
Δημήτρης Τσίτος
15 Ιανουαρίου
Φονικό στην εκκλησιά
Η εκκλησία ήταν ιστορική. Ο εφημέριος πιστός στις παραδόσεις και το τυπικό, γνώστης καλός της βυζαντινής μουσικής, ιερουργούσε με τρόπο ιεροπρεπή και άμεμπτο. Οι ψαλτάδες, κι αυτοί πιστοί στην παράδοση, πρόσφεραν ένα εξαιρετικά μυσταγωγικό περιβάλλον. Οι πιστοί ήταν μόνιμοι και διακριτοί από κάθε άποψη. Κάθε ακολουθία ήταν και μια υπέροχη εμπειρία.
Το μέρος όπου βρισκόταν ο ναός ήταν στο κέντρο της πόλης όπου την Κυριακή τα γύρω καφέ ήταν γεμάτα από κόσμο, όπως και τις πρωινές ώρες, στις καθημερινές, η κίνηση των περαστικών μεγάλη. Τα βράδια η μικρή πλατεία στην πλευρά του ναού ήταν γεμάτη από ναρκομανείς και άστεγους. Η τσίκνα ήταν αισθητή.
Τις Κυριακές ή τις γιορτές αραδιάζονταν από το πρωί οι ναρκομανείς, κυρίως, για επαιτεία μπροστά στην κεντρική είσοδο του ναού. Μετά την απόλυση πήγαιναν σε μια πλάγια πλευρά όπου είχε έξοδο ο γυναικωνίτης και κάθονταν στις σκάλες.
Ο εφημέριος είχε διαμορφώσει τον γυναικωνίτη σε τόπο συνεύρεσης των φιλακολούθων όπου έπιναν ένα ρόφημα και έτρωγαν κάποιο σάντουιτς ή κάποια κεράσματα που έφερναν από το σπίτι τους κάποιες κυρίες. Όλοι έριχναν ότι ήθελαν σε ένα κουτί για να χρησιμοποιηθεί για φιλανθρωπία.
Οι ναρκομανείς περίμεναν στα σκαλιά της εξόδου του γυναικωνίτη, είχε γίνει πλέον παράδοση, και τους πρόσφεραν ένα σακουλάκι από τα κεράσματα και ένα πλαστικό κύπελλο με καφέ.
Ξαφνικά, ακούστηκαν από τη σκάλα ουρλιαχτά από έναν τοξικομανή: «Ρε πο@στη, σκατά τα έκανες… κοίτα πως λέρωσες τη σκάλα με τον καφέ που έχυσες… καριόλη». Ένας ξεμαλλιασμένος άντρας ντυμένος με κουρέλια, κυρτωμένος αφύσικα, έβριζε κάποιον άλλο που ήταν στην ίδια κατάσταση. «Τι θες, καθήκι, και μη μου μιλάς εμένα έτσι γιατί θα σε γ…..». «Ποιόν, ρε; Εσύ εμένα;»
Η φασαρία συνεχίστηκε με ανταλλαγή ακόμη χειρότερων λέξεων και σε λίγο ο ένας κινήθηκε ενάντια στον άλλο. Τους είχαν περιτριγυρίσει και οι υπόλοιποι ναρκομανείς παρατηρώντας χωρίς σχόλια και χωρίς να κάνουν τίποτε. Από τα γύρω καφέ οι θαμώνες έκαναν χάζι.
Σε λίγο έφτασε η κορύφωση. Ο πρώτος που είχε αρχίσει την ιστορία πλησίασε τον άλλο και αφού τον έφτυσε έβγαλε ένα μαχαίρι και του έχωσε στην κοιλιά λέγοντας «να, ρε, για να μάθεις να σέβεσαι αυτούς που μας βοηθούν.» Ο άλλος ξαφνιασμένος και μέσα από τον πόνο του ψέλλισε «το είχε γεμίσει ξέχειλα και μου χύθηκε», και έσβησε.
Στο κεφάλι της σκάλας ήταν μια κοπελίτσα που παρακολουθούσε τη φασαρία από ώρα. Όταν είδε τον άνθρωπο να σωριάζεται ξέσπασε σε κλάματα λέγοντας «εγώ φταίω που ξεχείλισα το ποτήρι… εγώ σκότωσα τον άνθρωπο…»