Κι η άβυσσος μου ανέβηκε ως το γόνατο.
Θα 'ναι η ώρα που χαμηλώνουν οι άγιοι
κι οι ίσκιοι ευλαβούνται τους σκυφτούς
θαλασσόβραχους
όταν θ' ακούσω τις πατημασιές σου.
Μια κόχη Απρίλη θα σου στείλω, σου είπα
να περιέχει τη Σταύρωση
και μια μικρή αιωνιότητα να χωράει
σε τάφο παιδικό.
Έγειρε από το βάρος σου ο κήπος
μπατάρισε
μισός στην άλλη όχθη και μισός
με ζουμπούλια και άγραφες επιστολές
και μια λουρίδα από παράδεισο χλωρό
να τη φυσάει η νύχτα
σαν ασπρόρουχο.
Μαζεύω τα υπάρχοντά μου, σου είχα πει
μόνο που οι αστροφεγγιές λιγόστεψαν
και όχι πια δωρεάν φθινόπωρα
ακόμα και τη θέα προς το Αμίλητο
την έκλεισαν οικοδομές
κι η άβυσσος μού ανέβηκε ως το γόνατο.
Μόνο η μικρή αιωνιότητα μου απόμεινε
εκείνη που δεν χώρεσε στο μνήμα
και με παιδεύει όπως χρόνος
σταματημένος πάνω σε καταιγίδα
“πάρτε, καλέ κυρίες
πάρτε αιωνιότητες με σουσάμι...”