Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ραπτόπουλος Βαγγέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ραπτόπουλος Βαγγέλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015

Παρουσίαση του μυθιστορήματος ΜΟΙΡΟΛΑ3 του Βαγγέλη Ραπτόπουλου



Οι εκδόσεις Τόπος και ο ραδιοφωνικός σταθμός 105,5 Στο Κόκκινο σας προσκαλούν στην παρουσίαση του μυθιστορήματος ΜΟΙΡΟΛΑ3 του Βαγγέλη Ραπτόπουλου

Για το βιβλίο θα μιλήσουν:

η δημοσιογράφος Μικέλα Χαρτουλάρη
και ο πεζογράφος Κωνσταντίνος Τζαμιώτης

Αποσπάσματα θα διαβάσει ο Σταμάτης Κραουνάκης

Δευτέρα 19 Ιανουαρίου 2015, ώρα 20:00

στο Polis Art Cafe (Πεσμαζόγλου 5 & Σταδίου, πάνω από τη Στοά Βιβλίου)

Μοιρολα3

Βαγγέλης Ραπτόπουλος
Τόπος, 2014
176 σελ.
ISBN 978-960-499-116-7
"Ιδίως όταν το γράφω με κεφαλαία, πολύ μ’ αρέσει τ’ όνομά μου. Φαντάζομαι ότι υπάρχει ένας καθρέφτης στη μέση ακριβώς, που διπλασιάζει το λάμδα. Μ’ αρέσει και που έμαθα να γράφω, έστω και τόσο αργά: στα είκοσί μου. Χάρη στον δάσκαλο, αλλά προπαντός χάρη στο πείσμα μου, που πιθανότατα είναι το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμά μου.
Eίμαι η κόρη του βασιλιά Επιπόλαιου, όπως τον έλεγαν τις τελευταίες μέρες της βασιλείας του, η πριγκίπισσα Έλλη. Κι αυτή είναι η ιστορία η δική μου και του τόπου μου, της Μοιρολατρίας. Ή μάλλον τα σημεία όπου οι δύο χωριστές ιστορίες τέμνονται. Ο δε λόγος που γράφω την κοινή αυτή ιστορία τώρα, μετά από δεκατρία ολόκληρα χρόνια, είναι επειδή ίσως ήρθε η στιγμή να διασταυρωθούν οι τροχιές τους για μία ακόμη φορά. Αν όχι τώρα, στο άμεσο μέλλον.

Μέλλον. Άλλη μια λέξη με τον καθρέφτη που διπλασιάζει το λάμδα στη μέση της.

Η γλώσσα είναι πατρίδα."


― «Μοιρολα3», μυθιστόρημα, εκδόσεις Τόπος / Topos books.

"Το διεφθαρμένο και χρεοκοπημένο βασίλειο της Μοιρολατρίας θυμίζει την Ελλάδα του σήμερα όσο και ένα νυχτερινό τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων. Να παλεύεις για να καλυτερεύσουν τα πράγματα, ακόμα κι όταν η μοιρολατρία κυριαρχεί. Να προσπαθείς να υλοποιείς το μέλλον από τώρα, και όχι να τα μεταθέτεις όλα σ’ ένα άπιαστο επέκεινα. Υπό το μανδύα του παραμυθιού, παρά τους βασιλιάδες και τις πριγκίπισσες, η «Μοιρολα3» είναι ό,τι πιο πολιτικοποιημένο έχω γράψει."
Βαγγέλης Ραπτόπουλος

Βαγγέλης Ραπτόπουλος


Ο Bαγγέλης Pαπτόπουλος γεννήθηκε το 1959 στην Aθήνα, όπου σπούδασε παιδαγωγικά και δημοσιογραφία. Έζησε για ένα χρόνο στη Σουηδία (1980-81) και ως υπότροφος του International Writing Program για μισό περίπου χρόνο στις HΠA (1984). Πρωτοεμφανίστηκε με τη σταδιακά δημοσιευμένη τριλογία "Kομματάκια" (1979), "Διόδια" (1982), "Tα τζιτζίκια" (1985), που κυκλοφόρησε σ' έναν τόμο το 2003, με το γενικό τίτλο "H γενιά μου". Kαι ακολούθησαν: "H αυτοκρατορική μνήμη του αίματος" (1992), "O εργένης" (1993), "Έμμονες ιδέες" (1995), "Λούλα" (1997), "Tο παιχνίδι" (1998), "Bαθύς και λυπημένος, όπως κι εσύ" (1999), "H απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας" (2000), "Mαύρος γάμος" (2001), "Aκούει ο Σημίτης Μητροπάνο;" (2001), "H δική μου Αμερική" (2002), "H επινόηση της πραγματικότητας" (2003), "Xάσαμε τον Μπαμπά" (2005), "Λίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας" (2005), "Φίλοι" (2006), "Aρχαία συνταγή: Hρόδοτος, Ηράκλειτος, Λουκιανός" (2006), "H Mεγάλη Άμμος" (2007), "Aπέραντα άδειο σπίτι" (2009), "Ιστορίες της Λίμνης: Το παιχνίδι, Βαθύς και λυπημένος όπως κι εσύ, Απέραντα άδειο σπίτι" (2011), "Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας" (υπό έκδοση). Συνολικά έχουν τυπωθεί περισσότερα από 250.000 αντίτυπα των βιβλίων του.

"Tα τζιτζίκια" μεταφράστηκαν στα αγγλικά, "H απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας" στα ιταλικά, αποσπάσματα από άλλα του βιβλία και μεμονωμένα διηγήματά του στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, σουηδικά, τσέχικα, σερβικά. "O εργένης" μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, τα "Διόδια" και διηγήματα από τα "Kομματάκια" και τις "Έμμονες ιδέες" στην τηλεόραση -ορισμένα απ' αυτά σε δικά του σενάρια. Διασκεύασε, επίσης, για το θέατρο μία από τις "Ιστορίες της Λίμνης", ενώ δραματοποιημένες σκηνές από την "Επινόηση της πραγματικότητας" παρουσιάστηκαν σε βιβλιοπωλεία. Έχει ακόμη γράψει το σενάριο της ταινίας "H φανέλα με το εννιά" και της τηλεταινίας "O μικρός ηλεκτρολόγος", και έχει διασκευάσει για το θέατρο το "Παραμύθι χωρίς όνομα".

Kατά καιρούς έχει κάνει διάφορες δουλειές, λίγο πολύ σχετικές με τη λογοτεχνία και το γράψιμο: σύμβουλος ελληνικής και ξένης λογοτεχνίας σε εκδοτικούς οίκους ("Kέδρος", "Λιβάνης"), τακτικός συνεργάτης εφημερίδων και περιοδικών ("Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία - Επτά", "Η Καθημερινή της Κυριακής", "Tα Nέα", "Athens Voice", "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία - Έψιλον", "Kλικ"), σύμβουλος σεναρίων στο Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (ΕΚΚ) και σε τηλεοπτικά κανάλια (ET1, ET2), παραγωγός και παρουσιαστής ραδιοφωνικών εκπομπών (στο "Πρώτο", "Δεύτερο", "Tρίτο Πρόγραμμα" της EPA, στον "Eν Λευκώ" και στο "Kανάλι 1"). Δίδαξε επίσης σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής (EKEBI), ενώ από το 2005 ως το 2007 υπήρξε μέλος του Δ. Σ. της Eταιρείας Συγγραφέων.

Περισσότερες πληροφορίες και χρήσιμοι σύνδεσμοι (links) περιλαμβάνονται στην ιστοσελίδα του συγγραφέα: http://vangelisraptopoulos.wordpress.com/

(φωτογραφία: Δημήτρης Τσουμπλέκας, 2001)

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Μοιρολα3, Τόπος
(2014) Το ασανσέρ, Bibliotheque
(2013) Λούλα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2013) Λούλα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(2012) Η πιο κρυφή πληγή, Ίκαρος
(2012) Η πιο κρυφή πληγή, Ίκαρος
(2012) Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, Ίκαρος
(2012) Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, Ίκαρος
(2011) Ιστορίες της Λίμνης: Το παιχνίδι. Βαθύς και λυπημένος, όπως κι εσύ. Απέραντα άδειο σπίτι, Κέδρος
(2011) Φίλοι, Ελευθεροτυπία
(2010) Η επινόηση της πραγματικότητας, Κέδρος
(2009) Απέραντα άδειο σπίτι, Κέδρος
(2008) Τα τζιτζίκια, Κέδρος
(2007) Η Μεγάλη Άμμος, Κέδρος
(2006) Φίλοι, Κέδρος
(2005) Χάσαμε τον Μπαμπά, Εκδόσεις Πατάκη
(2003) Η γενιά μου: Κομματάκια, Διόδια, Τα τζιτζίκια, Κέδρος
(2003) Η επινόηση της πραγματικότητας, Εκδόσεις Πατάκη
(2002) Η δική μου Αμερική, Κέδρος
(2001) Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;, Κέδρος
(2001) Μαύρος γάμος, Κέδρος
(2000) Η απίστευτη ιστορία της Πάπισσας Ιωάννας, Κέδρος
(1999) Βαθύς και λυπημένος, όπως κι εσύ, Κέδρος
(1999) Διόδια, Κέδρος
(1998) Λούλα, Κέδρος
(1998) Τα τζιτζίκια, Bell / Χαρλένικ Ελλάς
(1998) Το παιχνίδι, Οξύ
(1996) The Cicadas, Κέδρος
(1995) Έμμονες ιδέες, Κέδρος
(1995) Κομματάκια, Κέδρος
(1993) Ο εργένης, Κέδρος
(1992) Η αυτοκρατορική μνήμη του αίματος, Κέδρος

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2008) Ενδοσκεληδόν, Ζήτρος
(2005) Λίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Εκδόσεις Πατάκη [κείμενα, επιμέλεια]
(2005) Χαριλάου Τρικούπη 22. 4 ιστορίες της πόλης, Athens Voice
(2003) Νίκος Παναγιωτόπουλος, Αιγόκερως
(1997) Έρωτας σε πρώτο πρόσωπο, Κέδρος
(1994) Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Κοτζιά, Κέδρος

Μεταφράσεις
(2006) Συλλογικό έργο, Αρχαία συνταγή: Ηρόδοτος, Ηράκλειτος, Λουκιανός, Κέδρος [ανθολόγηση, μετάφραση, επιμέλεια]
(1993) Ηρόδοτος, Άμασις ή τα τόξα, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1993) Λουκιανός ο Σαμοσατεύς, Ιξίων, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1993) Ηρόδοτος, Ο άλαλος γιος του Κροίσου, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1993) Ηράκλειτος, Ο σκοτεινός λόγος, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Ηρόδοτος, Η γυναίκα του Κανδαύλη, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Ηρόδοτος, Κροίσος και Σόλων, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Ηρόδοτος, Ραμψίνιτος ή Οι κλέφτες, Εκδόσεις Καστανιώτη
(1992) Ηρόδοτος, Το δαχτυλίδι του Πολυκράτη, Εκδόσεις Καστανιώτη

Λοιποί τίτλοι
(2014) Συλλογικό έργο, 15 βγαίνουν με κόκκινο, Τόπος [ανθολόγηση]
(1998) King, Stephen, 1947-, Οργή, Κέδρος [επιμέλεια σειράς]
(1997) King, Stephen, 1947-, Αδύνατος, Κέδρος [επιμέλεια σειράς]
(1997) King, Stephen, 1947-, Έργα οδοποιίας, Κέδρος [επιμέλεια σειράς]
(1997) King, Stephen, 1947-, Η μακριά πορεία, Κέδρος [επιμέλεια σειράς]
(1997) King, Stephen, 1947-, Ο δρομέας, Κέδρος [επιμέλεια σειράς]
(1995) Kafka, Franz, 1883-1924, Η σωφρονιστική αποικία, Κέδρος [επιμέλεια]
(1994) Θεοτόκης, Κωνσταντίνος, 1872-1923, Ακόμα;, Κέδρος [επιμέλεια]
(1994) Μητσάκης, Μιχαήλ, 1863-1916, Αυτόχειρ, Κέδρος [επιμέλεια]
(1994) Καρυωτάκης, Κώστας Γ., 1896-1928, Δεσποινίς Bovary, Κέδρος [επιμέλεια]
(1994) Chekhov, Anton Pavlovich, 1860-1904, Εχθροί, Κέδρος [επιμέλεια]
(1994) Gogol, Nikolaj Vasilievic, 1809-1852, Η μύτη, Κέδρος [επιμέλεια]
(1994) Fitzgerald, Francis Scott, 1896-1940, Τ' απομεινάρια της ευτυχίας, Κέδρος [επιμέλεια]
(1994) Melville, Herman, 1819-1891, Το καμπαναριό, Κέδρος [επιμέλεια]
(1993) Καβάφης, Κωνσταντίνος Π., 1863-1933, Εις το φως της ημέρας, Κέδρος [επιμέλεια]
(1993) Σολωμός, Διονύσιος, 1798-1857, Η γυναίκα της Ζάκυθος, Κέδρος [επιμέλεια]
(1993) Καρκαβίτσας, Ανδρέας, 1865-1922, Η θάλασσα, Κέδρος [επιμέλεια]
(1993) Παπαδιαμάντης, Αλέξανδρος, 1851-1911, Όνειρο στο κύμα, Κέδρος [επιμέλεια]
(1993) Βιζυηνός, Γεώργιος Μ., 1849-1896, Το αμάρτημα της μητρός μου, Κέδρος [επιμέλεια]
(1993) Ροΐδης, Εμμανουήλ Δ., 1836-1904, Ψυχολογία Συριανού συζύγου, Κέδρος [επιμέλεια]

ΚριτικογραφίαΤο ασανσέρ [Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Το ασανσέρ], http://www.staxtes.com, 17.6.2014«Λoύλα» είναι μόνο μία [Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Λούλα], tvxs.gr, 5.11.2013Ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να λέγεται «Δεκεμβριανά» [Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή], www.protagon.gr, 17.2.2013Χαοτική φαντασμαγορία ή Περί Τόμας Πίντσον, http://bibliotheque.gr, 20.10.2012Ο Ηράκλειτος της ακατάπαυστης αλλαγής ταιριάζει στους μεταβατικούς καιρούς μας [Αρχαία συνταγή: Ηρόδοτος, Ηράκλειτος, Λουκιανός], "Τα Νέα", 10.8.2012Η θηλιά στον λαιμό, "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", 28.10.2011Το αντίθετο του ιστορικού μυθιστορήματος [Τάσος Αναστασίου, Συνεσταλμένος δολοφόνος], "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "ΕΠΤΑ", 11.9.2011Ο Ανατολίτης, "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", 30.4.2011Τα καλά της κρίσης [Δώρα Κασκάλη, Στο τρένο], "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "ΕΠΤΑ", 13.3.2011Ανοιχτές πληγές [Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Ιστορίες της Λίμνης: Το παιχνίδι. Βαθύς και λυπημένος, όπως κι εσύ. Απέραντα άδειο σπίτι], "Athens Voice", τχ. 337, 10.3.2011Κλασικό αλλά... δεν μ' αρέσει, www.bookpress.gr, 28.12.2010Μικροαστών εγκώμιον, "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 474, 19.12.2010Ο σκοτεινός κύριος του Βέρτεκοπ [Ιερώνυμος Πολλάτος, Ο σκοτεινός κύριος του Βέρτεκοπ], "Lifo", τχ. 217, 23.9.2010Κρέας από σταφύλι [Σταυρούλα Σκαλίδη, Κρέας από σταφύλι], "Lifo", τχ. 217, 23.9.2010Αναμνήσεις από το ρετιρέ [Γιώργος Λαμπράκος, Αναμνήσεις από το ρετιρέ], "Lifo", τχ. 217, 23.9.2010Ο καιρός του καθενός [Δημήτρης Νόλλας, Ο καιρός του καθενός], "Lifo", τχ. 217, 23.9.2010Κάτι θα γίνει, θα δεις [Χρήστος Οικονόμου, Κάτι θα γίνει, θα δεις], "Lifo", τχ. 217, 23.9.2010Πέντε γράμματα του Νίκου Νικολαΐδη, "Athens Voice", τχ. 315, 14.9.2010«Η μυστική βοή των πλησιαζόντων γεγονότων», "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 460, 12.9.2010«Εις το ήμισυ του δρόμου», "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 456, 14.8.2010Εθνικό μυθιστόρημα [Ιερώνυμος Πολλάτος, Ο σκοτεινός κύριος του Βέρτεκοπ], "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 447, 13.6.2010Στιγκ Λάρσον γεννιέσαι, δεν γίνεσαι, "Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία"/ Ένθετο "7: Τέχνες και Ζωή", τχ. 438, 11.4.2010Ναός του Κόσμου, www.protagon.gr, 4.2.2010Ενέπνευσε ακόμα και τον Δεκέμβρη, "Ελευθεροτυπία", 1.2.2010Ο Λορεντζάτος ως μυθιστορηματικός ήρωας [Ζήσιμος Λορεντζάτος, Collectanea], "Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα", 29.11.2009Απέραντα άδειο σπίτι [Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Απέραντα άδειο σπίτι], Περιοδικό "Index", τχ. 33, Ιούλιος-Αύγουστος 2009Μοναχικοί μοναχοί [Γιάννης Μακριδάκης, Η δεξιά τσέπη του ράσου], "Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα", 10.5.2009Το απέραντα άδειο σπίτι του ατομισμού [Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Απέραντα άδειο σπίτι], "Ελευθεροτυπία"/ "Βιβλιοθήκη", τχ. 549, 24.4.2009Το άλλο μισό της τρομοκρατίας [Λευτέρης Μαυρόπουλος, Το άλλο μισό μου πορτοκάλι], "Η Καθημερινή"/ "Τέχνες και Γράμματα", 5.4.2009
http://www.biblionet.gr/author

Τρίτη 21 Οκτωβρίου 2014

Βαγγέλης Ραπτόπουλος: Μοιρολα3 (και όχι Μοιρολατρία)



TVXS Συνέντευξη στη Κρυσταλία Πατούλη

[...] Δεν λύνεται από σωτήρες το πρόβλημα. Πρέπει εμείς να κινητοποιηθούμε, ο λαϊκός κόσμος, οι άνθρωποι που είναι χτυπημένοι από την κρίση, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, τα θύματα της κρίσης πρέπει να ενεργοποιηθούν, να πάρουν πρωτοβουλίες, διαφορετικά δεν μπορεί να μας σώσει κανείς [...] Ο συγγραφέας Βαγγέλης Ραπτόπουλος μιλά στην Κρυσταλία Πατούλημε αφορμή το νέο του βιβλίο Μοιρολα3 που θα κυκλοφορησει την Τρίτη 21 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Τόπος.

Κρ.Π.: Πώς γεννήθηκε η ιδέα να γράψεις το «Μοιρολα3»;

Β.Ρ.: H «Μοιρολα3» είναι μια διασκευή του μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα «Παραμύθι χωρίς όνομα», που το 2011 έκλεισαν εκατό χρόνια από την έκδοσή του, και είναι το πιο ευπώλητο από όλα τα βιβλία της (και από τον «Μάγκα» και από τα «Μυστικά του βάλτου»).

Πριν από τέσσερα χρόνια, ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς με προσκάλεσε να διασκευάσω θεατρικά αυτό το έργο, για μια παράσταση που ανέβηκε στην παιδική σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, που παίχτηκε επί ενάμιση χρόνο και είχε μεγάλη επιτυχία.

Ωστόσο, δεν έμεινα ικανοποιημένος από αυτή τη θεατρική διασκευή. Με τον Τζαμαργιά διαφωνήσαμε, και θεωρώ ότι δεν τόλμησε μεγαλύτερες αλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο. Αυτό ήταν που με ώθησε στη συγγραφή του μυθιστορήματος «Μοιρολα3». Tην όλη περιπέτεια της θεατρικής διασκευής την αφηγούμαι διεξοδικά στο βιβλίο μου «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας».

Το «Παραμύθι χωρίς όνομα» της Δέλτα έχει μια ιδιαιτερότητα. Από τη μία είναι παιδικό και παραμυθένιο, με βασιλιάδες και βασίλισσες, βασιλόπουλα και πριγκίπισσες, και από την άλλη ―εκεί οφείλεται και η τεράστια απήχηση του βιβλίου― η συγγραφέας έχει συλλάβει και αναδείξει τις ελληνικές παθογένειες σαν να έχει βγάλει μια ακτινογραφία της χώρας μας.

Ο τίτλος, δε, «Παραμύθι χωρίς όνομα», σημαίνει αυτό που λέμε και σήμερα «ονόματα δεν λέμε». Δηλαδή, ενώ δεν δηλώνεται ρητά, το βιβλίο μιλάει για την Ελλάδα. Και είναι ανατριχιαστική η ταύτιση με πράγματα που συμβαίνουν και στις μέρες μας, με μόνιμες δηλαδή παθογένειες, που ξαναεμφανίζονται εκρηκτικά με τη σημερινή κρίση.

Διαβάζοντάς το, έχεις ώρες ώρες την εντύπωση ότι βλέπεις το βραδινό δελτίο ειδήσεων στην τηλεόραση. Τόσο επίκαιρο είναι και διεισδυτικό.

Εν ολίγοις, από τη μια μεριά υπάρχει κάτι παραμυθένιο, και από την άλλη υπάρχει κάτι πολύ άμεσο και ρεαλιστικό, σχεδόν ωμό.

Στο μυθιστόρημά της, η χώρα, το βασίλειο, ονομάζεται Μοιρολατρία (και δεν είναι βέβαια γραμμένη με τον αριθμό 3, που έχω προσθέσει στον δικό μου τίτλο). Στη Μοιρολατρία επικρατεί αυτή η πάγια νεοελληνική μοιρολατρική αντίληψη, που λέει: «Έλα, μωρέ, εγώ θ’ αλλάξω τον κόσμο; Άσε να το κάνει κανένας άλλος. Έτσι κι αλλιώς, δεν αλλάζει τίποτα. Άρα, δεν χρειάζεται και να κάνεις τίποτα…». Αυτή η μοιραία στάση, η ανατολίτικη, ότι όλα είναι προκαθορισμένα και το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να τα αποδεχτείς, ότι δεν υπάρχει περιθώριο για να πάρεις καμία πρωτοβουλία.

Η Μοιρολατρία είναι επίσης ένα κράτος διεφθαρμένο, σε απόλυτη παρακμή, όπου κλέβουν οι πάντες και κυριαρχεί η ατιμωρησία, δηλαδή όλ’ αυτά που ζούμε τα τελευταία χρόνια τόσο έντονα, και τα ξέρουμε από πρώτο χέρι, από την εμπειρία μας.

Ο γιος, όμως, του βασιλιά της Μοιρολατρίας, το δεκαοκτάχρονο βασιλόπουλο, είναι αντίθετα ένα έντιμο παιδί, που διακατέχεται από ρομαντική αφέλεια, βλέπει τη διαφθορά και σιχαίνεται και προσβάλλεται και εξοργίζεται, οπότε αποφασίζει, κόντρα στη μοιρολατρία, να αναλάβει πρωτοβουλία και να κινητοποιήσει τον κόσμο, για να ξεσηκωθεί και να αλλάξει την κοινωνία.

Στην αρχή ο λαός τον χλευάζει. Αλλά, με αφορμή κι έναν πόλεμο, τελικά αρχίζει πράγματι να κινητοποιείται ο κόσμος, γίνεται η αλλαγή στην κοινωνία και ολοκληρώνεται το βιβλίο με ένα διδακτικό χάπι έντ, που λέει ότι τα κατάφερε το βασιλόπουλο και τον άλλαξε τον τόπο του, τον έκανε καλύτερο.

Κρ.Π.: Τι έχει αλλάξει με τη δική σου διασκευή;

Β.Ρ.: Πρώτον αποφάσισα να μετατρέψω το βασιλόπουλο σε βασιλοπούλα, σε πριγκίπισσα, γιατί πιστεύω ότι οι γυναίκες είναι στο προσκήνιο αυτή τη στιγμή, και πιο πολύ θα λειτουργούσε κάπως έτσι μια γυναίκα, παρά ένας άντρας.

Από κει και πέρα, μπορεί κανείς να δει την πρωταγωνίστρια, την πριγκίπισσα Έλλη, και ως την καλή πλευρά του εαυτού μας. Αντιπροσωπεύει, ας πούμε, τη θετική πλευρά του καθενός μας, εκείνη που μπορεί να ξεσηκωθεί, για ν’ αλλάξει τα πράγματα και να τα βελιτώσει ή ακόμα και να τα μεταμορφώσει.

Η δεύτερη βασική αλλαγή είναι ότι μετέφερα όλη την ιστορία στο μέλλον, δηλαδή έκανα το μυθιστόρημα μελλοντολογικό, μια δυστοπία, όπου έχει καταστραφεί ο πλανήτης οικολογικά, είναι καμένα τα δέντρα, υπάρχουν σκουπίδια παντού, υπάρχουν ηλεκτρονικά ερείπια (υπολογιστές που δεν δουλεύουν, κινητά που δεν έχουν μπαταρίες, κλπ). Πρόσθεσα με άλλα λόγια πινελιές που το κάνουν πιο σύγχρονο.

Κι ακόμα, στη μυθιστορηματική διασκευή έχει προστεθεί κι άλλο ένα κομμάτι, αρκετά εκτενές (το ένα τρίτο του βιβλίου), όπου η πριγκίπισσα Έλλη, όταν καταφέρνει να αλλάξει τη χώρα και να τη βελτιώσει, αρνείται να παραμείνει στην εξουσία, γιατί θεωρεί ότι αυτή διαφθείρει, οπότε παρατάει τα ηνία στον αδελφό της και αποσύρεται.

Σταδιακά βέβαια ξανακυλάει η χώρα στα ίδια, και προς το τέλος της διασκευής μου έρχεται πάλι αντιμέτωπη η πρωταγωνίστρια με το ότι πρέπει γι’ άλλη μια φορά να αναλάβει πρωτοβουλία για να κινητοποιήσει τον πληθυσμό, και εκεί κάπου τελειώνει η ιστορία. Ότι, δηλαδή, πάντα θα ξαναγυρίζεις στο ίδιο σχεδόν σημείο και πάντα θα πρέπει να παλεύεις…

Κρ.Π.: Ποια είναι η αιτία της μοιρολατρίας γενικά, πιστεύεις;

Β.Ρ.: Νομίζω ότι υπάρχει μια μεγάλη παράδοση στην Ανατολή. Αυτό το αμετακίνητο, το αναλλοίωτο. Έχουμε τη δόση μας κι εμείς. Είμαστε σε μεγάλο βαθμό Ανατολίτες, άρα μοιρολάτρες. Δηλαδή, κινητοποιούμαστε μόνο όταν φτάσει ο κόμπος στο χτένι. Αλλιώς το αφήνουμε και κατρακυλάει το πράγμα, και τα μεταθέτουμε όλα σ’ ένα άπιαστο επέκεινα.

Κρ.Π.: Πριν από τη μοιρολατρία, δεν υπάρχει μία απάθεια; Μία απουσία επίγνωσης; Μία αδυναμία να συναισθανθείς την πραγματικότητα, ίσως;

Β.Ρ.: Ισχύει κι αυτό που λες, αλλά επιμένω ότι εδώ εμείς έχουμε παράδοση στη μοιρολατρία. Αν κάνεις μια αναδρομή στην Ιστορία, κατά περιόδους η χώρα είναι βουλιαγμένη σε μια μοιρολατρική αποδοχή των δεινών της και της κακοδαιμονίας της.

Κρ.Π.: Πώς σκέφτηκες τον τίτλο να τον γράψεις στο τέλος με αριθμό;

Β.Ρ.: Η λέξη «Μοιρολα3», με το 3 στο τέλος, είναι ένα σύνθημα που στο μυθιστόρημά μου εμφανίζεται στους τοίχους της χώρας. Προτίμησα αυτή τη γραφή, και επειδή οι νεότεροι σήμερα το συνηθίζουν, επηρεασμένοι από τους Αγγλοσάξονες (π.χ. 4U και διάφορα ανάλογα), αλλά και επειδή αυτός ο τρόπος γραψίματος του τίτλου προειδοποιεί ότι γίνεται ένα μπέρδεμα σ’ αυτό το βιβλίο.

Μία σύνθεση ετερόκλητων πραγμάτων, ένα κουλουβάχατο: το μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα που το έχω μετατρέψει σε μια ιστορία επιστημονικής φαντασίας, το γεγονός ότι είναι παραμύθι, αλλά και ταυτόχρονα μιλάει ξεκάθαρα για τη σημερινή πραγματικότητα...

Κρ.Π.: Εμένα πάει το μυαλό μου και στις 3 μοίρες των αρχαίων Ελλήνων, που θεωρούσαν ότι η μοίρα δεν είναι όπως την εννοούν οι πολλοί σήμερα, αλλά τρία μερίδια, αυτό που κληρονομούμε και δεν αλλάζει, αυτό που φτιάχνουμε με τις επιλογές μας που αλλάζει, και γι’ αυτό επεμβαίνει στο τρίτο μερίδιο (μοίρα) που είναι η τύχη.

Β.Ρ.: Δεν πάω τόσο πίσω, στους αρχαίους. Σήμερα η λέξη μοιρολατρία σημαίνει να αποδέχεσαι τη μοίρα σου και να μην κάνεις τίποτα για να την αλλάξεις.

Κρ.Π.: Αυτός είναι ο σύγχρονος ορισμός της, όμως εφόσον η μοίρα ετυμολογικά παραπέμπει στα τρία μερίδια που χαρίζουν οι τρεις Μοίρες (Άτροπος, Κλωθώ, Λάχεσις), μοίρα δεν είναι κάτι που δεν αλλάζει! Μήπως πρέπει δηλαδή να επανανοηματοδοτήσουμε τη λέξη μοιρολατρία; Στην πραγματικότητα δηλαδή, να ...λατρέψουμε τη μοίρα με τις τρεις αυτές διαστάσεις της, για να μπορέσουμε να αλλάξουμε τη ζωή μας; Και εσύ με τον τίτλο σου και με όλη αυτή την ιστορία, κάτι τέτοιο δε δείχνεις;

Β.Ρ.: Ναι, έχει ενδιαφέρον έτσι όπως το λες.

Κρ.Π.: Δεν το λέω εγώ, ο τίτλος σου το λέει…

Β.Ρ.: Δεν το είχα σκεφτεί έτσι. Εγώ εστίασα στη σύγχρονη έννοια της μοιρολατρίας. Που σημαίνει ότι δεν αλλάζει η μοίρα, όλα γίνονται έξω από μένα και δεν μπορώ να επέμβω και να τα επηρεάσω.

Αυτό ακριβώς χάνεις όταν παραδίδεσαι στη μοιρολατρία. Μια ζωή την έχουμε, κι αν δεν προσπαθήσουμε να αγωνιστούμε αυτή τη στιγμή για να αλλάξουμε τα πράγματα, πότε θα το κάνουμε;

Γι’ αυτό και, παρά το παραμυθένιο περιτύλιγμα, είναι πολύ πολιτικοποιημένο το βιβλίο, από τα πιο πολιτικοποιημένα μου, και καταλήγει σ’ ένα κάλεσμα, σε μια κραυγή: «Κινητοποιήσου. Κάνε κάτι! Πάρε πρωτοβουλία για ν’ αλλάξεις τη μοίρα σου». Αυτό αντηχεί σε όλο το βιβλίο.

Κρ.Π.: Μπορείς να θυμηθείς κάτι αυτολεξεί από τις σελίδες του.

Β.Ρ.: Το «Η γλώσσα είναι πατρίδα», που το λέει η πρωταγωνίστρια στην πρώτη σελίδα. Το πιστεύω κι εγώ βέβαια. Δεν είναι και καμιά καινούργια βαθιά σοφία, το ξέρουμε όλοι μας.

Αλλά παρόλο που μέσα στην ιστορία μου δεν υπάρχει σχεδόν τίποτα το δεδηλωμένα ελληνικό, η φράση αυτή ειδοποιεί ότι εδώ μιλάμε για το πρόβλημά μας. Αυτό που επίσης θυμάμαι, είναι και η τελευταία φράση του βιβλίου, που λέει: «Το μέλλον είναι τώρα».

Αυτή η φράση έχει δύο σημασίες. Ότι όλο το μελλοντολογικό κλίμα και μήνυμα του βιβλίου είναι τωρινό, αφορά το σήμερα. Και το κυριότερο, ότι πρέπει να κάνουμε κάτι τώρα για να επηρεάσουμε το μέλλον.

Κρ.Π.: Πότε ένιωσες εσύ στη ζωή σου ότι επεμβαίνεις στη μοίρα σου;

Β.Ρ.: Όλες οι σημαδιακές επιλογές στη ζωή μας αποτελούν τέτοιες επεμβάσεις. Το ότι παντρεύτηκα, το ότι απέκτησα παιδί. Και εν πάση περιπτώσει, εάν δεν ισχύει για άλλες επιλογές μου, ισχύει σίγουρα για το ότι αποφάσισα να ζήσω γράφοντας. Πράγμα στο οποίο αρχικά οι γονείς μου εναντιώθηκαν (φτάσαμε να μη μιλάμε για ένα διάστημα, γιατί φοβόντουσαν ότι θα βασανιστώ και θα πεθάνω στην ψάθα – και είχαν εν μέρει δίκιο). Ειδικά σ’ αυτόν τον τομέα, έφτιαξα απολύτως εγώ ο ίδιος τη μοίρα μου και είμαι υπεύθυνος γι’ αυτήν.

Κρ.Π.: Είσαι ένας μοιρολά3ς, λοιπόν… Πώς βλέπεις τη μοίρα της Ελλάδας με τα σημερινά δεδομένα μοιρολατρίας και όχι μοιρολα3ς;

Β.Ρ.: Τη βλέπω πολύ δύσκολη. Όπως στρώσαμε, θα κοιμηθούμε. Εννοώ ότι αφήσαμε να κάνουν όλ’ αυτά τα αίσχη οι κυβερνώντες, να κλέβουν και να αλωνίζουν ανενόχλητοι επί τόσα χρόνια, κι εμείς να αρκούμαστε σε κάποια ψίχουλα, που μας αποκοίμιζαν. Και τώρα έρχεται ο λογαριασμός. Και εμείς εξακολουθούμε να κοιμόμαστε, και να είμαστε παραιτημένοι και φοβισμένοι.

Μ’ αυτή την έννοια είναι πολύ δύσκολα τα πράγματα. Και δεν πιστεύω καθόλου ότι θα λυθεί το πρόβλημα μόνο με το να βγει ο ΣΥΡΙΖΑ.

Αν και αυτό καθαυτό το γεγονός έχει αργήσει πάρα πολύ. Θα ’πρεπε να έχει συμβεί εδώ και τρία, τέσσερα χρόνια.

Έπρεπε, δηλαδή, η κοινωνία να έχει αποστραφεί μετά βδελυγμίας το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ που είναι οι κύριοι υπεύθυνοι για τα χάλια μας, και έπρεπε να έχει πετάξει εδώ και καιρό το μπαλάκι στον ΣΥΡΙΖΑ, για να προχωράει η κατάσταση. Αυτή η απουσία εναλλαγής στο πολιτικό σκηνικό, είναι από τα πιο νοσηρά πράγματα που συμβαίνουν στη χώρα μας.

Αλλά κι όταν θα βγει τελικά ο ΣΥΡΙΖΑ, που όλα δείχνουν ότι θα κερδίσει τις επόμενες εκλογές, τότε αρχίζει η δύσκολη φάση. Δεν έληξε κάτι. Δεν λύνεται από σωτήρες το πρόβλημα. Πρέπει εμείς να κινητοποιηθούμε, ο λαϊκός κόσμος, οι άνθρωποι που είναι χτυπημένοι από την κρίση, οι άνεργοι, οι ανασφάλιστοι, τα θύματα της κρίσης πρέπει να ενεργοποιηθούν, να πάρουν πρωτοβουλίες, διαφορετικά δεν μπορεί να μας σώσει κανείς. Ο Τσίπρας από μόνος του δεν φτάνει.

Κρ.Π.: Την Ελλάδα, δηλαδή, μπορούν να τη σώσουν από την κρίση, μόνο τα ίδια τα θύματα αυτής της κρίσης;

Β.Ρ.: Ακριβώς.





Μοιρολα3, του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, Εκδόσεις Τόπος





http://tvxs.gr/news/biblio/moirala3-kai-oxi-moirolatria

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Βαγγέλης Ραπτόπουλος ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ




Tι είναι πιο επικίνδυνο, να εγκλωβιστείς σ’ ένα ασανσέρ ή στους κόλπους της Aγίας Nεοελληνικής Oικογένειας;


ΤΟ ΑΣΑΝΣΕΡ ―μια μαύρη κωμωδία, με πρωταγωνιστές συνηθισμένους ανθρώπους σε ασυνήθιστες καταστάσεις―, κυκλοφορεί σε λίγες μέρες απότις Εκδόσεις Bibliotheque, με έργο εξωφύλλου και εικονογράφηση της Isabel Reitemeyer.

«Πρωτοδιάβασα τον πυρήνα αυτής της ιστορίας πριν από χρόνια, στο "Περί ηρώων και τάφων" του αμίμητου Eρνέστο Σάμπατο. Eκεί, αν θυμάμαι καλά, αναφέρεται ως πραγματική και υποτίθεται ότι συνέβη όντως στα περίχωρα του Mπουένος Άιρες, ενώ εγκλωβισμένοι στο ασανσέρ, όπως ακριβώς και στη δική μου εκδοχή, ήταν μια υπηρέτρια με τον εραστή της. Μόνο που κατέληγε σε κανιβαλισμό και δεν υπήρχε κανένα καλοκαίρι, δηλαδή ευτυχές τέλος ή, επί το νεοελληνικότερον, χάπι εντ. Eδώ και πολύ καιρό 
ονειρευόμουν να την ξαναγράψω προσαρμόζοντάς την στα καθ’ ημάς, κάποτε ξεκίνησα ακόμα και πολυσέλιδο μυθιστόρημα να την κάνω. [...] Στο βάθος, φοβόμουν να τη γράψω κι όλο άλλαζα τον τρόπο προσέγγισής της, επειδή αναζητούσα κάτι πιο παιχνιδιάρικο, πιο αινιγματικό, κάτι πιο αλλόκοτο ίσως, από την απλή αγωνιώδη περιπέτεια με το αποτρόπαιο τέλος, που είχα ήδη στα χέρια μου».

13/06/2014
Βαγγέλης Ραπτόπουλος «Πρωτοδιάβασα τον πυρήνα αυτής της ιστορίας πριν από χρόνια, στο "Περί ηρώων και τάφων" του αμίμητου Eρνέστο Σάμπατο. Eκεί, αν θυμάμαι καλά, αναφέρεται ως πραγματική και υποτίθεται ότι συνέβη όντως στα περίχωρα του Mπουένος Άιρες, ενώ εγκλωβισμένοι στο ασανσέρ, όπως ακριβώς και στη δική μου εκδοχή, ήταν μια υπηρέτρια με τον εραστή της. Μόνο που κατέληγε σε κανιβαλισμό και δεν υπήρχε κανένα καλοκαίρι, δηλαδή ευτυχές τέλος ή, επί το νεοελληνικότερον, χάπι εντ. Eδώ και πολύ καιρό ονειρευόμουν να την ξαναγράψω προσαρμόζοντάς την στα καθ’ ημάς, κάποτε ξεκίνησα ακόμα και πολυσέλιδο μυθιστόρημα να την κάνω. [...] Στο βάθος, φοβόμουν να τη γράψω κι όλο άλλαζα τον τρόπο προσέγγισής της, επειδή αναζητούσα κάτι πιο παιχνιδιάρικο, πιο αινιγματικό, κάτι πιο αλλόκοτο ίσως, από την απλή αγωνιώδη περιπέτεια με το αποτρόπαιο τέλος, που είχα ήδη στα χέρια μου».
13 Ιουνίου στις 11:39 π.μ. 

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Βαγγέλης Ραπτόπουλος Ντροπή


Ντροπή του Βαγγέλη Ραπτόπουλου


Τέσσερις ημέρες μετά τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου, κατέβηκα στην πορεία. Στην πραγματικότητα επρόκειτο για πολλές πορείες μαζί -άλλες τα αριστερά κόμματα, άλλη οι συνδικαλιστικοί φορείς εργατών και υπαλλήλων-, σε διάφορα σημεία του κέντρου της Αθήνας. Πράγμα που εκείνον τον καιρό κόντευε να γίνει καθημερινή ρουτίνα.

Εντύπωση μου προκάλεσε η μαζική προσέλευση στα μπλοκ των αριστεριστών, μου θύμισε τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Και κάτι ακόμη από το παρελθόν: συνάντησα ένα σωρό παλιούς φίλους και γνωστούς, που είχαν κι εκείνοι αυθόρμητα κατέβει να διαδηλώσουν. Με κάποιον, μάλιστα, πρώην συμμαθητή και συναγωνιστή μου, ανηφορίσαμε τη Σταδίου, κάναμε για ώρα στάση στο Σύνταγμα, κατηφορίσαμε μετά την Πανεπιστημίου και χαζέψαμε για λίγο στα Προπύλαια. Ώσπου, όταν πίσω μας άρχισαν να πέφτουν τα πρώτα δακρυγόνα, προχωρήσαμε προς την Ομόνοια και σε κάποιο μαγαζάκι που παρέμενε ανοιχτό σταθήκαμε για έναν καφέ στο πόδι.

Μπροστά μας, στο πεζοδρόμιο της Πανεπιστημίου, το περίπτερο ήταν επίσης ανοιχτό. Ο περιπτεράς, συνειδητοποιώντας ότι κατέφθαναν τρέχοντας διαδηλωτές και ότι λίγο πιο πάνω είχαν αρχίσει τα επεισόδια, σαν να ηλεκτρίστηκε. Βγήκε αστραπιαία από το κουβούκλιό του και σκέπασε με μεγάλους τσίγκους τα ψυγεία των αναψυκτικών, ασφαλίζοντάς τα με λουκέτα. Ύστερα, με εξίσου αστραπιαίες κινήσεις, μάζεψε το εμπόρευμα από τα πλαϊνά του περιπτέρου, κατέβασε τα ρολά και εν ολίγοις το έκλεισε. Η αγωνία του να κρατήσει το περίπτερο ανοιχτό ώς την τελευταία στιγμή, διακινδυνεύοντας να του το σπάσουν, μήπως και πουλήσει τίποτα, ήταν κάτι περισσότερο από απλώς προφανής. Γενικά, η όλη στάση του είχε κάτι αντίθετο και ταυτόχρονα εναρμονισμένο με το πνεύμα της διαδήλωσης.

Είχαμε προλάβει να πληρώσουμε και βγαίναμε από το μαγαζί, όταν ο περιπτεράς χώθηκε στη στοά που βρισκόταν δίπλα στο καφενείο, η ιδιοκτήτρια του οποίου έσπευδε τώρα να κατεβάσει κι εκείνη τα ρολά. Άλλο ένα ρολό, τη φορά αυτή της στοάς, γλίστρησε μπροστά στον περιπτερά, εγκλωβίζοντάς τον στο εσωτερικό της, σαν πίσω από κάγκελα φυλακής. Φεύγοντας, τον είδα γαντζωμένο στο σιδερένιο πλέγμα να κοιτάζει έξω, το κλειστό περίπτερό του και τους διαδηλωτές που έτρεχαν στο έρημο από αυτοκίνητα οδόστρωμα της Πανεπιστημίου.

Περίμενε να τελειώσουν όλα, για να το ξανανοίξει; Μάλλον. Απέπνεε, πάντως, ολόκληρος μια τρομερή άνεση. Ούτε εκνευρισμένος ούτε πανικόβλητος, περίμενε με τη φυσικότητα κάποιου που κάνει απλώς τη δουλειά του. Και μολονότι στα επεισόδια όλων εκείνων των ημερών είδα -άλλοτε με τα μάτια μου κι άλλοτε στα μέσα ενημέρωσης- δεκάδες σκηνές που με ταρακούνησαν, η συγκεκριμένη με τον περιπτερά λες και τα συνοψίζει όλα. Εκτός από τους διαδηλωτές, στην προκειμένη περίπτωση είχαμε κι έναν εκπρόσωπο της Σιωπηλής Πλειοψηφίας, που με τη στωικότητα και την ανεκτικότητά του φαινόταν, εάν όχι να εγκρίνει, τουλάχιστον να κατανοεί το ξέσπασμα των νέων.

Τις μέρες που ακολούθησαν τις ταραχές του Δεκεμβρίου, συνήθιζα να ρητορεύω σε διάφορες παρέες. Φρόντιζα πρώτα να διηγηθώ τη σκηνή με τον περιπτερά με κάθε λεπτομέρεια και μετά κατέληγα στα σχόλια που προανέφερα. Για να προσθέσω εν είδει επιλόγου: «Το ίδιο πιστεύω ότι συνέβη με ένα μεγάλο μέρος της νεοελληνικής κοινωνίας. Με άλλα λόγια, οι δεκαπεντάχρονοι δεν θα μπορούσαν να έχουν κατέβει έτσι αθρόα στους δρόμους χωρίς την ανοχή, και ακόμη καλύτερα τη συγκατάθεση, των γονιών τους και γενικά των ενηλίκων. Τα παιδιά δεν είναι οι μόνοι εξεγερμένοι!».

Πού να ήξερα.

Πέρασαν μήνες και φτάσαμε αισίως στην Εβδομάδα των Παθών. Μεγάλη Δευτέρα μεσημέρι, κατά τις τρεις και μισή, ήμουν και πάλι καθισμένος στο ίδιο εκείνο καφενεδάκι τής Πανεπιστημίου πλάι στη στοά, με το γνωστό περίπτερο ορθάνοιχτο μπροστά μου. Δεν είχα ξανακαθίσει στο μαγαζί όλον αυτόν τον καιρό, χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει ότι το απέφευγα, συνειδητά τουλάχιστον. Αντιθέτως, περνούσα απέξω αρκετά συχνά, και κάθε φορά θυμόμουν ξανά τα πάντα, λες και είχαν συμβεί πριν από λίγο. Τι πιο φυσικό, όταν ευκαιρία έψαχνα για να τα διηγούμαι δεξιά κι αριστερά επί τόσους μήνες;

Είχα προσέξει και τον περιπτερά, είχα απομνημονεύσει τη φάτσα του. Και τώρα έβλεπα ότι μες στο κουβούκλιο -πίσω από το οποίο τη φορά αυτή δεν έτρεχαν διαδηλωτές, αλλά το μεταλλικό ποτάμι των τροχοφόρων- ήταν σφηνωμένος ένας νεαρός γύρω στα είκοσι, ίσως γιος του. Είτε ήταν συγγενής τού μικρού είτε αφεντικό του, ο τύπος που είχα πρωτοδεί τον Δεκέμβριο θα πρέπει να πλησίαζε τα πενήντα. Και επειδή παρέλειψα να τον περιγράψω μέχρι τώρα: ήταν εξαιρετικά ισχνός και μαυριδερός. Όχι όμως σαν Πακιστανός, όχι τόσο μελαψός. Μια διευκρίνιση απαραίτητη, αφότου η Ελλάδα γέμισε με πραγματικούς Πακιστανούς μετανάστες.

Το διπλανό τραπέζι ήταν κατειλημμένο από μια παρέα τριών ατόμων, που κουβέντιαζαν σε πολύ έντονο ύφος, φωνάζοντας σχεδόν. Έπιανα τα λεγόμενά τους θέλοντας και μη, κι ας τους είχα στραμμένη την πλάτη. Μιλούσαν για τις ταραχές των περασμένων Χριστουγέννων, αλλά και για το όργιο βίας και τρομοκρατίας που είχε ξεσπάσει έκτοτε, και ιδίως για τα σπασίματα των κουκουλοφόρων. Τα μόνα θέματα ικανά να επισκιάσουν ακόμη και την πρώτη είδηση της εποχής: την οικονομική κρίση. ΄Η μήπως η τελευταία κρυβόταν πίσω από την πρόσφατη επίδειξη μηδενισμού και καταστροφολαγνείας;

Άκουσα έναν τους να δηλώνει, με μια φωνή βραχνή σαν κρώξιμο, εις επήκοον όχι απλώς της παρέας του, είπαμε, αλλά λες και απευθυνόταν σχεδόν σε ολόκληρο το στενόχωρο καφενείο: «Ρε, στρατό, ρε συ! Αυτό τους χρειαζότανε! Να σου κατεβάσει το στρατό κανονικά, να βγάλει τους φαντάρους στο δρόμο, τους λοκατζήδες, και να τους ρίξει πάνω σ' αυτά τα τσογλάνια, να τα κάνουνε μαύρα στο ξύλο! Όχι όπλα, ούτε χημικά και μαλακίες! Ρε, φέρ' το στρατό, σου λέω! Τι να σου κάνει η αστυνομία; Ξύλο! Δεν φάγανε ποτέ τους ξύλο, τα κωλόπαιδα! Σπάσ' τους τα μούτρα πρώτα, και μετά τα λέμε! Τα κακομαθημένα τσουτσέκια! Που τ' αφήνεις να καίνε και να ρημάζουνε την περιουσία του καθενός. Ρε, σάπισ' τα, σκότωσ' τα στο ξύλο!»

Γύρισα πάνω απ' τον ώμο μου σαν αυτόματο, ενώ ταυτόχρονα άνθιζε μες στο μυαλό μου η υποψία. Και την ίδια στιγμή έβλεπα ότι ο τύπος με τη βραχνή φωνή ήταν, όντως, τρομερά αδύνατος και μελαχρινός, έστω και όχι σαν Πακιστανός. Ναι, ήταν ο ίδιος εκείνος περιπτεράς του Δεκεμβρίου, ο άνθρωπος που είχα χρίσει εκπρόσωπο της Σιωπηλής Πλειοψηφίας. Αυτός που, όπως συνήθιζα να λέω σε φίλους και γνωστούς, με τη στωικότητα και την ανεκτικότητά του φαινόταν, εάν όχι να εγκρίνει, τουλάχιστον να κατανοεί το ξέσπασμα των νέων. Ώστε, την ώρα που ο ίδιος έπινε καφέ με τους κολλητούς του, ο γιος του δούλευε το περίπτερο; Ο γιος του, που δεν ήταν κακομαθημένο κωλόπαιδο και δεν ήθελε ξύλο έως θανάτου;

Ένιωσα να με λούζει ένα κύμα ντροπής, που ανάλογή της στη ζωή μου δεν νομίζω ότι έχω ξανανιώσει. Η αλήθεια είναι ότι ένιωσα και λύπη -αυτήν που φέρνουν η διάψευση και η κάθε μας μετάνοια, με ή χωρίς γονυκλισία-, αλλά για κάποιο λόγο η έννοια της ντροπής με εκφράζει καλύτερα. Ντράπηκα για τον περιπτερά, όχι μόνο για τις εμπαθείς φράσεις που τον είχα ακούσει να ξεστομίζει, αλλά και για την ιταμή, χυδαία έκφραση που αντίκριζα στο πρόσωπό του. Ντράπηκα και για τον εαυτό μου, για την αφέλεια που με έδερνε, για τις ακατανίκητες αριστερές προκαταλήψεις που με τύφλωναν, και πολύ φοβάμαι ότι θα εξακολουθήσουν να με τυφλώνουν ισοβίως.

Τέλος, ένιωσα και μια πιεστική παρόρμηση, θολή και αδιευκρίνιστη αρχικά, που λίγο αργότερα θα αποσαφηνιζόταν πλήρως. Η θεία φώτιση μου ήρθε τη στιγμή που ήμουν στο βαγόνι του μετρό, στριμωγμένος σαν σαρδέλα ανάμεσα στους συνεπιβάτες μου. Ένας τρόπος μόνο υπήρχε για να εξιλεωθώ, ένας τρόπος ταιριαστός με τις ημέρες του Πάσχα. Να εξομολογηθώ δημόσια την αμαρτία μου, εκθέτοντάς την εδώ.

Το διήγημα γράφτηκε από τον Βαγγέλη Ραπτόπουλο και εικονογραφήθηκε από τον Μανώλη Ζαχαριουδάκη, ειδικά για την πασχαλιάτικη έκδοση της «Κ» τις 18/04/2009 http://www.kathimerini.gr/355710/article/politismos/arxeio-politismoy/ntroph.

 https://www.facebook.com/photo.php?fbid=453657201432311&set=p.453657201432311&type=1&theater

Τρίτη 18 Μαρτίου 2014

Βαγγέλης Ραπτόπουλος για την Λούλα


― Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας να εισχωρεί με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση ενός ψυχοπαθούς ήρωα;

― Αυτό πρώτη φορά μου το λένε. Μέχρι τώρα, και πάντα με αφορμή τη «Λούλα», είχα ακούσει να με επαινούν για το πώς κατάφερα να «εισχωρήσω με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση των γυναικών». Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας προσπαθεί πάντοτε να υποδυθεί όσο πιο πειστικά γίνεται τους ήρωές του: είτε τέρατα είναι αυτοί είτε άγιοι.

[Απόσπασμα Συνέντευξης στην Αργυρώ Μουντάκη, εφημ. «Θεσσαλία»]
Πηγή Βαγγέλης Ραπτόπουλος 14 Μαρτίου 2014

Όλη η συνέντευξη στην Αργυρώ Μουντάκη

(ένθετο «Διαδρομές», εφημερίδα «Θεσσαλία», Κυριακή 14 Μαρτίου 2014)

Πηγή http://www.toportal.gr/?i=toportal.el.article&id=2903
Ακόμα γράφω!




― Κύριε Ραπτόπουλε η «Λούλα» γιατί παραμένει διαχρονική, ίσως και επίκαιρη δεκαπέντε χρόνια περίπου μετά την πρώτη έκδοσή της;

Αν κάτι παραμένει διαχρονικό στη «Λούλα», αυτό είναι η εξερεύνηση της σεξουαλικότητας, ειδικά της γυναικείας. Ταυτόχρονα, το συγκεκριμένο μυθιστόρημά μου αποτελεί μια κιβωτό πράξεων, σκέψεων και συναισθημάτων της δεκαετίας του ’90. Εάν κανείς θέλει να πραγματοποιήσει μια επίσκεψη στα ήθη της εν λόγω εποχής, η «Λούλα» ενδείκνυται απολύτως. Μια ηρωΐδα που αδυνατεί να φτάσει σε οργασμό, όπως ακριβώς αδυνατεί να απολαύσει τη ζωή και η κοινωνία γύρω της, έχοντας υποδουλωθεί ολοκληρωτικά στην εξουσία του χρήματος. Το βιβλίο μου ζωντανεύει αυτόν τον ατομικισμό-σε-παροξυσμό που άνθισε μες στην καρδιά της φούσκας και μας οδήγησε στην τωρινή κρίση.

― Οι νέοι σύγχρονοι αναγνώστες της «Λούλας» πόσο διαφορετικά διαβάζουν το κείμενό σας από τους πρώτους παλιούς αναγνώστες; Βλέπετε διαφορετική υποδοχή του έργου σας τώρα από παλιότερα;

Μια μεγάλη διαφορά είναι ότι οι αναγνώστριες και οι αναγνώστες σήμερα πια δεν σκανδαλίζονται, τουλάχιστον τόσο πολύ και με τον τρόπο που συνέβαινε κάτι ανάλογο, όταν το βιβλίο μου πρωτοεκδόθηκε. Είναι προφανές ότι στη δεκαπενταετία που μεσολάβησε, εθιστήκαμε όλοι μας πολύ περισσότερο στη γενικευμένη εκπόρνευση που μας περιβάλλει. Ή αλλιώς, είμαστε μια κοινωνία που έχει περιέλθει σε ακόμα πιο καταλυτική παρακμή.

― Η λαγνεία, ένα από τα επτά θανάσιμα αμαρτήματα, παίζει στο έργο σας «Λούλα» καθοριστικό ρόλο. Αν η κατάληξη της «Λούλας» δεν είναι τιμωρητική, πώς εσείς ως συγγραφέας της θα προτιμούσατε να την αποκωδικοποιεί ο αναγνώστης;

«Λαγνεία» θα μπορούσε να είναι και εναλλακτικός τίτλος για τη «Λούλα». Αλλά η σύλληψη με τα θανάσιμα αμαρτήματα μάς είναι ξένη, προέρχεται από τον καθολικισμό. Για την ανατολίτικη πλευρά μας, όμως, δεν υπάρχει χειρότερο αμάρτημα, είναι το κορυφαίο. Έχουμε, λοιπόν, ένα βιβλίο γεμάτο λαγνεία, για μια κοπέλα που τη στερείται. Η λαγνεία ως έμβλημα μιας κοινωνίας ανοργασμικής. Και πού αλλού θα μπορούσε να οδηγηθεί μια ηρωΐδα ανοργασμική, η οποία φτάνει στο αποκορύφωμα της ηδονής μέσα στο κέντρο της Αθήνας, μετατρέποντάς το σε τεράστιο γαμιστρώνα; Τι θα ήταν καταλληλότερο από έναν ένδοξο, πανηγυρικό, αποθεωτικό θάνατο-θυσία; Γι’ αυτό και, ως προς την κατάληξη του μυθιστόρηματος, ένα έχω να πω: έτυχε. Ή αλλιώς, έτσι ήρθαν τα πράγματα. Η κατάληξη μιας ιστορίας δεν αποτελεί ένα είδος ερμηνείας της, όσο κι αν ταιριάζει κάτι τέτοιο σε ορισμένες περιπτώσεις. Όπως έλεγε και ο παλιός εκείνος στίχος του Σαββόπουλου: «Η ζωή αλλάζει, δίχως να κοιτάζει, τη δικιά σου μελαγχολία».

― Αν γράφατε τώρα τη «Λούλα», εν έτει 2014, τι θα αλλάζατε; Με την επανέκδοσή της μπήκατε στον πειρασμό να επιμεληθείτε ξανά το κείμενο;

Πιθανότατα δεν θα έγραφα καθόλου αυτό το μυθιστόρημα σήμερα, όπως και κανένα άλλο από τα προγενέστερα έργα μου. Με άλλα λόγια, έχει κυλήσει πολύ νερό στ’ αυλάκι, και για μένα τον ίδιο, και για την πραγματικότητα γύρω μου. Όσο για την επανέκδοση, αυτός ακριβώς είναι ο μεγάλος πονοκέφαλος. Μικροαλλαγές στη διατύπωση μπορεί να έκανα εδώ κι εκεί, αλλά τίποτα σπουδαίο δεν άλλαξα εντέλει. Ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνσιν εκ του ταμείου (του χρόνου).

― Αν ζούσε η Λούλα το 2014, ποιο θα ήταν το προφίλ της στο facebook?

Ιδίως όταν το όνομα της πρωταγωνίστριας τυχαίνει να είναι και ο τίτλος του μυθιστορήματός σου, το θέμα του facebook καταντάει παιχνιδάκι. «Λούλα» θα ήταν το προφίλ της, τι άλλο;

― Πώς καταφέρνει ένας συγγραφέας να εισχωρεί με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση ενός ψυχοπαθούς ήρωα;

Αυτό πρώτη φορά μου το λένε. Μέχρι τώρα, και πάντα με αφορμή τη «Λούλα», είχα ακούσει να με επαινούν για το πώς κατάφερα να «εισχωρήσω με επιτυχία στην ψυχοσύνθεση των γυναικών»! Σε κάθε περίπτωση, ο συγγραφέας προσπαθεί πάντοτε να υποδυθεί όσο πιο πειστικά γίνεται τους ήρωές του: είτε τέρατα είναι αυτοί είτε άγιοι.

― Πώς καταφέρατε να ισορροπήσετε μέσα από μια τόσο νεανική επιτυχία σας ως συγγραφέας, περίπου στα 20 σας χρόνια, δεδομένου ότι λίγοι καταφέρνουν να διατηρήσουν αλλά και να διαχειριστούν κάτι τέτοιο;

Και ποιος σας είπε ότι κατάφερα να ισορροπήσω; Αστειεύομαι. Έκανα ό,τι καλύτερο μπορούσα. Δεν υπάρχει συνταγή, αυτό εννοώ. Το σίγουρο, πάντως, είναι ότι δεν θεώρησα τίποτε δεδομένο. Και ότι έριξα όλο μου το βάρος στη δουλειά, ανεξαρτήτως του πόσο επιτυχημένη μπορούσε να θεωρηθεί κάθε φορά. Έγραφα, έγραφα, έγραφα, κι ακόμα γράφω!

― Φαντάζομαι θέλει θάρρος και όραμα ώστε να αποφασίσει κάποιος σε μια τόσο νεαρή ηλικία ότι το επάγγελμά του, αυτό που θα τον συντηρήσει βιοποριστικά, θα είναι αυτό του συγγραφέα. Υπήρξαν άνθρωποι που προσπάθησαν να σας αποτρέψουν;

Μπορεί να θέλει απλώς πείσμα... Οι γονείς μου εναντιώθηκαν σ’ αυτή την επιλογή μου, όταν ήμουν νέος, κι όπως το κρίνω σήμερα, πολύ καλά έκαναν. Όμως, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθούν ότι μπαίναμε στην εποχή της πλασματικής ευημερίας, όπου οι συγγραφείς όχι μόνο δεν θα πέθαιναν στην ψάθα όπως παλιά, αλλά επιπλέον μπορούσαν να βιοπορίζονται από το γράψιμο. Το αμείλικτο ερώτημα είναι: τι γίνεται από δω και πέρα, που η φτώχεια καλπάζει;

― Η φαντασία ή η λογική υπερτερούν όταν γράφετε ένα μυθιστόρημα; Ο ρεαλισμός τι ρόλο παίζει;

― Εξαρτάται από το μυθιστόρημα κάθε φορά. Αν και μαντεύω πως όταν υπερτερεί μία όψη των πραγμάτων («λογική και φαντασία» επιλέγετε εσείς, υπάρχουν όμως και πολλές άλλες), τότε κάτι αντιστρόφως ανάλογο συμβαίνει σε βάρος των υπολοίπων. Καλό είναι να ισορροπούν, λοιπόν, και να μην υπερτερεί καμία πλευρά. Όσο για το ρεαλισμό, είναι το παν. Ακόμα κι όταν αφηγείσαι την ιστορία κάποιου που ξυπνάει μεταμορφωμένος σε μια τεράστια κατσαρίδα, οφείλεις να το κάνεις όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται.

― Όταν γράφετε σκέφτεστε καθόλου πώς θα ευχαριστήσετε τους αναγνώστες σας; Όταν σχεδιάζετε το τέλος των έργων σας;

Παρά τη διαδεδομένη άποψη περί του αντιθέτου, δεν πιστεύω ότι οι αναγνώστες αγκαλιάζουν ή αποστρέφονται ένα έργο μόνο και μόνο εξαιτίας του όποιου τέλους του. Με άλλα λόγια, δεν είμαι σίγουρος τι ευχαριστεί και τι όχι τους αναγνώστες. Ο συγγραφέας αγωνίζεται να φτάσει στο τέλος της την ιστορία που αφηγείται, αγωνίζεται να ευχαριστήσει πρωτίστως τον εαυτό του και να μη νιώθει άβολα με ό,τι έγραψε. Αυτή η έγνοια του είναι αρκετή και με το παραπάνω, και για τον ίδιο και για τους αναγνώστες.

― Υπάρχει μια νέα τάση να βγαίνουν ελεύθερα στο διαδίκτυο λογοτεχνικά έργα. Πώς σας φαίνεται;

Μου φαίνεται αναπόφευκτο και φυσικό, έτσι όπως εξελίσσονται τα πράγματα. Το διαδίκτυο και η υψηλή τεχνολογία αλλάζουν τα πάντα.Τόσο ο ρόλος του εκδότη όσο και αυτός του κριτικού ή του δημοσιογράφου που ασχολείται με βιβλία, φαίνεται ότι θα αντιμετωπίσουν πρόβλημα ύπαρξης στο μέλλον. Εύχομαι να μην ισχύει κάτι ανάλογο και για τους ίδιους τους συγγραφείς. Μακάρι η αλλαγή στον τρόπο διάδοσης του έργου, να μην αποβεί μοιραία και για το έργο.

― Η εμπειρία και η ζωή πώς νιώθετε ότι σας επηρεάζουν ως συγγραφέα;

Με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, ελπίζω. Γίνομαι όλο και λιγότερο παρορμητικός και ανυπόμονος, όλο και πιο ώριμος και υποψιασμένος.

― Η απόκτηση παιδιού άλλαξε την κοσμοθεωρία σας;

Απολύτως. Σε γενικές γραμμές, αναγκάστηκα να είμαι λιγότερο εγωκεντρικός. Δεν γίνεται αλλιώς, εάν αναλαμβάνεις τις ευθύνες σου απέναντι σ’ ένα πλάσμα που νιώθεις ταγμένος να προστατεύεις.



Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Οδηγός για επίδοξους συγγραφείς, του Βαγγέλη Ραπτόπουλου





Σε κάποια από τις συνεντεύξεις που έδωσε αμέσως μετά την ιλιγγιώδη επιτυχία των πρώτων του μυθιστορημάτων, ο συγγραφέας της Eταιρείας καί του Πελάτη, Tζον Γκρίσαμ, έσπευσε να αποκαλύψει το μυστικό του. Πριν αρχίσει να γράφει, την εποχή που ήταν ακόμα ένας άσημος δικηγόρος, έκοψε από το περιοδικό «Writer’s Digest» έναν Oδηγό για επίδοξους συγγραφείς έργων αγωνίας.


O Γκρίσαμ έστησε την πλοκή των μυθιστορημάτων του με βάση τον χρηστικό αυτόν οδηγό, τον οποίο υποτίθεται ότι είχε καρφιτσωμένο μπροστά στο γραφείο του όσον καιρό έγραφε:
Άρχισε με δράση· την εξηγείς αργότερα.
Δυσκόλεψε όσο μπορείς τον πρωταγωνιστή σου.
Eνοχοποίησέ τον νωρίς, τον ξεπληρώνεις αργότερα.
Δώσε στον πρωταγωνιστή κίνητρο.
Δώσε στον πρωταγωνιστή προσωπικό συμφέρον.
Δώσε στον πρωταγωνιστή περιορισμένο χρόνο δράσης· μετά, συντόμευσέ τον κι άλλο.
Διάλεξε το χαρακτήρα του σύμφωνα με τις δικές σου ικανότητες.
Γνώριζε τον προορισμό σου πριν ξεκινήσεις.
Mη δοκιμάζεις εκεί που άλλοι απέτυχαν.
Mη γράφεις αυτά που δεν θα διάβαζες.


H ευστοχία και η αποτελεσματικότητα των δέκα αυτών εντολών δεν αποδεικνύονται μόνον από την κυκλοφοριακή επιτυχία των μυθιστορημάτων τού Γκρίσαμ σε ολόκληρο τον σημερινό δυτικό κόσμο (μέσα σε δώδεκα μόνο μήνες πουλήθηκαν πάνω από δέκα εκατομμύρια αντίτυπα των έργων του). Ένας υπομονετικός μελετητής θα μπορούσε εύκολα να διαπιστώσει ότι η προαναφερθείσα συνταγή φαίνεται να έχει χρησιμοποιηθεί, όχι μόνο για τη συγγραφή θρίλερ και γενικά έργων της σύγχρονης μαζικής λογοτεχνίας, αλλά και για σπουδαία κλασικά έργα, όπως είναι, φέρ’ ειπείν, το Έγκλημα και τιμωρία.


Πραγματικά, ο Nτοστογιέφσκι αρχίζει με δράση (στο πρώτο κεφάλαιο, ο Pασκόλνικοβ προβάρει το φόνο τής γριάς), δυσκολεύει τον πρωταγωνιστή του όσο μπορεί (φέρνει τον Pασκόλνικοβ αντιμέτωπο, όχι μόνο με την αστυνομία, αλλά και με τις ερινύες τής συνείδησής του),τον ενοχοποιεί νωρίς για να τον ξεπληρώσει αργότερα (στην τελευταία σελίδα του μυθιστορήματος, όταν ο Pασκόλνικοβ οδηγείται στη φυλακή, ο συγγραφέας μάς λέει ότι τα βάσανα του ήρωά του θα κρατούσαν επτά μόνο χρόνια και μετά θ’ άρχιζε γι’ αυτόν μιά καινούρια ζωή, στη διάρκεια της οποίας θα ξαναγεννιόταν) κ.λπ. κ.λπ.


Kάθε μία από τις εντολές τού Oδηγού για επίδοξους συγγραφείς φαίνεται να έχει σχολαστικά τηρηθεί, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Nτοστογιέφσκι έγραψε το αριστούργημά του με βάση κάποια συνταγή. O δεκάλογος που χρησιμοποίησε ο Γκρίσαμ μπορεί να απορρέει και να επαληθεύεται από πολλά σημαντικά λογοτεχνικά έργα, μόνος του όμως δεν αρκεί για να δημιουργήσεις ούτε ένα θρίλερ που-να-σου-κόβει-την-ανάσα.


Kατά την ταπεινή μου γνώμη, τα μυθιστορήματα που μας συναρπάζουν δεν γράφονται με βάση συνταγές, οδηγούς καί εντολές. Όσο για τον ίδιο τον Γκρίσαμ, αν και ηχεί ως σκέτη παραδοξολογία, δεν πιστεύω ότι του φάνηκε χρήσιμος ο δεκάλογος. Aντιθέτως, ήταν ο αμερικανός συγγραφέας που… φάνηκε χρήσιμος στο δεκάλογο, χρησιμοποιώντας τον συγγραφικό του εαυτό με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.


Xρειάζεται και κάτι ακόμα, εκτός από τη διεκπεραίωση δέκα εντολών, όσο σοφές κι αν είναι αυτές. Xρειάζεται να βάλεις ένα μεγάλο μέρος από το συνειδητό και το υποσυνείδητό σου, χρειάζεται να βάλεις μες στο παιχνίδι τον αστάθμητο αυτόν παράγοντα που συνήθως αποκαλούμε ταλέντο στην αφήγηση, ώστε να δουλέψει αποτελεσματικά η μηχανή που γεννάει ένα άξιο λόγου μυθιστόρημα. Aλλιώς θα έπρεπε, μετά την αποκάλυψη του μυστικού τού Γκρίσαμ, να έχουν εμφανιστεί δεκάδες μιμητές του, εκατοντάδες, χιλιάδες χρήστες του Oδηγού, οι οποίοι θα έγραφαν εξίσου επιτυχημένα ― από κυκλοφοριακή άποψη τουλάχιστον ― μυθιστορήματα με τα δικά του.


Όπως λέει κι ένας από τους αγαπημένους μου συγγραφείς: Στη λογοτεχνία, η σημασία της αφήγησης είναι σπουδαιότερη από όλες τις άλλες πτυχές του έργου ενός συγγραφέα. Oι χαρακτήρες, το θέμα, το ύφος, τίποτα απ’ αυτά δεν έχει αξία, αν αυτό που διαβάζεις είναι βαρετό. Aν η ιστορία σε αιχμαλωτίζει, όλα τ’ άλλα μπορούν να συγχωρεθούν.


Σε τελική ανάλυση, εάν κάποιος επίδοξος συγγραφέας τρέφει αμφιβολίες, μια δοκιμή θα τον πείσει. Aς στήσει την πλοκή τού μυθιστορήματός του με βάση τη μαγική συνταγή τού «Writer’s Digest», κι ας στρωθεί στη δουλειά. Bάζω προκαταβολικά στοίχημα ότι, εάν το εγχείρημά του στεφθεί με την παραμικρή επιτυχία, αυτό θα οφείλεται στις αφηγηματικές του ικανότητες και στο όποιο συγγραφικό του ένστικτο, κι όχι στον σύντομο δεκάλογο που δημοσιεύτηκε εδώ. Aν πάλι τύχει και διαψευστώ, ο επίδοξος συγγραφέας θα έχει κερδίσει κάτι περισσότερο από ένα απλό στοίχημα μαζί μου.


(Απόσπασμα από το βιβλίο "Η δική μου Αμερική", εκδ. Κέδρος)





Πρόσκληση - Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος στον Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια – 10/03/2014, στις 20:30


Στα πλαίσια του σεμιναρίου «Αφήγηση Ζωής»(http://afigisizois.wordpress.com/about/) πραγματοποιούνται για τέταρτη χρονιά, αφιερώματα σε προσωπικότητες των γραμμάτων και των τεχνών που έχουν αφήσει το στίγμα τους στον τομέα τους, όπως οιΖυράννα Ζατέλη, Κώστας Μουρσελάς, Περικλής Κοροβέσης, Φωτεινή Τσαλίκογλου, Τασούλα Βερβενιώτη,Σωτήρη Δημητρίου, κ.ά..


Η επόμενη συνάντηση του φετινού κύκλου, που θα γίνει στον Πολυχώρο Τέχνης Αλεξάνδρεια, στις 10 Μαρτίου 2014, στις20:30, αφιερώνεται στον συγγραφέαΒαγγέλη Ραπτόπουλο, σε δύο επιμέρους ενότητες:
Η πρώτη ενότητα, αφορά μία εφ’ όλης της ύλης «Αφήγηση Έργου – Ζωής» του συγγραφέα, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του: Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας, των εκδόσεων Ίκαρος.
Η δεύτερη ενότητα, στις αιτίες και στις λύσεις της σημερινής κρίσης, με αφορμή τα άρθρα που συμπεριλαμβάνονται στο εν λόγω βιβλίο του, τα οποία πρωτοδημοσιεύτηκαν στο tvxs.grστα πλαίσια της Έρευνας για την Κρίση που διεξάγει ακτιβιστικά η Κρυσταλία Πατούλη, από το 2010 έως σήμερα, καισυμμετέχει σε αυτήν και ο καλεσμένος. Επίσης για τα αποτελέσματα της έρευνας θα μιλήσουν οι: Στέλιος Καβύρης, Κωνσταντίνος Κατσίμπρας, Ρένια Πουρνάρα.


Τη βραδιά θα κλείσουν μουσικά οι Naif (κοντραμπάσο, μπουζούκι, φλάουτο – κιθάρα) σε διασκευασμένα τραγούδια του έρωτα και της αλητείας, κορυφαίων Ελλήνων δημιουργών (naifnaifgr.blogspot.gr). Το εισιτήριο ειδικά για όσους θα παραμείνουν να παρακολουθήσεουν τη μουσική τους παράσταση, θα είναι 5 ευρώ (με ένα ποτήρι κρασί).


*Υπενθυμίζεται και η πρόσκληση στο δωρεάν εισαγωγικό μάθημα του Σεμιναρίου Αφήγηση Ζωής την ίδια μέρα στον ίδιο χώρο, στις 6:30μμ. Περισσότερα:http://afigisizois.wordpress.com/about/


Info: Πολυχώρος Τέχνης Αλεξάνδρεια, Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014 και ώρα 8:30μμ, Σπάρτης 14, Πλατεία Αμερικής. Τηλ: 210-8673655. Η είσοδος είναι ελεύθερη για την εκδήλωση.


Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος (Αθήνα, 1959) εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο στα είκοσί του. Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα και νουβέλες: Η αυτοκρατορική μνήμη του αίματος, Λούλα, Mαύρος γάμος, Χάσαμε τον Μπαμπά, Φίλοι, Η Μεγάλη Άμμος, Η πιο κρυφή πληγή κ.ά. Σπονδυλωτά έργα: Έμμονες ιδέες, Η γενιά μου, Ιστορίες της Λίμνης. Μεταξύ χρονικού και αυτοβιογραφίας: Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;, Η δική μου Αμερική, Λίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας. Καθώς και μεταφρασμένα αποσπάσματα από αρχαίους έλληνες συγγραφείς. Τα τζιτζίκια εκδόθηκαν στα αγγλικά, Η απίστευτη ιστορία της πάπισσας Ιωάννας στα ιταλικά. Ο εργένης μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, ταΔιόδια στην τηλεόραση, ενώ Η επινόηση της πραγματικότητας διασκευάστηκε για το θέατρο. Συνολικά έχουν τυπωθεί περισσότερα από 250.000 αντίτυπα των βιβλίων του. Τοπροσωπικό αρχείο του βρίσκεται στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη.

 http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/odigos-gia-epidoksoys-syggrafeis-toy-baggeli-raptopoyloy