Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Σολωμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διονύσιος Σολωμός. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Άνοιξη, Πιέτρο Μεταστάζιο (μετάφραση Διονύσιος Σολωμός)





Άνοιξη, Πιέτρο Μεταστάζιο

(μετάφραση Διονύσιος Σολωμός)




Απ’ την άνοιξι, που εγύρισε,




ουρανος και γης ευφράνθη,




με το χόρτο και με τ’ άνθι




παίζει ο ζέφυρος τερπνά.




[…]




Και το χόρτο πρασινίζει,




μόν’ ‘ς εμένα δε γυρίζει




της καρδιάς η σιγαλιά.




Ήλιου ακτίνα καθαρώτατη




του βουνού τα χιόνια λυώνει,




που το νέο του ξεφυτρώνει




πράσιν’ έντυμα λαμπρό.




Το σιγό το κυματάκι




εις τες άκρες του φλοισβίζει,




και το ανθοδροσοστολίζει




με τ’ ακοίμητα νερά.




Το ίσχυρό το δέντρο, που είδανε




σταθερό καιροί και χρόνοι,




τα κλωνάρια ξαλαφρωνει




απ’ τα χιόνια τα οκνηρά.




Παντού, ισού, ξυπνούν και τρέμουν




άνθια χίλια από το χώμα,




που είν’ απείραχτα εις το χρώμα




απ’ τ’ αλέτρια τα σκληρά.




Να, το χελιδόνι εγύρισε,




που το πέλαο περνάει,




κ’ εδώ πάλι οικοδομάει




τη γλυκειά του τη φωλιά•




κι’ εκεί που με τη φτερούγα




τρέχει ογλήγορα και λάμνει,




προσοχή καμμιά δεν κάμνει




εις οποίον τον κυνηγά.




Η βοσκούλα ερωτεμένη




πάει στο ρεύμα να κοιτάξη,




για να βάλη ωραία σε τάξι




τα ξανθά της τα μαλλιά.




Να βοσκούν βγαίνουν τα πρόβατα•




τωρα λέον δε μνέσκουν άλλοι,




η ψαράδες στ’ ακρογιάλι,




η διαβάτες στην οικιά.




Ως και ναύτης, που γυμνότατος




στην πατρίδα του εσυνάχθη,




γιατί ο μαύρος εταράχθη,




από φουσκοθαλασσιά,




βλέποντας σιγό το κύμα,




λύει το πλοίον, και δε φοβάται




και ουδέ πλέον ξαναθυμάται




πως εφούσκωσε φρικτά.

















Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Διονύσιος Σολωμός Η ημέρα της Λαμπρής




Σκηνή από τη βραβευμένη ταινία «Μια αιωνιότητα και μια μέρα», του Θεόδωρου Αγγελόπουλου (1998). Aπό το 7.11 λεπτό του παραπάνω βίντεο  ο Αλέξανδρος (Bruno Ganz) και το αγόρι (Αχιλλέας Σκεύης) στο λεωφορείο βλέπουμε τον ποιητή Διονύσιο Σολωμό (Fabrizio Bentivoglio), όπου  απαγγέλλει στίχους από το ποίημα του Η Hμέρα της Λαμπρής . Επέλεξα να δείξω όλη τη διαδικασία σκηνών από την αρχή της "βόλτας στη ζωή" με τον μικρό Αλέξανδρο...
Κι όμως...  
"Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε

Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι..."



Η ημέρα της Λαμπρής



1.


Καθαρώτατον ήλιο επρομηνούσε
Της αυγής το δροσάτο ύστερο αστέρι,
Σύγνεφο, καταχνιά, δεν απερνούσε
Τ’ ουρανού σε κανένα από τα μέρη∙
Και από ’κει κινημένο αργοφυσούσε
Τόσο γλυκό στο πρόσωπο τ’ αέρι,
Που λες και λέει μες στης καρδιάς τα φύλλα:
Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα.

2.

Χριστός Ανέστη! Νέοι, γέροι και κόρες,
Όλοι, μικροί μεγάλοι, ετοιμαστήτε∙
Μέσα στες εκκλησίες τες δαφνοφόρες
Με το φως της χαράς συμμαζωχτήτε∙
Ανοίξτε αγκαλιές ειρηνοφόρες
Ομπροστά στους Αγίους και φιληθήτε∙
Φιληθήτε γλυκά χείλη με χείλη,
Πέστε: Χριστός Ανέστη, εχθροί και φίλοι.

Δάφνες εις κάθε πλάκα έχουν οι τάφοι.
Και βρέφη ωραία στην αγκαλιά οι μανάδες∙
Γλυκόφωνα κοιτώντας τες ζωγραφι-
σμένες εικόνες, ψάλλουνε οι ψαλτάδες∙
Λάμπει το ασήμι, λάμπει το χρυσάφι,
Από το φως που χύνουνε οι λαμπάδες∙
Κάθε πρόσωπο λάμπει απ’ τ’ αγιοκέρι,
Οπού κρατούνε οι Χριστιανοί στο χέρι.

XXII.

Βγαίνει, γιατί στα σωθικά του ανάφτει,
Και για πρώτο απαντά τον νεκροθάφτη.

XXIII.

Κανείς δεν του μιλεί, και δεν του δίνει
Το φιλί το γλυκό που φέρνει ειρήνη.

XXIV.

Πάντα χτυπάει, σαν νάλπιζε εκεί κάτω
Ν’ αγροικηθή στης κόλασης τον πάτο.



Σημείωση: Μέρος του αποσπάσματος δημοσιεύτηκε το 1853 στο έργο του Γρασσέτη «Grammatica della lingua greca moderna seguita da un dialogo sopra la lingua e da un discorso sulla metrica». Αναδημοσιεύτηκε η πρώτη στροφή στην έκδ. Ρωσσολίμου και ολόκληρο αναδημοσιεύτηκε στην έκδ. Τερζάκη απ’ όπου το πήρε η Βίκυ Παπαδρόμου * Translatum: Favourite Poetry – Διονύσιος Σολωμός
* Πηγή: Διονυσίου Σολωμού άπαντα τα ευρισκόμενα ελληνικά ποιήματα με τον διάλογον και τα προλεγόμενα του Ιακώβου Πολυλά (εκδόσεις Δαμιανού, Αθήναι (στο βιβλίο δεν αναφέρεται το έτος έκδοσης)



Διονύσιος Σολωμός & Νίκος Ξυδάκης, Η ημέρα της Λαμπρής (δίσκος: Προς τον κύριον Γεώργιον Δε Ρώσση (1990))






Α. ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΚΕΙΜΕΝΟΥ

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το ποίημα “Η ημέρα της Λαμπρής” είναι ένα λυρικό απόσπασμα από το εκτενές ποίημα του Διονύσιου Σολωμού ο “Λάμπρος”. Το ποίημα του αυτό, όπως όλα τα μεγάλα του έργα («Ελεύθεροι Πολιορκημένοι», «Κρητικός», «Πόρφυρας»), έμεινε ατελείωτο, γιατί δεν πρόλαβε να το τελειώσει. `Αρχισε τη συγγραφή του στη Ζάκυνθο το 1826 και τη συνέχισε αργότερα στην Κέρκυρα, χωρίς όμως να κατορθώσει την ολοκλήρωση της. Το ποίημα “Η ημέρα της Λαμπρής” είναι ένα ρομαντικό και λυρικό ποίημα και είναι γραμμένο στη δημοτική γλώσσα.

2. ΝΟΗΜΑ

Η ημέρα της Λαμπρής φαινόταν από το πρωί ότι θα είναι καλή. Τη μέρα αυτή ακόμα και η φύση είναι όμορφη. Ο ουρανός είναι καταγάλανος, χωρίς σύννεφα. Ο ήλιος λάμπει ψηλά στον ξάστερο ουρανό. Το αεράκι φυσά γλυκά στα πρόσωπα των ανθρώπων και τα δροσίζει, δημιουργεί δηλαδή στα πρόσωπα αγαλλίαση και χαρά. Η φύση ολόκληρη ετοιμάζεται να γιορτάσει τη Λαμπρή. `Εχει ντυθεί στα γιορτινά της, έτσι που κάνει τη ζωή να φαίνεται γλυκιά, ενώ το θάνατο να φαίνεται δυστυχία.

Το “Χριστός ανέστη” θα ακουστεί σε λίγο και όλοι οι πιστοί πρέπει να μαζευτούν στις εκκλησίες για την ιερή αυτή στιγμή που δίνεται το `Αγιο φως και ψάλλεται το αναστάσιμο τροπάριο. Ο ποιητής προτρέπει τους πιστούς να αγκαλιαστούν μπροστά στις εικόνες των Αγίων και να ανταλλάξουν μεταξύ τους φιλιά αγάπης. Τους προτρέπει να πουν το “Χριστός ανέστη” όχι μόνο στους φίλους, αλλά και στους εχθρούς. Η μέρα της Αναστάσεως, είναι μέρα ειρήνης και αγάπης.

Ακόμα και οι τάφοι συμμετέχουν στη χαρά της Αναστάσεως και είναι στολισμένοι με δάφνες. Οι δάφνες είναι το φυτό της νίκης και του θριάμβου. Η Ανάσταση του Χριστού σημαίνει Ανάσταση των νεκρών, σημαίνει ήττα του θανάτου. Οι μανάδες κρατούν τα βρέφη τους στην αγκαλιά τους, οι ψάλτες ψάλλουν “γλυκόφωνα”. `Ολα μέσα στις εκκλησίες, άψυχα και έμψυχα, λάμπουν από το φως των λαμπάδων. Λάμπουν τα πρόσωπα των Χριστιανών, καθώς φωτίζονται από το άγιο φως των κεριών

3. ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
επρομηνούσε = προειδοποιούσε, προανάγγελε
ύστερο = τελευταίο
καταχνιά = ομίχλη
κινημένο = ξεκινημένο
συμμαζωχτείτε = συγκεντρωθείτε

4. ΕΝΟΤΗΤΕΣ

1η Ενότητα: Η πρώτη ενότητα του ποιήματος αποτελείται από την πρώτη στροφή, η οποία λειτουργεί και ως πρόλογος. Στην πρώτη ενότητα ο ποιητής δίνει μια υπέροχη περιγραφή της φύσης, η οποία ντύνεται στα γιορτινά της και βρίσκεται έτσι στην ύψιστη ωραιότητα της. Η ομορφιά της φύσης αντανακλάται πάνω στον άνθρωπο και τον κάνει ευτυχισμένο.
2η Ενότητα: Η δεύτερη ενότητα αποτελείται από τη δεύτερη και τρίτη στροφή του ποιήματος. Αυτές αποτελούν και το κύριο μέρος του ποιήματος. Σ’ αυτές τις δύο στροφές ο ποιητής περιγράφει την Ανάσταση μέσα σε μια Ορθόδοξη Εκκλησία.

5. ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΙΔΕΑ

Η κεντρική ιδέα του ποιήματος είναι η ίδια η ιδέα της Ανάστασης μαζί με το μήνυμα της. Η ημέρα της Λαμπρής είναι μέρα χαράς και συμφιλίωσης, μέρα ειρήνης και αγάπης. Ακόμα η μέρα της Ανάστασης συμβολίζει την πίστη στη μέλλουσα και αιώνια ζωή των ψυχών.


B. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ – ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ
(Από «Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» Β΄ Γυμνασίου, σελ. 152)

1. Ποια εικόνα δίνει ο ποιητής στην πρώτη στροφή και ποια φυσικά στοιχεία συμμετέχουν;

Ο ποιητής στην πρώτη στροφή δίνει την εικόνα μιας γλυκιάς, ήρεμης, ειρηνικής, όμορφης και γιορτινής φύσης. Η φύση ετοιμάζεται να γιορτάσει τη Λαμπρή. Συμμετέχει ολόκληρη σ’ αυτή την αναστάσιμη μέρα. Τα φυσικά στοιχεία που τη συνθέτουν είναι ο λαμπερός ήλιος, ο φωτεινός αυγερινός, ο καθαρός και ξάστερος ουρανός και το γλυκό και δροσερό αεράκι.

2. Τι φανερώνει ο τελευταίος στίχος της πρώτης στροφής και πως φτάνει ο ποιητής σ’ αυτή την ιδέα;

Ο τελευταίος στίχος της πρώτης στροφής “γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα” φανερώνει την αξία και την ομορφιά της ζωής σε αντίθεση με τη δυστυχία που προκαλεί ο θάνατος. Η μαυρίλα του θανάτου, για την οποία κάνει λόγο ο ποιητής, είναι το σκοτεινό και άγνωστο μέρος στο οποίο καταλήγουν οι ψυχές των νεκρών. Ο ποιητής με τη φράση αυτή διατυπώνει την πίστη του στη ζωή και στην ανάσταση του Χριστού, την ημέρα της Λαμπρής.

Η ιδέα αυτή που εκφράζει ο ποιητής έρχεται ως κατακλείδα της γιορτινής ατμόσφαιρας που επικρατεί στο φυσικό περιβάλλον. Η ωραιότητα, η ηρεμία, η γαλήνη και η γιορτινή ατμόσφαιρα της φύσης αντανακλούνται στη ψυχή του ανθρώπου, μεταδίδοντας του αισθήματα χαράς και αισιοδοξίας. Η ομορφιά δηλαδή αυτής της στιγμής είναι τόσο μεγάλη, ώστε κάνει τη ζωή να φαίνεται ανεκτίμητη και γλυκιά, ενώ το θάνατο να φαίνεται δυστυχία.

3. Στη δεύτερη στροφή ο τόνος γίνεται πανηγυρικός. Γιατί; Ποια έγκλιση κυριαρχεί εδώ και ποια ιδέα τονίζεται;

Στη δεύτερη στροφή ο τόνος γίνεται πανηγυρικός. Αυτό γίνεται γιατί η δεύτερη στροφή εικονίζει τη στιγμή της Αναστάσεως, μια στιγμή που έχει τη μεγαλύτερη αξία στη ζωή των Χριστιανών. Η γιορτή της Λαμπρής, η γιορτή της Ανάστασης είναι η μεγαλύτερη γιορτή που γιορτάζει ο Χριστιανισμός.

`Ολοι οι πιστοί πρέπει να προετοιμαστούν ανάλογα για να υποδεχτούν με λαμπρότητα την Ανάσταση του Χριστού. Η ώρα αυτή της Ανάστασης του Χριστού συμβολίζει τη νίκη της ζωής πάνω στο θάνατο. Γι’ αυτό και επικρατεί πανηγυρικός τόνος στη δεύτερη στροφή.

H έγκλιση που κυριαρχεί είναι η έγκλιση της προστακτικής (ετοιμαστείτε, συμμαζωχτείτε, ανοίξτε, φιληθείτε, πέστε), με προτρεπτικό όμως περισσότερο χαρακτήρα. Ο ποιητής προτρέπει τους πιστούς να συμμετάσχουν στη χαρά της Αναστάσεως. Η ιδέα που τονίζεται εδώ, είναι η ιδέα της ειρήνης, της αγάπης και της συμφιλίωσης.

4. Ποιο ρήμα επαναλαμβάνεται στην τρίτη στροφή; Ποιες σχετικές μ’ αυτό λέξεις υπάρχουν και τι συνολική εντύπωση δίνουν;

Στην τρίτη στροφή έχουμε επανάληψη του ρήματος “λάμπει”. Οι σχετικές με το ρήμα αυτό λέξεις είναι το φως των λαμπάδων, το ασήμι και το χρυσάφι, που δέχονται το φως των κεριών και λάμπουν και αυτά. Σχετική λέξη είναι και το πρόσωπο, που φωτίζεται από το άγιο φως των κεριών και λάμπει και αυτό. Το φως των λαμπάδων κάνει όλα τα άψυχα αντικείμενα της εκκλησίας, αλλά και τα πρόσωπα των πιστών να λάμπουν υπερβολικά. Τα πρόσωπα βέβαια των πιστών δε λάμπουν μόνο από εξωτερική αιτία, που είναι το φως, αλλά και από εσωτερική αιτία, που είναι το φως της ψυχής, η χαρούμενη ψυχική διάθεση. Η συνολική εντύπωση που δίνουν οι λέξεις αυτές είναι η λαμπρότητα, η φωτεινότητα και η πανηγυρική διάθεση, που εντοπίζεται κυρίως στα πρόσωπα των Χριστιανών και εκφράζει τη χαρά, την ευτυχία και την ελπίδα τους, που πηγάζει από την αναστάσιμη μέρα.

5. Γιατί οι τάφοι έχουν δάφνες; Ποιο είναι το μήνυμα της Ανάστασης;

Οι τάφοι έχουν επάνω στις πλάκες τους δάφνες. Η δάφνη είναι το φυτό που συμβολίζει το θρίαμβο και τη νίκη. Στην αρχαιότητα οι νικητές στους αθλητικούς αγώνες, καθώς και οι στρατηγοί που έρχονταν πίσω από νικηφόρους πολέμους, στεφανώνονταν με δάφνινα στεφάνια. `Ετσι και εδώ οι δάφνες στις ταφόπετρες συμβολίζουν τη νίκη της ζωής πάνω στο θάνατο. Η Ανάσταση του Χριστού σημαίνει Ανάσταση νεκρών, σημαίνει ήττα του θανάτου και νίκη της ζωής.

Το μήνυμα της Ανάστασης είναι ότι ο θάνατος έχει νικηθεί και δεν αποτελεί πια για τον άνθρωπο τη μεγαλύτερη δυστυχία. Τώρα με την Ανάσταση του Χριστού έχει θριαμβεύσει η ζωή. Η Ανάσταση του Χριστού συμβολίζει και την ανάσταση όλων των νεκρών. Συμβολίζει τη χαρά και τη δόξα της ζωής.

6. Η μορφή αυτού του ποιήματος ονομάζεται οκτάβα και έχει ιταλική προέλευση. Θα καταλάβετε τι είναι η οκτάβα, αν παρατηρήσετε: α) το μέτρο και τον αριθμό των συλλαβών, β) τον αριθμό των στίχων κάθε στροφής και γ) το είδος της ομοιοκαταληξίας.

Η μορφή του ποιήματος ονομάζεται οκτάβα. Το μέτρο του είναι αναπαιστικό (υυ-) και οι στίχοι εντεκασύλλαβοι. Κάθε στροφή αποτελείται από οκτώ στίχους, γι’ αυτό και η ποιητική αυτή μορφή ονομάζεται οκτάβα. Η ομοιοκαταληξία είναι πλεχτή στους έξι πρώτους στίχους κάθε στροφής. Στους δύο τελευταίου στίχους κάθε στροφής η ομοιοκαταληξία γίνεται ζευγαρωτή.


http://www.odyssey.com.cy/main/default.aspx?tabID=138&itemID=1065&mid=943








Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Διονύσιος Σολωμός - Οι σφαγμένοι της Ελλάδας Μετάφραση. Ἀπὸ τὸ «Ποιήματα καὶ Πεζά». Ἐπιμέλεια-Εἰσαγωγές: Στυλιανὸς Ἀλεξίου. Ἔκδ. Στιγμή, Ἀθήνα 1994.


Διονύσιος Σολωμός - Οἱ σφαγμένοι τῆς Ἑλλάδας





Διονύσιος Σολωμός 1798-1857
«Ἀπὸ τοὺς φοβεροὺς γκρεμνούς, τὶς χαμηλὲς κοιλάδες καὶ τὰ ψηλὰ βουνά, ἀπὸ τὴν ἐρημιὰ τῶν ποταμῶν καὶ τῆς θάλασσας, ἀπὸ τοὺς δρόμους, τὶς σπηλιές, τὰ πηγάδια, ἀκόμη καὶ μέσα ἀπὸ τὰ ζεστὰ κρεβάτια, σηκωθεῖτε, ὦ σφαγμένοι τῆς Ἑλλάδας, καὶ προσευχηθεῖτε!».
Αὐτὰ εἶπε ἡ βαθειὰ φωνή, ἐξακοντισμένη πρὸς τὸ χῶρο τοῦ ὀνείρου, καὶ ἡ ψυχὴ ἦταν ὅλη ὄργανο πνευματικό, ἕτοιμη νὰ δεχτεῖ γρήγορα τὸ κοντινὸ καὶ τὸ μακρινό, τὸ φωτεινὸ καὶ τὸ σκοτεινό, τὸ ἀνθρώπινο καὶ τὸ θεῖο. Καὶ τὸ ὄνειρο, ἀπαντώντας μὲ θαυμαστὴ ταχύτητα, ἔδωσε πίσω ὅλα τὰ πνεύματα ποὺ εἶχαν προσκαλεστεῖ καὶ τὰ ἔσπρωξε ἀμέτρητα καὶ σφιγμένα τὸ ἕνα στὸ ἄλλο, σ᾿ ἕνα διάστημα χωρὶς ὅρια, ποὺ ἔμοιαζε ὠκεανὸς χωρὶς στεριὲς καὶ νησιά, ἢ σὰν οὐρανὸς χωρὶς ἄστρα.
Ἐμπρὸς στὰ μάτια μου τὰ δακρυσμένα καὶ ἔκπληκτα, ὅλοι μουρμούριζαν καὶ ἔτρεμαν ὅπως τὰ ἀναρίθμητα φύλλα ἑνὸς πελώριου δέντρου ποὺ τὸ δονεῖ ὁ ἀέρας. Τὰ φύλλα ποὺ τὸ φθινόπωρο τὰ παίρνει ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ τὰ στρώνει στὴ γῆ, ἦταν τίποτα ἐμπρὸς σ᾿ αὐτὸ τὸ πλῆθος. Ὅλοι εἶχαν τὸ χέρι στὴν καρδιὰ σὰν ἀπὸ ἀπέραντο πόνο, καὶ προσεύχονταν ὁμόφωνα. Ἡ προσευχὴ ἦταν θερμὴ καὶ βαθειά, ἀλλὰ οἱ φωνὲς ἀδύνατες καὶ χωρὶς ἦχο, ὅπως αὐτὲς ποὺ βγάζομε στὸν ὕπνο μας τὸν τρομαγμένο. Ξαφνικὰ ξέσπασε ἀπὸ ὅλους ἕνας ἀνεμοστρόβιλος ἀπὸ φωνές, πάμπολλες ὅπως ἡ ἄμμος ποὺ στροβιλίζεται ἀπὸ μανιασμένο ἄνεμο. Ὡστόσο μία χαρὰ φανερωνόταν μέσα στὸν ἔρημο αἰθέρα. Μιὰ μαυροφόρα γυναῖκα στάθηκε ψηλά, καὶ ἡ ἀγκαλιὰ ποὺ ἄνοιξε πρὸς ὅλους, κοιτάζοντας ὅλους, ἦταν φανερὰ ἐκείνη ποὺ ἔσφιξε μητρικὰ τὸν Σωτῆρα.


Διονύσιος Σολωμός - Οἱ σφαγμένοι τῆς Ἑλλάδας

Μετάφραση. Ἀπὸ τὸ «Ποιήματα καὶ Πεζά».
Ἐπιμέλεια-Εἰσαγωγές: Στυλιανὸς Ἀλεξίου. Ἔκδ. Στιγμή, Ἀθήνα 1994.
Πηγή http://www.sodeia.net/2012/03/blog-post_256.html

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Κώστας Βάρναλης, Αισθητικά Κριτικά Σολωμικά, Εκδόσεις Κέρδος


Ο τόμος του «Κέδρου» «Κώστας Βάρναλης Αισθητικά Κριτικά Σολωμικά»
2. http://issuu.com/cyberzeus/docs/____________________________________89c186fa2aa7bb

Σελ.278-280
O MEΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ
Κάποιο "απόδημο" περιοδικό με ρώτησε :
-Ποιός είναι ο μεγαλύτερος σταθμός της νεοελληνικής λογοτεχνίας ;
Kι απάντησα :
 - O μεγαλύτερος σταθμός της νεοελληνικής λογοτεχνίας είναι η ... αφετηρία της:
δημοτικό τραγούδι, Κάλβος, Σολωμός.
Αλλά δεν δικαιολόγησα τη γνώμη μου. Ας το επιχειρήσω εδώ.
Το τραγούδι του λαού είναι "πηγαίο " δεν θα πει άτεχνο. Τουναντίον είναι πολύ τεχνικότερο απ'όλη την "έντεχνη ποίηση " των βιρτουόζων του στίχου. Και για τη γλωσσική του ακρίβεια και για την κλασσική του απλότητα και για τη δραματική του συντομία είναι παράδειγμα " μη περαιτέρω ".
Όλες αυτές τις ιδιότητες τις απόχτησε στο χωνευτήρι του Χρόνου και της ομαδικής ψυχής του λαού που το γέννησε.
Και δεν είναι μόνο η μορφική του τελειότητα, που το κάνει άφθαστο. Είναι η ουσία του. Η ουσία του είναι η αληθινή κι αντικειμενική - κι όχι πλαστή κ'υποκειμενική. Μέσα σ'αυτό ζει παντοτινά η υγεία του λαού - η αγάπη της ελευθερίας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη υγεία από την αγάπη της ελευθερίας. Είπανε μερικοί ιδεαλιστές (φιλόσοφοι" εκ των άνω " ) πως ουσία της ποίησης είναι το ιδανικό. Ουσία της ποίησης είναι η Ελευθερία - το ανώτατο και καθολικότατο ιδανικό όλων των ανθρώπων κι όλων των καιρών.

 Ο Κάλβος στάθηκε το ίδιο ποιητής της Ελευθερίας. 'Οχι της δικής του παρά του έθνους δηλ. του λαού. Ασκητικός, περήφανος κι αψηλονόητος τραγούδησε την Ελευθερία και την Αρετή. (Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη Αρετή από την Ελευθερία! ) με λόγια, που τα "εμψύχωνε το φύσημα του Θεού" και σαν αητός "απ'έναν βουνόν εις άλλο πετούσε τα δύσκολα κρημνά της αρετής επιβαίνων " . Ύμνησε τους αγωνιστές, καταράστηκε τους προδότες και τους ξένους "προστάτες" και στάλθηκε ως την τελευταία του ώρα "με τη λύρα του ολόθρος σιμά εις του μνήματός του τ'ανοικτό στόμα", χωρίς να "θαμβωθή από πλούτη ή μεγάλα ονόματα ή σκήπτρων ακτίνες " !
 Με το λαό και υπέρ του λαού - υπέρ της ελευθερίας του λαού. Έτσι από άτομο κλειστό. που είτανε, απλώθηκε στο λαό κι έγινε σύνολο.

Το τρίτο μεγάλο Μάθημα της νεοελληνικής Γραμματείας είναι ο Σολωμός. Μάθημα ποιοτικού ήθους "απόλυτης " τεχνικής και καθολικότητας των ιδεών. Μάθημα ελευθερίας εθνικής και πνευματικής μαζί . Φωτοδότης κι όχι φωτοσβέστης. Είταν από εκείνους που "αγαπούν και σέβονται και λατρεύουν την Τέχνη τους, ωσάν το πλέον ακριβό πράγμα της ζωής και ομοιώνονταν με τα συμβεβηκότα. ("Διάλογος") . Αγωνίστηκε να ελευθερώσει το έθνος κι από τους ξένους τυράννους κι από τους ντόπιους. "Άλλο δεν έχω στο νου μου παρεξ ελευθερία και γλώσσα" . "Ίσως αναθεματίσετε την ώρα της επαναστάσεως " λέγει στους σοφιολογιότατους.   http://poihtikakailogotexnikaanalogia.blogspot.gr/2014/01/blog-post_4597.html
"Όχι! Όχι! Η Ευρώπη, που έχει προσηλωμένα εις εμάς τα μάτια της, για να ιδεί υπού συντρίβουμε τες άλλυσες της σκλαβιάς, δε θέλει μας ιδεί ποτέ να υποταχθούμε εις τριάντα τυράννους ξύλινους! "

Πηγές υγείας οι τρεις πρώτες πηγές του νεοελληνικού Πνεύματος. Από τις πηγές αυτές δεν πήρε τίποτε η κατοπινή και μάλιστα η σημερινή μας έντεχνη ποίηση. Το "ύδωρ ζων" έγινε λόγος νεκρός. Μόνον ο Παλαμάς προσπάθησε να σταθεί δίπλα στο λαό "χαλαστής και πλάστης". Έχουμε βέβαια εξαίρετα ποιήματα - αλλ'ατομικά όχι καθολικά. Γι'αυτήν την "κατιούσα" δεν φταίνε μόνο τα άτομα παρά κι η εποχή τους. Εποχή "κατιούσα" . Εποχή άρρωστη, ποιητές άρρωστοι! Ηγεσία σκλάβα, ποιητές σκλάβοι! Όμως ο λαός διατηρεί την υγεία του και την αποδείχνει σε πρώτην ευκαιρία .  
  
   

Ο Κρητικός Διονύσιος Σολωμός



Ο Κρητικός Διονύσιος Σολωμός
επιμέλεια: Στυλιανός Αλεξίου
επιμέλεια σειράς: Κώστας Κουτσουρέλης
Κίχλη, 2013 22 σελ.
ISBN 978-618-5004-08-8, [Κυκλοφορεί]
Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1]

Έργο της κερκυραϊκής περιόδου του ποιητή, γραμμένο τα χρόνια 1833-1834, ο "Κρητικός" έφτασε ως εμάς σχεδόν ακέραιος. Οι μουσικοί ζευγαρωτοί δεκαπεντασύλλαβοι του ποιήματος συνδέουν τον Σολωμό με την παράδοση του Βιτσέντζου Κορνάρου, ενώ με τη σειρά τους αποτελούν τη γέφυρα προς σημαντικά μεταγενέστερα έργα της λογοτεχνίας μας, από τον "Όρκο" του Γεράσιμου Μαρκορά ως το "Μήτηρ Θεού" του Άγγελου Σικελιανού.

Το ιστορικό πλαίσιο του ποιήματος είναι ένα επεισόδιο από τον αγώνα της επαναστατημένης Κρήτης της περιόδου 1823-1824. Για να σωθούν από την προέλαση των τουρκικών δυνάμεων, αγωνιστές και άμαχοι επιχειρούν να φυγαδευτούν από τις δυτικές ακτές του νησιού με προορισμό τα αγγλοκρατούμενα Κύθηρα και την Πελοπόννησο. Πάνω σ' αυτό το θέμα, ο Σολωμός κεντά αριστουργηματικά την ιστορία ενός νέου Κρητικού και της μνηστής του: το ναυάγιό τους κοντά στην ακτή της Πελοποννήσου, μέσα σε θύελλα και βροντές, την πάλη τους με τα κύματα, την εμφάνιση στην κρίσιμη ώρα μιας γυναικείας οραματικής μορφής (της ψυχής της νέας), τέλος τη σωτηρία του ήρωα αλλά και τον θάνατο της κοπέλας. Ο χρόνος της σολωμικής αφήγησης δεν είναι ευθύγραμμος. Πάνω στη μάχη του με τα στοιχεία της φύσης, ο ήρωας ανακαλεί διαρκώς το παρελθόν αλλά και προβλέπει το μέλλον, τη συνάντησή τους την ημέρα της Ανάστασης των νεκρών.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Peter Mackridge, Ο Σολωμός του Στυλιανού Αλεξίου: o «Κρητικός» και ο Κριτικός, "The Athens Review of Books", τχ. 58, Φεβρουάριος 2014Άννα Κουστινούδη, 5 βιβλία του 2013, frear.gr, 30.12.2013Μαρία Αθανασοπούλου, Ο «Κρητικός» του Σολωμού από τον Αλεξίου, "The Books' Journal", τχ. 38, Δεκέμβριος 2013Κωστής Παπαγιώργης, Διονύσιος Σολωμός και Τζων Στάινμπεκ, "Lifo", τχ. 364, 28.11.2013Όλγα Σελλά, Ο «Κρητικός» του Σολωμού από την Κίχλη, "Η Καθημερινή", 23.11.2013Βασίλης Καλαμαράς, Ο Σολωμός χωρίς μεταφυσική, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", 23.11.2013Νίκος Μπακουνάκης, Αλεξίου, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 17.11.2013Αριστοτέλης Σαΐνης, «Λίγος αφρός, στη μουσική της νύχτας ένας ήχος», "Εφημερίδα των Συντακτών", 16.11.2013
http://www.biblionet.gr/book/


Ο ΚΡΗΤΙΚΟΣ
1 [18]

Έκοίταα, κι ήτανε μακριά ακόμη τα’ ακρογιάλι·
«Αστροπελέκι μου καλό, για ξαναφέξε πάλι!»
Τρία αστροπελέκια επέσανε, ένα ξοπισω στ’ άλλο,
Πολύ κοντά στην κορασιά με βρόντημα μεγάλο·
Τα πέλαγα στην αστραπή κι ό ουρανός αντήχαν,
Οι ακρογιαλιές και τα βουνά μ’ όσες φωνές κι αν είχαν.

2 [19]
Πιστέψετε π’ ό,τι θα πω είν’ ακριβή αλήθεια,
Μα τές πολλές λαβωματιές πού μόφαγαν τα στήθια,
Μα τους συντρόφους πόπεσαν στην Κρήτη πολεμώντας,
Μα την ψυχή πού μ' έκαψε τον κόσμο άπαρατώντας.
5 (Λάλησε, Σάλπιγγα! κι' εγώ το σάβανο τινάζω,
Και σχίζω δρόμο και τς αχνούς αναστημένους κράζω:
«Μην είδετε την ομορφιά που την Κοιλάδα αγιάζει;
Πέστε, να ιδήτε το καλό εσείς κι ο, τι σας μοιάζει.
Καπνός δε μένει από τη γή' νιος ουρανός εγίνη'
10 Σαν πρώτα εγώ την αγαπώ και θα κριθώ μ’ αυτήνη.
—Ψηλά την είδαμε πρωί· της τρέμαν τα λουλούδια
Στη θύρα της Παράδεισος που εβγήκε με τραγούδια
Έψαλλε την Ανάσταση χαροποιά η φωνή της,
Κι έδειχνεν ανυπομονιά για να ‘μπει στο κορμί της·
Ο Ουρανός ολόκληρος αγρίκαε σαστισμένος,
Το κάψιμο αργοπορούνε ο κόσμος ο αναμμένος"
Και τώρα ομπρός την είδαμε· ογλήγορα σαλεύει·
Όμως κοιτάζει εδώ κι εκεί και κάποιονε γυρεύει»).

3. [20]

Ακόμη εβάστουνε ή βροντή ... ... ...
Κι ή θάλασσα, πού σκίρτησε σαν το χοχλό πού βράζει,
Ησύχασε και έγινε όλο ησυχία και πάστρα,
Σαν περιβόλι ευώδησε κι εδέχτηκε όλα τα’ αστρα·
Κάτι κρυφό μυστήριο εστένεψε τη φύση
Κάθε ομορφιά να στολιστή και το θυμό ν’ αφήση.
Δεν ειν’ πνοή στον ουρανό, στη θάλασσα, φυσώντας
Ούτε όσο κάνει στον ανθό η μέλισσα περνώντας,
Όμως κοντά στην κορασιά, πού μ’ έσφιξε κι εχάρη,
Εσειότουν τ’ ολοστρόγγυλο και λαγαρό φεγγάρι·
Και ξετυλίξει ογλήγορα κάτι που εκείθε βγαίνει,
Κι ομπρός μου ιδού πού βρέθηκε μία φεγγαροντυμένη.
Ετρεμε το δροσάτο φως στη θεϊκιά θωριά της,
Στα μάτια της τα ολόμαυρα και στα χρυσά μαλλιά της.

4. [21]
Εκοίταξε τα’ αστέρια, κι εκείνα αναγάλλιασαν,
Και την αχτινοβόλησαν και δεν την εσκεπάσαν·
Κι από το πέλαο, που πατεί χωρίς να το σουφρώνει,
Κυπαρισσένιο ανάερα τα’ ανάστημα σηκώνει,
5 Κι ανεί τς αγκάλες μ’ έρωτα και με ταπεινοσύνη,
Κι έδειξε πάσαν ομορφιά και πάσαν καλοσύνη.
Τότε από φως μεσημερνό ή νύχτα πλημμυρίζει,
Κι η χτίσις έγινε ναός πού ολούθε λαμπυρίζει.
Τέλος σ’ εμέ πού βρίσκομουν ομπρός της μες στα ρείθρα,
10 Καταπώς στέκει στο Βοριά η πετροκαλαμήθρα,
Όχι στην κόρη, αλλά σ’ εμέ την κεφαλή της κλίνει·
Την κοίταζα ό βαριόμοιρος, μ’ έκοίταζε κι εκείνη.
Έλεγα πώς την είχα ιδεί πολύν καιρόν οπίσω,
Καν σε ναό ζωγραφιστή με θαυμασμό περίσσο,
15 Κάνε την είχε ερωτικά ποιήσει ο λογισμός μου,
Καν τα’ όνειρο, όταν μ’ έθρεφε το γάλα της μητρός μου·
Ήτανε μνήμη παλαιή, γλυκιά κι αστοχισμένη,
Που ομπρός μου τώρα μ’ όλη της τη δύναμη προβαίνει·
Σαν το νερό που το θωρεί το μάτι ν’ αναβρύζη
20 Ξάφνου οχ τα βάθη του βουνού, κι ο ήλιος το στολίζει.
Βρύση έγινε το μάτι μου κι ομπρός του δεν εθώρα,
Κι έχασα αυτό το θεϊκό πρόσωπο για πολλή ώρα,
Γιατί άκουγα τα μάτια της μέσα στα σωθικά μου,
Που ετρέμαν και δε μ’ άφηναν να βγάλω τη μιλιά μου·
25 Όμως αυτοί είναι θεοί, και κατοικούν απ’ όπου
Βλέπουνε μες στην άβυσσο και στην καρδιά τα’ ανθρώπου,
Κι ένιωθα πως μου διάβαζε καλύτερα το νου μου
Πάρεξ αν ήθελε της πω με θλίψη του χειλιού μου:
«Κοίτα με μες στα σωθικά, που φύτρωσαν οι πόνοι
………….
………………….

30 Όμως εξεχειλίσανε τα βάθη της καρδιάς μου·
Τ’ αδέλφια μου τα δυνατά οι Τούρκοι μού τα’ αδράξαν,
Την αδελφή μου ατίμησαν κι αμέσως την έσφαξαν,
Τον γέροντα τον κύρη μου εκάψανε το βράδυ,
Και την αυγή μου ρίξανε τη μάνα στο πηγάδι.
45 Στην Κρήτη ............
Μακριά ‘πο κειθ’ εγιόμισα τες φούχτες μου και εβγήκα.
Βόηθα, Θεά, το τρυφερό κλωνάρι μόνο να ‘χω·
Σε γκρεμό κρέμουμαι βαθύ, κι αυτό βαστώ μονάχο».

5. [22]
Εχαμογέλασε γλυκά στον πόνο της ψυχής μου,
Κι εδάκρυσαν τα μάτια της, κι έμοιαζαν της καλής μου.
Εχάθη, αλιά μου! αλλ’ άκουσα του δακρύου της ραντίδα
Στο χέρι, πού ‘χα σηκωτό μόλις εγώ την είδα. —
5 Εγώ από κείνη τη στιγμή δεν έχω πλια το χέρι,
Π’ αγνάντευεν Αγαρηνό κι εγύρευε μαχαίρι·
Χαρά δεν του ‘ναι ο πόλεμος· τα’ απλώνω του διαβάτη
Ψωμοζητώντας, κι έρχεται με δακρυσμένο μάτι·
Κι όταν χορτάτα δυστυχιά τα μάτια μου ζαλεύουν
10 Αργά, κι ονείρατα σκληρά την ξαναζωντανεύουν,
Και μέσα στ’ άγριο πέλαγο τ' αστροπελέκι σκάει,
Κι η θάλασσα να καταπιή την κόρη αναζητάει,
Ξυπνώ φρενίτης, κάθομαι, κι ο νους μου κινδυνεύει,
Και βάνω την παλάμη μου, κι αμέσως γαληνεύει. -
Τα κύματα έσχιζα μ’ αυτό, τ’ άγρια και μυρωδάτα,
Με δύναμη πού δεν είχα μήτε στα πρώτα νιάτα,
Μήτε όταν εκροτούσαμε, πετώντας τα θηκάρια,
Μάχη στενή με τους πολλούς ολίγα παλληκάρια,
Μήτε όταν τον μπομπο - Ίσούφ και τς άλλους δύο βαρούσα.
20 Σύρριζα στη Λαβύρινθο π’ αλαίμαργα πατούσα.
Στο πλέξιμο το δυνατό ο χτύπος της καρδιάς μου
(Κι αυτό μου τ’ αυξαιν’) έκρουζε στην πλεύρα της κυράς μου.
…………..
………..

Αλλά το πλέξιμ’ άργουνε και μου τ’ αποκοιμούσε
Ηχός, γλυκύτατος ηχός, οπού με προβοδούσε.
Δεν είναι κορασιάς φωνή στα δάση που φουντώνουν,
Και βγαίνει τ’ άστρο του βραδιού και τα νερά θολώνουν,
Και τον κρυφό της έρωτα της φύσης τραγουδάει,
Του δέντρου και του λουλουδιού πού ανοίγει και λυγάει·
Δεν είν’ αηδόνι κρητικό, που παίρνει τη λαλιά του
Σε ψηλούς βράχους κι άγριους όπ’ έχει τη φωλιά του,
Κι αντιβουίζει ολονυχτίς από πολλή γλυκάδα
Η θάλασσα πολύ μακριά, πολύ μακριά η πεδιάδα,
Ώστε που πρόβαλε η αυγή και έλιωσαν τ’ αστέρια,
Κι ακούει κι αυτή και πέφτουν της τα ρόδα από τα χέρια
Δεν είν’ φιαμπόλι το γλυκό, οπού τα’ αγρίκαα μόνος
Στον Ψηλορείτη όπου συχνά μ’ ετράβουνεν ο πόνος
Κι έβλεπα τ’ άστρο τ’ ουρανού μεσουρανίς να λάμπει
Και του γελούσαν τα βουνά, τα πέλαγα κι οι κάμποι·
Κι ετάραζε τα σπλάχνα μου ελευθερίας ελπίδα
Κι' έφώναζα: «ώ θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!»
Κι άπλωνα κλαίοντας κατ’ αυτή τα χέρια με καμάρι·
Καλή ‘ν’ η μαύρη πέτρα της και το ξερό χορτάρι.
Λαλούμενο, πουλί, φωνή, δεν είναι να ταιριάζει,
Ίσως δε σώζεται στη γη ήχος που να του μοιάζει
Δεν είναι λόγια· ήχος λεπτός ... ...
Δεν ήθελε τον ξαναπεί ο αντίλαλος κοντά του.
Αν είν’ δεν ήξερα κοντά, αν έρχονται από πέρα·
Σαν του Μαϊού τες ευωδιές γιόμιζαν τον αέρα,
Γλυκύτατοι, ανεκδιήγητοι ... ...
Μόλις είν’ έτσι δυνατός ο Έρωτας και ο Χάρος.
Μ’ άδραχνεν όλη την ψυχή, και να ‘μπει δεν ημπόρει
Ο ουρανός, κι η θάλασσα, κι η ακρογιαλιά, κι η κόρη
Με άδραχνε, και μ’ έκανε συχνά ν’ αναζητήσω
Τη σάρκα μου να χωρισθώ για να τον ακλουθήσω.
Έπαψε τέλος, κι άδειασεν η φύσις κι η ψυχή μου·
Πού εστέναξε κι εγιόμισεν ευθύς οχ την καλή μου·
Και τέλος φθάνω στο γιαλό την αρραβωνιασμένη,
Την απιθώνω με χαρά, κι ήτανε πεθαμένη.

1833

Κρητικός, Εισαγωγικά (.pdf 143 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 1 (.pdf 138 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 2 (.pdf 160 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 3 (.pdf 173 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 4 (.pdf 155 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας
Κρητικός, απόσπασμα 5 (.pdf 280 kb) σημειώσεις Γιάννης Στούπας

Πηγές : http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/solomos_kritikos.htm
https://el.wikisource.org/wiki/

Ο Κρητικός
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Κρητικός είναι αφηγηματικό ποίημα σε πέντε μέρη του Διονυσίου Σολωμού και γράφτηκε την περίοδο 1833-1834. Ποίημα της ωριμότητας του ποιητή με το οποίο "η ελληνική ποίηση μπαίνει θριαμβευτικά στον πνευματικό χώρο της Ευρώπης και παίρνει τη θέση της πλάι στα υψηλότερα υποδείγματα της ευρωπαϊκής ποίησης"[1].Συνδυάζει το επικό, το δραματικό και το λυρικό στοιχείο. Θεωρείται, σύμφωνα και με τον Λίνο Πολίτη[2], «σταθμός στην ποιητική πορεία του Σολωμού, το πρώτο από τα μεγάλα έργα της εντελώς ώριμης περιόδου του» και «ποίημα-κλειδί, που ανοίγει και μας οδηγεί προς τα ώριμα πνευματικά πεδία του, αλλά πριν από όλα μας εισάγει στη δική του αυτοδύναμη περιοχή» κατά τον Γιάννη Δάλλα[3]. "Η αξία του Κρητικού έγκειται στην απαράμιλλη λυρικότητα του και στην υποβολή που ασκούν μέχρι σήμερα στον αναγνώστη τα υψηλά, αν και κρυπτικά νοήματά του"[4]. Πρώτη φορά το ποιητικό αυτό έργο εκδόθηκε από τον Ιάκωβο Πολυλά το 1859 (έκδοση τωνΕυρισκομένων). Οι στίχοι είναι ιαμβικοί δεκαπεντασύλλαβοι με ζευγαρωτή ομοιοκαταληξία, όπως ακριβώς οι στίχοι του Ερωτόκριτου, ενώ επίσης παρατηρείται τομή στην 8η συλλαβή κάθε στίχου, χωρίζοντας τους σε δύο ημιστίχια. Το ποίημα δεν είναι οργανωμένο σε στροφές. Αξίζει να γίνει αναφορά στις πολλές συνιζήσεις που δένουν ηχητικά τους στίχους και τελικά το ποίημα, αλλά και στο "φαινόμενο της συναισθησίας"[5]. Το ποίημα τέλος να σημειωθεί δεν τιτλοφορήθηκε από τον ίδιο τον ποιητή, όπως και Η Γυναίκα της Ζάκυθος[6].

Το περιεχόμενο της αφήγησης
Το ποίημα πραγματεύεται την περιπέτεια ενός ναυαγού (που δεν κατονομάζεται) από την Κρήτη, απ' όπου έχει αναγκασθεί να φύγει ύστερα από την καταστολή της επανάστασης και τις διώξεις των Τούρκων το 1823-1824. Το πλοίο βυθίζεται και ο Κρητικός βρίσκεται στη θάλασσα, προσπαθώντας μάλιστα να σώσει την αγαπημένη του από τα άγρια κύματα, την οποία και κρατά στο ένα του χέρι. Από εκείνο το σημείο ξεκινάει η αφήγηση με την τεχνική in medias res, απ' το μέσο δηλαδή της υπόθεσης.
Ο ήρωας-ναυαγός στην πορεία, σε ένα άνοιγμα του χωροχρόνου, βιώνει με ρεαλισμό δοσμένα φανταστικά επεισόδια. Ακούει την σάλπιγγα, τινάζει τα σάβανα και τρέχει για να συναντήσει την αγαπημένη του· συναντά άλλους νεκραναστημένους και τους ρωτά για εκείνην. Ομολογεί την αιώνια αγάπη και τη θέλησή του να κριθεί μαζί της. Πληροφορείται πως και εκείνη τον αναζητά, με ανυπομονησία μάλιστα, ενώ ο κόσμος καίγεται ολόγυρα τους. Τα επεισόδια αυτά, να σημειωθεί δεν δίνονται από τον ποιητή συνειδητά ως προϊόντα παραισθήσεων, ούτε ως παράγωγα παράκρουσης, έτσι ώστε η λογική τάξη και η συνοχή του κόσμου να διασαλεύται αλλά και να αμφισβητείται. Στην περίπτωση του Κρητικού, κατά τον Γιάννη Δάλλα, "τα οράματα υλοποιούνται, γίνονται προσλήψιμα λογικά συστατικά της περιπέτειας και της σχετικής πλοκής του μύθου. Τα φανταστικά επεισόδια αποδίδονται ως ισότιμα των άλλων και έτσι αντιμετωπίζονται: ως τμήματα αναπόσπαστα μιας και της αυτής πραγματικότητας.[7]" Δεν είναι δηλαδή εκδοχές του θαυμαστού και του παράδοξου αλλά αποκαλύψεις της "κρυφής ή άγνωστης πλευράς αυτού του κόσμου". Πρόκειται λοιπόν για ένα δραματικό κυρίως μονόλογο με λυρικά, αφηγηματικά αλλά πρωτίστως φανταστικά στοιχεία. Μια αυτοψία μάλιστα στα Αυτόγραφα του Κρητικού (ΑΕ 354-363 ως προς την ζύμωση και 363-380 ως προς τη συγκρότηση του) μαρτυρεί για τα πρωτεία του φανταστικού κάτι που φαίνεται και στη δομή και την ακολουθία των επεισοδίων του έργου.

Το ποίημα βέβαια δεν παύει να είναι εμπνευσμένο από τους αγώνες των Κρητικών για ανεξαρτησία κατά την περίοδο 1823-1824, τις κακουχίες των προσφύγων, καθώς και από την απώτερη καταγωγή του ίδιου αφού η οικογένεια του Σολωμού (Πέτρος και Νικόλαος Σολωμός) είχε καταφύγει στη Ζάκυνθο το 1669 προκειμένου να γλιτώσει από τις διώξεις των Τούρκων. Ειδικότερα, στο χρονικό επίπεδο της αφήγησης, οι Τούρκοι είχαν πετύχει την κατάληψη της Μεσαράς και των Σφακίων (23-24). Ως επακόλουθο πολλές χιλιάδες Χριστιανών από τη νότια και δυτική Κρήτη κατέφυγαν με πλοία προς τα Κύθηρα, τα Αντικύθηρα και την Δυτική Πελοπόννησο και τα Επτάνησα.

Να σημειωθεί πως το ίδιο θέμα πραγματεύεται και το ποίημα-μπαλάντα Hero und Leander («Ηρώ και Λέανδρος») του Γερμανού ποιητή Σίλλερ, όπως και η τραγωδία του Γκριλπάρτσερ «Τα κύματα της θάλασσας και του έρωτα», όπως και του Μονταίν:

Ένα βράδυ, από κύματα ισχυρά νικημένος,
και βλέποντας, ο γενναίος ερωτευμένος,
ότι, κυρίαρχο το πέλαγος, έπαιζε μαζί του,
μίλησε στα κύματα, και είπε η φωνή του:
Αφήστε με τώρα να σας διασχίσω
και φυλάξτε μου τον θάνατο, όταν γυρίσω.[8]
αλλά και η σύνθεση του Μπάυρον «Η νύμφη της Αβύδου». Η αφετηρία των ποιημάτων εντοπίζεται στην ύστερη αρχαιότητα, τον 5ο με 6ο αιώνα μ.Χ, στο ομώνυμο επύλλιο του Μουσαίου «Τα καθ' Ηρώ και Λέανδρον»[9]. Ο Σολωμός στον "Κρητικό" όχι μόνο πλάθει τον αφηγηματικό του κορμό με κατακτημένο αισθητικά τρόπο που του δίνει μια νέα και πρωτότυπη διάσταση, συναιρώντας διαφορετικές παραδόσεις και οπτικές, αλλά και αλλάζει το περιεχόμενο, αφού στην περίπτωση του Κρητικού ο ήρωας δεν πνίγεται όπως στον Σίλλερ, αλλά είναι ένας ναυαγός που παλεύει με τα κύματα μαζί με την "καλή" του. Μετά το όραμα της Φεγγαροντυμένης ο Κρητικός επίσης φτάνει στην ακτή και την αποθέτει πεθαμένη. Τέλος, δεν ακολουθεί ο θάνατος του ήρωα, αλλά αντίθετα συνεχίζει στην Κέρκυρα ως πρόσφυγας πλέον όπου και αναβιώνει την εμπειρία αφηγούμενος την: "Πιστέψετε που ό,τι θα πω είναι ακριβή αλήθεια". Τέλος, η πρόλευση του μύθου ενώ στον Σίλλερ είναι φιλολογική, το ποίημα του Μουσαίου, στον Κρητικό έχει δειχθεί πως στηρίζεται σε μια αφόρμηση ιστορική[10].

Αλληγορική ερμηνεία

Μπορεί να θεωρηθεί ως μία γενικότερη αλληγορική παράσταση των δοκιμασιών της Κρήτης, των αγώνων των κατοίκων της να απελευθερωθούν και να ενωθούν με τη μικρή τότε ελεύθερη Ελλάδα. Επίσης αλληγορικά μπορεί να συσχετιστεί με τη λογοτεχνική παράδοση του νησιού. Η περιπέτεια του ήρωα παραλληλίζεται με την πορεία που ακολούθησαν τα χειρόγραφα των σπουδαίων έργων της κρητικής λογοτεχνίας, αφότου η νήσος κατελήφθη από τους Τούρκους (1669). Όπως ο ήρωας Κρητικός καταλήγει ζητιάνος στη νέα του πατρίδα, έτσι και τα έργα της κρητικής λογοτεχνία είχαν καταλήξει σε περιφρονημένα λαϊκά ακούσματα στα Επτάνησα[11].

Το ποίημα λειτουργεί επίσης και ως πρόδρομη αφήγηση της Έσχατης Κρίσης συνδυάζοντας ιδιότυπα την πλατωνική και τη χριστιανική παράδοση, γυρνώντας μας πίσω σ' έναν ιδιότυπο ορφισμό-πυθαγορισμό που απηχεί όμως και τον Φιτσίνο αλλά και τον Χέγκελ (Hegel)[12]: Αυτό το επίπεδο βρίσκεται στο απώτατο μέλλον και υπερβαίνοντας τον φυσικό χρόνο είναι υπερβατικό και μεταφυσικό, αφού αναφέρεται στην ανάσταση των νεκρών και στην Έσχατη Κρίση. Αφορά την οραματική συνάντηση του Κρητικού με τις ψυχές των νεκρών και την εμφάνιση της αγαπημένης του στις πύλες του Παραδείσου. Θέμα που τον απασχολεί ξανά έντονα στο τέλος της ζωής του, στα λεγόμενα «Ώριμα Ιταλικά ποιήματα» και συγκεκριμένα στη «Γυναίκα με το βελούδο» (κατά τη μετάφραση του Γ. Καλοσγούρου) "La Donna Velata".

Ο ποιητής μάλιστα φαίνεται να συναιρεί τις δύο προαναφερθείσες οπτικές, το ιστορικό με το ιδεαλιστικό, στον ενδεικτικό στίχο: "Κι εφώναζα: ω θεϊκιά κι όλη αίματα Πατρίδα!", όπου η πατρίδα λειτουργεί ως διπλός τόπος, τόσο δηλ. ως ο πραγματικός τρέχον ιστορικός τόπος, στον εθνικο-κρατικό του σχηματισμό, όσο και στο επέκεινα.

Ας ακούσουμε όμως καλύτερα τον ίδιο τον ποιητή που σημειώνει βιαστικά στο περιθώριο του χειρογράφου: "Il tuono fondamentale tenga fermo il centro profondo della Nazionalita e si sollevi perpendicolarmente [...][13]" δηλ. "Ο βασικός τόνος ας μένει σταθερά στο βαθύ κέντρο της Εθνικότητας και ας υψώνεται κατακόρυφα", σύμφωνα με την μετάφραση του Στυλιανού Αλεξίου[14]. Λέει μάλιστα σε γράμμα του προς τον Γέωργιο Τερτσέτη: "Κι όσο για την ποίηση, πρόσεξε καλά, Γιώργη μου, γιατί βέβαια καλό είναι να ρίχνει κανείς τις ρίζες του πάνω σ' αυτά τ' αχνάρια [τα δημοτικά, τα κλέφτικα τραγούδια], δεν είναι όμως καλό να σταματά εκεί ' πρέπει να υψώνεται κατακόρυφα ["perpendicolarmente"]. [...] Η κλέφτικη ποίηση είναι όμορφη και ενδιαφέρουσα καθώς μ' αυτήν παράστησαν ανεπιτήδευτα οι κλέφτες τη ζωή τους, τις ιδέες τους και τα αισθήματα τους. Δεν έχει το ίδιο ενδιαφέρον στο δικό μας στόμα ' το έθνος ζητά από μας το θησαυρό της δικής μας διάνοιας, της ατομικής, ντυμένον εθνικά"[15].

"Τα υψηλά, αν και κρυπτικά νοήματά του"[16], που σημειώνουν οι Γαραντούδης και Παραδείση, μας παραπέμπουν και στον πρώην υμνητή και οικογενειακό φίλο του Διονυσίου Σολωμού, Σπυρίδωνα Ζαμπέλιο, ο οποίος μετατρέπεται σε μεταθανάτιο επικριτή του με το φυλλάδιο του Πόθεν η κοινή λέξις "τραγουδώ"; Σκέψεις περί της ελληνικής ποιήσεως (1859), όπου και κατηγορεί τον ποιητή πως αυτομόλησε στον γερμανικό μυστικισμό και, παιρνώντας μας και στο ζήτημα της αποσπασματικότητας, πως η κουρασμένη μούσα του ουδέν "άφισεν εις κληρονομίαν ολομελές και πλήρες επικόν δοκίμιον"[17].
Η Φεγγαροντυμενη είναι, όπως και Η Γυναίκα της Ζάκυθος και η Donna Velata (Η Γυναίκα με το μαγνάδι κατά τον Γ. Καλοσγούρο), η γυναικεία μορφή του σολωμικού έργου που προκάλεσε και προκαλεί διαφορετικές ερμηνείες και διαφωνίες ως προς την ταυτότητα της. Ενώ κατά την επικρατέστερη -σε πρώτο επίπεδο- εκδοχή, πρόκειται για την ίδια την αρραβωνιαστικιά του Κρητικού, την ψυχή δηλ. της μνηστής που φεύγει[18], η μορφή αυτή ανοίγεται σαφώς και σε άλλες λειτουργίες. Κατά τον Ερατοσθένη Καψωμένο πρόκειται για μια παγανιστική "επιφάνεια"[19]. Κατά τον Σάββα Μιχαήλ πρόκειται για μια Μητρική Μορφή, με τα κεφαλαία γράμματα να παραπέμπουν προφανώς σε μια πρωταρχική θεία μορφή. Συγκεκριμένα o Μιχαήλ σημειώνει: "Ο ναυαγός Κρητικός κι ο Σολωμός κι όλοι οι ναυαγισμένοι της Ιστορίας μπορούν να δουν να επανέρχεται ανοίκεια, φεγγαροντυμένη, πανέμορφη, η οικεία Μητρική Μορφή, όπως τότε [κατά τους στίχους του ποιήματος] "πολύν καιρό οπίσω", στα πρώτα όνειρα, [σ] τ' όνειρο, όταν με έθρεφε το γάλα της μητρός μου"[20]. Όπως και να έχει "η υποβολή μιας σκηνής με την ξαφνική εμφάνιση της "Φεγγαροντυμένης", που αναδύεται από τη θάλασσα και καθαγιάζει όλη τη φύση, είναι εντυπωσιακή"[21] κατά τον Mario Vitti (Μάριο Βίττι).

Διακειμενικότητα

Το ποίημα έχει δεχθεί επιρροές, συμπλέοντας αλλά και λειτουργώντας αυτοδύναμα, τόσο από την επτανησιακή σχολή και τα δημοτικά τραγούδια, όσο και από τηνκρητική λογοτεχνία και τον ευρωπαϊκό ρομαντισμό κυρίως στην φιλοσοφική του εκδοχή.

Αποσπασματικότητα


Η αρίθμηση των ενοτήτων ξεκινά από τον αριθμό 18, γεγονός που προβληματίζε τους μελετητές του έργου αν είναι αποσπασματικό ή όχι. Ο Πολυλάς θεωρούσε το έργο αποσπασματικό (1859), εωσότου ο Λίνος Πολίτης, ήδη από το 1948, "έδειξε" ότι είναι ποίημα ολοκληρωμένο με αρχή, μέση και τέλος[22]. Κατά τη θεώρηση του λοιπόν είναι το «ποίημα απόλυτα ολοκληρωμένο, με εσωτερική ενότητα και συνοχή»[2]. Ο Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης, το 1975, επίσης υπογραμμίζει πως "το ποίημα δεν είναι απόσπασμα αλλά σύνολος λόγος"[23]. Ο Στυλιανός Αλεξίου ισχυρίστηκε επίσης πως "το έργο είναι πλήρες. Λείπουν μονάχα τέσσερα ημιστίχια κι ένας στίχος"[24]. Ενώ βέβαια θα μπορούσε κανείς να συμφωνήσει εύκολα για τον αριθμό των τεσσάρων ημιστιχίων που λείπουν, δεν ισχύει το ίδιο για τον αριθμό των στίχων που λείπουν καθώς φαίνεται να λείπουν περισσότεροι, απόφανση που στηρίζεται τόσο στις ομοιοκαταληξίες όσο και στην αφηγηματική πλοκή του ποιήματος. Χωρίς βέβαια να μειώνει κάτι αυτό από την αξία του έργου. Ο Στέφανος Ροζάνης περνάει στο άλλο άκρο υποστηρίζοντας πως "είναι φανερό ότι για τον Σολωμό (όπως και για τους Coleridge και Holderlin) ο υπέρτατος σκοπός της τέχνης είναι το απόσπασμα"[25], θεώρηση τουλάχιστον υπερβολική αν όχι ανεδαφική, δεδομένης της ισόβιας αγωνίας του ποιητή να ολοκληρώσει τα έργα του. Ο ποιητής καταλήγει ο Γιώργος Βελουδής ότι "δεν είχε μόνο απόλυτη συνείδηση της αποσπασματικότητας του ώριμου έργου του, αλλά και ότι αυτή η αποσπασματικότητα αντικατοπτρίζει την καλλιτεχνική βούληση της ωριμότητας του"[26], θεώρηση επίσης με ψήγματα τουλάχιστον υπερβολής η οποία θα μπορούσε να γίνει κατανοητή στα πλαίσια της ακαδημαϊκής κόντρας, των λεγόμενων "αποσπασματικών", των οποίων ο Βελουδής υπήρξε και η προεξάρχουσα μορφή. Στο αντίπαλο στρατόπεδο θα μπορούσε κανείς να τοποθετήσει τον Στυλιανό Αλεξίου ο οποίος και στο κύκνειο άσμα του, λίγο πριν τον θάνατο του, κατηγορηματικά επέμεινε στο "πλήρες" του έργου[27]. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να απαντήσει οριστικά και με βεβαιότητα, αν και η άποψη ότι το ποίημα αποτελεί ένα ολοκληρωμένο αυτοτελές επεισόδιο ενός μεγάλου επικολυρικού ποιήματος που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, φαίνεται να βρίσκεται πιο κοντά στην πραγματική τουλάχιστον βούληση του ποιητή, αφού φυσικά υποθέσουμε πως ο ποιητής έρρεπε προς μια ευρύτερη ή και συνολική σύνθεση του όλου έργου του. Γράφει ο Παλαμάς: "Το ότι ο Σολωμός δεν ηυτύχησε να συντελέση τους Ελεύθερους Πολιορκημένους και τα άλλα των κρίσιμων ωρών του δημιουργήματα, καθώς το εσχεδίαζεν, είναι εις το παθητικόν του, όσον και αν τα αποκόμματα αυτά μεγαλοφωνούν ότι εγεννήθησαν από τα σπλάχνα μεγάλου ποιητού"[28]. Η απάντηση φαίνεται πως θα μεταβάλλεται από εποχή σε εποχή αφήνοντας ανοιχτό αυτό το σολωμικό ζήτημα. Το πολύτιμο του όλου πράγματος είναι δεδομένο, ωστόσο το αν πρόκειται για συντρίμμια ή για ένα ολοκληρωμένο έργο φαίνεται πως θα παραμένει ένα ανοιχτό ζήτημα.




Ο Κρητικός του Διονυσίου Σολωμού

Νέα φιλολογική προσέγγιση του έργου

Στυλιανός Αλεξίου

Ο Σολωμός έγραψε τον Κρητικό στα 1833-1834, σε ομοιοκατάληκτα δίστιχα, κατά την παράδοση του Ερωτοκρίτου. Εδωσε τον τίτλο ο ίδιος, Il Cretense. Ο ποιητής είχε παρακολουθήσει την εξέλιξη της Επανάστασης του 1821 στη Μεγαλόνησο. Το καλοκαίρι του 1823 οι Τούρκοι, στην προσπάθειά τους να καταστείλουν την εξέγερση, προχώρησαν από την Αγία Βαρβάρα στη Μεσαρά και χτύπησαν ανεπιτυχώς το λεγόμενο «Σπήλαιο του Λαβυρίνθου», όπου είχε καταφύγει πλήθος Χριστιανών. Τον Μάρτιο του επομένου έτους εισέβαλαν και στα Σφακιά. Οι Κρητικοί, κυρίως άμαχοι, αλλά και αγωνιστές, άρχισαν να φεύγουν από τη δυτική Κρήτη με καΐκια και άλλα πλοία, προσπαθώντας να σωθούν στα αγγλοκρατούμενα Κύθηρα και στην Πελοπόννησο.
Ενας σύγχρονος των γεγονότων και παρών σ' αυτά, ο Σφακιανός οπλαρχηγός Στρατής Βουρδουμπάς, αφηγείται σε επιστολή του (του 1832) ότι τα κρητικά καΐκια ξεκίνησαν από το Λουτρό Σφακίων, αλλά συνάντησαν, στην Ελαφόνησο, τον τουρκικό στόλο και αναγκάσθηκαν να γυρίσουν στην ακτή της δυτικής Κρήτης. Εναντίον τους επετέθησαν από τη θάλασσα τα πλοία, και οι Τούρκοι στρατιώτες από την ξηρά. Γνωρίζομε ότι τα καΐκια, αν δεν βυθίζονταν από τα κανόνια των εχθρικών πλοίων, κινδύνευαν και από το Κρητικό Πέλαγος, ιδιαίτερα τρικυμιώδες την εποχή των γεγονότων, τον μήνα Μάρτη (1824). Ο Σολωμός ήταν άριστα πληροφορημένος για όλα: αναφέρει τη μάχη του Λαβυρίνθου και κάποιον Τούρκο Ισούφ που είχε λάβει μέρος σ' αυτήν. Ξέρει και τις σφαγές, τα ναυάγια. Αναπολεί την πατρίδα των προγόνων του, την Κρήτη, τον Ψηλορείτη.

Η υπόθεση είναι η ακόλουθη: ένας νέος Κρητικός και η αρραβωνιαστικιά του ναυαγούν λόγω τρικυμίας κοντά σε ακτές με ψηλά βουνά (της Πελοποννήσου), που αντιλαλούν από τους κεραυνούς. Τα γεγονότα τα αφφηγείται ο ίδιος ο νέος, ύστερα από χρόνια. Ορκίζεται ότι θα πει την αλήθεια, μα την ψυχή της κοπέλας του, κι αυτό τον κάνει να μεταφερθεί νοερά σ' ένα απώτατο μέλλον, στην ημέρα της Δευτέρας Παρουσίας και της Ανάστασης των νεκρών, όταν θα ξανασυναντήσει τη νέα. Μετά την παρέκβαση αυτή συνεχίζει τη διήγηση. Κολυμπούσε προσπαθώντας να σώσει την αρραβωνιαστικιά του και να φτάσει μαζί της στην ακτή. Ξαφνικά, μια οραματική γυναικεία μορφή, περιβαλλόμενη από το φως του φεγγαριού, παρουσιάζεται πάνω στη θάλασσα που ησυχάζει. Ο νέος θυμάται τη δυστυχία του: οι Τούρκοι αιχμαλώτισαν τα αδέλφια του, βίασαν και έσφαξαν την αδελφή του, σκότωσαν τον πατέρα και τη μητέρα του. Το μόνο που θέλει τώρα είναι να σώσει την αγαπημένη του. Η άγνωστη μορφή δεν απαντά, δακρύζει, τον κοιτάζει, χαμογελά και εξαφανίζεται, ενώ ακούγεται μια υπερφυσική μουσική. Το δάκρυ της έχει πέσει στο χέρι του και από τότε η ζωή του θα αλλάξει: δεν θα είναι πια πολεμιστής, κάποτε θα ζητιανεύει. Τέλος, ξαναβρίσκει τις δυνάμεις του, συνεχίζει την προσπάθεια, κολυμπά και φτάνει στην ακτή, αλλά η νέα έχει πεθάνει.

[...]
Ο Κρητικός συνδυάζει τρία βασικά στοιχεία της ανθρώπινης ζωής: την αγάπη για τον γενέθλιο τόπο, τη θρησκευτική πίστη, τον έρωτα. Ο σημερινός αναγνώστης θα αισθανθεί φυσικά την πατριωτική πλευρά, τον αγώνα για την ελευθερία της Κρήτης, όπως και την προσπάθεια του νέου πολεμιστή να σώσει από τον θάνατο την αγαπημένη του. Δυσκολότερα στις μέρες μας θα κατανοηθεί το τρίτο στοιχείο, το μεταφυσικό, το χριστιανικό όραμα μιας μελλοντικής Ανάστασης των νεκρών (το ζεύγος του νέου και της αρραβωνιαστικιάς θα ξανασυναντηθεί τότε ευτυχισμένο). Η ελπίδα της Ανάστασης, όπως διατυπώνεται στην Καινή Διαθήκη από τον Απόστολο Παύλο, βασίζεται στο βαθύτατο ψυχολογικό ανθρώπινο αίτημα για ακύρωση της τρομερής αδικίας που βασιλεύει πάνω στη Γη. Ο Σολωμός μεταβάλλει το δόγμα σε υψηλή ποίηση.


Ως προς τη στιχουργία, στον Κρητικό ο Σολωμός έχει επιτύχει, με τους συνδυασμούς συμφώνων-φωνηέντων και τις συνιζήσεις, μια θαυμαστή μουσικότητα. Εύστοχα παρατήρησε ο Κ.Θ. Δημαράς ότι στον Κρητικό ο ποιητής «εξαϋλώνει» την κρητική στιχουργική παράδοση. Στα τραγούδια της Αναστημένης υπάρχει απήχηση από τον «Παράδεισο» της Θείας Κωμωδίαςτου Dante, όπου οι νεκροί ξαναβρίσκουν τη φωνή τους και ψάλλουν αλληλούια για τον Θεό.

Ο Κρητικός, βάσει της έκδοσης Πολυλά, είχε σημαντική απήχηση στη λογοτεχνία μας. Τον μιμήθηκε, στο περιεχόμενο και τη μορφή, ο Γεράσιμος Μαρκοράς στο αφηγηματικό ποίημά του Ο όρκος, εμπνευσμένο από την επανάσταση της Κρήτης των ετών 1866-1869. Το σολωμικό δίστιχο με ρίμα επηρέασε, ιδίως στο Μήτηρ Θεού, τον Αγγελο Σικελιανό, αλλά με πολύ διαφορετικά αποτελέσματα.
[...]


 Σολωμός, Ο Κρητικός, επίμετρο-σημειώσεις: Στυλιανός Αλεξίου, σειρά Florilegium, Eκδόσεις Κίχλη, 2013

http://www.poema.gr/dokimio.php?id=356

Διονύσιος Σολωμός - H Γυναίκα της Ζάκυνθος

Σωτήρης Σόρογκας (γεν. 1936), εικόνα για τη Γυναίκα της Ζάκυνθος

Διονύσιος Σολωμός - Ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυθος


ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 1
«Ο ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΙΚΡΑΙΝΕΤΑΙ»

1. Ἐγὼ Διονύσιος Ἱερομόναχος, ἐγκάτοικος στὸ ξωκλήσι τοῦ Ἁγίου Λύπιου, γιὰ νὰ περιγράψω ὅ,τι στοχάζουμαι λέγω:

2. Ὅ,τι ἐγύριζα ἀπὸ τὸ μοναστήρι τοῦ Ἅγιου Διονυσίου, ὁποὺ εἶχα πάει γιὰ νὰ μιλήσω μὲ ἕναν καλόγερο, γιὰ κάτι ὑπόθεσες ψυχικές.

3. Καὶ ἤτανε καλοκαίρι, καὶ ἦταν ἡ ὥρα ὁποὺ θολώνουνε τὰ νερά, καὶ εἶχα φθάσει στὰ Τρία Πηγάδια, καὶ ἦταν ἐκεῖ τριγύρου ἡ γῆ ὅλο νερά, γιατὶ πᾶνε οἱ γυναῖκες καὶ συχνοβγάνουνε.

4. Ἐσταμάτησα σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ Τρία Πηγάδια, καὶ ἀπιθώνοντας τὰ χέρια μου στὸ φιλιατρὸ τοῦ πηγαδιοῦ ἔσκυψα νὰ ἰδῶ ἂν ἤτουν πολὺ νερό.

5. Καὶ τὸ εἶδα ὡς τὴ μέση γιομάτο καὶ εἶπα: Δόξα σοι ὁ Θεός.

6. Γλυκιὰ ἡ δροσιὰ ποὺ στέρνει γιὰ τὰ σπλάχνα τοῦ ἀνθρώπου τὸ καλοκαίρι, μεγάλα τὰ ἔργα του καὶ μεγάλη ἡ ἀφχαριστία τοῦ ἄνθρωπου.

7. Καὶ οἱ δίκαιοι κατὰ τὴ θεία Γραφὴ πόσοι εἶναι; Καὶ συλλογίζοντας αὐτὸ ἐπαίξανε τὰ μάτια μου στὰ χέρια μου ὁποὺ ἤτανε ἀπιθωμένα στὸ φιλιατρό.

8. Καὶ θέλοντας νὰ μετρήσω μὲ τὰ δάχτυλα τοὺς δίκαιους, ἀσήκωσα ἀπὸ τὸ φιλιατρὸ τὸ χέρι μου τὸ ζερβί, καὶ κοιτώντας τὰ δάχτυλα τοῦ δεξιοῦ εἶπα: Τάχα νὰ εἶναι πολλά;

9. Καὶ ἀρχίνησα καὶ ἐσύγκρενα τὸν ἀριθμὸ τῶν δικαίων ὁποὺ ἐγνώριζα μὲ αὐτὰ τὰ πέντε δάχτυλα, καὶ βρίσκοντας πῶς ἐτοῦτα ἐπερισσεύανε ἐλιγόστεψα τὸ δάχτυλο τὸ λιανό, κρύβοντάς το ἀνάμεσα στὸ φιλιατρὸ καὶ στὴν ἀπαλάμη μου.

10. Καὶ ἔστεκα καὶ ἐθεωροῦσα τὰ τέσσερα δάχτυλα γιὰ πολλὴ ὥρα, καὶ αἰστάνθηκα μεγάλη λαχτάρα, γιατὶ εἶδα πὼς ἤμουνα στενεμένος νὰ λιγοστέψω, καὶ κοντὰ στὸ λιανό μου δάχτυλο, ἔβαλα τὸ σιμοτινό του στὴν ἴδια θέση.

11. Ἐμνέσκανε τὸ λοιπὸν ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὰ μάτια μου τὰ τρία δάχτυλα μοναχά, καὶ τὰ ἐχτυποῦσα ἀνήσυχα ἀπάνου στὸ φιλιατρὸ γιὰ νὰ βοηθήσω, τὸ νοῦ μου νὰ εὕρει κάνε τρεῖς δίκαιους.

12. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀρχινήσανε τὰ σωθικά μου νὰ τρέμουνε σὰν τὴ θάλασσα ποὺ δὲν ἡσυχάζει ποτέ,

13. ἀσήκωσα τὰ τρία μου ἕρμα δάχτυλα καὶ ἔκαμα τὸ σταυρό μου.

14. Ἔπειτα θέλοντας νὰ ἀριθμήσω τοὺς ἀδίκους, ἔχωσα τὸ ἕνα χέρι μὲς στὴν τσέπη τοῦ ράσου μου καὶ τὸ ἄλλο ἀνάμεσα στὸ ζωνάρι μου, γιατὶ ἐκατάλαβα, ἀλίμονον! πῶς τὰ δάχτυλα δὲν ἐχρειαζόντανε ὁλότελα.

15. Καὶ ὁ νοῦς μου ἐζαλίστηκε ἀπὸ τὸ μεγάλον ἀριθμό· ὅμως μὲ παρηγοροῦσε τὸ νὰ βλέπω πὼς καθένας κάτι καλὸ εἶχε ἀπάνου του. Καὶ ἄκουσα ἕνα γέλιο φοβερὸ μὲς στὸ πηγάδι καὶ εἶδα προβαλμένα δυὸ κέρατα.

16. Καὶ μοῦ ἦρθε στὸ νοῦ μου, περσότερο ἀπὸ ὅλους αὐτούς, ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος, ἡ ὁποία πολεμάει νὰ βλάφτει τοὺς ἄλλους μὲ τὴ γλώσσα καὶ μὲ τὰ ἔργατα, καὶ ἦταν ἔχθρισσα θανάσιμη τοῦ ἔθνους.

17. Καὶ γυρεύοντας νὰ ἰδῶ ἐὰν μέσα σὲ αὐτὴν τὴν ψυχή, εἰς τὴν ὁποίαν ἀναβράζει ἡ κακία τοῦ Σατανᾶ, ἂν ἔπεσε ποτὲ ἡ ἀπεθυμιὰ τοῦ παραμικροῦ καλοῦ,

18. ἔπειτα ποὺ ἐστάθηκα νὰ συλλογιστῶ καλά, ὕψωσα τὸ κεφάλι μου καὶ τὰ χέρια μου στὸν οὐρανὸ καὶ ἐφώναξα: Θέ μου, καταλαβαίνω πὼς γυρεύω ἕνα κλωνὶ ἁλάτι μὲς στὸ θερμό.

19. Καὶ εἶδα πῶς ἐλάμπανε ἀπὸ πάνου μου ὅλα τ᾿ ἄστρα, καὶ ἐξάνοιξα τὴν Ἀλετροπόδα, ὅπου μὲ εὐφραίνει πολύ.

20. Καὶ ἐβιάσθηκα νὰ κινήσω γιὰ τὸ ξωκλήσι τοῦ Ἁγίου Λύπιου, γιατὶ εἶδα πὼς ἐχασομέρησα, καὶ ἤθελα νὰ φθάσω γιὰ νὰ περιγράψω τὴ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος.

21. Καὶ ἰδοὺ καμία δωδεκαριὰ ψωρόσκυλα ποὺ ἠθέλανε νὰ μοῦ ἐμποδίσουν τὸ δρόμο,

22. καὶ μὴ θέλοντας ἐγὼ νὰ τὰ κλοτσοβολήσω γιὰ νὰ μὴν ἐγγίξω τὴν ψώρα καὶ τὰ αἵματα πούχανε, ἐστοχασθήκανε πῶς τὰ σκιάζουμαι,

23. καὶ ἤρθανε βαβίζοντας σιμότερά μου· ὅμως ἐγὼ ἐκαμώθηκα πὼς σκύφτω νὰ πάρω πέτρα,

24. καὶ ἔφυγαν ὅλα καὶ ἐξεθύμαιναν τὰ κακορίζικα ψωριασμένα τὴ λύσσα τους, τὸ ἕνα δαγκώνοντας τὸ ἄλλο.

25. Ἀλλὰ ἕνας ὅπου ἐδιαφέντευε κάποια ἀπὸ τὰ ψωρόσκυλα ἐπῆρε κι αὐτὸς μιὰ πέτρα,

26. καὶ βάνοντας ὁ ἄθεος γιὰ σημάδι τὸ κεφάλι ἐμὲ τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἱερομόναχου δὲν τὸ πίτυχε. Γιατὶ ἀπὸ τὴ βία τὴ μεγάλη, μὲ τὴν ὁποίαν ἐτίναξε τὴν πέτρα, ἐστραβοπάτησε καὶ ἔπεσε.

27. Ἔτσι ἐγὼ ἔφτασα στὸ κελὶ τοῦ Ἁγίου Λύπιου παρηγορημένος ἀπὸ τὲς μυρωδὶες τοῦ κάμπου, ἀπὸ τὰ γλυκότρεχα νερὰ καὶ ἀπὸ τὸν ἀστρόβολον οὐρανό, ὁ ὁποῖος ἐφαινότουνα ἀπὸ πάνου ἀπὸ τὸ κεφάλι μου μία Ἀνάσταση.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 2
Ο IΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΠΟΛΕΜΑΕΙ ΝΑ ΠΑΡΗΓΟΡΗΘΕΙ

1. Τὸ λοιπὸν τὸ κορμὶ τῆς γυναικὸς ἤτανε μικρὸ καὶ παρμένο,

2. καὶ τὸ στῆθος σχεδὸν πάντα σημαδεμένο ἀπὸ τὲς ἀβδέλλες ποὺ ἔβανε γιὰ νὰ ρουφήξουν τὸ τηχτικό, καὶ ἀπὸ κάτου ἐκρεμόντανε δυὸ βυζιὰ ὡσὰν καπνοσακοῦλες.

3. Καὶ αὐτὸ τὸ μικρὸ κορμὶ ἐπερπατοῦσε γοργότατα, καὶ οἱ ἁρμοί της ἐφαινόντανε ξεκλείδωτοι.

4. Εἶχε τὸ μοῦτρο της τὴ μορφὴ τοῦ καλαποδιοῦ, καὶ ἔβλεπες ἕνα μεγάλο μάκρο ἂν ἐκύτταζες ἀπὸ τὴν ἄκρη τοῦ πηγουνιοῦ ὡς τὴν ἄκρη τοῦ κεφαλιοῦ,

5. εἰς τὴν ὁποία ἤτανε μιὰ πλεξίδα στρογγυλοδεμένη καὶ ἀπὸ πάνου ἕνα χτένι θεόρατο.

6. Καὶ ὅποιος ἤθελε σιμώσει τὴν πιθαμὴ γιὰ νὰ μετρήσει τὴ γυναίκα, ἤθελ᾿ εὕρει τὸ τέταρτο τοῦ κορμιοῦ στὸ κεφάλι.

7. Καὶ τὸ μάγουλό της ἐξερνοῦσε σάγριο, τὸ ὁποῖο ἦταν πότε ζωντανὸ καὶ πότε πονιδιασμένο καὶ μαραμένο.

8. Καὶ ἄνοιγε κάθε λίγο ἕνα μεγάλο στόμα γιὰ ν᾿ ἀναγελάσει τοὺς ἄλλους, καὶ ἔδειχνε τὰ κάτου δόντια τὰ μπροστινὰ μικρὰ καὶ σάπια, ποὺ ἐσμίγανε μὲ τὰ ἀπάνου πούτανε λευκότατα καὶ μακριά.

9. Καὶ μόλον ποὔτανε νιά, οἱ μηλίγγοι καὶ τὸ μέτωπο καὶ τὰ φρύδια καὶ ἡ κατεβασιὰ τῆς μύτης γεροντίστικα.

10. Πάντα γεροντίστικα, ὅμως ξεχωριστὰ ὅταν ἀκουμποῦσε τὸ κεφάλι της εἰς τὸ γρόθο τὸ δεξὴ μελετώντας τὴν πονηριά.

11. Καὶ αὐτὴ ἡ θωριὰ ἡ γεροντίστικη ἤτανε ζωντανεμένη ἀπὸ δυὸ μάτια λαμπρὰ καὶ ὁλόμαυρα, καὶ τὸ ἕνα ἤτανε ὀλίγο ἀλληθώρικο,

12. καὶ ἐστριφογυρίζανε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ γυρεύοντας τὸ κακό, καὶ τὸ βρίσκανε καὶ ὅπου δὲν ἤτουν.

13. Καὶ μὲς στὰ μάτια της ἄστραφτε ἕνα κάποιον τι ποὺ σ᾿ ἔκανε νὰ στοχασθεῖς ὅτι, ἡ τρελάδα ἢ εἶναι λίγο ποὺ τὴν ἄφησε ἢ κοντεύει νὰ τὴν κυτριμίσει.

14. Καὶ τούτη ἦταν ἡ κατοικία τῆς ψυχῆς της τῆς πονηρῆς καὶ τῆς ἁμαρτωλῆς.

15. Καὶ ἐφανέρωνε τὴν πονηρία καὶ μιλώντας καὶ σιωπώντας.

16. Καὶ ὅταν ἐμιλοῦσε κρυφὰ γιὰ νὰ βλάψει τὴ φήμη τοῦ ἀνθρώπου, ἔμοιαζε ἡ φωνή της μὲ τὸ ψιθύρισμα τοῦ ψαθιοῦ πατημένου ἀπὸ τὸ πόδι τοῦ κλέφτη.

18. Καὶ ὅταν ἐμίλειε δυνατά, ἐφαινότουνα ἡ φωνή της ἐκείνη ὁποὺ κάνουν οἱ ἄνθρωποι γιὰ νὰ ἀναγελάσουν τοὺς ἄλλους.

19. Καὶ μολοντοῦτο, ὅταν ἤτουν μοναχή, ἐπήγαινε στὸν καθρέφτη, καὶ κοιτώντας ἐγέλουνε κ᾿ ἔκλαιε,

20. καὶ ἐθάρρειε πὼς εἶναι ἡ ὡραιότερη ἀπ᾿ ὅσες εἶναι στὰ Ἑφτάνησα.

21. Καὶ ἦταν γιὰ νὰ χωρίζει ἀνδρόγυνα καὶ ἀδέλφια ἐπιδέξια σὰν τὸ Χάρο.

22. Καὶ ὅταν ἔβλεπε στὸν ὕπνο της τὸ ὡραῖο κορμὶ τῆς ἀδελφῆς της ἐξύπναε τρομασμένη.

23. Ὁ φθόνος, τὸ μίσος, ἡ ὑποψία, ἡ ψευτιὰ τῆς ἐτραβούσανε πάντα τὰ σωθικά,

24. Σὰν τὰ βρωμόπαιδα τῆς γειτονιᾶς τὰ βλέπεις ξετερολοϊσμένα καὶ λερωμένα νὰ σημαίνουν τὰ σήμαντρα τοῦ πανηγυριοῦ καὶ βουρλίζουν τὸν κόσμο.

* * *

25. Ἀλλὰ μιλώντας πάντα γιὰ τὰ κακὰ τῶν ἄλλων γυναικῶν ἔσωσε ὁ νοῦς της καὶ ἐπυρώθηκε,

26. καὶ αἰσθανότουνα μία κάποια γλυκάδα εἰς τὸ νὰ τὰ ξαναμελετάει μονάχη της.

27. Μολοντοῦτο ἐβαστιότουνα ἀπὸ τὰ κακὰ ἔργατα.

28. Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἀγρίκουνε ποὺ τὴν ἔλεγαν ἄσχημη, ἐβλάφθηκε ἡ φιλαυτία της καὶ ἐκριμάτισε καὶ στὸ τέλος δὲν εἶχε κράτο κτλ.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 3
ΟΙ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙΤΙΣΣΕΣ

1. Καὶ ἐσυνέβηκε αὐτὲς τὲς ἡμέρες ὁποὺ οἱ Τοῦρκοι ἐπολιορκοῦσαν τὸ Μισολόγγι καὶ συχνὰ ὀλημερνὶς καὶ καπότε ὀληνυχτὶς ἔτρεμε ἡ Ζάκυνθο ἀπὸ τὸ κανόνισμα τὸ πολύ.

2. Καὶ κάποιες γυναῖκες Μισολογγίτισσες ἐπερπατοῦσαν τριγύρω γυρεύοντας γιὰ τοὺς ἄνδρες τους, γιὰ τὰ παιδιά τους, γιὰ τ᾿ ἀδέλφια τους ποὺ ἐπολεμούσανε.

3. Στὴν ἀρχὴ ἐντρεπόντανε νἄβγουνε καὶ ἐπροσμένανε τὸ σκοτάδι γιὰ ν᾿ ἁπλώσουν τὸ χέρι, ἐπειδὴ δὲν ἤτανε μαθημένες.

4. Καὶ εἴχανε δούλους καὶ εἴχανε σὲ πολλὲς πεδιάδες καὶ γίδια καὶ πρόβατα καὶ βόϊδα πολλά.

5. Καὶ ἀκολούθως ἐβιαζόντανε καὶ ἐσυχνοτηράζανε ἀπὸ τὸ παρεθύρι τὸν ἥλιο πότε νὰ βασιλέψη γιὰ νἄβγουνε.

6. Ἀλλὰ ὅταν ἐπερισσέψανε οἱ χρεῖες ἐχάσανε τὴν ντροπή, ἐτρέχανε ὀλημερνίς.

7. Καὶ ὅταν ἐκουραζόντανε ἐκαθόντανε στ᾿ ἀκρογιάλι κι ἀκούανε, γιατὶ ἐφοβόντανε μὴν πέσει τὸ Μισολόγγι.

8. Καὶ τὲς ἔβλεπε ὁ κόσμος νὰ τρέχουνε τὰ τρίστρατα, τὰ σταυροδρόμια, τὰ σπίτια, τὰ ἀνώγια καὶ τὰ χαμώγια, τὲς ἐκκλησίες, τὰ ξωκλήσια γυρεύοντας.

9. Καὶ ἐλαβαίνανε χρήματα, πανιὰ γιὰ τοὺς λαβωμένους.

10. Καὶ δὲν τοὺς ἔλεγε κανένας τὸ ὄχι, γιατὶ οἱ ρώτησες τῶν γυναικῶν ἤτανε τὲς περσότερες φορὲς συντροφευμένες ἀπὸ τὲς κανονιὲς τοῦ Μισολογγιοῦ καὶ ἡ γῆ ἔτρεμε ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὰ πόδια μας.

11. Καὶ οἱ πλέον πάμπτωχοι ἐβγάνανε τὸ ὀβολάκι τους καὶ τὸ δίνανε καὶ ἐκάνανε τὸ σταυρό τους κοιτάζοντας κατὰ τὸ Μισολόγγι καὶ κλαίοντας.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 4
ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ ΤΟΥ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙΟΥ ΔΙΑΚΟΝΕΥΟΥΝΕ
ΚΑΙ Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΕΧΕΙ ΔΟΥΛΕΙΑ

1. Ὡστόσο ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος εἶχε στὰ γόνατα τὴ θυγατέρα της καὶ ἐπολέμαε νὰ τὴν καλοπιάσει.

2. Ἔβαλε λοιπὸν τὸ ζουρλάδι τὰ μαλλιά της ἀπὸ πίσω ἀπὸ τ᾿ αὐτιά, γιατὶ ἡ ἀνησυχία της τἄχε πετάξει, καὶ ἔλεγε φιλώντας τὰ μάτια τῆς θυγατρός της:

3. «Μάτια μου, ψυχή μου, νὰ γένεις καλή, νὰ πανδρευθεῖς, καὶ νὰ βγαίνουμε καὶ νὰ μπαίνουμε, καὶ νὰ βλέπουμε τὸν κόσμο, καὶ νὰ καθόμαστε μαζὶ στὸ παρεθύρι νὰ διαβάζουμε τὴ θεία Γραφὴ καὶ τὴ Χαλιμά».

4. Καὶ ἀφοῦ τὴν ἐχάϊδεψε καὶ τῆς φίλησε τὰ μάτια καὶ τὰ χείλια, τὴν ἄφησε ἀπάνου στὴν καθίκλα λέοντάς της: Νὰ καὶ ἕνα καθρεφτάκι καὶ κοιτάξου ποὺ εἶσ᾿ ὄμορφη καὶ μοῦ μοιάζεις.

5. Καὶ ἡ κόρη ποὺ δὲν ἤτανε μαθημένη μὲ τὰ καλὰ ἡσύχασε, καὶ ἀπὸ τὴ χαρά της ἐδάκρυσε.

6. Καὶ ἰδοὺ μεγάλη ταραχὴ ποδιῶν, ὁποὺ πάντοτες αὔξαινε.

7. Καὶ ἐσταμάτησε κοιτάζοντας κατὰ τὴ θύρα καὶ φουσκώνοντας τὰ ρουθούνια της.

8. Καὶ ἰδοὺ παρεσιάζουνται ὀμπρός της οἱ γυναῖκες τοῦ Μισολογγιοῦ. Ἐβάλανε τὸ δεξί τους στὰ στήθια καὶ ἐπροσκυνήσανε· καὶ ἐμείνανε σιωπηλὲς καὶ ἀκίνητες.

9. «Και ἔτσι δά, πῶς; Τί κάνουμε; θὰ παίξουμε; Τί ὁρίζετε, κυράδες; Ἐκάμετε ἀναβαίνοντας τόση ταραχὴ μὲ τὰ συρτοπάπουτσα, ποὺ λογιάζω πὼς ἤρθετε νὰ μοῦ δώσετε προσταγές».

10. Καὶ ὅλες ἐμείνανε σιωπηλὲς καὶ ἀκίνητες· ἀλλὰ μία εἶπε: «Ἂμ᾿ ἔχεις δίκαιο. Εἶσαι στὴν πατρίδα σου καὶ στὸ σπίτι σου, καὶ μεῖς εἴμαστε ξένες καὶ ὅλο σπρώξιμο θέλουμε».

11. Καὶ ἐτότες ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος τὴν ἀντίσκοψε καὶ ἀποκρίθηκε: «Κυρὰ δασκάλα, ὅλα τὰ χάσετε, ἀλλὰ ἀπὸ ἐκεῖνο ποὺ ἀκούω ἡ γλώσσα σᾶς ἔμεινε.

12. »Εἶμαι στὴν πατρίδα μου καὶ στὸ σπίτι μου; Καὶ ἡ ἀφεντιά σου δὲν ἤσουνα στὴν πατρίδα σου καὶ στὸ σπίτι σου;

13. »Καὶ τί σᾶς ἔλειπε, καὶ τί κακὸ εἴδετε ἀπὸ τὸν Τοῦρκο; Δὲ σᾶς ἄφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Καὶ δόξα σοι ὁ θεὸς εἴχετε περσότερα ἀπὸ ἐκεῖνα ποὺ ἔχω ἐγώ.

14. »Σᾶς εἶπα ἐγὼ ἴσως νὰ χτυπήσετε τὸν Τοῦρκο, ποὺ ἐρχόστενε τώρα σὲ μὲ νὰ μοῦ γυρέψετε καὶ νὰ μὲ βρίσετε;

15. »Ναίσκε! Ἐβγήκετε ὄξω νὰ κάμετε παλληκαριές. Οἱ γυναῖκες ἐπολεμούσετε (ὄμορφο πρᾶμα ποὺ ἤθελ᾿ ἤσθενε μὲ τουφέκι καὶ μὲ βελέσι· ἢ ἐβάνετε καὶ βρακί;). Καὶ κάτι ἐκάμετε στὴν ἀρχή, γιατὶ ἐπήρετε τὰ ἄτυχα παλληκάρια τῆς Τουρκιᾶς ξάφνου.

16. »Και πῶς ἐμπόρειε ποτὲ τοῦ νὰ ὑποφτευθεῖ τέτοια προδοσία; Τὄθελε ὁ Θεός; Δὲν ἀνακατωνόστενε μὲ δαῦτον μέρα καὶ νύχτα;

17. »Τόσο κάνει καὶ ἐγὼ νὰ μπήξω τὸ μαχαίρι μὲς στὸ ξημέρωμα στὸ λαιμὸ τοῦ ἀνδρός μου (ποὺ νὰ τόνε πάρει ὁ διάολος).

18. »Και τώρα ποὺ βλέπετε πὼς πᾶνε τὰ πράματά σας κακά, θέλτε νὰ πέσει τὸ βάρος ἀπάνου μου.

19. »Καλή, μὰ τὴν ἀλήθεια. Αὔριο πέφτει τὸ Μισολόγγι, βάνουνε σὲ τάξη τὴν Ἑλλάδα τὴ ζουρλὴ οἱ βασιλιάδες, εἰς τοὺς ὁποίους ἔχω ὅλες μου τὲς ἐλπίδες,

20. »καὶ ὅσοι μείνουνε ἀπὸ τὸν ξολοθρεμὸ ἔρχονται στὴ Ζάκυνθο νὰ τοὺς θρέψουμε, καὶ μὲ τὴν κοιλιὰ γιομάτη μας βρίζουνε».

21. Λέοντας ἐσιώπησε ὀλίγο κοιτάζοντας μὲς στὰ μάτια τὲς γυναῖκες τοῦ Μισολογγιοῦ.

22. «Και ἔτσι ξέρω καὶ μιλῶ καὶ ἐγώ, ναὶ ἢ ὄχι; Καὶ τώρα δὰ τί ἀκαρτερεῖτε; Εὑρήκετε ἴσως εὐχαρίστηση νὰ μὲ ἀκοῦτε νὰ μιλῶ;

23. »Ἐσεῖς δὲν ἔχετε ἄλλη δουλειὰ παρὰ νὰ ψωμοζητᾶτε. Καί, νὰ ποῦμε τὴν ἀλήθεια, στοχάζουμαι πῶς θὲ νἆναι μιὰ θαράπαψη γιὰ ὅποιον δὲν ντρέπεται.

24. »Ἀλλά ἐγὼ ἔχω δουλειά. Ἀκοῦστε; ἔχω δουλειά». Καὶ φωνάζοντας τέτοια δὲν ἤτανε πλέον τὸ τριπίθαμο μπουρίκι, ἀλλὰ ἐφάνηκε σωστή.

25. Γιατὶ ἀσηκώθηκε μὲ μεγάλο θυμὸ στὴν ἄκρη τῶν ποδιῶν, καὶ μόλις ἄγγισε τὸ πάτωμα καὶ ἐγκρίλωσε τὰ μάτια, καὶ τὸ ἄβλαφτο μάτι ἐφάνηκε ἀλληγορικὸ καὶ τὸ ἀλληθώρικο ἔσιαξε. Καὶ ἐγίνηκε σὰν τὴν προσωπίδα τὴν ὕψινη ὁποὺ χύνουνε οἱ ζωγράφοι εἰς τὰ πρόσωπα τῶν νεκρῶν γιὰ νά...

26. Καὶ ὅποιος τὴν ἔβλεπε νὰ ξανάρθει στὴν πρώτη της μορφὴ ἔλεγε: Ὁ διάβολος ἴσως τὴν εἶχε ἀδράξει, ἀλλὰ ἐμετάνιωσε καὶ τὴν ἄφησε, γιὰ τὸ μίσος ποὺ ἔχει τοῦ κόσμου.

27. Καὶ ἡ θυγατέρα της κοιτάζοντάς την ἐφώναξε· καὶ οἱ δοῦλοι ἐξαστόχησαν τὴν πείνα τους, καὶ οἱ γυναῖκες τοῦ Μισολογγιοῦ ἐκατέβηκαν χωρὶς νὰ κάμουνε ταραχή.

28. Ἐτότες ἡ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος βάνοντας τὴν ἀπαλάμη ἀπάνου στὴν καρδιά της καὶ ἀναστενάζοντας δυνατά, εἶπε:

29. »Πως μοῦ χτυπάει, Θέ μου, ἡ καρδιά, ποὺ μοῦ ἔπλασες τόσο καλή!

30. »Μὲ συγχύσανε αὐτὲς οἱ πόρνες! Ὅλες οἱ γυναῖκες τοῦ κόσμου εἶναι πόρνες.

31. »Ἀλλά ἐσύ, κόρη μου, δὲ θὲ νἆσαι πόρνη σὰν τὴν ἀδελφή μου καὶ σὰν τὶς ἄλλες γυναῖκες τοῦ τόπου μου!

32. »Κάλλιο θάνατος. Καὶ ἐσύ, μάτια μου, ἐσκιάχθηκες. Ἔλα, στάσου ἥσυχη, γιατὶ ἂν ἀναδευτεῖς ἀπὸ αὐτὴν τὴν καθίκλα, κράζω εὐθὺς ὀπίσω ἐκεῖνες τὲς στρίγλες καὶ σὲ τρῶνε».

33. Καὶ οἱ δοῦλοι εἶχαν πάγει στὸ μαγερειὸ χωρὶς νὰ καρτερέσουν τὴν προσταγὴ τῆς γυναικός, καὶ ἐκεῖ ἄρχισαν νὰ μιλοῦν γιὰ τὴν πείνα τους.

34. Καὶ ἡ γυναίκα ἐτότες ἐμπῆκε στὸ δῶμα της.

35. Καὶ σὲ λίγο ἔγινε μεγάλη σιωπὴ καὶ ἄκουσα τὸ κρεβάτι νὰ τρίξει πρῶτα λίγο καὶ κατόπι πολύ. Καὶ ἀνάμεσα στὸ τρίξιμο ἐβγαίνανε λαχανιάσματα καὶ γογγυσμοί.

36. καθὼς κάνουν οἱ βαστάζοι ὅταν οἱ κακότυχοι ἔχουν βάρος εἰς τὴν πλάτη τους ἀνυπόφορτο.

37. Καὶ ἔφυγα ἀπὸ τὴν πέτρα τοῦ σκανδάλου ἐγὼ Διονύσιος Ἱερομόναχος. Καὶ ὅ,τι ἔβγαινα ἀπὸ τὴ θύρα τοῦ σπιτιοῦ ἀπάντηξα τὸν ἄνδρα τῆς γυναικὸς ὁποὺ ἀνέβαινε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 5
ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΑΠΑΝΟΥ ΣΤΟ ΠΕΣΙΜΟ ΤΟΥ ΜΙΣΟΛΟΓΓΙΟΥ

1. Καὶ ἀκολούθησα τὲς γυναῖκες τοῦ Μισολογγιοῦ, οἱ ὁποῖες ἐστρωθήκανε στ᾿ ἀκρογιάλι, καὶ ἐγὼ ἤμουνα ἀπὸ πίσω ἀπὸ μιὰ φράχτη καὶ ἐκοίταζα.

2. Καὶ κάθε μία ἔβαλε τὸ χέρι καὶ ἔβγαλε ὅ,τι κι ἂν ἑμάζωξε, καὶ ἐκάμανε ἕνα σωρό.

3. Καὶ μία ἀπ᾿ αὐτὲς ἀπλώνοντας τὸ χέρι καὶ ψηλαφίζοντας τὸ γιαλό: Ἀδερφάδες, ἐφώναξε,

4. ἀκοῦτε, ἂν ἔκαμε ποτὲ τέτοιο σεισμὸ σὰν καὶ τώρα, τὸ Μισολόγγι ἴσως νικάει, ἴσως πέφτει.

5. Καὶ ἐκίνησα γιὰ νὰ φύγω καὶ εἶδα ἀπὸ πίσω ἀπὸ τὴν ἐκκλησία (ἰδὲς πῶς τὴ λένε) μιὰ γριούλα, ὁποὺ εἶχε στήσει ἀνάμεσα στὰ χόρτα μικρὰ κεράκια καὶ ἔκαιε λιβάνι· καὶ τὰ κεράκια στὴν πρασινάδα ἐλάμπανε καὶ τὸ λιβάνι ἀνέβαινε.

6. Καὶ ἀσήκωνε τὰ ξερόχερα παίρνοντας ἀπὸ τὸ λιβάνι καὶ κλαίοντας, καὶ ἀναδεύοντας τὸ ξεδοντιασμένο στόμα ἐπαρακάλειε.

7. Κ᾿ ἐγὼ ἄκουγα μέσα μου μεγάλη ταραχὴ καὶ μὲ συνεπῆρε τὸ πνεῦμα στὸ Μισολόγγι. Καὶ δὲν ἔβλεπα μήτε τὸ κάστρο, μήτε τὸ στρατόπεδο, μήτε τὴ λίμνη, μήτε τὴ θάλασσα, μήτε τὴ γῆ ποὺ ἐπάτουνα, μήτε τὸν οὐρανό· πολιορκούμενους καὶ πολιορκισμένους καὶ ὅλα τὰ ἔργα τους καὶ ὅλα τὰ πάντα τὰ ἐκατασκέπαζε μαυρίλα καὶ πίσσα.

8. Καὶ ὕψωσα τὰ μάτια καὶ τὰ χέρια κατὰ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ κάμω δέηση μὲ ὅλη τὴ θερμότητα τῆς ψυχῆς, καὶ εἶδα φωτισμένη ἀπὸ μίαν ἀκατάπαυστη σπιθοβολὴ μία γυναίκα μὲ μιὰ λύρα στὸ χέρι ποὺ ἐσταμάτησε ἀνάερα μὲς στὴν καπνούρα.

9. Καὶ μόλις ἔλαβα καιρὸ νὰ θαμάξω γιὰ τὸ φόρεμά της ποὺ ἤτανε μαῦρο σὰν τοῦ λαγοῦ τὸ αἷμα, γιὰ τὰ μάτια της, κτλ., ἐσταμάτησε ἡ γυναίκα μὲς στὴν καπνούρα καὶ ἐκοίταε τὴ μάχη, καὶ ἡ μύρια σπίθα ὁποὺ πετιέται ψηλὰ ἐγγίζει τὸ φόρεμά της καὶ σβένεται.

10. Ἅπλωσε τὰ δάχτυλα στὴ λύρα καὶ τὴν ἄκουσα νὰ ψάλει τὰ ἀκόλουθα:

Τὸ χάραμα ἐπῆρα
Τοῦ ἥλιου τὸ δρόμο
Κρεμώντας τὴ λύρα
Τὴ δίκαιη στὸν ὤμο.
Κι ἀπ᾿ ὅπου χαράζει
Κι᾿ ὡς ὅπου βυθᾶ κτλ.

11. Καὶ ὅ,τι εἶχε ἀποτελειωμένα τὰ λόγια της ἡ Θεά, οἱ δικοί μας ἐκάνανε φοβερὲς φωνὲς γιὰ τὴ νίκη ποὺ ἐκάμανε. Καὶ οἱ δικοί μας καὶ ὅλα μου ἔγιναν ἄφαντα, καὶ τὰ σωθικά μου πάλι φοβερὰ ἐταραχθήκανε καὶ μοῦ φάνηκε πῶς ἐκουφάθηκα καὶ ἐστραβώθηκα.

12. Καὶ σὲ λίγο εἶδα ὀμπρός μου τὴ γριούλα ὁποὺ ἔλεγε: Δόξα σοὶ ὁ Θεός, Ἱερομόναχε, ἔλεα πὼς κάτι σοῦρθε. Σ᾿ ἔκραξα, σ᾿ ἐκούνησα, καὶ δὲν ἄκουγες τίποτες, καὶ τὰ μάτια σου ἐσταμάτιζαν στὸν ἀέρα, ἐνῶ τώρα στὰ στερνὰ ἡ γῆς ἐσκιρτοῦσε σὰν τὸ χόχλο στὸ νερὸ ποὺ ἀναβράζει. Τώρα ὅ,τι ἔπαψε ποὺ ἐτελειώσανε τὰ κεράκια καὶ τὸ λιβάνι. Λὲς οἱ δικοί μας νὰ ἐκερδέσανε;

13. Καὶ ἐκίνησα μὲ τὸ Χάρο μὲς στὴν καρδιά μου νὰ φύγω. Καὶ ἡ γριούλα ἔπειτα ποὺ φίλησε τὸ χέρι κάνοντας μία μετάνοια εἶπε: Καὶ τί παγωμένο ποὖναι τὸ χέρι σου.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 6
ΤΟ ΜΕΛΛΟΝΤΑ ΓΕΝΑΜΕΝΟ ΠΑΡΟΝ. Η ΚΑΚΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ

1. Καὶ ἐκοίταξα τριγύρου καὶ δὲν ἔβλεπα τίποτες καὶ εἶπα:

2. Ὁ Κύριος δὲ θέλει νὰ ἰδῶ ἄλλο. Καὶ γυρίζοντας τὸ πρόσωπο ὁποὺ ἦταν οἱ πλάτες μου ἐκίνησα γιὰ νὰ πάω στὸν Ἅι-Λύπιο.

3. Ἀλλὰ ἄκουσα νὰ τρέμει ἡ γῆς ἀπὸ κάτου ἀπὸ τὰ πόδια μου, καὶ πλῆθος ἀστραπὲς ἐγιόμοζαν τὸν ἀέρα πάντα αὐξαίνοντας τῇ γοργότητᾳ καὶ τῇ λάμψῃ. Καὶ ἐσκιάχθηκα, γιατὶ ἡ ὥρα ἤτανε κοντὰ στ᾿ ἄγρια μεσανύχτια.

4. Τόσο, ποὺ ἔσπρωξα ὀμπρὸς τὰ χέρια μου, καθὼς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὁποὺ δὲν ἔχει τὸ φῶς του.

5. Καὶ εὑρέθηκα ὀπίσω ἀπὸ ἕναν καθρέφτη, ἀνάμεσα σ᾿ αὐτόνε καὶ στὸν τοῖχο. Καὶ ὁ καθρέφτης εἶχε τὸν ψῆλο τοῦ δώματος.

6. Καὶ μιὰ φωνὴ δυνατὴ καὶ ὀγλήγορη μοῦ ἐβάρεσε τὴν ἀκουὴ λέγοντας:

7. Ὦ Διονύσιε Ἱερομόναχε, τὸ μέλλοντα θὲ νὰ γίνει τώρα γιὰ σὲ παρόν. Ἀκαρτέρει καὶ βλέπεις ἐκδίκησην Θεοῦ.

8. Καὶ μιὰ ἄλλη φωνή μου εἶπε τὰ ἴδια λόγια τραυλίζοντας.

9. Καὶ αὐτὴ ἡ δεύτερη φωνὴ ἤτανε ἑνοῦ γέρου ποὺ ἀπέθανε καὶ εἶχα γνωρίσει. Καὶ ἐθαύμαξα γιατὶ ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ ἄκουσα τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ τραυλίζει. Καὶ ἄκουσα ἕνα τρίτο μουρμουρητὸ ποὺ ἐφαινότουνα μία φυσηματιὰ μὲς στὸν καλαμιώνα, ὅμως δὲν ἄκουσα λόγια.

10. Καὶ ἐκοίταξα ἀνάερα γιὰ νὰ ξανοίξω ποὖθεν ἐβγαίνανε αὐτὲς οἱ φωνές, καὶ δὲν εἶδα παρὰ τοὺς δυὸ χοντροὺς καὶ μακρίους πέρονους ποὺ ἐβγαίνανε ἀπὸ τὸν τοῖχο, στοὺς ὁποίους ἀκουμποῦσε ὁ καθρέφτης δεμένος ἀπὸ τὴ μέση.

11. Καὶ ἀναστενάζοντας βαθιά, καθὼς κάνει ὁ ἄνθρωπος ὁποὺ βρίσκεται γερασμένος, ἀγρίκησα μυρωδία ἀπὸ λείψανο.

12. Καὶ ἐβγήκα ἀπὸ κεῖ καὶ ἐκοίταξα τριγύρω καὶ εἶδα.

13. Εἶδα ἀντίκρυ ἀπὸ τὸν καθρέφτη στὴν ἄκρη τῆς κάμερας ἕνα κρεβάτι, καὶ κοντὰ στὸ κρεβάτι ἕνα φῶς. Καὶ ἐφαινότουνα πῶς δὲν ἤτουνα μὲς στὸ κρεβάτι τίποτες, καὶ ἀπάνου ἤτανε πολλὴ μύγα κουλουμωτή.

14. Καὶ ἀπάνου στὸ προσκέφαλο εἶδα σὰ μιὰ κεφαλὴ ἀκίνητη καὶ καὶ λιανὴ σὰν ἐκεῖνες ποὺ κάνουνε στὰ χέρια καὶ στὰ στήθια οἱ πελαγίσιοι με τὸ βελόνι.

15. Καὶ εἶπα μέσα μου: Ὁ Κύριος μοῦ ἔστειλε ἐτούτη τὴ θέα γιὰ σύμβολο σκοτεινὸ τῆς θέλησής του.

16 Γιὰ τοῦτο ἐγώ, παρακαλώντας θερμὰ τὸν Κύριον νὰ καταδεχτεῖ νὰ μὲ βοηθήσει γιὰ νὰ καταλάβω αὐτὸ τὸ σύμβολο, ἐσίμωσα τὸ κρεβάτι.

17. Καὶ κάτι ἀναδεύτηκε μὲς στὰ σεντόνια τὰ λερωμένα καὶ ξεντερολοϊσμένα καὶ αἱματωμένα.

18. Καὶ κοιτάζοντας καλύτερα στὴν εἰκόνα τοῦ προσκέφαλου ἐταραχθήκανε τὰ σωθικά μου, γιατὶ ἀπὸ ἕνα κίνημα ποὺ ἔκαμε μὲ τὸ στόμα ἐγνώρισα τὴ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος ποὺ ἐκοιμότουνα σκεπασμένη ἀπὸ τὸ σεντόνι ὡς τὸ λαιμό, ὅλη φθαρμένη ἀπὸ τὸ τηχτικό.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 7
ΔΕ ΣΟΥ ΔΙΝΩ ΜΗΤΕ ΕΝΑ ΨΙΧΑΛΟ

1. Ἀλλὰ ἐκαλοκοίταξα ἐκεῖνον τὸν ὕπνο καὶ ἐκατάλαβα ποὺ ἤθελε βαστάξει λίγο, γιὰ νὰ δώσει τόπο τοῦ ἀλλουνοῦ ποὖναι χωρὶς ὀνείρατα.

2. Καὶ ἐπειδὴ ἐκεῖ μέσα δὲν ἤτανε οὔτε φίλος οὔτε δικός, οὔτε γιατρὸς οὔτε πνεματικός, ἐγὼ Διονύσιος Ἱερομόναχος ἔσκυψα καὶ μὲ τὰ καλὰ τῆς ἔλεγα νὰ ξαγορευθεῖ.

3. Καὶ αὐτὴ ἐμισάνοιξε τὸ στόμα της καὶ ἔδειξε τὰ δόντια της ἀκλουθώντας νὰ κοιμᾶται.

4. Καὶ ἰδοὺ ἡ πρώτη φωνὴ ἡ ἀγνώριστη ποὺ μοὖπε στὸ δεξὶ αὐτί: Ἡ δύστυχη θρέφει πάντα στὸ νοῦ της φοῦρκες, φυλακὲς καὶ Τούρκους ποὺ νικᾶνε καὶ Γραικοὺς ποὺ σφάζονται.

5. Τούτη τὴ στιγμὴ βλέπει στὸν ὕπνο της τὸ πρᾶγμα ποὺ πάντοτες ἀπεθύμουνε, ἤγουν τὴν ἀδελφή της ποὺ διακονεύει, καὶ γιὰ τοῦτο τὴν εἶδες τώρα ποὺ ἐχαμογέλασε.

6. Καὶ ἡ δεύτερη φωνὴ ποὺ ἐγνώριζα ἐξανάειπε τὰ ἴδια λόγια τραυλίζοντας καὶ κάνοντας ἕνα σωρὸ ὅρκους καθὼς ἀπὸ ζώντας ἐσυνηθοῦσε:

7. Ἀλήθεια, μὰ-μὰ-μαα-μὰ τὴν Παναγιά, ἄκουσ᾿ ἐδῶ, ἀααλήθεια, μμμὰ τὸν Ἅι-Νικόλα ἄκουσ᾿ ἐδῶ, ἀλλλήθεια, ἄκουσ᾿ ἐδῶ, μὰ τὸν Ἅι-Σπυ-σπυρί-δωνα ἀλήθεια, μὰ τ᾿ ἀγναχραρα-χραχρα-γράχναντα μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἰδοὺ πάλι τὸ μουρμουρητὸ ποὺ ἐφαινότουνα ἡ φυσηματιὰ μὲς στὸν καλαμιῶνα.»

8. Ξάφνου ἡ γυναίκα ἔβγαλε τὸ χέρι ἀπὸ τὸ σεντόνι καὶ ἐχτύπησε, καὶ οἱ μύγες ἀσηκωθήκανε.

9. Καὶ ἀνάμεσα στὴ βουὴ ὁποὺ ἐκάνανε ἄκουσα τὴ φωνὴ τῆς γυναικὸς ὁποὺ ἐφώναξε: Ὄξω, πόρνη, ἀπὸ δῶ. Δέ σου δίνω μήτε ἕνα ψίχαλο.

10. Καὶ ἐτίναξε τὸ χέρι ὄξω ἀπὸ τὸ κρεβάτι σὰ γιὰ νὰ διώξει μακριὰ τὴν ἀδελφή της ποὺ τῆς φαινότουνα πῶς ἦλθε νὰ διακονέψει.

11. Καὶ ἐξεσκεπάσθηκε σχεδὸν ὅλη ἀπὸ τὸ λερωμένο σεντόνι καὶ ἐφάνηκε ἕνα ψοφογάτσουλο ὁποὺ ξετρουπώνει ἀπὸ τὴν κροπιὰ ἕνας ἀνεμοστρούφουλας.

12. Ἀλλὰ ἐχτύπησε τὸ χέρι της σὲ μιὰ κάσα πεθαμένου, ποὺ εὑρέθηκε ἐκεῖ ξάφνου, καὶ ἐκόπηκε τὸ ὄνειρο τῆς ἁμαρτωλῆς.

13. Καὶ ἄνοιξε τὰ μάτια της, καὶ βλέποντας τὴν κάσα ἀνατρίχιασε, γιατὶ ἐσκιάχθηκε μὴ τὴ βάλανε ἐκεῖ στοχάζοντάς τηνε πεθαμένη.

14. Καὶ ἑτοιμαζότουνα νὰ φωνάξει δυνατὰ γιὰ νὰ δείξει πῶς δὲν ἀπέθανε, ἀλλὰ ἰδοὺ προβαίνει ἀπὸ τὴν κάσα μία κεφαλὴ γυναικεία φθαρμένη καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὸ τηχτικό, ποὺ ἀγκαλὰ καὶ πλέον ἡλικιωμένη πολὺ τῆς ἔμοιαζε.

15. Πηδάει στὴ ζερβιά του κρεβατιοῦ, ἀλλὰ ἐχτύπησε τὴ μούρη της σὲ μιὰν ἄλλη κάσα, καὶ ὄξω ἀπὸ αὐτὴ ἕνα κεφάλι γέρου, καὶ ἤτανε ὁ γέρος ποὺ ἐγνώριζα.

16. Καὶ τὸ πρόσωπο τοῦ γέρου ἤτανε σὰν τὸν τζίτζικα, καὶ τῆς παιδούλας σὰν τὴν ἔκλειψη τοῦ φεγγαριοῦ, καὶ τῆς γραίας σὰν τ᾿ ἄγρια μεσάνυχτα.

17. Καὶ ἔτσι ἐγνώρισα ὅτι ἔμελλε τῆς γυναικὸς βρεθεῖ πρὶν ξεψυχήσει ἀνάμεσα στὸν πατέρα της καὶ στὴ μάνα της καὶ στὴ θυγατέρα της.

18. Καὶ ἔφριξα καὶ ἔστριψα στὴν ἀντίκρυ μεριὰ τὸ πρόσωπό μου, καὶ ἐξανάσανε τὸ μάτι μου στὸν καθρέφτη, ὁ ὁποῖος δὲν ἔδειχνε παρὰ τὴ γυναίκα μοναχὴ καὶ ἐμὲ καὶ τὸ φῶς.

19. Γιατὶ τὰ σώματα τῶν ἄλλων τριῶν ἡσυχάσανε στὸ μνῆμα τους, ἀπὸ τὰ ὁποῖα θὰ πεταχθοῦν ὅταν βαρέσει ἡ Σάλπιγγα,

20. μαζὶ μ᾿ ἐμέ, τὸ Διονύσιο τὸν Ἱερομόναχο, μαζὶ μὲ τὴ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος, μαζὶ μὲ ὅλα τὰ τέκνα τοῦ Ἀδὰμ στὴ μεγάλη κοιλάδα τοῦ Ἰωσαφάθ.

21. Καὶ ἄρχισα νὰ συλλογισθῶ ἀπάνου στὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ, ποὺ θὲ νἆναι αὐτὴ τὴν ἡμέρα φανούσιμη, καὶ τὸ μάτι (προσηλωμένο στὸν καθρέφτη) ἐμποδίσθηκε ἀπὸ τὸ λογισμό.

22. Ἀλλὰ ἀκολούθως ὁ λογισμὸς ἐμποδίστηκε ἀπὸ τὸ μάτι,

23. ἐπειδὴ στριφογυρίζοντας ἐγὼ ἔπειτα τὰ μάτια ἐδῶ καὶ ἐκεῖ, καθὼς κάνει ὁ ἄνθρωπος ποὺ συλλογίζεται πράμα δύσκολο ποὺ πολεμάει νὰ καταλάβει,

24. εἶδα ἀπὸ τὴν κλειδωνότρουπα ποὺ κάτι ἐμπόδιζε τὸ φῶς καὶ ἐβάστουνε πολληώρα καὶ ἔπειτα ἐξαναφαινότουνα.

25. Καὶ ἀκουότουνα ἀκολούθως ἕνα μουρμουρητὸ στὴν ἄλλη κάμερα, καὶ δὲν ἐκαταλάβαινα τίποτες, καὶ ἐξανακοίταξα στὸ μέρος τῆς ὀπτασίας.

26. Καὶ ἤτανε μεγάλη σιωπὴ καὶ δὲν ἄκουες νὰ βουίξει μήτε μία μύγα ἀπὸ τόσο πλῆθος, γιατὶ ἤτανε ὅλες μαζωμένες εἰς τὸν καθρέφτη,

27. Ὁ ὁποῖος εἰς πολλὰ μέρη ἐπαράσταινε τὸ χρῶμα τοῦ πέπλου, ποὺ τὸ βάνουνε ὅταν λείπει γιὰ πάντα κανένας ἀπὸ τὴ φαμιλιά.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ 8
ΤΟ ΖΩΝΑΡΙ

1. Ἀλλὰ ἡ μάνα της χωρὶς νὰ κοιτάξει κατὰ τὴ θύρα, χωρὶς νὰ κοιτάξει τὴ θυγατέρα της, χωρὶς νὰ κοιτάξει κανέναν, ἀρχίνησε:

2. Ἐτούτη τὴ στιγμὴ τὸ μάτι καὶ τὸ αὐτὶ τοῦ παιδιοῦ σου σὲ παραμονεύει τὴν κλειδωνότρουπα, καὶ σὲ ἀπομακραίνει, γιατὶ σκιάζεται τὸ κακό σου. Καὶ ἔτσι ἔκαμες καὶ ἐσὺ μ᾿ ἐμέ.

* * *

3. Γιὰ τοῦτο σὄδωσα τὴν κατάρα μου γονατισμένη καὶ ξέπλεκη εἰς τὴν πίκρα τῆς ψυχῆς μου, ὅταν ἀσήμαιναν ὅλες οἱ ἐκκλησίες τὴν ἡμέρα τοῦ Πάσχα.

4. Στὴν ξανάδωσα μίαν ὥρα πρὶν ξεψυχήσω, καὶ τώρα στὴν ξαναδίνω κακὸ καὶ ἀνάποδο θηλυκό.

5. Καὶ ἡ τρίδιπλη κατάρα θέλει εἶναι ἀληθινὴ καὶ ἐνεργητικὴ στὸ κορμί σου καὶ στὴν ψυχή σου, καθὼς εἶναι ἀληθινὰ καὶ ἐνεργητικὰ στὸν φαινόμενο καὶ στὸν ἀόρατο κόσμο τὰ τρία προσώπατα τῆς Ἁγίας Τριάδας.

6. Ἔτσι λέοντας ἔβγαλε ἕνα ζωνάρι ποὺ ἤτανε τοῦ ἀνδρός της, τὸ χουχούλισε τρεῖς φορὲς καὶ τὸ πέταξε μὲς στὰ μοῦτρα της.

7. Καὶ ὁ γέρος ἐτραύλισε ἐτοῦτα τὰ ὕστερα λόγια, καὶ ἡ παιδούλα ἀναδεύτηκε στὸ κόκκινο προσκέφαλο σὰν τὸ μισοσκοτωμένο πουλί.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΥΣΤΕΡΟΝ (9)
Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΗΣ ΖΑΚΥΝΘΟΣ ΛΑΒΑΙΝΕΙ ΤΗ ΣΤΕΡΝΗ ΤΗΣ ΘΑΡΑΠΑΨΗ

1. Καὶ ἐχαθήκανε μὲ τὲς κάσες, καὶ ἡ γυναίκα μοναχὰ ἐτότες ἄκουσε δύναμη νὰ μπορέσει νὰ πεταχτεῖ.

2. Καὶ ἐχύθηκε πηδώντας ψηλὰ σὰν τ᾿ ἄστρο τοῦ καλοκαιριοῦ ποὺ στὸν ἀέρα χύνεται δέκα ὀργιὲς ἄστρο.

3. Καὶ ἐχτύπησε στὸν καθρέφτη καὶ οἱ μύγες ἐφύγανε καὶ ἐβουίζανε στὸ πρόσωπό της κουλουμωτές.

4. Καὶ αὐτή, λογιάζοντας πὼς ἦταν οἱ γονέοι της ἔτρεχε ἐδῶ καὶ ἐκεῖ,

5. ἀνοιγοκλειώντας τὴ φούχτα κάτι νἅβρει γιὰ διαφέντεψη, καὶ ηὕρηκε τὸ ζωνάρι, καὶ μὲ κεῖνο ἄρχισε νὰ χτυπάει.

6. Καὶ ὅσο ἐχτυποῦσε, τόσο οἱ μύγες ἐβουίζανε, καὶ τόσο αὐτὴ ἐκατατρόμαζε, ὅσο ποὺ τέλος πάντων ἔχασε τὸ νοῦ της ὁλότελα.

7. Γιατὶ τρέχοντας μὲ τὸ πουκάμισο, ποὺ ἡ φιλαργυρία τὄχε κάμει κοντό, ἔτρεξε τὸ μάτι της στὸν καθρέφτη,

8. καὶ ἐσταμάτηξε καὶ δὲν ἐγνώρισε τὸν ἑαυτό της, καὶ ἅπλωσε τὸ δάχτυλο καὶ ἀναγέλασε:

9. «Ὦ κορμί, ὦ κορμί! Τί πουκάμισο! Ἔ, καταλαβαίνω ἐγώ. Κἂν ποιὸς πονηρὸς μπορεῖ νὰ μοῦ κρύψει τὴν πονηριά του; Ἐκεῖνο τὸ πουκάμισο μὲ κάνει νὰ καταλάβω πὼς καμώνεται τρέλα γιὰ νἆν ἕτοιμος νὰ κριματίσει.

10. »Ἀλλά ποιὸς νἆναι; Μὰ τὴν ἀλήθεια ποὺ τῆς μοιάζει ὀλίγο. Ἄα! εἶσ᾿ ἐσὺ μπομπόκορμο, βρωμοπόρνη, μυγόχεσμα τοῦ σπιταλιοῦ, τσίπλα τῆς γουρούνας, σκατή, γαϊδούρα, κροπολόγα.

11. »Νά, τέλος πάντων, ὅ,τι σου προφήτεψα, καὶ οἱ φίλοι σου οἱ ἀγαπημένοι. Δὲ σόμεινε μήτε δισκάρι νὰ διακονεύεις μὲ δαῦτο.

12. »Εἶσαι στὰ χέρια μου. Τί θέλεις; Νὰ σοῦ κάμω ψυχικό; Τώρα στὸ κάνω. Νὰ ἰδῶ ἄ σοῦ μείνει φωνὴ νὰ πεῖς πὼς εἶμαι μουρλή».

13. Ἔτσι λέοντας ἔκαμε ἕνα γύρο καὶ ἐβάλθηκε μὲ μεγάλη λύσσα νὰ χορεύει, καὶ τὸ πουκάμισο τὸ κοντὸ εὑρισκότουνα στὸ πρόσωπό της. Καὶ τὰ μαλλιά, μαῦρα καὶ λιγδωμένα, ἔλεγες πῶς εἶναι φιδόπουλα ὁποὺ γένονται ἀνάμεσά τους κομμάτια ἀπάνου στὸν κορνιαχτό.

14. Καὶ στὴ ζέστα τοῦ χοροῦ ἔκανε μὲ τὸ ζωνάρι μία θηλιά, καὶ ὁ χορὸς ἐβάσταξε ὅσο νὰ κάμει τὴ θηλιά.

15. Καὶ εἶπε: «Ἀκλούθα με ἀπὸ πίσω ἀπὸ τὸν καθρέφτη, νὰ σοῦ κάμω τὸ ψυχικό, νὰ ἰδῶ ἄ σοῦ μείνει φωνὴ νὰ πεῖς πὼς εἶμαι ζουρλή.

16. »Γιατὶ ἔρχεται κάπου κάπου ὁ γάϊδαρος ὁ γιατρός, ὁποὺ θὰ σ᾿ ἔχει καὶ ἐκεῖνος, καὶ τοῦ σκαρφίστηκε πὼς εἶμαι ἄρρωστη».

17. Καὶ ἐπῆγε ὀπίσω ἀπὸ τὸν καθρέφτη, καὶ τὴν ἄκουα νὰ κάνει μεγάλη ταραχή.

18. Καὶ ἔσκασε ἕνα γέλιο μεγάλο ποὺ ἀντιβούισε ἡ κάμερα φωνάζοντας. Νά, μάτια μου, τὸ ψυχικό.

19. Ἐτότες ἔπεσα μὲ τὰ γόνατα χάμου νὰ κάμω δέηση γιὰ νὰ τὴν κάμει ὁ Κύριος νὰ μὴν εἶναι ἔξω φρενῶν, γιὰ τὸ λίγο ἀκόμη πὄχει νὰ ζήσει, καὶ νὰ τῆς πάψει ἡ κακία.

20. Καὶ τελειωμένη ἡ δέηση ἐκοίταξα χάμου ὀπίσω ἀπὸ τὸν καθρέφτη στοχάζοντάς τηνε λιγωμένη, καὶ δὲν ἦτον ἐκεῖ.

21. Καὶ αἰσθάνθηκα τὸ αἷμα μου νὰ τραβηχτεῖ ἀπὸ τὰ μάγουλά μου.

22. Καὶ ἔπεσε τὸ κεφάλι ἀπάνου στὰ στήθια μου, καὶ εἶπα μέσα μου:

23. Ὁ θεὸς ξέρει ποὺ ἔφυγε ἡ δύστυχη, ἐνῶ ἐπαρακάλεα γιὰ αὐτὴν μὲ τὴ θέρμη τῆς ψυχῆς μου.

24. Καὶ ἐπέρασα πέρα μὲ τὸ κεφάλι σκυφτὸ καὶ στοχασμένο νὰ πάω νὰ τὴν εὕρω.

25. Καὶ ἄκουσα στὸ μέτωπο κάποιον τι κ᾿ ἔπεσα ξαφνισμένος τ᾿ ἀνάσκελα.

26. Κι ἐσηκώθηκα καὶ ἐπῆα ὀπίσω ἀπὸ τὸν καθρέφτη καὶ εἶδα τὴ γυναίκα τῆς Ζάκυνθος ποὺ ἐκρεμότουνα καὶ ἐκυμάτιζε.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΥΣΤΕΡΟΝ (10)

1. Καὶ ἀσηκώθηκα ὅλος τετρομασμένος φωνάζοντας: Μνήσθητί μου, Κύριε, μνήσθητί μου, Κύριε, καὶ ἄκουσα ποδοβολὴ ἀνθρώπων ποὺ ἀνέβαιναν τὲς σκάλες.

2. Καὶ ἦταν καμιὰ δεκαπενταριὰ ἀνθρώποι καὶ οἱ περσότεροι ἐφοροῦσαν μιὰ προσωπίδα, ὄξω ἀπὸ πέντε, ὁποὺ ἐγνώρισα πολλὰ καλά.

3. Ὁ ἕνας (ζωγράφισε τοὺς ὅλους τοὺς πέντε).

4. Καὶ ἐπειδὴ χωρὶς ν᾿ ἀγαπᾶν τὴ γυναίκα ἐσυχνάζανε σπίτι της καὶ ἀρχινήσανε νὰ σκούζουνε,

5. Καὶ ἐγὼ γυρίζοντας κατ᾿ αὐτοὺς τοὺς εἶπα: Ὄξω ἀπὸ δῶ, ὄξω ἀπὸ δῶ! Τὰ κρίματά σας σᾶς ἐσύρανε ἐδῶ. Τοῦτος ὁ τόπος εἶναι κεραυνοκράχτης, γιατὶ ὁ θεὸς τὸν μισάει.

6. Καὶ ἐφοβήθηκαν ὀλίγο, ὅμως δὲν ἐφεύγανε.

7. Καὶ ἐστάθηκα σιωπηλὸς γιὰ νἄβρω τί νὰ τοὺς πῶ γιὰ νὰ φύγουνε.

8. Καὶ τοὺς εἶπα: «Παιδιά, ἀκοῦστε τὰ λόγια τοῦ Διονυσίου τοῦ Ἱερομόναχου. Ἐγὼ γιὰ μὲ πάω νὰ κάμω δέηση καὶ σᾶς ἀφήνω ἐδῶ.

9. Βάλτε τὸ χέρι στὴ συνείδησή σας, ἐσὺ Μ., ἐσὺ Γ., ἐσὺ Κ., ἐσὺ Π., ἐσὺ Τ. (γιατὶ σᾶς τοὺς ἄλλους δὲ σᾶς γνωρίζω), καὶ ἰδέστε τί μπορεῖ νἄβγει ἐὰν μείνετε. Ἡ διοίκηση σᾶς γνωρίζει καὶ βρίσκοντάς σας ἐδῶ θέλει πεῖ πὼς τὴν ἐφουρκίσετε ἐσεῖς».

10. Ἐτότε τοὺς εἶδα νὰ πισωπλατίσουν ὅλους, σπρώχνοντας ὁ ἕνας τὸν ἄλλον ποιὸς νὰ πρωτοφύγει, καὶ ἐροβολοῦσαν τὲς σκάλες μὲ μιὰ ταραχὴ ὁποὺ μοῦ φάνηκε πὼς οἱ περσότεροι ἐγκρεμιζόντανε.


Η Γυναίκα της Ζάκυθος   

Εκτός από τα ποιήματά του ο Σολωμός μάς άφησε και δύο πεζά: Το Διάλογο (για τη γλώσσα) και τη Γυναίκα της Ζάκυθος. Και τα δύο ανήκουν στη νεανική περίοδο της δημιουργικότητάς του. Η Γυναίκα της Ζάκυθος γράφτηκε το 1826· ο ποιητής το ξαναδούλεψε ως το 1829, αλλά τελικά το έργο έμεινε ημιτελές. Η πρόθεσή του είναι αινιγματική. Η επικρατέστερη άποψη είναι ότι πρόκειται για σάτιρα με την οποία ο Σολωμός θέλησε να στιγματίσει μέσω της γυναίκας αυτής τη συμπεριφορά ορισμένων αριστοκρατικών κύκλων της Ζακύνθου προς τις Μεσολογγίτισες. Παρά την αποσπασματικότητα και τη σκοτεινότητά του το θαυμάσιο αυτό κείμενο είναι αρκετό για να αναδείξει το Σολωμό σε πρώτο μεγάλο πεζογράφο.
Κεφάλαιο 3
Οι Μισολογγίτισσες  
  1. Και εσυνέβηκε αυτές τες ημέρες οπού οι Τούρκοι επολιορκούσαν το Μισολόγγι, και συχνά ολημερνίς και κάποτε οληνυχτίς έτρεμε η Ζάκυθο από το κανόνισμα το πολύ.
  2. Και κάποιες γυναίκες Μισολογγίτισσες επερπατούσαν τριγύρω γυρεύοντας για τους άνδρες τους, για τα παιδιά τους, για τ' αδέλφια τους που επολεμούσανε.
  3. Στην αρχή εντρεπόντανε νά 'βγουνε και επροσμένανε το σκοτάδι για ν' απλώσουν το χέρι, επειδή δεν ήτανε μαθημένες.
  4. Και είχανε δούλους και είχανε σε πολλές πεδιάδες και γίδια και πρόβατα και βόιδα πολλά.
  5. Ακολούθως εβιαζόντανε και εσυχνοτηράζανε από το παρεθύρι τον ήλιο πότε να βασιλέψει για νά 'βγουνε.
  6. Αλλά όταν επερισσέψανε οι χρείες, εχάσανε την ντροπή, ετρέχανε ολημερνίς.
  7. Και όταν εκουραζόντανε, εκαθόντανε στ' ακρογιάλι κι ακούανε, γιατί εφοβόντανε μην πέσει το Μισολόγγι.
  8. Και τες έβλεπε ο κόσμος να τρέχουνε τα τρίστρατα, τα σταυροδρόμια, τα σπίτια, τα ανώγια και τα χαμώγια, τες εκκλησίες, τα ξωκκλήσια γυρεύοντας.
  9. Και ελαβαίνανε χρήματα, πανιά για τους λαβωμένους.
  10. Και δεν τους έλεγε κανένας το όχι, γιατί οι ρώτησες των γυναικών ήτανε τες περσότερες φορές συντροφευμένες από τες κανονιές του Μισολογγιού και η γη έτρεμε αποκάτου από τα πόδια μας.
  11. Και οι πλέον πάμφτωχοι εβγάνανε το οβολάκι τους και το δίνανε και εκάνανε το σταυρό τους κοιτάζοντας κατά το Μισολόγγι και κλαίοντας.
Κεφάλαιο 4
Οι γυναίκες του Μισολογγιού διακονεύουνε και η γυναίκα της Ζάκυθος έχει δουλειά
  1. Ωστόσο η γυναίκα της Ζάκυθος είχε στα γόνατα τη θυγατέρα της και επολέμαε να την καλοπιάσει.
  2. Έβαλε το λοιπόν το ζουρλάδι τα μαλλιά της αποπίσω από τ' αυτιά, γιατί η ανησυχία τής τα 'χε πετάξει, και έλεγε φιλώντας τα μάτια της θυγατρός της:
  3. «Μάτια μου, ψυχή μου, να γένεις καλή, να παντρευτείς, και να βγαίνουμε και να μπαίνουμε και να βλέπουμε τον κόσμο και να καθόμαστε μαζί στο παρεθύρι και να διαβάζουμε τη Θεία Γραφή και τη Χαλιμά».
  4. Και αφού την εχάιδεψε και της φίλησε τα μάτια και τα χείλα, την άφησε απάνου στην καθίκλα λέοντάς της: Να και ένα καθρεφτάκι και κοιτάξου που είσ' όμορφη και μου μοιάζεις.
  5. Και η κόρη που δεν ήτανε μαθημένη με τα καλά ησύχασε, και από τη χαρά της εδάκρυσε.
  6. Και ιδού μεγάλη ταραχή ποδιών, οπού πάντοτες αύξαινε.
  7. Και εσταμάτησε κοιτάζοντας κατά τη θύρα και φουσκώνοντας τα ρουθούνια της.
  8. Και ιδού παρεσιάζουνται ομπρός της οι γυναίκες του Μισολογγιού. Εβάλανε το δεξί τους στα στήθια και επροσκυνήσανε· και εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες.
  9. «Και έτσι δα, πώς; Τι κάνουμε; Θα παίξουμε; Τι ορίζετε, κυράδες; Εκάμετε ανεβαίνοντας τόση ταραχή με τα συρτοπάπουτσα, που λογιάζω πως ήρθετε να μου δώσετε προσταγές».
  10. Και όλες εμείνανε σιωπηλές και ακίνητες· αλλά μία είπε: «Αμ' έχεις δίκιο. Είσαι στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου, και εμείς είμαστε ξένες και όλο σπρώξιμο θέλουμε».
  11. Και ετότες η γυναίκα της Ζάκυθος την αντίσκοψε και αποκρίθηκε: «Κυρά δασκάλα, όλα τα χάσετε, αλλά από εκείνο που ακούω η γλώσσα σάς έμεινε.
  12. »Είμαι στην πατρίδα μου και στο σπίτι μου; Και η αφεντιά σου δεν ήσουνα στην πατρίδα σου και στο σπίτι σου;
  13. »Και τι σας έλειπε, και τι κακό είδετε από τον Τούρκο; Δε σας άφηνε φαητά, δούλους, περιβόλια, πλούτια; Και δόξα σοι ο Θεός είχετε περισσότερα από εκείνα που έχω εγώ.
  14. »Σας είπα εγώ ίσως να χτυπήστε τον Τούρκο, που ερχόστενε τώρα σε με να μου γυρέψετε και να με βρίσετε;
  15. »Ναίσκε! Εβγήκετε όξω να κάμετε παλικαριές. Οι γυναίκες επολεμούσετε (όμορφο πράμα που ήθελ' ήστενε με τουφέκι και με βελέσι· ή εβάνετε και βρακί;). Και κάτι εκάμετε στην αρχή, γιατί επήρετε τα άτυχα παλικάρια της Τουρκιάς ξάφνου.
  16. »Και πώς εμπόρειε ποτέ του να υποφτευτεί τέτοια προδοσία; Το 'θελε ο Θεός; Δενανακατωνόστενε με δαύτον μέρα και νύχτα;
  17. »Τόσο κάνει και εγώ να μπήξω το μαχαίρι μες στο ξημέρωμα στο λαιμό του αντρός μου (που να τονέ πάρει ο διάολος).
  18. »Και τώρα που βλέπετε πως πάνε τα πράματά σας κακά, θέλετε να πέσει το βάρος απάνου μου.
  19. »Καλή, μα την αλήθεια. Αύριο πέφτει το Μισολόγγι, βάνουνε σε τάξη την Ελλάδα τη ζουρλή οι βασιλιάδες εις τους οποίους έχω όλες μου τες ελπίδες.
  20. »Και όσοι μείνουνε από τον ξελοθρεμό έρχονται στη Ζάκυνθο να τους θρέψουμε, και με την κοιλιά γιομάτη μας βρίζουνε».
  21. Λέοντας εσιώπησε ολίγο κοιτάζοντας μες στα μάτια τες γυναίκες του Μισολογγιού.
  22. «Και έτσι ξέρω και μιλώ και εγώ, ναι ή όχι; Και τώρα δα τι ακαρτερείτε; Ευρήκετε ίσως ευχαρίστηση να με ακούτε να μιλώ;
  23. »Εσείς δεν έχετε άλλη δουλειά παρά να ψωμοζητάτε. Και, να πούμε την αλήθεια, στοχάζουμαι πως θε να 'ναι μία θαράπαψη για όποιον δεν ντρέπεται.
  24. »Αλλά εγώ έχω δουλειά. Ακούστε; έχω δουλειά». Και φωνάζοντας τέτοια δεν ήτανε πλέον το τριπίθαμο μπουρίκι, αλλά εφάνηκε σωστή.
  25. Γιατί ασηκώθηκε με μεγάλο θυμό στην άκρη των ποδιών, και μόλις άγγισε το πάτωμα· και εγκρίλωσε τα μάτια, και το άβλαφτο μάτι εφάνηκε αλληθώρικο και το αλληθώρικο έσιαξε. Και εγίνηκε σαν την προσωπίδα την ύψινη οπού χύνουνε οι ζωγράφοι εις τα πρόσωπα των νεκρών για να...
  26. Και όποιος την έβλεπε να ξανάρθει στην πρώτη της μορφή έλεγε: Ο διάβολος ίσως την είχε αδράξει, αλλά εμετάνωσε και την άφησε, για το μίσος που έχει του κόσμου.
  27. Και η θυγατέρα της κοιτάζοντας την εφώναξε· και οι δούλοι εξαστόχησαν την πείνα τους, και οι γυναίκες του Μισολογγιού εκατέβηκαν χώρις να κάμουνε ταραχή.


γυρεύοντας: ζητιανεύοντας.
ζουρλάδι (το): η παλαβή, η ανόητη γυναίκα.
καθίκλα: καρέκλα.
βελέσι: μάλλινο υφαντό μεσοφούστανο.
βρακί: παντελόνι.
ανακατωνόστενε (ιδιωμ. τύπος αντί ανακατωνόσαστε): ζούσατε μαζί (με τους Τούρκους).
μπουρίκι: μπρίκι του καφέ.
εγκρίλωσε: γούρλωσε.
ύψινη: γύψινη.