Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μίλτος Σαχτούρης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 28 Σεπτεμβρίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης Η πηγή


Η πηγή

Φεγγάρι πεθαμένο μου
για ξαναβγές και πάλι
θέλω να δω το αίμα σου
δεν έκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
το φοβισμένο πρόσωπο
θέλω να δω
το φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι και πάλι
τότε
όλο το σώμα μου ήταν
μια πληγὴ
φεγγάρι
μια πηγὴ
και φώτιζε
της νύχτας το σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω  να δω το αίμα σου
τώρα
πάλι και πάλι



ἀπὸ τὴ συλλογή 
ΟΤΑΝ ΣΑΣ ΜΙΛΩ

http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm

Κυριακή 6 Σεπτεμβρίου 2015

Μίλτος Σαχτούρης Η δύσκολη Κυριακή


Ἡ δύσκολη Κυριακή

Ἀπ᾿ τὸ πρωὶ κοιτάζω πρὸς τ᾿ ἀπάνω ἕνα πουλὶ καλύτερο
ἀπ᾿ τὸ πρωὶ χαίρομαι ἕνα φίδι τυλιγμένο στὸ λαιμό μου

Σπασμένα φλυτζάνια στὰ χαλιὰ
πορφυρὰ λουλούδια τὰ μάγουλα τῆς μάντισσας
ὅταν ἀνασηκώνει τῆς μοίρας τὸ φουστάνι
κάτι θὰ φυτρώσει ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ χαρά
ἕνα νέο δέντρο χωρὶς ἀνθοὺς
ἢ ἕνα ἁγνὸ νέο βλέφαρο
ἢ ἕνας λατρεμένος λόγος
ποῦ νὰ μὴ φίλησε στὸ στόμα τὴ λησμονιά

Ἔξω ἀλαλάζουν οἱ καμπάνες
ἔξω μὲ περιμένουν ἀφάνταστοι φίλοι
σηκώσανε ψηλὰ στριφογυρίζουνε μιὰ χαραυγὴ
τί κούραση τί κούραση
κίτρινο φόρεμα -κεντημένος ἕνας ἀετός-
πράσινος παπαγάλος -κλείνω τὰ μάτια- κράζει
πάντα πάντα πάντα
ἡ ὀρχήστρα παίζει κίβδηλους σκοποὺς
τί μάτια παθιασμένα τί γυναῖκες
τί ἔρωτες τί φωνὲς τί ἔρωτες
φίλε ἀγάπη αἷμα φίλε
φίλε δῶσ᾿ μου τὸ χέρι σου τί κρύο

Ἤτανε παγωνιὰ
δὲν ξέρω πιὰ τὴν ὥρα ποὺ πέθαναν ὅλοι
κι ἔμεινα μ᾿ ἕναν ἀκρωτηριασμένο φίλο
καὶ μ᾿ ἕνα ματωμένο κλαδάκι συντροφιὰ
Από τη συλλογή Η λησμονημένη http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm
Φωτογρ. Weeping Angel Grief Dallas Grove Hill Cemetery Leigh Lunsford 

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Ο Τρελός Λαγός Σαχτούρης Mίλτος



Γύριζε στους δρόμους ο τρελός λαγός
γύριζε στους δρόμους
ξέφευγε απ' τα σύρματα ο τρελός λαγός
έπεφτε στις λάσπες

Φέγγαν τα χαράματα ο τρελός λαγός
άνοιγε η νύχτα
στάζαν αίμα οι καρδιές ο τρελός λαγός
έφεγγε ο κόσμος

Bούρκωναν τα μάτια του ο τρελός λαγός
πρήσκονταν η γλώσσα
βόγγαε μαύρο έντομο ο τρελός λαγός
θάνατος στο στόμα



(από τα Ποιήματα 1945-1971, Kέδρος 1977)



Ο Τρελός Λαγός (ανάγνωση: 280 Kb - 00:39)
(διαβάζει: Σαχτούρης Mίλτος, O Mίλτος Σαχτούρης διαβάζει Σαχτούρη, Διόνυσος 1977)


http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=234&author_id=43

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Μίλτος Σαχτούρης Τὸ Ψωμί




Τὸ Ψωμί

Ένα τεράστιο καρβέλι, μια πελώρια φραντζόλα ζεστό ψωμί, 

είχε πέσει στο δρόμο από τον ουρανό, 

ένα παιδί με πράσινο κοντό βρακάκι και με μαχαίρι 

έκοβε και μοίραζε στον κόσμο γύρω, 

όμως και μία μικρή, ένας μικρός άσπρος άγγελος. 

κι αυτή μ᾿ ένα μαχαίρι έκοβε και μοίραζε 

κομμάτια γνήσιο ουρανό 

κι όλοι τώρα τρέχαν σ᾿ αυτή , λίγοι πηγαίναν στο ψωμί, 

όλοι τρέχανε στον μικρόν άγγελο που μοίραζε ουρανό ! 

Ας μην το κρύβουμε. 

Διψάμε για ουρανό. 


(Ο Μίλτος Σαχτούρης έγραψε το ποίημα αυτό κατά τη διάρκεια
της Κατοχής.)
Πηγή : http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/miltos_saxtoyrhs_poems.htm

Φωτογραφία Marithé François Girbaud

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

ΜΙΛΤΟΣ ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ Ξένε/ΤΑ ΦΑΣΜΑΤΑ ή Η ΧΑΡΑ ΣΤΟΝ ΑΛΛΟ ΔΡΟΜΟ




Ξένε

με το μαύρο κοστούμι σου
που χτυπάς την πόρτα μου
και μου δείχνεις τ’ άσπρα αυτά πιάτα
πού έχεις κρύψει το πιστόλι σου; 5
πού έχεις κρύψει το μαχαίρι σου;
έχεις έν’ άστρο κόκκινο μες στο κεφάλι σου
και ψευδίζεις
θέλεις τα χρήματα
τα χρήματα που σμίξαν με το αίμα και χάθηκαν 10
τα χρήματα που σμίξαν με τον ύπνο και χάθηκαν
ικετεύεις
φύγε
φύγε ξένε
μες στην καρδιά μου έχω ένα ήμερο πουλί 15
αν τ’ αφήσω να βγει
τα δόντια του θα σε κατασπαράξουν

http://www.greek-language.gr/digitalResources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=8&text_id=1163

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

Μίλτος Σαχτούρης «Χριστούγεννα 1948»



Σημαία / ακόμη / τα δόκανα στημένα στους δρόμους / τα μαγικά σύρματα / τα σταυρωτά / και τα σπίρτα καμένα / και πέφτει η

οβίδα στη φάτνη / του μικρού Χριστού / το αίμα το αίμα το αίμα.

(«Χριστούγεννα 1948»)

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Ο βαρκάρης των κεραυνών Μίλτος Σαχτούρης

"Ο βαρκάρης των κεραυνών γυρίζει από ακτή σε ακτή 


δεν θέλει ν'αράξει πουθενά, 



μόνο στη βάρκα ψιθυρίζει...



φύγαν, φύγαν τα νερά" 



(ποίηση Μίλτου Σαχτούρη) 

Η ΕΙΣΒΟΛΗ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΠΕΤΑΛΟΥΔΑΣ ΤΟΥ ΠΟΡΟΥ - Μίλτος Σαχτούρης





Κάθε χρόνο

κατά το μήνα Αύγουστο

εισβάλλει στο προαύλιο

του Μοναστηριού του Πόρου

η μαύρη πεταλούδα του Μοναστηριού

πετάει από πέτρα σε πέτρα

τα παιδιά προσπαθούν

να την πιάσουν

αλλά δεν το κατορθώνουν

είναι η Άγια-Πεταλούδα

του Μοναστηριού του Πόρου

πετάει από πέτρα σε πέτρα

μόνο για λίγες μέρες

κι ύστερα χάνεται

για να ξαναεμφανιστεί

πάλι τον άλλο Αύγουστο

η Άγια μαύρη-Πεταλούδα

του Μοναστηριού του Πόρου




Ποίημα του Μίλτου Σαχτούρη, από τη συλλογή:"ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ" (1998)



Τετάρτη 13 Νοεμβρίου 2013

Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ -Μ.ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ



Η ΑΓΡΥΠΝΙΑ -Μ.ΣΑΧΤΟΥΡΗΣ
ἀπὸ τὴ συλλογή ΑΝΑΠΟΔΑ ΓΥΡΙΣΑΝ ΤΑ ΡΟΛΟΓΙΑ (1998)


Όλοι κοιμούνται κι εγώ ξαγρυπνώ


Περνώ σε χρυσή κλωστή


ασημένια φεγγάρια


και περιμένω να ξημερώσει


για να γεννηθεί ένας νέος θεός


μες την καρδιά μου την παγωμένη


από άγρια φαντάσματα


και την μαύρη πίκρα


Τρίτη 5 Νοεμβρίου 2013

Μίλτος Σαχτούρης Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ ...

Κεφάλι κεραμικό ψημένο άβαφο Πετρούλας Σίνη
Ἀπάνω στὸ τραπέζι εἴχανε στήσει
ἕνα κεφάλι ἀπὸ πηλὸ
τοὺς τοίχους τοὺς εἶχαν στολίσει
μὲ λουλούδια
ἀπάνω στὸ κρεβάτι εἴχανε κόψει ἀπὸ χαρτὶ
δυὸ σώματα ἐρωτικὰ
στὸ πάτωμα τριγύριζαν φίδια
καὶ πεταλοῦδες
ἕνας μεγάλος σκύλος φύλαγε
στὴ γωνιά

Σπάγγοι διασχίζαν τὸ δωμάτιο ἀπ᾿ ὅλες
τὶς πλευρὲς
δὲ θά ῾ταν φρόνιμο κανεὶς
νὰ τοὺς τραβήξει
ἕνας ἀπὸ τοὺς σπόγγους ἔσπρωχνε τὰ σώματα
στὸν ἔρωτα

Ἡ δυστυχία ἀπ᾿ ἔξω
ἔγδερνε τὶς πόρτες

Μίλτος Σαχτούρης

Σάββατο 31 Αυγούστου 2013

Mίλτος Σαχτούρης




Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ


μνήμη Ἄρη Κωνσταντινίδη


Βάδιζα κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς

μιὰ βαριὰ συννεφιὰ σκέπαζε τὸν οὐρανὸ

τὰ κύματα γκρίζα κι ἀνατριχιαστικὰ

κύματα γκρίζα σκάζαν στὴν παραλία

μιὰ δύναμη μ᾿ ἔσπρωχνε νὰ κάνω στροφὴ

ν᾿ ἀρχίσω νὰ περπατάω πάνω στὰ κύματα

μαῦρες γάτες περπατοῦσαν πάνω στὰ γκρίζα

κύματα

καὶ ἡ ψυχή μου ἦταν νεκρή.


Ὅμως ξαφνικὰ ἕνας ἥλιος ἔσκισε τὰ

σύννεφα.

ἡ θάλασσα ἔγινε πάλι γαλάζια

ζωντάνεψε πάλι ἡ ψυχή μου


κι ἐξακολούθησα τὸν περίπατό μου. Mίλτος Σαχτούρης
Η ΛΑΜΨΗ

– Πετᾶς; τὸν ρώτησε αὐτὸς ποὺ κρατοῦσε τὸ μαχαίρι.

Ὁ ἄλλος σιγὰ σιγὰ δὲν πάταγε πιὰ τὸ χῶμα, σιγὰ σιγὰ

εἶχε σηκωθεῖ κάπου μισὸ μέτρο πάνω ἀπὸ τὴ γῆ.

– Ὅμως - εἶπε ὁ πρῶτος:

Ἐγὼ μπορῶ κι ἔτσι ποὺ ἀνεβαίνεις νὰ σ᾿ τὸ

καρφώσω τὸ μαχαίρι.

Καὶ τότε μὲ μιὰ λάμψη ὁ ἄλλος καὶ μ᾿ ἕνα

σφύριγμα ἐκκωφαντικὸ σὰ σφαίρα πυροβόλου

χάθηκε, ἐξαφανίστηκε μέσα στὸ διάστημα.

Ἔκπληκτος κοίταζε ὁ ἀπομείνας

τὸ ἄχρηστο πιὰ χέρι του.
Ὁ Ἐλεγκτής

Ἕνας μπαξὲς γεμάτος αἷμα

εἶν᾿ ὁ οὐρανὸς

καὶ λίγο χιόνι

ἕσφιξα τὰ σκοινιά μου

πρέπει καὶ πάλι νὰ ἐλέγξω

τ᾿ ἀστέρια

ἐγὼ

κληρονόμος πουλιῶν

πρέπει

ἔστω καὶ μὲ σπασμένα φτερὰ

νὰ πετάω.

Μακάρι νὰ βρεῖ πέννα καὶ χαρτὶ ἐκεῖ ποὺ πάει...



Ο ΧΟΡΟΣ

Ἀπὸ τὶς πόρτες ἔμπαιναν εὐτυχισμένοι στολισμένοι

ἄλλοι φορούσανε σπαθιὰ κι ἄλλοι μαχαίρια

κρατοῦσαν ὄνειρα ζεστὰ στὰ παγωμένα χέρια

ὄνειρα ποὺ ἔκαιγε ὁ πυρετὸς λουλούδια

πρόβαλαν στοὺς καθρέφτες μενεξέδες

ὡραῖα πρόσωπα μὲ σταγόνες ἀσήμι

στὸ μέτωπο καὶ στὰ μάγουλα

κόκκινα χέρια καὶ τριαντάφυλλα πηχτὰ

ὁ ἔρωτας ποὺ ἔκαιγε ψηλὰ στὶς καπνοδόχες

ὁ ἔρωτας ποὺ ἔσταζε στοῦ δρόμου τὸ αὐλάκι

ὁ ἔρωτας ποὺ βογγοῦσε κάτω ἀπ᾿ τὰ πατήματα

τῶν παπουτσιῶν

ὁ ἕνας νὰ κατέβει τρέμοντας ἑτοιμόρροπες σκάλες

ὁ ἄλλος νὰ τὶς ἀνέβει τρέχοντας

γιὰ νὰ προφτάσουν τὸ αἷμα νὰ μὴν παγώσει

καὶ τὴν καρδιὰ νὰ μὴ σκιστεῖ

ὥσπου τὰ φέρετρα νὰ γίνουν αὔριο ἄσπρες βάρκες

καὶ μέσα νὰ τραγουδᾶνε εὐτυχισμένοι οἱ νεκροί



Ἡ νοσταλγία γυρίζει

Ἡ γυναίκα γδύθηκε καὶ ξάπλωσε στὸ

κρεβάτι

ἕνα φιλὶ ἀνοιγόκλεινε πάνω στὸ πάτωμα

οἱ ἄγριες μορφὲς μὲ τὰ μαχαίρια ἀρχίσαν

νὰ ξεπροβάλλουν στὸ ταβάνι

στὸν τοῖχο κρεμασμένο ἕνα πουλὶ πνίγηκε

κι ἔσβησε

ἕνα κερὶ ἔγειρε κι ἔπεσε ἀπ᾿ τὸ καντηλέρι

ἔξω ἀκούγονταν κλάματα καὶ ποδοβολητά

Ἄνοιξαν τὰ παράθυρα μπῆκε ἕνα χέρι

ἔπειτα μπῆκε τὸ φεγγάρι

ἀγκάλιασε τὴ γυναίκα καὶ κοιμήθηκαν μαζὶ

Ὅλο τὸ βράδυ ἀκουγόταν μιὰ φωνή:

Οἱ μέρες περνοῦν

τὸ χιόνι μένει



Ἡ πηγή

Φεγγάρι πεθαμένο μου

γιὰ ξαναβγὲς καὶ πάλι

θέλω νὰ δῶ τὸ αἷμα σου

δὲν ἔκαιγες λυχνάρι

φώτιζες

τὸ φοβισμένο πρόσωπο

θέλω νὰ δῶ

τὸ φοβισμένο πρόσωπο

τώρα

πάλι καὶ πάλι

τότε

ὅλο τὸ σῶμα μου ἦταν

μιὰ πληγὴ

φεγγάρι

μιὰ πηγὴ

καὶ φώτιζε

τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι

Φεγγάρι πεθαμένο μου

θέλω νὰ δῶ τὸ αἷμα σου

τώρα

πάλι καὶ πάλι



Τὸ μαρτύριο

Μοσχοβολοῦσε τὸ φεγγάρι

σκύλοι μ᾿ ἄσπρα λουλούδια στὸ κεφάλι

περνούσανε στὸ δρόμο ἐκστατικοὶ

κι ὁ δρόμος κάτω ἔφεγγε ἀπὸ κρύσταλλο

καὶ μέσα φαίνονταν

τὰ σφυριὰ καὶ τὰ μαχαίρια

Μέσα στὰ χέρια μου ἔσπασα τὸ κρύσταλλο

Καὶ τότε εἶδα τὸ κόκκινο τὸ σύννεφο

νὰ μεγαλώνει ν᾿ ἀνάβει τὴν καρδιά μου

καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ γκρίζο σὰν καπνὸς

ν᾿ ἀδειάζει ἀπὸ μέσα μου νὰ φεύγει
Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
DANTE GABRIEL ROSSETI
ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ

Ἄκου!

Σοῦ ἔλεγα τότε τὴν ἀλήθεια

τὴν ἤξερα τότε τὴν ἀλήθεια

– Ὄχι, μοῦ ἔλεγες

τὰ πουλιὰ φυτρώνουν

τὰ γουρούνια πετᾶνε

τὰ λουλούδια περπατᾶνε

οἱ ἄνθρωποι, λένε πάντα ψέματα

σοῦ ἔδειχνα ἕνα πουλὶ

ἔλεγες – Εἶναι λουλούδι

σοῦ ἔδειχνα ἕνα λουλούδι

ὄχι, ἔλεγες – Εἶναι πουλὶ

κι οἱ ἄνθρωποι λένε πάντα ψέματα

τώρα ἐγὼ βλέπω τὸ φεγγάρι

αὐτὸ τὸ σπασμένο σπαστικὸ

παιδὶ

ποὺ ὁ Ἰούλιος Βὲρν

ἔλεγε κάποτε:

– Οἱ ἄνθρωποι θὰ τὸ κατοικήσουν

βλέπω

αὐτὸ τὸ μεγάλο χιονισμένο φέρετρο

ποὺ ρίχνουν κάθε μέρα μὲ κρότο

πάνω του πρόκες

κι ἐπιμένουνε

νὰ τ᾿ ὀνομάζουν

ΓΗ

ἴσως νὰ εἶχες δίκιο τότε

γι᾿ αὐτὸ μπόρεσες καὶ ἔζησες

γι᾿ αὐτὸ μπόρεσα καὶ ἔζησα

ΑΥΓΗ



Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ

Πίσω ἀπὸ τὶς μαυροφορεμένες γριὲς

πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη τους

τὸ ἄσπρο κρεβάτι

καὶ πάνω καταμόναχο τὸ μῆλο

ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ μῆλο

καταμόναχο ἦταν τὸ ἄνθος τὸ λευκὸ

τὸ σκίσαν μὲ μαχαίρια καὶ ψαλίδια

μ᾿ αἷμα τὸ πότισαν

καὶ τώρα πάνω στὸ κρεβάτι

κείτεται σάπιο μῆλο

γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄγγελος στὴν ἄκρη κάθεται

τοῦ κρεβατιοῦ

πίσω ἀπὸ τὶς μαυροφορεμένες γριὲς

πίσω ἀπ᾿ τὴν πλάτη τους

ἀνοίγει τ᾿ ἄσπρα του φτερὰ

τὸ χέρι ἁπλώνει πρὸς τὸ μῆλο
ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ

Δύσκολα χρόνια

τρομαγμένα παιδιὰ

σιάχνουν μὲ χαρτὶ κοκοράκια

τὰ βάφουν μαῦρα

σὰ σβησμένα κεριὰ

τὰ βάφουν κόκκινα

σὰ ματωμένα λουλούδια

κι ἀποροῦν οἱ μανάδες

ποὺ ὕστερα ἔρχεται

ὁ μεγάλος φίλος

ὁ κατάμαυρος φίλος

μὲ τὰ χρυσὰ χέρια

καὶ τὰ παίρνει



ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ

Μέσ᾿ τὸ δωμάτιο

μιὰ βροχὴ ἀπὸ κάτουρο

πετοῦν ἁγνὲς κοπέλες μὲ φτερὰ

ψοφίμια μὲ ρὸζ στὴν καρδιά τους οὐρανὸ

κι ἄνθρωποι μ᾿ οὐρανὸ γεμάτο σάπιο αἷμα

κρέμονται κι ἀνεμίζουν τ᾿ ἄσπρα πόδια τους

ἀπὸ τὰ μάτια τους βγαίνουνε μαχαίρια

τεράστιες μαῦρες ἀνεμῶνες φυτρώνουνε

στὸ στῆθος τους

καθὼς πετᾶνε σφάζουν κι ἀγκαλιάζονται

οἱ ἁγνὲς κοπέλες τὰ ψοφίμια οἱ σάπιοι

ἄνθρωποι

κάτω ἀπὸ ἕναν κατουρημένο οὐρανό
*

Δάσος παράξενο μαγεύει τὴ φωνή μου

κάθε μου λέξη μία σταγόνα αἷμα

ὅλο μου τὸ τραγούδι ἕνα δέντρο

ἀπὸ τὸ αἷμα ποτισμένο τῶν φονιάδων

χίλιοι φονιάδες χίλια ἄγρια δέντρα

δάσος παράξενο ποὺ μαγεύει τὴ φωνή μου