Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Γιάννη Ρίτσου, «Ειρήνη»




Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ’ είναι μια κερδισμένη μέρα κ’ ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ’ οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.
ΑΘΗΝΑ, Γενάρης 1953

Από τη συλλογή Αγρύπνια (1941-1953)

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, Β΄ τόμος, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1961, σ. 173-175

Φωτογρ : Τάσσος (Αλεβίζος Αναστάσιος) (1914 - 1985). Ένα περιστέρι, 1958. Έγχρωμη ξυλογραφία σε χαρτί, 32 x 31,5 εκ. Δωρεά Α. Τάσσου και Λουκίας Μαγγιώρου στην Εθνική Πινακοθήκη. Αρ. Έργου:Π.7199





Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία IV


Βηματίζεις
μέσα στὰ σκονισμένα δώματά μου
μ' ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα,
ποὺ εωδιάζει πράσινα φύλλα,
φρεσκοπλυμένο ουρανό
και φτερά γλάρων
πάνω από  θάλασσα πρωινή.

Μέσα στο βλέμμα σου ηχούν
κάτι μικρές φυσαρμόνικες 
από κείνες που παίζουν
τα πολύ εύθυμα  παιδιά
στις εαρινές εξοχές.

Να
εδώ είναι
το εβένινο γραφείο
του πρόγονου
που‘χε πολλούς υπηρέτες
πολλά σκυλιά κυνηγού
και τον είχαν αγαπήσει
πολλές κυρίες άρρωστες
με χρυσά ματόκλαδα
και μετάξινο δέρμα.

Εδώ επάνω έγραφα πριν έρθεις
επιστολές και στίχους
για πεθαμένους φίλους
κάτω απ’ αυτό το κηροπήγιο
που το κράτησαν χέρια δακρυσμένα
σε απέραντες νύχτες αγρυπνίας.

Δε νιώθεις
την ωχρή παρουσία
του αιθέρα και του ιωδίου
την πληγωμένη κραυγή
της παραφροσύνης
μια μυρωδιά βροχης που πέφτει
σε παγωμένα τζάμια εσπερινά
σανατορίων καί ψυχιατρείων;

Κοίταξε τις φωτογραφίες:
η πεθαμένη μητέρα,
ο πεθαμένος αδελφός,
κ' οι χλωμές αδελφούλες μου
με τις φεγγαρίσιες μπούκλες
και μ' ένα μακρυνό χαμόγελο 
κρεμασμένο στη μορφή τους,
καθὼς ένα κλουβὶ με καναρίνια,
κρεμασμένο σε σπίτι φτωχικό,
που έχουν όλοι πεθάνει.

Πούναι ένας αχθοφόρος,
να μεταφέρῃ αυτά τα έπιπλα
στο υπόγειο;

Ξεκρέμασε και πέταξε
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
τις μελαγχολικές κορνίζες.

Εσύ μου ’φερες
τον καινούργιο καιρό,
το φως της αυγής
και το αίμα μου.

Δε θα περάσω στο δάχτυλό σου
το αρχαίο δαχτυλίδι της μητέρας.
Μες στον ωχρό περουζέ του
αναπνέει ο σκελετός
του παρελθόντος.

Δεν αρμόζει αυτός ο στίχος.
                         
Πιασμένοι απ’ το χέρι
θα κατεβούμε τη μαρμάρινη σκάλα
που έχει φθαρεί απ’ τα βήματα
των φθινοπωρινών σκιών.

Πάμε στους αγρούς,
να φορέσουμε στα δάχτυλα
τις παπαρούνες και τον ήλιο
και τη νέα χλόη.

Στα μάτια σου δε λιμνάζει
μητ' ένας κόκκος ίσκιου.

Να ο ήλιος που τρέχει
μέσα στα δάση.
Δεν έχουμε αργήσει.

(Φωτ. από την Έρη Ρίτσου. Ζωγραφική σε πέτρα, έργο του Γιάννη Ρίτσου)

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι



Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.
Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.




Πηγή http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/einai_orismenoi_stixoi.htm

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Γαβρίλης Ιστικόπουλος Αφιέρωμα στον ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο


Ο Γαβρίλης Ιστικόπουλος και οι συνεργάτες του σας προσκαλούν την Κυριακή 8 Νοέμβρη στις 7.30μμ στον Πολυχώρο Τέχνης ''ΑΙΤΙΟΝ'', οδός Τζιραίων 8-10 Μακρυγιάννη (στάση Μετρό Ακρόπολη) Τηλ. 2130256666.

Τιμώμενος προσκεκλημένος ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής.

Για τον ποιητή και το έργο του θα μιλήσει η δημοσιογράφος και βιογράφος του Γιάννη Ρίτσου, Αγγελική Κώττη.

Στο μουσικό πρόγραμμα συμμετέχουν:
Στο πιάνο: Μιχάλης Τρανουδάκης - Νεοκλής Νεοφυτίδης.
Στο τραγούδι: Νίκος Ανδρουλάκης.- Πάνος Μπούσαλης

Καλλιτεχνική επιμέλεια: Μιχάλης Τρανουδάκης - Στάθης Γκότσης

Βίντεο - φωτογραφίες: Χρήστος Ζουλιάτης

Απαγγελίες: Αναστασία Μπαξεβάνη - Φαρφιρή Σωτήρχου - Γαβρίλης Ιστικόπουλος

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Γιάννης Ρίτσος - Ἡμερολόγια Ἐξορίας



ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ Ι

27 Ὀκτωβρίου 1948

Ἐδῶ τ᾿ ἀγκάθια εἶναι πολλὰ - 
ἀγκάθια, καστανά, κίτρινα ἀγκάθια, 
σ᾿ ὅλο τὸ μάκρος τῆς μέρας, ὡς μέσα στὸν ὕπνο. 
Ὅταν περνοῦν τὸ συρματόπλεγμα οἱ νύχτες 
ἀφήνουν μικρὰ κουρέλια ἀπ᾿ τὴ φοῦστα τους. 
Τὰ λόγια ποὺ μᾶς φάνηκαν ὄμορφα κάποτε 
χάσαν τὸ χρῶμα τους σὰν τὸ γιλέκο τοῦ γέρου στὸ σεντοῦκι 
σὰν ἕνα λιόγερμα σβησμένο στὰ τζάμια. 
Οἱ ἄνθρωποι περπατᾶνε μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες 
ἢ κάποτε χειρονομοῦν σὰ νὰ διώχνουν μία μῦγα 
ποὺ ξανακάθεται στὸ ἴδιο μέρος πάλι καὶ πάλι 
στὰ χείλη τοῦ ἄδειου ποτηριοῦ ἢ πιὸ μέσα 
σ᾿ ἕνα σημεῖο ἀπροσδιόριστο κι ἐπίμονο 
ὅσο κι ἡ ἄρνησή τους νὰ τὸ ἀναγνωρίσουν.

29 Ὀκτωβρίου

Κοιμόμαστε λίγο - δὲ μᾶς φτάνει. 
Ὅλη νύχτα ροχαλίζουν οἱ ἐξόριστοι - 
κουρασμένα παιδιά, κουρασμένα. 
Ἀπ᾿ ὄξω εἶναι τ᾿ ἀστέρια - πολὺ μεγάλα ἀστέρια 
κουρεμένα ἀστέρια ποὺ οἱ τρίχες τους φυτρώνουν ἄγριες 
σὰν τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅη-Γιάννη τοῦ Προδρόμου 
ἢ σὰν τοῦ δικοῦ μας τοῦ Παναγιώτη. 
Εἶναι καὶ τὰ μικρὰ βατράχια μέσα στὸ φλισκοῦνι. 
Τὸ πρωὶ μᾶς χτυπάει καταπρόσωπο ἕνας ρόδινος ἥλιος 
καθρεφτισμένος μὲ τὸν πιὸ συνηθισμένο τρόπο στὴ θάλασσα πέρα 
ὅμοιος μὲ κεῖνες τὶς φτηνὲς ἐλαιογραφίες ποὺ πουλοῦν στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἀρσακείου 
κι εἶναι παράξενο ποὺ ἕνας τέτοιος ἥλιος μᾶς ἀρέσει. 
Ἕνας-ἕνας, δυό-δυό, πολλὲς φορὲς καὶ πιότεροι 
σταματᾶμε στὸ προαύλιο ἢ στὸ λόφο καὶ τὸν κοιτᾶμε. 
Καὶ τοῦτος ὁ ἥλιος μᾶς χτυπάει μὲ δύναμη τὰ πρόσωπα 
ὅπως ἐκεῖνος ὁ ξυπόλητος χωριάτης ραβδίζει 
τὶς μυγδαλιὲς νὰ πέσουν τὰ στερνά τους μύγδαλα. 
Ὕστερα σκύβουμε τὰ μάτια, κοιτᾶμε τὰ παπούτσια μας, 
κοιτᾶμε τὸ χῶμα. Δὲν ἔπεσε τίποτα.

29 Ὀκτωβρίου

Ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια καὶ στὰ πεσμένα φύλλα 
βρήκαμε μία γυμνὴ γαϊδουροκεφαλὴ - 
ἴσως καὶ νἆναι τὸ κεφάλι τοῦ καλοκαιριοῦ 
ἔτσι ἀφημένο στὶς βρεγμένες πέτρες 
καὶ γύρω του κάτι μικρὰ γαλάζια λουλούδια 
ποὺ δὲν ξέρουμε τ᾿ ὄνομά τους. 
Ἂν φωνάξει κάποιος πίσω ἀπ᾿ τὸ φράχτη 
ἡ φωνή του κατακάθεται γρήγορα στὸ χῶμα 
σὰν ἕνα χωνὶ ἀπὸ στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα. 
Τὸ βράδι ἀκοῦμε πέρα στοὺς λόφους 
ποὺ ἀλλάζουν τὸν ξεφούσκωτο τροχὸ τοῦ φεγγαριοῦ. 
Ἀργότερα τὰ πράγματα ξαναβρίσκουν τὴ θέση τους 
ὅπως βρίσκεις τυχαία στὸ προαύλιο 
τὸ καφετὶ κουμπὶ τοῦ σακκακιοῦ σου - καὶ ξέρεις: 
δὲν εἶναι διόλου ἕνα κουμπὶ ἀπὸ τὶς στολὲς 
τῶν θεατρίνων τοῦ καλοκαιριοῦ - ὄχι, διόλου - 
ἕνα κοινότατο κουμπὶ ποὺ πρέπει νὰ τὸ ράψεις πάλι στὸ σακκάκι σου 
μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀδέξια, εὐγενικὴ προσοχὴ 
τοῦ πάντοτε μαθητευόμενου.

1 Νοεμβρίου

Ἡ καταχνιὰ ἔχει μαῦρες φτεροῦγες σὰν τὶς κάργιες 
δὲν ἔχει διόλου μάτια 
ψάχνει μὲ τὴν τυφλότητά της τὰ μάτια μας τὶς τσέπες μας 
ὅπως ἡ γριὰ χαρτορρίχτρα τὴν παλάμη μας. 
Τίποτα δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ κρύψουμε. 
Ἐδῶ τὰ πράματα βγαίνουν τὰ μέσα ἔξω 
ὅπως μιὰ λερωμένη κάλτσα ποὺ τὴ βγάζουμε πρὶν ἀπ᾿ τὸν ὕπνο 
κι ὅλα τὰ πόδια εἶναι γυμνὰ καὶ τὰ πρόσωπα τὸ ἴδιο. 
Μέρα τὴ μέρα ὅλοι μιλᾶμε πιὰ στὸν ἑνικό. 
Κάθε ἴσκιος ἔχει τὸ σχῆμα του θυμήσου 
μὰ ὁ ἴσκιος ἀπ᾿ τὸ ἄφαντο χέρι τῆς μητέρας 
παίρνει τὸ σχῆμα κάθε φωνῆς ποὺ δέ σοῦ ἀντιστέκεται 
γίνεται τὸ φλιτζάνι ὁ καφές, ἕνα κομμάτι ψωμί, τὸ θερμόμετρο 
ἀκόμη κι ἡ ξυριστικὴ μηχανὴ πλάι στὸ κύπελλο μὲς στὸ μικρὸ καθρέφτη. 
Οἱ λάμπες τοῦ θαλάμου εἶναι δυό. 
Παστρεύουμε μ᾿ ἐφημερίδες τὰ γυαλιά τους 
τὅνα ἐσύ, τ᾿ ἄλλο ἐγὼ - εἴμαστε τῆς ὑπηρεσίας σήμερα. 
Οἱ κινήσεις μας εἶναι ὅμοιες σχεδόν. 
Δὲν κοιταζόμαστε. 
Χαιρόμαστε αὐτὴ τὴν ὁμοιότητα. 
Κοιτᾶμε ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν οὐρανὸ χαμένο στὴν ὁμίχλη. 
Ὅλα τὰ πράγματα λοιπὸν ἔχουν τὴν ἔκφραση τοῦ πάντα.

2 Νοεμβρίου

Ὁ Μῆτσος πῆρε σήμερα ἕνα γράμμα ἀπ᾿ τὴ Σκόπελο. 
Ἡ Ἀντιγόνη γράφει: «Τὸ νησιώτικο φθινόπωρο 
γέμισε κίτρινα κρινάκια. 
Καημένε Μῆτσο - λέει - δὲ θὰ τὰ θυμᾶσαι κεῖνα τὰ κρινάκια· 
δὲ σκάμπαζες ποτέ σου ἀπὸ βοτανική». 
Ὁ Μῆτσος 
σκούπισε τὰ γυαλιά του, ξαναδιάβασε τὸ γράμμα. Δίπλα του 
παρατημένο στὶς πέτρες τὸ «Ἐγχειρίδιο Φαρμακολογίας». 
Χαμογελάει ὁ Μῆτσος. Βγάζει πάλι τὰ γυαλιά του. Δὲν τὰ σκουπίζει. 
Θέλω νὰ γράψω ἕνα ποίημα γιὰ τὸ Μῆτσο 
ὄχι μὲ λέξεις 
ὅλο με κίτρινα κρινάκια.

3 Νοεμβρίου

Μόλις πᾶμε ν᾿ ἀνοίξουμε μία πόρτα 
ὁ ἀγέρας τὴν κλείνει. 
Ἔτσι κλειδωμένοι ἀπ᾿ ἔξω 
σφίγγουμε καθένας τὰ κλειδιά του 
μ᾿ ὅλο πούχουμε μονάχα μιὰ στάμνα 
μ᾿ ὅλο ποὺ κανένας μας δὲν ἔχει σπίτι. 
Σήμερα δὲν ξέρω νὰ μιλήσω. 
Σήμερα μιλάω σὲ πρῶτο πρόσωπο. 
Σὰν σὲ χτυπάει ὁ δικός σου ἡ πίκρα εἶναι διπλή. 
Ἕνα λεωφορεῖο πέρασε τὸ ἀπόγευμα. 
Ἕνας ξένος με χαιρέτησε στὰ χωράφια. 
Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ εὐχαριστῶ. Δὲ μίλησα. 
Ξέχασα νὰ κοιτάξω τὰ σύννεφα. Ναί, οἱ μυγδαλιὲς 
πήρανε χρῶμα καστανό-βιολετὶ - θἆναι ποὺ χινοπώριασε 
κι οἱ μῦγες πλήθυναν πολύ· κάθονται στὸ χαρτὶ ποὺ γράφω. 
Καὶ τί ποὺ πῆραν χρῶμα καστανό-βιολετί; Τὰ μερμήγκια 
ἔχουν τὸ χωματένιο σπίτι τους - εἶναι ζέστη κεῖ μέσα. 
Ἐγὼ δὲν χωράω στὴ φωνή μου. Τὰ πόδια μου 
μένουν ἀπ᾿ ὄξω. Κρυώνω. Καὶ μὲ βλέπουν. 
Θὰ πρέπει νά ῾φταιξα πολύ.

3 Νοεμβρίου

Ὁ Πανούσης φοράει μία μακριὰ χλαίνη. 
Τοῦ τὴ χάρισε κάποιος φαντάρος. 
Τὴ βάψαν μαύρη στὸ καζάνι τοῦ χωριοῦ του. 
Τώρα εἶναι πράσινη - μήτε καὶ πράσινη. 
Μέσα στὶς τσέπες του ἔχει 
πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι καὶ δυὸ φύλλα καπνὸ 
μαζὶ καὶ τὸ βλέμμα τῆς ἀγελάδας του. Ὁ Πανούσης 
τυλίγεται σὲ μία χοντρὴ βελέντζα. Ἡ βελέντζα 
εἶναι κόκκινη κι ἄσπρη. Κι ὁ ὕπνος τοῦ Πανούση 
ἔχει τὸ χρῶμα τῆς βελέντζας. Πάντα του κοιμᾶται 
μὲ τὴν τραγιάσκα, τὰ παπούτσια καὶ τὸ παντελόνι. 
Ἂν εἶχε βγάλει τ᾿ ἄρβυλά του, σίγουρα κεῖ μέσα 
ἕνα πουλὶ θὰ γεννοῦσε τ᾿ αὐγά του 
κι ὕστερα ὁ Πανούσης δὲ θἄχε ποὺ νὰ χώσει τὰ πόδια του. 
Ὁ ὕπνος του κάθε μεσημέρι 
εἶναι σὰν τὸν ἴσκιο τῆς βελανιδιᾶς μὲς στὸ νερό. 
Τώρα πρέπει νὰ οἰκονομήσει 
ἄλλα πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι γιὰ τὸ παιχνίδι τῆς ἐννιάρας 
ὥσπου νὰ μεγαλώσει πάλι τὸ μουστάκι του καὶ νὰ γυρίσει στὸ χωριό του.

4 Νοεμβρίου

Πολλὰ πράματα μᾶς δυσκολεύουνε. Πολλά. 
Πρέπει νὰ πλύνουμε τὰ πιάτα μας, τὰ ροῦχα μας 
νὰ κουβαλήσουμε νερὸ ἀπ᾿ τὴ βρύση μὲ τὶς μεγάλες στάμνες 
νὰ σκουπίσουμε τὸ θάλαμο δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς τὴ μέρα 
νὰ μπαλώσουμε καμμιὰ κάλτσα καὶ τὰ λόγια μας - 
Τρυπᾶνε γρήγορα κι οἱ χτεσινὲς κουβέντες 
τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν ὅσο τὰ κοιτάζεις 
μπορεῖ ν᾿ ἀλλάζεις καὶ σὺ - γιατὶ κοιτάζοντας τὰ χέρια σου 
καταλαβαίνεις πὼς μάθανε πιὰ σὲ τοῦτες τὶς δουλειὲς 
σὲ τοῦτες τὶς μέρες, σὲ τοῦτα τὰ σεντόνια 
γνωρίζουν τὸ σανίδι τοῦ τραπεζιοῦ γνωρίζουν τὴ λάμπα 
ξανακάνουν τὴν ἴδια κίνηση μὲ πιότερη σιγουριὰ 
δὲν παραξενεύονται. Ἡ φωτιὰ 
θέλει συδαύλισμα, λιγόστεψε - 
τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιόμαστε. 
Τὸ μεσημέρι μὲ φωνάξανε πέντε γερόντοι 
μοῦ ψήσανε καφέ με φίλεψαν τσιγάρο 
εἴπανε γιὰ τὸν Ἅη-Δημήτρη πάνου στὸ Λιτοχώρι 
γιὰ τὸ νερένιο χέρι τοῦ Ἅγιου ποὔδιωξε τοὺς κακοὺς τσοπάνους - 
Πέντε γερόντοι μὲ μάτια μαλακὰ μ᾿ ἄσπρα μουστάκια 
ποὺ σιάχνουν μέρα-νύχτα ταμπακιέρες σιάχνουν κάντρα 
κολλώντας ἄχερα χρωματιστὰ μικρὰ-μικρὰ κομμάτια 
σὰν τὸ κεφάλι τῆς καρφίτσας - μπελαλίδικα πράματα 
ὅλο καὶ κάτι γλάστρες μὲ γεράνια, δυὸ ρωμέικες σημαῖες 
μιὰ στεριανὴ καὶ μία θαλασσινή, κάτι πεντάγωνα ἀστέρια 
θέλουν νὰ σιάξουν κι ἕνα περιστέρι - δὲν τὰ καταφέρνουν - 
εἶναι καλὰ γεροντάκια - δὲν ἄκουγα τὰ λόγια τους 
καὶ τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιέμαι. Μ᾿ εἴπανε «παιδί μου». 
Δὲν μπόρεσα νὰ πῶ «πατέρα». Ὁ μαστρο-Θανάσης 
λέει θὰ μοῦ σιάξει ἕνα σκαμνί: «Νὰ μὴν κάθεσαι, γιέ μου, 
κάτου στὸ χῶμα καὶ λερώνεται τὸ παντελόνι σου». 
Καὶ τώρα συλλογιέμαι πόσα πράματα κι ἐγὼ θὰ πρέπει νὰ σιάξω 
πόσο θὰ πρέπει νὰ λερώσω τὸ παντελόνι μου 
ἔτσι ποὺ πιὰ ὁ μαστρο-Θανάσης νὰ μὴ σεκλετίζεται ποὺ κάθουμαι στὸ χῶμα 
ἔτσι ποὺ νὰ μπορέσω νὰ τὸν πῶ «πατέρα». 
Τότες θαρρῶ θᾶμαι ἄξιος πιὰ νὰ κάτσω στὸ σκαμνί του 
σάμπως καβάλλα στὰ πλατάνια τ᾿ Ἅη-Διονύση 
καὶ θὰ τινάξω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου τὰ δύσκολα πράματα
ὅπως τινάζω τούτη τὴ μικρούλα ἀράχνη ποὺ ἀχνοδεργιανὰ στὸ χέρι μου
κι οὔτε ποὺ θὰ κρυώνω λέω καθόλου τὸ χειμῶνα.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/hmerologio_e3orias.htm

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Γιάννης Ρίτσος, «Αύγουστος»



Το φως είναι μαύρο, καμένο απ’ τη ζέστη σαν ανθρώπινο σώμα.


Πόδια γυμνά, δυνατά, βαμμένα απ’ τη θάλασσα ή το μούστο.


Στήθια κρουστά, σφιγμένα στις παλάμες του ήλιου.


Ο αγωγιάτης, ο αμπελουργός, ο βαρκάρης, οι τρεις του θυγατέρες


κρέμονται πάνω από βαθιά, χρυσά πηγάδια.


Πάνω στ’ αλώνια λιχνίζουνε μεγάλα στάχυα.


Μες στα μάτια των παιδιών χώνονται τ’ άχυρα. Τρέχουν.


Τ΄αμπέλια είναι απέραντα.


Λίγο να κάνεις να σκύψεις θα βουλιάξεις ακέριος στο γαλάζιο.


Τα παράθυρα πνίγηκαν κιόλας μέσα στο χώμα.


Και τούτα τα κόκκινα λουλούδια του κήπου είναι από κείνα τα πανάρχαια αγάλματα, πλαγιασμένα, σε στύση.


(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, 4ος τ., εκδ. Κέδρος)





http://blogs.sch.gr/lykkarea/2014

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Γιάννη Ρίτσου "Σάρκινος λόγος" (απόσπασμα)



"... Περνάω το χέρι μου κάτω απ' το λαιμό σου ελαφρά, με το φόβο

μη σταματήσω το τραγούδι των πουλιών στον ύπνο σου. 

Αύριο, στις 10, όταν θ' ανοίξεις τα παντζούρια κ' εισορμήσει στα δωμάτια ο ήλιος

θα φανεί στον καθρέφτη καθαρότερα το δαγκωμένο κάτω σου χείλι

και το σπίτι θα γίνει κατακόκκινο, διάστικτο όλο

με χρυσά πούπουλα και μακρινούς, ασυντέλεστους στίχους..."

Γιάννη Ρίτσου "Σάρκινος λόγος" (απόσπασμα)

Το ποίημα ολόκληρο μπορείτε να το διαβάσετε σε προηγούμενή μου δημοσίευση :

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Γιάννης Ρίτσος Σάρκινος λόγος

Σάρκινος λόγος


Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.

Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα καλυμένη

ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο

διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.

Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα αρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις

τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα. Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ, τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.

πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο μιὰ γυάλινη σφαῖρα

περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει

σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου. Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις.

Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη. Ἕνας πέτρινος ταῦρος

πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα. Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα

κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.Ψηλὰ στὸν ἀέρα

ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα. Φυλάξου.

Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου. Τὸ τρίχωμα

τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.

Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα. Κάτω ἀπὸ τὴν κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα, πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα,

σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση. Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι.

Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.

Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.


Ἀθήνα 18.11.80
Ποίημα του Γιάννη Ρίτσου από την επιλογή της Καθημερινής και από τη συλλογή "Σάρκινος λόγος"
Πηγή :
Ερη Ριτσου
11 Μαΐου 2014 ·

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Γιάννης Ρίτσος, Ἐπιτάφιος - 9/5/36 νεκρός ο Γιάννης Τούσης


«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες». Η Κατίνα, πεσμένη στα γόνατα στο δρόμο πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της, θρηνεί για τον Τάσο που έπεσε χτυπημένος από σφαίρες χωροφυλάκων. Είναι Μάιος του 1936 στη Θεσσαλονίκη και το πανελλήνιο συγκλονίζεται. Ο Γιάννης Ρίτσος αντικρίζει την εικόνα και πυροδοτείται μέσα του η καυτή ποιητική λάβα, που οδήγησε στη συγγραφή του Επιταφίου.


9/5 τιμάτε ή έπρεπε να τιμάτε ο χαμός του Γιάννη Τούση όπως γράφει το κάτωθι άρθρο διαβάστε το : http://www.asvestohori.gr/?p=1371


Γιάννης Ρίτσος - Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)

(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,

μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,

βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπερ-

γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):


I

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

...

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;



http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/epitafios-i.htm










http://www.kolivas.de/archives/31654
Μια φωτογραφία, μια ιστορία, ένα ποίημα, ένα τραγούδι…


Μια φωτογραφία:

Η μαυροφορεμένη μάνα, με τα χέρια σηκωμένα, μοιρολογά τον σκοτωμένο γιο της, που βρίσκεται ξαπλωμένος πρόχειρα σε μια ξύλινη πόρτα, που είχε ξηλωθεί από κοντινό γιαπί. Η φωτογραφία λήφθηκε στις 9 Μάη 1936 στη Θεσσαλονίκη και δημοσιεύτηκε την άλλη μέρα στην εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ». Ο νεκρός είναι ο κομμουνιστής εργάτης Τάσος Τούσης, ο πρώτος νεκρός από τη δολοφονική επίθεση της έφιππης αστυνομίας εκείνη την μέρα.








Μια ιστορία:

Μάης 1936. Από το Μάρτη αρχίζουν να κηρύσσονται απεργίες σε διάφορους κλάδους εξαιτίας των άθλιων συνθηκών και όρων εργασίας. Το επίκεντρο των κινητοποιήσεων είναι η Θεσσαλονίκη. Στις 29 του Απρίλη οι καπνεργάτες αποφασίζουν να κατέβουν σε απεργία διαρκείας. Γρήγορα η απεργία επεκτείνεται και σε άλλες πόλεις και αποκτά σε λίγες μέρες πανελλαδικό χαρακτήρα. Πρωθυπουργός ήταν τότε στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Μεταξάς, ο μετέπειτα δικτάτορας, που στις εκλογές είχε καταλάβει μόλις επτά έδρες. Είχε διοριστεί από τον βασιλιά, μετά τον ξαφνικό θάνατο του Δεμερτζή, κατορθώνοντας να πάρει, με τη βοήθεια των αστικών κομμάτων, ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή.


Η εντολή του Μεταξά είναι σαφής: Να διαλυθούν οι απεργοί με κάθε μέσο και τρόπο. Έτσι αρχίζουν να σημειώνονται επιθέσεις και σοβαροί τραυματισμοί απεργών. Στις 8 Μάη οι απεργοί πραγματοποιούν συγκέντρωση. Η προσπάθεια της Χωροφυλακής να εμποδίσει την πορεία τους πέφτει στο κενό. Τότε έφιπποι χωροφύλακες επιτίθενται και κάποιοι αρχίζουν να πυροβολούν. Οι απεργοί όμως δεν πτοούνται.





Το πρωτοσέλιδο του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ στις 10 Μάη του 1936 (μια μέρα μετά το ματοκύλισμα)


Μετά απ” αυτό το χτύπημα η τότε Ενωτική ΓΣΣΕ κηρύσσει για την επομένη, 9 Μάη, 24ωρη απεργία. Η Θεσσαλονίκη μετατρέπεται από την κυβέρνηση Μεταξά σε στρατοκρατούμενη πόλη με χωροφύλακες και στρατιώτες παντού, ενώ επιστρατεύονται οι σιδηροδρομικοί, οι τροχιοδρομικοί και οι ηλεκτρολόγοι. Οι απεργοί αγνοούν την επιστράτευση και πραγματοποιούν μια μαχητική και μαζική συγκέντρωση. Αρχίζουν οι συγκρούσεις και η συγκέντρωση δέχεται δολοφονική επίθεση από την έφιππη αστυνομία. «Βαράτε στο ψαχνό», είναι η διαταγή. Πολλοί στρατιώτες αρνούνται να πυροβολήσουν και περνούν με το μέρος των διαδηλωτών, αγκαλιάζοντάς τους. Οι νεκροί εκείνης της μέρας ανέρχονται σε 9, μεταξύ αυτών και ο Τάσος Τούσης, ενώ κάποιοι μιλούν για 12, άλλοι για 30, 40… Εκατοντάδες είναι οι τραυματίες. Έτσι, και με τα γεγονότα των επόμενων μερών, γράφτηκε μια από τις ηρωικότερες σελίδες στην ιστορία του εργατικού κινήματος της χώρας μας.





Το πρωτοσέλιδο του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ στις 11 Μάη του 1936


Ένα ποίημα:

Η δημοσιευμένη στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ φωτογραφία της μάνας που θρηνεί, πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της, θα συγκλονίσει τον Γιάννη Ρίτσο και θα του εμπνεύσει την ποιητική συλλογή «Επιτάφιος».


Γιάννης Ρίτσος – «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» (Απόσπασμα)
I

Γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα πού πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγε κάτου απ” το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές πού τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μου “φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ” άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ” είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κ” η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω.
II

Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατιώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ” άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι άνθο κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ” αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυό, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ” είτανε για μένα.

Νιότη απ” τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα που θα κρατηθώ, που θα σταθώ, που θάμπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σούναι βολετό ναρθείς ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι αν είν” τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να περπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω…


Ένα τραγούδι:

Ο Γιάννης Ρίτσος μετά την επιστροφή του από την εξορία άρχισε να επανεκδίδει τα βιβλία του. Το 1958 έστειλε και την ποιητική του συλλογή «Επιτάφιος» στον συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, που βρίσκονταν τότε στο Παρίσι, με την αφιέρωση: «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός». Ο μεγάλος συνθέτης μας μελοποίησε τους στίχους του Ρίτσου, μέσα σε μια μέρα όπως αναφέρεται, και έκανε έτσι τον «Επιτάφιο» χιλιοτραγουδισμένο: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες», «Πού πέταξε τ” αγόρι μου», «Βασίλεψες αστέρι μου», «Στο παραθύρι στέκοσουν», κ.ά.

Πηγή http://www.kolivas.de/archives/31654

Η σκληρή φωτογραφία που είδε ο Ρίτσος και συγκλονισμένος έγραψε τον Επιτάφιο

Μια μάνα θρηνεί πάνω στον νεκρό γιο της στη Θεσσαλονίκη, πάνω στην άσφαλτο. Εχει χτυπηθεί από πυρά χωροφυλάκων. Βλέποντας την επόμενη μέρα τη φωτογραφία στον Ριζοσπάστη ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, συγκλονισμένος γράφει τον Επιτάφιο - ποίημα σταθμό για τη χώρα που πήρε άλλη διάσταση και μέγεθος όταν στη συνέχεια μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Τον Μάιο του 1936 οι απεργίες σαρώνουν τη χώρα και κυρίως τη Θεσσαλονίκη όπου δεν λείπουν τα έντονα επεισόδια αλλά και η αιματοχυσία.


Δώδεκα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους με πρώτο τον 25χρονο αυτοκινητιστή Τάσο Τούση από το Ασβεστοχώρι. Οι σύντροφοί του τον βάζουν σε μια ξύλινη πόρτα που ξήλωσαν από οικοδομή για να τον μεταφέρουν. Η μάνα του πεσμένη στα γόνατα τον μοιρολογεί μέσα στο δρόμο γύρω από χωροφύλακες και διαδηλωτές. Τη σπαρακτική εικόνα αποτυπώνει ο φωτογραφικός φακός, φτάνει σε όλη την Ελλάδα και ο μεγάλος ποιητής κλονίζεται από το δράμα του Τάσου Τούση και της μάνας του Κατίνας. Μέσα σε τρεις μέρες γράφει 14 από τα 20 ποιήματα και δημοσιεύει κάποια εξ αυτών στον Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου.


Ο Επιτάφιος στα χέρια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι.
Το βιβλίο με τα ποιήματα του Επιταφίου κυκλοφορεί τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου. Τα χρόνια περνάνε, ο Επιτάφιος για λίγο ξεχνιέται, μέχρι που χρόνια μετά ο Ρίτσος τον επανεκδίδει και στέλνει ένα αντίτυπο στον Μίκη Θεοδωράκη που τότε βρισκόταν στο Παρίσι. Στην αφιέρωση σημειώνει «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά το 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός». Ηταν μοιραίο: Συνεπαρμένος ο Μίκης Θεοδωράκης αποφασίζει επιτόπου να το μελοποιήσει. Όπου βρεθεί, ακόμη και στο αυτοκίνητο περιμένοντας τη γυναίκα του να γυρίσει από τα ψώνια. Στέλνει τα πρώτα αποτελέσματα της δουλειάς του στο Ρίτσο, αλλά και στο Χατζιδάκι. Επιστρατεύει τον Γρηγόρη Μπηθικώτση για το πιο λυγμικό και αντρίκιο θρήνο της ελληνικής μουσικής. Tο 1960 μπαίνει στο στούντιο, στην Αθήνα. Όμως πλάι στον Ρίτσο και τον Θεοδωράκη στέκεται και ο Μάνος Χατζιδάκις στην πιο γοητευτική ίσως συνύπαρξη μουσικής και ποίησης. Ο Μάνος Χατζιδάκις ενορχηστρώνει, διευθύνει την ορχήστρα, επιλέγει την τραγουδίστρια που δεν είναι άλλη από τη Νάνα Μούσχουρη.


Το 1961 κυκλοφορεί ο δίσκος.

«Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,

και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.»



Πηγή http://www.iefimerida.gr



Όμως ο Μίκης Θεοδωράκης αισθάνεται ότι αυτή η εκτέλεση δεν έχει το λαϊκό βάρος, τη γειωμένη πολιτική διάσταση που επιθυμούσε. Έτσι, κάνει τη δική του ηχογράφηση χρησιμοποιώντας τον δωρικό Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Μανώλη Χιώτη. Βρισκόμαστε στο έτος 1961. Γράφει ο δημοσιογράφος Γιώργος Νοταράς: «Στην Ελλάδα η κοινωνική και η αισθητική ανατροπή ξεκίνησαν παρέα, χέρι-χέρι, μέσα από το τραγούδι, με ιστορική αφετηρία τη συνάντηση του Μίκη Θεοδωράκη με το Γιάννη Ρίτσο στον "Επιτάφιο". Επρόκειτο για ελληνικής ταυτότητας ανατροπή, γιατί το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν ν' αλλάξει ο κόσμος, αλλά κατ' αρχάς η Ελλάδα. Ο "Επιτάφιος" λοιπόν, με τη σπουδαία ποίηση και τη μουσική του, αλλά βασισμένος σε λατρεμένους λαϊκούς ρυθμούς και με τη μοναδική φωνή του Μπιθικώτση έκανε την πρώτη κίνηση και η απήχησή του ήταν καταλυτική παντού».





Πηγή: http://www.iefimerida.gr/
http://www.iefimerida.gr/

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

«Γιάννης Ρίτσος 2009: Εκατό χρόνια από τη γέννησή του» του ΕΚΕΒΙ



Μελέτες για τον Ρίτσο: Η ενότητα ενισχύθηκε με την προσθήκη λημμάτων έως το 1989 που αφορούν σε μονογραφίες, βασικές μελέτες και αφιερώματα περιοδικών για τον Γιάννη Ρίτσο. Τα λήμματα αυτά βρίσκονται στο μεγαλύτερο μέρος τους συγκεντρωμένα για πρώτη φορά στον κατάλογο του αφιερώματος της Νέας Εστίας του 1991 από την Αικατερίνη Μακρυνικόλα και πιο πρόσφατα στο σχετικό βιβλιογραφικό σημείωμα που συνοδεύει το επετειακό λεύκωμα «Γιάννης Ρίτσος 2009: Εκατό χρόνια από τη γέννησή του» του ΕΚΕΒΙ. Και αυτά τα λήμματα συνοδεύονται από τον κωδικό αριθμό με τον οποίο εμφανίζονται στη «Βιβλιογραφία Γιάννη Ρίτσου 1924-1989». Links στα διάφορα λήμματα οδηγούν τον επισκέπτη σε φωτογραφίες εξώφυλλων αρκετών βιβλίων.

http://www.ekebi.gr/appdata/ritsos/album/


Πηγή http://ritsos.ekebi.gr/bibliografia.asp

http://www.ekebi.gr/frontoffice/portal.asp?cpage=node&cnode=461&t=352

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Γιάννης Ρίτσος, «Στο Χριστό» (απόσπασμα)


…………………………

Ω, εσύ που μίλαες στα πουλιά, στου δάσους τα γυμνά κλαδιά,

στου αγρού τα κρίνα και γλυκά στον κάθε πόνο εστράφης-

σου κρέμασαν στο χέρι σου μιαν αρμαθιά βαριά κλειδιά

να κλεις μπουντρούμια, ιδιώνυμα γελώντας να υπογράφεις.



Συχώρα τον αμαρτωλό, Χριστέ, ο εργάτης σήμερα

καθώς πέφτει στη σκέψη του των φυλακών η αυλαία

σε βλέπει μ’ όψη βλοσυρή και με τα μάτια ανήμερα

να του απαγγέλεις την ποινήν ίδιος με εισαγγελέα.



Χριστέ, που εδιάβης κι άνθισαν κρίνα οι ευλογίες σου λευκά

κ’ ήπιες νερό στου πένητα την ταπεινή παράγκα

κ’ έφεγγε η νύχτα ως έστρεφες γύρω τα μάτια σου γλαυκά,

τώρα φρουρό σε βάλανε μπρος στων πλουσίων τη μπάγκα.



Θάπρεπε να σε βλέπουνε τ’ αθώα παιδιά με σκιερά

μάτια στην κούνια στην κούνια γείρανε και σώπασαν στον ύπνο

κι όμως σε βλέπουν οι κλητοί σου μες στον κύκλο του παρά

να στρώνεις, δούλος ταπεινός, των τυράννων το δείπνο.



Και τ’ όνομά σου θάπρεπε να ψιθυρίζουν ν’ απαντούν

στάχυ στο στάχυ, καλαμιές που δείχνουν το φεγγάρι.

Τώρα τα μαύρα στόματα των πυροβόλων το βροντούν,

και στίβεις μες στα χέρια σου τις νέες καρδιές σφουγγάρι.



Χριστέ, φραγμό σε στήσανε μπροστά στο δρόμο του φτωχού

και τ’ οργισμένο του ύψωναν σ’ εκστάσεις όλβιες μάτι,

μα βάρυνε πολύ ο κασμάς σε χέρι εργάτη και πριχού

σκάψει τον τάφο του γκρεμίζει το άδειο σου παλάτι.



Χριστέ, η καρδιά σου ήταν καρδιά όλου του κόσμου

μα έμεινε στην υποταγή δεμένη για να δένει

κι αν τρόμαξαν ποτέ οι εχθροί για την πλατιά σου τη φωνή

οι ίδιοι σου στεφανώσανε την όψη αντεστραμμένη.



Μα ο πόνος τώρα ωρίμασε κ’ έκφραση δίκιου βρήκε η οργή,

σπάνε οι αλυσίδες της σκλαβιάς κ’ η υπομονή σου εχάθη,

και σε θωρώ στο νέο σταυρό, Χριστέ, στη ρόδινη αυγή,

απ’ το στερνό σου θάνατο η ζωή χαρά να πλάθει.

(Γιάννης Ρίτασος, απ’ τη συλλογή Τρακτέρ)

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Γιάννης Ρίτσος - Ἡ σονάτα τοῦ σεληνόφωτος



Γιάννης Ρίτσος


Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος (1956), η πρωιμότερη από τις μακρές συνθέσεις της Τέταρτης Διάστασης, σημαδεύει με την ιδιότυπη μορφή και ατμόσφαιρά της το ξεκίνημα μιας νέας εποχής, όχι μόνο για το έργο του Γιάννη Ρίτσου (1909-1990), αλλά και για την ποίησή μας γενικότερα. Στην αφετηρία της πιο αίθριας εποχής για την προσωπική ζωή και δημιουργία του ποιητή, φαίνεται να ανασύρει από το παρελθόν βιώματα, αγωνίες και συγκινήσεις που δεν ανιχνεύονται στα ποιήματα της προηγούμενης «ηρωικής» δεκαετίας του Ρίτσου. Στη συνείδηση του ποιητή αντανακλώνται ιδεολογικές ανακατατάξεις που συνταράζουν την εποχή αυτή τον ευρύτερο χώρο της Αριστεράς, στον οποίο ιδεολογικά και πολιτικά είναι ενταγμένος ο Ρίτσος. Ο ποιητής νιώθει επιτακτική την ανάγκη να επανατοποθετηθεί απέναντι στον κόσμο, γιατί του είναι αδύνατο να μη σκέφτεται το αύριο· και για να το καταφέρει, καταφεύγει στη διαλεκτική της «υποκριτικής»: σε «προσωπεία» μυθικά ή σε στερεότυπα (ρόλους ας πούμε)· στη φωνή τους σμίγει η αλήθεια του άλλοτε και του τώρα, του απώτατου και του τρέχοντος, του εγγύς και του μακράν, διανοίγοντας την προοπτική του μέλλοντος για ό,τι γνωρίσαμε, για τον «κόσμο του χθες». Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, από τα πιο αγαπημένα και γνωστά κείμενα του Ρίτσου, είναι ένας σκηνικός μονόλογος, μια «εκ βαθέων» εξομολόγηση, μια παρατεταμένη ικεσία για ζωή κι ελπίδα, μέσα από ροή παραστάσεων και συμβόλων.



«Άφησέ με να ‘ρθω μαζί σου»

ΤΟ ΒΡΑΒΕΙΟ- Η σονάτα του σεληνόφωτος 1956

Τέσσερις μόνο μέρες χρειάστηκαν στον Γιάννη Ρίτσο για να ολοκληρώσει τη σύνθεση «Η σονάτα του σεληνόφωτος». Από τις 14 έως τις 17 Ιουνίου του 1956, σχεδόν απνευστί, ο ποιητής δημιουργεί το σπουδαιότερο ίσως έργο του. Σε ολόκληρη τη θητεία του προετοίμαζε την έκρηξη αυτή, τη βαθύτατη κατάδυση στους κόσμους του «είναι». «Η σονάτα του σεληνόφωτος» είναι ο πρώτος μιας σειράς ποιητικών- θεατρικών μονολόγων που θα στεγαστούν υπό τον τίτλο «Τέταρτη Διάσταση», σε ένα κύκλο συνθέσεων υπαρξιακής αγωνίας, αναζητήσεων, αυτογνωσίας, διλημμάτων, εσωτερικής πολυφωνίας. «Το θάμβος και η ματαιότητα, η πίστη, το πάθος και ο σκεπτικισμός, η αποδοχή του κόσμου και η κριτική, η αυτοσυμπάθεια και η αυτοκριτική συνυπάρχουν» όπως σημειώνει η μελετήτρια Χρύσα Προκοπάκη. Όταν τη γράφει, ο Γιάννης Ρίτσος είναι 47 ετών. Έχει καταδυθεί στον πυρήνα της ύπαρξης και γνωρίζει: «Καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος στη δόξα και στο θάνατο». Επίσης, έχει κατακτήσει απόλυτα τα εκφραστικά του μέσα. «Η σονάτα του σεληνόφωτος» είναι ακριβώς το σημείο στον πήχη όπου μπορούμε να μετρήσουμε το ύψος και το μέγεθος της ποιητικής του πνοής. Εντυπωσιασμένος ο Λουΐ Αραγκόν, ο μεγάλος Γάλλος ποιητής και διανοητής , θα μιλήσει για «το βίαιο τράνταγμα της μεγαλοφυΐας» που ένιωσε διαβάζοντας το ποίημα. Ο Γιάννης Ρίτσος τιμήθηκε για τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης εξ ημισείας με τον Άρη Δικταίο. (Πηγή http://blogs.sch.gr/dim-kouts/ )


«Σκηνικό» του Γιάννη Τσαρούχη για το θεατρικό έργο του De Angelis
«Σπανιόλικη Νύχτα (Αγάπη)», Αθήνα 1985 (1938).







[Ἀνοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιοῦ σπιτιοῦ. Μιά ἡλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στά μαῦρα, μιλάει σ' ἕναν νέο. Δέν ἔχουν ἀνάψει φῶς. Ἀπ' τά δυό παράθυρα μπαίνει ἕνα ἀμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα νά πῶ1 ὅτι ἡ Γυναίκα μέ τά Μαῦρα ἔχει ἐκδώσει δυό-τρεῖς ἐνδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικῆς πνοῆς. Λοιπόν, ἡ Γυναίκα μέ τά Μαῦρα μιλάει στόν Νέο]:

Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου. Τί φεγγάρι ἀπόψε!
Εἶναι καλό τό φεγγάρι, — δέ θά φαίνεται
πού ἀσπρίσαν τά μαλλιά μου. Τό φεγγάρι
θά κάνει πάλι χρυσά τά μαλλιά μου. Δέ θά καταλάβεις.

5
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ὅταν ἔχει φεγγάρι μεγαλώνουν οἱ σκιές μές στό σπίτι,
ἀόρατα χέρια τραβοῦν τίς κουρτίνες,2
ἕνα δάχτυλο ἀχνό γράφει στή σκόνη τοῦ πιάνου3
λησμονημένα λόγια — δέ θέλω νά τ' ἀκούσω. Σώπα.

10
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου
λίγο πιό κάτου, ὥς τή μάντρα τοῦ τουβλάδικου,
ὥς ἐκεῖ πού στρίβει ὁ δρόμος καί φαίνεται
ἡ πολιτεία τσιμεντένια κι ἀέρινη, ἀσβεστωμένη μέ φεγγαρόφωτο,
τόσο ἀδιάφορη κι ἄϋλη

15
τόσο θετική σάν μεταφυσική4
πού μπορεῖς ἐπιτέλους νά πιστέψεις πώς ὑπάρχεις καί δέν ὑπάρχεις
πώς ποτέ δέν ὑπῆρξες, δέν ὑπῆρξε ο χρόνος κ' ἡ φθορά του.5
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

20
Θά καθήσουμε λίγο στό πεζούλι, πάνω στό ὕψωμα,
κι ὅπως θά μᾶς φυσάει ὁ ἀνοιξιάτικος ἀέρας
μπορεῖ νά φανταστοῦμε κιόλας πώς θά πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, καί τώρα ἀκόμη, ἀκούω τό θόρυβο τοῦ φουστανιοῦ μου
σάν τό θόρυβο δυό δυνατῶν φτερῶν πού ἀνοιγοκλείνουν,
κι ὅταν κλείνεσαι μέσα σ' αὐτόν τόν ἦχο τοῦ πετάγματος

25
νιώθεις κρουστό τό λαιμό σου, τά πλευρά σου, τή σάρκα σου,
κ' ἔτσι σφιγμένος μές στούς μυῶνες τοῦ γαλάζιου ἀγέρα,
μέσα στά ρωμαλέα νεῦρα τοῦ ὕψους,
δέν ἔχει σημασία ἄν φεύγεις ἤ ἄν γυρίζεις
κι οὔτε ἔχει σημασία πού ἀσπρίσαν τά μαλλιά μου,

30
(δέν εἶναι τοῦτο ἡ λύπη μου — ἡ λύπη μου
εἶναι πού δέν ἀσπρίζει κ' ἡ καρδιά μου).
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τό ξέρω πώς καθένας μονάχος πορεύεται στόν ἔρωτα,
μονάχος στή δόξα καί στό θάνατο.6

35
Τό ξέρω. Τό δοκίμασα. Δέν ὠφελεῖ.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τοῦτο τό σπίτι στοίχειωσε, μέ διώχνει —
θέλω νά πῶ ἔχει παλιώσει πολύ, τά καρφιά ξεκολλᾶνε,
τά κάδρα ρίχνονται σά νά βουτᾶνε στό κενό,
40
οἱ σουβάδες πέφτουν ἀθόρυβα
ὅπως πέφτει τό καπέλο τοῦ πεθαμένου ἀπ' τήν κρεμάστρα στό
σκοτεινό διάδρομο7
ὅπως πέφτει τό μάλλινο τριμμένο γάντι τῆς σιωπῆς
ἀπ' τά γόνατά της
ἤ ὅπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στήν παλιά,
ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.
Κάποτε ὑπῆρξε νέα κι αὐτή, — ὄχι ἡ φωτογραφία πού κοιτᾶς μέ τόση
δυσπιστία —

45
λέω γιά τήν πολυθρόνα,8 πολύ ἀναπαυτική, μποροῦσες ὧρες ὁλόκληρες
νά κάθεσαι
καί μέ κλεισμένα μάτια νά ὀνειρεύεσαι ὅ,τι τύχει
— μιάν ἀμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη ἀπό φεγγάρι,
πιό στιλβωμένη ἀπ' τά παλιά λουστρίνια μου πού κάθε μήνα τά δίνω
στό στιλβωτήριο τῆς γωνιᾶς,
ἤ ἕνα πανί ψαρόβαρκας πού χάνεται στό βάθος λικνισμένο ἀπ' τήν ἴδια
του ἀνάσα,

50
τριγωνικό πανί σά μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στά δυό
σά νά μήν εἶχε τίποτα νά κλείσει ἤ νά κρατήσει
ἤ ν' ἀνεμίσει διάπλατο σέ ἀποχαιρετισμό. Πάντα μου εἶχα μανία μέ τά
μαντίλια,
ὄχι γιά νά κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιῶν ἤ χαμομήλι μαζεμένο στούς ἀγρούς μέ τό
λιόγερμα

55
ἤ νά τό δέσω τέσσερις κόμπους σάν τό σκουφί πού φορᾶνε οἱ ἐργάτες
στ' ἀντικρυνό γιαπί
ἤ νά σκουπίζω τά μάτια μου, — διατήρησα καλή τήν ὅρασή μου·
ποτέ μου δέ φόρεσα γυαλιά. Μιά ἁπλή ἰδιοτροπία τά μαντίλια.9
Τώρα τά διπλώνω στά τέσσερα, στά ὀχτώ, στά δεκάξη
ν' ἀπασχολῶ τά δάχτυλά μου. Καί τώρα θυμήθηκα

60
πώς ἔτσι μετροῦσα τή μουσική σάν πήγαινα στό Ὠδεῖο10
μέ μπλέ ποδιά κι ἄσπρο γιακά, μέ δυό ξανθές πλεξοῦδες
— 8, 16, 32, 64, —
κρατημένη ἀπ' τό χέρι μιᾶς μικρῆς φίλης μου ροδακινιᾶς ὅλο φῶς καί
ρόζ λουλούδια,
(συχώρεσέ μου αὐτά τά λόγια — κακή συνήθεια11) — 32, 64, —
κ' οἱ δικοί μου στήριζαν
65
μεγάλες ἐλπίδες στό μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σοὔλεγα γιά τήν
πολυθρόνα —
ξεκοιλιασμένη — φαίνονται οἱ σκουριασμένες σοῦστες, τά ἄχερα —
ἔλεγα νά τήν πάω δίπλα στό ἐπιπλοποιεῖο,
μά ποῦ καιρός καί λεφτά καί διάθεση — τί νά πρωτοδιορθώσεις; —
ἔλεγα νά ρίξω ἕνα σεντόνι πάνω της, — φοβήθηκα

70
τ' ἄσπρο σεντόνι12 σέ τέτοιο φεγγαρόφωτο. Ἐδῶ κάθησαν
ἄνθρωποι πού ὀνειρεύτηκαν μεγάλα ὄνειρα, ὅπως κ' ἐσύ κι ὅπως κ'
ἐγώ ἄλλωστε,
καί τώρα ξεκουράζονται κάτω ἀπ' τό χῶμα δίχως νά ἐνοχλοῦνται ἀπ'
τή βροχή ἤ τό φεγγάρι.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Θά σταθοῦμε λιγάκι στήν κορφή τῆς μαρμάρινης σκάλας τοῦ
Ἅη-Νικόλα,13
75
ὕστερα ἐσύ θά κατηφορίσεις κ' ἐγώ θά γυρίσω πίσω
ἔχοντας στ' ἀριστερό πλευρό μου τή ζέστα ἀπ' τό τυχαῖο ἄγγιγμα τοῦ
σακκακιοῦ σου
κι ἀκόμη μερικά τετράγωνα φῶτα ἀπό μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αὐτή τήν πάλλευκη ἄχνα ἀπ' τό φεγγάρι ποὖναι σά μιά μεγάλη
συνοδεία ἀσημένιων κύκνων —
καί δέ φοβᾶμαι αὐτή τήν ἔκφραση, γιατί ἐγώ

80
πολλές ἀνοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα ἄλλοτε μέ τό Θεό πού μοῦ
ἐμφανίστηκε
ντυμένος τήν ἀχλύ καί τή δόξα ἑνός τέτοιου σεληνόφωτος,
καί πολλούς νέους, πιό ὡραίους κι ἀπό σένα ἀκόμη, τοῦ ἐθυσίασα,14
ἔτσι λευκή κι ἀπρόσιτη ν' ἀτμίζομαι15 μές στή λευκή μου φλόγα, στή
λευκότητα τοῦ σεληνόφωτος,
πυρπολημένη ἀπ' τ' ἀδηφάγα μάτια τῶν ἀντρῶν κι ἀπ' τή δισταχτικήν
ἔκσταση τῶν ἐφήβων,

85
πολιορκημένη ἀπό ἐξαίσια, ἡλιοκαμμένα σώματα,
ἄλκιμα16 μέλη γυμνασμένα στό κολύμπι, στό κουπί, στό στίβο,
στό ποδόσφαιρο (πού ἔκανα πώς δέν τἄβλεπα)
μέτωπα, χείλη καί λαιμοί, γόνατα, δάχτυλα καί μάτια,
στέρνα καί μπράτσα καί μηροί (κι ἀλήθεια δέν τἄβλεπα)
— ξέρεις, καμμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνᾶς, ὅ,τι θαυμάζεις,
σοῦ φτάνει ὁ θαυμασμός σου,17 —

90
θέ μου, τί μάτια πάναστρα,18 κι ἀνυψωνόμουν σέ μιάν ἀποθέωση
ἀρνημένων ἄστρων
γιατί, ἔτσι πολιορκημένη ἀπ' ἔξω κι ἀπό μέσα,
ἄλλος δρόμος δε μοὔμενε παρά μονάχα πρός τά πάνω ἤ πρός τά κάτω.
— Ὄχι, δέ φτάνει.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τό ξέρω ἡ ὥρα πιά εἶναι περασμένη. Ἄφησέ με,

95
γιατί τόσα χρόνια, μέρες καί νύχτες καί πορφυρά μεσημέρια,
ἔμεινα μόνη,
ἀνένδοτη, μόνη καί πάναγνη,
ἀκόμη στή συζυγική μου κλίνη πάναγνη καί μόνη,
γράφοντας ἔνδοξους στίχους στά γόνατα τοῦ Θεοῦ,
στίχους πού, σέ διαβεβαιῶ, θά μείνουνε σά λαξευμένοι σέ ἄμεμπτο
μαρμαρο19

100
πέρα ἀπ' τή ζωή μου καί τή ζωή σου, πέρα πολύ. Δέ φτάνει.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τοῦτο τό σπίτι20 δέ μέ σηκώνει πιά.
Δέν ἀντέχω νά τό σηκώνω στή ράχη μου.
Πρέπει πάντα νά προσέχεις, νά προσέχεις,

105
νά στεριώνεις τόν τοῖχο μέ τό μεγάλο μπουφέ
νά στεριώνεις τόν μπουφέ μέ τό πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
νά στεριώνεις τό τραπέζι μέ τίς καρέκλες
νά στεριώνεις τίς καρέκλες μέ τά χέρια σου
νά βάζεις τόν ὦμο σου κάτω ἀπ' τό δοκάρι πού κρέμασε.

110
Καί τό πιάνο, σά μαῦρο φέρετρο κλεισμένο. Δέν τολμᾶς νά τ' ἀνοίξεις.
Ὅλο νά προσέχεις, νά προσέχεις, μήν πέσουν, μήν πέσεις. Δἐν ἀντέχω.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τοῦτο τό σπίτι, παρ' ὅλους τούς νεκρούς του, δέν ἐννοεῖ νά πεθάνει.
Ἐπιμένει νά ζεῖ μέ τούς νεκρούς του

115
νά ζεῖ ἀπ' τούς νεκρούς του
νά ζεῖ ἀπ' τή βεβαιότητα τοῦ θανάτου του
καί νά νοικοκυρεύει ἀκόμη τούς νεκρούς του σ' ἑτοιμόρροπα κρεββάτια
καί ράφια.21
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ἐδῶ, ὅσο σιγά κι ἄν περπατήσω μές στήν ἄχνα τῆς βραδιᾶς,

120
εἴτε μέ τίς παντοῦφλες, εἴτε ξυπόλυτη,
κάτι θά τρίξει, — ἕνα τζάμι ραγίζει ἤ κάποιος καθρέφτης,22
κάποια βήματα ἀκούγονται, — δέν εἶναι δικά μου.
Ἔξω, στό δρόμο μπορεῖ νά μήν ἀκούγονται τοῦτα τά βήματα, —
ἡ μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα,23 —

125
κι ἄν κάνεις νά κοιτάξεις σ' αὐτόν ἤ στόν ἄλλον καθρέφτη,
πίσω ἀπ' τή σκόνη καί τίς ραγισματιές,24
διακρίνεις πιό θαμπό καί πιό τεμαχισμένο τό πρόσωπό σου,
τό πρόσωπό σου πού ἄλλο δέ ζήτησες στή ζωή παρά νά τό κρατήσεις
καθάριο κι ἀδιαίρετο.
Τά χείλη τοῦ ποτηριοῦ γυαλίζουν στό φεγγαρόφωτο

130
σάν κυκλικό ξυράφι — πῶς νά τό φέρω στά χείλη μου;
ὅσο κι ἄν διψῶ, — πῶς νά τό φέρω; — Βλέπεις;
ἔχω ἀκόμη διάθεση γιά παρομοιώσεις, — αὐτό μοῦ ἀπόμεινε,
αὐτό μέ βεβαιώνει ἀκόμη πώς δέ λείπω.
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.

135
Φορές-φορές, τήν ὥρα πού βραδιάζει, ἔχω τήν αἴσθηση
πώς ἔξω ἀπ' τά παράθυρα περνάει ὁ ἀρκουδιάρης μέ τή γριά βαρειά
του ἀρκούδα25
μέ τό μαλλί της ὅλο ἀγκάθια καί τριβόλια26
σηκώνοντας σκόνη στό συνοικιακό δρόμο
ἕνα ἐρημικό σύννεφο σκόνη πού θυμιάζει27τό σούρουπο

140
καί τά παιδιά ἔχουν γυρίσει σπίτια τους γιά τό δεῖπνο καί δέν τ' ἀφήνουν
πιά νά βγοῦν ἔξω
μ' ὅλο πού πίσω ἀπ' τούς τοίχους μαντεύουν τό περπάτημα τῆς γριᾶς
ἀρκούδας —
κ' ἡ ἀρκούδα κουρασμένη πορεύεται μές στή σοφία τῆς μοναξιᾶς της,
μήν ξέροντας γιά ποῦ καί γιατί —
ἔχει βαρύνει, δέν μπορεῖ πιά νά χορεύει στά πισινά της πόδια
δέν μπορεῖ νά φοράει τή δαντελένια σκουφίτσα της νά διασκεδάζει τά
παιδιά, τούς ἀργόσχολους, τούς ἀπαιτητικούς,

145
καί τό μόνο πού θέλει εἶναι νά πλαγιάσει στό χῶμα
ἀφήνοντας νά τήν πατᾶνε στήν κοιλιά, παίζοντας ἔτσι τό τελευταῖο
παιχνίδι της,
δείχνοντας τήν τρομερή της δύναμη γιά παραίτηση,
τήν ἀνυπακοή της στά συμφέροντα τῶν ἄλλων, στούς κρίκους τῶν
χειλιῶν της, στήν ἀνάγκη τῶν δοντιῶν της,
τήν ἀνυπακοή της στόν πόνο καί στή ζωή

150
μέ τή σίγουρη συμμαχία τοῦ θανάτου — ἔστω κ' ἑνός ἀργοῦ θανάτου —
τήν τελική της ἀνυπακοή στό θάνατο μέ τή συνέχεια καί τή γνώση
τῆς ζωῆς
πού ἀνηφοράει μέ γνώση καί μέ πράξη πάνω ἀπ’ τή σκλαβιά της.28
Μά ποιός μπορεῖ νά παίξει ὥς τό τέλος αὐτό τό παιχνίδι;
Κ' ἡ ἀρκούδα σηκώνεται πάλι καί πορεύεται

155
ὑπακούοντας στό λουρί της, στούς κρίκους της, στά δόντια της,
χαμογελώντας μέ τά σκισμένα χείλη της στίς πενταροδεκάρες πού τῆς
ρίχνουνε τά ὡραῖα κι ἀνυποψίαστα παιδιά
(ὡραῖα ἀκριβῶς γιατί εἶναι ἀνυποψίαστα)
καί λέγοντας εὐχαριστῶ. Γιατί οἱ ἀρκοῦδες πού γεράσανε
τό μόνο πού ἔμαθαν νά λένε εἶναι: εὐχαριστῶ, εὐχαριστῶ.

160
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Τοῦτο τό σπίτι μέ πνίγει. Μάλιστα ἡ κουζίνα
εἶναι σάν τό βυθό τῆς θάλασσας. Τά μπρίκια29 κρεμασμένα γυαλίζουν
σά στρογγυλά, μεγάλα μάτια ἀπίθανων ψαριῶν,
τά πιάτα σαλεύουν ἀργά σάν τίς μέδουσες,30
165
φύκια κι ὄστρακα πιάνονται στά μαλλιά μου — δέν μπορῶ νά τά
ξεκολλήσω ὕστερα,
δέν μπορῶ ν' ἀνέβω πάλι στήν ἐπιφάνεια —
ὁ δίσκος μοῦ πέφτει ἀπ' τά χέρια ἄηχος, — σωριάζομαι —
καί βλέπω τίς φυσαλίδες ἀπ' τήν ἀνάσα μου ν' ἀνεβαίνουν, ν' ανεβαίνουν
καί προσπαθῶ νά διασκεδάσω κοιτάζοντάς τες

170
κι ἀναρωτιέμαι τί θά λέει ἄν κάποιος βρίσκεται ἀπό πάνω καί βλέπει αὐτές τίς φυσαλίδες,
τάχα πώς πνίγεται κάποιος ἤ πώς ἕνας δύτης ἀνιχνεύει τούς βυθούς;31
Κι ἀλήθεια δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ἀνακαλύπτω ἐκεῖ, στό βάθος τοῦ πνιγμοῦ,
κοράλλια καί μαργαριτάρια καί θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
ἀπρόοπτες συναντήσεις, καί χτεσινά καί σημερινά καί μελλούμενα,

175
μιάν ἐπαλήθευση σχεδόν αἰωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο ἀθανασίας, ὅπως λένε,
μιάν εὐτυχία, μιά μέθη, κ' ἐνθουσιασμόν ἀκόμη,
κοράλλια καί μαργαριτάρια καί ζαφείρια·
μονάχα πού δέν ξέρω νά τά δώσω — ὄχι, τά δίνω·

180

μονάχα πού δέν ξέρω ἄν μποροῦν νά τά πάρουν — πάντως ἐγώ
τά δίνω.32
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Μιά στιγμή, νά πάρω τή ζακέτα μου.
Τοῦτο τόν ἄστατο καιρό, ὅσο νἆναι, πρέπει νά φυλαγόμαστε.
Ἔχει ὑγρασία τά βράδια, καί τό φεγγάρι

185
δέ σοῦ φαίνεται, ἀλήθεια, πώς ἐπιτείνει τήν ψύχρα;33
Ἄσε νά σοῦ κουμπώσω τό πουκάμισο — τί δυνατό τό στῆθος σου,
— τί δυνατό φεγγάρι, — ἡ πολυθρόνα, λέω — κι ὅταν σηκώνω τό
φλιτζάνι ἀπ' τό τραπέζι
μένει ἀπό κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω ἀμέσως τήν παλάμη μου
ἐπάνω
νά μήν κοιτάξω μέσα, — ἀφήνω πάλι τό φλιτζάνι στή θέση του·

190
καί τό φεγγάρι μιά τρύπα στό κρανίο τοῦ κόσμου — μήν κοιτάξεις
μέσα,
εἶναι μιά δύναμη μαγνητική34 πού σέ τραβάει — μήν κοιτάξεις, μήν
κοιτᾶχτε,
ἀκοῦστε με πού σᾶς μιλάω — θά πέσετε μέσα. Τοῦτος ὁ ἴλιγγος
ὡραῖος, ἀνάλαφρος — θά πέσεις, —
ἕνα μαρμάρινο πηγάδι τό φεγγάρι,

195
ἴσκιοι σαλεύουν καί βουβά φτερά,35 μυστηριακές φωνές — δέν τίς ἀκοῦτε;
Βαθύ-βαθύ τό πέσιμο,36
βαθύ-βαθύ τό ἀνέβασμα,
τό ἀέρινο ἄγαλμα κρουστό μές στ' ἀνοιχτά φτερά του,37
βαθειά-βαθειά ἡ ἀμείλικτη εὐεργεσία τῆς σιωπῆς, —

200
τρέμουσες φωταψίες τῆς ἄλλης ὄχθης, ὅπως ταλαντεύεσαι μές στό
ἴδιο σου τό κύμα,
ἀνάσα ὠκεανοῦ. Ὡραῖος, ἀνάλαφρος
ὁ ἴλιγγος τοῦτος, — πρόσεξε, θά πέσεις. Μήν κοιτᾶς ἐμένα,
ἐμένα ἡ θέση μου εἶναι τό ταλάντευμα — ὁ ἑξαίσιος ἴλιγγος. Ἔτσι κάθε
ἀπόβραδο
ἔχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.

205
Συχνά πετάγομαι στό φαρμακεῖο ἀπέναντι γιά καμμιάν ἀσπιρίνη,
ἄλλοτε πάλι βαριέμαι καί μένω μέ τόν πονοκέφαλό μου
ν' ἀκούω μές στούς τοίχους τόν κούφιο θόρυβο πού κάνουν οἱ σωλῆνες
τοῦ νεροῦ,
ἤ ψήνω ἕναν καφέ, καί, πάντα ἀφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ' ἑτοιμάζω δυό — ποιός νά τόν πιεῖ τόν ἄλλον; —

210
ἀστεῖο ἀλήθεια, τόν ἀφήνω στό περβάζι νά κρυώνει
ἤ κάποτε πίνω καί τόν δεύτερο, κοιτάζοντας ἀπ' τό παράθυρο τόν πράσινο
γλόμπο τοῦ φαρμακείου
σάν τό πράσινο φῶς ἑνός ἀθόρυβου τραίνου πού ἔρχεται νά μέ πάρει
μέ τά μαντίλια μου, τά στραβοπατημένα μου παπούτσια, τή μαύρη
τσάντα μου, τά ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες — τί νά τίς κάνεις;

215
Ἄφησέ με νἄρθω μαζί σου.
Ἄ, φεύγεις; Καληνύχτα. Ὄχι, δέ θἄρθω. Καληνύχτα.
Ἐγώ θά βγῶ σέ λίγο. Εὐχαριστῶ. Γιατί, ἐπιτέλους, πρέπει
νά βγῶ ἀπ' αὐτό τό τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει νά δῶ λιγάκι πολιτεία,38 — ὄχι, ὄχι τό φεγγάρι —

220
τήν πολιτεία μέ τά ροζιασμένα χέρια της, τήν πολιτεία τοῦ μεροκάματου,
τήν πολιτεία πού ὁρκίζεται στό ψωμί καί στή γροθιά της
τήν πολιτεία πού ὅλους μᾶς ἀντέχει στή ράχη της
μέ τίς μικρότητές μας, τίς κακίες, τίς ἔχτρες μας,
μέ τίς φιλοδοξίες, τήν ἄγνοιά μας καί τά γερατειά μας, —
225
ν' ἀκούσω τά μεγάλα βήματα τῆς πολιτείας,
νά μήν ἀκούω πιά τά βήματά σου
μήτε τά βήματα τοῦ Θεοῦ, μήτε καί τά δικά μου βήματα. Καληνύχτα.

(Τό δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πώς κάποιο σύννεφο θἄκρυψε τό φεγγάρι. Μονομιᾶς, σάν κάποιο χέρι νά δυνάμωσε τό ραδιόφωνο τοῦ γειτονικοῦ μπάρ, ἀκούστηκε μιά πολύ γνωστή μουσική φράση. Καί τότε κατάλαβα πώς ὅλη τούτη τή σκηνή τή συνόδευε χαμηλόφωνα ἡ «Σονάτα τοῦ Σεληνόφωτος»,39 μόνο τό πρῶτο μέρος. Ὁ Νέος θά κατηφορίζει τώρα μ' ἕνα εἰρωνικό κ' ἴσως συμπονετικό χαμόγελο στά καλογραμμένα χείλη του καί μ' ἕνα συναίσθημα ἀπελευθέρωσης. Ὅταν θά φτάσει ἀκριβῶς στόν Ἅη-Νικόλα, πρίν κατέβει τή μαρμάρινη σκάλα, θά γελάσει, — ἕνα γέλιο δυνατό, ἀσυγκράτητο. Τό γέλιο του δέ θ' ἀκουστεῖ καθόλου ἀνάρμοστα κάτω ἀπ' τό φεγγάρι. Ἴσως τό μόνο ἀνάρμοστο νἆναι τό ὅτι δέν εἶναι καθόλου ἀνάρμοστο. Σέ λίγο ὁ Νέος θά σωπάσει, θά σοβαρευτεῖ καί θά πεῖ: «Ἡ παρακμή μιᾶς ἐποχῆς». Ἔτσι, ὁλότελα ἥσυχος πιά, θά ξεκουμπώσει πάλι τό πουκάμισό του καί θά τραβήξει τό δρόμο του. Ὅσο γιά τή γυναίκα μέ τά μαῦρα, δέν ξέρω ἄν βγῆκε τελικά ἀπ' τό σπίτι. Τό φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Καί στίς γωνιές τοῦ δωματίου οἱ σκιές σφίγγονται ἀπό μιάν ἀβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν ὀργή, ὄχι τόσο γιά τή ζωή, ὅσο γιά τήν ἄχρηστη ἐξομολόγηση. Ἀκοῦτε; Τό ραδιόφωνο συνεχίζει):




ΑΘΗΝΑΙ, Ἰούνιος 1956

Το κείμενο ακολουθεί τη συγκεντρωτική έκδοση Ποιήματα, τ. 6: Τέταρτη Διάσταση 1956-1972, Κέδρος, 1977, σ. 43-53.

* Η σονάτα, ως μουσικό είδος, είναι σύνθεση για ένα ή περισσότερα μουσικά όργανα, αποτελούμενη από τρία ή τέσσερα μέρη διαφορετικής ρυθμικής αγωγής.
Ο ποιητής-αφηγητής εμφανίζεται μόνο στις σκηνικές οδηγίες της αρχής και του τέλους της σύνθεσης.
Το φεγγάρι που είναι καλό έξω, στον εσωτερικό χώρο γίνεται πηγή εφιαλτικών εικόνων (αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες).
στ. 8· Το πιάνο, αντικείμενο συνδεμένο με τη χαρά και την ηχητική απόλαυση, σκονισμένο εδώ, ενώ στον στίχο 110,σαν μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Πρόκειται για ένα από τα επαναλαμβανόμενα στην ποίηση του Ρίτσου σύμβολα.
στ. 13-15· Αντιθετικά ζεύγη συνοδεύουν την πρώτη αναφορά στην πολιτεία:

τσιμεντένια και αέρινη / θετική σαν μεταφυσική.
στ. 17· Η έξοδος προς την πολιτεία επιτρέπει να λησμονηθεί η φθορά του χρόνου, που μέσα στον εσωτερικό χώρο γίνεται βασανιστικά αισθητή.
στ. 33-35· Η φράση, με χαρακτήρα αποφθεγματικό, μοιάζει με απολογισμό ζωής μιας γυναίκας που έζησε μακριά από τον κοινωνικό περίγυρο.
στ. 41· Το στοιχείο της φθοράς και του θανάτου κυριαρχεί και στη σύνθεση του Γιάννη Ρίτσου Ελένη (1971) «που είναι η προέκταση ως τα έσχατα όρια του κλίματος της Σονάτας» (βλ. Στέφανος Διαλησμάς, Εισαγωγή στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου, σ. 52):

Σε τούτο το σπίτι ο αγέρας έγινε βαρύς κι ανεξήγητος ίσως από τη φυσικότητα της παρουσίας των νεκρών. Μια κασέλα ανοίγει μόνη της, βγαίνουν παλιά φορέματα, θροΐζουν, στήνονται όρθια,
σεργιανούν σιγανά· δυο χρυσά κρόσσια μένουν στο χαλί· ένα παραπέτασμα παραμερίζει·
στ. 43-45· Η πολυθρόνα κάποτε νέα, ξεκοιλιασμένη τώρα, αποκτά διαστάσεις συμβόλου.
στ. 57· Η «ιδιοτροπία» αυτή σχετίζεται με τον κοινωνικό χώρο, από τον οποίο προέρχεται η γυναίκα και που της επιτρέπει να αντιμετωπίζει αντικείμενα χρηστικά, όπως είναι τα μαντίλια, από την αισθητική τους και μόνο πλευρά.
στ. 60-62· 8, 16, 32, 64· οι αριθμοί συμπίπτουν με εκείνους της ρυθμικής αγωγής στη μουσική· η προοδευτική τους όμως αύξηση εδώ είναι παράλληλα ένα σχόλιο για το πέρασμα των ηλικιών.
στ. 64· Η κακή συνήθεια σχετίζεται προφανώς με τη θητεία της γυναίκας στην ποίηση (σχετική πληροφορία δίνει η σκηνική οδηγία της αρχής) και είναι αυτή που την ωθεί στο να μιλάει με λυρικές εικόνες (μια μικρή φίλη μουροδακινιά, όλο φως και ροζ λουλούδια).
στ. 70· φοβήθηκα το άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο· η κάλυψη των επίπλων με άσπρα σεντόνια είναι εκδήλωση πένθους· εξάλλου τα άσπρα σεντόνια θυμίζουν νεκρικά σάβανα.
στ. 74· Η εκκλησία του Αϊ-Νικόλα· η μοναδική συγκεκριμένη αναφορά σε τόπο μέσα στο κείμενο.
στ. 82· Το σεληνόφως στην πρώιμη νεότητα της γυναίκας κάνει εντονότερη την ερωτική ατμόσφαιρα και επιτείνει την ερωτική επιθυμία. Αντίστροφος είναι ο ρόλος του κατά την όψιμη ηλικία της γυναίκας (βλ. παρακάτω).
στ. 83· ατμίζομαι· κατασκευασμένο ρήμα, ανάμεσα στο ατμίζω (= βγάζω ατμούς) και στο εξατμίζομαι.
άλκιμα· (<αλκή· ρώμη) ρωμαλέα.
στ. 89· Η φράση έχει χαρακτήρα αποφθεγματικό. Ο θαυμασμός ανατροφοδοτούμενος ματαιώνει την πράξη, στην προκειμένη περίπτωση το ερωτικό βίωμα.
πάναστρα· όλο αστέρια ή φωτεινά σαν αστέρια.
στ. 99· Οι στίχοι της γυναίκας, οι λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο, αφορούν προφανώς μία ποίηση απομακρυσμένη από τη ζωή. Πρόκειται για μία έμμεση κριτική του Γιάννη Ρίτσου στην άποψη «η Τέχνη για την Τέχνη». Με τρόπο άμεσο η κριτική του αυτή εκφράζεται στο ποίημα Το χρέος των ποιητών (Βλ. Παράλληλα κείμενα) απ' όπου και ο χαρακτηριστικός στίχος:

Ξέρω πολλά ποιήματα που πνίγηκαν στο χρυσό πηγάδι της σελήνης.
στ. 102· Το σπίτι, ως σύμβολο του απομονωμένου, ασφυκτικά κλειστού και καταρρέοντος εσωτερικού χώρου, συναντάται και στη σύνθεση με τον εύγλωττο τίτλο Το νεκρό σπίτι (1962) της Τέταρτης Διάστασης:

Ένα κόκκινο ποτάμι κυκλόφερνε το σπίτι μας·
ξεκόψαμε απ' τον έξω κόσμο·
αργότερα μας ξέχασε κι ο κόσμος.
στ. 113-117· Βλ. Γιάννης Ρίτσος, Ελένη:

Δεν ξέρω γιατί μένουν δω μέσα οι νεκροί, χωρίς τη συμπάθεια κανενός δεν ξέρω τι θέλουν
και τριγυρνούν στις κάμαρες με τα καλά τους ρούχα, τα καλά τους παπούτσια
βερνικωμένα αρυτίδωτα, κι αθόρυβα ωστόσο σαν να μη πατάνε κάτω.
Πιάνουν τον τόπο, ξαπλώνουν όπου τύχει, στις δυο κουνιστές πολυθρόνες,
χάμου στο πάτωμα ή μέσα στο λουτρό· ξεχνούν τη βρύση να στάζει·
ξεχνούν τα μοσχοσάπουνα να λιώνουν στο νερό.
στ. 121· Το ράγισμα του καθρέφτη θεωρείται σημάδι κακοτυχίας στις δοξασίες πολλών λαών του κόσμου.
στ. 124· Η μεταφορά έχει προφανώς την έννοια ότι η μεταμέλεια, όταν μάλιστα αφορά μια γυναίκα που βρίσκεται στη δύση του βίου της, είναι ένα βασανιστικό συναίσθημα, όπως ο ενοχλητικός και επίμονος ήχος που κάνουν τα ξυλοπάπουτσα.
στ. 125-126· Ο καθρέφτης, ως σύμβολο αυτογνωσίας εδώ, αποκαλύπτει ένα κατακερματισμένο πρόσωπο, ένα πολυδιασπασμένο εσωτερικό κόσμο.
στ. 136· Το σύμβολο της αρκούδας συναντάται και σε δύο κείμενα του σχολικού εγχειριδίου ΚΝΛ της Β' Λυκείου: στο ποίημα του Άγγελου Σικελιανού Ιερά οδός και στο πεζογράφημα του Μιχαήλ Μητσάκη, Αρκούδα.
τριβόλια· το ζιζάνιο «κολλητσίδα», που μπλέκεται στο μαλλί των ζώων.
Θυμιάζω και θυμιατίζω· καίω θυμίαμα... η λέξη εδώ με μεταφορική σημασία.
στ. 152· ανηφοράει με γνώση και με πράξη· η σύζευξη θεωρίας και πράξης είναι θεμελιακή μαρξιστική αρχή. Βλ. επίσης Γιάννης Ρίτσος, Ρωμιοσύνη, 1954: Η ζωή τραβάει την ανηφόρα... (ΚΝΛ Α ' Λυκείου).
στ. 162· η αναφορά σε αντικείμενα καθημερινής χρήσης είναι χαρακτηριστική στην ποίηση του Γιάννη Ρίτσου:

Νύχτα μεγάλη σαν ταψί στου γανωτζή τον τοίχο (Ρωμιοσύνη). Σημειώνει σχετικά ο Δημ. Μαρωνίτης: «η ποίησή του καθιερώνει (= καθιστά ιερό) οτιδήποτε κοινό και ασήμαντο τρίβεται με την καθημερινότητά μας, δίχως να διεκδικεί υψηλή αγοραστική αξία στην ποίηση και στη γλώσσα» (Βλ. Δημ. Μαρωνίτης, «Η τιμή του χρυσού και η τιμή της πέτρας», Διαλέξεις, Στιγμή 1986).
μέδουσα· το υδρόβιο ασπόνδυλο ζώο που η επαφή μαζί του προκαλεί δερματικούς ερεθισμούς.
στ. 171· Η κατάδυση στο βυθό που είναι κατάδυση στη μνήμη, στο παρελθόν βίωμα και, αν μιλήσουμε με όρους ψυχολογικούς, στο υποσυνείδητο, γίνεται με μεταφορές και εικόνες από τον υποθαλάσσιο κόσμο.
στ. 172-180· Στους στίχους αυτούς έχουμε ένα σχόλιο για την ίδια τη λειτουργία της ποίησης, η οποία επιτρέπει, ακόμα και στο βάθος του πνιγμού, μιαν επαλήθευση αιωνιότητας. (Ας μη ξεχνάμε πως η ηρωίδα του μονολόγου είναι ποιήτρια). Βλ. Χ. Προκοπάκη, «Η Αλεπού, ο Πελαργός και ο Μυθοπλάστης: Ακόμα μια πρόταση για τη Σονάτα του Σεληνόφωτος»: Νέα Εστία, Χριστούγεννα 1991.
στ. 185· Αξίζει να παρατηρηθεί πως το φεγγάρι δεν έχει ένα σταθερό συμβολικό ρόλο στο ποίημα:

καλό φεγγάρι (στ. 2)
επιτείνει την ψύχρα (στ. 185)
δυνατό φεγγάρι (στ. 187)
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι (στ. 194).
στ. 191· Η παράσταση μπορεί απλώς να παραπέμπει σε ψυχολογικές παραισθήσεις (ίλιγγο του σκότους). Για τις «μαύρες τρύπες» στο διάστημα ήταν ήδη γνωστό πως πρόκειται για υποθετικά ουράνια σώματα —προϊόντα συνήθως «θανάτου» γιγαντιαίων άστρων— που, εξαιτίας του ισχυρότατου πεδίου βαρύτητάς τους, έλκουν και καταβροχθίζουν οτιδήποτε περιέρχεται στην ακτίνα ισχύος τους, ακόμα και το φως! Ο συνειρμός στο ποίημα, έχει ως αφετηρία του, το ίχνος που αφήνει η βάση του φλιτζανιού πάνω σ' ένα σκονισμένο τραπέζι.
στ. 195· Το θέμα της ομιλούσας σιωπής είναι κοινός τόπος στην ποίηση του Ρίτσου:

...Μα ο ήχος διατηρείται—

θόρυβοι, γδούποι συρσίματα — το βουητό της σιωπής...

(Ελένη, 1971) αλλά και σε ποιήματά του άλλης ατμόσφαιρας:

...Στη δίκη
τον ρώτησαν, τον ξαναρώτησαν
Εκείνος ούτε λέξη...
Τότε ο πρόεδρος
χτύπησε το κουδούνι δυνατά, φώναξε οργίστηκε:
να γίνει ησυχία
να μην ακούγεται η σιωπή του κατηγορουμένου!
(Μαρτυρίες Α', 1963)
Στους στίχους 196-199 η απόλυτη ενδοστρέφεια της γυναίκας εκφράζεται με ιαμβικούς στίχους που, σε συνδυασμό με τον ελεγειακό τους χαρακτήρα, θυμίζουν στιχουργία μοιρολογιού.
στ. 198· Yπάρχει ανάλογη εικόνα στους στίχους 20-25.
στ. 219 κ.ε.· Η υμνητική αναφορά στην πολιτεία αποφορτίζει το ποίημα από το βαρύ κλίμα της φθοράς και οδηγεί την όλη σύνθεση στον οικείο ιδεολογικό χώρο του Ρίτσου: στο χώρο μιας ποίησης κοινωνικών προεκτάσεων. Με ευκρινέστερο τρόπο ο ύμνος στην πολιτεία του μόχθου και του μεροκάματου απαντάται σε ποιήματα με αμιγή ιδεολογικό προσανατολισμό, όπως είναι η Ανυπόταχτη πολιτεία (βλ. ΚΝΛ, Γ' Λυκείου):

Α πολιτεία, πολιτεία, αγαπημένη μου,
με τους κεραυνούς σου μυστικά αποθηκευμένους στους υπονόμους
κάτου στα υπόγεια, βαθιά βαθιά με το χτικιό με τη φτώχεια και με την τρέλα
Α πολιτεία του τίμιου ιδρώτα,
η νύχτα σου με το εκδρομικό σακίδιο στον ώμο της
γυρνώντας απ' την Κυριακή προς τη Δευτέρα,
με τις πευκοβελόνες στα μαλλιά της
και με το κοκκινόχωμα στα χέρια της — Ανυπόταχτη, ανυπόταχτη, ανυπόταχτη,
...............................................................................
Αχ πολιτεία αλλοπαρμένη με τα ροζιασμένα χέρια σου.
Σονάτα του Σεληνόφωτος· Πρόκειται για το κλασικό μουσικό έργο Σονάτα του Σεληνόφωτος του γερμανού μουσικοσυνθέτη Λουδοβίκου Μπετόβεν (1770-1827).



«Φεγγάρι στη δύση του», 1957, έργο του Ν. Χατζηκυριάκου-Γκίκα.

Πηγή :
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-C132/638/4102,18803/index_1_02.html

Γιάννης Ρίτσος Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο [πηγή: Εθνικό Κέντρο Βιβλίου]

"Τέσσερις μόνο μέρες χρειάστηκαν στον Γιάννη Ρίτσο για να ολοκληρώσει τη σύνθεση Η σονάτα του σεληνόφωτος. Από τις 14 έως τις 17 Ιουνίου του 1956, σχεδόν απνευστί, ο ποιητής δημιουργεί το σπουδαιότερο ίσως έργο του.
...Όταν τη γράφει, ο Γιάννης Ρίτσος είναι 47 ετών. Έχει καταδυθεί στον πυρήνα της ύπαρξης και γνωρίζει:
Καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.

...Ο Γιάννης Ρίτσος τιμήθηκε για τη «Σονάτα του σεληνόφωτος» με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης εξ ημισείας με τον Άρη Δικταίο." (Εαρινή Συμφωνία)

Στις 28/2/1957 δημοσιεύτηκε ολόκληρη η Σονάτα του σεληνόφωτος στα Γαλλικά Γράμματα σε μετάφραση του Αλέκου Καρατζά. Στο ίδιο τεύχος δημοσιεύτηκε άρθρο του μεγάλου Γάλλου ποιητή Λουί Αραγκόν, που μιλάει με ακράτητο ενθουσιασμό γι αυτό το έργο του Ρίτσου :

"Πρέπει να τον χαιρετήσουμε και να πούμε πάρα πολύ μεγαλόφωνα πως είναι ένας από τους πιο μεγάλους και τους πιο μοναδικούς ποιητές σήμερα. Όσο για μένα τίποτα από πολύ καιρό δεν μου είχε δώσει όπως μου τό'δωσε αυτό το τραγούδι, το βίαιο τράνταγμα της μεγαλοφυΐας. Ξέρω: Η λέξη αυτή δεν προφέρεται ή τουλάχιστο δεν πρέπει να γράφεται. Όμως εδώ δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Δεν την αποσύρω."

Για το ποίημα αυτό ο μεταφραστής έγραψε: "Εκφράζει το τραγικό αδιέξοδο μέσα στο οποίο έχει πέσει ο ατομισμός κι ολόκληρος ο αστικός πολιτισμός"

"Μέσα σ` αυτή την ανοιξιάτικη νύχτα", προσθέτει ο Αραγκόν, "όπου μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ` ένα νέο... είναι άραγε η αστική τάξη; ο ατομισμός; Μα εκείνο που με συνεπαίρνει είναι ότι από τα δυο παράθυρα μπαίνει με το νυχτερινό φέγγος

η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη,
ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο

...Κι αφού είπα αυτά θα ήθελα τώρα απλώς να βάλω τη Σονάτα στο γραμμόφωνο και να δημιουργήσω γύρω σας τη σιωπή όπου θ` αρχίσει το τραγούδι να ανθοβολάει αυτό το φεγγαρίσιο φως..."

https://sites.google.com/site/stmessinis/ArxikiSelida/ithake/sonata-tou-selenophotos

Γιάννης Ρίτσος «Η σονάτα του σεληνόφωτος» (ανάλυση από τον Κωνσταντίνο Μάντη http://latistor.blogspot.gr/2015/08/blog-post_14.html#ixzz3nd3D1zYW)


Το 1956 ο Γιάννης Ρίτσος γράφει την πρώτη -και ίσως ωραιότερη- εκτενή ποιητική σύνθεση από τις 17 της Τέταρτης Διάστασης, που αναδείχθηκε σ’ ένα από τα πιο αγαπημένα ποιήματα της νεοελληνικής λογοτεχνίας∙ τη σονάτα του σεληνόφωτος, για την οποία και έλαβε το κρατικό βραβείο ποίησης.
Ο τίτλος του ποιήματος, που παραπέμπει στις αντίστοιχες δημοφιλείς συνθέσεις της ευρωπαϊκής μουσικής, οι οποίες διαρθρώνονταν σε δυο έως τέσσερα μέρη και γράφονταν για ένα ή δύο εκτελεστές, αναφέρεται στη διάσημη σονάτα του Λούντβιχ Μπετόβεν, το πρώτο μέρος της οποίας συνοδεύει την ιδιαίτερη αυτή εξομολόγηση της Γυναίκας με τα μαύρα∙ μέρος κι αυτό της σκηνοθεσίας του ποιήματος.
Ο τίτλος της ευρύτερης συλλογής, στην οποία εντάσσεται η σονάτα του σεληνόφωτος: «Τέταρτη Διάσταση», αναφέρεται σαφώς στην έννοια του χρόνου∙ έννοια κεντρική για τις περισσότερες ποιητικές συνθέσεις της συλλογής, καθώς το πέρασμα του χρόνου είναι αυτό που στενεύει τα εναπομείναντα περιθώρια ζωής, φέρνει τη φθορά, και εν τέλει υποτάσσει και τους πλέον υψηλόφρονες ανθρώπους.
Οι συνθέσεις της Τέταρτης Διάστασης έχουν παρόμοια μορφή∙ αποτελούν εξομολογητικούς μονολόγους, ηρωικών κυρίως προσώπων από την ελληνική μυθολογία, μπροστά σ’ ένα άλλο άτομο, που παραμένει όμως βουβό. Το πρόσωπο που εξομολογείται αποτελεί ως ένα βαθμό προσωπείο του ίδιου του ποιητή, ο οποίος κάνει αισθητή την πραγματική παρουσία του μόνο στις σκηνοθετικές οδηγίες που συνοδεύουν τις ποιητικές αυτές συνθέσεις.

(Ανοιξιάτικο βράδι. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ’ ένα νέο. Δεν έχουν ανάψει φως. Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο. Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δυο – τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής. Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):


Η έμφαση που δίνεται στο φεγγαρόφωτο -ήδη από τον τίτλο- έχει ξέχωρη σημασία, αφού σε αντίθεση με το ζωογόνο φως του ήλιου που καλεί σε δράση, το σεληνόφως απαιτεί τον απολογισμό και την αναπόληση, απαιτεί την αναμέτρηση με το παρελθόν και την αξιολόγηση της ζωής που πέρασε. Στην απολογιστική αυτή διάθεση εξωθείται η ηλικιωμένη ηρωίδα και από την παρουσία του ωραίου νέου, που βρίσκεται, με την ακμή της ηλικίας του, στον αντίποδα της δικής της φθοράς.
Τα μαύρα ρούχα και τα κλειστά φώτα υποδηλώνουν μια πένθιμη διάθεση, όπως αυτή αρμόζει όχι μόνο σ’ ένα κυριολεκτικό πένθος, αλλά και στη θλίψη που συνοδεύει το γήρας μιας ζωής που δεν έλαβε την ικανοποίησή της∙ μιας ανεκμετάλλευτης και αδρανούς παρέλευσης των γόνιμων χρόνων της νιότης.


«Απ’ τα δυο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.» Το φως του φεγγαριού χαρακτηρίζεται αμείλικτο, υπό την έννοια πως ό,τι θα ακολουθήσει θα είναι μια δίχως υπεκφυγές και δίχως αποκρύψεις εξομολόγηση της ηρωίδας. Το αμείλικτο φως του φεγγαριού δεν επιτρέπει την αίσθηση πως υπάρχουν περιθώρια άλλης αναβολής∙ η ηρωίδα οφείλει να μιλήσει απόψε. Ενώ, η αναφορά στα δύο παράθυρα, έρχεται να τονίσει την παρουσία των δύο αντιθετικών καταστάσεων, του απελπισμένου γήρατος και της ελπιδοφόρας νεότητας.


«Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δυο – τρεις ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.»: Η πρωτοπρόσωπη δήλωση παρουσίας του ποιητή-αφηγητή ακολουθείται από μια ειρωνικής υφής αξιολόγηση της ποιητικής παραγωγής της ηρωίδας. Οι δυο-τρεις απλώς ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές, που έχουν μάλιστα θρησκευτική θεματολογία, είναι ό,τι έχει καταφέρει να δημιουργήσει η Γυναίκα με τα Μαύρα∙ στοιχείο που υποδηλώνει την συντηρητικότητά της, αλλά και την απουσία ενός πιο ουσιαστικού κινήτρου ή μιας πιο πλούσιας πηγής ερεθισμάτων. Η λογοτεχνική της παραγωγή αντικατοπτρίζει επί της ουσίας τη στεγνή ζωή της.


Για την ταυτότητα της Γυναίκας με τα Μαύρα ή καλύτερα για το πρόσωπο που ενέπνευσε τα βασικά στοιχεία της ηρωίδας, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η μαρτυρία του ποιητή Δημήτρη Δούκαρη: Ήταν τότε που είχε πεθάνει ο σύζυγος της Μελισσάνθης και μετά, από σαράντα μέρες, μέσα στο βαρύ πένθος της μας είχε καλέσει με τη Ζωή Καρέλλη ένα βράδυ στο σπίτι της. Με τα μαύρα κρόσσια παντού τριγύρω. Με τις μαύρες γάτες που απόμειναν για συντροφιά στην ευγενική ποιήτριά μας. Είχα συγκινηθεί με το πένθος της, με την επιμονή της να μας συνοδεύσει «μέχρι πάρα κάτω». Και το «πάρα κάτω» δεν τελείωνε. Τότε πρόσεξα ένα τεράστιο φεγγάρι πάνω από την πλάτη της Μελισσάνθης. Είχαμε φτάσει πια στις σκάλες της οδού Αντωνοπούλου. Και τελικά η Μελισσάνθη επέστρεψε ολομόναχη, με την Πανσέληνο, στο σπίτι της. Την άλλη μέρα το πρωί ταραγμένος και συνεπαρμένος τα ιστορούσα όλα αυτά τα περιστατικά στον Γιάννη Ρίτσο. Και το πραγματικό μαγικό χέρι του ποιητή τα μετέτρεψε στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος».


Άφησέ με νάρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
πού ασπρίσαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Η πρώτη στροφή του ποιήματος θέτει εξαρχής τον μελαγχολικό και πικρό τόνο της σύνθεσης. Με σχήμα κύκλου η αρχική φράση ικεσίας επανέρχεται στο κλείσιμο της στροφής, αλλά θα επαναληφθεί αρκετές φορές ακόμη, λαμβάνοντας το συνεκτικό χαρακτήρα μοτίβου.
Η ηρωίδα ικετεύει τον νεαρό να της επιτρέψει να τον ακολουθήσει∙ το πού δεν έχει σημασία, αρκεί να απομακρυνθεί από το πένθιμο σπίτι της, αρκεί να ξεφύγει από τη φθορά και τις ματαιώσεις της ζωής της. Αφορμή γι’ αυτή την σχεδόν ερωτική ικεσία δίνει το φεγγάρι, το επιεικές φως του οποίου θα αποκρύψει τα σημάδια του γήρατος. Τα ασπρισμένα μαλλιά της ηρωίδας θα φαίνονται -έστω και για λίγο- και πάλι χρυσά -μεταφορά∙ θα λάβουν εκ νέου το ξανθό τους χρώμα, χάρη στο «καλό» φεγγάρι, που σε αντίθεση με την σκληρή καθαρότητα του ήλιου, επιτρέπει την ψευδαίσθηση και την πρόσκαιρη εξαπάτηση.
Το φως του φεγγαριού, λοιπόν, κι η αίσθηση πως υπό το αδύναμο φως του θα μπορέσει να φανεί και πάλι νέα, ωθεί τη γυναίκα να ικετεύσει τον νέο να την αφήσει να τον συνοδεύσει. «Δε θα καταλάβεις», σχολιάζει, αγγίζοντας τα όρια της ταπεινωτικής παράκλησης∙ δε θα καταλάβει πως πλάι του έχει μια ηλικιωμένη γυναίκα∙ θα εξαπατηθεί κι εκείνος οικειοθελώς, επιτρέποντας έτσι και σ’ εκείνη τη λυτρωτική αυταπάτη μιας -τελευταίας ίσως- βραδιάς, πως είναι και πάλι νέα, πως έχει την ευκαιρία να ξεκινήσει από την αρχή, ζώντας επιτέλους όσα εκούσια στέρησε από τον εαυτό της.


Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια – δε θέλω να τ’ ακούσω. Σώπα.


Σε αντίθεση με τη θετική παρουσία του φεγγαριού έξω από το σπίτι, που θα της επιτρέψει να μοιάσει και να αισθανθεί για λίγο νέα, στο εσωτερικό του σπιτιού το φεγγάρι έχει εντελώς αρνητική επενέργεια. Στο εσωτερικό του σπιτιού το σεληνόφως επιτρέπει στις φοβίες της μοναχικής γυναίκας να γίνουν πιο ζωντανές, επιτείνοντας τόσο την ανησυχία της όσο και την οδύνη της ερημίας. Οι σκιές μεγαλώνουν (1η εικόνα), αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες (2η εικόνα) κι ένα δάχτυλο γράφει λησμονημένα λόγια στη σκόνη του πιάνου (3η εικόνα).
Με τις τρεις αυτές εικόνες δίνεται με έξοχη παραστατικότητα ο κόσμος των παραισθήσεων που θέτει σε δοκιμασία την ηλικιωμένη γυναίκα που είναι αναγκασμένη να ζει μόνη της. Η παραμικρή αντανάκλαση του φωτός κι η παραμικρή σκιά, λειτουργούν ως εφιαλτικά ερεθίσματα που τρέφουν τον τρόμο του μοναχικού της βίου, στον οποίο κυρίαρχο ρόλο έχουν τα «φαντάσματα» του παρελθόντος∙ οι αναμνήσεις προσώπων που κάποτε υπήρξαν στη ζωή της.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η 3η εικόνα, η οποία φανερώνει την απόλυτη απροθυμία της γυναίκας ν’ ακούσει τα λόγια του παρελθόντος∙ όσα θέλει να της πει και να της θυμίσει το πρόσωπο του ξεχασμένου παρελθόντος ή ίσως κι η ίδια η συνείδησή της, εκείνη δεν θέλει να το ακούσει, δεν θέλει να το θυμηθεί. Η προστακτική «σώπα», που μοιάζει να απευθύνεται στην επίμονη εκείνη φωνή της μνήμης, είναι αποκαλυπτική για την απροθυμία της να φέρει ξανά στη σκέψη της γεγονότα ή παραλείψεις της νεότητας.


Άφησέ με νάρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως τη μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κ’ η φθορά του.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Η επαναφορά της ικετευτικής φράσης -εκ νέου με σχήμα κύκλου-, μας μεταφέρει στον εξωτερικό χώρο, με σαφέστερους προσδιορισμούς αυτή τη φορά. Η ηρωίδα ζητά από το νέο να την αφήσει να έρθει μαζί του μέχρι τη μάντρα του τουβλάδικου, μέχρι εκεί που μπορεί να αντικρίσει την πολιτεία. Οι αντιποιητικές φράσεις των τοπικών προσδιορισμών είναι σκόπιμες, καθώς η πολιτεία είναι ένας χώρος υλικός, πραγματικός και με τη ζωτική της δύναμη ενάντιος σε καθετί αφηρημένο και λυρικό, όπως όλα εκείνα που κλονίζουν τη σκέψη της ηρωίδας ποιήτριας όταν απομένει μόνη της στον εσωτερικό κόσμο της φθοράς και της αναπόλησης.
Η πολιτεία περιγράφεται με έννοιες που σχηματίζουν αντιθετικά ζεύγη, προκειμένου να αποδοθεί η αντίθεση ανάμεσα στην τωρινή έλξη που της ασκεί η ενδεχόμενη θέαση της πολιτείας και της απέχθειας που της προκαλούσε στο παρελθόν, οπότε και απέφυγε να βιώσει στην πληρότητά τους όσα είχε να της προσφέρει. Η πολιτεία, λοιπόν, είναι τσιμεντένια -κυριολεξία-, αλλά και αέρινη -μεταφορά-, αφού η πραγματική της ουσία, η έννοια του ανθρώπινου κοινωνικού βίου χαρακτηρίζεται -αν ιδωθεί από τη μεριά της ηρωίδας- από το γοργό της πέρασμα, και ακόμη περισσότερο από την αδυναμία να περιορίσει ή να προσδιορίσει κάθε μέλος της πολιτείας. Κάποτε, άλλωστε, κι η ηρωίδα υπήρξε μέλος αυτής της πολιτείας, «κατόρθωσε», όμως, να ζήσει σε αυτή, χωρίς επί της ουσίας να βιώσει τίποτε το πραγματικό, τίποτε το στέρεο. Τα χρόνια της πέρασαν «αέρινα», χωρίς να αφήσουν τα ίχνη κάποιας αληθινής επίτευξης, δέσμευσης ή εμπειρίας.
Η ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο -μεταφορά- πολιτεία∙ η πολιτεία που έχει καλλωπιστεί από το φως το φεγγαριού και φαντάζει λευκή, και άρα αγνή, παραμένει αδιάφορη -προσωποποίηση- και άυλη -μεταφορά-. Αδιάφορη, αφού είναι τέτοιο το πλήθος των ανθρώπων που τη συναποτελούν, ώστε να καθίσταται τελικά εντελώς ασήμαντη, εντελώς αδιάφορη η κάθε επιμέρους μονάδα. Η πολιτεία δεν συγκινείται απέναντι στο πένθος, στη θλίψη ή στην απογοήτευση του ενός∙ η πολιτεία, άλλωστε, είναι άυλη, όπως άυλα είναι εκείνα τα στοιχεία που ορίζουν την ύπαρξη και τη λειτουργία της (κοινωνική συνύπαρξη, νόμοι, κανόνες κ.ά.). Είναι, άρα, τόσο ιδιαίτερη η έννοια της πολιτείας, εφόσον απέναντι στην υλική της υπόσταση, στο τσιμέντο, στέκει η αφηρημένη της φύση, η ιδέα μιας κοινωνικής συνύπαρξης, ώστε καταλήγει να είναι τόσο θετική σαν μεταφυσική -παρομοίωση-. Η πολιτεία είναι τόσο δεδομένα υπαρκτή, ώστε μοιάζει σαν να μην υπάρχει, σαν να είναι μια αφηρημένη και μόνο σύλληψη.
Η έντονη αυτή αντίθεση ανάμεσα στην ύπαρξη και την ανυπαρξία γίνεται πληρέστερα αντιληπτή, αν ιδωθεί από την οπτική του μεμονωμένου ατόμου∙ εδώ της ηρωίδας. Η πολυπληθής και αδιάφορη πολιτεία επιτρέπει στο άτομο να ξεχαστεί σε τέτοιο βαθμό μέσα στο πολύβουο και γεμάτο ζωή πλήθος της, ώστε να λησμονήσει πλήρως τη δική του φθορά, τη δική του ελλιπή βίωση της ζωής. Το άτομο χάνεται μέσα στην ολοζώντανη και δραστήρια πολιτεία∙ ξεχνά τις αποτυχίες και τις ελλείψεις του∙ ξεχνά το γεγονός πως το ίδιο έχει φθαρεί κι έχει φτάσει πια κοντά στο τέλος του, αφού η αδιάκοπη ζωτικότητα της πολιτείας δημιουργεί μια ψευδαίσθηση συνέχειας.
Σ’ αυτή τη λυτρωτική λήθη της πολιτείας θέλει, λοιπόν, να έρθει η ηρωίδα μαζί με τον νέο, για να ξεχάσει και να ξεχαστεί, για να μην αφήνει πια στην επίγνωση του γήρατός της να τυραννά τη σκέψη της.


Θα καθήσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη, ακούω το θόρυβο του φουστανιού
μου
σαν το θόρυβο δυο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ’ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κ’ έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που ασπρίσαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου – η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κ’ η καρδιά μου).
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Η ηρωίδα περιγράφει στον νέο με τη χρήση μελλοντικού χρόνου τι θα κάνουν όταν απομακρυνθούν από το σπίτι. Θα καθίσουν για λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα -εικόνα που παραπέμπει σ’ ένα ανέμελο νεανικό ζευγάρι-, κι εκεί με τη βοήθεια του ανοιξιάτικου αέρα θα μπορέσουν να φανταστούν ότι πετάνε. Η επιθυμία αυτής της φανταστικής πτήσης υποδηλώνει την ανάγκη φυγής της ηρωίδας, την ανάγκη να απομακρυνθεί απ’ όλα τα στοιχεία της πραγματικότητας που την καταπιέζουν και τη θλίβουν.
Η ηρωίδα, μάλιστα, αποκαλύπτει στον νέο πως η ιδέα αυτής της φανταστικής πτήσης την ακολουθεί καιρό, αφού ακόμη και τώρα, που έχει γεράσει, όταν ακούει το θόρυβο του φουστανιού της, είναι σαν να ακούει δύο δυνατά φτερά που ανοιγοκλείνουν -παρομοίωση-. Κι αν αφεθείς, σχολιάζει, σε αυτόν τον ήχο, σ’ αυτή την αίσθηση, νιώθεις και πάλι το σώμα σου σφιχτό και νεανικό, νιώθεις πως αφήνεσαι στους μύες του -προσωποποιημένου- γαλάζιου αέρα και στα δυνατά νεύρα του –προσωποποιημένου- ύψους. Τόσο ο αέρας, όσο και το ύψος συμμετέχουν σε αυτή τη διαδικασία επιστροφής στη νεότητα, που αναγεννά το σώμα, το κάνει σφιχτό και δυνατό, και επιτρέπει μια πτήση στην ασφάλεια της -νεανικής επίσης- δύναμής τους. Ο αέρας και το ύψος συναινούν, συμμετέχουν και βοηθούν σε αυτή την υπέροχη πτήση, που σε απομακρύνει -σκοπίμως ο ποιητής χρησιμοποιεί το β΄ πρόσωπο «νιώθεις», ώστε να μην περιοριστεί αυτή η αίσθηση μοναχά στην ηρωίδα, αφού μπορεί να βιωθεί, και άρα αφορά, κάθε πρόσωπο-, από τα προβλήματα, τους περιορισμούς και τις συμβάσεις της λογικής και της πραγματικότητας.
Η δυνατότητα να πετάς στον αέρα είναι τόσο αυτόνομα λυτρωτική και αναζωογονητική, ώστε δεν έχει καμία σημασία ο προορισμός∙ δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις∙ ούτε πολύ περισσότερο έχει σημασία στο πλαίσιο αυτής της πτήσης το πέρασμα του χρόνου κι η φθορά που επιφέρει. Δεν έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά της, σχολιάζει η ηρωίδα, επαναφέροντας το λόγο και το βίωμα σε πρώτο πρόσωπο.
Συνεχίζει, μάλιστα, στους παρενθετικούς στίχους σε μια έξοχης τραγικότητας εξομολόγηση: η πηγή της λύπης της δεν είναι που έχουν ασπρίσει τα μαλλιά της, δηλαδή η εξωτερική φθορά της μορφής της, αλλά το γεγονός ότι δεν ασπρίζει κι η καρδιά της∙ το γεγονός ότι δεν γερνά και εσωτερικά, ώστε να καμφθούν όλες εκείνες οι επιθυμίες κι όλες εκείνες οι νεανικές προσδοκίες. Την ώρα, λοιπόν, που το σώμα της αλλοιώνεται από το γήρας, μέσα της παραμένει νέα, με τους ίδιους πόθους, τις ίδιες ελπίδες και τα ίδια όνειρα. Μόνο που τώρα δεν μπορεί πλέον να διεκδικήσει τίποτε από αυτά, διότι τώρα είναι μια ηλικιωμένη γυναίκα και κανείς δεν θα ενέδιδε σε μια γερασμένη γυναίκα.
Γι’ αυτό κι η έκκλησή της ακούγεται τώρα ακόμη πιο σπαρακτική. Άφησε με να έρθω μαζί σου∙ απάλλαξέ με από αυτή την οδύνη των καταπιεσμένων επιθυμιών∙ δώσε μου την ευκαιρία να ξεχαστώ∙ άφησέ με για λίγο να νιώσω και πάλι νέα και επιθυμητή.


Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα,
μονάχος στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Η ηρωίδα σαν να επιχειρεί να προλάβει κάποια αντίδραση του νέου, που θα της ζητούσε, ίσως, να πάει μόνη της ή να τον αφήσει να φύγει μόνος του, προχωρά στη σύντομη αυτή στροφή σ’ έναν απολογισμό εξαίρετης επιγραμματικότητας, προκειμένου να του τονίσει πως η μοναχική πορεία δεν αποτελεί σωστή επιλογή.
Το ξέρει πως η πορεία κάθε ανθρώπου είναι μοναχική∙ το ξέρει πως κάθε άνθρωπος βαδίζει μόνος του ακόμη και στα σημαντικότερα της ζωής -κυρίως σε αυτά-. Ωστόσο, η μοναχική αυτή πορεία δεν ωφελεί, δεν προσφέρει καμία πραγματική ικανοποίηση, κανένα κέρδος, οπότε είναι προτιμότερο -για μια φορά έστω- να ακολουθήσει μια πορεία συντροφικότητας.
Η πορεία προς το θάνατο, που είναι η παρούσα πορεία της ηρωίδας είναι γι’ αυτή επώδυνα μοναχική, εφόσον μόνη μέσα στο σπίτι βλέπει τις μέρες της να περνούν αδιάφορα και την αφήνουν να υποφέρει με τις αναμνήσεις του παρελθόντος. Αντιστοίχως, όμως, ακόμη και οι στιγμές που αποτελούν τις μεγάλες καταφάσεις στη ζωή, ο έρωτας και η δόξα, είναι για τους ανθρώπους μοναχικές πορείες, αφού η δόξα αποτελεί επιβράβευση της ατομικής προσπάθειας, του προσωπικού αγώνα, αλλά και ο έρωτας είναι ένα συναίσθημα κατ’ εξοχήν μοναχικό, καθώς ο ερωτευμένος παρασύρεται από μια έλξη που δεν θα μπορούσε ποτέ να την εξηγήσει πλήρως σε κανέναν άλλον, ούτε θα μπορούσε να τη μοιραστεί, αφού πρόκειται για ένα ατομικό του βίωμα -κάποτε μάλιστα μια απλή πλάνη-, που δεν γίνεται πάντοτε κατανοητό ή αποδεκτό από τους άλλους. Ενώ, δεν λείπουν κι εκείνοι οι έρωτες που μένουν χωρίς ανταπόκριση, αφήνοντας το άτομο να τους βιώνει επώδυνα μόνο του.
Γι’ αυτό κι η ηρωίδα ζητά για μιαν ακόμη φορά στον νέο να την αφήσει να έρθει μαζί του∙ δίνοντας τώρα μια επαρκή αιτιολογία για την επιμονή της, αφού τόσες φορές που δοκίμασε τη μοναξιά δεν ωφελήθηκε σε τίποτα∙ δεν έζησε τίποτα με την επιθυμητή πληρότητα.


Σχήμα εξ αναλόγου: μονάχος πορεύεται στον έρωτα, μονάχος [πορεύεται] στη δόξα και στο θάνατο.
Ασύνδετο σχήμα: Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Μεταφορά: πορεύεται στον έρωτα
Επαναφορά: μονάχος.... μονάχος.


Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει –
θέλω να πω έχει παλιώσει πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου απ’ την κρεμάστρα στο σκοτεινό
διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής απ’ τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μια λουρίδα φεγγάρι στην παλιά, ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.


Η επιθυμία της γυναίκας να φύγει από το σπίτι δεν έγκειται μόνο στη μοναξιά της, αλλά και στη φθορά που έχει επέλθει σε αυτό, από την αναγκαστική του εγκατάλειψη, αφού η ίδια δεν μπορεί να το φροντίσει πια, αφημένη κι εκείνη στην άλωση του χρόνου. Το σπίτι μοιάζει να έχει στοιχειώσει, σαν να μην έχει ή να μη δέχεται κανένα ίχνος πραγματικής ζωής∙ διώχνει τη μοναδική του ένοικο, έτοιμο να παραδοθεί πλήρως στη διάλυσή του.
Η φθορά του σπιτιού είναι εμφανής από τη σταδιακή του κατάρρευση που προκύπτει πια χωρίς τη συμμετοχή καμίας άλλης εξωτερικής δύναμης πέρα από την ίδια την παρέλευση του χρόνου. Τα καρφιά ξεκολλάνε από μόνα τους και τα κάδρα πέφτουν, σαν να βουτάνε στο κενό –παρομοίωση. Αντίστοιχα πέφτουν κι οι σοβάδες του σπιτιού, τελείως αθόρυβα όμως∙ γεγονός που δηλώνει πως από ένα σημείο και μετά κάθε μέρα φανερώνει και νέες ζημιές, νέες φθορές που συνέβησαν τόσο ανεπαίσθητα, ώστε μόνο τυχαία τις αντιλαμβάνεται η ηρωίδα. Προκειμένου, μάλιστα, να αποδοθεί το πόσο αθόρυβα τελείται η φθορά του σπιτιού, και ειδικότερα η πτώση των σοβάδων, ακολουθούν τρεις συνεχόμενες παρομοιώσεις. Είναι σαν το αθόρυβο πέσιμο του καπέλου του πεθαμένου από την κρεμάστρα -ρεαλιστική παρομοίωση∙ είναι τόσο αθόρυβο, όπως όταν πέφτει το μάλλινο γάντι της σιωπής από τα γόνατά της -υπερρεαλιστική παρομοίωση, η οποία βασίζεται πιθανώς στην εικόνα μιας γυναίκας που αποκοιμιέται και πέφτουν από τα γόνατά της τα γάντια που είχε ακουμπήσει εκεί. Είναι, τέλος, τόσο αθόρυβο, όπως όταν πέφτει μια λωρίδα από το φως του φεγγαριού πάνω στην ξεκοιλιασμένη -φθαρμένη κι αυτή- πολυθρόνα.
Η τελευταία αυτή παρομοίωση οδηγεί τη συνειρμική εξομολόγηση της ηρωίδας σ’ ένα αντικείμενο του σπιτιού που κάποτε ήταν φιλόξενο και δεκτικό απέναντι στη ζωή.


Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, – όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση
δυσπιστία –
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική, μπορούσες ώρες ολόκληρες να
κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
– μιαν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω
στο στιλβωτήριο της γωνιάς,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας πού χάνεται στο βάθος λικνισμένο απ’ την ίδια
του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δυο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
ή ν’ ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό. Πάντα μου είχα μανία με τα
μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο στους αγρούς με το
λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το σκουφί που φοράνε οι εργάτες
στ’ αντικρυνό γιαπί
ή να σκουπίσω τα μάτια μου, – διατήρησα καλή την όρασή μου∙
ποτέ μου δε φόρεσα γυαλιά. Μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια.


Η ηρωίδα περνά, λοιπόν, συνειρμικά στην πολυθρόνα, η οποία αν και τελείως φθαρμένη τώρα, κάποτε υπήρξε νέα και αναπαυτική, προσφέροντας τη δυνατότητα μιας ατέρμονης ονειροπόλησης. Η προσοχή, ωστόσο, του νέου φαίνεται πως είναι στραμμένη σε μια φωτογραφία της ηρωίδας, -μια σχεδόν σκηνοθετική ένδειξη, που καθιστά εμφανή τη δράση του νέου-, εξαναγκάζοντάς τη να επισημάνει πως το σχόλιό της για τη νεότητα αφορούσε την πολυθρόνα, και όχι την ίδια. Η δυσπιστία στο πρόσωπο του νέου φανερώνει πως η τωρινή όψη της γυναίκας δεν διατηρεί πρόδηλα ίχνη κάποιας αλλοτινής ομορφιάς, γι’ αυτό κι ο νέος μοιάζει να δυσκολεύεται να πιστέψει την ταύτιση ανάμεσα στο πρόσωπο της φωτογραφίας και στη γυναίκα που έχει απέναντί του.
Η ηρωίδα πιθανώς το αντιλαμβάνεται και το γνωρίζει, γι’ αυτό και στρέφει επίμονα το λόγο της στην πολυθρόνα, η νεότητα της οποίας συνδέεται με τη δική της νεότητα, και άρα με την εποχή που τα όνειρα και οι προσδοκίες αποτελούσαν εύλογο κομμάτι της ζωής της.
Καθισμένος κανείς πάνω στην αναπαυτική πολυθρόνα, μπορούσε να ονειρευτεί για ώρες ολόκληρες -ακριβό προνόμιο κι αυτό της νεότητας- ό,τι ήθελε, όπως μια δροσερή αμμουδιά που λαμποκοπά χάρη στο φως του φεγγαριού. Η αμμουδιά που γίνεται ακόμη πιο όμορφη υπό το φως του -πάντοτε κυρίαρχου, και σε εξωτερικούς χώρους ιδωμένου θετικά- φεγγαριού, ακολουθείται συνειρμικά από μια εικόνα της τωρινής πραγματικότητας, ως ένδειξη πως πλέον η καθημερινότητα δεν επιτρέπει τις πολύωρες ονειροπολήσεις και τη θεραπευτική τους λησμονιά. Η αναφορά στα λουστρίνια διακόπτει έτσι σκόπιμα την εικόνα ομορφιάς που προηγήθηκε, αλλά δίνει τη σειρά της σε μια ακόμη εικόνα παρμένη από τη θάλασσα∙ μπορούσε, λοιπόν, κάποιος να ονειρευτεί το πανί μιας ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος της θάλασσας, όχι χάρη στον άνεμο, αλλά χάρη στη δική του και μόνο θέληση∙ μια θέληση φυγής που διακατέχει, βέβαια, την ίδια την ηρωίδα.
Η αφήγηση της ηρωίδας εστιάζει ακόμη περισσότερο στο πανί της ψαρόβαρκας, το οποίο παρουσιάζεται σαν μαντήλι, διπλωμένο μόνο στα δύο∙ ένδειξη κι αυτό ελευθερίας, αφού στην πραγματικότητα ένα μαντήλι το διπλώνει κανείς για να κρατήσει κάτι μέσα του, για να κλείσει κάτι σε αυτό ή το ανοίγει διάπλατα για να αποχαιρετίσει κάποιον. Τούτο, όμως, το μαντήλι είναι διπλωμένο μόνο στα δύο, διότι δεν έχει λόγο να εξυπηρετήσει κάποια χρηστική ανάγκη, υπάρχει μόνο του, ελεύθερο, κι έτοιμο απλώς να ταξιδέψει μακριά.
Το συνειρμικό πέρασμα στα μαντήλια συνεχίζεται, καθώς η ηρωίδα αποκαλύπτει πως είχε πάντοτε μια ιδιαίτερη αδυναμία σ’ αυτά, τα οποία τα κρατούσε, όχι για να τα χρησιμοποιήσει σε κάτι, όπως συνηθίζουν οι άνθρωποι, αλλά γιατί απλώς της άρεσαν∙ μια απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια. Η απαρίθμηση, ωστόσο, των διαφόρων χρήσεων ενός μαντιλιού, δίνει την ευκαιρία στην ηρωίδα να επισημάνει στον νέο πως παρά το πέρασμα των χρόνων διατήρησε πάντοτε καλή την όρασή της, χωρίς ποτέ να φορέσει γυαλιά. Μια ελάχιστη πηγή υπερηφάνειας αυτή η διαπίστωση.


Σχήματα λόγου:
Σχήμα άρσης και θέσης: «όχι η φωτογραφία που κοιτάς με τόση δυσπιστία – λέω για την πολυθρόνα»
Μεταφορά: «στιλβωμένη από φεγγάρι»
Σύγκριση και λανθάνουσα παρομοίωση: «πιο στιλβωμένη απ’ τα παλιά λουστρίνια μου»
Συνεκδοχή, το πανί αντί η ψαρόβαρκα: «ένα πανί ψαρόβαρκας»
Μεταφορά: «πού χάνεται στο βάθος»
Προσωποποίηση: «λικνισμένο απ’ την ίδια του ανάσα»


Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξη
ν’ απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα
πώς έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δυο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64, -
κρατημένη απ’ το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς όλο φως και
ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια – κακή συνήθεια) – 32, 64, – κι οι
δικοί μου στήριζαν
μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο. Λοιπόν, σούλεγα για την
πολυθρόνα –
ξεκοιλιασμένη – φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα –
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση – τί να πρωτοδιορθώσεις; –
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, – φοβήθηκα
τ’ άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθησαν
άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα, όπως κ’ εσύ κι όπως κ’ εγώ
άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ’ το χώμα δίχως να ενοχλούνται απ’ τη
βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Η ηρωίδα καταφεύγει στα απλά, στα τετριμμένα της καθημερινότητάς της παρατείνοντας με όποιο τρόπο τον μονόλογό της, μόνο και μόνο για να μπορέσει να κρατήσει λίγο ακόμη κοντά της τον νεαρό επισκέπτη. Γνωρίζει καλά πως όσα του λέει ελάχιστα τον ενδιαφέρουν, μα η επιθυμία να τον κρατήσει κοντά της ξεπερνά την αξιοπρεπή εκείνη διάθεση που αποτρέπει τους ανθρώπους μεγαλύτερης ηλικίας από το να απασχολούν, χωρίς προφανή λόγο, τους νεότερους.
Τώρα, λοιπόν, τα μαντίλια τα χρησιμοποιεί για να κρατά τα δάχτυλά της απασχολημένα και να δίνει έτσι μια διέξοδο στην ανία και την πλήξη. Ένας απλός περισπασμός πλέον τα μαντίλια, που τα διπλώνει στα τέσσερα, στα οκτώ, στα δεκαέξι∙ ένας απλός περισπασμός που παρέχει στην ηρωίδα την αφορμή για ένα νέο συνειρμό, που την οδηγεί στο παρελθόν των παιδικών της χρόνων. Όπως, λοιπόν, διπλώνει τώρα τα μαντίλια, κάποτε με ανάλογη αρίθμηση μετρούσε τη μουσική, όταν πήγαινε στο Ωδείο, με τη μπλε ποδιά της, τον άσπρο γιακά και τα ξανθά μαλλιά της σε πλεξούδες. Η αναφορά στο χρώμα των μαλλιών επανέρχεται, ως υπόμνηση της αλλοτινής νεανικής της ομορφιάς.
Σύντροφο στο ωδείο είχε μια μικρή της φίλη «ροδακινιάς όλο φως και ροζ λουλούδια», μια έκφραση γεμάτη αγαθό λυρισμό που υπενθυμίζει την ποιητική ιδιότητα της ηρωίδας. Ωστόσο, η ίδια ζητά συγνώμη από τον νέο για το λυρικό αυτό ξεστράτισμα, σαν να αισθάνεται πως έχει περάσει πια ανεπιστρεπτί η εποχή που της ήταν επιτρεπτό να παίζει με τις λέξεις και να καταφεύγει στον ποιητικό λόγο. Τώρα πια η ηλικία της είναι τέτοια που το φως και η ευφρόσυνη διάθεση του ποιητικού λόγου, δεν έχουν πια καμία θέση.
Η αναδρομή αυτή στο παρελθόν κλείνει με την παραδοχή της ηρωίδας πως οι γονείς της είχαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό ταλέντο της∙ ελπίδες που προφανώς διαψεύστηκαν αφού πλέον το πιάνο απομένει κλειστό και αχρησιμοποίητο, κι η ίδια δεν τολμά καν να το ανοίξει. Η μουσική έχει πάψει εδώ και καιρό να αποτελεί μέρος της ζωής της.
«Λοιπόν, σούλεγα για την πολυθρόνα»: Η ηρωίδα επιστρέφει εκ νέου στη θεματική της φθοράς του σπιτιού, επαναφέροντας το λόγο της στην πολυθρόνα, η οποία έχει πια ξεκοιλιαστεί, φανερώνοντας τις σκουριασμένες σούστες της και τα άχυρα με τα οποία είναι γεμισμένη. Μια παλαιότερη σκέψη να την πάει για επιδιόρθωση εγκαταλείφθηκε, καθώς δεν υπήρχε χρόνος, χρήματα και διάθεση. Τρεις αιτιολογίες, με προφανώς σημαντικότερη την τελευταία∙ την έλλειψη διάθεσης, που χαρακτηρίζει συνολικά τη ζωή της ηρωίδας. Μπροστά στη γενικότερη φθορά του σπιτιού – τί να πρωτοδιορθώσεις; –, αλλά και με δεδομένη την ψυχική παραίτηση της ίδιας, δεν υπάρχει πράγματι καμία διάθεση να παλέψει με τη διάλυση του σπιτιού, να παλέψει με τη διάλυση της ζωής της. Αφήνονται όλα, λοιπόν, να ρημάξουν, όπως αφέθηκε κι η ίδια στην ανελέητη φθορά που επιφέρει το πέρασμα του χρόνου.
Η άλλη και πιο εύκολη επιλογή ήταν να καλύψει την ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα μ’ ένα άσπρο σεντόνι, μα φοβήθηκε τη λευκότητά του απέναντι σ’ ένα τέτοιο φεγγαρόφωτο, που θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή πλείστων παραισθήσεων για την ταραγμένη σκέψη της ηρωίδας. Ένα άσπρο σεντόνι πάνω στο έπιπλο, θα παρέπεμπε ευθύς στο παλιό έθιμο του πένθους, που καλούσε τους συγγενείς να καλύψουν τα έπιπλα με άσπρα σεντόνια. Οδυνηρή αφορμή πολλών ανεπιθύμητων αναμνήσεων από το παρελθόν και τους νεκρούς του.
Πάνω σ’ αυτή την πολυθρόνα, άλλωστε, κάθισαν κατά καιρούς πολλοί άνθρωποι, που ονειρεύτηκαν κι εκείνοι, όπως όλοι, όπως κι η ίδια, όπως κι ο νέος, μεγάλα όνειρα, μα «ξεκουράζονται» τώρα κάτω από το χώμα, χωρίς να τους ενοχλεί η βροχή ή το φεγγάρι. Η ηρωίδα αγγίζει το θέμα των ανθρώπων που θρήνησε, χωρίς ωστόσο να θέλει να επεκταθεί σε αυτό∙ αφήνει τους νεκρούς της ανενόχλητους να ξεκουράζονται ανεπηρέαστοι από την αλλαγή του καιρού, κι από το φως του φεγγαριού, που τόσο αναστατώνει την ίδια.
Ο θάνατος των άλλων, που τόσο πληγώνει στα νεανικά χρόνια, μετατρέπεται με τον καιρό σ’ ένα θέμα που το αποφεύγει κανείς με κάθε τρόπο, όχι γιατί αίρεται ο πόνος της απώλειας, αλλά γιατί επέρχεται η συνειδητοποίηση πως η απόσταση ως εκείνο το πέρασμα δεν είναι πια καθόλου μεγάλη∙ παύει, άρα, να είναι ο θάνατος των άλλων, γίνεται περισσότερο ο κοινός θάνατος που αναμένει όλο και πιο ανυπόμονος.
Η επίγνωση αυτή είναι προφανής για τη Γυναίκα με τα Μαύρα, η οποία για μια ακόμη φορά ζητά από τον νέο να την αφήσει να έρθει μαζί του.


Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Άη - Νι-
κόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κ’ εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ’ αριστερό πλευρό μου τη ζέστα απ’ το τυχαίο άγγιγμα του
σακκακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ’ το φεγγάρι πούναι σα μια μεγάλη συνο-
δεία ασημένιων κύκνων –
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα άλλοτε με το Θεό που μου
εμφανίστηκε
ντυμένος την άχλυ και τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, τους εθυσίασα,
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν’ ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα, στη λευ-
κότητα του σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ’ τ’ αδηφάγα μάτια των αντρών κι απ’ τη δισταχτικήν
έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο, στο ποδό-
σφαιρο (που έκανα πως δεν τάβλεπα)
- ξέρεις, καμμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει
ο θαυμασμός σου, -
θέ μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν σε μιαν αποθέωση αρνημέ-
νων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ’ έξω κι από μέσα,
άλλος δρόμος δε μούμενε παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
- Όχι, δε φτάνει.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Η κοινή τους έξοδος θα είναι σύντομη, όπως του υπόσχεται η ηρωίδα∙ προσδιορίζει, μάλιστα, και το ακρότερο τοπικό της όριο∙ στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Άη – Νικόλα. Η ηρωίδα συζητά, λοιπόν, για τον κοινό τους περίπατο σαν να έχει λάβει ήδη την έγκριση του νέου, αν και είναι πιθανό απλώς να εκφράζει μέσα από αυτή τη βεβαιότητα την ένταση της προσδοκίας της.
Στην επιστροφή της, μάλιστα, θα έχει στο πλευρό της τη ζεστασιά από το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού του∙ λεπτομέρεια που αφενός υποδηλώνει πως η ηρωίδα είναι σαν να ζει ήδη στη σκέψη της αυτή την τόσο επιθυμητή στιγμή, κι αφετέρου προσδίδει μια αίσθηση -λανθάνοντος έστω- ερωτισμού.
Τη μοναχική επιστροφή της θα συνοδεύουν ακόμη τα τετράγωνα φώτα από τα μικρά παράθυρα των σπιτιών, αλλά και η λευκή άχνα του σεληνόφωτος, που μοιάζει με μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων. Η λυρική εικόνα, που αποδίδει με ιδιαίτερο τρόπο το παιχνίδισμα του κυρίαρχου φεγγαρόφωτος, είναι επιτρεπτή στην ηρωίδα, λόγω της ποιητικής της ιδιότητας. Όπως σχολιάζει η ίδια, άλλωστε, δεν φοβάται να καταφεύγει σε ανάλογα λυρικές και ποιητικές εκφράσεις, αφού η ενασχόλησή της με την ποίηση δεν είχε ποτέ σκοπό την μάταιη αυτοπροβολή, αλλά ήταν εξαρχής αφιερωμένη στη λατρεία του Θεού, την ομορφιά και τη δύναμη του οποίου έτυχε πολλές φορές να αντικρίσει στο φως του φεγγαριού, περασμένες ανοιξιάτικες νύχτες.
Ό,τι αποδίδεται εδώ ως συνομιλία με τον Θεό, είναι προφανώς η διαπίστωση της θεϊκής δύναμης και του μεγαλείου της θεϊκής δημιουργίας, όπως αυτή προβάλλει μέσα από την ομορφιά του φυσικού τοπίου∙ και για χάρη αυτής της ομορφιάς, που ενέπνευσε την ηρωίδα και που πρόδηλα αποδεικνύει την παρουσία του Θεού, η ηρωίδα αποφάσισε να του θυσιάσει κάθε επαφή με τον έρωτα.
Η επιθυμία της, λοιπόν, για πολλούς νέους, οι οποίοι ήταν πολύ πιο όμορφοι κι από τον νέο που στέκει απόψε απέναντί της, καταπνίχτηκε, εφόσον εκείνη αποφάσισε να παραμείνει απόλυτα αγνή (λευκή) και απρόσιτη. Προτίμησε, έτσι, να φλέγεται μέσα στη λευκή φλόγα της αγνότητάς της και στη λευκότητα του σεληνόφωτος, δοσμένη στην ιδέα του έρωτα και στην επιθυμία του, αλλά όχι και στην πραγμάτωσή του. Έμεινε να φλέγεται από τα ακόρεστα μάτια των ανδρών κι από τη δισταχτική έκσταση των εφήβων –μπροστά στο νεανικό της κάλλος∙ έμεινε να πολιορκείται από ανδρικά σώματα εξαιρετικής ομορφιάς, από σώματα ηλιοκαμένα και γυμνασμένα, από μέλη δυναμωμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο και στο ποδόσφαιρο.
Ανδρικά μέλη, που η ίδια έκανε πως δεν τα έβλεπε, και τα οποία στην πραγματικότητα όντως δεν τα έβλεπε, αφού ήταν τόσο απόλυτα αποφασισμένη να διατηρήσει την αγνότητά της, ώστε το μόνο που κρατούσε από αυτά ήταν ο θαυμασμός που γεννούσαν στην ψυχή της. Θαυμασμός, όμως, καθαρά αισθητικός, που δεν λάμβανε τη μορφή σαρκικής επιθυμίας ή πολύ περισσότερο επιθυμίας για ερωτική πραγμάτωση.
«ξέρεις, καμμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς ό,τι θαυμάζεις, σου φτάνει ο θαυμασμός σου»: Η ηρωίδα εκτιμούσε από ένα σημείο και μετά μόνο την ομορφιά του ανδρικού σώματος, χωρίς να επιτρέπει στον εαυτό της καμία άλλη σκέψη ή πρόθεση, μένοντας έτσι με την αίσθηση του θαυμασμού, κι έχοντας λησμονήσει τελικά τι ακριβώς ήταν αυτό που θαύμαζε, κι ειδικότερα γιατί της γεννούσε θαυμασμό∙ είχε λησμονήσει, δηλαδή, την έννοια της ερωτικής επιθυμίας που ξυπνούσε αρχικά στο σώμα της η θέα της ανδρικής ομορφιάς.
Με μια διαδικασία πλήρους αποστασιοποίησης η ηρωίδα απολάμβανε την αντίδραση που προκαλούσε στους άνδρες γύρω της, κι η ίδια με τη σειρά της θαύμαζε και εκτιμούσε την ομορφιά τους, αλλά δεν επέτρεπε σ’ αυτά τα συναισθήματα να εγείρουν κάποια άλλη πιο ουσιαστική, πιο πραγματική επιθυμία. Απέναντι στα πάναστρα μάτια των ανδρών, που λαμπύριζαν από πόθο κι αποκτούσαν έτσι ακόμη μεγαλύτερη γοητεία, η ίδια ανυψωνόταν, έβγαινε κερδισμένη στην πάλη της με τις αξιώσεις του κορμιού και της σάρκας, φτάνοντας σε μια αποθέωση από όλα αυτά τα αρνημένα άστρα, από όλους αυτούς τους ωραίους και θελκτικούς άντρες που απέρριψε και αρνήθηκε.
Κι ο αγώνας αυτός δεν ήταν καθόλου εύκολος, διότι, όπως σχολιάζει η ίδια, όταν πολιορκείσαι απ’ έξω, απ’ όλους δηλαδή αυτούς τους ποθητούς άνδρες, αλλά και από μέσα, από τις ίδιες σου τις επιθυμίες και ανάγκες, τότε μπορείς είτε να κινηθείς προς τα κάτω, να ενδώσεις δηλαδή στους πόθους σου, είτε να κινηθείς προς τα πάνω, επιλέγοντας το δρόμο της ενάρετης, όπως τότε τη θεωρούσε, αποχής.
Η ηρωίδα κατόρθωσε τελικά να θυσιάσει τη νεότητά της, χωρίς ποτέ να υποκύψει στους πλείστους πειρασμούς που την πολιορκούσαν, μα τώρα συνειδητοποιεί πως όλη αυτή η θυσία δεν άρκεσε για να της προσφέρει την ευδαιμονία που ποθούσε∙ όλη αυτή η θυσία δεν μεταφράστηκε ποτέ σε χαρά και ικανοποίηση. Έτσι, στρέφεται και πάλι ικετευτικά στον νέο και του ζητά να την αφήσει να τον ακολουθήσει.


Σχήματα λόγου:
Σχήμα υπαλλαγής: «τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα» αντί για φώτα από τετράγωνα παράθυρα.
Παρομοίωση: «σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων»
Μεταφορές: «ασημένιων κύκνων», «ντυμένος την άχλυ και τη δόξα», «τη δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος», «πολλούς νέους τους εθυσίασα», «πυρπολημένη απ’ τ’ αδηφάγα μάτια», «αδηφάγα μάτια», «δισταχτικήν έκσταση» «πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα»
Συνεκδοχή: «πολιορκημένη από σώματα» αντί πολιορκημένη από άνδρες
Αντίθεση: «αδηφάγα μάτια / δισταχτικήν έκσταση»


Το ξέρω η ώρα πια είναι περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια, έμεινα μόνη,
ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μείνουνε σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρ-
μαρο
πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ. Δε φτάνει.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


«Το ξέρω η ώρα πια είναι περασμένη»: Ο χρονικός αυτός προσδιορισμός που σε πρώτη ανάγνωση αναφέρεται κυριολεκτικά στο βράδυ της συζήτησης, υποδηλώνει σ’ ένα δεύτερο επίπεδο την περασμένη ηλικία της ηρωίδας, που καθιστά πια μάταιη κάθε προσπάθεια επανόρθωσης ή βίωσης όσων απέρριψε στα χρόνια της νεότητάς της.
Η ικεσία της ηρωίδας φτάνει σε ιδιαίτερα αποκαλυπτική ένταση σ’ αυτή τη σύντομη στροφή, όπου με πλήρη ειλικρίνεια παραδέχεται πως σε όλη της τη ζωή έμεινε αγνή, πάναγνη, αντέχοντας μέρες, νύχτες και πυρωμένα μεσημέρια τη μοναξιά της. Ενώ, ακόμη και στο συζυγικό της κρεβάτι, παρέμεινε τελικά αγνή και μόνη, αφιερώνοντας τη ζωή της στο να συνθέτει στίχους.
Ο εμφατικός τρόπος με τον οποίο δηλώνεται η αγνότητά της δεν έχει, βέβαια, στόχο να λειτουργήσει ως στοιχείο έπαρσης, τουναντίον λειτουργεί ως εμφατική απόδοση της πικρίας και της μεταμέλειάς της, αφού με δική της θέληση έμεινε μακριά από τον έρωτα, που αναγνωρίζει πλέον πως αποτελεί σημαντικότατο κομμάτι της ζωής∙ η στέρηση του οποίου δεν έρχεται χωρίς κόστος.
Η ζωή της, λοιπόν, αφιερώθηκε στον Θεό και την ηθικότητα, κι έλαβε πλήρη έκφραση μέσα από στίχους, που όπως σχολιάζει η ίδια η ηρωίδα, θα μείνουν σαν λαξευμένοι πάνω σε άμεμπτο μάρμαρο∙ θέλοντας, έτσι, να τονίσει την αγνότητα που τους διακρίνει. Στίχοι που θα διατηρηθούν πέρα από την ίδια τη ζωή της, όπως κι από τη ζωή του νέου, αφού με την αγνότητα και την αλήθεια τους θα παραμείνουν για χρόνια ως υπενθύμιση της ύπαρξής της. Ωστόσο, η επίγνωση αυτής της δόξας κι αυτής της διατήρησης, δεν αρκεί στην ηρωίδα, η οποία θα προτιμούσε σαφώς να έχει απολαύσει περισσότερο την ίδια τη ζωή, παρά να συνθέτει ποιήματα.
Έτσι, απελπισμένη μπροστά στην ίδια της τη στέρηση, στρέφεται για άλλη μια φορά στον νέο και τον ικετεύει: Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Σχήματα λόγου:
Σχήμα χιαστό: «μόνη και πάναγνη / πάναγνη και μόνη»
Αναδίπλωση: «πέρα απ’ τη ζωή μου και τη ζωή σου, πέρα πολύ»


Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ’ το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δεν τολμάς να τ’ ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με νάρθω μαζί σου.


Το σπίτι, ο μόνιμος χώρος ύπαρξης της ηρωίδας, καθίσταται σταδιακά ανυπόφορος για εκείνη. Είναι, άλλωστε, ένα σπίτι που μέρα με τη μέρα καταρρέει όλο και περισσότερο, κάνοντας την σε αυτό διαβίωση μια συνεχή προσπάθεια να το διατηρήσει όρθιο. Πρέπει να προσέχει σε κάθε της βήμα, να προσέχει κάθε στιγμή, μήπως και κάποιο σημείο του σπιτιού υποχωρήσει ή διαλυθεί. Πρέπει να στερεώνει τον τοίχο χρησιμοποιώντας το μεγάλο μπουφέ, κι ύστερα να στερεώνει τον μπουφέ με το πανάρχαιο τραπέζι∙ το τραπέζι να το στερεώνει με τις καρέκλες κι αυτές με τη σειρά τους να τις στερεώνει με τα ίδια της τα χέρια, και συνάμα να βάζει τον ώμο της κάτω από το δοκάρι που έχει κρεμάσει.
Η διάλυση του σπιτιού καθρεφτίζει, βέβαια, τη φθορά της ίδιας της γυναίκας, η οποία πέρα από το γήρας της μορφής της έχει και τις πολλαπλές εσωτερικές της πληγές να προσέχει. Κι είναι αυτές ακριβώς οι πληγές που δεν της επιτρέπουν να απολαμβάνει τη μουσική του πιάνου, το οποίο το βλέπει πια σαν ένα μαύρο κι επίφοβο φέρετρο που πρέπει να κρατά κλειστό. Το να ανοίξει το πιάνο και το να επιτρέψει στη μουσική του να ακουστεί ξανά, θα ήταν μια απερίγραπτα οδυνηρή διαδικασία, που θα έφερνε ξανά στη ζωή της ένα σωρό μνήμες από γεγονότα και πρόσωπα που προσπαθεί με τόσο κόπο να κρατά μακριά από τη σκέψη της.
Η ανάκληση του παρελθόντος θα ήταν ίσως ένα μοιραίο χτύπημα για την ήδη κλονισμένη ψυχολογία της. Πρέπει, λοιπόν, να προσέχει διαρκώς, όχι μόνο να μην πέσει το σπίτι και τα αντικείμενά του, αλλά να μην πέσει κι η ίδια. Μια κατάσταση που εύλογα έχει εξουθενώσει τη Γυναίκα με τα Μαύρα, που βλέπει εκ νέου στο πρόσωπο του νέου μια ελπίδα -τη μόνη ελπίδα- διαφυγής.


Σχήματα λόγου:
Επαναφορά: «να στεριώνεις... να στεριώνεις... να στεριώνεις... να στεριώνεις»
Παρομοίωση: «σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο»
Επαναλήψεις: «Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις»


Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ’ τους νεκρούς του
να ζει απ’ τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του σ’ ετοιμόρροπα κρεββάτια
και ράφια.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Το σπίτι της ηρωίδας, που δέχτηκε στο πέρασμα των χρόνων τη ζωή, μα και το θάνατο πολλών ανθρώπων, δεν έχει καμία πρόθεση να πεθάνει κι αυτό, παρά την προφανή παρακμή και σταδιακή διάλυσή του. Το σπίτι παραστέκεται στους νεκρούς του, και μοιάζει μάλιστα να παίρνει ζωή από αυτούς∙ και παρόλο που γνωρίζει πως το τέλος του είναι δεδομένο και αναπόφευκτο, όσο υπάρχει, συνεχίζει να είναι αφιερωμένο στη μνήμη των ανθρώπων που το κατοίκησαν, τους οποίους επιμένει να τακτοποιεί στα ετοιμόρροπά του κρεβάτια και ράφια.
Ένα μαυσωλείο των αγαπημένων του νεκρών, με τη βοήθεια φυσικά και των αναμνήσεων της ίδιας της ηρωίδας, η οποία θέλει πια να φύγει από εκεί, να απομακρυνθεί από το χώρο, όπου ο θάνατος έχει σημαντικό πιο μεγάλο μερίδιο απ ό,τι η ζωή. Γι’ αυτό και ικετεύει ξανά τον νέο να της επιτρέψει να τον ακολουθήσει.


Σχήματα λόγου:
Προσωποποίηση: «Τούτο το σπίτι, παρ’ όλους τους νεκρούς του, δεν εννοεί να πεθάνει»
Επαναφορά: «να ζει... να ζει... να ζει...»


Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,
κάτι θα τρίξει, – ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, – δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, –
η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, –
κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ’ αυτόν ή στον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ’ τη σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπό σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις
καθάριο και αδιαίρετο.


Η Γυναίκα με τα Μαύρα θέλει απελπισμένα να φύγει από το σπίτι που έχει πια αποκτήσει μια δική του ζωή ήχων και κινήσεων, έστω κι αν η ίδια προσπαθεί να καθιστά την παρουσία της όσο πιο διακριτική και ανεπαίσθητη γίνεται. Έτσι, όσο σιγά κι αν περπατά τα βράδια είτε φοράει παντόφλες είτε όχι, κάτι θα ακουστεί, κάτι θα τρίξει, ίσως ραγίσει κάποιο τζάμι ή κάποιος καθρέφτης. Το δυσοίωνο ράγισμα του καθρέφτη, συνοδεύεται από το άκουσμα βημάτων που δεν ανήκουν στην ηρωίδα, βήματα, όμως, που δεν θα μπορούσε κανείς άλλος να τ’ ακούσει, διότι είναι αυτά της προσωποποιημένης μεταμέλειας, η οποία, όπως λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα. Τα βήματα, επομένως, της μεταμέλειας είναι πάντοτε πολύ ηχηρά∙ όσο ηχηρή είναι, άλλωστε, και η μεταμέλεια για όσα παρέλειψε, απέφυγε, δεν κατόρθωσε ή δεν προσπάθησε κανείς στη ζωή του, και τώρα -που είναι πια αργά- το μετανιώνει.
Η ηρωίδα δεν έχει όμως να παλεύει μόνο με τη μεταμέλεια για όσα εκούσια στερήθηκε στη ζωή της, έχει να αντιμετωπίσει και την επίγνωση πως το κέρδος που διεκδίκησε μέσα από την απραξία της ηθικότητας δεν επήλθε ποτέ. Όταν, λοιπόν, κοιτάζει τον εαυτό της στον καθρέφτη∙ στον σκονισμένο και ραγισμένο καθρέφτη, βλέπει το πρόσωπό της θαμπό και τεμαχισμένο∙ εκείνο ακριβώς το πρόσωπο που σ’ όλη της τη ζωή πάσχισε να το διατηρήσει καθαρό και αδιαίρετο. Κι ενώ πίστευε τότε πως απέχοντας από τους πειρασμούς της ζωής, θα μπορεί αργότερα να επαίρεται για την αγνότητά της και για το συγκροτημένο του εαυτού της, αντιλήφθηκε στην πορεία πως όσα απαρνήθηκε, την έχουν μιάνει σαν να τα είχε ζήσει, κι αυτό γιατί δεν έπαψαν ποτέ να βασανίζουν τη σκέψη της και να της προκαλούν θλίψη. Έτσι, παρόλο που νόμιζε πως στάθηκε δυνατή στα νιάτα της, έφτασε η στιγμή να συνειδητοποιήσει πως η δύναμή της δεν ήταν τίποτε περισσότερο από δειλία απέναντι στις ανάγκες και στα κελεύσματα της ίδιας της ζωής.
Το πρόσωπο της ηρωίδας, επομένως, δεν είναι, όπως θα το ήθελε η ίδια ακέραιο, συντρίβεται κι αυτό υπό την πίεση της μεταμέλειάς της, υπό την πίεση της απόγνωσης μπροστά στην επίγνωση πως τώρα είναι πια αργά για να επανορθώσει τα λάθη του παρελθόντος. Η σιγουριά κι οι πεποιθήσεις της νεότητας, τρέπονται πλέον σε αμφιβολίες, τύψεις και ξεσπάσματα των απωθημένων επιθυμιών, θρυμματίζοντας κάθε έννοια συνοχής και ενότητας στην προσωπικότητα και στους συλλογισμούς της.


Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι – πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, – πώς να το φέρω; – Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, – αυτό μου απόμεινε,
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δε λείπω.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Το φως του φεγγαριού κάνει, στα μάτια της ηρωίδας, τα χείλη του ποτηριού -μεταφορά- να γυαλίζουν σαν ένα κυκλικό ξυράφι -παρομοίωση-, γεγονός που την αποτρέπει από το να πιει νερό, παρόλο που διψά. Η αίσθηση αυτή, πως ακόμη και το ποτήρι με το νερό ενέχει κάποιο κίνδυνο∙ αίσθηση που τη δημιουργεί εκ νέου το φεγγάρι, το οποίο στον εσωτερικό χώρο του σπιτιού προκαλεί πλήθος φοβίες στη Γυναίκα με τα μαύρα, είναι ένδειξη της έντονα κλονισμένης ψυχολογίας της. Η ηρωίδα βλέπει παντού γύρω της κινδύνους, βλέπει παντού τη φθορά και το θάνατο να δημιουργούν ένα κλοιό, που όλο στενεύει.
Ωστόσο, μη θέλοντας να επιτρέψει -για την ώρα- στον νεαρό να συνειδητοποιήσει την έκταση των παραισθήσεων και των παραλογισμών της, επιχειρεί μια ενδιαφέρουσα υπεκφυγή, τονίζοντας πως η χρήση παρομοιώσεων (σαν κυκλικό ξυράφι) είναι το μόνο που απόμεινε από την παλιά της ζωή για να τη βεβαιώνει πως δεν λείπει, πως είναι ακόμη παρούσα. Η ποιητική ιδιότητα της ηρωίδας της προσφέρει αφενός τη δυνατότητα να διακωμωδεί τις ίδιες της τις φοβίες, κι αφετέρου τη δυνατότητα ενός θετικού αυτοπροσδιορισμού, εφόσον το ποιητικό της έργο είναι ό,τι κατόρθωσε να δημιουργήσει και να προσφέρει μέσα από μια ζωή ηθελημένης καταπίεσης και εκούσιων στερήσεων.
Μπροστά στο φόβο που της προκαλεί το φως του φεγγαριού πάνω στα αντικείμενα του σπιτιού, η ηρωίδα επαναλαμβάνει την ικεσία της: Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Φορές - φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ’ τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης με τη γριά βαρειά του
αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο και δεν τ’ αφήνουν
πια να βγουν έξω
μ’ όλο που πίσω απ’ τους τοίχους μαντεύουν το περπάτημα της γριάς
αρκούδας –
κ’ η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για πού και γιατί –
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της να διασκεδάζει τα παι-
διά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά, παίζοντας έτσι το τελευταίο
παιχνίδι της,
δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων, στους κρίκους των χει-
λιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου – έστω κ’ ενός αργού θανάτου –
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο με τη συνέχεια και τη γνώση της
ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ’ τη σκλαβιά της.


Η ηρωίδα, σ’ ένα από τα πιο δυνατά σημεία του ποιήματος, περνά την αφήγησή της στις στιγμές εκείνες που, ίσως ως ανάμνηση του παρελθόντος, έχει την αίσθηση πως έξω από τα σπίτια περνά ο αρκουδιάρης με την ταλαιπωρημένη και βρόμικη αρκούδα του. Ένα πέρασμα αργό και βασανιστικό, αφού η αρκούδα είναι πια γριά και πολύ βαριά, και σηκώνει καθώς περπατά ένα σύννεφο σκόνης, το οποίο είναι σαν ιδιότυπο θυμίαμα του απόβραδου.
Ο υπαινικτικός και αλληγορικός παραλληλισμός ανάμεσα στην πορεία της γερασμένης αρκούδας και τη ζωή μιας γυναίκας, αποδίδει με ιδιαίτερη σκληρότητα το απαιτητικό και βασανιστικά ψυχοφθόρο πλαίσιο των αξιώσεων που υπήρχε απέναντι στη γυναίκα των περασμένων δεκαετιών.
Ο αρκουδιάρης φτάνει στην περιοχή αργά πια, όταν τα παιδιά έχουν επιστρέψει στο σπίτι από το παιχνίδι τους για να δειπνήσουν, κι οι γονείς τα κρατούν μέσα, έστω κι αν εκείνα ακούν ή αντιλαμβάνονται το αργό περπάτημα της γριάς αρκούδας. Κι εκείνη κουρασμένη περπατά, χωρίς να ξέρει ή να μπορεί να ελέγξει προς τα που, έχοντας κερδίσει μόνο τη σοφία που της προσέφερε η για χρόνια μοναχική της πορεία. Σοφία που της υπενθυμίζει πως παρά την κούρασή της οφείλει να ακολουθεί το αφεντικό της, διότι η όποια απειθαρχία στη θέλησή του θα έχει για εκείνη επώδυνες κυρώσεις.
Η αρκούδα που έχει πια γεράσει δεν μπορεί να εκτελεί το συνηθισμένο της πρόγραμμα∙ δεν μπορεί πια να χορεύει και να φορά τη δαντελένια σκουφίτσα -που έκανε πιο αισθητή τη συσχέτισή της με μια γυναίκα-, για να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους και τους απαιτητικούς. Η όλη σκηνοθεσία της παράστασης, που για χρόνια έδινε και δίνει η αρκούδα, υποδηλώνουν έμμεσα τη διαρκή υποχρέωση της γυναίκας να παραμερίζει τις δικές της ανάγκες και να πασχίζει για να ευχαριστήσει όλους τους άλλους γύρω της. Είναι η μάνα που αδιάκοπα προστρέχει στις επιθυμίες και στις ανάγκες των παιδιών της∙ είναι η σύζυγος που οφείλει να φροντίζει τις απαιτήσεις του άντρα της∙ μα συνάμα είναι κι η ερωμένη που οφείλει να στολίζει τον εαυτό της, προκειμένου να είναι αρεστή και αποδεκτή. Η αναφορά, μάλιστα, στη «δαντελένια σκουφίτσα», στο στοιχείο καλλωπισμού της αρκούδας, υπαινίσσεται την αντιμετώπιση της γυναίκας ως διακοσμητικού στοιχείου στο πλαίσιο της κοινωνικής και ατομικής της ζωής.
Το πέρασμα του χρόνου και η συνεχής προσπάθεια, ωστόσο, έχουν κουράσει τόσο πολύ την αρκούδα, ώστε είναι πια έτοιμη να δηλώσει τη διάθεσή της για παραίτηση απ’ όλη αυτή την αδιάκοπη εκμετάλλευση και υποτίμηση που βιώνει. Είναι έτοιμη να αντιδράσει απέναντι στα συμφέροντα των άλλων, απέναντι στις ίδιες της τις ανάγκες, αλλά και απέναντι στη ζωή, αφήνοντας τον εαυτό της στην έστω αργή έλευση του θανάτου. Είναι, πολύ περισσότερο, έτοιμη ακόμη και να δείξει την ανυπακοή της απέναντι στο θάνατο, κερδίζοντας τη μάχη μαζί του μέσα από τη συνέχεια της ζωής, αλλά και μέσα από την επώδυνα αποκτημένη γνώση της ζωής, που μπορεί να προχωρήσει πέρα και πάνω απ’ τη σκλαβιά της. Η ύστατη αυτή ανυπακοή μπορεί να βρει την έκφρασή της μέσα από τη δράση των απογόνων της (μεταφορικά των παιδιών της αρκούδας – κυριολεκτικά των νέων γυναικών), καθώς κάθε επόμενη γενιά είναι μια συνέχεια της ζωής, και άρα μια νίκη απέναντι στο θάνατο, και συνάμα η γνώση, η επίγνωση και η συνειδητοποίηση της σκλαβιάς μεταφερόμενες στις επόμενες γενιές λειτουργούν αφυπνιστικά γι’ αυτές και τις ωθούν σε μια καίρια αντίδραση.
Η ανυπακοή της αρκούδας στα συμφέροντα των άλλων και στους κρίκους των χειλιών της που την κρατούν αιχμαλωτισμένη, και την καθιστούν για χρόνια αντικείμενο εκμετάλλευσης, δεν μπορεί, ωστόσο, να εκφραστεί με άλλο τρόπο, πέρα από τη συνέχιση της κερδοφόρας για τον αρκουδιάρη παρουσίας της, με το τελευταίο της παιχνίδι∙ με το να πλαγιάσει στο χώμα και να αφήσει τα παιδιά να πατάνε πάνω στην κοιλιά της. Ακόμη κι η εγκατάλειψη της προσπάθειας, ακόμη και η ανυπακοή της αρκούδας, αφήνει τελικά περιθώρια για να συνεχιστεί η εκμετάλλευσή της∙ με μόνη διαφορά πως πλέον δεν θα προσπαθεί, θα δέχεται απλώς παθητικά την παιχνιδιάρικη διάθεση των μικρών της πελατών να ασχολούνται μαζί της.
Η τελική ανυπακοή, πάντως, της αρκούδας απέναντι στο θάνατο μπορεί να λάβει ένα είδος δικαίωσης μόνο με τη συνέχεια της ζωής, μέσω των απογόνων, καθώς και με το πέρασμα της αποκτημένης γνώσης στις επόμενες γενιές ως μέσου προειδοποίησης και ως κάλεσμα για έγκαιρη αντίδραση.
Η ανυπακοή απέναντι στον πόνο και στη ζωή είναι, βέβαια, ένας αγώνας που η αρκούδα γνωρίζει πως δεν μπορεί να κερδίσει, γι’ αυτό κι είναι διατεθειμένη να τον εγκαταλείψει παραιτούμενη απ’ την ίδια τη ζωή, έστω κι αν αντιλαμβάνεται πως ο θάνατος δεν μπορεί να επέλθει τόσο γρήγορα ή τόσο απλά.


Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κ’ η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της στις πενταροδεκάρες που τις
ρίχνουνε τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Όπως δηλώνεται μέσα από το ρητορικό ερώτημα του ποιήματος «Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;», η σκλαβιά της αρκούδας συνεχίζεται χωρίς δυνατότητα διαφυγής κι εκείνη αναγκάζεται να υπακούσει στο λουρί και στους κρίκους της∙ αναγκάζεται να υποταχθεί στα δεσμά της. Διαπίστωση που υποδηλώνει το μάταιο κάθε προσπάθειας της αρκούδας να αντιδράσει απέναντι στην αιχμαλωσία της.
Η αρκούδα αναγκάζεται να συνεχίσει την παράστασή της χαμογελώντας με τα σκισμένα της χείλη στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουν∙ λέγοντας ευχαριστώ, γιατί οι αρκούδες που γεράσανε το μόνο που έμαθαν να λένε είναι ευχαριστώ. Μια πολύ έντονη αποτύπωση της σκλαβιάς που βιώνουν οι γυναίκες και μια ακόμη πιο σκληρή υπενθύμιση πως είναι όχι μόνο αναγκασμένες να πασχίζουν για την ελάχιστη αναγνώριση απ’ τη μεριά των άλλων, μα και να τους ευχαριστούν για τα ψήγματα ανταπόδοσης που τους δίνουν.
Ο Γιάννης Ρίτσος είτε γιατί έχει κατά νου μια προγενέστερη εποχή είτε γιατί δε διστάζει να φανερώσει και τις πλέον σκληρές πτυχές του βίου των γυναικών, υπαινίσσεται στοιχεία πολύ επώδυνα, τα οποία φέρνουν στην επιφάνεια την ιδιότυπη σκλαβιά των περισσότερων γυναικών, που είναι αναγκασμένες να ζουν για τους άλλους, και να πασχίζουν για τη φροντίδα των άλλων.
Για την αρκούδα-γυναίκα το ζήτημα δεν είναι πια οι απλές χαρές της ζωής και η ανάγκη για ελευθερία, είναι πολύ περισσότερο ζήτημα επιβίωσης, εφόσον η γερασμένη αρκούδα έχει φτάσει στο έσχατο σημείο να θέλει πια να παραιτηθεί πλήρως απ’ τη ζωή, τόσο εξαντλημένη απ’ την αθλιότητα της αιχμαλωσίας της. Και ως στοιχείο εμφανέστατης αντίθεσης, απέναντι στη γερασμένη αρκούδα βρίσκονται τα μικρά παιδιά, που της ρίχνουν πενταροδεκάρες, για να την ανταμείψουν για τη διασκέδαση που τους προσφέρει. Κίνηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί εξαιρετικά μειωτική, αν δεν προερχόταν από ανυποψίαστα παιδιά, τα οποία σαφώς και δεν αντιλαμβάνονται το δράμα που παίζεται μπροστά στα μάτια τους. Έτσι, τα μικρά παιδιά διατηρούν την ομορφιά τους -κυρίως την εσωτερική ομορφιά τους-, ακριβώς γιατί δεν κατανοούν σε ποιου είδους μαρτύριο συναινούν με την παρουσία και με τις πενταροδεκάρες τους.


Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας. Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν
σα στρογγυλά, μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου – δεν μπορώ να τα ξεκολ-
λήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν’ ανέβω πάλι στην επιφάνεια –
ο δίσκος μου πέφτει απ’ τα χέρια άηχος, – σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ’ την ανάσα μου ν’ ανεβαίνουν, ν’ ανεβαι-
νουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντάς τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται από πάνω και βλέπει
αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;


Η ηρωίδα αισθάνεται πως το σπίτι της στο οποίο είναι αναγκασμένη να ζει μόνη της έχει φτάσει στο σημείο να την πνίγει -μεταφορά. Αναφορά, η οποία μέσα από μια εκτεταμένη υπερρεαλιστική εικόνα μοιάζει να λαμβάνει κυριολεκτική σημασία, αφού το βίωμα του πνιγμού, της ασφυξίας, τρέπεται σε αληθινό με τη μεταμόρφωση της κουζίνας σε βυθό της θάλασσας. Κάθε οικείο και καθημερινό αντικείμενο της κουζίνας γίνεται αίφνης στοιχείο του βυθού∙ τα γυαλιστερά μπρίκια μοιάζουν με μάτια ψαριών και τα πιάτα κινούνται σαν μέδουσες -παρομοιώσεις.
Η Γυναίκα με τα Μαύρα νιώθει πως πάνω στα μαλλιά της πιάνονται φύκια και όστρακα που την τραβούν προς τα κάτω και δεν της επιτρέπουν να ανέβει πάλι στην επιφάνεια. Η σκηνή, μάλιστα, της καταβύθισης αποδίδεται με μια εικόνα που θα μπορούσε κάλλιστα να αποδίδει την εικόνα ενός αληθινού λιποθυμικού επεισοδίου. Ο δίσκος πέφτει από τα χέρια της ηρωίδας κι εκείνη σωριάζεται στο πάτωμα-βυθό. Ύστερα, όπως ακριβώς θα συνέβαινε αν βρισκόταν στο βυθό της θάλασσας βλέπει τις φυσαλίδες που σχηματίζει η ανάσα της να ανεβαίνουν προς την επιφάνεια του νερού.
Η καταβύθιση αυτή φανερώνει αυτό που θα γίνεται στη συνέχεια ολοένα και πιο σαφές, ότι η ηρωίδα είναι τόσο ψυχικά κλονισμένη, ώστε δεν διατηρεί πάντοτε ακέραιη την επαφή της με την πραγματικότητα. Η μοναξιά κι ο εσωτερικός της πόνος την ωθούν να αναζητά με κάθε τρόπο διαφυγή από την αλήθεια της ζωής της∙ διαφυγή η οποία δεν μπορεί παρά να γίνεται στο ασφυκτικό πλαίσιο του σπιτιού, διότι δεν της είναι προφανώς εφικτή μια πραγματική απομάκρυνση από το σπίτι. Έτσι, η ηρωίδα δραπετεύει νοητά σε κόσμους της φαντασίας και της αναπόλησης∙ σε κόσμους που τη φέρνουν κοντά στον παραλογισμό.
Η ίδια, βέβαια, δεν αντικρίζει αυτές τις απόπειρες διαφυγής ως παραλογισμό, τις θεωρεί περισσότερο ως προσπάθειες πλήρους αποστασιοποίησης από την ίδια της τη ζωή, από την επώδυνη πραγματικότητά της, κι αυτό υποδηλώνεται από το αυτοσαρκαστικό σχόλιο για το τι θα σκέφτεται κάποιος που βλέπει τις φυσαλίδες από την ανάσα της∙ θα αναρωτιέται αν πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;


Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί, στο βάθος
του πνιγμού,
κοράλλια και μαργαριτάρια και θησαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά και μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσασμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κ’ ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια∙
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω – όχι, τα δίνω∙
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν – πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Η ηρωίδα αφημένη στο αίσθημα του πνιγμού∙ αφημένη στο βυθό του συναισθηματικού της κόσμου, όπου περιηγείται χωρίς κανένα έλεγχο ή ειρμό, γι’ αυτό και το θεωρεί ως φονική σχεδόν κατάδυση, ανακαλύπτει πλήθος θησαυρών. Πρόκειται για όλα εκείνα που κέρδισε ή έχασε στο πέρασμα της ζωής της, τις μικρές στιγμές ευτυχίας της νεότητας, μα και τα όνειρα που διαψεύστηκαν, αφήνοντας ωστόσο πίσω τους τη δυνατότητα μιας καθαρότερης θέασης των πραγμάτων, χρήσιμη για τη γόνιμη πτυχή της ηρωίδας∙ την ποιητική της φύση, που μπόρεσε να αντλήσει από τα περιστατικά του παρελθόντος το υλικό της ποιητικής της δημιουργίας.
Η εμπειρία της ζωής, τα γεγονότα και οι άνθρωποι που την επηρέασαν της επέτρεψαν να αντλήσει τη σοφία εκείνη -την ικανότητα να αντικρίσει και να κατανοήσει σε ικανό βαθμό την πραγματικότητα- που αποτυπώθηκε στους στίχους της, και με το πέρασμα των χρόνων αποτέλεσε πηγή χαράς κι ενθουσιασμού, όταν συνειδητοποίησε την εγκυρότητα των στοχασμών και των συμπερασμάτων της. Οι στίχοι της, με την αλήθεια που κατόρθωσε να τους δώσει, κέρδισαν μια μονιμότερη θέση∙ μια θέση αθανασίας, που επιφυλάσσεται μόνο στους ποιητές εκείνους που μπόρεσαν να βυθιστούν πραγματικά στα πιο μύχια της ψυχής τους και να αντλήσουν αλήθειες ακλόνητες. Τούτη είναι η μόνη χαρά της ηρωίδας-ποιήτριας, η «επαλήθευση αιωνιότητας» όσων κατέγραψε στο έργο της, το οποίο περιέχει και τις πικρίες της ζωής της, μα και εικόνες άπειρου κάλλους -κοράλλια, μαργαριτάρια, ζαφείρια-, που καθρεφτίζουν την αγαθότητα, την αγνότητα και την ομορφιά της ψυχής της, την οποία κράτησε η ίδια με κάθε κόστος μακριά από τους πειρασμούς.
Το έργο ζωής αυτό, η ηρωίδα διστάζει να το δώσει στους άλλους ανθρώπους ή καλύτερα το δίνει, το προσφέρει, αλλά δεν είναι καθόλου σίγουρη αν εκείνοι μπορούν ή θέλουν να το πάρουν. Δεν είναι βέβαιη, όπως και κάθε άλλος ποιητής άλλωστε, για το αν το έργο της θα εκτιμηθεί πλήρως, αν θα γίνει κατανοητό, κι αν ίσως έχει την αξία, που η ίδια θεωρεί ότι έχει. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το έργο αυτό είναι ό,τι μπόρεσε να προσφέρει η ηρωίδα μέσα από τις διαψεύσεις και μέσα από τις θελημένες στερήσεις της ζωής της, και τώρα πια δεν έχει τίποτε άλλο να προσφέρει. Τώρα πια το μόνο που θέλει είναι να απομακρυνθεί από τον εγκλωβισμό του σπιτιού της, γι’ αυτό και ζητά ακόμη μια φορά από τον νέο να την αφήσει να έρθει μαζί του.


Σχήματα λόγου:
Επαναφορές: «κοράλλια και μαργαριτάρια / κοράλλια και μαργαριτάρια», «μονάχα που δεν ξέρω - μονάχα που δεν ξέρω»


Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο νάναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;


Η Γυναίκα με τα Μαύρα, σαν να αντιλήφθηκε κάποια πρόθεση του νεαρού να βγουν από το σπίτι, του ζητά να της δώσει μια στιγμή για να πάρει τη ζακέτα της. Ο καιρός είναι, άστατος, όπως σχολιάζει και πρέπει κανείς να φυλάει την υγεία του. Ενδιαφέρουσα διάθεση αυτοπροστασίας, αν αναλογιστεί κανείς την παραίτηση και την γενικότερη απόγνωση που χαρακτηρίζει τις περισσότερες φορές την ηρωίδα.
Η ηρωίδα στρέφεται, μάλιστα, προς τον νέο και τον ρωτά αν συμφωνεί κι εκείνος πως το φεγγάρι επιτείνει την ψύχρα της βραδινής υγρασίας, προσδίδοντας έτσι μια διαφορετική λειτουργία στο φεγγάρι, το οποίο συνήθως, όταν συνδέεται με τον εξωτερικό χώρο, έχει ευεργετική επίδραση.
Η όλη στροφή με την αναφορά στο πρακτικό θέμα της ζακέτας επιτρέπει μια αποκλιμάκωση σε σχέση με την εσωτερική ένταση των στροφών που προηγήθηκαν, αλλά και αυτών που έπονται.


Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο – τι δυνατό το στήθος σου,
– τι δυνατό φεγγάρι, – η πολυθρόνα, λέω – κι όταν σηκώνω το φλιτζά-
νι απ’ το τραπέζι
μένει από κάτω μια τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του∙
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου – μην κοιτάξεις μέσα,
είναι μια δυνατή μαγνητική που σε τραβάει – μην κοιτάξεις, μην κοι-
τάχτε,
ακούστε με που σας μιλάω – θα πέσετε μέσα. Τούτος ο ίλιγγος
ωραίος, ανάλαφρος – θα πέσεις, –
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστηριακές φωνές – δεν τις ακούτε;


Με πρόφαση την ψύχρα της βραδιάς η ηρωίδα αγγίζει τον νέο για να του κουμπώσει το πουκάμισο κι αισθάνεται έτσι το δυνατό του στήθος. Χωρίς, μάλιστα, να μπορεί να συγκρατήσει την έκπληξή της από την αίσθηση του στήθους του, το σχολιάζει, μόνο και μόνο για να σπεύσει να αλλάξει τη συζήτηση, μη θέλοντας να προδοθεί περαιτέρω η αναστάτωσή της∙ εμφανής έκφανση κι αυτό το περιστατικό της βαθιάς συστολής της. Έτσι, από την αναφορά στο στήθος του, περνά στο φεγγάρι, κι από εκεί αμέσως στην πολυθρόνα, πασχίζοντας να επανακτήσει τον αυτοέλεγχό της.
Εντελώς ασυνάρτητα και απροσδόκητα, λοιπόν, αλλάζει για μια ακόμη φορά το θέμα του μονολόγου της και προχωρά σε μια παραδοχή, που αποκαλύπτει ακόμη περισσότερο τη μοναξιά της, αλλά και τον αναπόφευκτο ίσως ψυχικό της κλονισμό. Όταν σηκώνει το φλιτζάνι από το τραπέζι στη θέση του μένει μια «τρύπα σιωπή»∙ το ίχνος πάνω στο σκονισμένο τραπέζι, γίνεται αίφνης μια επώδυνη υπενθύμιση πως στέκει εκεί μόνη της, δίχως κανέναν για να μιλήσει μαζί του. Σπεύδει, επομένως, να καλύψει με το χέρι της αυτή την τρύπα στο τραπέζι, για να μην κοιτάξει μέσα, για να μην αφεθεί στον πόνο της συνειδητοποίησης, κι αμέσως έπειτα ακουμπά και πάλι το φλιτζάνι για να καλύψει το κενό.
Το ίχνος πάνω στο τραπέζι, όμως, δεν είναι η μόνη υπόμνηση του κενού στη ζωή της, ακόμη και το φεγγάρι, που επίμονα επανέρχεται στην αφήγησή της, μοιάζει με μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου, μοιάζει με μια τρύπα που σου επιτρέπει να αντικρίσεις πράγματα απρόσμενα, που θα ήταν καλύτερο να μένουν κρυμμένα. Στρέφεται, έτσι, προς τον νέο και του ζητά να μην κοιτάξει στην ιδιότυπη αυτή τρύπα -το φεγγάρι-, διότι η δύναμή του είναι μαγνητική και μπορεί να σε παρασύρει. Η παράκλησή της προς τον νεαρό επαναλαμβάνεται, κι αμέσως τρέπεται σε παράκληση και προς τους υπόλοιπους ανθρώπους, οι οποίοι κινδυνεύουν επίσης να πέσουν μέσα στην τρύπα αυτή που προκαλεί δέος. Η ηρωίδα εμφανίζεται εδώ να απευθύνεται σ’ ένα φανταστικό ακροατήριο∙ ένδειξη παραλογισμού ίσως, που μας προετοιμάζει για την παραδοχή που ακολουθεί, για τις μυστηριακές φωνές που ακούει, κι οι οποίες πιστοποιούν ακόμη περισσότερο την ακραία ψυχολογική της περιδίνηση.
Το φεγγάρι αποτελεί για την ηρωίδα την είσοδο σ’ ένα κόσμο εσωτερικής καταβύθισης, που προκαλεί έναν ωραίο και ανάλαφρο ίλιγγο, αφού τη φέρνει στα όρια του παραλογισμού. Κι εκεί ακριβώς στο μεταίχμιο λογικής και τρέλας, η ηρωίδα βλέπει το φεγγάρι σαν ένα μαρμάρινο πηγάδι, που μέσα του κινούνται ίσκιοι και βουβά φτερά∙ ένα μαρμάρινο πηγάδι μέσα από το οποίο ακούγονται μυστηριακές φωνές∙ απεικάσματα όλα του παρελθόντος, των απωθημένων επιθυμιών, μα και της ολοένα και πιο αδύναμης επαφής της με την πραγματικότητα.
Η ηρωίδα μέσα στην εξαναγκαστική της μοναξιά ερωτοτροπεί όλο και περισσότερο με την αποδέσμευση από τη λογική και την πραγματικότητα∙ εφόσον αυτή η κατάσταση της επιτρέπει την απομάκρυνση από τους πολύ πιο επίφοβους δαίμονες της πραγματικότητας: τη μοναξιά και την επίγνωση πως άφησε τη ζωή της να φύγει χωρίς ποτέ να ζήσει τίποτε. Κι είναι τόσο έντονη αυτή η απομάκρυνση από τη λογική, ώστε παρουσία του νεαρού, ρωτά με απορία τους υποτιθέμενους ακροατές της για το αν ακούν τις φωνές μέσα από το πηγάδι του φεγγαριού.
Εύλογη η εικασία πως όταν η ηρωίδα είναι τελείως μόνη της προχωρά συχνά σε διαλόγους με τους ανύπαρκτους αυτούς ακροατές∙ πρόσωπα ίσως του παρελθόντος ή νέα αποκυήματα της μοναξιάς της.


Βαθύ – βαθύ το πέσιμο,
βαθύ – βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ’ ανοιχτά φτερά του,
βαθειά – βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο
σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις. Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα – ο εξαίσιος ίλιγγος. Έτσι κά-
θε απόβραδο
έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες.


Η καταβύθιση στον εσωτερική της κόσμο την οδηγεί πολύ βαθιά σε μια πτώση ικανή να τη βλάψει συναισθηματικά, μα και σε μια πτώση που μπορεί να τη λυτρώσει από την πραγματικότητα της παρούσας κατάστασής της. Έτσι, συχνά η βαθιά πτώση οδηγεί σ’ ένα πολύ βαθύ ανέβασμα πέρα και πολύ πάνω από τα παρόντα, τα τετριμμένα, τα καθημερινά. Ένα ανέβασμα ανάλογο εκείνης της φανταστικής πτήσης που προκύπτει από το θρόισμα του φουστανιού της, με το άγαλμα της υπόστασής της να αναδύεται αέρινο, απαλλαγμένο από τις θλίψεις και τον πόνο της καθημερινότητας, και με το σώμα του σφιχτό, νεανικό, μέσα στη δυνατότητα φυγής που προσφέρουν τα ανοιχτά φτερά του. Όσο επίφοβη κι αν μοιάζει, λοιπόν, η περιδιάβαση στα μύχια του εαυτού και των σκέψεων, έχει ωστόσο συχνά ένα πολύτιμο κέρδος, μια απρόσμενη και λυτρωτική φυγή∙ πρόκειται για ένα ευπρόσδεκτο δώρο της αμείλικτης -της δίχως έλεος- σιωπής, που συνοδεύει την απόλυτη ερημία της.
Κλονισμένη ψυχολογικά η Γυναίκα με τα Μαύρα από τη συνεχή αναμέτρηση με τη μοναξιά και την οδύνη των απωθημένων επιθυμιών, αφήνεται σ’ ένα βύθισμα στον εσωτερικό της κόσμο, που της επιτρέπει να αντικρίσει τη μόνη πια απαντοχή της∙ τις τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης, με την άλλη όχθη να υπονοεί είτε το πέρασμα στον θάνατο ή μιαν απρόσμενη φυγή σ’ έναν ζωντανό κόσμο -ουσιαστικό απρόσιτο για εκείνη- μακριά από τη μοναξιά, τη θλίψη και τις αναμνήσεις της. Η ηρωίδα περιγράφει στον νέο τη διαδρομή της εσωτερικής αυτής καταβύθισης, η οποία δεν οδηγεί πια στην ελευθερία μιας πτήσης, αλλά σε μιαν άλλη διαφορετική ελευθερία, σε αυτή που χαρίζει το κολύμπι στην απέραντη θάλασσα, σ’ έναν ωκεανό, που σε φέρνει -ή ελπίζεις πως σε φέρνει- στην άλλη όχθη, καθώς ταλαντεύεσαι στο ίδιο σου το κύμα∙ καθώς ταλαντεύεσαι στα ανεβοκατεβάσματα και στην ταραχή των ίδιων σου των συναισθημάτων και σκέψεων.
Η εγκατάλειψη στην εσωτερική αυτή αναζήτηση προκαλεί έναν ίλιγγο, ωραίο και ανάλαφρο, αφού σε απομακρύνει από την τυραννία του παρόντος και της λογικής, ενέχει, όμως, τον σαφή κίνδυνο να πέσεις, να ξεφύγεις απ’ όσα σε κρατούν στον κόσμο της πραγματικότητας, και να χαθείς δια παντός απ’ τον στέρεο κόσμο της λογικής σκέψης και συνείδησης. Έτσι, η ηρωίδα παροτρύνει με τρυφερότητα τον νέο να προσέχει, αν αφεθεί σ’ αυτή την εσωτερική διαδρομή, και να μην παραδειγματίζεται από την ίδια, διότι εκείνη έχει συνηθίσει τόσο πολύ να χάνεται στις σκέψεις της, ώστε ο ίλιγγος αυτός, η ταλάντευση ανάμεσα στη λογική και στην παράνοια, αποτελούν πια μέρος της καθημερινότητάς της. Μη έχοντας την παρηγοριά της συντροφιάς ή της ζωτικής ενεργητικότητας, αφήνεται καθημερινά στη δελεαστική ερωτοτροπία με τον παραλογισμό, γι’ αυτό και κάθε απόβραδο έχει πονοκέφαλο και ζαλάδες∙ εξαντλημένη από την έμμονη αναζήτηση της εσωτερικής δράσης και ζωής, που θα την απαλλάξει από την αδράνεια και την απουσία ζωής που έχει δεσμεύσει πια την πραγματικότητά της.


Σχήματα λόγου:
Επαναφορά: «Βαθύ – βαθύ / βαθύ – βαθύ»
Επανάληψη: «ο ίλιγγος τούτος / ο εξαίσιος ίλιγγος»


Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι για καμμιάν ασπιρίνη,
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν’ ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν οι σωλήνες
του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ’ ετοιμάζω δυό –ποιος να τον πιεί τον άλλον;-
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο τον πράσινο
γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια, τη μαύρη τσάν-
τα μου, τα ποιήματά μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες – τι να τις κάνεις;
Άφησέ με νάρθω μαζί σου.


Η ηρωίδα περνά στην περιγραφή της μοναχικής της καθημερινότητας, που χαρακτηρίζεται από τη διάθεση παραίτησης, μα και το επώδυνο της απουσίας του άλλου ανθρώπου, του συντρόφου.
Ο πονοκέφαλός της, γέννημα της συνεχούς σκέψης και της αδιάκοπης επιστροφής στο παρελθόν, δεν είναι πάντοτε ικανός να την ωθήσει στην αναζήτηση παραμυθίας και ανακούφισης. Μένει έτσι, κάποτε, πλήρως αδρανής να πονά, και ν’ ακούει μέσα στην απόλυτη ησυχία τον κούφιο θόρυβο των σωλήνων του νερού. Μια κατάσταση παραίτησης, που φανερώνει έξοχα την απροθυμία της ηρωίδας έστω και να παρακινηθεί απ’ τις ανάγκες του ίδιου του σώματός της. Είναι, άλλωστε, ο σωματικός αυτός πόνος μια συντροφιά, ένα δικό της κεκτημένο, που της θυμίζει πως είναι ακόμη ζωντανή∙ πως μπορεί ακόμη να αισθανθεί κάτι.
Άλλοτε, πάλι, μη θέλοντας -ή μη έχοντας την απαιτούμενη ενέργεια- να πάει ως το φαρμακείο, σηκώνεται να ψήσει ένα καφέ, αλλά μόνιμα αφηρημένη όπως είναι, παρασύρεται από την ασύνειδη ανάμνηση της συντροφιάς και ετοιμάζει δύο καφέδες. Μόνο και μόνο για να βρεθεί αντιμέτωπη με την πραγματικότητα της ερημίας της. Ποιος να πει τον άλλο καφέ;
Κι είναι τόσο απόλυτη η μοναξιά της, μετά από μια ολόκληρη ζωή, ώστε μοιάζει με πικρό αστείο. Αφήνει, έτσι, τον καφέ στο περβάζι να κρυώνει -σε μάταιη αναμονή της συντροφιάς- ή, κάποιες φορές, πίνει η ίδια κι αυτό τον δεύτερο, τον περιττό καφέ, κοιτάζοντας απ’ το παράθυρο -σταθερά άπραγη- την πράσινη λάμπα του φαρμακείου, που της φαίνεται αίφνης σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τρένου –παρομοίωση- που έρχεται να την πάρει μακριά, και να τη λυτρώσει από την κενότητα της ζωής της. Ένα τρένο που θα την υποδεχτεί με τα μαντίλια της, με τα στραβοπατημένη παπούτσια της, με την μαύρη της τσάντα –-το μαύρο είναι το χρώμα του πένθους, αλλά και των επίσημων ενδυμάτων-, και με το μόνο της επίτευγμα∙ τα ποιήματά της, αλλά χωρίς καθόλου βαλίτσες. Τι να τις κάνει, άλλωστε, και σε τι να χρειαστούν, αφού οι βαλίτσες υπονοούν την ύπαρξη μέλλοντος και σχεδίων∙ υπονοούν την ύπαρξη μιας συνέχειας, που για την ηρωίδα δεν είναι πια υπαρκτή ή εφικτή.
Οι βαλίτσες, βέβαια, μπορούν να ιδωθούν τελείως διαφορετικά, ως φορείς δηλαδή των αναμνήσεων και του παρελθόντος∙ στοιχεία από τα οποία η ηρωίδα θέλει επίμονα να απαλλαγεί.
Γι’ αυτό, λοιπόν, ζητά για τελευταία φορά από τον νέο να την αφήσει να έρθει μαζί του, να της επιτρέψει την ύπαρξη μιας πρόσκαιρης έστω συντροφιάς∙ να της επιτρέψει τη δυνατότητα μιας εξόδου από τη φυλακή της βασανιστικής της μοναξιάς.



Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θάρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
να βγω απ’ αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, – όχι, όχι το φεγγάρι –
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που όλους μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητές μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, –
ν’ ακούσω τα μεγάλα βήματα της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματά σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα.


Μόλις ο νεαρός αποφασίζει να φύγει από το σπίτι, διακόπτοντας απότομα και απροειδοποίητα την επίσκεψή του, η Γυναίκα με τα Μαύρα δεν τον ακολουθεί, παρά το γεγονός ότι μέχρι και την τελευταία στιγμή ζητούσε ακριβώς αυτό. Η μάλλον απρόσμενη άρνησή της να τον ακολουθήσει οφείλεται ίσως στο γεγονός ότι ο νεαρός δεν φάνηκε να συναινεί ένθερμα στην παράκλησή της ή πιθανότερα στο γεγονός ότι η ηρωίδα έχει περάσει όλα της τα χρόνια να απέχει από οποιαδήποτε πραγμάτωση, ώστε πλέον έχει γίνει μέρος της φύσης της να κρατά τις επιθυμίες της σ’ ένα καθαρά θεωρητικό επίπεδο, χωρίς ποτέ να τις υλοποιεί∙ ακόμη κι όταν της δίνεται η ευκαιρία. Μια γυναίκα που πέρασε τη νεότητά της να απαρνιέται κάθε πιθανή ευκαιρία να βιώσει κάτι αληθινό, αρκείται τώρα πια μόνο στο να μιλά για όσα επιθυμεί∙ κι αυτό ακριβώς είναι ό,τι απομένει από αυτή την εξομολόγηση, η ευκαιρία να αποκαλύψει σε κάποιον όσα την απασχολούν, όσα στερήθηκε κι όσα ταλανίζουν επίμονα τη σκέψη της.
Η άρνησή της που λειτουργεί -υπό μία έννοια- ως ύστατη προσπάθεια διατήρησης της αξιοπρέπειάς της απέναντι στον νεαρό επισκέπτη, την παράταση της συντροφιάς του οποίου ζήτησε παρακλητικά ήδη πολλές φορές, κλείνει μ’ ένα «Ευχαριστώ», που μπορεί να ερμηνευτεί διττώς. Σε πρώτο επίπεδο τον ευχαριστεί για την εικαζόμενη πρότασή του να τον συνοδεύσει μέχρι παρακάτω, όπως επίμονα τον ικέτευσε η ίδια∙ σε δεύτερο επίπεδο, ωστόσο, η ευχαριστία αφορά την εκεί παρουσία του και το γεγονός ότι της επέτρεψε να μιλήσει σε κάποιον για τη μοναξιά και τις μεταμέλειές της.
Η Γυναίκα με τα Μαύρα δηλώνει πως θα βγει αργότερα μόνη της από το τσακισμένο σπίτι είτε αναβάλλοντας -και πιθανώς ματαιώνοντας για άλλη μια φορά την έξοδό της- είτε επιβεβαιώνοντας πως είναι πια έτοιμη να βγει χωρίς να χρειάζεται τη συνοδεία κάποιου άλλου. Θέλει, μάλιστα, να βγει, όχι για να δει το φεγγάρι, που ούτως ή άλλως συνοδεύει τις νύχτες της ερημίας της, αλλά για να αντικρίσει τη θαυμαστή πολιτεία που τόσο την συγκινεί. Την πολιτεία των ανθρώπων με τα ροζιασμένα χέρια από τη σκληρή δουλειά∙ την πολιτεία που η ύπαρξή της βασίζεται ακριβώς σε αυτούς τους ανθρώπους που παλεύουν για το μεροκάματο κι έχουν την πάλη τους για το ψωμί, για την επιβίωσή τους, ως σκοπό που καθαγιάζει την καθημερινή τους προσπάθεια, κι έχουν τη δύναμη των χεριών τους ως μόνο μέσο για να τα καταφέρουν.
Η πολιτεία αυτή που υπάρχει χάρη και προς όφελος των απλών της ανθρώπων, αντέχει και ανέχεται, όχι μόνο το θεμιτό τους αγώνα, μα και τις μικρότητές τους, τις ζήλειες και τις έχθρες τους, που συνοδεύουν αξεδιάλυτα τη δική τους προσπάθεια να επιβιώσουν με την αντιπαλότητα και το φθόνο απέναντι στις αντίστοιχες προσπάθειες κι επιτεύξεις του άλλου ανθρώπου. Η πολιτεία αντέχει να κουβαλά και να φέρει μέσα της όλα τα καλά κι όλα τα αρνητικά των ανθρώπων της, οι οποίοι αντέχουν τον καθημερινό τους αγώνα με την προσδοκία να επιτύχουν κάποτε κάτι το σημαντικό∙ φιλοδοξούν κι ας είναι επί της ουσίας χαμένοι μέσα στην άγνοιά τους, χωρίς αληθινή επίγνωση της πραγματικότητας και των δυνάμεων που κινούν και υποτάσσουν τη ζωή τους∙ φιλοδοξούν αδιάκοπα μέχρι που η φθορά του γήρατος τους καταβάλει κι απονεκρώνει τη θέλησή τους.
Σ’ αυτή την πολύβουη πολιτεία θέλει να βρεθεί η Γυναίκα με τα Μαύρα για να μπορέσει να ξεχάσει όλα εκείνα που βασανίζουν αέναα τη σκέψη της∙ για να μπορέσει να χαθεί μέσα στην πολυδύναμη δράση της πολιτείας και υπό τον ήχο της ακατάλυτης ενεργητικότητάς της να μην ακούει πια τα βήματα του νέου, τα βήματα του πειρασμού μιας περασμένης για εκείνη νεότητας, μιας χαμένης πια ευκαιρίας να βιώσει τη ζωή και τον έρωτα, αλλά και για να μην ακούει τα βήματα του Θεού, τα βήματα και τις αξιώσεις της ηθικότητας που την κράτησαν δέσμια μιας επώδυνης απραξίας, η οποία την απέτρεψε από το να αφεθεί στα κελεύσματα της ζωής∙ για να μην ακούει τέλος ούτε τα δικά της βήματα∙ βήματα αθεράπευτης φθοράς, βήματα μεταμέλειας, απόγνωσης και πικρής απογοήτευσης, που την οδηγούν αλάθητα προς το θάνατό της, έστω κι αν μέχρι εκείνη τη στιγμή θα πρέπει να υπομένει το συνεχή έλεγχο της συνείδησής της για όσα δεν έζησε, για όσα απαρνήθηκε και για όσα στερήθηκε.
Η Γυναίκα με τα Μαύρα, καληνυχτίζει κι αποχαιρετά τον νέο, γνωρίζοντας πως εκείνος φεύγει προς τις άπειρες δυνατότητες και προσδοκίες της νεότητάς του, ενώ εκείνη θ’ απομείνει καταδικασμένη στην πορεία του ολέθρου της, με μόνη συντροφιά, όχι τις μνήμες μιας γεμάτης ζωής, αλλά τις για καιρό απωθημένες και ματαιωμένες τις επιθυμίες, που επιστρέφουν πια ασυγκράτητες για να τη βασανίζουν μέχρι το τέλος.


Σχήματα λόγου:
Προσωποποίηση της πολιτείας (την πολιτεία που ορκίζεται)
Αναδίπλωση και επαναφορά (την πολιτεία... την πολιτεία... την πολιτεία)


(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θάκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», μόνο το πρώτο μέρος. Ο Νέος θα κατηφορίζει τώρα μ’ ένα ειρωνικό κ’ ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ’ ένα συναίσθημα απελευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Άη – Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, - ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ’ ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ’ το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο νάναι ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: «Η παρακμή μιας εποχής». Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ’ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνιές του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει)…


ΑΘΗΝΑΙ, Ιούνιος 1956


Το αιφνίδιο σκοτείνιασμα του δωματίου με την παροδική απόκρυψη του φεγγαριού μας παραπέμπει στο θεατρικό κλείσιμο, όπου πέφτει η αυλαία κι ακούγεται ως αποχαιρετισμός η μουσική που συνόδευε διακριτικά την παράσταση. Η μουσική, εδώ, είναι η «Σονάτα του Σεληνόφωτος», επισφραγίζοντας την κυριαρχία του φεγγαριού σ’ όλη την ποιητική σύνθεση, και φυσικά σ’ όλη αυτή τη δραματική εξομολόγηση, που δεν θα μπορούσε να είναι εφικτή παρά μόνο υπό το υποτονικό φως του φεγγαριού που καλεί επίμονα σε απολογισμούς με τη μελαγχολική διάθεση που προκαλεί.
Ο ποιητής-αφηγητής εικάζει τις κινήσεις των προσώπων του έργου του, θέλοντας έτσι να επιτρέψει μια πιθανά διαφορετική έκβαση της ιστορίας και των συναισθημάτων τους. Ο νέος απομακρύνεται από το σπίτι της Γυναίκας με τα Μαύρα νιώθοντας απελευθερωμένος από την αποπνικτική ατμόσφαιρα των αναμνήσεων, των μεταμελειών και της πικρίας∙ χαμογελά ειρωνικά, ίσως και με συμπόνια, αφού ο ίδιος χάρη στο άφθαρτο κάλλος της νεότητάς του δεν έχει να φοβηθεί τίποτε από όλα αυτά∙ οι δικοί του δρόμοι είναι ανοιχτοί κι η ζωή είναι μπροστά του για να την απολαύσει σε όλη της την πληρότητα. Όταν, μάλιστα, απομακρυνθεί σε μια ικανή απόσταση, θα ξεσπάσει σ’ ένα λυτρωτικό δυνατό γέλιο, για να αποσείσει από πάνω του όλη αυτή την πένθιμα καταθλιπτική ατμόσφαιρα, και να αισθανθεί εκ νέου όλη τη δική του ζωτικότητα και νεανική ευδαιμονία. Το γέλιο του θ’ ακουστεί κάτω από το φως του φεγγαριού απόλυτα ταιριαστό με την ομορφιά των νιάτων του, και καθόλου ανάρμοστο, έστω κι αν προκύπτει ουσιαστικά ως αντίδραση στη φθορά και στη θλίψη της ηλικιωμένης γυναίκας. Το μόνο ανάρμοστο, στο ξέσπασμα αυτό, όπως σχολιάζει ο ποιητής είναι ίσως το γεγονός ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο∙ ποιος θα περίμενε ή θα θεωρούσε σωστό, άλλωστε, ένας νέος άνθρωπος να μπει στη θέση και να μοιραστεί τις πίκρες ενός ηλικιωμένου. Ποιος θα ζητούσε από έναν νέο να νιώσει τη θλίψη μιας ηλικίας και μιας κατάστασης που βρίσκεται στον απόλυτο αντίποδα της δικής του;
Ο νέος, ωστόσο, σύντομα θα σοβαρευτεί και θα σχολιάσει πως πρόκειται για την παρακμή μιας εποχής, εφόσον στο πρόσωπο της Γυναίκας με τα Μαύρα αντικρίζει την ασφυκτική εκείνη προσήλωση σε μια ηθικότητα και μια στρεβλή πεποίθηση του αρμόζοντος, που σβήνει πια μαζί με όσους έζησαν -ή καλύτερα έμειναν σε μια αδράνεια στέρησης- στο αυστηρό της πλαίσιο. Η εποχή αυτής της συγκράτησης δεν αγγίζει, ούτε αφορά τον νέο, ο οποίος ήσυχος πια κι έχοντας απομακρυνθεί από τον αποπνικτικό χώρο του σπιτιού, θα ξεκουμπώσει το πουκάμισό του -που εκείνη του είχε κουμπώσει- σε μια ύστατη ένδειξη αποδέσμευσης, και θα συνεχίσει το δρόμο του.
Σε ό,τι αφορά τη Γυναίκα με τα Μαύρα ο ποιητής σχολιάζει πως δεν ξέρει αν τελικά βγήκε από το σπίτι∙ πράξη ούτως ή άλλως απέλπιδα. Εκείνο, ωστόσο, που φανερώνεται υπό το φως του φεγγαριού που επανέρχεται είναι η συναισθηματική κατάσταση των σκιών του σπιτιού -συνεκδοχικά, άρα, και της ηρωίδας. Ό,τι, λοιπόν, απομένει και κυριαρχεί δεν είναι τόσο η μετάνοια για τη στερημένη ζωή, αλλά ένα συναίσθημα οργής γα την άχρηστη εξομολόγηση. Όσα αποκαλύφθηκαν με τόση ειλικρίνεια δεν μπορούσαν να προσφέρουν τίποτα στην ηρωίδα, αφού στο σημείο αυτό της ζωής της τίποτε δεν μπορεί να θεραπεύσει τη βαθιά της θλίψη. Η ζωή που αρνήθηκε να ζήσει δεν μπορεί πια να επιστρέψει, κι η ταπεινωτική της εξομολόγηση για όσα κουβαλά μέσα της και τη βασανίζουν, δεν θα μπορούσε ποτέ να της προσφέρει κάποια ουσιαστική παρηγοριά. Άφησε τον εαυτό της να εκτεθεί στα μάτια ενός νέου -και άρα εκ των πραγμάτων αδιάφορου-, ο οποίος ούτε να την καταλάβει, μα ούτε και να τη βοηθήσει θα μπορούσε.

Οι ευκαιρίες που έμειναν ανεκμετάλλευτες, τα χρόνια που πέρασαν άσκοπα, οι επιθυμίες που καταπνίχτηκαν άδοξα, η ζωή που έμεινε κενή και αβίωτη, όλα αυτά βαραίνουν την ίδια την ηρωίδα, που επέβαλε στον εαυτό της τόσες στερήσεις, προκειμένου να διατηρήσει την αξιοπρέπεια και την ηθικότητά της.



http://latistor.blogspot.com/2015/08/blog-post_14.html#ixzz3nd3D1zYW