Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πάσχα Ρωμέϊκο (1891).






Πάσχα Ρωμέϊκο (1891)

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ


Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.


Ὅταν ἐμειδία ὁ μπαρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾽ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκός του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ᾽ ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾽ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἑφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσσιμο κὲ ταλέντο!* Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο!* τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον (μὰ μπράβο!*), τὸν Σερπιέρρο (κὲ γρὰν φιλόζοφο!*). Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχον ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἄγγλοι (Sir Pierro = Sir Peter).


Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!*) τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα.


Ὡ σ ὰ ν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;


Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει,
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ᾽ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλέ ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκταση, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε*. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.


«Ἰλ τραδιτόρε νὸν ἂ κομπασσιόν, ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπηση». Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κ᾽ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ᾽ ἡ γῆς ἀναμάρτητος, ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾽ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τις ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε*, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε*, δὲν ἤθελε ν᾽ ἀναγνωρίσῃ τὴν διαφοράν.


Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δύο ἢ τρεῖς προσευχάς, ἃς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του τὰ ἤξερε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαὼθ… ὡς ἐνάντιος, ὑψίστοις». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο τὸ ὡς ἐνάντιος προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»


Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾽ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀκούσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου.


* * *


Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾽ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾽ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ θὰ τὰ εἶχε κ᾽ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.


Ἀλλ᾽ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾽ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιᾶ, ν᾽ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ν᾽ ἀναβαίνῃ πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.


Ἦτο ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κ᾽ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.


Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα», ὅταν ἐκινδύνευσε ν᾽ ἀποθάνῃ, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγέ τις: «Διατί δὲν βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πύπη», ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.


Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ (Il santo Spiridion ha fatto questo caso*), ὅτε ὁ ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε*. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπαρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.


* * *


Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ, πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χεῖρα τὴν λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾽ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ᾽ ὀλίγον ν᾽ ἀναπαυθῇ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ᾽ ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένον σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέτον κ᾽ ἐκάπνιζεν ἡδονικῶς.


Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης, καὶ πρὶν προφθάσῃ καὶ στραφῇ νὰ ἴδῃ ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε* ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.


Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾽ ἀνέτελλε μετ᾽ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὁποὺ ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδεν ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην, καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῇ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ᾽ ἔκραξεν ἐναγωνίως:


― Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς…


Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴν σκανδάλην.


― Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.


― Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.


― Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὗρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!


― Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;


― Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾽ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης· ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ, ἐγελάστηκες.


Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.


― Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν· ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω οὔτε λωποδύτης εἶμαι· ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιᾶ ν᾽ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.


Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.


― Στὸν Περαία! Στὸν Ἁι-Σπυρίδωνα; Κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;


― Ἀφ᾽ τὴν Ἀθήνα.


― Ἀπ᾽ τὴν Ἀθήνα; Καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες, ν᾽ ἀκούσῃς Ἀνάσταση;


―Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Σπύρος.


Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν. Εἶτα ἐπανέλαβε:


― Νὰ φχαριστᾷς, καημένε…


Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμόν του.


― Νὰ φχαριστᾷς καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριο, εἰδεμή, δὲν τό ᾽χα γιὰ τίποτες νὰ σ᾽ ἐξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!


Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.


― Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νά ᾽σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾽ εὐχαριστῶ ὣς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε… δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης κ᾽ ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.


―Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…


Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβόλου κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.


Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.


* * *


Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπαρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ᾽ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνῃ πεζὸς εἰς Πειραιᾶ, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμνῃ Πάσχα ρωμέικο.


Ἐφέτος τὸ μεσοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα, νὰ τὸν συνοδεύσω [ἐφέτος] εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ ἅγιον Πάσχα.


(1891)









ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΑΠΑΝΤΑ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

ΑΘΗΝΑ 1982

Σελ. 177-182


Πηγή: http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/208-02-13-pasxa-rwmeiko-1891

Σάββατο 15 Αυγούστου 2015

Η Κοίμησις της Θεοτόκου - Άρθρο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Εφημερίς στις 15 Αυγούστου 1887

Μία των γλυκυτέρων και συμπαθεστέρων εορτών του χριστιανικού κόσμου είναι και η Κοίμησις της υπεραγίας Θεοτόκου, ην σήμερον εορτάζει η Εκκλησία. Ευθύς από των πρώτων μ.Χ. αιώνων, έξοχος υπήρξεν η τιμή και ευλάβεια, ην απένεμον οι χριστιανοί προς την Παρθένον Μαρίαν. Αλλ’ η σημερινή εορτή είναι η κατ’ εξοχήν μνήμη της Θεοτόκου, άτε την Κοίμησιν αυτής υπόθεσιν έχουσα.
Η Κοίμησις αύτη συνέβη, κατά την ευσεβή παράδοσιν, τη 15 Αυγούστου, αλλά προϊόντος του χρόνου, συν τη καλλιεργεία και αναπτύξει του χριστιανικού πνεύματος, ετάχθη η προηγουμένη της ημέρας ταύτης δεκατετραήμερος εγκράτεια, προς τιμήν της υπεράγνου Θεομήτορος και αυτή γινομένη. Αγομένης της νηστείας ταύτης, ψάλλονται εν τοις ιεροίς ναοίς εναλλάξ καθ’ εκάστην, οι δύο μελωδικώτατοι Παρακλητικοί Κανόνες, η Μεγάλη λεγομένη παράκλησις και η Μικρά. Και αύτη μεν επιγράφεται «ποίημα Θεοστηρίκτου μοναχού, η Θεοφάνους», και πιθανώτατον, ότι είναι του Θεοφάνους μάλλον, διότι πράγματι φαίνεται έργον δοκιμωτάτου ποιητού, η δε Μεγάλη παράκλησις είναι ποίημα του βασιλέως Θεοδώρου Δούκα του Λασκάρεως. Εξόριστος από της βασιλευούσης, αλωθείσης υπό των Λατίνων, ο ατυχής εκείνος βασιλεύς, ευγλώττως εκχέει τα παράπονά του προς την μόνην πολιούχον αυτής και προστάτιδα: «Προς τίνα καταφύγω άλλην Αγνή; που προστρέξω λοιπόν και σωθήσομαι; Που πορευθώ;. . . Εις σε μόνην ελπίζω, εις σε μόνην καυχώμαι, και επί σε θαρρών κατέφυγον».
Περί το τέλος του Μεγάλου Παρακλητικού κανόνος ψάλλονται και τα κατανυκτικώτατα εκείνα εξαποστειλάρια. Το πρώτον, ως εκ μέρους της Θεοτόκου, αρχαιοπρεπές και απέριττον, έχει ώδε: «Απόστολοι εκ περάτων, συναθροισθέντες ενθάδε, Γεθσημανή τω χωρίω, κηδεύσατέ μου το σώμα, και συ Υιέ και Θεέ μου, παράλαβέ μου το πνεύμα». Το τρίτον, ικεσία εκ μέρους των πιστών, είναι περιπαθέστατον: «Και σε μεσίτριαν έχω, προς τον φιλάνθρωπον Θεόν, μη μου ελέγξη τας πράξεις, ενώπιον των αγγέλων, παρακαλώ σε Παρθένε, βοήθησόν μοι εν τάχει». Προς το τροπάριον τούτο συνδέεται ευσεβής τις δοξασία από στόματος εις στόμα φερομένη και ασπαστή παρ’ ορθοδόξοις χριστιανοίς, ότι, κατά την τελευταίαν Κρίσιν, και προ της φρικτής αποφάσεως του αδεκάστου δικαστού, η εύσπλαγχνος Μήτηρ και Παρθένος θ’ ανατείνη το τελευταίον χείρας ικέτιδας προς τον Υιόν της και Κύριον, επικαλουμένη την συγκατάβασιν αυτού επί των αμαρτωλών.
Μετά την δεκαπενθήμερον προπαρασκευήν και νηστείαν, άρχεται η εορτή, και μετ’ αυτήν τα μεθέορτα, ψαλλόμενα μέχρι της 23 του μηνός, καθ’ ην τελείται η απόδοσις της εορτής, η άλλως λεγομένη και Μετάστασις της Θεοτόκου. Αλλά και όλος ο Αύγουστος μην θεωρείται αφιερωμένος εις την Θεομήτορα, εν τω ιερώ δε Άθω, τη ακροπόλει ταύτη της Ορθοδοξίας, ήτις εδέχθη μετά την πτώσιν της Βασιλευούσης όσα κειμήλια και θησαυρούς δεν περιεσύλησαν οι αλλόφυλοι, και όπου περιεσώθη προς τοις άλλοις και η προς την Θεοτόκον ιδιάζουσα τιμή και το προνόμιον του επ’ ονόματι αυτής σεμνύνεσθαι, τα μεθέορτα εξακολουθούσι και μετά την 23 του μηνός. Χάριν δε περιεργείας δύναται να σημειωθή και η σύμπτωσις, ότι ο Αύγουστος αστρονομικώς ανήκει εις το ζώδιον, το λεγόμενον της Παρθένου.

Κατ’ αυτήν την ημέραν της εορτής τα άσματα και οι ύμνοι είναι εκ των καλλίστων της Εκκλησίας. Ο,τι υψηλόν και ωραίον έγραψέ ποτέ ο Κοσμάς και ο Δαμασκηνός Ιωάννης, οι δύο μέγιστοι της Εκκλησίας μελοποιοί, τονίζεται την ημέραν ταύτην επ’ εκκλησίας, και η ακολουθία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου αμιλλάται προς τας της Μεγάλης Εβδομάδος και των Χριστουγέννων. Λυρικώτατος είναι ο ένθεος Κανών του ιερού Κοσμά, το «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη», εις ήχον α΄ αδόμενος, πανηγυρικώτατος δε ο του θείου Δαμασκηνού προς το «Ανοίξω το στόμα μου», εις δ΄ ήχον. Ο ειρμός της α΄ ωδής του α΄ ήχου έχει ως εξής: «Πεποικιλμένη τη θεία δόξη, η ιερά και ευκλεής Παρθένε μνήμη σου, πάντας συνηγάγετο, προς ευφροσύνην τους πιστούς, εξαρχούσης Μαριάμ μετά χορών και τυμπάνων, τω σω άδοντας Μονογενεί, ενδόξως ότι δεδόξασται».
Το α΄ τροπάριον της αυτής ωδής λέγει·
«Αμφεπονείτο αύλων τάξις, ουρανοβάμων εν Σιών το θείον σώμά σου· άφνω δε συρρεύσασα, των Αποστόλων η πληθύς, εκ περάτων Θεοτόκε, σοι παρέστησαν άρδην, μεθ’ ων Άχραντε, σου την σεπτήν, Παρθένε, μνήμην δοξάζομεν».
Και το β΄ τροπάριον·
«Νικητικά μεν βραβεία ήρω, κατά της φύσεως Αγνή, Θεόν κυήσασα· όμως μιμουμένη δε, τον ποιητήν σου και Υιόν, υπέρ φύσιν υποκύπτεις, τοις της φύσεως νόμοις· διο θνήσκουσα, συν τω Υιώ, εγείρη διαιωνίζουσα».
Αξιοσημείωτα είναι τα δύο τροπάρια της ε΄ ωδής του δ΄ ήχου, προς το «Εξέστη τα σύμπαντα»·
«Κροτείτωσαν σάλπιγγες, των θεολόγων σήμερον, γλώσσα δε πολύφθογγος ανθρώπων, νυν ευφημείτω, περιηχείτω αήρ, απείρω λαμπόμενος φωτί, άγγελοι υμνείτωσαν, της Παρθένου την κοίμησιν».
«Το Σκεύος διέπρεπε, της εκλογής τοις ύμνοις σου, όλος εξιστάμενος Παρθένε, έκδημος όλος, ιερωμένος Θεώ, τοις πάσι θεόληπτος και ων, όντως και δεικνύμενος, Θεοτόκε πανύμνητε».
Ο ειρμός της ζ΄ ωδής του α΄ ήχου, εν ω μνημονεύεται κατά χρέος η ιστορία των Τριών Παίδων, έχει ως έπεται·
«Ιταμώ θυμώ τε και πυρί, θείος έρως αντιταττόμενος, το μεν πυρ εδρόσιζε, τω θυμώ δε εγέλα, θεοπνεύστω λογική, τη των οσίων τριφθόγγω λύρα αντιφθεγγόμενος, μουσικοίς οργάνοις εν μέσω φλογός· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».
Το επόμενον τω ειρμώ τούτω τροπάριον περιέχει ποιητικωτάτην παραβολήν, ή μάλλον αντίθεσιν, αφορμήν λαβούσαν εκ της συντρίψεως των πλακών της Διαθήκης υπό του Μωυσέως.
«Θεοπνεύστους πλάκας Μωσής, γεγραμμένας τω θείω Πνεύματι, εν θυμώ συνέτριψεν, αλλ’ ο τούτου Δεσπότης, την τεκούσαν ασινή, τοις ουρανίοις φυλάξας δόμοις, νυν εισωκίσατο· συν αυτή σκιρτώντες, βοώμεν Χριστώ· ο δεδοξασμένος, των πατέρων και ημών, Θεός ευλογητός ει».
Αλλ’ η χρυσή κορωνίς και το επιστέγασμα όλου του Κανόνος, είναι η ωραιοτάτη εκείνη καταβασία της θ΄ ωδής, μετά του Μεγαλυναρίου, ψαλλομένη και εν τη Λειτουργία·
«Αι γενεαί πάσαι, μακαρίζομέν σε, την μόνην Θεοτόκον.
«Νενίκηνται της φύσεως οι όροι, εν σοι Παρθένε άχραντε, παρθενεύει γαρ τόκος, και ζωήν, προμνηστεύεται θάνατος· η μετά τόκον Παρθένος, και μετά θάνατον ζώσα, σώζοις αεί, Θεοτόκε, την κληρονομίαν σου».



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/anthology/85#ixzz3isRs5Rr4

Πέμπτη 25 Δεκεμβρίου 2014

Tα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα του Αλ. Παπαδιαμάντη


Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης



[Κατέβασέ το]



Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα:

1.Τα Χριστούγεννα του Τεμπέλη (σελ. 1-5)

2. Στο Χριστό στο Κάστρο (σελ. 6 -21)

3. Το Xριστόψωμο (σελ. 21-24)

Σελίδες: 24

Παρουσίαση του διηγήματος “ τα Χριστούγεννα του τεμπέλη”


Παραμoνές Χριστoυγέvvωv και «o μαστρο-Παύλος o Πισκολέτος μπήκε πρωιvός πρωιvός στο καπηλειό του Πατσόπουλου vα πιει καvέvα ρούμι vα ζεσταθεί o άvθρωπoς. Tov είχε διώξει η γυvαίκα του, τov είχε δείρει o κoυvιάδoς του, τov είχε διαβολοστείλει η σπιτovoικoκυρά του και το χειρότερο απ όλα! τov είχε φασκελώσει o μικρός γιος του. Τριώv χρόvωv ήταvε δεv ήταvε, και vα βρίζει τov πατέρα του! Βρισιές vα ιδείς εκεί ήμαρτov, Παvαγία μου!, τέτοια πράγματα δε λέγovται ούτε και γράφovται». Έτσι αρχίζει η ιστορία του μαστρο-Παυλάκη του τεμπέλη και κάπως έτσι τελειώvει. Περιφρovημέvoς από τους οικείους του για τα καμώματά του και τηv αvεκδιήγητη τεμπελιά του παίρvει έvα καθώς πρέπει χριστoυγεvvιάτικo μάθημα που τov αvαγκάζει vα συvειδητoπoιήσει ότι η μόvη ελπίδα του είvαι η εργασία.


Το ωραιότατο αυτό ηθογραφικό διήγημα του Παπαδιαμάvτη είvαι ακριβώς 106 ετώv, αφού δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στη χριστoυγεvvιάτικη «Ακρόπολι» το 1896. Αξίζει τov κόπο vα το διαβάσει καvείς όχι μόvo ως χριστoυγεvvιάτικη ιστορία αλλά και ως μια εξαίρετη διασκευή της μvημειώδoυς, της «αμίλητης» και «αχειροποίητης» γλώσσας του σκιαθίτη συγγραφέα. Ο Κώστας Πούλος καταφέρvει θαυμάσια vα διατηρήσει τον ρυθμό του παπαδιαμαvτικoύ κειμέvoυ και vα δημιουργήσει έvα vέo κείμεvo χωρίς vα προδώσει το ύφος του παλιού. Όσο για τηv εικovoγράφηση του Νικόλα Αvδρικόπoυλoυ οφείλουμε vα ομολογήσουμε ότι όχι μόvo συμπληρώvει και αvαδεικvύει το κείμεvo αλλά μέσα από τις γvώριμες ατμοσφαιρικές ακουαρέλες του συμβάλλει σημαvτικά στην επαvαφoρά του διηγήματος στηv εποχή όπου αvήκει.Γεωργία Γαλανοπούλου, ΤΟ ΒΗΜΑ.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, βιογραφικά στοιχεία
O Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στις 4 Μαρτίου του 1851 και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1911, στη Σκιάθο. Ο πατέρας του, Αδαμάντιος Εμμανουήλ, ήταν ιερέας. Μεγαλώνοντας σε τέτοιο οικογενειακό περιβάλλον ήταν φυσικό ο Αλέξανδρος να επηρεαστεί και να συνδεθεί με μια βαθιά ευλάβεια με τον χριστιανισμό και τα εκκλησιαστικά γενικότερα.

Παρόλη τη φτώχεια και τη στέρηση που συνόδεψε τα παιδικά του χρόνια ο Παπαδιαμάντης αγαπάει τα γράμματα και καταφέρνει με πολλές δυσκολίες, μετά από πολλές διακοπές να τελειώσει το γυμνάσιο και να γραφτεί στην φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου της Αθήνας. Όμως δεν θα καταφέρει ποτέ να τελειώσει τις σπουδές του. Παραδίδει μαθήματα για να βγάλει τα προς το ζην και παράλληλα μελετάει με πάθος αρχαία ελληνική γραμματεία αλλά και την Ευρωπαϊκή λογοτεχνία της εποχής του. Μαθαίνει μόνος του αγγλικά και γαλλικά. Για να ζήσει κάνει μεταφράσεις, δουλεύει ως διορθωτής σε εκδόσεις και δημοσιεύει κείμενα σε εφημερίδες και περιοδικά. Ταυτόχρονα αρχίζει να εκπληρώνει το όνειρο του να γίνει συγγραφέας και κάνει την είσοδο του στα ελληνικά γράμματα με το μυθιστόρημα ” Η μετανάστις ” που δημοσιεύεται στον Νεολόγο της Πόλης. Ο κυρ Αλέξανδρος για τους απλούς ανθρώπους που τον γνωρίζουν αλλά και για τους νεους λογοτέχνες της εποχής που τον συναντούν στο στέκι του, το καφενεδάκι της δεξαμενής, εντυπωσιάζει με την πλατιά του μόρφωση αλλά και με τα μυθιστορήματα και διηγήματα του που δημοσιεύει. Εντυπωσιάζει επίσης με την ασκητική μορφή του αλλά και την ασκητική ζωή του. Διάφορα οικογενειακά προβλήματα, η οικονομικές του δυσκολίες αλλά και ο θάνατος του αδερφού του, τον οδηγούν στον αλκοολισμό.

Το 1908 αποφασίζει να επιστρέψει στο αγαπημένο του νησί την Σκιάθο για να βρει την ηρεμία και τη γαλήνη που του τόσο πολύ του έλειψαν, έστω στα τελευταία χρόνια της ζωής του. Πεθαίνει μετά από μια σύντομη αρρώστια ενώ λίγες μέρες πριν το ελληνικό κράτος που μέχρι τότε δεν τον είχε βοηθήσει σε τίποτε, τον παρασημοφορεί αναγνωρίζοντας την μεγάλη του πνευματική προσφορά.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης είναι μια ξεχωριστή περίπτωση στα ελληνικά γράμματα. Γράφει σε μια ιδιότυπη αρχαΐζουσα καθαρεύουσα που πιθανόν να χρειάζεται μετάφραση για κάποιον που μιλάει μόνο δημοτική, ενώ τους διαλόγους των απλών ανθρώπων του νησιού του που είναι και οι περισσότεροι ήρωες των διηγημάτων του, τους γράφει στο δημοτική ντοπιολαλιά της Σκιάθου. Παρόλα αυτά τα κείμενα του έχουν τεράστια εκφραστική δύναμη. “Ο άγιος των ελληνικών γραμμάτων” κατέχει δικαιωματικά μια θέση στο πάνθεον των πιο σημαντικών Ελλήνων λογοτεχνών.



http://www.24grammata.com/?p=7509

Πέμπτη 6 Νοεμβρίου 2014

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο ΞΕΠΕΣΜΕΝΟΣ ΔΕΡΒΙΣΗΣ



Ο ΞΕΠΕΣΜΕΝΟΣ ΔΕΡΒΙΣΗΣ

Δύο, τρεις, πέντε, δέκα σταλαγμοί.

Όμοιοι με το μονότονον βήμα του αγρύπνου ναύτου φρουρού εις την κουβέρταν. Πλέει εις μαύρα πέλαγα και βλέπει ουρανόν και θάλασσαν αγρίως χορεύουσαν, και τυλιγμένος εις την καπόταν του διασχίζει ακαριαίως το σκότος με την εξανάπτουσαν και υποσβήνουσαν λαμπυρίδα του τσιγάρου του.

Οι πετεινοί δεν είχαν λαλήσει το τρίτον λάλημα. Ίσως είχαν τρομάξει από την βαθείαν, θρηνώδη φωνήν του σαλεπτσή, όστις είχεν αρχίσει το φθινόπωρον, νύκτα βαθιά, να κράζει. Ήτο ως κρωγμός αγνώστου ορνέου, το οποίον είχε χάσει τον αέρα του, και είχεν ενσκήψει μέσα εις την πόλιν, κι εζήτει αρπάγματα να σπαράξει.

— Ζεστό ! Βράζει ! …

Έβραζεν, έβραζε, η νύκτα βαθιά. Ζεστόν το σαλέπι, πολύ ζεστότερον το στρώμα. Μόνον η φωνή του σαλεπτσή ετρόμαζε τους πετεινούς.

Είχε βρέξει ολίγον, είτα ηθρίασε. Σταλαγμοί, σταλαγμοί έπεφταν αργά-αργά, από την υδρορρόην εντός της αυλής.



٭٭٭٭

— Έ ! και πού, σ’ αυτόν τον κόσμο;

Η επιφώνησις ηκούσθη εις το σκότος από το στόμα του σαλεπτσή.

Το παράθυρον έτριξε, κρακ ! από το χαμηλόν δωμάτιον το βλέπον προς τον δρόμον. Άνθρωπος προέκυψε τυλιγμένος με σάλι. Έτεινε μέγαν κύαθον προς τον σαλεπτσήν, αλλ’ ούτος ηργοπόρει.

Ο άνθρωπος έκυψε να ιδεί.

Υψηλή μορφή, με λευκόν σαρίκι, με μαύρην χλαίναν και χιτώνα χρωματιστόν, είχε σταθεί ενώπιον του σαλεπτσή.









— Πού, σ’ αυτόν τον κόσμο ;

— Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ.

— Άσκ ολσούν … υπεψιθύρισεν ο σαλεπτσής.

Δεν είχε γνωρίσει τον άνθρωπον, αλλά το ένδυμα. Κάθε άλλος θα τον εξελάμβανε ως φάντασμα. Αλλ’ αυτός δεν επτοήθη. Ήτο απ’ εκείνα τα χώματα.



٭٭٭٭



Είχεν αναφανεί. Πότε; Προ ημερών, προ εβδομάδων. Πόθεν; Από την Ρούμελην, από την Ανατολήν, από την Σταμπούλ. Πώς; Εκ ποίας αφορμής; Ποίος;

Ήτον Δερβίσης; Ήτον βεκτασής, χόντζας, ιμάμης; Ήτον ουλεμάς, διαβασμένος; Υψηλός, μελαψός, συμπαθής, γλυκύς, άγριος. Με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του, με τον δουλαμάν του.

Ήτο εις εύνοιαν, εις δυσμένειαν; Είχεν ακμάσει, είχεν εκπέσει, είχεν εξορισθεί; Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ. Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει.

Εκείνην την βραδιάν τον είχε προσκαλέσει μία παρέα. Επτά ή οκτώ φίλοι αχώριστοι. Αγαπούσαν την ζωήν, τα νιάτα. Ο ένας απ’ αυτούς έβαλλε γιουβέτσι κάθε βράδυ. Οι άλλοι έτρωγαν.

Ήτον λοταρτζής κι εκέρδιζε δέκα ή δεκαπέντε δραχμάς την ημέραν. Τι να τας κάμει; Τους έβαλλε γιουβέτσι και τους εφίλευε. Ήσαν λοτοφάγοι, με ομικρόν και με ωμέγα.

Αγαπούσαν τα τραγούδια, τα όργανα. Ο Δερβίσης δεν έπινε κρασί, έπινε μαστίχαν. Δερβισάδες ήσαν κι αυτοί. Του είπαν να τραγουδήσει. Ετραγούδησε. Του είπαν να παίξει το νάι. Έπαιξε.

Δεν τους ήρεσε. Ώ, αυτός δεν ήτον αμανές.

Δεν ήτον, όπως τον ήξευραν αυτοί. Αλλ’ ο Δερβίσης τους έλεγε τον καθ’ αυτό αμανέν.



٭٭٭٭



Επανήλθεν εις το καφενείον. Το καφενείον αντικρύ του Θησείου. Η ταβέρνα δίπλα εις το καφενείον. Και τα δύο αντικρύ του παλαιού σταθμού Α. Π. Παραπέρα από το καφενείον, η σήραγξ εσκάπτετο, είχε σκαφεί. Φθινόπωρον της χρονιάς εκείνης.





Ο Δερβίσης εκάθητο εκεί κι έπινε μαστίχαν, όποιος τον εκερνούσε. Με το σαρίκι του, με τα κατσαρά ψαρά γένεια του, με το τσιμπούκι του. Άνω των 50 ετών ηλικίας.

٭٭٭٭

Εκεί διενυκτέρευεν από ημερών. Άστεγος, ανέστιος, φερέοικος. Το μικρόν καφενείον είχε την άδειαν να μένει ανοικτόν όλην την νύκτα.

Ήρχοντο από τους τζόγους, από τα θέατρα, θαμώνες. Ήρχοντο από το λαχανοπάζαρον. Έπιναν ρούμι και φασκόμηλον.

Ο Δερβίσης έπαιζε κάποτε το νάι. Ο κλήτωρ ο αστυνομικός διεσκέδαζεν. Αγαπούσε ν’ ακούει.

Καλός άνθρωπος. Προ ετών, όταν πρωτοδιωρίσθη, ήτον γεμάτος ζήλον.

Άμα είδε καυγάν, έτρεξεν αμέσως να τους χωρίσει. Εις παλαιός συνάδελφός του τον ώκτειρεν.

— Όταν βλέπεις καυγά, να τρέχεις από το πλαγινό σοκάκι, ν’ αργοπορείς, ως που να περάσει η φούρια, και τότε να παρουσιάζεσαι.

Και άλλην συμβουλήν του έδωκε :

— Στον καυγά, πάντοτε να βλέπεις ποιος είναι δυνατώτερος και να φυλάγεσαι. Να μαλώνεις τον πιο αδύνατον, να του τραβάς κι ένα χαστούκι, και να επαναφέρεις την τάξιν. Έτσι θα βγαίνεις λάδι.

Και ακόμη :

— Κάθε καινούργιος ανώτερος που διορίζεται την πρώτη μέρα είναι γεμάτος αυστηρότητα. Το κάνει για να τους πάρει τον αέρα. Την δεύτερη μέρα κρυώνει, και την τρίτη μέρα παραδίνεται. Εσύ να συμμορφώνεσαι σύμφωνα με τον προϊστάμενον, και να παραπανίζεις μάλιστα, αυτές τες τρεις μέρες.

Πολύτιμοι υποθήκαι.

٭٭٭٭

Τας ημέρας εκείνας είχε διορισθεί νέος αστυνόμος.

Διά να δείξει τον ζήλον του, διέταξε να κλείσει το καφενείον, την νύκτα εκείνην.

Αύριον ή μεθαύριον θα επέτρεπε πάλιν να μένει ανοικτόν. Αλλ’ η νυξ εκείνη είχε πέσει εις τον λαχνόν, ήτο πεπρωμένη νυξ.

Ο καλός κλήτωρ, ενθυμείτο τας συμβουλάς του συναδέλφου του. Ανάγκη να βιάσει τον καφετζήν να κλείσει. Δεν επετράπη εις τον βοηθόν να μείνει εντός, διά να μη σηκωθεί και ανοίξει εις όσους ήτο πιθανόν να έλθουν να κρούσωσι την θύραν. Δεν επετράπη εις τον Δερβίσην, τον ανέστιον, τον πλάνητα, να μείνει, επί τη προφάσει ότι έπαιζε το νάι, κι εμάζωνε κόσμον, και δεν άφηνε τους γείτονας να κοιμηθούν. Ο Δερβίσης με το σαρίκι του, με τον τσουμπέν του, με τον δουλαμάν του, επήρε το τσιμπούκι του, το νάι του, κ’ έφυγε.

Πού να υπάγει;

Έκαμεν ολίγα βήματα ασκόπως, πέριξ του καφενείου.

Παρέκει ήτο η σήραγξ. Εσκάπτετο, ήτο σκαμμένη.

Έκαμνε ψύχραν, νυκτερινόν απόγειον. Μία μετά τα μεσάνυκτα.

Ο κλήτωρ ο σκοπός περιεφέρετο υποκάτω εις το κιόσκι, το τσιγκοσκεπές, των εκεί μαγαζείων.

Ο Δερβίσης ο πλάνης κατήλθεν εις το βάθος της σήραγγος. Ίσως ήλπιζε να εύρει περισσότερον απάγκειο εκεί.

Εκάθισεν, ακούμβησεν.

Εσκέπτετο το άστατον των ανθρωπίνων πραγμάτων. Ασκ ολσούν τσιβιρινέκ. Χαρά σ’ εκείνον που ξέρει να τον γυρίζει, τον κόσμον αυτόν.



٭٭٭٭



Παρήλθεν ώρα. Ο κλήτωρ, όστις επεριπάτει εκεί τριγύρω, εσκέπτετο τι να είχε γίνει ο Δερβίσης, τον οποίον είχεν ιδεί να καταβαίνη εις την σήραγγα.

Πού να είναι;

Εις την ερώτησιν αυτήν την άφωνον απήντησε φωνή, ήχος, μέλος γλυκύ.

Ο ξένος μουσουλμάνος είχε παγώσει εκεί όπου εκάθητο κι ενύσταζε. Διά να ζεσταθεί, έβγαλε το νάι του και ήρχισε να παίζει τον τυχόντα ήχον, όστις του ήλθε κατ’ επιφοράν εις την μνήμην.

Νάι, νάι, γλυκύ.

Νάζι — κατά έν ζήτα ελαττούται.

Αύρα, ουρανός, άσμα γλυκερόν, μελιχρόν, αβρόν, μεθυστικόν.

Νάι, νάι.

Κατά δύο κοκκίδας, διαφέρει διά να είναι το Ναι, οπού είπεν ο Χριστός.

Το Ναι το ήμερον, το ταπεινόν, το πράον, το Ναι το φιλάνθρωπον.

Κάτω εις το βάθος, εις τον λάκκον, εις το βάραθρον, ως κελάρυσμα ρύακος εις το ρεύμα, φωνή εκ βαθέων αναβαίνουσα, ως μύρον, ως άχνη, ως ατμός, θρήνος, πάθος, μελωδία, ανερχομένη επί πτίλων αύρας νυκτερινής, αιρομένη μετάρσιος, πραεία, μειλιχία, άδολος, ψίθυρος, λιγεία, αναρριχωμένη εις τας ριπάς, χορδίζουσα τους αέρας, χαιρετίζουσα το αχανές, ικετεύουσα το άπειρον, παιδική, άκακος, ελισσομένη, φωνή παρθένου μοιρολογούσης, μινύρισμα πτηνού χειμαζομένου, λαχταρούντος την επάνοδον του έαρος.

Τα βαρέα τείχη και οι ογκώδεις κίονες του Θησείου, η στέγη η μεγαλοβριθής, δεν εξεπλάγησαν προς την φωνήν, προς το μέλος εκείνο. Την ενθυμούντο, την ανεγνώριζον. Και άλλοτε την είχον ακούσει. Και εις τους αιώνας της δουλείας και εις τους χρόνους της ακμής.

Η μουσική εκείνη δεν ήτο τόσον βάρβαρος, όσον υποτίθεται ότι είναι τα αστιατικά φύλα. Είχε στενήν συγγένειαν με τας αρχαίας αρμονίας, τας φρυγιστί και λυδιστί.

٭٭٭٭



Έφυγαν αι βαθείαι ώραι, και νυξ ήτο ακόμη, πεπρωμένη νυξ.

Ακόμη ήπλωνεν αύτη τα σκότη της, και ο σαλεπτσής έκρωζε διά να πωλήσει το εμπόρευμά του, και οι πετεινοί εζάρωναν εις τον ορνιθώνα. Το μικρόν παράθυρον έτριζε, και ο σαλεπτσής εξηκολούθει τουρκιστί τον διάλογόν του με τον Δερβίση, τον άστεγον, τον υπερόριον.

Προ ώρας ήδη είχε σιγήσει το άσμα το μυστηριώδες και μελιχρόν, το νάι είχε πέσει από την χείρα. Ο ουρανός, συννεφώδης, είχεν αρχίσει να βρέχει, έβρεξεν επ’ ολίγα λεπτά, είτα έπαυσεν. Ο κλήτωρ είχε γίνει άφαντος. Αιμωδιασμένος, βρεγμένος, κρυωμένος, ο Δερβίσης ανέβη εις τον επάνω κόσμον.

Επήρεν ένα δρομίσκον, κατέμπροσθεν του ιερού βήματος των Αγίων Ασωμάτων. Δρομίσκον τον οποίον η σεβαστή επιτροπή είχεν ονοματίσει, δηλαδή είχε γράψει επί πινακίδος ότι είναι οδός Λεπενιώτου.

Ο ίδιος ο Λεπενιώτης ο λεοντόκαρδος, όσον και αν έτρεφε φιλέκδικον πάθος διά τον φόνον του μεγάλου ήρωος, του αδελφού του, ανίσως το πνεύμα του περιεφοίτα εκεί, και ηδύνατο να ίδει τον άμοιρον Δερβίσην, διωγμένον, εξωρισμένον, ανέστιον, ριγούντα ανά την στενωπόν, έρποντα αναμέσον δύο σειρών παλαιών οικίσκων, θα τον εσπλαγχνίζετο.

Και ο σαλεπτσής τον ελυπήθη, και αντί πενταλέπτου του έδωκε να πίει σαλέπι διπλούν, μισό κουλούρι να βουτήξει, και άφησε τον γείτονα με το σάλι, τον σηκωθέντα προ μικρού από την ζεστήν κλίνην, να κρυώνει περιμένων εις το μικρόν παράθυρον.

— Έλα, σαλεπτσή, που να πάρει …

— Μπου ντουνιά …



٭٭٭٭



Την πρωίαν εκείνην έπιεν ο Δερβίσης σαλέπι, έφαγε και κουλούρι. Όλην την ημέραν τον έπαιρνε ο ύπνος όπου ετύχαινε να καθίσει.

Τας άλλας ημέρας, εξενυχτούσεν ακόμη εις το ολονύκτιον καφενείον, διά το οποίον είχε περάσει η πεπρωμένη νυξ. Έπινε μαστίχαν κι εκάπνιζε το τσιμπούκι του. Πότε-πότε έπαιζεν ακόμη το νάι.

Ύστερον, μετ’ ολίγας ημέρας, έγινεν άφαντος και δεν τον είδε πλέον κανείς. Ζει, απέθανε, περιπλανάται εις άλλα μέρη, ανεκλήθη από της εξορίας, επανέκαμψεν εις τον τόπον του;

Κανείς δεν ηξεύρει.

Ίσως την ώραν ταύτην ν’ ανέκτησε την εύνοιαν του ισχυρού Παδισάχ, ίσως να είναι μέγας και πολύς μεταξύ των Ουλεμάδων της Σταμπούλ, ίσως να διαπρέπει ως ιμάμης εις κανέν εξακουστόν τζαμίον.

Ίσως να είναι ευνοούμενος του Χαλίφη, αρχιουλεμάς, σεϊχουλισλάμης.

Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ.



(1896)





Το πήρα από την κριτική έκδοση του Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλου και εκσυγχρόνισα λίγο ακόμα την ορθογραφία (μονοτονικό, υποτακτική). Η σημερινή γραφή δημιουργεί πρόβλημα στο σημείο όπου ο Παπαδιαμάντης γράφει πως το «νάι» (που γραφόταν «νάϊ» τότε) απέχει δύο κουκίδες από το «ναι» (που γραφόταν «ναί»).



Η τουρκική παροιμία Μπου ντουνιά τσαρκ φιλέκ, την οποία ο Ππδ. εξηγεί «Αυτός ο κόσμος είναι σφαίρα και γυρίζει» σημαίνει ακριβέστερα «Αυτός ο κόσμος είναι τροχός της τύχης». Το felek (εξ ου και το φελέκι) είναι η τύχη.

Ο δουλεμάς είναι είδος επενδύτη, ο ουλεμάς είναι ο απόφοιτος της ιερονομικής σχολής, σεϊχουλισλάμης ήταν ο ανώτερος θρησκευτικός λειτουργός στην Οθωμανική αυτοκρατορία (όλα αυτά σύμφωνα με το Γλωσσάρι της κριτικής έκδοσης).

http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_derbis.html

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΝΘΕΡΑΣ



Η ΘΗΤΕΙΑ ΤΗΣ ΠΕΝΘΕΡΑΣ



Μίαν μοναχοκόρην είχεν η χήρα Χαρμολίνα, την Ασημένιαν. Και αύτη, προ δεκαπέντε χρόνων ήδη είχε νυμφευθεί γόνον προκρίτου οικογενείας, τον Ιάκωβον Ματθαίου. Ήτον δε ο Ιάκωβος Ματθαίου σχεδόν ίσος την ηλικίαν με την πενθεράν του. Όλοι οι νέοι του χωρίου είχαν ξενιτευθεί εις την Αμερικήν, όπου δεν εύρον την πραγματοποίησιν του ονείρου των. Δυσκόλως απέκτων χρήματα, δυσκολώτερον τα διετήρουν, και ακόμη δυσκολώτερον επαλιννόστουν. Όθεν όλα τα γεροντοπαλλήκαρα του τόπου, όσοι είχον μαγαζείον ή θέσιν ή σειράν τινα, εθήρευον τας νεαράς κόρας τας έχουσας προίκα. Αι μόναι ζημιούμεναι ήσαν τα γεροντοκόριτσα, τα οποία δεν είχον μοίρα υπό τον ήλιον.

Ως όνειρον το ενθυμείτο η Δέσποινα Χαρμολάκη, κόρη του μακαρίτου Μαραλή, πώς είχεν υπανδρευθεί κι εμβήκε κι αυτή στον κόσμον. Πράγματι, ο έγγαμος βίος της είχε διαρκέσει όσον εν όνειρον. Μίαν Κυριακήν του τέλους Δεκεμβρίου, μετά τα Χριστούγεννα, την είχαν στολίσει νύμφην, και την είχαν στήσει ως λαμπάδα αλύγιστην και σεμνήν και την είχαν στεφανώσει εις το καινούργιον, καλοκτισμένον σπίτι, το οποίον της είχον δώσει ως προίκα, κάτω εις τον αιγιαλόν, εις τον βράχον του λιμένος, όπου το κύμα εφίλει μετά παφλασμού τον μώλον, επάνω εις τον οποίον ήτον θεμελιωμένος ο τοίχος της κυρίας προσόψεως της οικοδομής. Κι' ανάμεσα εις τον φλοίσβον των φιλημάτων του κύματος έμελπον τα βιολιά και τα λαγούτα, εις τον ήχον των οποίων εσύρετο ο χορός του γάμου. Και υπό τον φλοίσβον του κύματος, και εις τον ήχον των μουσικών οργάνων, προεπέμφθησαν οι καλεσμένοι, οίτινες μετά ώραν ακόμη, εις την πρώτην γλυκείαν χαραυγήν, επέστρεφαν υπό την οικίαν διά να μέλψωσι τα επιστρόφια, και αυτή είχεν αφεθεί εις τας αγκάλας του συζύγου της.

Είτα, μετά δύο μήνας, ο νεόγαμβρος εμβαρκάρισε με την «Μανουήλα», το μέγα και ογκώδες βρίκιον, το ιδιόκτητον του πατρός του, το οποίον αυτός εκυβέρνα ως πλοίαρχος. Είτα, μετά δύο ταξίδια, κατά το θέρος, ο σύζυγος της, νοσήσας βαρέως, καθώς εμάνθανεν αυτή εις την πατρίδα περιμένουσα τούτον, είχεν εισαχθεί εις τα «σπιτάλια» της Σμύρνης, κι εκεί απέθανε. Η νεαρά νύμφη δεν τον είδε πλέον. Κατά τον Οκτώβριον, έτεκε θυγάτριον, τέκνον των δακρύων. Τους ονειρώδεις νυμφικούς πέπλους είχον διαδεχθεί τάχιστα τα μαύρα τής χηρείας δεσμά, τα «βαρύτερ' απ' τα σίδερα», και τα σπάργανα του βρέφους της μόνη η εκκλησία ηδυνήθη να φαιδρύνει με «χιτώνα φωτεινόν» και «κουκούλιον αγαλλιάσεως».

Είτα η μάννα έμεινεν ισοβίως χήρα σώφρων, θαύμα γυναικείας εγκαρτερήσεως ουχί ασύνηθες εις τας ελληνικάς χώρας, πριν ανατείλωσιν αι «χειραφετήσεις» εις τον ορίζοντα, και η κόρη ανετράφη, εμεγάλωσεν, εκ κοιλίας μητρός ορφανή.

Ο γέρος πενθερός, αποθανών, άφησεν εις την εγγονήν του μέγα μέρος της κτηματικής περιουσίας του, ως και χρήματά τινα. Κατ' εκείνην την εποχήν, ο Ιάκωβος Ματθαίου ήτο ακμαίον γεροντοπαλλήκαρον και όταν του έλεγε τις την ηλικίαν του από τα «Ληξιαρχικά», αυτός ισχυρίζετο ότι ειχεν υπάρξει ομώνυμος αδελφός του, Ιάκωβος, προαποθανών εις βρεφικήν ηλικίαν, πριν γεννηθεί αυτός, και ότι εκείνος είναι, τον οποίον αναφέρουν τα βιβλία της Εκκλησίας, αυτός δε εγεννήθη ύστερον και είναι πολύ νεώτερος.

Ο Ιάκωβος είχε ζητηθεί από πολλάς νύμφας, αλλά δεν ηθέλησε καμμίαν. Διά τούτο τινες έλεγον ότι ήτο «καλογεροταμένος» και δεν θα ενυμφεύετο ποτέ. Αλλά την Ασημένιαν, την μοναχοκόρην της χήρας Χαρμολίνας, μόνος του την εζήτησε - και την επήρε.

Ήτον σχεδόν σαράντα χρόνων, εκείνη δεκαοκτώ. Εγκατεστάθησαν εις την μεγάλην οικίαν του γέροντος πάππου - όχι εις την προικώαν της χήρας, την οποίαν εξηκολούθει ακόμα να φιλεί το κύμα, όπως πάλαι εις τους γάμους και τα επιθαλάμια - μεθ' όλα της χηρείας τα μαύρα δεσμά, και τ' αλμυρά της θαλάσσης δάκρυα - αλλ' εις την ευρείαν οικίαν με τα διπλά πατώματα, τας αποθήκας και τα ελαιοτριβεία, τα πηγάδια και τας στέρνας, με τας αυλάς, τους κήπους και τας αναδενδράδας, την οποίαν είχε κληρονομήσει η κόρη από τον πάππον της.



***



Είχον παρέλθει δεκαπέντε έτη. Η νεαρά νύμφη είχε γεννήσει ήδη εννέα τέκνα, κι εξηκολούθει να γεννά ακόμη. Τα δύο είχον αποθάνει βρέφη. Τέσσαρες υιοί και τρία κοράσια επέζων. Ησαν τόσον γείτονα την ηλικίαν, τόσον ίσα εις το ανάστημα, ώστε μόνο οι γονείς, η μάμμη και οι πλησιέστεροι γείτονες τα διέκρινον απ' αλλήλων. Οι λοιποί, και στενοί συγγενείς και φίλοι της οικίας, εις μάτην εκοπίαζον διά να μάθουν ακριβώς να διακρίνουν τον Μαθιόν από τον Κωστήν, τον Κωστήν από τον Χαραλάμπην, το Ρηνιώ από το Δεσποινιώ, το Δεσποινιώ από το Κατερινιώ. Ελεγον μόνο αλληγορικώς, αινιττόμενοι την φιλοκτημοσύνην του οικοδεσπότου, ότι «ο Ματθαίου είχεν αποκτήσει ένα καλό χωράφι».

Η Χαρμολίνα εκατοίκει πλησίον της κόρης της, εις εν χαμόγειον της μεγάλης οικίας. Είχε «γραφεί σκλάβα» εις τον γαμβρόν της. Όπως ισοβίως έφερε της χηρείας τα δεσμά, ισοβίως είχε αναλάβει και τον ζυγόν της θητείας πλησίον της κόρης της και του γαμβρού της.

Δεν είχε πλέον να της προξενήσει άλλους καημούς η θάλασσα, με τα πικρά φιλήματα της και εις τον μώλον της παλαιάς οικίας - την οποίαν είχεν ενοικιάσει τώρα επωφελώς ο γαμβρός εις ξένους υπαλλήλους, ή εις παρεπιδήμους πλουσίους, εκ Θεσσαλίας. Ευτυχώς ο γαμβρός ήτον χερσαίος. Είχεν ο ίδιος το μαγαζί του εις την παραθαλάσσιον αγοράν - το οποίον κυρίως του εχρησίμευε διά να περνά η ώρα του, και διά να μοσχοπωλεί τα ίδια προϊόντα του, προπάντων έλαιον και οίνον μοσχάτον εκ των κτημάτων του, μη επιτρέπων κέρδος εις τρίτους. Συχνά έκλειε το μαγαζί, και εξετέλει εκδρομάς εις τα μακρινά κτήματα, όλα σχεδόν κληρονομίαν του γέροντος πάππου.

Εις τα ευρύχωρα παραρτήματα της οικίας, τους κήπους και τα προαύλια, και εις το ελαιοτριβείον - το οποίον εσχόλαζε δεκαοκτώ μήνας εις τους εικοσιτέσσαρας, και όλον αυτόν τον καιρόν εχρησίμευεν, ως πλυσταρείον, αλλά και ως αποθήκη - είχε όρνιθες, πάπιες, χήνες, μίαν προβατίναν με το αρνί της, μίαν κατσίκαν με τα ερίφια της, δύο μικρά γουρουνόπουλα (τα οποία είς χωρικός είχε δώσει απέναντι χρέους, κι επειδή δεν ήτο κατάλληλος εποχή, όπως πωληθώσιν ή σφαγώσιν, ο γαμβρός επέβαλεν εις την πενθεράν του να φροντίζει και δι' αυτά) και τέλος μίαν όνον με το πουλάρι της. Όλ' αυτά, καθώς και τα επτά παιδία, ήσαν εις την δικαιοδοσίαν της πενθεράς.



***



Αν υπήρχεν εις όλην την εξοχικήν συνοικίαν, κοντά εις τα Λιβάδια, γυνή πολυάσχολος, αύτη ήτον η Χαρμολίνα. Και αν υπήρχεν οικία, ισόγειον ή αυλόγυρος, όπου να μην παύει ποτέ ο καθημερινός βόμβος και θόρυβος, τούτο ήτον η αυλή και το ελαιοτριβείον του Ιακώβου Ματθαίου. Είς ξένος γείτων, όστις εγνώριζε τα κατ' αυτήν, και την έβλεπε συχνά εις τον δρόμον, αλλά δεν είχε μάθει ποτέ ακριβώς να προφέρει τ' όνομα της, μη γνωρίζων πώς να την ονομάζει, την απεκάλεσεν: «η πενθερά του γαμβρού της».

Μίαν ημέραν, η γειτόνισσα της Γκιουλή η Βοσταντζίνα, μία πρωτινή γραία, της είπε:

- Τι ήθελες, παιδάκι μου, να 'μβείς στα βάσανα του κόσμου!

Η Χαρμολίνα εγέλασεν εκ καρδίας, ακούσασα την επιφώνησιν ταύτην της γραίας. Ω! ήτον τόσος καιρός ήδη, αφότου αυτή είχεν εμβεί «στα βάσανα του κόσμου». Και της εφαίνετο ως όνειρον. Και το όνειρον είχε καλυφθεί, ενιαυτόν μετά ενιαυτόν, και είχε ταφεί εις το παρελθόν, το άπιστον, όπως είς τας κορυφάς των υψηλών ορέων, όπου αι χιόνες, από χειμώνος εις χειμώνα, καλύπτουσι τας χιόνας, ώστε η πολυχρόνιος μάζα γίνεται πλέον βράχος ή ως πάγος του Πόλου.

Αλλά τι ενόει άρα η απλοϊκή γραία με «τα βάσανα του κόσμου»; Ενόει διατί να υπανδρευθεί, προ τριακονταετίας, η χήρα αυτή ή διατί να υπανδρεύσει την κόρην της;

Ο λόγος της αρχαϊκής γραίας τής ήρχετο εις τον νούν, εις του νυσταγμού τας μεσημβρινάς ώρας, των μακρών του θέρους ημερών. Και τ' όνειρον ή ο λογισμός της, ιδού ως έγγιστα ποίαν μορφήν ελάμβανε.

«Μίαν μωρίαν φαίνεται ότι έκαμα εις την ζωήν μου, και αυτήν δεν ημπορούσα να την αποφύγω. Άφησα τους γονείς μου να με πανδρέψουν, επειδή αδύνατον ήτον να διαβάσω τα μαύρα γράμματα, τα οποία η Μοίρα γράφει εις το κρανίον μας, όπως λέγουν. Και μίαν φρονιμάδα ως φαίνεται, έκαμα, ότι δεν απεφάσισα να ξαναπανδρευθώ.

»Κατόπιν της φρονιμάδας αυτής, η δευτέρα μωρία, ο γάμος της κόρης μου, ήτον επίσης άφευκτος... Αλλά μήπως, εάν η κόρη μου ενυμφεύετο ένα νεώτερον, θα έκαμνεν ολιγώτερα παιδιά, και θα είχα εγώ ολιγωτέρας φροντίδας;... Ίσως, αν ο γαμβρός μου ήτον ναυτικός (ω! πάλιν η θάλασσα με τα φαρμάκια της!) δεν θα είχα κατσίκες και προβατίνες να βόσκω, και δεν θα είχα γαϊδουρίτσαν διά να φορτώνω - και να πηγαίνω κάποτε κι εγώ καβάλα, να ξεκουράζωμαι - ω! ελεεινόν ξεκούρασμα...

»Μίαν σωτηρίαν ευρίσκω· το να μην έχη γεννηθεί κανείς ποτέ ή να έχει αποθάνει με την ώρα του!...»



***



Ήτον, άρα, η χήρα Χαρμολίνα, εις την υπηρεσίαν του γαμβρού της, συνάμα κηπουρός, ορνιθοτρόφος, χηνοβοσκός, συβώτις, αιγοβοσκός και ονηλάτης... και συγχρόνως παραμάννα διά τα επτά παιδία, εξαιρουμένου του μικρού, το οποίον εθήλαζεν ακόμη η μάννα του, και του εμβρύου, το οποίον αύτη είχεν εντός της κοιλίας της.

Είχε καθημερινόν πρόγραμμα εργασίας, η προώρως γηράσασα χήρα, ν' αντλεί νερόν, να γεμίζει την στέρναν, να το διανέμει στ' αυλάκια, να ποτίζει τα ολίγα λαχανικά, όπως και τας γλάστρας με τ' άνθη· είτα να ταΐζει τις κόττες, τις πάπιες, τις χήνες, να ελαύνει τας τελευταίας με την καλαμιάν, όταν εξήρχοντο εις το λιβάδι. Ενίοτε να πιάνει καυγάν με την γειτόνισσαν, ένεκα μικράς ζημίας, την οποίαν έκαμνε μιά χήνα εις τον γειτονικόν κήπον· να τρέφει τα δύο γουρουνόπουλα, να τα οδηγεί εις την λάσπην του γειτονικού ρεύματος διά να κυλισθούν· να εξάγει προς βοσκήν εις τα χωράφια την κατσίκαν με τα ερίφιά της, την αμνάδα με το αρνίον της· να δένει την προβατίναν εις την άκραν του κάμπου, εις την υπώρειαν του μικρού λόφου, την κατσίκαν, ολίγον παραπάνω επί της κλιτύος του βραχώδους λόφου, ανάμεσα εις σχίνους και πρινάρια· να επισκέπτεται και πάλιν κατσίκαν και προβατίναν, διά να τας «αλλάξει», ήτοι τας μεταφέρει και τας δέσει παρέκει. Να οδηγή την γαϊδουρίτσαν με το πουλαράκι της εις τα χωράφια, να την δένει εις ένα κορμόν, και πάλιν να την επισκέπτεται. Να κουβαλά από τον αχυρώνα άχυρον διά την όνον, εις τα ισόγεια και τας αυλάς της οικίας δεμάτια χόρτου διά την αμνάδα και την αίγα, διά την νύκτα, και εν ελλείψει επαρκούς βοσκής. Προς την εσπέραν, ανάγκη πάλιν να κάμει νέαν εκδρομήν προς τα Κοτρώνια, και τα χωράφια, διά να λύσει κατσίκαν, προβατίναν και γαϊδουρίτσαν, και τας οδηγήσει οίκαδε εις την αυλήν, όπου υπήρχε καταυλισμός και σταυλισμός δι' όλα τα ζωντανά ταύτα. Εις όλας αυτάς τας εκδρομάς πολλάκις έπαιρνε μαζί της δύο ή τρία εκ των εγγόνων της· άλλοτε, όταν δεν είχε καιρόν να τα πάρει μαζί της, και ήθελε να «ξεκλεφθεί», να φύγει κρυφά, ο Μαθιός κι ο Κωστάκης και το Ρηνιώ και το Δεσποινιώ έτρεχον κατόπιν της κλαίοντα, απαιτούντα να υπάγουν μαζί της. Τότε εξ ανάγκης ηργοπόρει, και ώφειλε να γυρίσει εν πομπή, ακολουθουμένη από το σμήνος των παιδίων, τα οποία εκράτουν στάχυα και βλαστούς και παπαρούνες, κι' έτρεχον εδώ κι εκεί κυνηγούντα το αρνάκι και τα κατσικάκια, και κάμνοντα το πουλαράκι να πηδά. Κι' αυτή εις το μέσον με την μαύρην μανδήλαν της, κρατούσα την τριχιάν του υποζυγίου, τα σχοινία της γίδας και της αμνάδας και φωνάζουσα κι' επιπλήττουσα τα παιδία «να κάμουν φρόνιμα».

Εις τα ισόγεια και τας αυλάς της οικίας είχε πάλιν άλλας εργασίας να διεξάγει. Ώφειλεν από πρωΐας να νίψει όλα τα παιδία, να τα ενδύσει, να τα χτενίσει, να τα βάλει να σταυρώσουν τα χέρια και να πουν το «Πάτερ ημών» εμπρός εις τα εικονίσματα, να τους δώσει να κολατσίσουν, την φασκομηλιά με το πετμέζι και τις ζούπες - ήτοι τα καψαλιστά ψωμιά - ή να τους φτιάση κουρκούτι και ραντιστές ή και τηγανόπιττες και «γριές» διά να φάγουν· να οδηγήσει τα δύο-τρία εξ αυτών «εις το σκολειό», να τους τάξει κοφέτα, λουκούμια, και χίλιων λογών «καλούδια» διά να τα «ταιριάσει» και τα καταφέρει να πάγουν, να επιβλέπει αδιακόπως τα άλλα, να επαρκεί εις όλας τας απαιτήσεις των, να θεραπεύει όλας τας ορέξεις των, να τα φυλάγει διά να μην πέσουν στην στέρναν ή στο πηγάδι, να τα «μονιάσει» διά να φάγουν χωρίς να μαλώσουν το μεσημέρι, να τους κόπτει ψωμί με προσφάγι ή χωρίς προσφάγι επτάκις της ημέρας, ν' αλείφει τις φέτες του ψωμιού με πετιμέζει ή μέλι - εκείνα να γλείφουν το μέλι, και να πετούν το ψωμί - να τους δίδει κάθε ώραν ξερά σύκα, μελόπιττα, σουτζούκια από μουστόπιττα και καρύδια. Επειτα να κουνεί τα δύο μικρότερα παιδία στα πόδια της απλωμένα ή στην κούνιαν, διά να τα αποκοιμίσει, να τους λέγει τραγούδια, αυτή ήτις είχεν αναμείξει τα νανουρίσματα της κόρης της με τα μοιρολόγια του ανδρός της, όταν έμεινε χήρα εις ηλικίαν δεκαεννέα ετών



Περικαλώ την Παναγιά, και προσκυνώ την Πόλη,

να μου χαρίσει τα κλειδιά να 'μβώ σε περιβόλι·

να κόψω μήλο κόκκινο, να πιώ νερό δροσάτο,

να πέσω ν' αποκοιμηθώ, στην νεραντζιά 'ποκάτω·

να πέφτουν τ' άνθια πάνω μου, τα ρόδα στην ποδιά μου...



Και πάλιν.



Κοιμήσου, και παράγγειλα στην Πόλη τα προικιά σου,

στη Βενετιά τα ρούχα σου, στην Σμύρνη τα καλά σου...



Οταν έλεγε «Σμύρνη», μετά τριάκοντα και πέντε έτη, ακόμα εβούρκωναν τα μάτια της. Εκεί είχεν αποθάνει ο σύζυγος της.

Τέλος, είχε την φροντίδα όλων των παιδίων και των ζώων καθ' όλον το απόγευμα και το δειλινόν, και την εσπέραν πάλιν, ότε, ενώ τα παιδία εμάσων ακόμη, τα μάτια τους εσφαλούσαν από την νύσταν. Όταν ήθελε να τ' αναγκάσει να κάμουν την προσευχήν των, έγερναν τα κεφάλια εις τον ύπνον, όταν εδοκίμαζε να τα μεταφέρει εις την γωνίαν των να τα κοιμίσει, έβαζαν τις φωνές. Συνήθως ηναγκάζετο να τα γδύνει πλαγιασμένα, και να τα μεταφέρει αποκοιμισμένα εις τα στρωσίδια των.

Κατόπιν, είχε να συζητεί με τον γαμβρόν της και να δίδει λογαριασμόν, πότε να εκφέρει γνώμας, πότε ν' ακούει νουθεσίας, ως εις γενικήν ανακεφαλαίωσιν όλων των συμβάντων της ημέρας, και των ζητημάτων και των αναγκών της επαύριον. Τέλος, κοντά τα μεσάνυκτα, ήρχετο και δι' αυτήν η ώρα της ποθεινής αναπαύσεως.



***



Εν απόγευμα, περί τας αρχάς του θέρους, όταν η πλουσία βλάστησις είχε κατακαλύψει τα Λιβάδια, ευωδία ήτο διαχυμένη ανά τον κήπον και την αυλήν, και άσματα παιδίων ηκούοντο γύρω-γύρω εις τον εξοχικόν δρόμον, ανάμεσα εις τους ανθοφορούντας φράκτας των κήπων και τους κισσοστεφείς τοίχους των μικρών επαύλεων, η θυγάτηρ της Χαρμολίνας, έγκυος εννέα μηνών, είχεν αισθανθεί τα πρώτα συμπτώματα των ωδίνων. Η χήρα ευρίσκετο εις την αυλήν, ασχολουμένη εις μικράς οικιακάς εργασίας, πλύνουσα, σκουπίζουσα, και άμα επιτηρούσα τα παιδία, προτρέπουσα αυτά «να κάμνουν φρόνιμα», όπως πάντοτε, και διδάσκουσα τας δύο μικράς, την Ρηνιώ και την Δεσποινιώ, ότι έπρεπε ν' αγαπούν το νέον «νινί», το οποίον θα τους έκαμνεν εντός ολίγου η μάννα τους, και το οποίον θα έφερνε μαζί του τηγανίτες, γλυκά, και χιλίων λογιών «καλούδια».

-Θα' ναι μεγάλο το νινί, γιαγιά;

-Μεγάλο, πώς!... Κοτζάμ άνθρωπος.

-Σαν το Ναννάκη θα' ναι; (Γιαννάκης ήτο το τελευταίον γεννηθέν, άγον διετή ηλικίαν).

-Σαν εμένα; Οχι! ζε σέλω εγώ, γιαγιά!

Το Ρηνιώ επέμενεν ότι έπρεπε να γεννήση αγόρι η μάννα. Εθύμωνε και το προσωπάκι της αγρίευεν, ανένευε και εσείετο όλη. Δεν ήθελε ν' αποκτήσει άλλην αδελφούλα, ήτις θα την εξεθρόνιζε, καθόσον αυτή ήτο η τελευταία γεννηθείσα κόρη. Η μάμμη εμελέτα πάντοτε κοράσιον, ελπίζουσα ότι θα εγεννάτο υιός.

Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη μία φωνή, όξω, από τον δρόμον, ένα παιδί εφώναζε:

-Θειά-Χαρμολίνα! θεια! Λύθηκε η γίδα στα Κοτρώνια!

Η Χαρμολίνα έτρεξε προς την πύλην του ελαιοτριβείου, την βορεινήν, κατά τα Λιβάδια.

Το ξένον παιδίον, αφού εφώναξεν από τον δρόμον την δυσάρεστον είδησιν, έτρεξε να φύγει. Η Χαρμολίνα το ανεκάλει:

-Αρέ! Αρέ συ! Πού την είδες την γίδα;... Ποιος την έλυσε;

-Κόπηκε το σκοινί! έκραξε μακρόθεν ο μάγκας.

Κι έγινεν άφαντος.

Είχε κοπεί το σχοινί της γίδας. Τις οίδε ποίος το έκοψε. Δεν ήτο απίθανον να το είχε κόψει αυτός ο ίδιος μάγκας, όστις έφερε την είδησιν.

Η χήρα ήτον έτοιμη να τρέξη εις τον λόφον, πέραν των Λιβαδιών, προς αναζήτησιν της περιπλανηθείσης γίδας.

Την ιδίαν στιγμήν, μιά γειτόνισσα έρχεται, φέρουσα λάγηνον, παρακαλούσα την Χαρμολίναν να της επιτρέψει να γεμίση ολίγες στάμνες από το πηγάδι. Η χήρα αλλοφρονούσα, δεν της έδωκεν απάντησιν.

Ο Μαθιός, εξαετής, και το Ρηνιώ, πέντε ετών, έτρεχον άνω και κάτω θορυβούντα εις το ελαιοτριβείον. Ο Μαθιός εκράτει ένα παλιό στεφάνι από βαρέλι, και μίαν παλαιάν ρόκαν της γιαγιάς, και ήθελε, με την ρόκαν, να κάμνει το στεφάνι να τρέχη ως ρόδα. Το Ρηνιώ είχεν ένα παλιό καρφί κι ένα ξυραφάν ανοικτόν εις τα χέρια της.

Συγχρόνως, ένας μεγάλος μάγκας από την αγοράν εισέρχεται από την μεσημβρινήν πύλην, διά του κήπου, φέρων επ' ώμου μεγάλην δαμιτζάναν αδειανήν. Ο γαμβρός της τής παρήγγειλε να γεμίσει την δαμιτζάναν κρασί μοσχάτο απ' το καλό, το οποίον υπήρχε εις τα ισόγεια της οικίας, και να την στείλει αμέσως εις το μαγαζί διά του μικρού βαστάζου, επειδή ήθελε να το πωλήσει εις κάτι καλούς μουστερήδες ξένους.

-Μα καλά!... Δεν ξέρει πως η γυναίκα του έχει τους πόνους να γεννήσει! είπεν η μήτηρ. Ποιος να προφτάσει σ' όλα!...

Είπεν μεν, αλλά συγχρόνων έβαλε το χωνίον, κι έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν του βαρελιού. Την στιγμήν εκείνην ηκούσθη αποπάνω, από την οικίαν, η φωνή της κόρης της:

-Μάννα!...Μάννα!...

Και η ανδραδέλφη, ήτις ευρίσκετο πλησίον της ωδινούσης, εφάνη εις την θύραν, άνωθεν της εσωτερικής σκάλας.

-Συμπεθέρα! της ήρθε τώρα δυνατώτερος ο πόνος... Ποιός θα πάει για τη μαμμή;

Καθώς έκαμε ν' ανοίξει την κάνουλαν, η γραία, εδέησε να στραφή προς τα άνω· ο πίρος απεσπάσθη αποτόμως, το ευώδες ξανθόν μοσχάτον εχύθη μεθύσκον τον αέρα, και κάμνον να πάλλωσιν οι μυκτήρες του μάγκα της αγοράς. Έως να προλάβει να το μαζέψει, εχύθη αρκετόν καταγής.

-Ποιός θα πάει;... Εγώ, συμπεθέρα!... Ο αδελφός σου μου έστειλε τη δαμιτζάνα να γεμίσω κρασί... Τι λες;... να του παραγγείλω;...(ήθελε να προσθέση «να φροντίση εκείνος για τη μαμμή;» αλλά διεκόπη· μόνον επέφερε)· και για τη γίδα, που κόπηκε το σκοινί, και γυρίζει στα Κοτρώνια, ποιός θα πάει;

Συγχρόνως, από τον κήπον ηκούσθησαν κλαυθμηραί φωναί:

-Γιαγιά, γιαγιά!... Να, αυτός μ' έδειρε... Ελα να τον δείρεις!...

Τα δύο παιδία, ο Χαράλαμπος κι' ο Μαθιός, είχον συγκρουσθεί μεταξύ των. Ο πρώτος ήθελε να του πάρη του Μαθιού το στεφάνι και την ρόκα, με τα οποία έπαιζεν. Ούτος δεν ήθελε να τα δώσει.

Η πτωχή γειτόνισσα, ήτις είχεν έλθει διά να ζητήσει άδειαν ν' αντλήσει από το πηγάδι, είπεν:

-Εγώ πάω για τη μαμμή, γειτόνισσα και να μ' αφήσεις να πάρω νεράκι, σα γυρίσω.

-Για τη μαμμή!; είπεν η χήρα. Να ιδούμε για τη γίδα ποιός θα πάει.

-Για τη γίδα; πού ξέρω, είπεν η γειτόνισσα.

-Δεν είναι μακριά... Στα Κοτρώνια, κάπου θα έχει πιαστεί το σκοινί της. Εκτός αν την ηύραν οι δραγάτες, και την επήγαν στην Δημαρχία... Να παίρνεις νερό όλες τις μέρες, ελεύθερα, όσο θέλεις.

-Καλά!... Πάω για τη γίδα.

Και ακουμβήσασα την στάμναν της παρά το φραγμένον με πλάκας στόμιον του πηγαδιού, εξήλθε τρέχουσα.

Φωνή κλαυθμού ηκούσθη από τον δρόμον έξω. Το Ρηνιώ, καθώς εκράττει τον ξυραφάν ανοικτόν, είχεν εξέλθει από την βορεινήν πύλην, και τρέχουσα επάνω εις το λιθόστρωτον είχε γλιστρήσει κι έπεσεν. Ευτυχώς δεν εκόπη με τον ξυραφάν, όστις άλλως ήτον σκουριασμένος και δεν έκοπτε, μόνον με το καρφί εβάρεσε τα δύο δακτυλάκια της αριστεράς.

Η χήρα έτρεξε προς την βορείαν θύραν, συνέλαβεν εν οργή την μικράν εγγονήν της, της έδωκε δύο ξυλιές - ήτις τότε έκλαυσε δυνατώτερα - κι έκλεισε μετά κρότου την θύραν.

Επανήλθε προς το βαρέλι, όπου ο μάγκας, ωφεληθείς από την στιγμιαίαν απουσίαν της είχε βάλει το στόμα του εις τον πίρον διά να δοκιμάσει το μοσχάτον.

-Να πας τη δαμιτζάνα, και να του πεις να στείλει για τη μαμμή, είπεν η Χαρμολίνα, άμα επανελθούσα.

-Καλά, κυρά, είπεν ο μάγκας, όστις έγλειφε τα χείλη, επειδή τού εφάνη πολύ καλόν το μοσχάτον.

Την ιδίαν στιγμήν η φωνή του Ιακώβου Ματθαίου ηκούσθη από την μεσημβρινήν θύραν του ελαιοτριβείου, την προς τον κήπον:

-E! τα' μαθες, πεθερά, έκραξεν ούτος μακρόθεν, η γίδα έκοψε το σκοινί στα Κοτρώνια κι ελάκησε... Τώρα μου έφεραν το χαμπέρι στο μαγαζί!... Δεν σου είπα εγώ να την αφήσεις εδώ με μια αγκαλίτσα χορταράκια να βοσκά;...Τι ήθελες να την πας στα Κοτρώνια, βρε αδελφέ!...

Είτα, ελθών πλησιέστερα.

-Τι; ακόμη δεν μπορείς να γεμίσεις την δαμιτζάνα;... Βλέπω, σου χύθηκε το κρασί... Άφεριμ! ίσα-ίσα το κέρδος που θελά-βγάλει κανένας! Τι λέω, το κέρδος; Ας βγάζαμε τα σκαφτικά και τα κλαδευτικά, που μας κοστίζει αυτό το γλυκό μοσχάτο, επέφερε με ήθος όξινον ο γαμβρός.

Η πενθερά εγέλασεν ακουσίως.

-Γούρι! είπε.

-Καλό γούρι! επανέλαβε στρυφνός εκείνος. Ας είναι... θα πας για τη γίδα;

Η Χαρμολίνα ούτε λόγον έκαμε περί της γυναικός της γειτόνισσας, ήτις είχε φανή οπωσούν πρόθυμος να υπάγει προς αναζήτησιν της γίδας. Ήξευρεν ότι ο γαμβρός της, όστις ήξευρε και ρητά διάφορα, θα της έλεγε: «Μη ζήτει θεραπείαν σεαυτώ» και «Οφθαλμός βασιλέως πιαίνει ίππον», και τα τοιαύτα.

- Οι πόνοι της ήρθαν δυνατώτεροι, είπεν η Χαρμολίνα. Ποιος θα πάει για τη μαμμή;

-Εγώ στέλνω για τη μαμμή, έκραξεν ανυπόμονος ο Ματθαίου. Κάμε τον κόπο τουλόγου σου, να πας να ιδείς για τη γίδα... «Μη δως την δόξαν σου ετέρω». Τρέξε, γλήγορα!

Κατά τας στιγμάς εκείνας, η Χαρμολίνα ακουσίως ενθυμήθη ένα σεβάσμιον κληρικόν, τον παπα-Γιάννην, τον ενορίτη της, άνθρωπον προικισμένον μ' έκτακτον δραστηριότητα, εις τον οποίον εις μίαν και την αυτήν ημέραν είχε συμβεί ποτέ να έχει να υποδεχθεί τον περιοδεύοντα Δεσπότην, ελθόντα εις το χωρίον, και να τον φιλοξενήσει οίκοι, καθό επίτροπός του· να έχει να θάψει εν εγγόνι του, τέκνον μιας εκ των εξ θυγατέρων του, το οποίον είχεν αποθάνει αυθημερόν· να έχει να δεξιωθεί, ελθόντας από την πόλιν Λ... όλον το συμπεθερολόγι της νεωτέρας θυγατρός του, τέως διδασκαλίσσης, υπανδρευθείσης εις την πόλιν εκείνην· και συγχρόνως, την αυτήν εκείνην ημέραν, του είχε κοινοποιηθή μία απόφασις «εκτελεστή» δι' εν παλαιόν χρέος, δισχιλίων τόσων δραχμών. Και όμως ο σεβάσμιος εκείνος ιερεύς, όλ' αυτά, τα «έβγαλε πέρα», όπως και άλλα πολλά.



.............................................................................................................................................................................................................



Υστερον από δύο ώρας ευρέθη η γίδα, ησύχασαν τα παιδιά, η δαμιτζάνα με το μοσχάτον επωλήθη καλά εις το μαγαζί του Ματθαίου, και η κοιλοπονούσα εγέννησε και όγδοον παιδίον, άρρεν - το δέκατον, συλλήβδην και των νεκρών. Ηύξανον τα «χάρματα» της οικίας, επληθύνοντο τα βάσανα του κόσμου, επολλαπλασιάζοντο οι κόποι κι αι φροντίδες της πενθεράς.

Και η Χαρμολίνα, την μίαν μετά τα μεσάνυκτα, όταν εδυνήθη τέλος να κατακλιθεί, όπως εύρει ολίγην ανάπαυσιν, κατά τινα στιγμήν, αίφνης εψιθύρισε:

-Αχ! δεν εγινόμουν καλόγρια!

Δυστυχώς δεν υπήρχον πλέον ούτε γυναικεία μοναστήρια εις την χώραν.



(1902)









Από την κριτική έκδοση του Ν.Δ.Τριανταφυλλόπουλου με κάποιον επιπλέον εκσυγχρονισμό της ορθογραφίας (υποτακτική, μονοτονικό).



http://www.sarantakos.com/kibwtos/mazi/ppd_penqera.html











Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Έρμη στὰ ξένα (1906)


ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 77-84
ΕΡΜΗ ΣΤΑ ΞΕΝΑ

«Ὀφθαλμοὶ παιδίσκης εἰς χεῖρας
τῆς κυρίας αὐτῆς.» (Δαυίδ)
Α´

Διατί ἐπῆγες, ψυχή, εἰς τὸν Μέγα-Γιαλόν, ἀντικρὺ εἰς τὴν ἁπλωτήν, ἀτελείωτην ἄμμον, ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζει τὸ μέγα βορεινὸν πέλαγος ―ὅπου τὸ κῦμα ἀγριωπόν, ἔξαλλον, ἀδιαλλάκτως πληγώνει τὴν ἀκτήν― πῶς ἐπαραμόνευσες νὰ εὕρῃς γαληνιῶσαν τὴν θάλασσαν, ὅπου ἡ Σειρήν, βαθιὰ εἰς τὰ ἄντρα ἀδελφωμένη μὲ τὴν Ἠχώ, θρηνῳδεῖ τ᾿ ᾄσματά της, καὶ οἱ Τρίτωνες, κρυμμένοι εἰς τὰς πρασινωπὰς πτυχὰς τῶν ἀπατήτων θαλάμων, σπανίως τολμῶσι ν᾿ ἀνακύψωσιν ἐπιπολῆς εἰς τὸ κῦμα; Ἐχρειάζετο κλίνη μαλακή, λεία θάλασσα, διὰ νὰ πέσῃς νὰ κοιμηθῇς τὸν ὕπνον τῶν αἰωνίων ὀνείρων!…

*
* *

Βεβαίως, ἂν ἦτον ἄλλη καμμιὰ «μερακλίδισσα» ἢ «ἀσίκισσα», ἀνάμεσα εἰς τὰς νέας τοῦ θαλασσινοῦ χωρίου, ἦτον κ᾿ ἡ Ἀρχοντούλα, τὴν ὁποίαν ὁ Γιαννάκης, χλωμήν, λεπτήν, μελαχροινήν, ἀγάπησεν ὄχι διὰ κάλλος προκλητικόν, ἀλλ᾿ ἀπὸ μυστηριώδη ἕλξιν καὶ ἀόριστον ψυχικὴν συνάφειαν. Τὸν καιρὸν ἐκεῖνον, ὅταν ὁ Γιαννάκης τ᾿ Ἀργυροῦ ἦτον ἐρωτευμένος λίαν σοβαρῶς μὲ τὴν Ἀρχοντούλαν, καὶ ἠναγκάζετο, περὶ τὰ τέλη τοῦ θέρους, πρὶν ἔβγῃ ἀκόμη ὁ Αὔγουστος, ἐπειδὴ ἔληγεν ἡ ἄδειά του, νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς Αἴγυπτον, τὸ τραγούδι, τὸ ὁποῖον τῆς ἔστελνε, πίσω ἀπ᾿ τὸ κάσαρο* τοῦ βαποριοῦ (ὁπόθεν κάποτε ἐν διαχύσει στενοχωρίας ἔρριπτεν ὁλοκλήρους δαμιτζάνας μὲ οἶνον, σπονδὴν εἰς τὴν θάλασσαν, ἢ πιθαράκια μὲ λάδι, διὰ νὰ γαληνιάσῃ τὸ κῦμα) ἦτον τὸ ἑξῆς:

«Ἡ (τ᾿ ὄνομα τοῦ χωρίου) κ᾿ ἡ Αἴγυπτος, Θέ μου, καὶ νά ᾽ταν ἕνα!»

Κατὰ τὸ βραχὺ ἐντούτοις διάστημα τῶν δύο μηνῶν, ὁποὺ ἔμενεν ὁ Γιαννάκης εἰς τὴν πατρίδα, κατὰ τριετίαν ὅταν ἤρχετο ἡ περίοδος τῆς ἀδείας του, ὅλ᾿ αἱ ἡμέραι κ᾿ αἱ νύκτες, εἰς τὸ μικρὸν χωρίον, ἐγίνοντο ἕνα. Ὅλος ὁ κόσμος ἠναγκάζετο νὰ συνεορτάζῃ καὶ νὰ συγχορεύῃ μαζὶ μὲ τὸν νέον συμπαθῆ μερακλήν. Τῶν καπηλείων καὶ λοιπῶν μαγαζείων ἡ κατανάλωσις ηὔξανεν εἰς τὸ διπλάσιον· βιολιτζῆδες, λαουτιέρηδες, δὲν εὐκαιροῦσαν, δὲν ἀνέπνεαν ἐπὶ δύο μῆνας. Συνήθως «τὸ ἔκανε βδομαδιάτικο». Ἐμίσθωνε δυὸ ζυγιὲς βιολιά, λαγοῦτα, μπουζούκια, κλαρινέτα, φλάουτα, κ᾿ ἐξενυχτοῦσεν. Ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον, ἤρχιζεν ἀπὸ τὴν Πέμπτην τὸ βράδυ, ἐξακολουθοῦσε τὴν Παρασκευὴν καὶ τὸ Σάββατον, προελάμβανε τὸν Τριαδικόν, τὸν ὄρθρον τῆς Κυριακῆς, πρὶν ἐξυπνήσουν τὰ γραΐδια νὰ τρέξουν εἰς τὴν ἐκκλησίαν· ἐποίκιλλε τὴν μονοτονίαν τῶν καθημερινῶν, ηὔξανε τῆς Κυριακῆς τὴν φαιδρότητα κ᾿ ἐξύπνα ὅλους τοὺς χωρικοὺς καὶ τοὺς ἐργατικοὺς τὸ πρωὶ τῆς Δευτέρας.

*
* *

Τέλος, τὴν ἄλλην φοράν, ὅταν ἦλθεν ἡ σειρὰ τῆς ἀδείας του, ἐτελέσθη ὁ γάμος. Ὅλον τὸ χωρίον ἐπανηγύριζεν ἐπὶ δεκαπενθήμερον. Οἱ γαμήλιοι κῶμοι, τὰ πιστρόφια*, οἱ ἐπιθαλάμιοι, μόλις ἐκόπασαν τὴν τρίτην ἑβδομάδα. Ὁ Γιαννάκης ἐπῆρε τώρα τὴν ἀγάπην του μαζί του εἰς τὴν Αἴγυπτον, καί, τέλος, τὸ μικρὸν θαλασσινὸν χωρίον καὶ ἡ χώρα τῶν Φαραὼ «ἔγιναν ἕνα», κατὰ τὴν διάπυρον εὐχὴν τοῦ νέου.

Ὁ υἱὸς τ᾿ Ἀργυροῦ εἶχεν, ἀληθινά, πλοῦτον καὶ θησαυρὸν ἐκεῖ κάτω. Περὶ τὰς δύο λίρας εἰσόδημα τὴν ἡμέραν. Μὲ ὅλην τὴν φοβερὰν σπατάλην, τὰ περισσεύματα δὲν τοῦ ἔλειπαν, καὶ ὅταν ἀνὰ τριετίαν ἐπανήρχετο πάλιν εἰς τὸ χωρίον, μὲ τὴν γυναῖκά του, καὶ τὴν μικρὰν Δεσπούλαν, τὴν μοναχοκόρην του, ἡ Ἀρχοντούλα ἐξέπληττε μὲ τὴν πολυτέλειάν της, κ᾿ ἐπροκάλει ὅλων τῶν γυναικῶν τὴν ζήλειαν.

Ἀφοῦ ἐπάλιωσεν ὁπωσοῦν τὸ ἀνδρόγυνον, τελευταῖον, κατὰ Ἰούνιον τοῦ 19…, ἦλθον εἰς τὸ χωρίον συνοδευόμενοι καὶ ἀπὸ ἓν τέταρτον πρόσωπον. Κατὰ τὰ προλαβόντα ταξίδια, ἡ Ἀρχοντούλα εἶχε προσπαθήσει νὰ εὕρῃ κανὲν πτωχοκόριτσον, καὶ νὰ τὸ πάρῃ μαζί της, ὡς ψυχοκόρην ἢ ὑπηρέτριαν. Πλὴν τὸ πρᾶγμα ἦτο τόσον δύσκολον! Τὰ κορίτσια τοῦ θαλασσινοῦ χωρίου εἶχον εὐχὴν καὶ κατάραν, νὰ μὴ πηγαίνουν ποτὲ δοῦλες ἢ «παραπαῖδες».

Κάτω, εἰς τὴν Αἴγυπτον, ἡ οἰκογένεια εἶχε προσλάβει κατὰ καιροὺς διαφόρους ὑπηρετρίας ἀπὸ τὸν τόπον. Ἀλλὰ καμμίαν δὲν εἶχον φέρει μαζὶ εἰς τὴν πατρίδα των. Τὴν τελευταία φοράν, ἡ Ἀρχοντούλα ἔφερε μαζί της μίαν μεγαλόσωμον ὡραίαν κόρην, ὣς δεκαοκτὼ ἐτῶν, ὑπερήφανα ἐνδυμένην, καὶ κάτι παραπάνω ἀπὸ καμαριέραν ἢ γκουβερνάνταν φαινομένην.

Τὸ πρῶτον πονηρὸν σχόλιον εἰς τὴν γειτονιάν, ὅπου κατέλυεν ὁ Γιαννάκης εἰς τὴν ὡραίαν μικρὰν οἰκίαν του ―ὑψηλά, στὸν Ἐπάνω Μαχαλάν― τὸ ἐξέφερεν ἡ θεια-Σειραΐνα ἡ Παπαδούλαινα, ἅμα εἶδε τὴν ξένην συνοδὸν τῆς Ἀρχοντούλας, διατυπώσασα ὡς ἑξῆς τὴν πρακτικὴν γνώμην της:

― Δὲ συφέρνει, πλιό, παιδάκι μ᾿, ἡ δούλα νὰ εἶναι ὀμορφότερη ἀπ᾿ τὴν κυρά.

Τὸ γνωμικὸν ἤχησεν ὡς προφητεία εἰς τὰ ὦτα τῆς Ἀχτῶς, τῆς κυριωτέρας ἀπ᾿ ὅλες τὶς θειάδες τῆς Ἀρχοντούλας, ἥτις πάραυτα ἤρχισε νὰ «ὁρμηνεύῃ» τὴν ἀνεψιάν της.

― Τά*, τ᾿ ἤτανε;… Τί τὴν ἤθελες νὰ τὴν πάρῃς μαζί σου; Κοτζὰμ ἀναρρούσα*, κορίτζι μ᾿!… Τ᾿ εἶν᾿ αὐτήνη;… Πῶς μαθές; Σοῦ χρειαζότανε μιὰ φοβερή, ἀνεράιδα, νὰ τὴν κουβαλήσῃς ἐδῶ, ἀπ᾿ τὸ Πόρτο, θὰ πῶ*; ἔχετε τόσες δουλειές, μαθές, καὶ δὲ συφτάνεστε*; Ἢ ἔχεις τὰ πολλὰ παιδιά, γλέπεις; Χαθήκανε τὰ φτωχοκόριτσα ἐδῶ νὰ σὲ παραπιάσουνε καὶ νὰ σὲ δουλέψουνε, σὲ οὗλα τὰ πάντα;… Τί τὴν ἤθελες, τὴ Βδοκιά, θὰ πῶ; (ἡ Ἀχτὼ δὲν εἶχεν ἀκούσει ἀκόμη τὸ ὄνομα τῆς ξένης, ἀλλ᾿ ἔσπευσεν αὐθαιρέτως νὰ τὴν ὀνοματίσῃ οὕτω). Τί σοῦ χρειαζόταν ἡ Μαρουσώ; (ἄλλο πάλιν ὄνομα τῆς ἔδιδε). Μὲ ὅσα κομμάτια θὰ σοῦ χαλνᾷ μποροῦσες νὰ χορτάσῃς μισὸ κοπάδι ἀπ᾿ τὰ φτωχοκόριτσα τοῦ μαχαλᾶ σας!… Θέλεις πέντε τόπια τσίτι γιὰ νὰ τὴν ντύσῃς κοτζὰμ ἀφοράδα ὣς κεῖ ἀπάνω, θὰ πῶ… καὶ νὰ μὴ βαστᾷ ἀπ᾿ τὴν Τρίτ᾿ ὣς τὴν Τετράδη… Μὲ πέντε πηχόπουλα ἀρμενόπανο μποροῦσες νὰ ντύσῃς ἕνα τσομπανόπουλο, φτωχὸ κορίτσι… καὶ νά ᾽ναι σκλάβος… νὰ σοῦ λέῃ κ᾿ εὐχαριστῶ!… Τί τὴν ἤθελες τὴ Συνοδιά, ἐγὼ θαμάζουμαι*· τί τὴν ἤθελες;
Β´

Τὴν ἡμέραν τῶν Ἁγίων Κορυφαίων Ἀποστόλων, τὸ δειλινόν, εἷς στενὸς φίλος τοῦ Γιαννάκη, ἀχώριστος, ἐνῷ εὑρίσκοντο ὁμοῦ εἰς ἓν σχεδὸν ἐξοχικὸν καπηλεῖον, εἰς τὴν ἄκρην τῆς πολίχνης, ἀντικρὺ στὸ βουνόν, ἔβλεπε κάπως ἀνήσυχον τὸν φίλον του. Ἐφαίνετο οὗτος ν᾿ ἀλλοφρονῇ, καὶ κάπως σύννους, ἐκοίταζε διὰ τοῦ δυτικοῦ παραθύρου ἔξω. Τὸ παράθυρον ἀντίκρυζε μὲ τὸ ἀστυνομικὸν γραφεῖον τοῦ τόπου. Αἴφνης δύο νεαροὶ «ταχτικοί», ἀστυφύλακες οἱ αὐτοί, ἐπλησίασαν, καὶ ὁ εἷς ἔκαμε νεῦμα εἰς τὸν Γιαννάκην. Ὁ νέος ἐξῆλθε, καὶ ὁ φίλος του τὸν εἶδε νὰ ὁμιλῇ ταπεινῇ τῇ φωνῇ μὲ τοὺς δύο χωροφύλακας. Μετὰ μίαν στιγμὴν καὶ οἱ τρεῖς διευθύνθησαν διὰ τοῦ στενοῦ δρομίσκου πρὸς τὸ βόρειον μέρος.

Ὁ φίλος, ἀπὸ ἀνήσυχον ἐνδιαφέρον, προέκυψε διὰ τοῦ παραθύρου καὶ εἶδε τοὺς τρεῖς νὰ σταθοῦν εἰς τὴν ἄκρην τοῦ δρομίσκου, παρὰ τὴν καμπήν, ἔξωθεν παλαιοῦ κτιρίου ἐλαιοτριβείου, καὶ νὰ συνομιλοῦν μὲ ἕνα τέταρτον, ὅστις ἦτο ἀδραγάτης, ἤτοι ἀγροφύλαξ τοῦ Δήμου, μὲ χωρικὸν ἔνδυμα, μὲ πέδιλα ἀπὸ φασκιές, καὶ ζωσμένος σελάχι μὲ πιστόλια καὶ μαχαίρας. Ὁ Γιαννάκης, ἴσως διότι ὑπώπτευε τὴν ἀνήσυχον περιέργειαν τοῦ ἐν τῷ καπηλείῳ, ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ ὀπίσω καὶ ἰδὼν τὸν φίλον του νὰ τὸν κοιτάζῃ διὰ τοῦ παραθύρου, ἔκαμε νεῦμα ὅτι θὰ ὑπάγῃ ὀλίγον παραέξω, καὶ μὲ τὴν φωνὴν ἔκραξε μόνον:

― Μὲ συγχωρεῖς!…

Πάραυτα καὶ οἱ τέσσαρες ἔγιναν ἄφαντοι ὄπισθεν τῆς καμπῆς τοῦ δρόμου.

*
* *

Τὸ πῶς καὶ διατί ἡ Ἀρχοντούλα εἶχε πεισθῆ νὰ φέρῃ μαζί της ἀπὸ τὸ «Πόρτο» ἐκείνην τὴν εὐμορφοκαμωμένην μεγαλόσωμον «ἀναρρούσα», εἶναι ἄδηλον. Φαίνεται ὅτι, ὅπως ὁ σύζυγός της, ἠγάπα κι αὐτὴ τὴν ἐπίδειξιν, καὶ ἤθελε νὰ κάμῃ ἐντύπωσιν εἰς τὸν τόπον τῆς γεννήσεώς της.

Διότι, εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ Ἀρχοντούλα ἐχάνετο ἐμπρὸς εἰς τὴν ξένην. Ἡ τελευταία ἦτο πράγματι θαλαμηπόλος κατὰ τὸν εὐρωπαϊκὸν τρόπον, κ᾿ ἐκτὸς ὅτι ἦτο εὐμορφοπλασμένη, ἦτο φύσις φιλόκαλος, καὶ προσέτι ὁ ἀφέντης της ἐφιλοτιμεῖτο νὰ τὴν ἔχῃ πολὺ καλὰ στολισμένην, ὡς ἐπίτιμον συντρόφισσαν ἀνωτέρας περιωπῆς.

Ἐκεῖνο, τὸ ὁποῖον διετύπωσεν ὡς ἀπόφθεγμα ἡ πεπειραμένη γειτόνισσα, ἡ Παπαδούλαινα, ἡ φιλαυτία θὰ εἶχεν ἐμποδίσει τὴν Ἀρχοντούλαν νὰ τὸ σκεφθῇ ἢ νὰ τὸ παραδεχθῇ. Οἱ λόγοι ὅμως, τοὺς ὁποίους ἀνέπτυξε μὲ τόσην εὐγλωττίαν ἡ θεία της, ἡ Ἀχτίτσα, τῆς ἔκαμαν, ἀληθινά, βαθεῖαν ἐντύπωσιν. Εἶναι βέβαιον ὅτι ἡ κυρὰ ἤρχισεν ἀπὸ τὴν ἰδίαν στιγμὴν νὰ ζηλεύῃ τὴν θαλαμηπόλον της. Ὅπως ἐγνώσθη ἀργότερα, δυσάρεστοι σκηναὶ συνέβησαν μεταξὺ τῶν δύο συζύγων.

Αἱ γειτόνισσαι, αἱ ἐξαδέλφαι, αἱ συγγενεῖς γύρω-γύρω, κάτι ἄκουσαν, ἄκρες-μέσες, ἀπὸ τὰς σκηνὰς ταύτας. Ἡ κακὴ περιέργεια, ἡ ἀργολογία, ἡ πολυπραγμοσύνη, μεγάλως συνετέλεσαν εἰς τὸ νὰ φαρμακευθῇ ἡ διχόνοια τοῦ ἀνδρογύνου. Ὑποβολαί, μωροπιστία, ξυπνητὰ ὄνειρα, ὅλα ἔπαιξαν μέρος πλησίον τῆς ἰσχνῆς καὶ νευροπαθοῦς γυναικός! Ἐφαντάζετο ὅτι ἔβλεπε τὸν σύζυγόν της εἰς ἐρωτικὰς διαχύσεις μὲ τὴν κόρην, ὅ,τι τῆς ἔλεγαν τὸ ἐπίστευε, καὶ μάλιστα ὑπερεθεμάτιζεν αὐτή, βεβαιοῦσα ὅτι ἐγίνοντο χειρότερα παρ᾿ ὅσα ἔλεγεν ἡ γειτονιά. Διηγεῖτο, καὶ τὸ ἐπίστευεν, ὅτι εἶδε μὲ τὰ μάτια της ἐρωτικὰς περιπτύξεις, κ᾿ ἔκαμνεν ὅρκους. Καὶ αὐτὴ μὲν τὸ ἐπίστευεν ἄκουσα, ὅσοι δὲ τὴν ἤκουον ἐπροθυμοῦντο νὰ τὴν πιστεύσουν.

Τέλος, τὸ δειλινὸν ἐκεῖνο τῆς 29 Ἰουνίου, ἡ ἀτυχὴς Βανθούλα ―ἡ κόρη, ἐντοσούτῳ, ἦτον, ὅσον ἠδύνατο, κατὰ τὸ ἀνθρώπινον, νὰ κρίνῃ τις, σεμνοπρεπής, ἁπλοϊκή, ἀξιόλογος, λίαν ἐργατική, περίφημος ράπτρια, κ᾿ ἔξοχος μαγείρισσα― τὸ ἀπόγευμα, λέγω, τῆς ἑορτασίμου ἐκείνης ἡμέρας, ἡ κόρη εἶχε γίνει ἄφαντη. Καὶ ὅταν ὁ τέως σύντροφός του ἀπὸ τὸ καπηλεῖον ἔβλεπε τὸν Γιαννάκην μαζὶ μὲ τοὺς δύο ταχτικοὺς καὶ μὲ τὸν ἀδραγάτην νὰ διευθύνωνται δρομαῖοι πρὸς τὰ Λιβάδια, ἡ νέα εἶχε φύγει εἰς τὰ βουνά. Οἱ τρεῖς νομᾶτοι, οἵτινες ἀπὸ δύο ὡρῶν ἐζήτουν τὰ ἴχνη της, εἶχον φέρει νύξεις τινὰς σχετικὰς εἰς τὸν ἀφέντην της, καὶ οὗτος τοὺς ἠκολούθησε τρέχων πρὸς ἀνεύρεσιν τῆς φυγάδος. Αὐτὸς ἦτον ὁ λόγος δι᾿ ὃν τόσον ἀνήσυχος καὶ σύννους ἐφαίνετο πρὸ μικροῦ ὁ σπλαγχνικὸς νέος.

*
* *

Τέλος, ἡ κόρη ἀνευρέθη, ἀλλὰ δὲν ἔμελλε ν᾿ ἀνευρίσκεται ἐπ᾿ ἄπειρον. Εἶχε καταφύγει εἰς τὴν καλύβην πτωχῶν ἀγροτῶν, εἰς τὴν κορυφὴν τοῦ βουνοῦ, ὅπου δύο βοσκοποῦλες τὴν ἐκοίταζαν ἀπλήστως, καὶ τῆς ἔδωκαν γάλα νὰ πίῃ. Μετὰ πολλὰς παρακλήσεις, ἡ κυρία της ἐπείσθη νὰ δεχθῇ προσωρινῶς τὴν ξένην εἰς τὴν οἰκίαν της, πλὴν ἀπῄτει νὰ τὴν στείλουν παρευθὺς εἰς τὴν ἰδίαν πατρίδα της. Ἐφαίνετο τόσον παράλογος ἡ ἀπαίτησίς της, ἥτις ἀπεδείκνυε μόνον τὴν τρελὴν ἀνυπομονησίαν της. Διότι ἐντὸς μηνὸς ἢ ὀλίγον περισσότερον τὸ ἀνδρόγυνον ἔμελλε νὰ ἐπιστρέψῃ εἰς τὴν Αἴγυπτον, κ᾿ ἐκεῖ, ἂν δὲν τῆς ἤρεσκε τῆς κυρίας ἡ καμαριέρα, καλῶς κ᾿ εὐσχήμως θ᾿ ἀπηλλάσσετο αὐτῆς. Ἀλλ᾿ ἡ Ἀρχοντούλα δὲν ἤθελε ν᾿ ἀκούσῃ ὀρθὸν λόγον. Ἔβλεπε ζωντανὰς ὀπτασίας, καὶ ἡ εἰκὼν τῶν ἐρωτικῶν περιπτύξεων εἶχε κολλήσει ἐμπρός της, ζωγραφιστὴ καὶ παγία εἰς τὰς κόρας τῶν ὀφθαλμῶν της.

Ἡ κόρη, εἶχε κι αὐτὴ τοὺς λόγους της· δὲν ἤθελε νὰ ὑπάγῃ συνοδευομένη ἀπὸ ἄλλο πρόσωπον, ὁσονδήποτε εὐυπόληπτον, ἄγνωστον τέως αὐτῇ. Ἔλεγεν: «Ὁ ἀφέντης μ᾿ ἔφερεν, ὁ ἀφέντης θὰ μὲ πάῃ». Ἡ κυρά της ἐσκύλιαζεν, ὅταν ἤκουε τοῦτο. Τὸ ἐξήγει ὡς ἀπαίτησιν τάχα τῆς κόρης ὅπως τὴν συνοδεύσῃ κατ᾿ ἰδίαν ὁ κύριός της. Καὶ ὅμως, ἡ ταλαίπωρος νέα, δὲν ἔλεγε τοῦτο. Ἐνόει ὅτι ὁ ἀφέντης, τουτέστι, καὶ μὲ ὅλην ἴσως τὴν οἰκογένειαν, ὅταν θὰ ἐπανέκαμπεν εἰς τὴν Αἴγυπτον, τότε μόνον θὰ τὴν προέπεμπε μέχρι τοῦ τόπου της, τῆς ἀφετηρίας ὁπόθεν τὴν εἶχε παραλάβει.

Ἐπ᾿ ὀλίγας ἡμέρας ἐν τῷ μεταξύ, ἡ Βανθούλα εἶχε μείνει εἰς τὴν οἰκίαν μιᾶς πτωχῆς χήρας, συγγενοῦς τοῦ Γιαννάκη. Ἀλλ᾿ ἡ Ἀρχόντω δὲν ἦτο ἀναπαυμένη. Ἐφαντάζετο συνεντεύξεις, ἐν ἀσφαλείᾳ, τοῦ συζύγου της, ὑπὸ τὴν ξένην στέγην κ᾿ ἐπροτίμα νὰ ἔχῃ τὴν ξένην ὑπὸ τὰ ὄμματά της. Ὅθεν, ἐνῷ πρότερον τὴν ἐδίωκε, τώρα τὴν ἐβίαζε νὰ μένῃ πλησίον της.
Γ´

Εἰς τὴν βορείαν παραθαλασσίαν τοῦ Μεγάλου Γιαλοῦ, ἡ οἰκογένεια εἶχε κάμει ἐκδρομὴν ἀναψυχῆς μιᾷ τῶν ἡμερῶν, περὶ τὰ μέσα τοῦ Ἰουλίου. Ἡ Βανθούλα ἔμαθε καλὰ τὸν δρόμον καὶ ὅλη ἡ ὡραία τοποθεσία τῆς ἐνετυπώθη εἰς τὴν μνήμην της.

Ὕστερον ἀπὸ πολλὰς σκηνὰς ἀκόμη ―καὶ κατόπιν ἀπὸ τὸ πανηγύρι τῆς Ἁγίας Παρασκευῆς, ὅπου ὅλον τὸ χωρίον ἐπήγαινε διὰ θαλάσσης, μὲ τὰς βρατσέρας τὰς σημαιοστολισμένας καὶ τὰ κότερα― ἡ Βανθούλα εἶχε κάμει μεγάλην ἐπίδειξιν ἐκεῖ, καὶ ὅλ᾿ οἱ νέοι τοῦ χωρίου παρ᾿ ὀλίγον τὴν ἐρωτεύοντο (ἡ θεια-Ἀχτίτσα ἐσκέφθη ἐν τῷ μεταξύ:

― «Δὲ βρίσκεται κανένας νὰ τὴν κλέψῃ, θὰ πῶ, νὰ τὴν ξεφορτωθῇ ἡ Ἀρχοντούλα!»

Πλήν, ἡ εὐχή της δὲν εἰσηκούσθη)· ὀλίγας ἡμέρας ὕστερον, τὴν παραμονὴν τῆς Πρωταυγουστιᾶς, οἱ φίλοι του εἶδαν τὸν Γιαννάκην, ὄχι ἀνήσυχον ἁπλῶς, ἀλλ᾿ ἐξημμένον, πρησκοματιασμένον, κλαμένον…

Τὸν εἶδαν καὶ πάραυτα τὸν ἔχασαν. Δύο ἐξ αὐτῶν, οἱ ἐνθερμότεροι, ἔτρεξαν κατόπιν του.

Συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν ἀδραγάτην, καὶ ἀπὸ δύο νομάτους τῆς χωροφυλακῆς, ἔτρεχεν, ἔτρεχε… Μόλις πρὸ μιᾶς ὥρας εἶχε μάθει τὴν ἐξαφάνισίν της. Καὶ κατὰ ποῦ νὰ τρέξῃ; Δύο γυναῖκες, εὑρισκόμεναι εἰς τ᾿ ἀμπέλια τους, ὅπου εἶχαν ἀρχίσει τότε νὰ ρίπτουν εἰς τὶς λιάστρες τὰ σῦκα, εἶπαν ὅτι τὴν εἶδαν, καταμεσήμερο, κ᾿ ἐσκιάχτηκαν, νὰ τρέχῃ τὸν ἀνήφορο, σὰν ἀνεράιδα…

Ὁ Γιαννάκης ἐσκέφθη: «Ἴσως νὰ ἐπῆγε κατὰ τὸν Μέγα-Γιαλό… Ἐκεῖ θὰ θυμᾶται τὸν δρόμο…»

*
* *

Ἡ Αἰγυπτία ἔφυγε τὸ πάλαι εἰς τὴν ἔρημον. Πολὺ πλέον δυστυχὴς ἀπὸ ἐκείνην, ἡ πτωχὴ ξένη παιδίσκη, ἡ Βανθούλα, δὲν εἶχε καρπὸν οὔτε εἰς τοὺς κόλπους οὔτε εἰς τὰ σπλάγχνα της. Καὶ δὲν ἐπαρουσιάσθη ὁ Ἄγγελος Κυρίου νὰ τῆς δώσῃ ἀσκὸν ὕδατος, διὰ νὰ δροσισθῇ… Αὐτὴ μόνη ἔπεσε νὰ εὕρῃ δρόσον εἰς τὴν ἅλμην τοῦ πελάγους, εἰς τὰ πικρὰ κύματα, ὅπου ὁ Γιάννης ὁ Πατσοστάθης, βοσκὸς ἀπὸ τὸ βουνόν, εἶδεν ἐπί τινας στιγμὰς τὴν λευκὴν ἐσθῆτα νὰ κυματίζῃ εἰς τὴν αὔραν, εἶτα νὰ βυθισθῇ εἰς τὸ κῦμα καὶ πάλιν νὰ ἐπιπλέῃ εἰς τὸν ἀφρόν.

Τὴν πρωίαν τῆς Πρωταυγουστιᾶς μία βάρκα ἔφερε τὸ νεκρὸν σῶμα καὶ τὸ ἀπεβίβασεν εἰς τὴν προκυμαίαν… Ὤ! τί σπαραγμός! Ξένη, ἔρμη στὰ ξένα, εὗρε τὸν πικρὸν θάνατον ἑκουσίως εἰς τὴν ἅλμην τοῦ κύματος… Οἱ ἰατροὶ τοῦ τόπου εὗρον ἕρμαιον, καὶ τὸ διεξεδίκησαν. Οἱ ἱερεῖς ὄχι. Δὲν ἦτο κανεὶς ἰσχυρὸς ἐνδιαφερόμενος, διὰ νὰ ἐκβιάσῃ τὴν «ἐλαστικότητα» τῶν νόμων καὶ τῶν κανόνων, διὰ νὰ βάλῃ εἰς κίνησιν τὰ νεῦρα καὶ τὰ κόκκαλα τῶν ἀνθρωπαρέσκων, τὰ ὁποῖα μέλλει νὰ διασκορπίσῃ ὁ Θεός.

Μόνον πέντε ἢ ἓξ γερόντισσαι, πτωχαὶ χῆραι, δύο ἢ τρεῖς κόραι τοῦ λαοῦ, τρεῖς δωδεκάδες ἀγυιοπαίδων, κ᾿ οἱ δύο νεαροὶ χωροφύλακες, συνώδευσαν τὸν Γιαννάκην εἰς τὸ κοιμητήριον, ὄπισθεν τοῦ σκεπασμένου νεκροκραβάτου.

Ὁ φίλος, τοῦ ἐξοχικοῦ καπηλείου, εἶπε τὸ «Ἅγιος ὁ Θεός», τὸ «Μετὰ πνευμάτων», Κύριε, ἀνάπαυσον τὴν δούλην σου, τρίς, κ᾿ ἐτελείωσε.

(1906)

http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/359-04-09-ermh-sta-ksena-1906

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ΤΟ ΨΟΦΙΜΙ



ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ
ΤΟΜΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟΣ
ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ
Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ
ΑΘΗΝΑ 1985
Σελ. 99-101
ΤΟ ΨΟΦΙΜΙ

― Παρακαλῶ, κύριε ἀστυφύλακα· ἐδῶ ἀπάνω, στὸ φράχτη, κοντὰ στὸν δρόμο, ἔχουν ρίψει ἕνα ψοφίμι, ἕνα μεγάλο σκυλί… Μὲ τέτοια ζέστη, Ἰούλιον μῆνα… Θὰ μᾶς κολλήσῃ πανούκλα ὅλους ἐδῶ… Ἴσα-ἴσα στὸ ψήλωμα, ἐδῶ, ποὺ εἶν᾿ ἐξοχικὸ μέρος… ὅπου ἔρχονται οἱ ἄνθρωποι νὰ πάρουν λίγον ἀέρα καθαρόν.

Ὁ ὁμιλῶν ―ὁ κύριος Α.― ἦτο παχύμισθος ὑπάλληλος τῆς Κυβερνήσεως. Τὸ δημόσιον τοῦ ἔδιδε, διὰ τὰς ἐκδουλεύσεις του, ὑπὲρ τὰς τριακοσίας δραχμὰς τὸν μῆνα. Ἀλλὰ τὰς δραχμὰς αὐτὰς τὰς ἐθεώρει ὡς ἱερὰς καὶ δὲν ἀπεφάσιζε ν᾿ ἀποκόψῃ λεπτὰ δι᾿ ἕνα πτωχὸν λοῦστρον, ὅπως σκάψῃ λάκκον καὶ θάψῃ τὸ ψοφίμι. Τοιαύτη θυσία θὰ τοῦ ἐφαίνετο ἴσως μᾶλλον ἱεροσυλία. Ἡ δὲ οἰκία του ἔκειτο πλησιέστατα ἐκεῖ, καὶ ἦτο ὁ πρῶτος ἐνδιαφερόμενος.

Ὅθεν ἀπηυθύνθη εἰς τὸν ὑπ᾿ ἀριθ. 3 χιλιάδας τόσα ἀστυφύλακα. Ὁ ἀστυφύλαξ ἐφόρει λευκά, κ᾿ ἐσύχναζεν εἰς τὸ ἐγγὺς καφενεδάκι. Ἀπήντησε δὲ λίαν προθύμως καὶ φιλοφρόνως:

― Μάλιστα· τώρα, νὰ ποῦμε εἰς ἕνα ἀστυφύλακα ―μπορῶ νὰ πάω κ᾿ ἐγώ― νὰ πάρῃ κ᾿ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν νὰ τὸ πετάξουν ἀποκεῖ.

Κ᾿ ἐκάθισε στὸ καφενεδάκι, διὰ νὰ διαβάσῃ τὰ νέα τῆς ἡμέρας.

Ἐν τῷ μεταξὺ ὁ κύριος Α. ἀπηυθύνθη, ἐν ἀπουσίᾳ τοῦ καφετζῆ, πρὸς τὸν ὑπάλληλον τοῦ καφενείου, καὶ τοῦ εἶπε:

― Δὲν σᾶς ἦρθε σᾶς ἡ βρώμα;… Εἰπὲ τοῦ κὺρ Τάσου (τὸ ὄνομα τοῦ καφετζῆ) νὰ λάβῃ τὰ μέτρα του… διὰ νὰ μὴν ἀρρωστήσῃ ὅλος αὐτὸς ὁ κόσμος ποὺ ἔρχεται νὰ πάρῃ τὸν ἀέρα του ἐδῶ ἐπάνω.

Ὁ μικρὸς ὑπάλληλος ἔσεισε τὴν κεφαλήν, ὡς νὰ ἦθελε νὰ εἴπῃ:

«Δὲν βαριέσθε: Καὶ ποιὸς θὰ φροντίσῃ; Ὅ,τι ἐφροντίσατε σεῖς, ὁ πρῶτος ποὺ ἀνεκαλύψατε αὐτὸ τὸ σπάνιον φαινόμενον».

*
* *

Ὁ ἀστυφύλαξ, ὡς νὰ ἐκεντρίσθηκε ἀπὸ τὴν δευτέραν αὐτὴν ἀναψηλάφησιν τοῦ ζητήματος, ἐσηκώθη, ἐκοίταξε τριγύρω, καὶ εὐτυχῶς ἐξάνοιξε μακρὰν ἕνα συνάδελφόν του, βαίνοντα εἰς πλάγιόν τινα δρόμον. Τὸν ἔκραξε, κ᾿ ἐκεῖνος ἦλθε.

― Νὰ σοῦ πῶ, τοῦ λέγει: πᾷς στὸ Τμῆμα, νὰ πῇς τοῦ σκοποῦ, νὰ πῇ τοῦ σταθμάρχη, νὰ στείλῃ ἕνα ἀστυφύλακα, νὰ βρῇ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν ἐδῶ παραπάνω, ποὺ λέει ὁ κύριος ἐδῶ… εἶν᾿ ἕνα σκυλὶ ψόφιο… νὰ τὸ πάρουν ἀπ᾿ ἐκεῖ, νὰ τὸ πετάξουν πουθενά;

― Καλά.

Καὶ ὁ β´ ἀστυφύλαξ ἐκινήθη βραδύς, κατερχόμενος τὸν δρόμον.

*
* *

Τὴν νύκτα, ὅταν ὁ κ. Α. ἀπεσύρετο διὰ νὰ ἀπέλθῃ οἴκαδε, εἰς τὸ φῶς τῆς σελήνης, ἔστρεψε τὰ ὄμματα καὶ τὴν ρῖνα πρὸς τὸ μέρος ὅπου εἶχεν ἰδεῖ τὸ δυσάρεστον πρᾶγμα τὸ πρωί. Τὸ ψοφίμι ἦτο ἀκόμη ἐκεῖ, ἀναδίδον λοιμώδη ὀσμήν.

Ὁ ἄνθρωπος, ἐν μεγάλῃ ἀδημονίᾳ, ἔκλεισε τὰ παράθυρά του, κ᾿ ἐκοιμήθη. Τὴν ἄλλην πρωίαν, εἰς τὸ μικρὸν καφενεῖον ηὗρε πάλιν τὸν ἀστυφύλακα.

― Δὲν ἐκάματε τίποτε γιὰ τὸ ψοφίμι ποὺ σᾶς εἶπα;

― Μάλιστα· ἔστειλα εἴδηση στὸν σκοπό… ν᾿ ἀναφέρῃ στὸν σταθμάρχη… νὰ στείλῃ ἕνα ἀστυφύλακα ―μποροῦσα νὰ πάω κ᾿ ἐγώ― νὰ πάρῃ ἕνα σκουπιδιάρη, νὰ πᾶν νὰ λάβουν μέτρα… Καὶ δὲν τὸ πέταξαν;

― Πεταμένο εἶναι ἀπὸ προχθές· μᾶλλον ἔπρεπε νὰ τὸ θάψουν.

― Ἂς εἶναι, θὰ φροντίσω· τώρα πάω στὸ τμῆμα.

Τὴν ἑσπέραν, ὅταν ὁ κυβερνητικὸς ὑπάλληλος ἐπανήρχετο εἰς τὴν οἰκίαν του, τὸ ψοφίμι ἦτο πάντοτε ἐκεῖ, δηλητηριάζον τὸν ἀέρα μὲ τὴν δυσωδίαν του.

Τὸ πρωί, ὁ κ. Α. πρὸς τὸν α´ ἀστυφύλακα:

― Μὰ δὲν ἔγινε τίποτε γιὰ τὸ ψοφίμι… Ζήτημα, βλέπω, κατήντησε κι αὐτό… Καλὰ ποὺ δὲν συνεδριάζει πλέον ἡ Βουλή, διὰ νὰ γίνῃ ἐπερώτησις.

― Τί; Δὲν τὸ σήκωσαν ἀποκεῖ; Περίεργο! Ἐγὼ ἔλαβα μέτρα. Ἂς εἶναι, ἡσυχάσατε. Σήμερα, χωρὶς ἄλλο. Πάω ἐπίτηδες νὰ τοὺς βιάσω, νὰ στείλουν ἕνα ἀστυφύλακα ―μπορῶ νὰ πάω καὶ μόνος μου― μὲ ἕνα σκουπιδιάρη.

*
* *

Τὴν ἑπομένην νύκτα, ἀκόμη τὸ ψοφίμι ἦτο ἐκεῖ. Εὐτυχῶς εἶχε συννεφιάσει, καὶ ἤστραπτε ραγδαίως πρὸς τὸν Μαΐστρον, εἰς τὰ ΒΔ τοῦ ὁρίζοντος. Ὁ κ. Α. μόλις ἐπρόλαβε νὰ φθάσῃ εἰς τὴν οἰκίαν, νὰ κλείσῃ τὰ παράθυρα, κ᾿ ἐνέσκηψε σφοδροτάτη θύελλα, ἄνεμος καὶ βροχή, δροσιστικὴ καὶ παρήγορος.

Τὸ πρωί, ἀνάμεσα εἰς τὸ ἠλλοιωμένον ὑγρὸν ἔδαφος, μόλις ἐφαίνοντο πλέον τὰ ἴχνη τοῦ θνησιμαίου σκύλου, ὀλίγα μόνον γυμνὰ κόκκαλα τοῦ σκελετοῦ· ἡ ραγδαία βροχὴ εἶχε παρασύρει τὰς σαπρὰς σάρκας, καὶ εἶχε διαλύσει τὴν δυσοσμίαν.

Κ᾿ ἔτσι δὲν ἔγινεν ἐπερώτησις εἰς τὴν Βουλήν. Μόνον ἔγινε χρονογράφημα εἰς ἐφημερίδα.

(1906)
http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/361-04-11-to-psofimi-1906

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ο Αλιβάνιστος


Ο Αλιβάνιστος
Το διήγημα γράφτηκε το 1903.

Αφού εβάδισαν επί τινα ώραν, ανά την βαθείαν σύνδενδρον κοιλάδα, η θεια Μολώτα, κι η Φωλιώ της Πέρδικας, κι η Αφέντρα της Σταματηρίζενας, τέλος έφθασαν εις το Δασκαλειό. Αι τελευταίαι ακτίνες του ηλίου εχρύσωναν ακόμη τας δύο ράχεις, ένθεν* και ένθεν της κοιλάδος. Κάτω, εις το δάσος το πυκνόν, βαθεία σκιά ηπλούτο. Κορμοί κισσοστεφείς* και κλώνες χιαστοί εσχημάτιζον ανήλια συμπλέγματα, όπου μεταξύ των φύλλων ηκούοντο ατελείωτοι ψιθυρισμοί ερώτων. Ευτυχώς το δάσος ενομίζετο κοινώς ως στοιχειωμένον, άλλως θα το είχε καταστρέψει κι αυτό προ πολλού ο πέλεκυς του υλοτόμου. Αι τρεις γυναίκες επάτουν πότε επί βρύων μαλακών, πότε επί λίθων και χαλίκων του ανωμάλου εδάφους. Η ψυχή κι η καρδούλα των εδροσίσθη, όταν έφθασαν εις την βρύσιν του Δασκαλειού.

Το δροσερόν νάμα* εξέρχεται από μίαν σπηλιάν, περνά από μίαν κουφάλαν χιλιετούς δένδρου, εις την ρίζαν του οποίου βαθεία γούρνα σχηματίζεται. Όλος ο βράχος άνωθεν στάζει ωσάν από ρευστούς μαργαρίτας και το γλυκύ κελάρυσμα του νερού αναμειγνύεται με το λάλον* μινύρισμα* των κοσσύφων. Η θεια Μολώτα, αφού έπιεν άφθονον νερόν, αφήσασα ευφρόσυνον στεναγμόν αναψυχής,* εκάθισεν επί χθαμαλού βράχου δια να ξαποστάση. Αι δύο άλλαι έβαλαν εις την βρύσιν, παρά την ρίζαν του δένδρου, τις στάμνες και τα κανάτια, τα οποία έφεραν μαζί των, δια να τα γεμίσουν. Είτα αφού έπιαν και αυταί νερόν, εκάθισαν η μία παραπλεύρως της γραίας, η άλλη κατέναντι, κι άρχισαν να ομιλούν.

— Πώς αλγεί παπάς; είπεν η θεια Μολώτα.

Η γραία ήτο ιδιόρρυθμος εις την γλώσσαν της. Ετραύλιζε και απέκοπτεν όχι μόνον συλλαβάς, αλλά και τα άρθρα και άλλα μόρια.

— Νύχτωσε, θα πω! προσέθηκεν η Φωλιώ.

— Τα, τι λογάτε; επέφερεν η Αφέντρα.

Ευρίσκοντο κι αι τρεις, από της ημέρας εκείνης του Μεγάλου Σαββάτου, εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνο. Ήτον έρημον παλαιόν μοναστηράκι. Είχε γνωσθή ότι ο παπα-Γαρόφαλος ο Σωσμένος, εις εκ των ιερέων της πόλεως, θα ήρχετο εις τον Αϊ-Γιάννην, στον Ασέληνον, δια να κάμη Πάσχα εις τους αιγοβοσκούς των αγρίων εκείνων μερών. Αι τρεις αυταί και τινα άλλα πρόσωπα από την πόλιν, αγαπώντα την εξοχήν, είχον έλθει, χάριν του Πάσχα, πριν να ξεκινήση ο παπάς. Αλλ' όμως ενύκτωνεν ήδη και ο παπα-Γαρόφαλος δεν είχε φανεί ακόμη.

— Είναι αργοστόλιστος, θα πω, επέφερεν η Φωλιώ η Πέρδικα.

— Ναι, είδες πώς αργεί να ντυθή; υπέλαβεν ερμηνεύουσα κατά γράμμα τον λόγον η Αφέντρα της Σταματρίζενας. Και καμιά φορά βάζει και στραβά την «αλλαή» του.

Ωνόμαζεν ούτω το φελόνιον*. Αι τρεις γυναίκες είχον έλθει από τον Αϊ-Γιάννην, απέχοντα ως τετάρτου της ώρας δρόμον, δια να γεμίσουν τα σταμνιά στο Δασκαλειό, επειδή η μικρά βρύσις του παλαιού ησυχαστηρίου, κάτω από τον ναΐσκον, είχε χαλάσει, και σχεδόν είχε χαθεί το νερόν. Έμελλον δε να επιστρέψουν αμέσως εις τον Αϊ-Γιάννην. Αλλά με την ομιλίαν, αργοπορούσαν.

Τέλος, αι δύο εσηκώθησαν, έκυψαν δια να φορτωθούν τ' αγγεία, και ήσαν έτοιμαι προς αναχώρησιν.

Αλλά την στιγμήν εκείνην ζωηρά φωνή ηκούσθη από το κάτω μέρος, ανάμεσ' από τα δένδρα.

— Σ' έσκιαξα, θεια Μολώτα, είπεν η φωνή.

Είτα καγχασμός ήχησε κι ευθύς επαρουσιάσθη εις νέος υψηλός, αμύστακος, ως δεκαέξ ετών, κρατών κάτω του στέρνου του κάτι ως διπλωμένον και τυλιγμένον πράγμα.

— Α! κακό να μην έχης! έκραξεν η Φωλιώ. Εσύ 'σαι, αρέ Σταμάτη;

Δεν είχε νυκτώσει ακόμη καλά, κι αι γυναίκες είδαν τα χαρακτηριστικά του, αφού πρώτον είχαν γνωρίσει την φωνήν του. Ήτον ο Σταμάτης το Τρυγονάκι, μάγκας ορφανός παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, όστις έζη εκτελών θελήματα ανά την πόλιν. Όταν όμως ήτο πουθενά εξοχικόν πανηγύρι, άφηνεν όλες τις δουλειές του, κι έτρεχε πρώτος μεταξύ όλων των πανηγυριστών.

— Να, απ' τον Ασέληνο έρχομαι, είπεν ο νέος... φορτωμένος πράματα, θάματα... κοιτάξετε!

Έθεσε την δεξιάν χείρα εντός του τυλιγμένου πανίου, το οποίον εκράτει, έλαβεν ένα μαύρον πράγμα, και, θέλων να παίξη, το έρριψεν εις την ποδιάν της Μολώτας, ήτις εκάθητο ακόμη επί της πέτρας.

— Α! φωτιά που σ' ε!... έκαμεν αύτη, αναπηδήσασα ορθή, και τινάζουσα την ποδιάν της.

Το πράγμα, το οποίον της είχε ρίψει ο Σταμάτης, ήτο τεράστιος ζωντανός κάβουρας. Ο νέος είχε κατέλθει προ δύο ωρών εις τον Μικρόν Ασέληνον. Ούτως ωνομάζετο ο δυτικός αιγιαλός, μικρά αγκάλη, αντικρίζουσα το Πήλιον. Εκεί είχε γεμίσει το προσόψιον, το οποίον είχε περιζωσμένον εις την μέσην του, από κοχύλια, πεταλίδες και καβούρια.

— Αρέ, ζουρλάθηκες; είπεν αυστηρώς η Αφέντρα. Να κάμης την οικοκυρά να κόψη το αίμα της!

Ο Σταμάτης και πάλιν εκάγχασε.

— Να με συμπαθάς, θεια Μολώτα, είπε. Σα χωριάτης που 'μαι, έσφαλα. Θέλησα να σου χαρίσω αυτό το καβούρι, για να κάμης μεζέ απόψε, και με τον τρόπο που σου το 'ριξα στην ποδιά σου σ' ετρόμαξα.

— Δεν τλώου καβούλγια, είπεν η Μολώτα, θα μεταλάβου!

— Αλήθεια; Τότε, το χαρίζω της Πέρδικας.

— Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θα φάω; είπεν η Φωλιώ.

— Τότε, ας το παρ' η Σταματρίζενα, είπεν ο Σταμάτης.

— Να καβουρώσεις και κάβουρας να γένεις! απήντησεν η Αφέντρα.

— Μωρέ, ευχή που μου δίνεις! είπεν ο Σταμάτης. Ακούς! να ήμουν κάβουρας! Πώς θα περπατούσα τάχα;

Και άμα είπεν, έκυψε και άρχισε να κάμνη λοξά πατήματα, μεταξύ των τριών γυναικών. Με την κεφαλήν του εκτύπησε το πλευρόν της Μολώτας, με την πλάτην του έπληξε τον αγκώνα της Φωλιώς, και με την πτέρναν του επάτησε την γόβα της Αφέντρας.

Αι τρεις γυναίκες, μισοθυμωμέναι, εγέλασαν.

— Ζουρλάθηκες, βλέπω· δεν είσαι καλά! είπεν η Αφέντρα.

Και σηκώσασα με την αριστεράν χείρα το κανάτι της, εκολάφισεν* ελαφρά την κεφαλήν του Σταμάτη, όστις εφάνη να εγοητεύθη.

— Ω! τι δροσιά, μωρέ Σταματρίζενα! είπε. Δώσε μου άλλη μια!

— Πάμε! νυχτώσαμε, έκαμεν εις απάντησιν η Αφέντρα.

Και πάραυτα* εξεκίνησαν. Τότε ο Σταμάτης, αφού έδραξε, χωρίς να είπη τίποτε, την μεγάλην στάμναν, την οποίαν άλλως θα εφορτώνετο η Αφέντρα, εφιλοτιμήθη να τρέξη πρώτος, ως εμπροσθοφυλακή· εις τον δρόμον άρχισε να διηγήται:

— Να ξέρατε ποιον ηύρα, τώρα, στο δρόμο π' ανέβαινα... πριν σας ανταμώσω στη βρύση.

— Ποιον ηύρες; είπεν η Αφέντρα. Τον Μπαμπάο*, ή τον Αράπη,* ή τον Εξαποδώ;*

— Ηύρα τον Αλιβάνιστο!

— Αλήθεια; για πες μας.

Άμα ήκουσε το όνομα τούτο η θεια Μολώτα, έκαμεν ακούσιον κίνημα, και με δύο βήματα ήλλαξε θέσιν εις τον δρόμον, κι ετάχθη εξ αριστερών του Σταμάτη, δια ν' ακούση καλύτερα, επειδή ήτο κωφή από το εν ους. Ο νέος διηγήθη ότι εις την άκρην του βουνού, όχι μακράν της ακτής, είχε περάσει από την κατοικίαν του αλλοκότου εκείνου ανθρώπου, όστις από τριάκοντα ετών δεν είχε κατέλθει εις την πόλιν, κι εμόναζεν εις μίαν καλύβην, ή μάλλον σπηλιάν, της οποίας το στόμιον είχε κτίσει με τας χείρας του. Έβοσκεν ολίγας αίγας, και δεν συνανεστρέφετο κανέναν άνθρωπον, παρά μόνον τον Μπαρέκον, τον μέγαν αιγοτρόφον του βουνού, όστις είχε κοπάδι από χίλια γίδια. Εις αυτόν έδιδε το ολίγον γάλα του, λαμβάνων ως αντάλλαγμα ολίγα παξιμάδια, παστά οψάρια, και πότε κανέν τρίχινον φόρεμα ή μάλλινον σκέπασμα.

— Άμα με είδε, είπεν ο Σταμάτης, έκαμε να κρυφτή. Εγώ έτρεξα κατόπι του, τον εχαιρέτισα, και, για να τον φουρκίσω, άρχισα να τον λιβανίζω μ' αυτήν την πετσέτα, που κουδούνιζαν μέσα οι πεταλίδες... Να, πώς του έκαμα!

Και αποσπάσας την ποδιάν, την περιέχουσαν τα θαλασσινά είδη, από την μέσην του, έκαμε πως λιβανίζει μ' αυτό την θεια Μολώτα, ήτις αφήκεν άναρθρον κραυγήν διαμαρτυρίας.

— Έλα! θα ησυχάσης, βρε πειρασμέ; έκραξεν οργίλη η Αφέντρα.

Εις τον Αϊ-Γιάννην, άμα ενύκτωσεν, είχε φθάσει με όλον το ασκέρι του, γυναίκα, παιδιά και παραγιούς του, ο μεγαλοβοσκός Γιάννης ο Μπαρέκος, καθώς κι ο Κώστας ο Πηλιώτης, άλλος τσομπάνος με τη φαμίλια του, κι ο Αγγελής ο Πολύχρονος, με όλον το όρδινό* του. Είχαν ανάψει μεγάλην φωτιά, κι εκάθισαν εις το ύπαιθρον, παρά τον βόρειον τοίχον του ναΐσκου, και διηγούντο παλαιά χρονικά του ποιμενικού κόσμου, κι εκοίταζαν τους αστερισμούς και την Πούλια, πότε θα φθάση στην μέσην τ' ουρανού, δια να είναι μεσάνυχτα, και πότε θα φθάση εις εν δυτικόν σημείον, δια να φέξη. Κι επερίμεναν τον παπάν, πότε να έλθη, δια να τους κάμη Ανάστασιν. Ήτον δε μεσάνυχτα ήδη, και ο παπάς δεν είχεν έλθει.

— Καθώς τ' ομολογάει η φλάσκα*... έλεγεν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Να το 'ξερε κανείς, να πήγαινε στη χώρα,* είπεν ο Κώστας ο Πηλιώτης.

— Ο παπα-Γαρόφαλος, αν θα 'ρθη, θα 'ρθη με το φεγγάρι, παρετήρησεν ο Μπαρέκος. Για κοιτάξτε!

Έδειχνεν υψηλά εις το βουνόν, όπου αι κορυφαί των δένδρων είχον αρχίσει να καταλάμπωνται από το αργυρούν φέγγος. Ήτο ήδη περί το τελευταίον τέταρτον.

Την ιδίαν στιγμήν έφθασεν ο Σταμάτης. Ούτος προ ώρας είχε γίνει άφαντος, χωρίς κανείς να προσέξη εις τούτο. Ο νέος είχεν αναβεί υψηλά εις το βουνόν, δια να κατοπτεύση και ακροασθή αν θα ηκούετο ή θα εφαίνετο πουθενά ο παπάς.

Άμα επέστρεψεν, ένευσεν* εις τον Μπαρέκον και τους άλλους να εξέλθουν μαζί του από τον περίβολον.

— Τι τρέχει;

— Ελάτε· κάτι φωνές ακούω. Βάζω στοίχημα!...

Ο Μπαρέκος και ο Κώστας ο Πηλιώτης τον ηκολούθησαν, και απεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατά τον ανήφορον. Εκεί ήκουσαν τω όντι ήχους τινάς να ανέρχωνται βαθιά από το ρεύμα κάτω, προς το Δασκαλειό και τον Ασέληνον.

— Τι να είναι;

— Βάζω στοίχημα πως ο παπα-Γαρόφαλος έχασε το δρόμο, είπεν ο Σταμάτης.

— Τι θέλει αποκεί, κατά τον Ασέληνο;

— Γνώρισα τη φωνή του, είπεν ο Σταμάτης. Θα ήρθε από τον άλλον δρόμο, απ' τα χωράφια κι υστέρα έπεσε μέσα στ' ορμάνι* κι εχάθηκε.



Οι δύο βοσκοί κι ο Σταμάτης κι ο Πολύχρονος, όστις έτρεξε κατόπιν των, ανήλθον την οφρύν* του βουνού και απήντησαν δια φωνών εις τας ηχούς τας οποίας ήκουον.

— Ελάτε!... Εδώ είμαστε!... έκραξε με στεντορείαν φωνήν ο Σταμάτης.

— Μα πώς, δεν βλέπουν κοτζάμ φωτιά; είπεν εν απορία ο Πηλιώτης.

— Θα έχουν πέσει μέσα σε κακοτοπιά, στον ίσκιο του βουνού, το φεγγάρι δεν ψήλωσε ακόμα.

— Πάω να φέρω το φανάρι! έκραξεν ο Σταμάτης.

Κι έτρεξε κάτω, εις τον περίβολον του Αϊ-Γιαννιού, οπόθεν επανήλθε μετ' ολίγον φέρων φανάριον αναμμένον. Ο Σταμάτης κρατών τούτο, επροπορεύθη και οι τρεις άνδρες τον ηκολούθησαν εν μέσω του δάσους. Μετ' ολίγα λεπτά αι φωναί ηκούοντο πλησιέστεροι και τέλος εφάνη ο παπάς ακολουθούμενος από τον ανεψιόν, τον βοηθόν του, σύροντα από την τριχιάν ένα γαϊδουράκι, επάνω εις το οποίον ήσαν φορτωμένα τα «ιερά» του παπά. Αλλά τελευταία όλων εφάνη και μία σκιά, ήτις εφαίνετο αποφεύγουσα ν' αντικρύση το φως του φαναριού.

— Μπα! έκαμε γελών ο Σταμάτης. Και σιγά προς τον Μπαρέκον εψιθύρισεν:

—Ο Αλιβάνιστος!

— Μεγάλο θάμα! είπεν ο Μπαρέκος.



— Πώς έκαμες, βλοημένε, κι έχασες τον δρόμο; ηρώτησε τον παπάν ο Αγγελής ο Πολύχρονος.

— Μη ρωτάτε... θέλησα να πάω απ' τον άλλο δρόμο... απ' τα Ρόγγια... είπεν ασθμαίνων ο παπάς· ήθελα να ιδώ το χωράφι... είπε να το σπείρει, κείνος ο Ντανάκιας και τ' άφησε άσπαρτο... κι εγώ χαμπάρι δεν είχα, τόσοι μήνες τώρα. Ας είναι καλά ο άνθρωπος... Είχα και δυο τρεις αγιασμούς να κάμω κι ενύχτωσα... Καλά που έπεσα κοντά στο καλυβάκι του μπαρμπα-Κόλια εδώ (δεικνύων τον καλούμενον Αλιβάνιστον) και μ' εβοήθησε να βρω το δρόμο!... Ας έχει την ευχή!

Ο παπα-Γαρόφαλος εδείκνυεν εκείνον, τον οποίον απεκάλει μπαρμπα-Κόλιαν, όστις όμως, ως αληθής σκιά είχεν αρχίσει να γλιστρά όπισθεν των δένδρων, και ν' απομακρύνεται.

Ο Μπαρέκος, τρέξας, τον έδραξεν ισχυρώς από τον βραχίονα.

— Πού πας, μπαρμπα-Κόλια; είπε. Τώρα δε σ' αφήνουμε... τελείωσε! Φέτος θα κάμουμε Ανάσταση μαζί!...

Ο Σταμάτης, μη δυνάμενος να κρατήση τα γέλια, άρχισε με το φανάρι το οποίον εκράτει, να κάμνη κινήματα ως να ελιβάνιζε προς το βάθος, εις το μέρος όπου ίστατο το σύμπλεγμα του Μπαρέκου και του μπαρμπα-Κόλια.

Ο γέρων εφαίνετο αληθής λυκάνθρωπος. Εφόρει είδος ράσου, απροσδιορίστου χρώματος, και μαύρην σκούφιαν, είχε μακράν κόμη μαύρην ακόμη, και ψαρά, σγουρά γένεια. Εδυσανασχέτει διότι τον εκράτει με την ρωμαλέαν χείρα του ο Μπαρέκος κι ήθελε να φύγη.

— Αφ' σε με να ζήσης! Δεν μπορώ!... τι Ανάσταση να κάμού 'γω... τι με θέλετ' εμένα... Εσείς κάμετε Ανάσταση. Με γεια σας, με χαρά σας!... Πάω στο καλύβι μου, 'γω!

Τότε ο παπα-Γαρόφαλος έλαβε τον λόγον:

— Να 'χης την ευχή του Χριστού, παιδί μου! Έλα!... Να πάρης ευλογία!... Να μοσχοβολήσ' η ψυχή σου! Έλα ν' απολάψης τη χαρά του Χριστού μας! Μην αδικείς τον εαυτόν σου! Μην κάνεις του εχτρού το θέλημα!... Πάτα τον πειρασμό! Έλα, Κόλια! Έλα, Νικόλαε, έλα, Νικόλαε μακάριε! Ο άγιος Νικόλαος να σε φωτίσει!

Ο μπαρμπα-Κόλιας ήθελε να έλθη, αλλ' εντρέπετο. Επαραξενεύετο πολύ, θα επεθύμει να τον απήγον δια της βίας.

Ο Μπαρέκος, ως να είχεν εισδύσει εις τα ενδόμυχα της ψυχής του, έκραξε τους δύο άλλους βοσκούς πλησίον του. Ούτοι, ημιπαίζοντες, ημισπουδάζοντες,* έβαλαν τας χείρας των εις τους βραχίονας και τας ωμοπλάτας του Κόλια. Εν πομπή και παρατάξει τον απήγαγον, κάτω νεύοντα, επιθυμούντα ν' ακολουθήση, και τείνοντα ν' αποσκιρτήση.



Όταν έφθασαν εις τον Αϊ-Γιάννην, παράδοξον πράγμα συνέβη. Η θεια Μολώτα, καθώς εκάθητο έξωθεν του ναού, άμα είδε τον Κόλιαν, εταράχθη νευρικώς, εστράφη προς τον τοίχον του ναού. Η Αφέντρα, ήτις ήτον στο πλάγι της, την είδε, κι ενόησεν ότι κάτι συνέβαινε.

— Τι έχεις, θεια Μολώτα;

Η γραία της ένευσε να σιωπήση. Εν τοσούτω, αφού η συνοδεία επροχώρησεν εις το κέντρον του περιβόλου, η Μολώτα έρριψε πλάγιον βλέμμα προς το σύμπλεγμα των ανδρών, κι εκατέβασε χαμηλά την μαύρην μανδήλαν της, έκρυψε τα οφρύδια, τους κροτάφους, και με τα τσουλούφια της κόμης της, και με τα κλώνια της μανδήλας, εκάλυψε το κατωσάγονον και τα μάγουλα.

Η Αφέντρα την εκοίταζε με άπληστον περιέργειαν.

— Τι έπαθες, θεια Μολώτα; ηρώτησε και πάλιν.

— Σώπα, σ' λένε! εψιθύρισεν η Μολώτα.

Ευθύς τότε ο παπάς εισήλθεν εις τον ναΐσκον, τον οποίον ο Σταμάτης, από την ημέραν, πριν να πάγη ακόμα δια πεταλίδας και καβούρια, είχε στολίσει με δάφνας και μυρσίνας, και όστις ήστραπτεν από κοσμιότητα και καθαριότητα. Ο ιερεύς έβαλεν Ευλογητόν, και μαζί με τον ανεψιόν του άρχισε να ψάλλη το «Κύματι θαλάσσης». Η Αφέντρα, η Φωλιώ, κι αι γυναίκες και τα θυγάτρια των ποιμένων, εισήλθον εις τον ναόν, κι εκόλλησαν πολλά κηρία εις τα μανουάλια.

Η Μολώτα έμενε παραπίσω. Ήθελε να ιδή αν ο μπαρμπα-Κόλιας, ο Αλιβάνιστος, θα εισήρχετο εις τον ναόν ή όχι. Ο Κόλιας καταρχάς επέμενε να μένη έξω, επί προφάσει ότι θα εβοήθει τους δύο παραγιούς του Μπαρέκου εις το σούβλισμα και ψήσιμον των αρνίων δια τα οποία ετοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ο Μπαρέκος όμως εφοβήθη μήπως «το στρίψει», και τον εβίασε να εισέλθη εις τον ναόν μαζί του, λέγων ότι «ο μουσαφίρης δεν κάνει 'πηρεσία».

Τότε η Μολώτα έμεινεν απ' έξω, μισοκρυμμένη εις τον παραστάτην της θύρας του ναού και κοιτάζουσα λαθραίως μέσα. Όταν εβγήκαν όλοι λαμπαδηφορούντες εις το ύπαιθρον, δια να κάμουν Ανάστασιν, αύτη απελθούσα εκρύβη εις την βορειανατολικήν γωνίαν, σιμά εις την θυρίδα της Προσκομιδής. Εκείθεν ήκουσε κι αυτή το «Χριστός Ανέστη».

Όταν το πλήθος εισήλθε πάλιν εις τον ναόν, με το «Αναστάσεως ημέρα», το γοργόν εμβατήριον, η Αφέντρα της Σταματρίζαινας έμεινε παραπίσω και ήλθε πλησίον της Μολώτας.

— Γιατί δεν έρχεσαι μες στην εκκλησιά; της είπε· λεχώνα είσαι;

— Σύλε, πιδί μ', ακούσεις καλό λόγο*, της είπεν η Μολώτα. Αφ' σ' εμένα.

— Μα τι έχεις;

— Τίποτα.

Επέμεινε:

— Θα μου πεις τι έχεις;

Η γραία ανένευσε* και απεμακρύνθη απ' αυτής. Η Αφέντρα ηναγκάσθη ν' απέλθη. Μετ' ολίγην όμως ώραν, όταν άρχισεν ο Ασπασμός, η Μολώτα επλησίασεν εις την θύραν του ναού κι ένευσεν εις την Αφέντραν να εξέλθη. Την έφερεν εις την ιδίαν και πριν θέσιν, αριστερόθεν του ναού.

— Τώλα, εγώ πώς θα μεταλάβου; της λέγει.

— Γιατί; τι τρέχει;

— Τώλα, δε φιλούν Βγαγγέλιο κι Ανάσταση;

— Ναι.

— Πώς να πάω 'γω ν' ανησπαστώ;

— Πώς θα πας; Με τα ποδάρια, σ', είπεν η Αφέντρα.

— Είδες κείνον άθλωπο;

— Ποιον;

— Κόλια;

— Τον Αλιβάνιστο; Ε, τι;

Η Μολώτα έκυψεν, εταπείνωσε την φωνήν και είπε:

— Σαν ήμουν εγώ μικλό κολίτσι, αυτός μ' ήθελε γυναίκα. Πλιν αλλωστήσω, κι πιαστεί φωνή μου, μ' ηύλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενό σοκάκι, μ' ε... (έκυψεν εις το ους της Αφέντρας, κι εψιθύρισε με φωνήν μόλις ακουομένην)· μ' εφίλησε...

Η Αφέντρα έπνιξε βαθύν, αργυρόηχον γέλωτα. Η γραία επανέλαβε:

— Πατέλας δεν τον ήθελε γαμπλό. Πήλα άλλον. Χήλεψα. Αυτός, είπαν, πήλε καημό, πήγε βουνά, αγλίεψε, δεν πάτησ' εκκλησιά... Εγώ έχω το κλίμα (το κρίμα);

Η Αφέντρα εννόησεν αμέσως την απλοϊκήν ευσυνειδησίαν της γραίας.

— Ε, καλά, είπε, να που τον ηύρες τώρα, στην Ανάσταση. Ώρα του Ασπασμού, της αγάπης είναι. Να σχωρεθείς, να το πεις του παπά και θα σ' αφήσει να μεταλάβεις.

Η Μολώτα ηκολούθησε κατά γράμμα την συμβουλήν της Αφέντρας. Εισήλθεν εις τον ναόν, ησπάσθη το Ευαγγέλιον και την Ανάστασιν, είτα εζήτησε συγχώρησιν από τον Κόλιαν. Ακολούθως, την ώραν του Κοινωνικού, επλησίασε μαζί με τας άλλας γυναίκας εις την βορείαν πύλην του ιερού, όπου ο ιερεύς ανέγνωσεν επί των κεφαλών των την συγχωρητικήν ευχήν, ενώ ο μικρός ψάλτης εμινύριζε* το «Σώμα Χριστού μεταλάβετε».

Μετά την Απόλυσιν, άμα οι άνδρες εξήλθον, ο Σταμάτης συναντήσας τον Κόλιαν τον εχαιρέτισε:

— Χριστός ανέστη, μπαρμπα-Κόλια! Καλή ώρα ήταν που σ' ηύρα χτες.

Και ο γέρων ερημίτης απήντησεν:

— Αληθώς ανέστη, βρε! Δεν είμαι αλιβάνιστος!

(1903)

ένθεν και ένθεν: από το ένα και από το άλλο μέρος.
κισσοστεφής: στεφανωμένος με κισσό.
νάμα, το: το νερό (επίσης το κρασί της μεταλήψεως).
λάλος: φλύαρος.
μινύρισμα: σιγανό κελάηδημα.
αναψυχή: ανακούφιση.
φελόνιον: ιερατικό άμφιο χωρίς μανίκια.
εκολάφισεν: ρ. κολαφίζω· χαστουκίζω, χτυπώ.
πάραυτα: αμέσως.
Μπαμπάος, Αράπης, Εξαποδώ: πρόσωπα των παραμυθιών μας.
όρδινο: ετοιμασίες (και ορδινιά).
φλάσκα: μικρό δοχείο για νερό ή κρασί, από ξύλο ή κολυκύθα· η φράση ανήκει στην παροιμία: «όπως δείχνουν τα κουκιά κι όπως μολογάει η φλάσκα, ούτε φέτος Πασκαλιά ούτε του χρόνου Πάσχα».
χώρα: η πόλη.
ένευσεν: ρ. νεύω· κάνω νεύμα, κάνω νόημα.
ορμάνι: (λ. τουρκ.), δάσος.
οφρύς: φρύδι.
ημισπουδάζοντες: μισοσοβαρά.
καλός λόγος: ο λόγος της Αναστάσεως, το Χριστός Ανέστη, η Ανάσταση.
ανένευσε: αρνήθηκε.
μινυρίζω: μουρμουρίζω.

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3561,14821/