Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζιδάκις Μάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χατζιδάκις Μάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Όρνιθες του Αριστοφάνη



http://youtu.be/5dipJMdE3iE

ΟΡΝΙΘΕΣ - ΜΑΝΟΣ ΧΑΤΖΙΔΑΚΙΣ



Το 1959 πρωτοπαρουσιάστηκε η θρυλική παράσταση του Θεάτρου Τέχνης. Τότε ο συνθέτης Μάνος Χατζιδάκις συναντήθηκε καλλιτεχνικά με άλλους κορυφαίους καλλιτέχνες: τον Κάρολο Κουν, τον σκηνοθέτη της παράστασης και καλλιτεχνικό διευθυντή του Θεάτρου Τέχνης, τον ζωγράφο Γιάννη Τσαρούχη, που είχε επιμεληθεί τα σκηνικά και τα κοστούμια, και τη χορογράφο Ραλλού Μάνου.

Η παράσταση όμως κάθε άλλο παρά ευπρόσδεκτη ήταν. Το κοινό αντέδρασε σχετικά άσχημα στην πρεμιέρα (29 Αυγούστου), με αποτέλεσμα να απαγορευθούν οι επόμενες παραστάσεις από τον Υπουργό Προεδρίας Κυβερνήσεως Κωνσταντίνο Τσάτσο. Ενώ το κοινό αποδοκίμασε μόνο τη σκηνή με τον ιερέα, που είχε παρουσιαστεί ως ορθόδοξος ιερέας, και όχι όλο το έργο, η παράσταση διακόπηκε άδοξα.

Η πορεία του μουσικού έργου, ωστόσο, δε διακόπηκε. Ο συνθέτης αποφάσισε να ασχοληθεί με τις λεπτομέρειές του και να το ενορχηστρώσει. Το έργο πήρε την οριστική του μορφή (καντάτα) το 1964. Ένα χρόνο μετά, ο Μωρίς Μπεζάρ σκηνοθετεί και χορογραφεί τους «Όρνιθες», σε μουσική διεύθυνση του ίδιου του Χατζιδάκι, και παρουσιάζει το έργο στην Όπερα των Βρυξελλών. Με τους «Όρνιθες» το πολυεδρικό πρόσωπο του Μάνου Χατζιδάκι πλουτίζεται με νέα στοιχεία και σημειώνεται ένας ακόμη μεγάλος σταθμός, όχι μόνο στη δική του πορεία, αλλά και σ' εκείνη της σύγχρονης ελληνικής μουσικής.

Η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, μετά τη διακοπή του 1959, επαναλαμβάνεται το 1960 στην οριστική της μορφή με τις χορογραφίες της Ζουζούς Νικολούδη. Συνεχίζει παραστάσεις και τα επόμενα χρόνια στην Ελλάδα και το εξωτερικό, όπου το 1965 παίρνει το α΄ βραβείο στο Φεστιβάλ των Εθνών. Επανέρχεται από τότε τακτικά στο ρεπερτόριο του Θεάτρου Τέχνης το 1975, το 1986, το 1997, το 2008.

 entance και επίθεση των πουλιών, μουσική Μάνου Χατζιδάκι για Αριστοφάνη «κωμωδία, το The Birds.
 Που που που που που που 'ναι αυτος ΠΟΥ Μας εκάλεσε; 
Που που που που σε ποιο μέρος βόσκει; 
Tι τι τι τι τι τι τι 'ν' η αιτία; 
ΠΟΙΟ ΠΟΙΟ ΠΟΙΟ ΠΟΙΟ ΠΟΙΟ Ποιός Ο λόγος; 
Πως, πούθε, ποιοι 'ναι, που' ναι, πες μας, δε θα πεις; 
Α, προδοθήκαμε, επάθαμε ανόσια, τούτος ήτανε φίλος μας κι έβοσκε. 
ΣΤΑ ΧΩΡΑΦΙΑ μαζι 
Μας ΣΑΝ σύντροφος Καταπάτησε νόμους αρχαίους ΚΑΙ πολυακουσμένα όρκους Των όρνιων επρόδωσε. το Με δόλο εδω Μας κάλεσε ΚΟΝΤΑ ΣΕ γένος άνομο ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ εχτρός Μας στάθηκε ΠΑΝΤΑ
 Τροφή Μας έκανε. 
Αμή με τούτο τ 'όρνιο Μας ύστερα 
ΘΑ ΤΑ ειπούμε μόνον ετούτοι ΟΙ γέροι λεω, ευθύς να το πληρώσουν: ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΝΑ πολυακουσμένα κάνουμε ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΝΑ πολυακουσμένα φάμε Α, προδοθήκαμε, πάθαμε ανόσια. 

Εμπρός, απάνω τους ριχτείτε, εμπρός με ορμή σκοτώστε τους, Εμπρός ΜΕ τις φτερούγες σας παντου περικυκλώστε πολυακουσμένα ΚΙ ΟΙ ΔΥΟ ΝΑ πολυακουσμένα βογκήξουνε ΝΑ φάνε ΧΩΜΑ ΟΙ Μύτες πολυακουσμένα ΓΙΑΤΙ ΟΥΤΕ σκιερό Βουνό ΟΥΤΕ ΚΙ αιθέριο σύννεφο ΟΥΤΕ ΚΑΙ πέλαγο ψαρό Μπορει ΝΑ πολυακουσμένα γλιτώσει αυτούς ΑΠΌ ΤΑ νύχια τούτα ΜΟΥ.

 Ε! μην κοντοστεκόσαστε, εμπρός να τους μαδήσουμε, απάνω τους νυχιές, τσιμπιές-πού 'ν' ο ταξίαρχος; εμπρός, να προχωρήσει το ελαφρό. Αέρα, κελελέφ! χαμηλώστε μπρος τις μύτες, μην κοντοστεκόσαστε, βάρα, χτύπα, μάδα, δείρε, το τσουκάλι σπάσε πρώτα.



Οι Όρνιθες είναι κωμωδία του Αριστοφάνη που παρουσιάσθηκε το 414 π.Χ. στα Διονύσια, χαρίζοντας στον δημιουργό της το δεύτερο βραβείο. Ο Αριστοφάνης έγραψε τους «Όρνιθες» απογοητευμένος από την τροπή του Πελοποννησιακού Πολέμου. Με το μεγάλο αυτό έργο, ο Αριστοφάνης βρίσκει την ευκαιρία να διακωμωδήσει τους συκοφάντες και τους κόλακες του δήμου, καθώς και τις θεωρίες για νέα πολιτεύματα. Το έργο πραγματεύεται τη φυγή δυο ανθρώπων από την τυραννία του κόσμου στο βασίλειο του παραμυθιού και συνενώνει την πιο τολμηρή φαντασία με την πιο ανάερη ποίηση.
Η υπόθεση του έργου

Δύο Αθηναίοι φίλοι, ο πονηρός Πεισθέταιρος και ο αγαθός Ευελπίδης, επιθυμούν να βρουν το πουλί τσαλαπετεινό (που άλλοτε ήταν άνθρωπος, ο βασιλιάς Τηρέας) για να το ρωτήσουν σε ποια πόλη μπορεί κανείς να ζήσει ήσυχα, πλούσια και ειρηνικά. Στην εισαγωγή του έργου, λοιπόν, εμφανίζονται οι δύο φίλοι να πετούν μέσα από το δάσος, ο ένας πάνω σε μια κουρούνα και ο άλλος σε μια καλιακούδα, δηλώνοντας ότι μεταναστεύουν επειδή βαρέθηκαν τη δικομανία των Αθηναίων.

Όταν πια βρίσκουν τον τσαλαπετεινό, εκείνος τους απογοητεύει, καθώς δεν έχει να προτείνει καμία πόλη που να τους αρέσει. Τότε όμως ο Πεισθέταιρος συλλαμβάνει την ιδέα να ιδρύσουν μαζί με τον τσαλαπετεινό-Τηρέα την πόλη των πουλιών στους αιθέρες, στο μεσοδιάστημα δηλαδή μεταξύ του κόσμου των ανθρώπων και του κόσμου των θεών. Ο τσαλαπετεινός πείθεται και καλεί τα πουλιά για να τους ανακοινώσουν μαζί το σχέδιο του Πεισθέταιρου.

Τα πουλιά εμφανίζονται αγριεμένα από την εισβολή των ανθρώπων και θεωρώντας ότι ο τσαλαπετεινός τους πρόδωσε, ετοιμάζονται να επιτεθούν στους εισβολείς. Για άλλη μιά φορά όμως ο Πεισθέταιρος παίρνοντας τον λόγο, φουσκώνει τα μυαλά των πουλιών . Στο τέλος πείθει τα πουλιά να ιδρύσουν τη Νεφελοκοκκυγία (= κατοικία των κούκων στα σύννεφα, την πόλη δηλαδή των πουλιών) με στόχο να αναδειχτούν σε ρυθμιστές της θεϊκής εξουσίας λειτουργώντας ως ενδιάμεσοι των θεών με τους ανθρώπους.

Έτσι, τα πουλιά χωρίζονται σε ομάδες εργασίας και ξεκινάει το χτίσιμο του τείχους που θα περιβάλλει τη χώρα των πουλιών και θα εμποδίζει έτσι την τσίκνα από τις θυσίες των ανθρώπων να ανεβαίνει στους θεούς.

Πριν ακόμα καλά καλά χτιστεί η πόλη και με πρώτον από όλους τον ιερέα που έρχεται για να κάνει θυσία, καταφθάνουν διάφοροι εκμεταλλευτές και καλοθελητές που προσπαθούν να αποκομίσουν οφέλη από την ίδρυση της Νεφελοκοκκυγίας. Ο Πεισθέταιρος όμως τους ξεφορτώνεται όλους και σιγά σιγά το τείχος ολοκληρώνεται.

Εν τω μεταξύ οι θεοί αρχίζουν να πεινούν και να ανησυχούν γιατί δεν φτάνει πια στους ουρανούς η κνίσσα των σφαχτών. Αρχικά στέλνουν την Ίριδα ως αγγελιαφόρο, την οποία όμως εκδιώκει βίαια ο Πεισθέταιρος. Έπειτα εμφανίζεται ο -πάντα αντιεξουσιαστής- Προμηθέας για να ενημερώσει μυστικά τον Πεισθέταιρο για τις αποφάσεις των θεών και να τον συμβουλέψει τι να κάνει για να τους πάρει την εξουσία.

Πραγματικά, όπως έχει προειδοποιήσει ήδη ο Προμηθέας, φτάνει αντιπροσωπεία των θεών για να διαπραγματευτεί την ελεύθερη διακίνηση της τσίκνας. Η αντιπροσωπεία απαρτίζεται από τον διπλωμάτη Ποσειδώνα, τον φοβερό φαγά Ηρακλή και τον αγροίκο Τριβαλλό, που είναι εκπρόσωπος των βαρβαρικών θεών. Οι διαπραγματεύσεις -οι οποίες διεξάγονται δίπλα από ένα σφαχτό που ψήνεται- καταλήγουν, πάντα σύμφωνα με τις συμβουλές του Προμηθέα, στον γάμο της όμορφης νεαρής θεάς Βασιλείας με τον Πεισθέταιρο. Έτσι το έργο τελειώνει με τη γαμήλια ένωση του Πεισθέταιρου και της ουράνιας θεάς.

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

Μάνου Χατζιδάκι «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» - Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου


Από Palmografos.com: Palmografos.com - Μάνου Χατζιδάκι «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» - Της Γιόλας Αργυροπούλου-Παπαδοπούλου*
Αναρτήθηκε την 11 Απριλίου 2012, 19:58
Αρθρο του/της: Γιόλα Αργυροπούλου - Παπαδοπούλ

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός, γεννώντας

μες απ’ την πεθαμένη γη τις πασχαλιές,

σμίγοντας

θύμηση κι επιθυμία, ταράζοντας

με τη βροχή της άνοιξης ρίζες οκνές…

(Η αρχή από την «Έρημη Χώρα» του Τ. Σ. Έλιοτ. Μετάφραση Γιώργου Σεφέρη, α΄ έκδοση, Ίκαρος, Ιούλιος 1936).
«Ο τίτλος του έργου μου – γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις για τις “Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη” – βγήκε μέσα από τον δεύτερο στίχο της Έρημης Χώρας του Eliot, που πρωτογνώρισα το 1943 στη θαυμαστή μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη. Ήμουν δεκαοχτώ χρονώ και ως τα είκοσί μου, που τελείωσε ο πόλεμος, ανακάλυπτα τη Μεσόγειο, τον Ήλιο, τον Χριστό, την Ελλάδα και τα Ρεμπέτικα. Κάτι περίεργες και πρωτοφανέρωτες για μένα μελωδίες μού κινήσαν την προσοχή και με φέρανε σε περιοχές πιο αυστηρές και πιο αληθινές…».

«Μπήκα μέσα σε μικρά μαγαζιά, – συνεχίζει ο Μάνος Χατζιδάκις – απίθανα κρυμμένα κι απλησίαστα, σε χώρους μυσταγωγικούς, με κείνη την τολμηρή αστοχασιά της νεότητας, μαγεμένος από τα γυάλινα κεντήματα των μπουζουκιών, από τον επίμονο και διαπεραστικό ήχο του μπαγλαμά, θαμπωμένος από το μεγαλείο και τη βαθύτητα των μελωδικών φράσεων, ξένος, μικρός κι αδύναμος, και πίστεψα με μιας πως το τραγούδι αυτό που άκουγα ήταν δικιά μου, μια ολότελα δικιά μου υπόθεση. Τον ίδιο καιρό, ο Τσαρούχης μού συνειδητοποιούσε τον λυρισμό της γειτονιάς μου, ο Ελύτης τη λατρεία του Ελληνικού Ήλιου και ο Σεφέρης με τον Γκάτσο τη δυσκολία και τη σοφία της Ελληνικής γης, ενώ το υγιές ένστικτό μου με οδηγούσε μακριά από τη ρηχότητα των “πολιτισμένων” ελαφρών μας τραγουδιών ή από τη Βαλκανική Ρωμιοσύνη της “σοβαρής” μας μουσικής…».

Ο δίσκος του Μάνου Χατζιδάκι «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» (Για μικρή ορχήστρα [1961]) περιλαμβάνει τις ακόλουθες 14 συνθέσεις: 1) Το κομπολογάκι (Φτωχό κομπολογάκι μου του Γιώργου Μητσάκη), 2) Περίπατος (Μπαξέ Τσιφλίκι του Βασίλη Τσιτσάνη), 3) Το δωμάτιο ενός παιδιού (Μες στον οντά του Σπύρου Περιστέρη), 4) Ανδρέας Ζέππος (Καπετάν Αντρέας Ζέπποςτου Γιάννη Παπαϊωάννου), 5) Ένα κορίτσι από την Αλεξάνδρεια (Αλεξανδριανή Φελάχα, ένα προπολεμικό τσιφτετέλι), 6) Η ώρα του αποχαιρετισμού (Πέρα στους πέρα κάμπους, ένα παραδοσιακό τραγούδι της Δωδεκανήσου), 7) Επιμονή (Φραγκοσυριανή τουΜάρκου Βαμβακάρη), 8) Ευγενικά παιδιά (Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη του Δημήτρη Γκόγκου – Μπαγιαντέρα), 9) Ένα δειλινό(Χωρίσαμε ένα δειλινό του Βασίλη Τσιτσάνη), 10) Ο παλιός δρόμος (Πάλιωσε το σακάκι μου του Βασίλη Τσιτσάνη), 11) Το Χατζηκυριάκειο του Δημήτρη Γκόγκου – Μπαγιαντέρα, 12) Όταν ανάψουν οι φωτιές (Όταν συμβεί στα πέριξ του Βασίλη Τσιτσάνη), 13) Απ’ της Ζέας το λιμάνι του Γιάννη Παπαϊωάννου και 14) Το τραγούδι του γέρο – ναύτη (Ναύτη, γέρο – ναύτητου Μάνου Χατζιδάκι).

Ο Μάνος Χατζιδάκις αναφέρει χαρακτηριστικά πως «… τα μπουζούκια τότε, στα μικρά και χωρίς αξιώσεις κέντρα τους, δεν είχαν φωτεινές επιγραφές…, δεν είχαν βεντέτες και ονόματα ηχηρά, δεν παρίσταναν τους “Έλληνες” για τους τουρίστες, αλλά με σεμνότητα, με λάμπες πετρελαίου πολλές φορές, λειτουργούσαν απλά και ξεδίπλωναν με φανταστική δύναμη μεράκια, βιώματα και πάθη, γνησίως Ελληνικά…».

Σε μία από τις διαλέξεις που έδωσε ο Μάνος Χατζιδάκις στο Θέατρο Τέχνης, το 1949, τόνισε μεταξύ άλλων και το εξής: «… Το ρεμπέτικο, κι αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, έχει επιβάλει πια τη δύναμή του, λίγο – πολύ σ’ όλους μας, είτε θετικά είτε αρνητικά, είτε δηλαδή το παραδεχόμαστε είτε όχι, ενώ συγχρόνως βλέπουμε να έχει δημιουργηθεί γύρω του μια επιπόλαιη κατάσταση μόδας, που μας κάνει ν’ αντιδρούμε δικαιολογημένα σ’ αυτήν και ν’ αμφιβάλλουμε για τη μελλοντική ποιοτική εξέλιξη του είδους…».

«Το τραγούδι του γέρο – ναύτη» είναι ένα από τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι, σε στίχους του Ιάκωβου Καμπανέλλη, τα οποία ο Κορυφαίος μας Μουσικοσυνθέτης έγραψε για το θεατρικό έργο του Ιάκωβου Καμπανέλλη «Παραμύθι χωρίς όνομα», βασισμένο στο ομώνυμο έργο της Πηνελόπης Δέλτα. Η μουσική και τα τραγούδια του Μάνου Χατζιδάκι γράφτηκαν το 1959, επ’ ευκαιρία του πρώτου ανεβάσματος του έργου από τον Θίασο του Βασίλη Διαμαντόπουλου.

Για τη σύνθεση του περίφημου έργου του «Πασχαλιές μέσα από τη νεκρή γη» ο Μέγιστος Μάνος Χατζιδάκις έχει ομολογήσει: «… Σαν προσευχή, θέλησα να κάμω αυτό τον δίσκο, και νομίζω πως πέτυχα να ξαναζωντανέψω όλο εκείνο το μελωδικό υλικό, που χρόνια τώρα διατηρούσα μέσα μου και, συγχρόνως, να εκφράσω όλη την εφηβική ευαισθησία ενός Νέου Έλληνα με παράδοση, μαζί με κείνη τη λεπτή κι ανοιξιάτικη θρησκευτική ατμόσφαιρα του Επιταφίου. Μαζί κι ο Eliot με τον Τσαρούχη, που ζωγράφισε το εξώφυλλο, συνθέτουν την αληθινή νεανική μου ευαισθησία και ζωγραφίζουν μ’ όλες τις αποχρώσεις μια λιτανεία από εντατικές στιγμές. Η φιλοδοξία μου ήταν να φτιάξω ένα έργο, για όλους του αληθινά Νέους. “Για τους γενναίους, τους ελεύθερους και δυνατούς”, όπως θα έλεγε ο Εγγονόπουλος την εποχή εκείνη» …


*Η κυρία Γιόλα Αργυροπούλου – Παπαδοπούλου είναι επ. καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών