁρπάξαν τον οἱ ἄνομοι στὰ βρομερά τους χέρια
καὶ πίπταν του στὸ πρόσωπο μὲ βέργιες μὲ μαχαίρια
ἐδίνασιν τὰ μάτια του κι ὅλοι τὸν ἐραπίζαν
ἐφτύναν του στὸ πρόσωπο κι ὀμπρός του γονατίζαν
κι ἐλέγαν του: προφήτεψε ἡμᾶς Χριστὲ νὰ δοῦμεν
ἂν βρεῖς ποῖος σὲ ράπισε τώρα νὰ πιστευτοῦμε.
Πολλὰ κακὰ τοῦ κάμασιν καθένας ὅτ᾿ ἐμπόρεν
ὕστερα τοῦ ἐβγάλασιν τὰ ροῦχα ποὺ ἐφόρεν
ἔπιασαν καὶ φορήσαν του χλαμύδα τὴν κοκκίνη
καὶ τὸν ἐπεριπέζασιν μὲ τόση κατασχύνη
ἔπλεξαν καὶ φορήσαν του στέφανον ἀκανθένον
τὸ γένος τὸ ἀχάριστον τὸ τρὶς καταραμένον.
Ἐπιάσαν τον καὶ πῆραν τον γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν
ἐπάνω εἰς τὸν Γολγοθᾶ γιὰ νὰ τὸν σταυρώσουν
τὸν Κυρηναῖο Σίμωνα ἠγγάρευσαν νὰ ἄρει
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ, Σταυρὸν γιὰ νὰ τοῦ πάρει
ἐπῆραν τον στὸν Γολγοθᾶ, ἐκεῖ καὶ σταύρωσάν τον
καὶ διορίσαν φύλακες ἐκεῖ καὶ ἔβλεπάν τον
πέντε καρφιὰ τοῦ βάλασιν, μεγάλα σιδερένια
στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια του ἐπίτηδες κομμένα·
ἕνα καρφὶ πυρούμενο ἔμπηξαν στὴν καρδιά του
ἔκρουσαν καὶ καήκασιν μέσα στὰ σωθικά του.
Βάλλει φωνή, ζητᾶ νερό, διψᾶ νὰ τὸν ποτίσουν
κι οἱ σκύλοι οἱ παράνομοι δὲν θέ᾿ νὰ καηλίσουν.
Μὰ τῆς καρδιᾶς τὸ καρφὶ δὲν μπόρα νὰ ὑποφέρει
κι ὅταν τὸν ἐσταυρώσασιν ἤτανε μεσημέρι
ἐβάλαν ξύδι μὲ χολὴ σὲ σπόγγο στὸ καλάμι
κι ἐδῶσαν του το νὰ τὸ πιεῖ τὴν δίψα ν᾿ ἀποκάμει.
Ὅταν τοῦ τὰ ἐπότισαν τοῦτον τὸν λόγο εἶπε:
«Τώρα ἐτελειώθησαν τὰ λόγια τοὺς προφῆτες»
καὶ μὲ τὰ ταῦτα πάραυτα, ἔγειρε καὶ λιγώθη
Θεὲ Θεὸν ἐφώναξε τὸ πνεῦμα παρεδόθη
τότε ἐγίνηκε σεισμὸς ὡς τὴν ἐνάτην ὥρα
ὥστε πολλοὶ ἐλέγασιν θὲ νὰ χαλάσει ἡ χώρα
ἡ γῆ ὅλη ἐσίστηκεν τὰ μνήματα ἀνοιχτῆκαν
οἱ πέτρες ἐραγίστησαν κομμάτια ἐγινῆκαν
ὁ ἥλιος ἐσκοτίστηκεν κι γῆ χαμαὶ βρυχάτου
κι οἱ σκύλοι οἱ παράνομοι κανεὶς δὲν ἐλυπάτουν.
Οἱ ἄγγελοι ἐτρόμαξαν τὸ θαῦμα ποὺ ἐγίνη
καὶ ὁ Ναὸς ἐσχίσθηκε δυὸ μερτικὰ ἐγίνη
Ὅλον τὸ καταπέτασμα τὸ τοῦ Ναοῦ ἐσχίσθη
ὅλη ἡ γῆ κι ὁ οὐρανὸς σὰν δέντρον ἐμποσείσθη.
Τότε ἡ Παναγία μου ἐστέκετουν κλαμμένη,
θλιμμένη καὶ περίλυπη, χαμαὶ στὴ γῆ φυρμένη,
ἐτράβαν τὰ μαλλάκια της, τὸ στῆθος της ἐχτύπαν
οὔτε τὸν κόσμο ἔβλεπε, οὔτε φωνὲς ἀγρίκαν.
Ἔκλαιε καὶ ἐφώναζε: «Υἱέ μου καὶ Θεέ μου,
τί εἶναι ταῦτα ποὺ θωρῶ ποὺ δὲν εἶδα ποτέ μου.»
«Ἂχ τέκνον μου τί ἔπαθες καὶ εἶσαι τόσον θλιμένον
θλιμμένον καὶ περίλυπον, καταδεδικασμένον».
Υἱέ μου κανακάρη μου κ᾿ ἀκριβαναγιωμένον
Ποιὸς μοῦ τὸ λάλεν νὰ σὲ δῶ στὸ ξύλο σταυρωμένον
ὅπου μαχαίρι νὰ σφαγῶ, κι ὅπου γκρεμὸς νὰ δώσω
κι ὅπου ποτάμι σὰν θολὸ νὰ μπῶ νὰ παραδώσω
εἰδὲ μαχαίρι κοφτερὸ ποὺ μπῆκε στὴν καρδιά μου
ἐμπῆκε καὶ κατέκοψε μέσα στὰ σωθικά μου
ὅπου τρομάρα τρέμουσιν, τὰ μέλη μου σπαράζουν,
τὰ σωθικά μου τρέμουσιν, τὰ σπλάχνα μου ταράσσουν.
Τί ἔκανες, τί ἔπταισες Υἱέ μου τῶν Ἑβραίων
καὶ τώρα μὲ ἐκάνασιν ἀληθινὰ νὰ κλαίω
τόσα καλὰ ποὺ ἔκανες τοῦ ἀχαρίστου γένους
τοὺς παραλύτους γιάτρεψες καὶ τοὺς ἀρρωστημένους
κουφούς, χωλοὺς ἐγιάτρεψες ὁμοῦ καὶ λεπρωμένους
τυφλοὺς τὸ φῶς ἐχάρισες, τοὺς ὄντως λαβωμένους
ἀνάστησες δὲ καὶ νεκροὺς μόνο μὲ τὴν φωνή σου
καὶ φεύγασιν οἱ δαίμονες μόνο μὲ τὴν βουλή σου.
Σαράντα χρόνια ἔτρωγαν στὴν ἔρημο τὸ μάννα
καὶ τώρα οἱ ἀχάριστοι εἰδὲ ἴντα σοῦ κάμαν.
Ἀντὶ τοῦ μάννα τὴν χολὴ καὶ ξύδι σὲ ποτίσαν
κι ἀντὶ τῆς πέτρας τὸ νερὸ μὲ ἅλυσον σ᾿ ἐδείσαν
ἀντὶ π᾿ ἀνάστησες νεκροὺς καὶ εἶδαν καὶ θαυμάσαν
τώρα οἱ σκύλοι οἱ ἄνομοι στὸ ξύλο σὲ κρεμάσαν.
Τοιαῦτα λόγια θλιβερὰ ἔλεγεν ἡ Κυρία
Ἡ Παναγία ἡ Δέσποινα ἡ ταπεινὴ Μαρία.
«Υἱέ μου, τὴν μητέρα σου ἰδέ την καὶ λυπήθου
Εἰδέ την καὶ λυπήθου την, εἰδέ την καὶ σπλαχνίθου.»
Τοῦτο τὸν λόγο εἶπε τὸν κι ἔγειρε καὶ λιγώθη
ἐφύρτην κι ἔπεσε χαμαὶ πάνω στὴ γῆ φυρμένη,
φυρμένη μαύρη σκοτεινὴ ὡσὰν ἀποθαμένη
κι ὅταν τὴν ἐποφύρασιν ἀρχίνησεν νὰ κλαίει
Τὸν Γιόν της τὸν Μονογενῆ καὶ πάλι νὰ τὸν λέγει:
Ἂχ τέκνον μου, γλυκύτατο καὶ φῶς τῶν ἀμαθκιῶν μου
καὶ ποῦν οἱ μαθητάδες σου, οἱ ἑβδομήντα θκυό μου,
καὶ ποῦν οἱ μαθητάδες σου ἡ πρώτη δωδεκάδα
καὶ μοναχὴ μ᾿ ἀφήσανε μὲ θλίψη καὶ πικράδα
καὶ μοναχὴ μ᾿ ἀφήσανε μὲ θλίψη καὶ πικρία
μὲ πόνους καὶ μὲ βάσανα τὴν ταπεινὴ Μαρία
καὶ ποῦ νὰ πά᾿ νὰ πορευθῶ καὶ ποῦ νὰ πά᾿ νὰ μείνω
τίνος τὸ σπίτι ἡ φτωχὴ τὴν κεφαλὴ νὰ κλίνω
ποίον νὰ ἔχω σύντροφο νὰ κάθομαι νὰ κλαίω,
τοὺς πόνους καὶ τὰ βάσανα καὶ τίνος νὰ τὰ λέω
πότε νὰ ἔρθεις τέκνον μου ὥστε νὰ σὲ κατέχω
κλαίω ἀπαρηγόρητα, παρηγοριὰ δὲν ἔχω.
Τὶς βοῦκες της κατέσχισε, τὰ αἵματα ἐτρέχαν
τὰ δάκρυά τῆς ἔτρεχαν, χαμαὶ τὴ γῆ ἐβρέχαν
ἐτράβαν τὰ μαλλάκια της, τὸ στῆθος της ἐκτύπαν
οὔτε τὸν κόσμο ἔβλεπε οὔτε φωνὲς ἐγρίκαν
δυὸ βρύσες ἐγινήκασιν τὰ δύο της ἀμάτια
τὸ στῆθος της τὲς βοῦκες της ἐκάμεν τες κομμάτια.
Υἱέ μου ὅταν σὲ γέννησα δὲν εἶχα τέτοιους πόνους
καὶ τώρα πόνοι τετραπλοὶ τὰ σωθικά μου σπρώχνουν
ὅταν σὲ γαλακτότρεφα εἶχες Θεοῦ τὴν χάρη
ἐθώρουν σε καὶ χαιρόμουν καὶ βαστοῦν σὲ καμάρι
ὅταν σὲ ῾ποσαράντονα τότε στὸν Ἱερέα
τὸν Συμεὼν τὸν θαυμαστὸ τότ᾿ ἔτσι τὸν ἐλέγαν
αὐτὸς μοῦ ἐπροφήτευσεν αὐτὴ τὴν προφητεία
πῶς μέλλει διελεύθουσα ῥομφαία στὴν καρδιά.
Αὐτὰ μοῦ ἐπροφήτευσεν ὁ Συμεὼν Θεόπτης.
Ἰδοὺ ῥομφαίαν καὶ σπαθὶν τὰ σωθικά μου κόπτει
ἰδοὺ θωρῶ τὸ τέκνο μου στὸ ξύλο σταυρωμένο
καὶ μέσα στὴν καρδίαν του ἔχουν το καρφωμένο,
ξύλο ὅπου σταυρώθηκε ὁ Πλάστης καὶ Θεός μου
Ὁ ποιητὴς τοῦ Οὐρανοῦ τῆς γῆς κι ὅλου τοῦ κόσμου
ἐποίησε τὸν Οὐρανὸ ἥλιο καὶ τὸ φεγγάρι
τὴ γῆν ὁμοῦ τὴν θάλασσα μὲ κάθε λογῆς ψάρι.
Σταυρέ μου, ξύλο Ἅγιο ξύλο εὐλογημένο
ξύλο πανυπερθαύμαστο κι ὑπερδεδοξασμένο
ξύλο ὅπου ἐβλάστησες τὸ εἶδος τριῶν ξύλων
πεῦκος, κέδρος, κυπάρισσος τοῦ παραδείσου φύλλο.
Υἱέ μου τὴν μητέρα σου ἰδέ την καὶ λυπήθου
ἰδέ την καὶ λυπήθου την ἰδέ την καὶ σπλαχνίθου.
Υἱέ μου τὴν μητέρα σου ἰδὲ καὶ μίλησέ της
συντῆχε της δυὸ λόγια καὶ παρηγόρησέ την.
Εἰς ποίον μὲ παρέδωσες κ᾿ εἰς ποίον θὰ μ᾿ ἀφήσεις
καὶ ἀπεκρίθη ὁ Χριστὸς τῆς Δέσποινας καὶ λέγει:
Μητέρα μου, μητέρα μου, σιώπησε μὴν κλαίεις
τὸν Ἰωάννη φίλο μου ἐγὼ σοῦ παραδίδω
νὰ σ᾿ ἔχει σὰν μητέρα του καὶ σὺ υἱὸν ἐκεῖνον.
Ὢ Ἰωάννη φίλε μου, ἔφθασε ἡ τιμή σου
ἔπαρε τὴν μητέρα μου καὶ ἔχε την μαζί σου.
Τότε τὴν ἐπαράλαβε, στὸ σπίτι του τὴν παίρνει
καὶ δὲν εἶχε παρηγοριὰν ἡ πολλοπικραμένη.
Πάλιν δευτεροφίρτηκεν φιρμένη δυὸ ὧρες
ῥαντίζαν την ῥοδόσταμμαν οἱ τότε μυροφόρες
Μάρθα, Μαρία ἤτανε ὁμοῦ καὶ ἡ Σωσσάνα
κι ἄλλη Μαρία τοῦ Κλωπᾶ ὁμοῦ καὶ Ἰωάννα.
Τοῦτες οἱ πέντε ἤτανε ποὺ τὴν παραμυθοῦσαν
καὶ βλέπαν την μὴν σκοτωθεῖ καὶ τὴν παρηγοροῦσαν.
Ἔτρεξαν εἰς τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ Ἀριμαθίας
καὶ τὸν ἐπαρακάλεσαν νὰ πάει στοῦ Πιλάτου
γιατὶ αὐτοῦ τοῦ Ἰωσὴφ ἐπαίρναν ἡ ῥιτζιά του.
Ἔτρεξαν ὅλοι παρευθὺς στοῦ ἡγεμόν᾿ νὰ φτάσουν
τὸν Ἰησοῦ μας τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ τὸν κατεβάσουν.
Ἐπήγαινε κι ἡ Δέσποινα μετὰ τοῦ Νικοδήμου
Τοῦ Μαθητοῦ τοῦ Ἰησοῦ, κείνου τοῦ περιφήμου.
Νικόδημος καὶ Ἰωσὴφ πηγαίνουν στοῦ Πιλάτου
κι ἡ Δέσποινα γονατιστὴ ἔκλαιε μπροστά του.
Νὰ σὲ παρακαλέσουμε ἀφέντη μου Πιλᾶτε
γιατί τὴν ἐξουσία σου ὁ κόσμος τὴν φοβᾶται
γιὰ νὰ μᾶς δώσεις τὸν Χριστό, κεῖνον τὸν σταυρωμένο
κεῖνο ποὺ πάνω στὸν σταυρό, Χριστὸ τὸν πεθαμένο
ἐκεῖνον ποὺ σταυρώσατε ἐχτὲς πάνω στὸ ξύλο
γιατὶ δὲν ἔχει συγγενεῖς οὔτε κανένα φίλο
δῶσ᾿ μας τον νὰ τὸν θάψουμε, καθὼς εἶναι ἡ τάξη
γιατὶ δὲν ἔχει συγγενεῖς τώρα νὰ τὸν κοιτάξει.
Πιλᾶτε, τί σὲ ὠφελεῖ κι ἂν εἶναι σταυρωμένος
κι ἂν εἶναι πάνω στὸ σταυρὸ τόσ᾿ ὧρες κρεμασμένος
νεκρὸς χλωμὸς κατάντησε νεκρὸς καὶ πεθαμένος.
Δῶσ᾿ μας τον νὰ τὸν θάψουμε κι εἶναι φτωχὸς καὶ ξένος
ἐχόρτασε ἡ δίψα τους τοὺς ἄνομους Ἑβραίους
τέλειωσε τὸ ἔργο τους αὐτοὺς τοὺς Φαρισαίους.
Τοιαῦτα λόγια θλιβερὰ ὁ Ἰωσὴφ ἐλάλεν
εἰς τὸν Πιλᾶτον τὸν κριτὴν καὶ τὸν ἐπαρακάλεν
καὶ ὁ Πιλᾶτος λέγει του: ποίον ἔχεις νὰ πέψεις
νὰ στείλει ἑκατόνταρχον γιὰ νὰ τὸν κονταρέψει,
ἂν ἴσως καὶ ἀπέθανε χαπάριν νὰ τοῦ πέψει.
Εὐθὺς ἐπῆγαν στὸν Χριστὸν καὶ ἐκονταρέψαν τον
ποὺ τὴν δεξιά του τὴν πλευρὰ αὐτοὶ ἐλόγχεψάν τον
ἐκεῖ ποὺ τὸν ἐλόγχεψεν βγῆκε νερὸ καὶ αἷμα·
ἰδὼν ὁ ἑκατοντάρχος καὶ ὅλοι τους ἐτρέμαν,
ἐπιστεῦσαν πὼς εἶν᾿ Θεὸς κι ἤθελε ἑκουσίως
νὰ σταυρωθεῖ καὶ νὰ ταφεῖ σὰν θέλει αὐτεξουσίως.
Αὐτὸν τὸν ἑκατόνταρχον ἐλέγαν τον Λογγῖνο,
ἐπίστεψε στὰ χέρια του καὶ πίστεψε σ᾿ ἐκεῖνον
καὶ στὸν Πιλᾶτο ἔτρεξε διὰ νὰ τὸν προλάβει
πὼς εἶν᾿ νεκρὸς καὶ πέθανε νὰ μὴν ἀμφιβάλλει.
Καὶ ὁ Πιλᾶτος παρευθὺς τοῦ Ἰωσὴφ δανείζει
τὸν Ἰησοῦ μας τὸν Χριστό, χάρη μας τὸν χαρίζει
τότε λοιπὸν ὁ Ἰωσὴφ ἔτρεξε νὰ προφθάσει
τὸν Ἰησοῦ μας τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ τὸν κατεβάσει.
Πάνω στὸν Τίμιο Σταυρὸ ἔτρεξαν καθὼς ἦσαν
καὶ κατεβάσαν τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἐπροσκυνῆσαν
ἡ Παναγία ἡ Δέσποινα ἦταν τοῦ πανωθκιόν του
καὶ ἔσκιπτεν καὶ φίλαν το συχνὰ τὸ πρόσωπόν του
ἔκλαιεν καὶ ἐφώναζεν σὰν κλαῖσιν κι ἄλλες μάνες
καὶ τρεχασιν τὰ μάτια της σὰν τρέχουν οἱ φουντάνες.
Ὦ Μιχαὴλ Ἀρχάγγελε, ποῦ τοὖν᾿ ὁ Λογισμός σου
κι εἶπες μου: Χαῖρε Δέσποινα ἐπιάσαν τὸν Υἱό σου
καλύτερα εἶχες μου πεῖ: δέχθου τὸν θάνατόν σου
ἔχει τρία μερόνυχτα ὅπου τὸν τυραννίζουν
ὁλόγυμνο τὸν γιούλην μου τὲς στράτες τὸν γυρίζουν
φορεῖ στεφάνι ἀγκαθὸ πάνω στὴν κεφαλή του
καὶ δὲν τὸ ξέρουν οἱ ἄνομοι πὼς -ε- μὲ τὴν βουλή του
Ἔβαλαν λίτρες ἑκατὸν σμύρναν μὲ τὸ λοβάρι
κι ἄλλα μυρωδικὰ πολλὰ στὸν τάφο γιὰ νὰ πάρει
ἐπῆραν τον καὶ θάψαν τον τὸν δίκαιο ἐκεῖνον
κι ἡ Παναγία ταπισὸν κάμνει μεγάλο θρῆνο.
Ἀλίμονο, ἀλίμονο Υἱέ μου καὶ Θεέ μου
τί εἶναι τοῦτα ποὺ θωρῶ, ποὺ δὲν εἶδα ποτέ μου.
Ἀλίμονο, ἀλίμονο Θεέ μου καὶ Πατέρα
καὶ πῶς μὲ παλλησμόνισες ἐτούτην τὴν ἡμέρα
ὅποιος διαβάζει τὴν γραφὴ ἐτούτη τοῦ Υἱοῦ μου
ἐρώτησιν νὰ μὴν ἔχει στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ μου
κι ἡ Δέσποινα ποὺ τὸ ἔβγαλεν πρέπει νὰ τὴν ὑμνᾶτε
πρέπει νὰ τὴν δοξάζετε καὶ νὰ τὴν προσκυνᾶτε
αὐτῆς πρέπει ἡ δόξαση κι ἐμένα τὸ σπολλᾶτε.
Ακολουθεί αναδημοσίευση από
http://neospalamedes.blogspot.gr/search/label/%CE%9C%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1
Το ευρύτατα διαδεδομένο σ' όλο τον ελληνικό χώρο Μοιρολόι ή Καταλόι της Παναγιάς είναι ένα μεσαιωνικό μακροσκελές ομοιοκατάληκτο στιχούργημα λόγιας προέλευσης, αλλά εντυπωσιακά πλατιάς λαϊκής αποδοχής. Επηρεασμένο από τις σχετικές περικοπές των Ευαγγελίων και την υμνογραφία της Εκκλησίας αποτελεί έναν ανθρωποκεντρικό αφηγηματικό θρήνο για τη μαρτυρική πορεία του Χριστού προς τον σταυρικό θάνατό Του, ιδωμένη μέσα από τα μάτια και τα συναισθήματα της τραγικής του μάνας. Τραγουδισμένο από τις γυναίκες γύρω από τον "τάφο" του Χριστού, κατά το ήθος και το ύφος των οικείων τους κοσμικών μοιρολογιών, εκφράζει τη συμπόνοια, την ταύτισή τους με τη μητρική, ανθρώπινη πλευρά της Παναγιάς. Ωστόσο ο τρόπος της τελετουργικής του επιτέλεσης αποκαλύπτει τις προχριστιανικές ρίζες του εθίμου.
Αν και υπάρχουν κατά τόπους διαφορές, σε επί μέρους στοιχεία του τραγουδιού ή στη μελωδική του εκφορά, η δομή και η φόρμα του Μοιρολογιού καθώς και η λειτουργία του παρουσιάζουν εντυπωσιακές ομοιότητες από την Κάτω Ιταλία μέχρι τον Πόντο και την Κύπρο. Η συνέχεια της αφηγηματικής ροής, όπως προκύπτει μέσα από την αλληλοδιαδοχή των αποσπασμάτων διαφορετικής προέλευσης που αποτολμήσαμε, το κάνει εμφανές.
ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (Κείμενο της Μιράντας Τερζοπούλου http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Ymnoi/To_moiroloi_ths_Panagias.htm).
Σήμερο μαῦρος Οὐρανός, σήμερο μαύρη μέρα,
σήμερο ὅλοι θλίβονται καὶ τὰ βουνὰ λυποῦνται.
Σήμερο ἔβαλαν βουλὴ οἱ ἄνομοι Ὁβραῖοι,
οἱ ἄνομοι καὶ τὰ σκυλιὰ κι οἱ τρισκαταραμένοι
γιὰ νὰ σταυρώσουν τὸ Χριστό, τὸν πρῶτον Βασιλέα
Ὁ Κύριος ἠθέλησε νὰ μπεῖ σὲ περιβόλι
νὰ λάβῃ δεῖπνον μυστικόν, νὰ μεταλάβουν ὅλοι.
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ ἡ Δέσποινα καθόταν μοναχή της,
τὰς προσευχάς της ἔκανε γιὰ τὸ μονογενῆ της.
Φωνὴ τῆς ἦρθ᾿ ἐξ Οὐρανοῦ ἀπ᾿ Ἀρχαγγέλου στόμα:
-Φτάνουν κυρά μου οἱ προσευχές, φτάνουν κι᾿ οἱ μετάνοιες,
τὸ γυιό σου τὸν ἐπιάσανε καὶ στὸ φονιὰ τὸν πᾶνε
καὶ στοῦ Πιλάτου τὴν αὐλή, ἐκεῖ τὸν τὸν τυραννᾶνε.
-Χαλκιᾶ-χαλκιᾶ, φτιάσε καρφιά, φτιάσε τρία περόνια.
Καὶ κεῖνος ὁ παράνομος βαρεῖ καὶ φτάχνει πέντε.
-Σὺ Φαραέ, ποὺ τὰ ᾿φτιασες πρέπει νὰ μᾶς διδάξεις.
-Βάλε τὰ δύο στὰ χέρια του καὶ τ᾿ ἄλλα δύο στὰ πόδια,
τὸ πέμπτο τὸ φαρμακερὸ βάλε το στὴν καρδιά του,
νὰ στάξει αἷμα καὶ νερὸ νὰ λιγωθεῖ ἡ καρδιά του.
-Ἄντε μωρὲ ἀτσίγγανε, στάχτη νὰ μὴ ποτάξῃς,
μηδὲ διπλὸ πουκάμισο στὴ ράχη σου μὴ βάλῃς.
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ σὰν τἄκουσε ἔπεσε καὶ λιγώθη,
σταμνὶ νερὸ τῆς ρίξανε, τρία κανάτια μόσχο
γιὰ νὰ τῆς ἔρθ᾿ ὁ λογισμός, γιὰ νὰ τῆς ἔρθ᾿ ὁ νοῦς της.
Κι᾿ ὅταν τῆς ἠρθ᾿ ὁ λογισμός, κι᾿ ὅταν τῆς ἠρθ᾿ ὁ νοῦς της,
ζητᾶ μαχαίρι νὰ σφαγῇ, ζητᾶ φωτιὰ νὰ πέσῃ,
ζητᾶ γκρεμὸ νὰ γκρεμιστεῖ γιὰ τὸ μονογενῆ της.
-Μὴν σφάζεσαι, Μανούλα μου, δὲν σφάζονται οἱ μανάδες
Μὴν καίγεσαι, Μανούλα μου, δὲν καίγονται οἱ μανάδες.
Λάβε, κυρά μ᾿ ὑπομονή, λάβε, κυρά μ᾿ ἀνέση.
-Καὶ πῶς νὰ λάβω ὑπομονὴ καὶ πῶς νὰ λάβω ἀνέση,
ποῦ ἔχω γυιὸ μονογενῆ καὶ κεῖνον Σταυρωμένον.
Κι᾿ ἡ Μάρθα κι᾿ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοῦ Λαζάρου ἡ μάνα
καὶ τοῦ Ἰακώβου ἡ ἀδερφή, κι᾿ οἱ τέσσερες ἀντάμα,
ἐπῆραν τὸ στρατὶ-στρατί, στρατὶ τὸ μονοπάτι
καὶ τὸ στρατὶ τοὺς ἔβγαλε μές του ληστῆ τὴν πόρτα.
-Ἄνοιξε πόρτα τοῦ ληστῆ καὶ πόρτα τοῦ Πιλάτου.
Κι᾿ ἡ πόρτα ἀπὸ τὸ φόβο της ἀνοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δὲν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τὸν Ἅη-Γιάννη,
Ἅγιε μου Γιάννη νεαρὲ καὶ μαθητὰ τοῦ γυιοῦ μου,
μὴν εἶδες τὸν ὑγιόκα μου καὶ τὸν διδάσκαλόν σου;
-Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, γλώσσα νὰ σοῦ μιλήσω,
δὲν ἔχω χεροπάλαμα γιὰ νὰ σοῦ τόνε δείξω.
Βλέπεις Ἐκεῖνον τὸ γυμνό, τὸν παραπονεμένο,
ὁποὺ φορεῖ πουκάμισο στὸ αἷμα βουτηγμένο,
ὁποὺ φορεῖ στὴν κεφαλὴ ἀγκάθινο στεφάνι;
Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιόκας σου καὶ μὲ διδάσκαλός μου!
Κι᾿ ἡ Μάρθα κι᾿ ἡ Μαγδαληνὴ καὶ τοῦ Λαζάρου ἡ μάνα
καὶ τοῦ Ἰακώβου ἡ ἀδερφή, κι᾿ οἱ τέσσερες ἀντάμα,
ἐπῆραν τὸ στρατὶ-στρατί, στρατὶ τὸ μονοπάτι
καὶ τὸ στρατὶ τοὺς ἔβγαλε μές του ληστῆ τὴν πόρτα.
-Ἄνοιξε πόρτα τοῦ ληστῆ καὶ πόρτα τοῦ Πιλάτου.
Κι᾿ ἡ πόρτα ἀπὸ τὸ φόβο της ἀνοίγει μοναχή της.
Τηράει δεξιά, τηράει ζερβά, κανέναν δὲν γνωρίζει,
τηράει δεξιώτερα βλέπει τὸν Ἅη-Γιάννη,
Ἅγιε μου Γιάννη νεαρὲ καὶ μαθητὰ τοῦ γυιοῦ μου,
μὴν εἶδες τὸν ὑγιόκα μου καὶ τὸν διδάσκαλόν σου;
-Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, γλώσσα νὰ σοῦ μιλήσω,
δὲν ἔχω χεροπάλαμα γιὰ νὰ σοῦ τόνε δείξω.
Βλέπεις Ἐκεῖνον τὸ γυμνό, τὸν παραπονεμένο,
ὁποὺ φορεῖ πουκάμισο στὸ αἷμα βουτηγμένο,
ὁποὺ φορεῖ στὴν κεφαλὴ ἀγκάθινο στεφάνι;
Αὐτὸς εἶναι ὁ γυιόκας σου καὶ μὲ διδάσκαλός μου!
Κι᾿ ἡ Παναγιὰ πλησίασε γλυκὰ τὸν ἀγκαλιάζει.
-Δὲ μοῦ μιλᾶς παιδάκι μου, δὲ μοῦ μιλᾶς παιδί μου;
-Τί νὰ σοῦ πῶ, Μανούλα μου, ποὺ διάφορο δὲν ἔχεις·
μόνο τὸ μέγα-Σάββατο κατὰ τὸ μεσονύχτι,
ποὺ θὰ λαλήσει ὁ πετεινὸς καὶ σημάνουν οἱ καμπάνες,
τότε καὶ σύ, Μανούλα μου, θἄχης χαρὰ μεγάλη!
Σημαίνει ὁ Θεός, σημαίνει ἡ γῆ, σημαίνουν τὰ Οὐράνια,
σημαίνει κι᾿ ἡ Ἁγιὰ-Σοφιὰ μὲ τὶς πολλὲς καμπάνες.
Ὅποιος τ᾿ ἀκούει σώζεται κι᾿ ὅποιος τὸ λέει ἁγιάζει,
κι᾿ ὅποιος τὸ καλοφουγκραστῇ, Παράδεισο θὰ λάβει,
Παράδεισο καὶ λίβανο ἀπ᾿ τὸν Ἅγιο Τάφο.
Ο Φώτης Κόντογλου σε κείμενό του με τίτλο "Σήμερον κρεμάται" (περιλαμβάνεται στο βιβλίο ΑΝΕΣΤΗ ΧΡΙΣΤΟΣ - Η δοκιμασία του λογικού, Εκδόσεις Αρμός 2001, σελ. 90-92), παραθέτει αυτούσια την πιο γνωστή και διαδεδομένη παραλλαγή του Μοιρολογιού της Παναγίας :
Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον εσταυρώσανε,
τον πάντων βασιλέα.
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερον έβαλαν βουλήν
οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά
οι τρισκαταραμένοι.
Σαν κλέφτη τον επιάσανε
και σαν φονιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τις αυλές
εκεί τον τυραγνάνε.
Κι' η Παναγιά η δέσποινα
κ' οι άλλες οι γυναίκες
έπιασαν το στρατί στρατί,
στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τς' έβγαλε
μεσ' στου ληστή την πόρτα.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά,
κανέναν δεν γνωρίζει.
Τηρά και δεξιώτερα
βλέπει τον Άγιο Γιάννη
-Άγιε μου Γιάννη Πρόδρομε
και βαπτιστή του γυιού μου
μην είδες τον υιγιόκα μου
και σένα δάσκαλό σου;
-Δεν έχω γλώσσα να σου πω
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χεροπάλαμο,
για να σού τονε δείξω.
Βλέπεις εκείνον τον γυμνό,
τον παραπονεμένο,
οπού φορεί πουκάμισο
στο αίμα βουτημένο;
Οπούναι τα ματάκια του
ραμμένα με μετάξι,
κι οπού φορεί στην κεφαλή
αγκάθινο στεφάνι;
Εκείνος είναι ο γυιόκας σου
και μένα δάσκαλός μου.
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται
σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι
βάλανε βουλή και τα σκυλιά οι τρισκαταραμένοι.
για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων βασιλέα.
Κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
τις προσευχές της έκανε για τον μονογενή της.
ΘΡΑΚΗ
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα
σήμερα όλοι θλίβονται και τα βουνά λυπούνται
σήμερα βάλανε βουλή οι άνομοι Εβραίοι
για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων βασιλέα.
Κι ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
να λάβει δείπνο μυστικό, για να τον λάβουν όλοι.
Η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
τας προσευχάς της έκανε για τον μονογενή της.
ΦΟΥΡΝΟΙ ΙΚΑΡΙΑΣ 1
-Ας έρθ' η Μάρθα κι η Μαριά και του Λαζάρου η μάνα
και του Προδρόμου η αδερφή κι οι τέσσερις αντάμα.
Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και ο στρατίς τους έβγαλε στ' ατσίγγανου την πόρτα.
-Ώρα καλή σ' ατσίγγανε κι ίντα που μαστορεύεις;
-Οβραίοι μου παραγγείλανε καρφιά για να τους φιάξω,
μου παραγγείλαν τέσσερα, μα' γώ τους φτιάχνω πέντε.
-Σύ Φαραέ που τά 'φτιαξες, εσύ θα μου διδάξεις.
-Τα δυο θα μπουν στα χέρια του και τ' άλλα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό θα μπει μες στην καρδιά του.
ΦΟΥΡΝΟΙ ΙΚΑΡΙΑΣ 2
-Άντε μωρέ ατσίγγανε, στάχτη να μη ποτάξεις
μηδέ διπλό πουκάμισο στη ράχη σου μη βάλεις.
Επήραν το στρατί-στρατί, στρατί το μονοπάτι
και το στρατί τους έβγαλε μες στου ληστού την πόρτα.
-Άνοιξε πόρτα του ληστού και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχή της.
Τηρά δεξιά, τηρά ζερβά, κανένα δε γνωρίζει,
τηρά και δεξιότερα, βλέπει τον άι-Γιάννη.
ΠΟΝΤΟΣ
Βλέπεις εκείνον τον γυμνόν, τον παραπονεμένον,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο,
όπου φορεί στην κεφαλή ακάνθινο στεφάνι,
εκείνος είν' ο γιόκας σου και 'με ο διδάσκαλός μου.
ΜΑΡΜΑΡΑΣ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ
Φωνή εξήλθ' εξ ουρανού
Φωνή εξήλθ' εξ ουρανού κι απ' αρχαγγέλου στόμα.
Σώνουν κυρά μου οι προσευχές, σώνουν και οι μετάνοιες
και τον υιόν σου πιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε
και στου Πιλάτου τας αυλάς, εκεί τον τυραννάνε.
Η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη,
σταμνιά νερό της ρίξανε όσο να 'ρθεί ο νους της
κι απάνω που συνέφερε, τούτον τον λόγο λέγει.
ΡΕΪΖΝΤΕΡΕ ΕΡΥΘΡΑΙΑΣ, ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ
Άι-άι μου Γιάννη Πρόδρομε και βαφτιστή του γιου μου,
που εί- που είναι 'με ο γιούκας μου και 'σε ο δάσκαλός σου.
-Δεν έ- έχω στόμα να στα πω, γλώσσα να στα μιλήσω
κι ούτ η- κι ούτ' η καρδιά μου τα βαστά να σου τα μολοήσω.
ΜΠΑΪΝΤΙΡΙ ΜΙΚΡΑΣ ΑΣΙΑΣ
Η Παναΐα τ' άκουσε, πέφτει λιγοθυμάει
νερό σταμνιά την περεχούν, τρία γυαλιά του μόσχου,
τέσσερα το ροδόστατμο ώστε να συνεφέρει,
κι απάνω που συνέφερε τούτο το λόγο λέγει.
- Δεν έχ' γκρεμό να γκρεμιστώ για το μονογενή μου
δεν έχ' μαχαίρι να σφαγώ για το μονογενή μου
δεν έχ' σκοινί να κρεμαστώ για το μονογενή μου.
Απολογιέται κι ο Χριστός της μάνας του και λέγει.
- Μάνα μ' αν γκρεμιστείς εσύ, γκρεμιέτ' όλος ο κόσμος,
μάνα μου αν σφαγείς εσύ, σφάζετ' όλος ο κόσμος,
μάνα μ' αν κρεμαστείς εσύ, κρεμιέτ' όλος ο κόσμος.
Πάρτο μάνα μου υπομονή, να πάρ' όλος ο κόσμος.
Άντε μάνα μου στο καλό και διάφορο δεν έχεις,
μόν' το μεγάλο Σάββατο κάτσε να μ' απαντέχεις.
ΜΥΤΙΛΗΝΗ
Πηγαίνει στο σπιτάκι της και στρώνει το τραπέζι
κι έκατσε και περίμενε τον ερχομό του γιου της.
Πέρασε και η αγιά Καλή και την καλησπερίζει.
- Ποιός είδε γιο εις το σταυρό και μάνα στο τραπέζι.
- Άντε και σύ αγιά Καλή, νά 'σαι καταραμένη,
παπάς να μη σε λειτουργά, διάκος να μη σε ψέλνει,
μόνο στην άκρη του γιαλού το κύμα να σε δέρνει.
Το λόγο δεν τελείωσε κι ανοίξαν τα ουράνια,
βλέπει το γιό της κι έρχεται σα φως και σα λαμπάδα.
Κρήτη
Κάτω στὰ Ἱεροσόλυμα καὶ στοῦ Κυρίου τὸν τάφο
κάθετ᾿ ἡ Κερὰ Παναγιά, τὴν προσευχή της κάνει.
Θωρεῖ τὸν Ἰωάννη τζη κι εἶναι βαργιὰ κλαμένος.
Ἴντά ῾χῃς Ἰωάννη μου κ᾿ εἶσαι βαργιὰ κλαμένος;
Ὁ Δάσκαλός σου σ᾿ ἔδειρε γιὰ τὸ χαρτί σου χάνεις;
Δὲν ἔχω στόμα νὰ σοῦ πῶ, στόμα νὰ σοῦ μιλήσω
δὲν ἔχω χεροπάλαμα τὸν τόπο νὰ σοῦ δείξω.
Θωρεῖς το ῾κεῖνο τὸ βουνό, τὸ μαυροφορεμένο;
Ἐκειὰ τὸν ἔχουν τὸ Χριστό, μπιστάγκωνα δεμένο.
Κι ἡ Παναγιὰ ὡς τ᾿ ἄκουσε ἔπεσε λιγωμένη,
ῥοδόσταμο τῆς χύσανε ὥστε νὰ συνεφέρει.
Κι ἀπήτις ἐσυνήφερε κι ἔφερεν τὰ σωστά τζη,
καλεῖ τσὶ δύο γειτόνισσες δίδει τσῆ μιᾶς λιβάνι
καὶ τσ᾿ ἄλλης δίδει θυμιατὸ νὰ πά᾿ νὰ ῾δεῖ ἴντα κάνει.
Δῶστε μου μένα θυμιατό, δῶστε μου τὸ λιβάνι
καὶ ῾γὼ ποὺ τὸν ἐγέννησα θὰ πά᾿ νὰ δῶ ἴντα κάνει.
Στὴ στράτα ποὺ πηγαίνανε, στὴ στράτα ποὺ διαβαίνουν
θωρεῖ τσὶ πόρτες σφαλιχτὲς καὶ τὰ κλειδιὰ παρμένα.
Ἄνοιξε πόρτα τοῦ σπιτιοῦ καὶ πόρτα τοῦ Τζελάτη
κι ἡ πόρτα ᾿ποὺ τὸ φόβο τζη ἄνοιξε μοναχὴ τζη.
Θωρεῖ τσ᾿ Ἀγγέλους ἐκειδὰ καὶ τὸ Μονογενῆ τζη.
- Κατέβα γιέ μου ἀπ᾿ τὸ Σταυρὸ νὰ σὲ γλυκοφιλήσω.
- Δὲν κατεβαίνω μάνα μου, γιατὶ εἶμαι σταυρωμένος·
σέρσου μάνα στὸ σπίτι σου, σέρσου καὶ στὴ δουλειά σου,
μὰ ῾γὼ τὸ Μέγα Σάββατο, θὰ ἔρθω μὲ τσ᾿ Ἀγγέλους,
ποὺ λειτουργοῦνε οἱ ἐκκλησὲς καὶ ψάλλουν οἱ παπάδες,
ποὺ βάνουν οἱ γραμματικοὶ νερὸ στὰ καλαμάρια.
-Ποὖναι ἀγκρεμὸς νὰ γκρεμιστῶ, ποὖναι ἀγκρεμὸς νὰ δώσω·
ποὖναι μαχαίρι νὰ σφαγῶ, ν᾿ ἀδικοθανατώσω.
- Μάνα, μὴ σύρῃς στὸ σφαγμὸ νὰ σφάζουνται οἱ μανάδες,
καὶ κάμε τὴν παρηγοριὰ νὰ τήνε κάμουν κι ἄλλες.
Πήγαινε μάνα σπίτι μας νὰ στρώσεις τὸν σοφρᾶ σου,
νὰ φᾶνε οἱ πεινασμένοι μας, νὰ πιοῦν οἱ διψασμένοι,
νὰ φᾶς καὶ σὺ μανούλα μου ποὔχεις καρδιὰ καμένη.
Ὅποιος τὸ λέει σώνεται, ὅποιος τ᾿ ἀκούει ἁγιάζει,
κι ὅποιος τὰ κολοφουγκράζεται, παράδεισο θὰ λάβει,
παράδεισο καὶ λίβανο ἀπὸ τὸν Ἅγιο Τάφο,
ποὺ τὸν ἀφέντη τὸν Χριστὸ κι ὅπου πονεῖ θὰ γιάνει.
ΚΥΠΡΟΣ
Άρκοντες αφικράστε μου της Δέσποινας τον θρήνον
πώς κλαίει τον μονογενή εις τον Σταυρόν εκείνον.
Αδέ μαντάτο σκοτεινόν και μέρα λυπημένη
που ήρτε σήμερον σ' εμέ, την πολοπικραμένη.
Πού πιάσαν τον Υιούλην μου κι έμεινα ορφανεμένη
κι ο κόσμος κλαίει ουρανέ κι η γη σκοτεινιασμένη.
Ο ήλιος εσκοτίστηκεν κι όλον το φως εχάθη
και το φεγγάριν τ' ουρανού κατά πολλά επικράνθη.
Όρη αναστενάξετε και πέτρες ραϊστείτε
και ποταμοί στραγγίσετε και δένδρα μαραθείτε.
ΚΥΠΡΟΣ
Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ
Ἀπὸ τὸ CD «Τῶν Γεννῶν τζιαὶ τῆς Λαμπρῆς - Θρησκευτικὰ τραγούδια τῆς Κύπρου καὶ Ὕμνοι» τοῦ Μιχάλη Ττερλικκᾶ.
Πηγή: Παλαιὸ χειρόγραφο ἀπὸ τὸ χωριὸ Καπούτι τῆς Κύπρου.
Ὁ θρῆνος τῆς Παναγίας τραγουδιόταν τὴ νύχτα τῆς Μ. Παρασκευῆς μετὰ τὴν περιφορὰ τοῦ Ἐπιταφίου, μέσα ἢ στὸ προαύλιο τῆς ἐκκλησίας. Τὸν τραγουδοῦσαν μέσα ἀπὸ χειρόγραφα τετράδια δύο-τρία ἄτομα (συνήθως πάντα τὰ ἴδια) ὁ ἕνας μετὰ τὸν ἄλλον μὲ θρηνῶδες ὕφος, παρασέρνοντας σὲ δάκρυα τοὺς πιστοὺς ποὺ συμμετεῖχαν μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ στὸν πόνο τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, μὰ καὶ στὸν ἀνθρώπινο πόνο τῆς μάνας Μαρίας.
Ἄρκοντες ἀφιγκρᾶστε μου τῆς Δέσποινας τὸν θρῆνον
ποὺ κλαίει τὸν μονογενὴν εἰς τὸν Σταυρὸν ἐκεῖνον.
Ἀδὲ μαντάτον σκοτεινὸν τζιαὶ μέρα λυπημένη
ποὺ ἦρτεν σήμερον σ᾿ ἐμέν᾿ τὴν πολλοπικραμένην.
Ποὺ πκιάσαν τὸν Υἱούλην μου κι ἔμεινα ὀρφανεμένη
κι ὁ κόσμος κλαίει οὐρανὲ κι ἡ γῆ σκοτεινιασμένη.
Ὁ ἥλιος ἐσκοτίστηκεν κι ὅλον τὸ φῶς ἐχάθη
καὶ τὸ φεγγάριν τ᾿ οὐρανοῦ κατὰ πολλὰ ἐπικράνθη.
Ὄρη ἀναστενάξετε καὶ πέτρες ῥαϊστεῖτε
καὶ ποταμοὶ στραγγίσετε καὶ δένδρα μαραθεῖτε.
Ἀδὲ χαρὰν ποὺ δκιάβασα τζιαὶ ἐγέννησα τὸν ἥλιον,
τὸν φόβον ποὺ ἐπέρασα στῆς γέννησης τὸν σπήλιον,
γιὰ τὸν Ἡρώδην τὸν πικρὸν μὲν χάσει τὸ βασίλειον.
Γρυσὸν δεντρὸν ἐβλάστησεν ὁ εὔσπλαγχνος υἱός μου,
τζ᾿ ἔβκαλεν κλώνους δώδεκα γιὰ σιεπασμὸν τοῦ κόσμου.
Τώρα οἱ κλῶνοι κόπηκαν τὰ φύλλα μαραθῆκαν
τζι᾿ ἡ βρύση ἐσταμάτησεν, ὅλα ἐξερανθῆκαν.
Ἰούδας τὸν ἐπρόδωσεν ἀργύρια τριάντα
τζι᾿ ἐνόμισεν ὁ μιαρὸς πὼς θὰ τὰ ἔσιει πάντα.
Τζι᾿ ὁ κωμοδρόμος ἄνομος ἀποὺ νὰ δκιακονήσει,
μήτε ψουμὶν νά ῾βρῃ νὰ φά᾿, μὲ ροῦχον νὰ φορήσῃ.
Εἶπαν του κόψε τέσσερα, τζιαὶ τζιεῖνος κόφκει πέντε,
νῆεν κοποῦν τὰ γρόνια του, νὰ μείνουν μέρες πέντε.
Πέντε καρ(φ)κιὰ ἐβάλασιν ἐπάνω στὸν υἱόν μου,
τζι᾿ ἐκάμαν Τον τζι᾿ ἐφύρτηκεν τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν μου.
Ὦ! Πανσεβάσμιε Σταυρέ, ξύλον εὐλογημένον
ὁποὺ βαστάζῃς τὸν Θεὸν πάνω σου κρεμασμένον.
Σκύψε Σταυρὲ νὰ δυνηθῶ, νὰ τὸν καταφιλήσω
τὸν Ποιητήν μου καὶ Θεὸν νὰ τὸν ποσιαιρετήσω.
Ὄρη ἀναστενάξετε καὶ πέτρες ραγιστεῖτε
Καὶ ζωντανοὶ τὲς λύπες μου κλάψετε καὶ θρηνεῖτε.
Κλάψετε χῆρες κι ὀρφανά, ὅλοι τὴν συντροφιά σας,
κλάψετε τὸν διδάσκαλον καὶ τὴν παρηγοριάν σας.
Τζιαὶ ποὺ μασιέριν νὰ σφαῶ, τζιαὶ ποὺ κρεμὸν νὰ δώσω,
τζιαὶ ποὺ ποτάμιν σύθθολον νὰ μπῶ νὰ παραδώσω.
Τζι᾿ ἡ Δέσποινα ποὺ τό ῾βκαλεν προφήτισσα λοᾶτε,
τζιείνης πρέπει ἡ δόξασις τζι᾿ ἐμέναν τ᾿ ὡς πολλά ῾τε.
Ο ΘΡΗΝΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ (ἕτερον)
Ἀδὲ μαντᾶτο σκοτεινὸ καὶ μέρα λυπημένη
ποὺ ἦλθεν σήμερα σὲ μέν᾿ τὴν πολλοπικραμένη
ἔπιασαν τὸν υἱούλην μου κι ἔμεινα ὀρφανεμένη.
Ἄρχοντες ἀγρικήσατε ὅσ᾿ εἶστε συναγμένοι
νὰ σᾶς εἰπῶ μίαν γραφὴ τὴν ἔχουσιν θεσμένη.
Ἀκούσατε μετὰ χαρᾶς Ἁγίας ἱστορίας
τὰ πάθη τοῦ Κυρίου μας, θρῆνον τῆς Παναγίας
καὶ πρῶτον πῶς ἐστάθηκε καὶ πῶς ἐμελετήθη,
πῶς ἐπροδόθη ὁ Χριστὸς καὶ πῶς ἐκατακρίθη.
Πρῶτον ἐσυμβουλεύθηκαν οἱ ἄνομοι Ἑβραῖοι
οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ σοφοὶ αὐτοὶ οἱ Φαρισαῖοι
κατὰ Χριστοῦ ἐφρίαξαν καὶ νὰ ἐμελετῆσαν
γιὰ νὰ σταυρώσουν τὸν Χριστὸν τὴν γνώμη τους ἐστῆσαν
ὅσοι προδώνουν τὸν Χριστὸν ἀργύρια νὰ τάξουν
κ᾿ ὅσοι γυρεύουν τὸν Χριστὸν νὰ πᾶν νὰ τὸν ἁρπάξουν.
Ἀπὸ τοὺς μαθητάδες του ἐδόθην ἡ αἰτία
καὶ ἐπροδόθην ὁ Χριστὸς μὲ τὴν φιλαργυρία.
Ἰούδας τὸν ἐπρόδωσεν καθὼς εἶναι γραμμένον
καὶ ἐπληρώθη τὸ ῥηθὲν τὸ πάλαιγεγραμμενον.
Τρέχει ὁ τρισκατάρατος καὶ πάγει στοὺς Ἑβραίους
καὶ λέγει τους μιὰν ἀφορμὴ αὐτοὺς τοὺς Φαρισαίους
τί ἔχετε νὰ δώσετε γιὰ νὰ σᾶς βεβαιώσω
Ἐκεῖνον ποὺ γυρεύετε νὰ σᾶς τὸν παραδώσω.
Ἐκεῖνοι τοῦ ἐτάξασιν ἀργύρια τριάντα
καὶ νόμισεν ὁ μιαρὸς πὼς θὰ τὰ ἔχει πάντα.
Τότε εὐχαριστήθηκε καὶ γιὰ νὰ βεβαιώσει
ἔκαμεν ὅρκον φοβερὸν νὰ τοὺς τὸν παραδώσει
ἐγὼ πηγαίνω ἔμπροσθεν κι ἐσεῖς λοιπὸν κοπιάστε
ὅποιον φιλήσω λέγει τοὺς αὐτὸς ἐστὶ τὸν πιάστε.
Ἔτρεξαν ὅλοι παρευθύς, ὡσὰν οἱ διαβόλοι
καὶ πῆγαν κ᾿ ηὗραν τὸν Χριστὸν μέσα στὸ περιβόλι
Ἰούδας τρέχει πιὸ μπροστὰ χαῖρε Ραββί, τοῦ λέγει
τάχα πὼς ἐλυπήθηκε κι ἀρχίνησεν νὰ κλαίει
τὰ βρομερὰ τὰ χείλη του τὸν Ἰησοῦ φιλῆσαν
καὶ στρατιῶτες παρευθὺς ὅλοι τους τὸν ἐστῆσαν
ὡσὰν φονιὰ τὸν πιάνουσιν κ᾿ ὡσὰν ληστὴ τὸν δίνουν
καὶ στοῦ Πιλάτου πῆραν τον κι ἐμπρός του τόνε στήνουν
ὁ δὲ Πιλᾶτος λέγει τους: ἔχετε μαρτυρία
κατ᾿ ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ νὰ γράψω τὴν αἰτία.
Ὅλοι του ἀποκρίθηκαν ὅτι τὸ μαρτυροῦμε
πὼς εἶναι ἔνοχος σταυροῦ γιὰ τοῦτον τὸν διοῦμεν
ἐμπρός του τρεῖς ἐστάθησαν καθεὶς νὰ μαρτυρήσει
Γιατὶ εἶπε ὅτι τὸν Ναὸν θέλει τὸν καταλύσει
καὶ τρεῖς ἡμέρες ὕστερα θέλει τὸν ἀναστήσει.
Εἶπεν ὅτι εἶναι Υἱὸς Θεὸς κ᾿ ἐποίησεν τὴν χτίσην.
Ὁ δὲ Πιλάτος λέγει τους δὲν τοῦ ῾βρηκα αἰτίαν
οὔτε κανένα φταίξιμο οὔτε κἂν ἁμαρτίαν
ἀλλ᾿ ὅμως τοῦ ἐφώναξαν ἂν δὲν τόνε σταυρώσεις
ὅτ᾿ ἔλθη ποὺ τὸν Καίσαρα νὰ μὴν τὸ μετανιώσεις
καὶ ὁ Πιλάτος φοβηθεὶς ῾στάθη καὶ συλλογίσθη
καὶ πρόσταξε καὶ φέραν του εὐθὺς νερὸ καὶ νίφθη
κι ἔδωσεν τὴν ἀπόφασιν γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν
ἀδίκως τὸν κατέκρινεν γιὰ νὰ τὸν ἠσταυρώσουν.
Πάλιν σᾶς λέγω ἄρχοντες νὰ πῶ στὴν ἀφεντιά σας
τὸ κρίμαν του, τὸ αἷμα του, ἂς τό ῾βρουν τὰ παιδιά σας
γιατὶ κακὸν δὲν ἔκαμεν πὼς νὰ τὸν κατακρίνω
ἀλλὰ σὰν μὲ βιάσατε στὴν γνώμη σας νὰ κλίνω
καὶ σεῖς ὅλοι σας ὄψεσθε ὡς λέγει ἡ γραφή σας
ἐπάρτε τον, σταυρῶστε τον, ὡς θέλετε ἀτοί σας.
Ἁρπάξαν τον οἱ ἄνομοι στὰ βρομερά τους χέρια
καὶ πίπταν του στὸ πρόσωπο μὲ βέργιες μὲ μαχαίρια
ἐδίνασιν τὰ μάτια του κι ὅλοι τὸν ἐραπίζαν
ἐφτύναν του στὸ πρόσωπο κι ὀμπρός του γονατίζαν
κι ἐλέγαν του: προφήτεψε ἡμᾶς Χριστὲ νὰ δοῦμεν
ἂν βρεῖς ποῖος σὲ ράπισε τώρα νὰ πιστευτοῦμε.
Πολλὰ κακὰ τοῦ κάμασιν καθένας ὅτ᾿ ἐμπόρεν
ὕστερα τοῦ ἐβγάλασιν τὰ ροῦχα ποὺ ἐφόρεν
ἔπιασαν καὶ φορήσαν του χλαμύδα τὴν κοκκίνη
καὶ τὸν ἐπεριπέζασιν μὲ τόση κατασχύνη
ἔπλεξαν καὶ φορήσαν του στέφανον ἀκανθένον
τὸ γένος τὸ ἀχάριστον τὸ τρὶς καταραμένον.
Ἐπιάσαν τον καὶ πῆραν τον γιὰ νὰ τὸν θανατώσουν
ἐπάνω εἰς τὸν Γολγοθᾶ γιὰ νὰ τὸν σταυρώσουν
τὸν Κυρηναῖο Σίμωνα ἠγγάρευσαν νὰ ἄρει
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ, Σταυρὸν γιὰ νὰ τοῦ πάρει
ἐπῆραν τον στὸν Γολγοθᾶ, ἐκεῖ καὶ σταύρωσάν τον
καὶ διορίσαν φύλακες ἐκεῖ καὶ ἔβλεπάν τον
πέντε καρφιὰ τοῦ βάλασιν, μεγάλα σιδερένια
στὰ χέρια καὶ στὰ πόδια του ἐπίτηδες κομμένα·
ἕνα καρφὶ πυρούμενο ἔμπηξαν στὴν καρδιά του
ἔκρουσαν καὶ καήκασιν μέσα στὰ σωθικά του.
Βάλλει φωνή, ζητᾶ νερό, διψᾶ νὰ τὸν ποτίσουν
κι οἱ σκύλοι οἱ παράνομοι δὲν θέ᾿ νὰ καηλίσουν.
Μὰ τῆς καρδιᾶς τὸ καρφὶ δὲν μπόρα νὰ ὑποφέρει
κι ὅταν τὸν ἐσταυρώσασιν ἤτανε μεσημέρι
ἐβάλαν ξύδι μὲ χολὴ σὲ σπόγγο στὸ καλάμι
κι ἐδῶσαν του το νὰ τὸ πιεῖ τὴν δίψα ν᾿ ἀποκάμει.
Ὅταν τοῦ τὰ ἐπότισαν τοῦτον τὸν λόγο εἶπε:
«Τώρα ἐτελειώθησαν τὰ λόγια τοὺς προφῆτες»
καὶ μὲ τὰ ταῦτα πάραυτα, ἔγειρε καὶ λιγώθη
Θεὲ Θεὸν ἐφώναξε τὸ πνεῦμα παρεδόθη
τότε ἐγίνηκε σεισμὸς ὡς τὴν ἐνάτην ὥρα
ὥστε πολλοὶ ἐλέγασιν θὲ νὰ χαλάσει ἡ χώρα
ἡ γῆ ὅλη ἐσίστηκεν τὰ μνήματα ἀνοιχτῆκαν
οἱ πέτρες ἐραγίστησαν κομμάτια ἐγινῆκαν
ὁ ἥλιος ἐσκοτίστηκεν κι γῆ χαμαὶ βρυχάτου
κι οἱ σκύλοι οἱ παράνομοι κανεὶς δὲν ἐλυπάτουν.
Οἱ ἄγγελοι ἐτρόμαξαν τὸ θαῦμα ποὺ ἐγίνη
καὶ ὁ Ναὸς ἐσχίσθηκε δυὸ μερτικὰ ἐγίνη
Ὅλον τὸ καταπέτασμα τὸ τοῦ Ναοῦ ἐσχίσθη
ὅλη ἡ γῆ κι ὁ οὐρανὸς σὰν δέντρον ἐμποσείσθη.
Τότε ἡ Παναγία μου ἐστέκετουν κλαμμένη,
θλιμμένη καὶ περίλυπη, χαμαὶ στὴ γῆ φυρμένη,
ἐτράβαν τὰ μαλλάκια της, τὸ στῆθος της ἐχτύπαν
οὔτε τὸν κόσμο ἔβλεπε, οὔτε φωνὲς ἀγρίκαν.
Ἔκλαιε καὶ ἐφώναζε: «Υἱέ μου καὶ Θεέ μου,
τί εἶναι ταῦτα ποὺ θωρῶ ποὺ δὲν εἶδα ποτέ μου.»
«Ἂχ τέκνον μου τί ἔπαθες καὶ εἶσαι τόσον θλιμένον
θλιμμένον καὶ περίλυπον, καταδεδικασμένον».
Υἱέ μου κανακάρη μου κ᾿ ἀκριβαναγιωμένον
Ποιὸς μοῦ τὸ λάλεν νὰ σὲ δῶ στὸ ξύλο σταυρωμένον
ὅπου μαχαίρι νὰ σφαγῶ, κι ὅπου γκρεμὸς νὰ δώσω
κι ὅπου ποτάμι σὰν θολὸ νὰ μπῶ νὰ παραδώσω
εἰδὲ μαχαίρι κοφτερὸ ποὺ μπῆκε στὴν καρδιά μου
ἐμπῆκε καὶ κατέκοψε μέσα στὰ σωθικά μου
ὅπου τρομάρα τρέμουσιν, τὰ μέλη μου σπαράζουν,
τὰ σωθικά μου τρέμουσιν, τὰ σπλάχνα μου ταράσσουν.
Τί ἔκανες, τί ἔπταισες Υἱέ μου τῶν Ἑβραίων
καὶ τώρα μὲ ἐκάνασιν ἀληθινὰ νὰ κλαίω
τόσα καλὰ ποὺ ἔκανες τοῦ ἀχαρίστου γένους
τοὺς παραλύτους γιάτρεψες καὶ τοὺς ἀρρωστημένους
κουφούς, χωλοὺς ἐγιάτρεψες ὁμοῦ καὶ λεπρωμένους
τυφλοὺς τὸ φῶς ἐχάρισες, τοὺς ὄντως λαβωμένους
ἀνάστησες δὲ καὶ νεκροὺς μόνο μὲ τὴν φωνή σου
καὶ φεύγασιν οἱ δαίμονες μόνο μὲ τὴν βουλή σου.
Σαράντα χρόνια ἔτρωγαν στὴν ἔρημο τὸ μάννα
καὶ τώρα οἱ ἀχάριστοι εἰδὲ ἴντα σοῦ κάμαν.
Ἀντὶ τοῦ μάννα τὴν χολὴ καὶ ξύδι σὲ ποτίσαν
κι ἀντὶ τῆς πέτρας τὸ νερὸ μὲ ἅλυσον σ᾿ ἐδείσαν
ἀντὶ π᾿ ἀνάστησες νεκροὺς καὶ εἶδαν καὶ θαυμάσαν
τώρα οἱ σκύλοι οἱ ἄνομοι στὸ ξύλο σὲ κρεμάσαν.
Τοιαῦτα λόγια θλιβερὰ ἔλεγεν ἡ Κυρία
Ἡ Παναγία ἡ Δέσποινα ἡ ταπεινὴ Μαρία.
«Υἱέ μου, τὴν μητέρα σου ἰδέ την καὶ λυπήθου
Εἰδέ την καὶ λυπήθου την, εἰδέ την καὶ σπλαχνίθου.»
Τοῦτο τὸν λόγο εἶπε τὸν κι ἔγειρε καὶ λιγώθη
ἐφύρτην κι ἔπεσε χαμαὶ πάνω στὴ γῆ φυρμένη,
φυρμένη μαύρη σκοτεινὴ ὡσὰν ἀποθαμένη
κι ὅταν τὴν ἐποφύρασιν ἀρχίνησεν νὰ κλαίει
Τὸν Γιόν της τὸν Μονογενῆ καὶ πάλι νὰ τὸν λέγει:
Ἂχ τέκνον μου, γλυκύτατο καὶ φῶς τῶν ἀμαθκιῶν μου
καὶ ποῦν οἱ μαθητάδες σου, οἱ ἑβδομήντα θκυό μου,
καὶ ποῦν οἱ μαθητάδες σου ἡ πρώτη δωδεκάδα
καὶ μοναχὴ μ᾿ ἀφήσανε μὲ θλίψη καὶ πικράδα
καὶ μοναχὴ μ᾿ ἀφήσανε μὲ θλίψη καὶ πικρία
μὲ πόνους καὶ μὲ βάσανα τὴν ταπεινὴ Μαρία
καὶ ποῦ νὰ πά᾿ νὰ πορευθῶ καὶ ποῦ νὰ πά᾿ νὰ μείνω
τίνος τὸ σπίτι ἡ φτωχὴ τὴν κεφαλὴ νὰ κλίνω
ποίον νὰ ἔχω σύντροφο νὰ κάθομαι νὰ κλαίω,
τοὺς πόνους καὶ τὰ βάσανα καὶ τίνος νὰ τὰ λέω
πότε νὰ ἔρθεις τέκνον μου ὥστε νὰ σὲ κατέχω
κλαίω ἀπαρηγόρητα, παρηγοριὰ δὲν ἔχω.
Τὶς βοῦκες της κατέσχισε, τὰ αἵματα ἐτρέχαν
τὰ δάκρυά τῆς ἔτρεχαν, χαμαὶ τὴ γῆ ἐβρέχαν
ἐτράβαν τὰ μαλλάκια της, τὸ στῆθος της ἐκτύπαν
οὔτε τὸν κόσμο ἔβλεπε οὔτε φωνὲς ἐγρίκαν
δυὸ βρύσες ἐγινήκασιν τὰ δύο της ἀμάτια
τὸ στῆθος της τὲς βοῦκες της ἐκάμεν τες κομμάτια.
Υἱέ μου ὅταν σὲ γέννησα δὲν εἶχα τέτοιους πόνους
καὶ τώρα πόνοι τετραπλοὶ τὰ σωθικά μου σπρώχνουν
ὅταν σὲ γαλακτότρεφα εἶχες Θεοῦ τὴν χάρη
ἐθώρουν σε καὶ χαιρόμουν καὶ βαστοῦν σὲ καμάρι
ὅταν σὲ ῾ποσαράντονα τότε στὸν Ἱερέα
τὸν Συμεὼν τὸν θαυμαστὸ τότ᾿ ἔτσι τὸν ἐλέγαν
αὐτὸς μοῦ ἐπροφήτευσεν αὐτὴ τὴν προφητεία
πῶς μέλλει διελεύθουσα ῥομφαία στὴν καρδιά.
Αὐτὰ μοῦ ἐπροφήτευσεν ὁ Συμεὼν Θεόπτης.
Ἰδοὺ ῥομφαίαν καὶ σπαθὶν τὰ σωθικά μου κόπτει
ἰδοὺ θωρῶ τὸ τέκνο μου στὸ ξύλο σταυρωμένο
καὶ μέσα στὴν καρδίαν του ἔχουν το καρφωμένο,
ξύλο ὅπου σταυρώθηκε ὁ Πλάστης καὶ Θεός μου
Ὁ ποιητὴς τοῦ Οὐρανοῦ τῆς γῆς κι ὅλου τοῦ κόσμου
ἐποίησε τὸν Οὐρανὸ ἥλιο καὶ τὸ φεγγάρι
τὴ γῆν ὁμοῦ τὴν θάλασσα μὲ κάθε λογῆς ψάρι.
Σταυρέ μου, ξύλο Ἅγιο ξύλο εὐλογημένο
ξύλο πανυπερθαύμαστο κι ὑπερδεδοξασμένο
ξύλο ὅπου ἐβλάστησες τὸ εἶδος τριῶν ξύλων
πεῦκος, κέδρος, κυπάρισσος τοῦ παραδείσου φύλλο.
Υἱέ μου τὴν μητέρα σου ἰδέ την καὶ λυπήθου
ἰδέ την καὶ λυπήθου την ἰδέ την καὶ σπλαχνίθου.
Υἱέ μου τὴν μητέρα σου ἰδὲ καὶ μίλησέ της
συντῆχε της δυὸ λόγια καὶ παρηγόρησέ την.
Εἰς ποίον μὲ παρέδωσες κ᾿ εἰς ποίον θὰ μ᾿ ἀφήσεις
καὶ ἀπεκρίθη ὁ Χριστὸς τῆς Δέσποινας καὶ λέγει:
Μητέρα μου, μητέρα μου, σιώπησε μὴν κλαίεις
τὸν Ἰωάννη φίλο μου ἐγὼ σοῦ παραδίδω
νὰ σ᾿ ἔχει σὰν μητέρα του καὶ σὺ υἱὸν ἐκεῖνον.
Ὢ Ἰωάννη φίλε μου, ἔφθασε ἡ τιμή σου
ἔπαρε τὴν μητέρα μου καὶ ἔχε την μαζί σου.
Τότε τὴν ἐπαράλαβε, στὸ σπίτι του τὴν παίρνει
καὶ δὲν εἶχε παρηγοριὰν ἡ πολλοπικραμένη.
Πάλιν δευτεροφίρτηκεν φιρμένη δυὸ ὧρες
ῥαντίζαν την ῥοδόσταμμαν οἱ τότε μυροφόρες
Μάρθα, Μαρία ἤτανε ὁμοῦ καὶ ἡ Σωσσάνα
κι ἄλλη Μαρία τοῦ Κλωπᾶ ὁμοῦ καὶ Ἰωάννα.
Τοῦτες οἱ πέντε ἤτανε ποὺ τὴν παραμυθοῦσαν
καὶ βλέπαν την μὴν σκοτωθεῖ καὶ τὴν παρηγοροῦσαν.
Ἔτρεξαν εἰς τὸν Ἰωσὴφ ἀπὸ Ἀριμαθίας
καὶ τὸν ἐπαρακάλεσαν νὰ πάει στοῦ Πιλάτου
γιατὶ αὐτοῦ τοῦ Ἰωσὴφ ἐπαίρναν ἡ ῥιτζιά του.
Ἔτρεξαν ὅλοι παρευθὺς στοῦ ἡγεμόν᾿ νὰ φτάσουν
τὸν Ἰησοῦ μας τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ τὸν κατεβάσουν.
Ἐπήγαινε κι ἡ Δέσποινα μετὰ τοῦ Νικοδήμου
Τοῦ Μαθητοῦ τοῦ Ἰησοῦ, κείνου τοῦ περιφήμου.
Νικόδημος καὶ Ἰωσὴφ πηγαίνουν στοῦ Πιλάτου
κι ἡ Δέσποινα γονατιστὴ ἔκλαιε μπροστά του.
Νὰ σὲ παρακαλέσουμε ἀφέντη μου Πιλᾶτε
γιατί τὴν ἐξουσία σου ὁ κόσμος τὴν φοβᾶται
γιὰ νὰ μᾶς δώσεις τὸν Χριστό, κεῖνον τὸν σταυρωμένο
κεῖνο ποὺ πάνω στὸν σταυρό, Χριστὸ τὸν πεθαμένο
ἐκεῖνον ποὺ σταυρώσατε ἐχτὲς πάνω στὸ ξύλο
γιατὶ δὲν ἔχει συγγενεῖς οὔτε κανένα φίλο
δῶσ᾿ μας τον νὰ τὸν θάψουμε, καθὼς εἶναι ἡ τάξη
γιατὶ δὲν ἔχει συγγενεῖς τώρα νὰ τὸν κοιτάξει.
Πιλᾶτε, τί σὲ ὠφελεῖ κι ἂν εἶναι σταυρωμένος
κι ἂν εἶναι πάνω στὸ σταυρὸ τόσ᾿ ὧρες κρεμασμένος
νεκρὸς χλωμὸς κατάντησε νεκρὸς καὶ πεθαμένος.
Δῶσ᾿ μας τον νὰ τὸν θάψουμε κι εἶναι φτωχὸς καὶ ξένος
ἐχόρτασε ἡ δίψα τους τοὺς ἄνομους Ἑβραίους
τέλειωσε τὸ ἔργο τους αὐτοὺς τοὺς Φαρισαίους.
Τοιαῦτα λόγια θλιβερὰ ὁ Ἰωσὴφ ἐλάλεν
εἰς τὸν Πιλᾶτον τὸν κριτὴν καὶ τὸν ἐπαρακάλεν
καὶ ὁ Πιλᾶτος λέγει του: ποίον ἔχεις νὰ πέψεις
νὰ στείλει ἑκατόνταρχον γιὰ νὰ τὸν κονταρέψει,
ἂν ἴσως καὶ ἀπέθανε χαπάριν νὰ τοῦ πέψει.
Εὐθὺς ἐπῆγαν στὸν Χριστὸν καὶ ἐκονταρέψαν τον
ποὺ τὴν δεξιά του τὴν πλευρὰ αὐτοὶ ἐλόγχεψάν τον
ἐκεῖ ποὺ τὸν ἐλόγχεψεν βγῆκε νερὸ καὶ αἷμα·
ἰδὼν ὁ ἑκατοντάρχος καὶ ὅλοι τους ἐτρέμαν,
ἐπιστεῦσαν πὼς εἶν᾿ Θεὸς κι ἤθελε ἑκουσίως
νὰ σταυρωθεῖ καὶ νὰ ταφεῖ σὰν θέλει αὐτεξουσίως.
Αὐτὸν τὸν ἑκατόνταρχον ἐλέγαν τον Λογγῖνο,
ἐπίστεψε στὰ χέρια του καὶ πίστεψε σ᾿ ἐκεῖνον
καὶ στὸν Πιλᾶτο ἔτρεξε διὰ νὰ τὸν προλάβει
πὼς εἶν᾿ νεκρὸς καὶ πέθανε νὰ μὴν ἀμφιβάλλει.
Καὶ ὁ Πιλᾶτος παρευθὺς τοῦ Ἰωσὴφ δανείζει
τὸν Ἰησοῦ μας τὸν Χριστό, χάρη μας τὸν χαρίζει
τότε λοιπὸν ὁ Ἰωσὴφ ἔτρεξε νὰ προφθάσει
τὸν Ἰησοῦ μας τὸν Χριστὸ γιὰ νὰ τὸν κατεβάσει.
Πάνω στὸν Τίμιο Σταυρὸ ἔτρεξαν καθὼς ἦσαν
καὶ κατεβάσαν τὸν Χριστὸ καὶ τὸν ἐπροσκυνῆσαν
ἡ Παναγία ἡ Δέσποινα ἦταν τοῦ πανωθκιόν του
καὶ ἔσκιπτεν καὶ φίλαν το συχνὰ τὸ πρόσωπόν του
ἔκλαιεν καὶ ἐφώναζεν σὰν κλαῖσιν κι ἄλλες μάνες
καὶ τρεχασιν τὰ μάτια της σὰν τρέχουν οἱ φουντάνες.
Ὦ Μιχαὴλ Ἀρχάγγελε, ποῦ τοὖν᾿ ὁ Λογισμός σου
κι εἶπες μου: Χαῖρε Δέσποινα ἐπιάσαν τὸν Υἱό σου
καλύτερα εἶχες μου πεῖ: δέχθου τὸν θάνατόν σου
ἔχει τρία μερόνυχτα ὅπου τὸν τυραννίζουν
ὁλόγυμνο τὸν γιούλην μου τὲς στράτες τὸν γυρίζουν
φορεῖ στεφάνι ἀγκαθὸ πάνω στὴν κεφαλή του
καὶ δὲν τὸ ξέρουν οἱ ἄνομοι πὼς -ε- μὲ τὴν βουλή του
Ἔβαλαν λίτρες ἑκατὸν σμύρναν μὲ τὸ λοβάρι
κι ἄλλα μυρωδικὰ πολλὰ στὸν τάφο γιὰ νὰ πάρει
ἐπῆραν τον καὶ θάψαν τον τὸν δίκαιο ἐκεῖνον
κι ἡ Παναγία ταπισὸν κάμνει μεγάλο θρῆνο.
Ἀλίμονο, ἀλίμονο Υἱέ μου καὶ Θεέ μου
τί εἶναι τοῦτα ποὺ θωρῶ, ποὺ δὲν εἶδα ποτέ μου.
Ἀλίμονο, ἀλίμονο Θεέ μου καὶ Πατέρα
καὶ πῶς μὲ παλλησμόνισες ἐτούτην τὴν ἡμέρα
ὅποιος διαβάζει τὴν γραφὴ ἐτούτη τοῦ Υἱοῦ μου
ἐρώτησιν νὰ μὴν ἔχει στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ μου
κι ἡ Δέσποινα ποὺ τὸ ἔβγαλεν πρέπει νὰ τὴν ὑμνᾶτε
πρέπει νὰ τὴν δοξάζετε καὶ νὰ τὴν προσκυνᾶτε
αὐτῆς πρέπει ἡ δόξαση κι ἐμένα τὸ σπολλᾶτε.
Ακολουθεί αναδημοσίευση από
http://neospalamedes.blogspot.gr/search/label/%CE%9C%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1
Το δημοτικό άσμα «Σήμερα μαύρος ουρανός»
(Απο τυχαία παραλλαγή και άδηλη πηγή)
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι.
Οι άνομοι, οι παράνομοι, οι τρισκαταραμένοι.
Για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων Βασιλέα.
Το Φαραώ παρήγγειλαν να κάνει τρία πιρόνια.
Κι αυτός ο σκυλοφαραώς βάζει και φτιάνει πέντε.
Σύ Φαραέ που τά ‘κανες κάτσε να μας διδάξεις.
Τα δυο βάλτε στα πόδια του, τ' άλλα τα δυο στα χέρια.
Το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του.
Να τρέξει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του.
Κι η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη.
Στάμνες νερό την έριχναν, τρία κανάτια μόσχο
Και τρία μυροδόσταμνα, για να της έρθει ο νους της.
(Απο τυχαία παραλλαγή και άδηλη πηγή)
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα όλα θλίβονται και τα βουνά λυπούνται.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Οβραίοι.
Οι άνομοι, οι παράνομοι, οι τρισκαταραμένοι.
Για να σταυρώσουν το Χριστό, των πάντων Βασιλέα.
Το Φαραώ παρήγγειλαν να κάνει τρία πιρόνια.
Κι αυτός ο σκυλοφαραώς βάζει και φτιάνει πέντε.
Σύ Φαραέ που τά ‘κανες κάτσε να μας διδάξεις.
Τα δυο βάλτε στα πόδια του, τ' άλλα τα δυο στα χέρια.
Το πέμπτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του.
Να τρέξει αίμα και νερό να πληγωθεί η καρδιά του.
Κι η Παναγιά σαν τ' άκουσε έπεσε και λιγώθη.
Στάμνες νερό την έριχναν, τρία κανάτια μόσχο
Και τρία μυροδόσταμνα, για να της έρθει ο νους της.
Και σαν την ήρθε ο λογισμός και σαν την ήρθε ο νους της
Ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει
Γκρεμό να πάει να γκρεμιστεί για το μοναχογιό της.
Η Μάρθα κι η Μαγδαλινή και του Λαζάρου η μάνα
Και του Ιακώβ η αδερφή, οι τέσσερις αντάμα
Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τ'ς έβγαλε μέσ' του ληστή την πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Ζητεί μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει
Γκρεμό να πάει να γκρεμιστεί για το μοναχογιό της.
Η Μάρθα κι η Μαγδαλινή και του Λαζάρου η μάνα
Και του Ιακώβ η αδερφή, οι τέσσερις αντάμα
Πήραν τη στράτα το στρατί, στρατί το μονοπάτι.
Το μονοπάτι τ'ς έβγαλε μέσ' του ληστή την πόρτα.
Άνοιξε πόρτα του ληστή και πόρτα του Πιλάτου.
Κι η πόρτα από το φόβο της ανοίγει μοναχιά της.
Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει.
Κοιτάει δεξιότερα, βλέπει τον Ιωάννη.
-Γιάννη μου, Γιάννη Πρόδρομε κι εσύ Διδάσκαλέ μου
μην είδες τον ιγιόκα μου και τον Διδάσκαλό σου;
Δεν έχω στόμα να στο πω, γλώσσα να σου μιλήσω.
-Βλέπεις εκείνον τον φτωχό, τον παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Εκείνος είν' ο γιόκας σου κι εμέ ο Δάσκαλός μου.
Κι η Παναγιά πλησίασε, κρυφά τον εμιλάει
-Δεν μου μιλάς ιγιόκα μου, δεν μου μιλάς παιδί μου.
-Τι να σου πω μανούλα μου, διάφορα δεν έχω.
Όποιος τ' ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
Κι όποιος καλά το κράζει, Παράδεισο θα λάβει.
ΕΥΒΟΙΑ
ΤΡΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ
Tre variazioni del "Lamento della Madonna" dall' Eubea
(-με ανεπαίσθητες δικές μας μικροεπεμβάσεις - όπως λέει εδώ, απο το το αρχείο του λαογράφου Μήτσου Χρ. Σέττα)
1. Σήμερα μαύρος ουρανός
Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά, κανένα δεν γνωρίζει.
Κοιτάει δεξιότερα, βλέπει τον Ιωάννη.
-Γιάννη μου, Γιάννη Πρόδρομε κι εσύ Διδάσκαλέ μου
μην είδες τον ιγιόκα μου και τον Διδάσκαλό σου;
Δεν έχω στόμα να στο πω, γλώσσα να σου μιλήσω.
-Βλέπεις εκείνον τον φτωχό, τον παραπονεμένο,
όπου φορεί πουκάμισο στο αίμα βουτηγμένο;
Εκείνος είν' ο γιόκας σου κι εμέ ο Δάσκαλός μου.
Κι η Παναγιά πλησίασε, κρυφά τον εμιλάει
-Δεν μου μιλάς ιγιόκα μου, δεν μου μιλάς παιδί μου.
-Τι να σου πω μανούλα μου, διάφορα δεν έχω.
Όποιος τ' ακούει σώζεται κι όποιος το λέει αγιάζει
Κι όποιος καλά το κράζει, Παράδεισο θα λάβει.
ΕΥΒΟΙΑ
ΤΡΙΑ ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΑΣΜΑΤΑ ΕΠΙΤΑΦΙΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ
Tre variazioni del "Lamento della Madonna" dall' Eubea
(-με ανεπαίσθητες δικές μας μικροεπεμβάσεις - όπως λέει εδώ, απο το το αρχείο του λαογράφου Μήτσου Χρ. Σέττα)
1. Σήμερα μαύρος ουρανός
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα.
Σήμερα τ' άστρι χλίβεται κι ταϊ βουνά λυπώνται.
Τα Δάσκαλό μας πιάσανε οι γιάνομοι Εβραίοι.
Δεμένο τονέ πήρανε σαν αληστή τον πάνε.
Δεμένο τονέ πήρανε στα Φαραγό τον πάνε.
Μα συ, βρε γύφτο Φαραγέ, φκιάσ' μας τρία πηρόνια.
Κι' κείνος ί παράνομος βαρεί κι' φκιάνει πέντε.
Μα συ απού τα έφκιαξες πρέπει να μας διατάξεις.
Τα δυο βάλτε τ' στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια.
Το τρίτο το φορμακερό βάλτε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα κι' νερό από τα σωθικά του.
Κι Αι-Μαρίνα [μάνα τ'] λούζεται μέσ' στα Χρυσό λαένι
.Κι Αι-Ελένη απέρασε κι' την καλημεράει
.Συ, Αι-Μαρίνα μ’ λούζεσαι μες στο χρυσό λαένι.
Τα γυιό σου τονε κάρφωσαν οι γιάνομοι Εβραίοι.
Φέρτε μαχαίρι να σφαγού, γκρεμνός να πέσω κάτω.
Συ, Αι-Μαρίνα μ', κι αν σφαγείς σφαγιώνται μάνες ούλες
.Σύ, Αι-Μαρίνα μ', κι αν γκρεμιστείς γκρεμιώνται μάννες ούλες.
Βάντε κρασί μεσ' στο γυαλί κι αφράτο καπσιμάδι,
να κάνω την παρηγοριά να νέχουνε μανάδες.
Του ‘λέπεις κείνο του Δεντρί, αλλού ψηλά δεν είναι.
Μα Δέντρος ήτανε Χριστός κι' φύλλα του ‘μαρτύροι,
που μαρτυρσούσαν κι έλεγαν κι' του Χριστού τα Πάθια.
Μα ‘πόψε φίλους φίλευα, ‘πόψε φίλους φιλεύω.
Τη(ν] Παναϊά κι' το Χριστό, τα δώδεκα Ευαγγέλια.
Για να μου δώσουν τα κλειδιά, κλειδιά τα παρακλείδια.
Να ‘νοίξω τον παράδεισο, νω ιδώ τι έχει μέσα.
Δεξιά μεργιά φτωχολογιά στον ήλιο, στον προσήλιο
κρατούνε κι στα χέρια τσου' σακκούλες βουλωμένες.
Παρακαλούνε οι άρχοντοι, παρακαλούν η φτώχεια.
Δομήτε μας κι ‘μάς, πηδιά, ‘που μια χρυσή λαμπάδα
.Να σας δανείσωμε φλουρία, σακκούλες βουλωμένες.
Μα ‘δώ χρέια δε δίνουνε, χαράτσια δε(ν) πληρώνε.
Περνάει λιβάνι κι' κερί και καθαρή ψυχούλα.
(από το χωριό Αμέλαντες Ευβοίας)
2. Του Επιταφίου
Σήμιρα μαύρος ουρανός, σήμιρα μαύρη μέρα,
σίμιρα όλοι χλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
Σίμιρα πιάσαν το Χριστό οι άνομοι Ηβραίαι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κ' οι τρισκαταραμένοι.
Σα(ν) κλέφτη τονέ πιάσανε και σα φονιά τον πάνε
και σαν αδικοχαλαστή πάνε να τον χαλάσουν.
Από κειδά τον πήρανε και στο χαλκιά τον πάνε
Σήμερα τ' άστρι χλίβεται κι ταϊ βουνά λυπώνται.
Τα Δάσκαλό μας πιάσανε οι γιάνομοι Εβραίοι.
Δεμένο τονέ πήρανε σαν αληστή τον πάνε.
Δεμένο τονέ πήρανε στα Φαραγό τον πάνε.
Μα συ, βρε γύφτο Φαραγέ, φκιάσ' μας τρία πηρόνια.
Κι' κείνος ί παράνομος βαρεί κι' φκιάνει πέντε.
Μα συ απού τα έφκιαξες πρέπει να μας διατάξεις.
Τα δυο βάλτε τ' στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια.
Το τρίτο το φορμακερό βάλτε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα κι' νερό από τα σωθικά του.
Κι Αι-Μαρίνα [μάνα τ'] λούζεται μέσ' στα Χρυσό λαένι
.Κι Αι-Ελένη απέρασε κι' την καλημεράει
.Συ, Αι-Μαρίνα μ’ λούζεσαι μες στο χρυσό λαένι.
Τα γυιό σου τονε κάρφωσαν οι γιάνομοι Εβραίοι.
Φέρτε μαχαίρι να σφαγού, γκρεμνός να πέσω κάτω.
Συ, Αι-Μαρίνα μ', κι αν σφαγείς σφαγιώνται μάνες ούλες
.Σύ, Αι-Μαρίνα μ', κι αν γκρεμιστείς γκρεμιώνται μάννες ούλες.
Βάντε κρασί μεσ' στο γυαλί κι αφράτο καπσιμάδι,
να κάνω την παρηγοριά να νέχουνε μανάδες.
Του ‘λέπεις κείνο του Δεντρί, αλλού ψηλά δεν είναι.
Μα Δέντρος ήτανε Χριστός κι' φύλλα του ‘μαρτύροι,
που μαρτυρσούσαν κι έλεγαν κι' του Χριστού τα Πάθια.
Μα ‘πόψε φίλους φίλευα, ‘πόψε φίλους φιλεύω.
Τη(ν] Παναϊά κι' το Χριστό, τα δώδεκα Ευαγγέλια.
Για να μου δώσουν τα κλειδιά, κλειδιά τα παρακλείδια.
Να ‘νοίξω τον παράδεισο, νω ιδώ τι έχει μέσα.
Δεξιά μεργιά φτωχολογιά στον ήλιο, στον προσήλιο
κρατούνε κι στα χέρια τσου' σακκούλες βουλωμένες.
Παρακαλούνε οι άρχοντοι, παρακαλούν η φτώχεια.
Δομήτε μας κι ‘μάς, πηδιά, ‘που μια χρυσή λαμπάδα
.Να σας δανείσωμε φλουρία, σακκούλες βουλωμένες.
Μα ‘δώ χρέια δε δίνουνε, χαράτσια δε(ν) πληρώνε.
Περνάει λιβάνι κι' κερί και καθαρή ψυχούλα.
(από το χωριό Αμέλαντες Ευβοίας)
2. Του Επιταφίου
Σήμιρα μαύρος ουρανός, σήμιρα μαύρη μέρα,
σίμιρα όλοι χλίβουνται και τα βουνά λυπούνται,
Σίμιρα πιάσαν το Χριστό οι άνομοι Ηβραίαι,
οι άνομοι και τα σκυλιά κ' οι τρισκαταραμένοι.
Σα(ν) κλέφτη τονέ πιάσανε και σα φονιά τον πάνε
και σαν αδικοχαλαστή πάνε να τον χαλάσουν.
Από κειδά τον πήρανε και στο χαλκιά τον πάνε
Χαλκιά, χαλκιά, φκιάσι καρφιά, φκιάσι τρία πηρούνια.
Και κείνος ο παράνομος βαρεί κι φκιάνει πέντε.
Μα συ απού τα έφξκιαξες πρέπει να μας διατάξεις:
Τα δυο βάλτι στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια,
το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.
(από το χωριό Γαλατσώνα Ευβοίας)
3. Το μοιρολόι της Παναγιάς
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα εσταυρώσανε των πάντων βασιλέα.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκαταραμένοι,
για να συλλάβουν τον Χριστό, να παν να τον σταυρώσουν.
Σαν κλέφτη τον συλλάβανε και σαν ληστή τον πάνε
και σαν κακό κατάδικο πάνε να τον σταυρώσουν.
Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
τις προσευχές της έκανε για τον Μονογενή της,
Σώνε μάνα μ' οι προσευχές, σώνε και σι μετάνοιες
Τον γυιό σου τον επιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε.
- Χαλκιά, Χαλκιά, κάνε καρφιά, κάνε τρία πηρόνια,
και κείνος α παράνομος βαρεί και κάνει πέντε.
- Εσύ Χαλκιά που τάκανες πρέπει να μας διατάξεις.
- Βάλτε τα δυό στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια
,Το πέμτο το φαρμακερό, βάλτε του στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.
Κι η μάνα του σαν τ' άκουσε, έπεσε και λιγώθη.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσκο,
και πέντε με ροδόσταμο για νάρθει ο λογισμός της.
Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το Μονογενή της .
- Εσύ μητέρα αν σφαγείς, σφάζονται οι μάνες ούλες.
Εσύ μητέρα αν γκρεμιστείς, γκρεμιώνται οι μάνες ούλες.
Βάνε κρασί μέσ' στο γυαλί κι αφράτο καπσιμάδι,
να κάνω την παρηγαριά να έχουνε μανάδες.
(από το χωριό Αγία Άννα Ευβοίας)
Σήμερο μαύρος ουρανός
σήμερο μαύρη μέρα
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται
Σήμερον έβαλαν βουλή
οι άνομοι Εβραίοι
Οι άνομοι και τα σκυλιά,
οι τρισκαταραμένοι.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
Να λάβει δείπνο μυστικό
για να τον λάβουν όλοι
Κι η Παναγία η Δέσποινα κάθουντο μονασή της
Τις προσευσές της έκανε
για τον Μονογενή της
Φωνή εξήλθε απ’ ουρανού
κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα.
“Σώνουν, Κυρά μου, οι προσευχές σώνουν και οι μετάνοιες
και τον ιόν σου ψάσαντο
και στου χαρσά τον πάνε.
Σαν κλέφτη τον ηψάσασι
και σα φονιά τον μπάσι
μπρος στου Πιλάτου τις αυλές,
εκεί τον τυρρανάσι.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε,
έπεσε κι’ λιγωθεί,
σταμνί νερό της ρίξανε,
τρία κανάτια μόσχο
και τρία με ροδόσταμο, για να’ ρθει
ο λογισμός της
…………
Πηγές :
http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/pasxa/o_8rhnos_ths_panagias.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Ymnoi/To_moiroloi_ths_Panagias.htm
http://www.paidika.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1750&Itemid=428&PHPSESSID=5a38e0eab5b8e7685a21acf47f7b4a2d
http://neospalamedes.blogspot.gr/search/label/%CE%9C%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1
Και κείνος ο παράνομος βαρεί κι φκιάνει πέντε.
Μα συ απού τα έφξκιαξες πρέπει να μας διατάξεις:
Τα δυο βάλτι στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια,
το τρίτο το φαρμακερό βάλτε το στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.
(από το χωριό Γαλατσώνα Ευβοίας)
3. Το μοιρολόι της Παναγιάς
Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα,
σήμερα εσταυρώσανε των πάντων βασιλέα.
Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι Εβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά, οι τρισκαταραμένοι,
για να συλλάβουν τον Χριστό, να παν να τον σταυρώσουν.
Σαν κλέφτη τον συλλάβανε και σαν ληστή τον πάνε
και σαν κακό κατάδικο πάνε να τον σταυρώσουν.
Κι η Παναγιά η Δέσποινα καθόταν μοναχή της
τις προσευχές της έκανε για τον Μονογενή της,
Σώνε μάνα μ' οι προσευχές, σώνε και σι μετάνοιες
Τον γυιό σου τον επιάσανε και στο χαλκιά τον πάνε.
- Χαλκιά, Χαλκιά, κάνε καρφιά, κάνε τρία πηρόνια,
και κείνος α παράνομος βαρεί και κάνει πέντε.
- Εσύ Χαλκιά που τάκανες πρέπει να μας διατάξεις.
- Βάλτε τα δυό στα χέρια του, τα δυο στα δυο του πόδια
,Το πέμτο το φαρμακερό, βάλτε του στην καρδιά του,
να τρέξει αίμα και νερό από τα σωθικά του.
Κι η μάνα του σαν τ' άκουσε, έπεσε και λιγώθη.
Σταμνί νερό της ρίξανε, τρία κανάτια μόσκο,
και πέντε με ροδόσταμο για νάρθει ο λογισμός της.
Και σαν της ήρθε ο λογισμός και σαν της ήρθε ο νους της
ζητά μαχαίρι να σφαγεί, φωτιά να πάει να πέσει,
ζητά γκρεμό να γκρεμιστεί για το Μονογενή της .
- Εσύ μητέρα αν σφαγείς, σφάζονται οι μάνες ούλες.
Εσύ μητέρα αν γκρεμιστείς, γκρεμιώνται οι μάνες ούλες.
Βάνε κρασί μέσ' στο γυαλί κι αφράτο καπσιμάδι,
να κάνω την παρηγαριά να έχουνε μανάδες.
(από το χωριό Αγία Άννα Ευβοίας)
Σήμερο μαύρος ουρανός
σήμερο μαύρη μέρα
Σήμερον όλοι θλίβονται
και τα βουνά λυπούνται
Σήμερον έβαλαν βουλή
οι άνομοι Εβραίοι
Οι άνομοι και τα σκυλιά,
οι τρισκαταραμένοι.
Ο Κύριος ηθέλησε να μπει σε περιβόλι
Να λάβει δείπνο μυστικό
για να τον λάβουν όλοι
Κι η Παναγία η Δέσποινα κάθουντο μονασή της
Τις προσευσές της έκανε
για τον Μονογενή της
Φωνή εξήλθε απ’ ουρανού
κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα.
“Σώνουν, Κυρά μου, οι προσευχές σώνουν και οι μετάνοιες
και τον ιόν σου ψάσαντο
και στου χαρσά τον πάνε.
Σαν κλέφτη τον ηψάσασι
και σα φονιά τον μπάσι
μπρος στου Πιλάτου τις αυλές,
εκεί τον τυρρανάσι.
Η Παναγιά σαν τ’ άκουσε,
έπεσε κι’ λιγωθεί,
σταμνί νερό της ρίξανε,
τρία κανάτια μόσχο
και τρία με ροδόσταμο, για να’ ρθει
ο λογισμός της
…………
Πηγές :
http://users.uoa.gr/~nektar/orthodoxy/tributes/pasxa/o_8rhnos_ths_panagias.htm
http://users.sch.gr/aiasgr/Theotokos_Maria/Ymnoi/To_moiroloi_ths_Panagias.htm
http://www.paidika.gr/index.php?option=com_content&task=view&id=1750&Itemid=428&PHPSESSID=5a38e0eab5b8e7685a21acf47f7b4a2d
http://neospalamedes.blogspot.gr/search/label/%CE%9C%CE%BF%CE%B9%CF%81%CE%BF%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%B9%CE%B1
