Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ρίτσος Γιάννης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία



Ι

Θ' αφήσω
τη λευκή χιονισμένη κορυφή
που ζέσταινε μ' ένα γυμνό χαμόγελο
την απέραντη μόνωσή μου.

Θα τινάξω απ' τους ώμους μου τη χρυσή τέφρα των άστρων
καθώς τα σπουργίτια
τινάζουν το χιόνι
απ' τα φτερά τους.

Έτσι σεμνός άνθρωπος ακέριος
έτσι πασίχαρος κι αθώος
θα περάσω κάτω απ' τις ανθισμένες ακακίες των χαδιών σου
και θα ραμφίσω το πάμφωτο τζάμι του έαρος.

Θα 'μαι το γλυκό παιδί
που χαμογελάει
στα πράγματα και στον εαυτό του
χωρίς δισταγμό και προφύλαξη.

Σαν να μην γνώρισα τα χλωμά μέτωπα των χειμωνιάτικων δειλινών
τις λάμπες των άδειων σπιτιών
και τους μοναχικούς διαβάτες
κάτω απ’ τη σελήνη του Αυγούστου.
Ένα παιδί.


ΙΙ


Είχα κλείσει τα μάτια
για ν' ατενίζω το φως.

Τυφλός.
Είχα κάψει τη φλόγα
για ν' αναπνέω.

Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής
κ' η ανάσα του χαμόγελου
δε γνώριζε τη μετάνοια.

Να δακρύζω
πάνω στα διάφανα χέρια μου
από μια διάφανη χαρά
που δεν επιθυμεί.

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.
Πιο πέρα.
Εκεί που καταλύεται τ' όνειρο
κι η φθορά έχει φθαρεί.

Κ' ήρθες εσύ.

ΙΙΙ


Κοίταξε αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Σα δυο παιδιά ορφανά
που κλαίγαν μες στο βράδυ
χωρίς ψωμί
και κοιμηθήκαν τρέμοντας
πάνω στο χιόνι.
Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.

Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίταξε πώς διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί
αυτή η θύρα του φωτός
για μένα που δε γνώρισα
μήτε τον ίσκιο μιας μαρμαρυγής;

Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός
και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα
τα φωτισμένα ρόδα
και τα κρύσταλλα
κι όλο λέω να κινήσω να φύγω
προς τη γνώριμη νύχτα
κι όλο λέω να' ρθω
κι όλο στέκω
έξω απ' τη θύρα σου.

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
που δυο βαθιές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ' άνθος της νύχτας.

Εδώ θα μείνει
εκεί θα πέσει.

Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μας
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ' αυτή τη φωταψία;

VI

Αγαπημένη
δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής
τη ζωή και το φτερούγισμα.

Δε βλέπεις
πάνω στο δέρμα μου
το πρωτάνοιχτο θάμβος;

Δεν ακούς
μες στις ίνες μου
μύρια φτερά μικρών κορυδαλλών
που μόλις τ’ άγγιξε
η πρώτη ακτίνα
της αυγής;

Πόσο είμαι νέος.
Πόσο είμαι νέος
κάτω απ’ τα βλέφαρά σου.

Τα πολυτρίχια
των αρχαίων πηγών
που συναθροίζουν τ’ αργυρά τους δάκρυα
σε γαλανούς καθρέφτες ουρανού
κοιμούνται πίσω απ’ τα μάτια μου
που σε βλέπουν.

Καμιά διάσπαση.


Η μνήμη των αποχαιρετισμών
δε ρυτιδώνει τα χέρια μου
που όρθρισαν μέσα στα χέρια σου.

Γεύομαι στα χείλη σου
την πρασινάδα της εξοχής
και τους θρύλους της θάλασσας.
Η ζέστα του κορμιού σου
με ντύνει τον ήλιο.

Σφράγισε τις χαραματιές
των παραθύρων.

Οι στοχασμοί και οι στίχοι
μακραίνουν μες τη νύχτα
κ' εμείς απ' την κλίνη μας
μόλις ακούμε τις φωνές τους
σαν ομιλίες μεθυσμένων
που αποτείνονται στη σκιά τους
και στη λυμφατική σελήνη.

Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

Βυθίζονται τ' άστρα
στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε εμείς
έμπιστοι κι ωραίοι
καθώς τα πλάσματα
την πρώτη μέρα του Θεού
που δεν είχαν ρωτήσει κι' απορήσει.

X

Αγάπη, Αγάπη,
δε μου'χες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε πού είσαι ω Αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.

Τι ν' απαντήσω, Αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».


Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, Αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες να 'ρθεις, Αγάπη.

Γι' αυτό κ' οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, Αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω Αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, Αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, Αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.

XVI

Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.

Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή του απείρου.

Ένα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ένα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα της θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.

Ένα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.

XXVII

Ξημερώνει.
Η αχλή παραμερίζει.
Τα πράγματα
σκληρά λαμπερά κι αδιάψευστα.

Πόσους μήνες κοιμηθήκαμε.
Ξεχασμένοι ξεχαστήκαμε
σ' ένα θάμβος πυκνό
από νύχτα κι από ήλιο.

Δεν κλαίω
γιατί ο ύπνος μ' αρνήθηκε.
Πίσω απ' τον κήπο μας
υπάρχουν κι άλλοι κήποι.

Ο θάνατος υψώνει
σκαλί σκαλί τη σκάλα
που πάει στον ουρανό.

Φεύγει το θέρος
μα το τραγούδι μένει.

Όμως εσύ που δεν έχεις φωνή
πού θα σταθείς ν' απαγκιάσεις;
Πώς θα σμίξεις το φως με το χώμα;

Άνοιξε τα παράθυρα
να μπει το φως
η ατίθαση ριπή του ανέμου
το αψύ χνώτο
των μεγαλόπρεπων βουνών.

Κοίτα
χαμογελάει το ανεξάντλητο
μπροστά στα σταυρωμένα χέρια.
Λύσε τα χέρια.

Άνοιξε τα παράθυρα
να δεις το σύμπαν ανθισμένο
μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.

Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη
πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Νά τος ο ήλιος
πάνω απ' τις μπρούντζινες πολιτείες
πάνω απ' τους πράσινους αγρούς
μες στην καρδιά μας.

Νιώθω στους ώμους
το βαθύ μυρμήγκιασμα
καθώς φυτρώνουν
όλο πιο νέα και πιο μεγάλα
τα φτερά μας.

Ύψωσε τα ματόκλαδα.

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ' τη λύπη σου
φως και αίμα
τραγούδι και σιωπή.

Καλοί μου άνθρωποι
πώς μπορείτε
να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε
να μη χαμογελάτε;

Ανοίχτε τα παράθυρα

Νίβομαι στο φως
βγαίνω στον εξώστη
γυμνός
ν' αναπνεύσω βαθιά
τον αιώνιο αγέρα
με τ' αδρά μύρα
του νοτισμένου δάσους
με την αλμύρα
της απέραντης θάλασσας.

Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.




Γιάννης Ρίτσος

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2024

Γιάννη Ρίτσου, «Ειρήνη»




Τ’ όνειρο του παιδιού είναι η ειρήνη.
Τ’ όνειρο της μάνας είναι η ειρήνη.
Τα λόγια της αγάπης κάτω απ’ τα δέντρα,
είναι η ειρήνη.

Ο πατέρας που γυρνάει τ’ απόβραδο μ’ ένα φαρδύ χαμόγελο στα μάτια
μ’ ένα ζεμπίλι στα χέρια του γεμάτο φρούτα
κ’ οι σταγόνες του ιδρώτα στο μέτωπό του
είναι όπως οι σταγόνες του σταμνιού που παγώνει το νερό στο παράθυρο,
είναι η ειρήνη.

Όταν οι ουλές απ’ τις λαβωματιές κλείνουν στο πρόσωπο του κόσμου
και μες στους λάκκους που ‘σκαψαν οι οβίδες φυτεύουμε δέντρα
και στις καρδιές που ‘καψε η πυρκαϊά δένει τα πρώτα της μπουμπούκια η ελπίδα
κ’ οι νεκροί μπορούν να γείρουν στο πλευρό τους και να κοιμηθούν δίχως παράπονο
ξέροντας πως δεν πήγε το αίμα τους του κάκου,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι η μυρωδιά του φαγητού το βράδι,
τότε που το σταμάτημα του αυτοκίνητου στο δρόμο δεν είναι φόβος,
τότε που το χτύπημα στην πόρτα σημαίνει φίλος,
και το άνοιγμα του παράθυρου κάθε ώρα σημαίνει ουρανός
γιορτάζοντας τα μάτια μας με τις μακρινές καμπάνες των χρωμάτων του,
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι ένα ποτήρι ζεστό γάλα κ’ ένα βιβλίο μπροστά στο παιδί που ξυπνάει.
Τότε που τα στάχυα γέρνουν τόνα στ’ άλλο λέγοντας: το φως το φως, το φως,
και ξεχειλάει η στεφάνη του ορίζοντα φως
είναι η ειρήνη.

Τότε που οι φυλακές επισκευάζονται να γίνουν βιβλιοθήκες,
τότε που ένα τραγούδι ανεβαίνει από κατώφλι σε κατώφλι τη νύχτα
τότε που τ’ ανοιξιάτικο φεγγάρι βγαίνει απ’ το σύγνεφο
όπως βγαίνει απ’ το κουρείο της συνοικίας φρεσκοξυρισμένος ο εργάτης το Σαββατόβραδο
είναι η ειρήνη.

Τότε που η μέρα που πέρασε
δεν είναι μια μέρα που χάθηκε
μα είναι η ρίζα που ανεβάζει τα φύλλα της χαράς μέσα στο βράδι
κ’ είναι μια κερδισμένη μέρα κ’ ένας δίκαιος ύπνος
τότε που νιώθεις πάλι ο ήλιος να δένει βιαστικά τα κορδόνια του
να κυνηγήσει τη λύπη απ’ τις γωνιές του χρόνου
είναι η ειρήνη.

Ειρήνη είναι οι θημωνιές των αχτίνων στους κάμπους του καλοκαιριού
είναι τ’ αλφαβητάρι της καλοσύνης στα γόνατα της αυγής.
Όταν λες: αδελφέ μου — όταν λέμε: αύριο θα χτίσουμε
όταν χτίζουμε και τραγουδάμε
είναι η ειρήνη.

Τότε που ο θάνατος πιάνει λίγο τόπο στην καρδιά
κ’ οι καμινάδες δείχνουν με σίγουρα δάχτυλα την ευτυχία,
τότε που το μεγάλο γαρύφαλλο του δειλινού
το ίδιο μπορεί να το μυρίσει ο ποιητής κι ο προλετάριος
είναι η ειρήνη.

Η ειρήνη είναι τα σφιγμένα χέρια των ανθρώπων
είναι το ζεστό ψωμί στο τραπέζι του κόσμου
είναι το χαμόγελο της μάνας.
Μονάχα αυτό.
Τίποτ’ άλλο δεν είναι η ειρήνη.
Και τ’ αλέτρια που χαράζουν βαθειές αυλακιές σ’ όλη τη γης
ένα όνομα μονάχα γράφουν:
Ειρήνη. Τίποτ’ άλλο. Ειρήνη.

Πάνω στις ράγες των στίχων μου
το τραίνο που προχωρεί στο μέλλον
φορτωμένο στάρι και τριαντάφυλλα
είναι η ειρήνη.

Αδέρφια μου,
μες στην ειρήνη διάπλατα ανασαίνει
όλος ο κόσμος με όλα τα όνειρά του.
Δόστε τα χέρια, αδέρφια μου,
αυτό ‘ναι η ειρήνη.
ΑΘΗΝΑ, Γενάρης 1953

Από τη συλλογή Αγρύπνια (1941-1953)

Πηγή: Γιάννης Ρίτσος, Ποιήματα 1930-1960, Β΄ τόμος, Εκδόσεις «Κέδρος», Αθήνα 1961, σ. 173-175

Φωτογρ : Τάσσος (Αλεβίζος Αναστάσιος) (1914 - 1985). Ένα περιστέρι, 1958. Έγχρωμη ξυλογραφία σε χαρτί, 32 x 31,5 εκ. Δωρεά Α. Τάσσου και Λουκίας Μαγγιώρου στην Εθνική Πινακοθήκη. Αρ. Έργου:Π.7199





Σάββατο 2 Μαΐου 2020

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία IV


Βηματίζεις
μέσα στὰ σκονισμένα δώματά μου
μ' ένα πλατύ ανοιξιάτικο φόρεμα,
ποὺ εωδιάζει πράσινα φύλλα,
φρεσκοπλυμένο ουρανό
και φτερά γλάρων
πάνω από  θάλασσα πρωινή.

Μέσα στο βλέμμα σου ηχούν
κάτι μικρές φυσαρμόνικες 
από κείνες που παίζουν
τα πολύ εύθυμα  παιδιά
στις εαρινές εξοχές.

Να
εδώ είναι
το εβένινο γραφείο
του πρόγονου
που‘χε πολλούς υπηρέτες
πολλά σκυλιά κυνηγού
και τον είχαν αγαπήσει
πολλές κυρίες άρρωστες
με χρυσά ματόκλαδα
και μετάξινο δέρμα.

Εδώ επάνω έγραφα πριν έρθεις
επιστολές και στίχους
για πεθαμένους φίλους
κάτω απ’ αυτό το κηροπήγιο
που το κράτησαν χέρια δακρυσμένα
σε απέραντες νύχτες αγρυπνίας.

Δε νιώθεις
την ωχρή παρουσία
του αιθέρα και του ιωδίου
την πληγωμένη κραυγή
της παραφροσύνης
μια μυρωδιά βροχης που πέφτει
σε παγωμένα τζάμια εσπερινά
σανατορίων καί ψυχιατρείων;

Κοίταξε τις φωτογραφίες:
η πεθαμένη μητέρα,
ο πεθαμένος αδελφός,
κ' οι χλωμές αδελφούλες μου
με τις φεγγαρίσιες μπούκλες
και μ' ένα μακρυνό χαμόγελο 
κρεμασμένο στη μορφή τους,
καθὼς ένα κλουβὶ με καναρίνια,
κρεμασμένο σε σπίτι φτωχικό,
που έχουν όλοι πεθάνει.

Πούναι ένας αχθοφόρος,
να μεταφέρῃ αυτά τα έπιπλα
στο υπόγειο;

Ξεκρέμασε και πέταξε
απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
τις μελαγχολικές κορνίζες.

Εσύ μου ’φερες
τον καινούργιο καιρό,
το φως της αυγής
και το αίμα μου.

Δε θα περάσω στο δάχτυλό σου
το αρχαίο δαχτυλίδι της μητέρας.
Μες στον ωχρό περουζέ του
αναπνέει ο σκελετός
του παρελθόντος.

Δεν αρμόζει αυτός ο στίχος.
                         
Πιασμένοι απ’ το χέρι
θα κατεβούμε τη μαρμάρινη σκάλα
που έχει φθαρεί απ’ τα βήματα
των φθινοπωρινών σκιών.

Πάμε στους αγρούς,
να φορέσουμε στα δάχτυλα
τις παπαρούνες και τον ήλιο
και τη νέα χλόη.

Στα μάτια σου δε λιμνάζει
μητ' ένας κόκκος ίσκιου.

Να ο ήλιος που τρέχει
μέσα στα δάση.
Δεν έχουμε αργήσει.

(Φωτ. από την Έρη Ρίτσου. Ζωγραφική σε πέτρα, έργο του Γιάννη Ρίτσου)

Πέμπτη 17 Μαρτίου 2016

Γιάννης Ρίτσος - Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι



Εἶναι ὁρισμένοι στίχοι-κάποτε ὁλόκληρα ποιήματα-
ποὺ μήτε ἐγὼ δὲν ξέρω τί σημαίνουν. Αὐτὸ ποὺ δὲν ξέρω
ἀκόμη μὲ κρατάει. Κι ἐσὺ ἔχεις δίκιο νὰ ρωτᾷς.
Μὴ μὲ ρωτᾷς.
Δὲν ξέρω σοῦ λέω.
Δυὸ παράλληλα φῶτα ἀπ᾿ τὸ ἴδιο κέντρο. Ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ
ποὺ πέφτει τὸν χειμῶνα, ἀπ᾿ τὸ ξεχειλισμένο λοῦκι
ἢ ὁ ἦχος μιᾶς σταγόνας καθὼς πέφτει
ἀπό ῾να τριαντάφυλλο στὸν ποτισμένο κῆπο
ἀργὰ-ἀργὰ ἕνα ἀνοιξιάτικο ἀπόβραδο
σὰν τὸν λυγμὸ ἑνὸς πουλιοῦ. Δὲν ξέρω
τί σημαίνει αὐτὸς ὁ ἦχος-ὡστόσο ἐγὼ τὸν παραδέχομαι.
Τ᾿ ἄλλα ποὺ ξέρω στὰ ἐξηγῶ. Δὲν τὸ ἀμελῶ.
Ὅμως κι αὐτὰ προσθέτουν στὴ ζωή μας. Κοιτοῦσα
ὅπως κοιμότανε, τὸ γόνατό της νὰ γωνιάζει τὸ σεντόνι-
Δὲν ἦταν μόνο ὁ ἔρωτας. Αὐτὴ ἡ γωνία
εἶναι ἡ κορυφογραμμὴ τῆς τρυφερότητας, καὶ τὸ ἄρωμα
τοῦ σεντονιοῦ, τοῦ λευκοῦ καὶ τῆς ἄνοιξης, συμπλήρωναν
ἐκεῖνο τὸ ἀνεξήγητο ποὺ ζήτησα, ἄσκοπα καὶ πάλι, νὰ στὸ ἐξηγήσω.




Πηγή http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/einai_orismenoi_stixoi.htm

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

Γαβρίλης Ιστικόπουλος Αφιέρωμα στον ποιητή της Ρωμιοσύνης Γιάννη Ρίτσο


Ο Γαβρίλης Ιστικόπουλος και οι συνεργάτες του σας προσκαλούν την Κυριακή 8 Νοέμβρη στις 7.30μμ στον Πολυχώρο Τέχνης ''ΑΙΤΙΟΝ'', οδός Τζιραίων 8-10 Μακρυγιάννη (στάση Μετρό Ακρόπολη) Τηλ. 2130256666.

Τιμώμενος προσκεκλημένος ο συνθέτης Χρήστος Λεοντής.

Για τον ποιητή και το έργο του θα μιλήσει η δημοσιογράφος και βιογράφος του Γιάννη Ρίτσου, Αγγελική Κώττη.

Στο μουσικό πρόγραμμα συμμετέχουν:
Στο πιάνο: Μιχάλης Τρανουδάκης - Νεοκλής Νεοφυτίδης.
Στο τραγούδι: Νίκος Ανδρουλάκης.- Πάνος Μπούσαλης

Καλλιτεχνική επιμέλεια: Μιχάλης Τρανουδάκης - Στάθης Γκότσης

Βίντεο - φωτογραφίες: Χρήστος Ζουλιάτης

Απαγγελίες: Αναστασία Μπαξεβάνη - Φαρφιρή Σωτήρχου - Γαβρίλης Ιστικόπουλος

Κυριακή 9 Νοεμβρίου 2014

Γιάννης Ρίτσος - Ἡμερολόγια Ἐξορίας



ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΞΟΡΙΑΣ Ι

27 Ὀκτωβρίου 1948

Ἐδῶ τ᾿ ἀγκάθια εἶναι πολλὰ - 
ἀγκάθια, καστανά, κίτρινα ἀγκάθια, 
σ᾿ ὅλο τὸ μάκρος τῆς μέρας, ὡς μέσα στὸν ὕπνο. 
Ὅταν περνοῦν τὸ συρματόπλεγμα οἱ νύχτες 
ἀφήνουν μικρὰ κουρέλια ἀπ᾿ τὴ φοῦστα τους. 
Τὰ λόγια ποὺ μᾶς φάνηκαν ὄμορφα κάποτε 
χάσαν τὸ χρῶμα τους σὰν τὸ γιλέκο τοῦ γέρου στὸ σεντοῦκι 
σὰν ἕνα λιόγερμα σβησμένο στὰ τζάμια. 
Οἱ ἄνθρωποι περπατᾶνε μὲ τὰ χέρια στὶς τσέπες 
ἢ κάποτε χειρονομοῦν σὰ νὰ διώχνουν μία μῦγα 
ποὺ ξανακάθεται στὸ ἴδιο μέρος πάλι καὶ πάλι 
στὰ χείλη τοῦ ἄδειου ποτηριοῦ ἢ πιὸ μέσα 
σ᾿ ἕνα σημεῖο ἀπροσδιόριστο κι ἐπίμονο 
ὅσο κι ἡ ἄρνησή τους νὰ τὸ ἀναγνωρίσουν.

29 Ὀκτωβρίου

Κοιμόμαστε λίγο - δὲ μᾶς φτάνει. 
Ὅλη νύχτα ροχαλίζουν οἱ ἐξόριστοι - 
κουρασμένα παιδιά, κουρασμένα. 
Ἀπ᾿ ὄξω εἶναι τ᾿ ἀστέρια - πολὺ μεγάλα ἀστέρια 
κουρεμένα ἀστέρια ποὺ οἱ τρίχες τους φυτρώνουν ἄγριες 
σὰν τὸ κεφάλι τ᾿ Ἅη-Γιάννη τοῦ Προδρόμου 
ἢ σὰν τοῦ δικοῦ μας τοῦ Παναγιώτη. 
Εἶναι καὶ τὰ μικρὰ βατράχια μέσα στὸ φλισκοῦνι. 
Τὸ πρωὶ μᾶς χτυπάει καταπρόσωπο ἕνας ρόδινος ἥλιος 
καθρεφτισμένος μὲ τὸν πιὸ συνηθισμένο τρόπο στὴ θάλασσα πέρα 
ὅμοιος μὲ κεῖνες τὶς φτηνὲς ἐλαιογραφίες ποὺ πουλοῦν στὰ σκαλιὰ τοῦ Ἀρσακείου 
κι εἶναι παράξενο ποὺ ἕνας τέτοιος ἥλιος μᾶς ἀρέσει. 
Ἕνας-ἕνας, δυό-δυό, πολλὲς φορὲς καὶ πιότεροι 
σταματᾶμε στὸ προαύλιο ἢ στὸ λόφο καὶ τὸν κοιτᾶμε. 
Καὶ τοῦτος ὁ ἥλιος μᾶς χτυπάει μὲ δύναμη τὰ πρόσωπα 
ὅπως ἐκεῖνος ὁ ξυπόλητος χωριάτης ραβδίζει 
τὶς μυγδαλιὲς νὰ πέσουν τὰ στερνά τους μύγδαλα. 
Ὕστερα σκύβουμε τὰ μάτια, κοιτᾶμε τὰ παπούτσια μας, 
κοιτᾶμε τὸ χῶμα. Δὲν ἔπεσε τίποτα.

29 Ὀκτωβρίου

Ἀνάμεσα στ᾿ ἀγκάθια καὶ στὰ πεσμένα φύλλα 
βρήκαμε μία γυμνὴ γαϊδουροκεφαλὴ - 
ἴσως καὶ νἆναι τὸ κεφάλι τοῦ καλοκαιριοῦ 
ἔτσι ἀφημένο στὶς βρεγμένες πέτρες 
καὶ γύρω του κάτι μικρὰ γαλάζια λουλούδια 
ποὺ δὲν ξέρουμε τ᾿ ὄνομά τους. 
Ἂν φωνάξει κάποιος πίσω ἀπ᾿ τὸ φράχτη 
ἡ φωνή του κατακάθεται γρήγορα στὸ χῶμα 
σὰν ἕνα χωνὶ ἀπὸ στρατσόχαρτο γεμάτο μαύρη σταφίδα. 
Τὸ βράδι ἀκοῦμε πέρα στοὺς λόφους 
ποὺ ἀλλάζουν τὸν ξεφούσκωτο τροχὸ τοῦ φεγγαριοῦ. 
Ἀργότερα τὰ πράγματα ξαναβρίσκουν τὴ θέση τους 
ὅπως βρίσκεις τυχαία στὸ προαύλιο 
τὸ καφετὶ κουμπὶ τοῦ σακκακιοῦ σου - καὶ ξέρεις: 
δὲν εἶναι διόλου ἕνα κουμπὶ ἀπὸ τὶς στολὲς 
τῶν θεατρίνων τοῦ καλοκαιριοῦ - ὄχι, διόλου - 
ἕνα κοινότατο κουμπὶ ποὺ πρέπει νὰ τὸ ράψεις πάλι στὸ σακκάκι σου 
μ᾿ ἐκείνη τὴν ἀδέξια, εὐγενικὴ προσοχὴ 
τοῦ πάντοτε μαθητευόμενου.

1 Νοεμβρίου

Ἡ καταχνιὰ ἔχει μαῦρες φτεροῦγες σὰν τὶς κάργιες 
δὲν ἔχει διόλου μάτια 
ψάχνει μὲ τὴν τυφλότητά της τὰ μάτια μας τὶς τσέπες μας 
ὅπως ἡ γριὰ χαρτορρίχτρα τὴν παλάμη μας. 
Τίποτα δὲν μποροῦμε πιὰ νὰ κρύψουμε. 
Ἐδῶ τὰ πράματα βγαίνουν τὰ μέσα ἔξω 
ὅπως μιὰ λερωμένη κάλτσα ποὺ τὴ βγάζουμε πρὶν ἀπ᾿ τὸν ὕπνο 
κι ὅλα τὰ πόδια εἶναι γυμνὰ καὶ τὰ πρόσωπα τὸ ἴδιο. 
Μέρα τὴ μέρα ὅλοι μιλᾶμε πιὰ στὸν ἑνικό. 
Κάθε ἴσκιος ἔχει τὸ σχῆμα του θυμήσου 
μὰ ὁ ἴσκιος ἀπ᾿ τὸ ἄφαντο χέρι τῆς μητέρας 
παίρνει τὸ σχῆμα κάθε φωνῆς ποὺ δέ σοῦ ἀντιστέκεται 
γίνεται τὸ φλιτζάνι ὁ καφές, ἕνα κομμάτι ψωμί, τὸ θερμόμετρο 
ἀκόμη κι ἡ ξυριστικὴ μηχανὴ πλάι στὸ κύπελλο μὲς στὸ μικρὸ καθρέφτη. 
Οἱ λάμπες τοῦ θαλάμου εἶναι δυό. 
Παστρεύουμε μ᾿ ἐφημερίδες τὰ γυαλιά τους 
τὅνα ἐσύ, τ᾿ ἄλλο ἐγὼ - εἴμαστε τῆς ὑπηρεσίας σήμερα. 
Οἱ κινήσεις μας εἶναι ὅμοιες σχεδόν. 
Δὲν κοιταζόμαστε. 
Χαιρόμαστε αὐτὴ τὴν ὁμοιότητα. 
Κοιτᾶμε ἀπ᾿ τὸ παράθυρο τὸν οὐρανὸ χαμένο στὴν ὁμίχλη. 
Ὅλα τὰ πράγματα λοιπὸν ἔχουν τὴν ἔκφραση τοῦ πάντα.

2 Νοεμβρίου

Ὁ Μῆτσος πῆρε σήμερα ἕνα γράμμα ἀπ᾿ τὴ Σκόπελο. 
Ἡ Ἀντιγόνη γράφει: «Τὸ νησιώτικο φθινόπωρο 
γέμισε κίτρινα κρινάκια. 
Καημένε Μῆτσο - λέει - δὲ θὰ τὰ θυμᾶσαι κεῖνα τὰ κρινάκια· 
δὲ σκάμπαζες ποτέ σου ἀπὸ βοτανική». 
Ὁ Μῆτσος 
σκούπισε τὰ γυαλιά του, ξαναδιάβασε τὸ γράμμα. Δίπλα του 
παρατημένο στὶς πέτρες τὸ «Ἐγχειρίδιο Φαρμακολογίας». 
Χαμογελάει ὁ Μῆτσος. Βγάζει πάλι τὰ γυαλιά του. Δὲν τὰ σκουπίζει. 
Θέλω νὰ γράψω ἕνα ποίημα γιὰ τὸ Μῆτσο 
ὄχι μὲ λέξεις 
ὅλο με κίτρινα κρινάκια.

3 Νοεμβρίου

Μόλις πᾶμε ν᾿ ἀνοίξουμε μία πόρτα 
ὁ ἀγέρας τὴν κλείνει. 
Ἔτσι κλειδωμένοι ἀπ᾿ ἔξω 
σφίγγουμε καθένας τὰ κλειδιά του 
μ᾿ ὅλο πούχουμε μονάχα μιὰ στάμνα 
μ᾿ ὅλο ποὺ κανένας μας δὲν ἔχει σπίτι. 
Σήμερα δὲν ξέρω νὰ μιλήσω. 
Σήμερα μιλάω σὲ πρῶτο πρόσωπο. 
Σὰν σὲ χτυπάει ὁ δικός σου ἡ πίκρα εἶναι διπλή. 
Ἕνα λεωφορεῖο πέρασε τὸ ἀπόγευμα. 
Ἕνας ξένος με χαιρέτησε στὰ χωράφια. 
Ἤθελα νὰ τοῦ πῶ εὐχαριστῶ. Δὲ μίλησα. 
Ξέχασα νὰ κοιτάξω τὰ σύννεφα. Ναί, οἱ μυγδαλιὲς 
πήρανε χρῶμα καστανό-βιολετὶ - θἆναι ποὺ χινοπώριασε 
κι οἱ μῦγες πλήθυναν πολύ· κάθονται στὸ χαρτὶ ποὺ γράφω. 
Καὶ τί ποὺ πῆραν χρῶμα καστανό-βιολετί; Τὰ μερμήγκια 
ἔχουν τὸ χωματένιο σπίτι τους - εἶναι ζέστη κεῖ μέσα. 
Ἐγὼ δὲν χωράω στὴ φωνή μου. Τὰ πόδια μου 
μένουν ἀπ᾿ ὄξω. Κρυώνω. Καὶ μὲ βλέπουν. 
Θὰ πρέπει νά ῾φταιξα πολύ.

3 Νοεμβρίου

Ὁ Πανούσης φοράει μία μακριὰ χλαίνη. 
Τοῦ τὴ χάρισε κάποιος φαντάρος. 
Τὴ βάψαν μαύρη στὸ καζάνι τοῦ χωριοῦ του. 
Τώρα εἶναι πράσινη - μήτε καὶ πράσινη. 
Μέσα στὶς τσέπες του ἔχει 
πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι καὶ δυὸ φύλλα καπνὸ 
μαζὶ καὶ τὸ βλέμμα τῆς ἀγελάδας του. Ὁ Πανούσης 
τυλίγεται σὲ μία χοντρὴ βελέντζα. Ἡ βελέντζα 
εἶναι κόκκινη κι ἄσπρη. Κι ὁ ὕπνος τοῦ Πανούση 
ἔχει τὸ χρῶμα τῆς βελέντζας. Πάντα του κοιμᾶται 
μὲ τὴν τραγιάσκα, τὰ παπούτσια καὶ τὸ παντελόνι. 
Ἂν εἶχε βγάλει τ᾿ ἄρβυλά του, σίγουρα κεῖ μέσα 
ἕνα πουλὶ θὰ γεννοῦσε τ᾿ αὐγά του 
κι ὕστερα ὁ Πανούσης δὲ θἄχε ποὺ νὰ χώσει τὰ πόδια του. 
Ὁ ὕπνος του κάθε μεσημέρι 
εἶναι σὰν τὸν ἴσκιο τῆς βελανιδιᾶς μὲς στὸ νερό. 
Τώρα πρέπει νὰ οἰκονομήσει 
ἄλλα πέντε κουκκιὰ καλαμπόκι γιὰ τὸ παιχνίδι τῆς ἐννιάρας 
ὥσπου νὰ μεγαλώσει πάλι τὸ μουστάκι του καὶ νὰ γυρίσει στὸ χωριό του.

4 Νοεμβρίου

Πολλὰ πράματα μᾶς δυσκολεύουνε. Πολλά. 
Πρέπει νὰ πλύνουμε τὰ πιάτα μας, τὰ ροῦχα μας 
νὰ κουβαλήσουμε νερὸ ἀπ᾿ τὴ βρύση μὲ τὶς μεγάλες στάμνες 
νὰ σκουπίσουμε τὸ θάλαμο δυὸ καὶ τρεῖς φορὲς τὴ μέρα 
νὰ μπαλώσουμε καμμιὰ κάλτσα καὶ τὰ λόγια μας - 
Τρυπᾶνε γρήγορα κι οἱ χτεσινὲς κουβέντες 
τὰ πρόσωπα ἀλλάζουν ὅσο τὰ κοιτάζεις 
μπορεῖ ν᾿ ἀλλάζεις καὶ σὺ - γιατὶ κοιτάζοντας τὰ χέρια σου 
καταλαβαίνεις πὼς μάθανε πιὰ σὲ τοῦτες τὶς δουλειὲς 
σὲ τοῦτες τὶς μέρες, σὲ τοῦτα τὰ σεντόνια 
γνωρίζουν τὸ σανίδι τοῦ τραπεζιοῦ γνωρίζουν τὴ λάμπα 
ξανακάνουν τὴν ἴδια κίνηση μὲ πιότερη σιγουριὰ 
δὲν παραξενεύονται. Ἡ φωτιὰ 
θέλει συδαύλισμα, λιγόστεψε - 
τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιόμαστε. 
Τὸ μεσημέρι μὲ φωνάξανε πέντε γερόντοι 
μοῦ ψήσανε καφέ με φίλεψαν τσιγάρο 
εἴπανε γιὰ τὸν Ἅη-Δημήτρη πάνου στὸ Λιτοχώρι 
γιὰ τὸ νερένιο χέρι τοῦ Ἅγιου ποὔδιωξε τοὺς κακοὺς τσοπάνους - 
Πέντε γερόντοι μὲ μάτια μαλακὰ μ᾿ ἄσπρα μουστάκια 
ποὺ σιάχνουν μέρα-νύχτα ταμπακιέρες σιάχνουν κάντρα 
κολλώντας ἄχερα χρωματιστὰ μικρὰ-μικρὰ κομμάτια 
σὰν τὸ κεφάλι τῆς καρφίτσας - μπελαλίδικα πράματα 
ὅλο καὶ κάτι γλάστρες μὲ γεράνια, δυὸ ρωμέικες σημαῖες 
μιὰ στεριανὴ καὶ μία θαλασσινή, κάτι πεντάγωνα ἀστέρια 
θέλουν νὰ σιάξουν κι ἕνα περιστέρι - δὲν τὰ καταφέρνουν - 
εἶναι καλὰ γεροντάκια - δὲν ἄκουγα τὰ λόγια τους 
καὶ τοῦτο εἶναι ποὺ συλλογιέμαι. Μ᾿ εἴπανε «παιδί μου». 
Δὲν μπόρεσα νὰ πῶ «πατέρα». Ὁ μαστρο-Θανάσης 
λέει θὰ μοῦ σιάξει ἕνα σκαμνί: «Νὰ μὴν κάθεσαι, γιέ μου, 
κάτου στὸ χῶμα καὶ λερώνεται τὸ παντελόνι σου». 
Καὶ τώρα συλλογιέμαι πόσα πράματα κι ἐγὼ θὰ πρέπει νὰ σιάξω 
πόσο θὰ πρέπει νὰ λερώσω τὸ παντελόνι μου 
ἔτσι ποὺ πιὰ ὁ μαστρο-Θανάσης νὰ μὴ σεκλετίζεται ποὺ κάθουμαι στὸ χῶμα 
ἔτσι ποὺ νὰ μπορέσω νὰ τὸν πῶ «πατέρα». 
Τότες θαρρῶ θᾶμαι ἄξιος πιὰ νὰ κάτσω στὸ σκαμνί του 
σάμπως καβάλλα στὰ πλατάνια τ᾿ Ἅη-Διονύση 
καὶ θὰ τινάξω ἀπ᾿ τοὺς ὤμους μου τὰ δύσκολα πράματα
ὅπως τινάζω τούτη τὴ μικρούλα ἀράχνη ποὺ ἀχνοδεργιανὰ στὸ χέρι μου
κι οὔτε ποὺ θὰ κρυώνω λέω καθόλου τὸ χειμῶνα.

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/hmerologio_e3orias.htm

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Γιάννης Ρίτσος, «Αύγουστος»



Το φως είναι μαύρο, καμένο απ’ τη ζέστη σαν ανθρώπινο σώμα.


Πόδια γυμνά, δυνατά, βαμμένα απ’ τη θάλασσα ή το μούστο.


Στήθια κρουστά, σφιγμένα στις παλάμες του ήλιου.


Ο αγωγιάτης, ο αμπελουργός, ο βαρκάρης, οι τρεις του θυγατέρες


κρέμονται πάνω από βαθιά, χρυσά πηγάδια.


Πάνω στ’ αλώνια λιχνίζουνε μεγάλα στάχυα.


Μες στα μάτια των παιδιών χώνονται τ’ άχυρα. Τρέχουν.


Τ΄αμπέλια είναι απέραντα.


Λίγο να κάνεις να σκύψεις θα βουλιάξεις ακέριος στο γαλάζιο.


Τα παράθυρα πνίγηκαν κιόλας μέσα στο χώμα.


Και τούτα τα κόκκινα λουλούδια του κήπου είναι από κείνα τα πανάρχαια αγάλματα, πλαγιασμένα, σε στύση.


(Γ. Ρίτσος, Ποιήματα, 4ος τ., εκδ. Κέδρος)





http://blogs.sch.gr/lykkarea/2014

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Γιάννη Ρίτσου "Σάρκινος λόγος" (απόσπασμα)



"... Περνάω το χέρι μου κάτω απ' το λαιμό σου ελαφρά, με το φόβο

μη σταματήσω το τραγούδι των πουλιών στον ύπνο σου. 

Αύριο, στις 10, όταν θ' ανοίξεις τα παντζούρια κ' εισορμήσει στα δωμάτια ο ήλιος

θα φανεί στον καθρέφτη καθαρότερα το δαγκωμένο κάτω σου χείλι

και το σπίτι θα γίνει κατακόκκινο, διάστικτο όλο

με χρυσά πούπουλα και μακρινούς, ασυντέλεστους στίχους..."

Γιάννη Ρίτσου "Σάρκινος λόγος" (απόσπασμα)

Το ποίημα ολόκληρο μπορείτε να το διαβάσετε σε προηγούμενή μου δημοσίευση :

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Γιάννης Ρίτσος Σάρκινος λόγος

Σάρκινος λόγος


Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι. Μὲ τρομάζει ἡ ὀμορφιά σου. Σὲ πεινάω. Σὲ διψάω.

Σοῦ δέομαι: Κρύψου, γίνε ἀόρατη γιὰ ὅλους, ὁρατὴ μόνο σ᾿ ἐμένα καλυμένη

ἀπ᾿ τὰ μαλλιά ὡς τὰ νύχια τῶν ποδιῶν μὲ σκοτεινὸ διάφανο πέπλο

διάστικτο ἀπ᾿ τοὺς ἀσημένιους στεναγμοὺς ἐαρινῶν φεγγαριῶν.

Οἱ πόροι σου ἐκπέμπουν φωνήεντα, σύμφωνα ἰμερόεντα αρθρώνονται ἀπόρρητες λέξεις

τριανταφυλλιὲς ἐκρήξεις ἀπ᾿ τὴ πράξη τοῦ ἔρωτα. Τὸ πέπλο σου ὀγκώνεται, λάμπει πάνω ἀπ᾿ τὴ νυχτωμένη πόλη μὲ τὰ ἠμίφωτα μπάρ, τὰ ναυτικὰ οἰνομαγειρεῖα.

πράσινοι προβολεῖς φωτίζουνε τὸ διανυκτερεῦον φαρμακεῖο μιὰ γυάλινη σφαῖρα

περιστρέφεται γρήγορα δείχνοντας τοπία τῆς ὑδρογείου.Ὁ μεθυσμένος τρεκλίζει

σὲ μία τρικυμία φυσημένη ἀπ᾿ τὴν ἀναπνοὴ τοῦ σώματός σου. Μὴ φεύγεις. Μὴ φεύγεις.

Τόσο ὑλική, τόσο ἄπιαστη. Ἕνας πέτρινος ταῦρος

πηδάει ἀπ᾿ τὸ ἀέτωμα στὰ ξερὰ χόρτα. Μιὰ γυμνὴ γυναῖκα ἀνεβαίνει τὴ ξύλινη σκάλα

κρατώντας μιὰ λεκάνη μὲ ζεστὸ νερό.Ὁ ἀτμὸς τῆς κρύβει τὸ πρόσωπο.Ψηλὰ στὸν ἀέρα

ἕνα ἀνιχνευτικὸ ἑλικόπτερο βομβίζει σὲ ἀόριστα σημεῖα. Φυλάξου.

Ἐσένα ζητοῦν. Κρύψου βαθύτερα στὰ χέρια μου. Τὸ τρίχωμα

τῆς κόκκινης κουβέρτας ποὺ μᾶς σκέπει, διαρκῶς μεγαλώνει.

Γίνεται μία ἔγκυος ἀρκούδα ἡ κουβέρτα. Κάτω ἀπὸ τὴν κόκκινη ἀρκούδα ἐρωτευόμαστε ἀπέραντα, πέρα ἀπ᾿ τὸ χρόνο κι ἀπ᾿ τὸ θάνατο πέρα,

σὲ μιὰ μοναχικὴ παγκόσμιαν ἕνωση. Τί ὄμορφη ποὺ εἶσαι.

Ἡ ὀμορφιά σου μὲ τρομάζει.

Καὶ σὲ πεινάω. Καὶ σὲ διψάω. Καὶ σοῦ δέομαι: Κρύψου.


Ἀθήνα 18.11.80
Ποίημα του Γιάννη Ρίτσου από την επιλογή της Καθημερινής και από τη συλλογή "Σάρκινος λόγος"
Πηγή :
Ερη Ριτσου
11 Μαΐου 2014 ·

Παρασκευή 9 Μαΐου 2014

Γιάννης Ρίτσος, Ἐπιτάφιος - 9/5/36 νεκρός ο Γιάννης Τούσης


«Μέρα Μαγιού μου μίσεψες». Η Κατίνα, πεσμένη στα γόνατα στο δρόμο πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της, θρηνεί για τον Τάσο που έπεσε χτυπημένος από σφαίρες χωροφυλάκων. Είναι Μάιος του 1936 στη Θεσσαλονίκη και το πανελλήνιο συγκλονίζεται. Ο Γιάννης Ρίτσος αντικρίζει την εικόνα και πυροδοτείται μέσα του η καυτή ποιητική λάβα, που οδήγησε στη συγγραφή του Επιταφίου.


9/5 τιμάτε ή έπρεπε να τιμάτε ο χαμός του Γιάννη Τούση όπως γράφει το κάτωθι άρθρο διαβάστε το : http://www.asvestohori.gr/?p=1371


Γιάννης Ρίτσος - Ἐπιτάφιος (ἀποσπάσματα)

(Θεσσαλονίκη. Μάης τοῦ 1936. Μιὰ μάνα, καταμεσὶς τοῦ δρόμου,

μοιρολογάει τὸ σκοτωμένο παιδί της. Γύρω της καὶ πάνω της,

βουΐζουν καὶ σπάζουν τὰ κύματα τῶν διαδηλωτῶν - τῶν ἀπερ-

γῶν καπνεργατῶν. Ἐκείνη συνεχίζει τὸ θρῆνο της):


I

Γιέ μου, σπλάχνο τῶν σπλάχνων μου, καρδούλα τῆς καρδιᾶς μου,
πουλάκι τῆς φτωχιᾶς αὐλῆς, ἀνθὲ τῆς ἐρημιᾶς μου,

πῶς κλείσαν τὰ ματάκια σου καὶ δὲ θωρεῖς ποὺ κλαίω
καὶ δὲ σαλεύεις, δὲ γρικᾷς τὰ ποὺ πικρὰ σοῦ λέω;

Γιόκα μου, ἐσὺ ποὺ γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Ποὺ μάντευες τί πέρναγα κάτου ἀπ᾿ τὸ τσίνορό μου,

τώρα δὲ μὲ παρηγορᾶς καὶ δὲ μοῦ βγάζεις ἄχνα
καὶ δὲ μαντεύεις τὶς πληγὲς ποὺ τρῶνε μου τὰ σπλάχνα;

Πουλί μου, ἐσὺ ποὺ μοῦ ῾φερνες νεράκι στὴν παλάμη
πῶς δὲ θωρεῖς ποὺ δέρνουμαι καὶ τρέμω σὰν καλάμι;

Στὴ στράτα ἐδῶ καταμεσὶς τ᾿ ἄσπρα μαλλιά μου λύνω
καὶ σοῦ σκεπάζω τῆς μορφῆς τὸ μαραμένο κρίνο.

Φιλῶ τὸ παγωμένο σου χειλάκι ποὺ σωπαίνει
κι εἶναι σὰ νὰ μοῦ θύμωσε καὶ σφαλιγμένο μένει.

Δὲ μοῦ μιλεῖς κι ἡ δόλια ἐγὼ τὸν κόρφο δές, ἀνοίγω
καὶ στὰ βυζιὰ ποὺ βύζαξες τὰ νύχια, γιέ μου μπήγω.

II

Κορώνα μου, ἀντιστύλι μου, χαρὰ τῶν γερατειῶ μου,
ἥλιε τῆς βαρυχειμωνιᾶς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πῶς μ᾿ ἄφησες νὰ σέρνουμαι καὶ νὰ πονῶ μονάχη
χωρὶς γουλιά, σταλιὰ νερὸ καὶ φῶς κι ἄνθο κι ἀστάχυ ;

Μὲ τὰ ματάκια σου ἔβλεπα τῆς ζωῆς κάθε λουλούδι,
μὲ τὰ χειλάκια σου ἔλεγα τ᾿ αὐγερινὸ τραγούδι.

Μὲ τὰ χεράκια σου τὰ δυό, τὰ χιλιοχαϊδεμένα,
ὅλη τη γῆς ἀγκάλιαζα κι ὅλ᾿ εἴτανε γιὰ μένα.

Νιότη ἀπ᾿ τὴ νιότη σου ἔπαιρνα κι ἀκόμη ἀχνογελοῦσα,
τὰ γερατειὰ δὲν τρόμαζα, τὸ θάνατο ἀψηφοῦσα.

Καὶ τώρα ποὺ θὰ κρατηθῶ, ποὺ θὰ σταθῶ, ποὺ θἄμπω,
ποὺ ἀπόμεινα ξερὸ δεντρὶ σὲ χιονισμένο κάμπο;

Γιέ μου, ἂν δὲ σοὖναι βολετὸ νἀρθεῖς ξανὰ σιμά μου,
πᾶρε μαζί σου ἐμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.

Κι ἂν εἶν᾿ τὰ πόδια μου λιγνά, μπορῶ νὰ πορπατήσω
κι ἂν κουραστεῖς, στὸν κόρφο μου, γλυκὰ θὰ σὲ κρατήσω.

III

Μαλλιὰ σγουρὰ ποὺ πάνω τους τὰ δάχτυλα περνοῦσα
τὶς νύχτες ποὺ κοιμόσουνα καὶ πλάϊ σου ξαγρυπνοῦσα,

Φρύδι μου, γαϊτανόφρυδο καὶ κοντυλογραμμένο,
καμάρα ποὺ τὸ βλέμμα μου κούρνιαζε ἀναπαμένο,

Μάτια γλαρὰ ποὺ μέσα τους ἀντίφεγγαν τὰ μάκρη
πρωινοῦ οὐρανοῦ, καὶ πάσκιζα μὴν τὰ θαμπώσει δάκρυ,

Χείλι μου μοσκομύριστο ποὺ ὡς λάλαγες ἀνθίζαν
λιθάρια καὶ ξερόδεντρα κι ἀηδόνια φτερουγίζαν,

Στήθεια πλατιὰ σὰν τὰ στρωτὰ φτερούγια τῆς τρυγόνας
ποὺ πάνωθέ τους κόπαζε κ᾿ ἡ πίκρα μου κι ὁ ἀγώνας,

Μπούτια γερὰ σὰν πέρδικες κλειστὲς στὰ παντελόνια
ποὺ οἱ κόρες τὰ καμάρωναν τὸ δείλι ἀπ᾿ τὰ μπαλκόνια,

Καὶ γώ, μὴ μοῦ βασκάνουνε, λεβέντη μου, τέτοιο ἄντρα,
σοῦ κρέμαγα τὸ φυλαχτὸ μὲ τὴ γαλάζια χάντρα,

Μυριόρριζο, μυριόφυλλο κ᾿ εὐωδιαστό μου δάσο,
πῶς νὰ πιστέψω ἡ ἄμοιρη πῶς μπόραε νὰ σὲ χάσω;

ΙV

Γιέ μου, ποιὰ Μοῖρα στὄγραφε καὶ ποιὰ μοῦ τὄχε γράψει
τέτοιον καημό, τέτοια φωτιὰ στὰ στήθεια μου ν᾿ ἀνάψει;

Πουρνὸ - πουρνὸ μοῦ ξύπνησες, μοῦ πλύθηκες, μοῦ ἐλούστης
πριχοῦ σημάνει τὴν αὐγὴ μακριὰ ὁ καμπανοκρούστης.

Κοίταες μὴν ἔφεξε συχνὰ - πυκνὰ ἀπ᾿ τὸ παραθύρι
καὶ βιαζόσουν σὰ νἄτανε νὰ πᾶς σὲ πανηγύρι.

Εἶχες τὰ μάτια σκοτεινά, σφιγμένο τὸ σαγόνι
κι εἴσουν στὴν τόλμη σου γλυκός, ταῦρος μαζὶ κι ἀηδόνι.

Καὶ γὼ ἡ φτωχειὰ κ᾿ ἡ ἀνέμελη καὶ γὼ ἡ τρελλὴ κ᾿ ἡ σκύλα,
σοὔψηνα τὸ φασκόμηλο κι ἀχνὴ ἡ ματιά μου ἐφίλα

Μιὰ - μιὰ τὶς χάρες σου, καλέ, καὶ τὸ λαμπρό σου θωρὶ
κι ἀγαλλόμουν καὶ γέλαγα σὰν τρυφερούλα κόρη.

Κι οὐδὲ κακόβαλα στιγμὴ κι οὐδ᾿ ἔτρεξα ξοπίσω
τὰ στήθεια μου νὰ βάλω μπρὸς τὰ βόλια νὰ κρατήσω.

Κι ἔφτασ᾿ ἀργὰ κι, ὤ, ποὺ ποτὲς μὴν ἔφτανε τέτοια ὥρα
κι, ὦ, κάλλιο νὰ γκρεμίζονταν στὸ καύκαλό μου ἡ χώρα.

V

Σήκω, γλυκέ μου, ἀργήσαμε· ψηλώνει ὁ ἥλιος· ἔλα,
καὶ τὸ φαγάκι σου ἔρημο θὰ κρύωσε στὴν πιατέλα.

Ἡ μπλέ σου ἡ μπλοῦζα τῆς δουλειᾶς στὴν πόρτα κρεμασμένη
θὰ καρτεράει τὴ σάρκα σου τὴ μαρμαρογλυμμένη.

Θὰ καρτεράει τὸ κρύο νερὸ τὸ δροσερό σου στόμα,
θὰ καρτεράει τὰ χνῶτα σου τ᾿ ἀσβεστωμένο δῶμα.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ γάτα μας στὰ πόδια σου νὰ παίξει
κι ὁ ἥλιος ἀργὸς θὰ καρτερᾷ στὰ μάτια σου νὰ φέξει.

Θὰ καρτεράει κ᾿ ἡ ρούγα μας τ᾿ ἁδρὸ περπάτημά σου
κ᾿ οἱ γρίλιες οἱ μισάνοιχτες τ᾿ ἀηδονολάλημά σου.

Καὶ τὰ συντρόφια σου, καλέ, ποὺ τὶς βραδιὲς ἐρχόνταν
καὶ λέαν καὶ λέαν κι ἀπ᾿ τὰ ἴδια τοὺς τὰ λόγια ἐφλογιζόνταν

Καὶ μπάζανε στὸ σπίτι μας τὸ φῶς, τὴν πλάση ἀκέρια,
παιδί μου, θὰ σὲ καρτερᾶν νὰ κάνετε νυχτέρια.

Καὶ γὼ θὰ καρτεράω σκυφτὴ βραδὶ καὶ μεσημέρι
νἀρθεῖ ὁ καλός μου, ὁ θάνατος, κοντά σου νὰ μὲ φέρει.

...

ΙΧ

Ὦ Παναγιά μου, ἂν εἴσουνα, καθὼς ἐγώ, μητέρα,
βοήθεια στὸ γιό μου θἄστελνες τὸν Ἄγγελο ἀπὸ πέρα.

Κι, ἄχ, Θέ μου, Θέ μου, ἂν εἴσουν Θεὸς κι ἂν εἴμασταν παιδιά σου
θὰ πόναγες καθὼς ἐγώ, τὰ δόλια πλάσματά σου.

Κι ἂν εἴσουν δίκειος, δίκαια θὰ μοίραζες τὴν πλάση,
κάθε πουλί, κάθε παιδὶ νὰ φάει καὶ νὰ χορτάσει.

Γιέ μου, καλὰ μοῦ τἄλεγε τὸ γνωστικό σου ἀχεῖλι
κάθε φορὰ ποὺ ὁρμήνευε, κάθε φορὰ ποὺ ἐμίλει:

Ἐμεῖς ταγίζουμε ζωὴ στὸ χέρι: περιστέρι,
κ᾿ ἐμεῖς οὔτ᾿ ἕνα ψίχουλο δὲν ἔχουμε στὸ χέρι.

Ἐμεῖς κρατᾶμε ὅλη τὴ γῆς μὲς στ᾿ ἀργασμένα μπράτσα
καὶ σκιάχτρα στέκουνται οἱ Θεοὶ κι ἀφέντη ἔχουνε φάτσα.

Ἄχ, γιέ μου, πιὰ δὲ μοὔμεινε καμιὰ χαρὰ καὶ πίστη,
καὶ τὸ χλωμὸ καὶ τὸ στερνὸ καντήλι μας ἐσβήστη.

Καί, τώρα, ἐπὰ σὲ ποιὰ φωτιὰ τὰ χέρια μου θ᾿ ἀνοίγω,
τὰ παγωμένα χέρια μου νὰν τὰ ζεστάνω λίγο;



http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/giannhs_ritsos/epitafios-i.htm










http://www.kolivas.de/archives/31654
Μια φωτογραφία, μια ιστορία, ένα ποίημα, ένα τραγούδι…


Μια φωτογραφία:

Η μαυροφορεμένη μάνα, με τα χέρια σηκωμένα, μοιρολογά τον σκοτωμένο γιο της, που βρίσκεται ξαπλωμένος πρόχειρα σε μια ξύλινη πόρτα, που είχε ξηλωθεί από κοντινό γιαπί. Η φωτογραφία λήφθηκε στις 9 Μάη 1936 στη Θεσσαλονίκη και δημοσιεύτηκε την άλλη μέρα στην εφημερίδα «ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ». Ο νεκρός είναι ο κομμουνιστής εργάτης Τάσος Τούσης, ο πρώτος νεκρός από τη δολοφονική επίθεση της έφιππης αστυνομίας εκείνη την μέρα.








Μια ιστορία:

Μάης 1936. Από το Μάρτη αρχίζουν να κηρύσσονται απεργίες σε διάφορους κλάδους εξαιτίας των άθλιων συνθηκών και όρων εργασίας. Το επίκεντρο των κινητοποιήσεων είναι η Θεσσαλονίκη. Στις 29 του Απρίλη οι καπνεργάτες αποφασίζουν να κατέβουν σε απεργία διαρκείας. Γρήγορα η απεργία επεκτείνεται και σε άλλες πόλεις και αποκτά σε λίγες μέρες πανελλαδικό χαρακτήρα. Πρωθυπουργός ήταν τότε στην Ελλάδα, ο Ιωάννης Μεταξάς, ο μετέπειτα δικτάτορας, που στις εκλογές είχε καταλάβει μόλις επτά έδρες. Είχε διοριστεί από τον βασιλιά, μετά τον ξαφνικό θάνατο του Δεμερτζή, κατορθώνοντας να πάρει, με τη βοήθεια των αστικών κομμάτων, ψήφο εμπιστοσύνης από τη βουλή.


Η εντολή του Μεταξά είναι σαφής: Να διαλυθούν οι απεργοί με κάθε μέσο και τρόπο. Έτσι αρχίζουν να σημειώνονται επιθέσεις και σοβαροί τραυματισμοί απεργών. Στις 8 Μάη οι απεργοί πραγματοποιούν συγκέντρωση. Η προσπάθεια της Χωροφυλακής να εμποδίσει την πορεία τους πέφτει στο κενό. Τότε έφιπποι χωροφύλακες επιτίθενται και κάποιοι αρχίζουν να πυροβολούν. Οι απεργοί όμως δεν πτοούνται.





Το πρωτοσέλιδο του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ στις 10 Μάη του 1936 (μια μέρα μετά το ματοκύλισμα)


Μετά απ” αυτό το χτύπημα η τότε Ενωτική ΓΣΣΕ κηρύσσει για την επομένη, 9 Μάη, 24ωρη απεργία. Η Θεσσαλονίκη μετατρέπεται από την κυβέρνηση Μεταξά σε στρατοκρατούμενη πόλη με χωροφύλακες και στρατιώτες παντού, ενώ επιστρατεύονται οι σιδηροδρομικοί, οι τροχιοδρομικοί και οι ηλεκτρολόγοι. Οι απεργοί αγνοούν την επιστράτευση και πραγματοποιούν μια μαχητική και μαζική συγκέντρωση. Αρχίζουν οι συγκρούσεις και η συγκέντρωση δέχεται δολοφονική επίθεση από την έφιππη αστυνομία. «Βαράτε στο ψαχνό», είναι η διαταγή. Πολλοί στρατιώτες αρνούνται να πυροβολήσουν και περνούν με το μέρος των διαδηλωτών, αγκαλιάζοντάς τους. Οι νεκροί εκείνης της μέρας ανέρχονται σε 9, μεταξύ αυτών και ο Τάσος Τούσης, ενώ κάποιοι μιλούν για 12, άλλοι για 30, 40… Εκατοντάδες είναι οι τραυματίες. Έτσι, και με τα γεγονότα των επόμενων μερών, γράφτηκε μια από τις ηρωικότερες σελίδες στην ιστορία του εργατικού κινήματος της χώρας μας.





Το πρωτοσέλιδο του ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ στις 11 Μάη του 1936


Ένα ποίημα:

Η δημοσιευμένη στο ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗ φωτογραφία της μάνας που θρηνεί, πάνω από το άψυχο σώμα του γιου της, θα συγκλονίσει τον Γιάννη Ρίτσο και θα του εμπνεύσει την ποιητική συλλογή «Επιτάφιος».


Γιάννης Ρίτσος – «ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ» (Απόσπασμα)
I

Γιε μου σπλάχνο των σπλάχνων μου, καρδούλα της καρδιάς μου,
πουλάκι της φτωχειάς αυλής, ανθέ της ερημιάς μου,

πώς κλείσαν τα ματάκια σου και δε θωρείς που κλαίω
και δε σαλεύεις, δε γροικάς τα πού πικρά σου λέω;

Γιόκα μου, εσύ που γιάτρευες κάθε παράπονό μου,
Που μάντευες τι πέρναγε κάτου απ” το τσίνορό μου,

Τώρα δε με παρηγοράς και δε μου βγάζεις άχνα
και δε μαντεύεις τις πληγές πού τρώνε μου τα σπλάχνα;

Πουλί μου, εσύ που μου “φερνες νεράκι στην παλάμη
πώς δε θωρείς που δέρνουμαι και τρέμω σαν καλάμι;

Στη στράτα εδώ καταμεσίς τ” άσπρα μαλλιά μου λύνω
και σου σκεπάζω της μορφής το μαραμένο κρίνο.

Φιλώ το παγωμένο σου χειλάκι που σωπαίνει
κ” είναι σα να μου θύμωσε και σφαλιγμένο μένει.
Δε μου μιλείς κ” η δόλια εγώ τον κόρφο δες, ανοίγω
και στα βυζιά που βύζαξες τα νύχια, γιέ μου μπήγω.
II

Κορώνα μου, αντιστύλι μου, χαρά των γερατιώ μου,
ήλιε της βαρυχειμωνιάς, λιγνοκυπάρισσό μου,

Πώς μ” άφησες να σέρνουμαι και να πονώ μονάχη
χωρίς γουλιά, σταλιά νερό και φως κι άνθο κι αστάχυ;

Με τα ματάκια σου έβλεπα της ζωής κάθε λουλούδι,
με τα χειλάκια σου έλεγα τ” αυγερινό τραγούδι.

Με τα χεράκια σου τα δυό, τα χιλιοχαϊδεμένα,
όλη τη γης αγκάλιαζα κι όλ” είτανε για μένα.

Νιότη απ” τη νιότη σου έπαιρνα κι ακόμη αχνογελούσα,
τα γερατειά δεν τρόμαζα, το θάνατο αψηφούσα.

Και τώρα που θα κρατηθώ, που θα σταθώ, που θάμπω,
που απόμεινα ξερό δεντρί σε χιονισμένο κάμπο;

Γιε μου, αν δε σούναι βολετό ναρθείς ξανά σιμά μου,
πάρε μαζί σου εμένανε, γλυκειά μου συντροφιά μου.
Κι αν είν” τα πόδια μου λιγνά, μπορώ να περπατήσω
κι αν κουραστείς, στον κόρφο μου, γλυκά θα σε κρατήσω…


Ένα τραγούδι:

Ο Γιάννης Ρίτσος μετά την επιστροφή του από την εξορία άρχισε να επανεκδίδει τα βιβλία του. Το 1958 έστειλε και την ποιητική του συλλογή «Επιτάφιος» στον συνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, που βρίσκονταν τότε στο Παρίσι, με την αφιέρωση: «Το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά στα 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός». Ο μεγάλος συνθέτης μας μελοποίησε τους στίχους του Ρίτσου, μέσα σε μια μέρα όπως αναφέρεται, και έκανε έτσι τον «Επιτάφιο» χιλιοτραγουδισμένο: «Μέρα Μαγιού μου μίσεψες», «Πού πέταξε τ” αγόρι μου», «Βασίλεψες αστέρι μου», «Στο παραθύρι στέκοσουν», κ.ά.

Πηγή http://www.kolivas.de/archives/31654

Η σκληρή φωτογραφία που είδε ο Ρίτσος και συγκλονισμένος έγραψε τον Επιτάφιο

Μια μάνα θρηνεί πάνω στον νεκρό γιο της στη Θεσσαλονίκη, πάνω στην άσφαλτο. Εχει χτυπηθεί από πυρά χωροφυλάκων. Βλέποντας την επόμενη μέρα τη φωτογραφία στον Ριζοσπάστη ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, συγκλονισμένος γράφει τον Επιτάφιο - ποίημα σταθμό για τη χώρα που πήρε άλλη διάσταση και μέγεθος όταν στη συνέχεια μελοποιήθηκε από τον Μίκη Θεοδωράκη.

Τον Μάιο του 1936 οι απεργίες σαρώνουν τη χώρα και κυρίως τη Θεσσαλονίκη όπου δεν λείπουν τα έντονα επεισόδια αλλά και η αιματοχυσία.


Δώδεκα άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους με πρώτο τον 25χρονο αυτοκινητιστή Τάσο Τούση από το Ασβεστοχώρι. Οι σύντροφοί του τον βάζουν σε μια ξύλινη πόρτα που ξήλωσαν από οικοδομή για να τον μεταφέρουν. Η μάνα του πεσμένη στα γόνατα τον μοιρολογεί μέσα στο δρόμο γύρω από χωροφύλακες και διαδηλωτές. Τη σπαρακτική εικόνα αποτυπώνει ο φωτογραφικός φακός, φτάνει σε όλη την Ελλάδα και ο μεγάλος ποιητής κλονίζεται από το δράμα του Τάσου Τούση και της μάνας του Κατίνας. Μέσα σε τρεις μέρες γράφει 14 από τα 20 ποιήματα και δημοσιεύει κάποια εξ αυτών στον Ριζοσπάστη στις 12 Μαΐου.


Ο Επιτάφιος στα χέρια του Θεοδωράκη και του Χατζιδάκι.
Το βιβλίο με τα ποιήματα του Επιταφίου κυκλοφορεί τον Ιούνιο του ίδιου χρόνου. Τα χρόνια περνάνε, ο Επιτάφιος για λίγο ξεχνιέται, μέχρι που χρόνια μετά ο Ρίτσος τον επανεκδίδει και στέλνει ένα αντίτυπο στον Μίκη Θεοδωράκη που τότε βρισκόταν στο Παρίσι. Στην αφιέρωση σημειώνει «το βιβλίο τούτο κάηκε από τον Μεταξά το 1938 κάτω από τους Στύλους του Ολυμπίου Διός». Ηταν μοιραίο: Συνεπαρμένος ο Μίκης Θεοδωράκης αποφασίζει επιτόπου να το μελοποιήσει. Όπου βρεθεί, ακόμη και στο αυτοκίνητο περιμένοντας τη γυναίκα του να γυρίσει από τα ψώνια. Στέλνει τα πρώτα αποτελέσματα της δουλειάς του στο Ρίτσο, αλλά και στο Χατζιδάκι. Επιστρατεύει τον Γρηγόρη Μπηθικώτση για το πιο λυγμικό και αντρίκιο θρήνο της ελληνικής μουσικής. Tο 1960 μπαίνει στο στούντιο, στην Αθήνα. Όμως πλάι στον Ρίτσο και τον Θεοδωράκη στέκεται και ο Μάνος Χατζιδάκις στην πιο γοητευτική ίσως συνύπαρξη μουσικής και ποίησης. Ο Μάνος Χατζιδάκις ενορχηστρώνει, διευθύνει την ορχήστρα, επιλέγει την τραγουδίστρια που δεν είναι άλλη από τη Νάνα Μούσχουρη.


Το 1961 κυκλοφορεί ο δίσκος.

«Και μούλεες, γιε, πως όλ' αυτά τα ωραία θάναι δικά μας,

και τώρα εσβήστης κ' έσβησε το φέγγος κ' η φωτιά μας.»



Πηγή http://www.iefimerida.gr



Όμως ο Μίκης Θεοδωράκης αισθάνεται ότι αυτή η εκτέλεση δεν έχει το λαϊκό βάρος, τη γειωμένη πολιτική διάσταση που επιθυμούσε. Έτσι, κάνει τη δική του ηχογράφηση χρησιμοποιώντας τον δωρικό Γρηγόρη Μπιθικώτση και τον Μανώλη Χιώτη. Βρισκόμαστε στο έτος 1961. Γράφει ο δημοσιογράφος Γιώργος Νοταράς: «Στην Ελλάδα η κοινωνική και η αισθητική ανατροπή ξεκίνησαν παρέα, χέρι-χέρι, μέσα από το τραγούδι, με ιστορική αφετηρία τη συνάντηση του Μίκη Θεοδωράκη με το Γιάννη Ρίτσο στον "Επιτάφιο". Επρόκειτο για ελληνικής ταυτότητας ανατροπή, γιατί το ζητούμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν ν' αλλάξει ο κόσμος, αλλά κατ' αρχάς η Ελλάδα. Ο "Επιτάφιος" λοιπόν, με τη σπουδαία ποίηση και τη μουσική του, αλλά βασισμένος σε λατρεμένους λαϊκούς ρυθμούς και με τη μοναδική φωνή του Μπιθικώτση έκανε την πρώτη κίνηση και η απήχησή του ήταν καταλυτική παντού».





Πηγή: http://www.iefimerida.gr/
http://www.iefimerida.gr/