ΜΑΝΟΥΛΑ
Της είχα υποσχεθεί ότι θα την πήγαινα σ’ ένα καλό εστιατόριο να φάμε μαζί. Κάτι θα γιορτάζαμε – τα γενέθλιά μου; τα δικά της; την κήρυξη της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα; δεν θυμάμαι καλά, αλλά δεν έχει και τόσο σημασία. Το σημαντικό ήταν που θα έβγαινα με τη μανούλα μου, που είχα να τη δω κοντά πέντε μέρες (ίσως και ολόκληρη βδομάδα) και μου είχε λείψει πολύ. Ήξερα ότι της είχα λείψει πολύ κι εγώ.
Με περίμενε στην πόρτα του πατρικού μου. Ασπαστήκαμε ο ένας τον άλλον σταυρωτά. Κρατηθήκαμε από τα χέρια και κοιταχτήκαμε βαθιά στα μάτια. Ύστερα έκανα ένα βήμα πίσω για να την παρατηρήσω καλύτερα. Αν και καλοκαίρι, φορούσε μαύρα χειμωνιάτικα ρούχα κι είχε στον ώμο της περασμένη μια μεγάλη πάνινη τσάντα, με έναν φοίνικα σταμπαρισμένο πάνω της και μια ημίγυμνη με γυαλιά να λιάζεται στην άμμο.
«Βρε, μανούλα, δεν έχεις άλλη τσάντα;»
«Γιατί, τι έχει αυτή;» μούτρωσε, αν και ήξερα καλά ότι το έκανε στα ψέματα, μιας που οι μητέρες όταν γερνούν ψάχνουν ευκαιρία για να μουτρώσουν και να γκρινιάξουν. «Αντιπρόπερσι την πήρα. Τη βρήκα φτηνή στη λαϊκή, αλλά είναι αχρησιμοποίητη, δεν έχω πάει ούτε μια φορά στη θάλασσα. Πώς να πάω; Έχεις φιλοτιμηθεί ποτέ να μου πεις – έλα, μανούλα, να σε πάω να κάνεις κι εσύ ένα μπανάκι; Ποτέ! Βράζω στο ζουμί μου τα καλοκαίρια…»
Ψαχούλεψε στην τσάντα της.
«Έχω και μια μικρότερη, αλλά δεν χωράει μέσα το πιεσόμετρο».
Μου έκανε εντύπωση πόσο αργά περπατούσε. Τρεις, μπορεί και τέσσερις φορές πιο αργά απ’ ό,τι την τελευταία φορά που είχαμε πεταχτεί μέχρι τη Σικυώνα, να βρούμε τον Λύσιππο και να του παραγγείλουμε μια επιτύμβια στήλη για τον τάφο του μακαρίτη συζύγου της και πατέρα μου. Κοίταξα τα παπούτσια της. Άβαφα, φθαρμένα και στραβοπατημένα.
Περπατήσαμε κανα-δυο ώρες μέχρι φτάσουμε στον σταθμό “Αττική” του μετρό. Είπαμε διάφορα, από εκείνα που ένας γιος μόνο στη μανούλα του μπορεί να εξομολογηθεί. Νομίζω ότι κουράστηκε (μα γιατί; παλιότερα περπατούσαμε ακόμα και είκοσι χιλιόμετρα μέχρι να εξαντλήσουμε αυτά που ο ένας ήθελε να πει στον άλλον...) κι έπιασε πάλι να γκρινιάζει
«Όταν βγάζεις μια γυναίκα έξω, φροντίζεις να πάρεις ταξί, αν δεν έχεις δικό σου αυτοκίνητο. Οι γυναίκες, ακόμα κι όταν γερνάνε, είναι γυναίκες και θέλουν να τις φροντίζουν. Τι την έκανες την άμαξα που είχες παλιά; Εκείνη, λέω, με τα δύο άλογα…»
«Αχ, ξεχασιάρα μου εσύ!» τη μάλωσα τρυφερά και, σκύβοντας, της έδωσα κι ένα φιλί στην κορυφή του μαδημένου της κεφαλιού. «Δεν θυμάσαι; Τι θυμάσαι; Την πούλησα την άμαξα για τα έξοδα της εγχείρησης που έκανες πέρσι, καλή μου, και δεν σου την κάλυπτε το ΙΚΑ».
Κούνησε το κεφάλι της με θλίψη.
«Έπρεπε να με αφήσεις να πεθάνω τότε, να μη βλέπω τώρα την κατάντια σου. Από το Ματζικέρτ και δώθε, δεν λες να σηκώσεις κεφάλι Ή μήπως ήταν μετά τον Σαγγάριο; Τέλος πάντων, όπου κι αν ήταν, το κακό έγινε…. Το ένα αλογάκι, πάντως, έπρεπε να το κρατήσεις. Εκείνο με το στριφογυριστό κέρατο στο κούτελο…»
Το βαγόνι του μετρό ήταν φίσκα. Έσκυψα πάνω από έναν νεαρό μαύρο λαθρομετανάστη και του είπα να σηκωθεί για να καθίσει μια γηραιά κυρία. Έβγαλε το ένα ακουστικό από τα αυτιά του και με κοίταξε με θράσος. Ύστερα το ξαναφόρεσε κι απέσυρε το βλέμμα του από πάνω μου. Τον άρπαξα από τα αυτιά, τον σήκωσα όρθιο και τον ταρακούνησα. Η μανούλα μου κάθισε σβέλτα στη θέση του, κρατώντας σφιχτά την ωραία της τσάντα στα γόνατά της. Ο αράπης άρχισε να χτυπιέται για να μου ξεφύγει. Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες, αλλά της έριξε μια αγκωνιά στο πρόσωπο. Την πήραν τα αίματα. Έπιασε να κλαίει και να μοιρολογάει. Του τράβηξα δυο κουτουλιές κι ύστερα τον παρέδωσα στους άλλους επιβάτες, γιατί έπρεπε να ασχοληθώ επειγόντως με τη μανούλα μου. Τον κρέμασαν στο άψε σβήσε από τις χειρολαβές.
«Δεν πρέπει να μείνει πάνω από δυο μέρες κρεμασμένος», είπε η μανούλα μου, σφουγγίζοντας με το χαρτομάντιλο που της έδωσα τη σπασμένη μύτη της και τα δακρυσμένα μάτια της. «Στην Κατοχή, είχανε κρεμάσει οι Γερμανοί κάτι αντάρτες στη ρεματιά του χωριού μου, και την τρίτη μέρα πιάσανε να βρωμάνε τόσο που δεν σε βαστούσε ο τόπος».
Το αίμα είχε απλωθεί στα μάγουλά της σαν ωραίο ρουζ. Την ομόρφαινε πολύ. Της πήρα το χαρτομάντιλο από τα χέρια να μη χαλάσει το εξαιρετικό μακιγιαζ της.
Στο Σύνταγμα αλλάξαμε γραμμή, πήραμε εκείνη με κατεύθυνση “Αεροδρόμιο” και κατεβήκαμε στον σταμό “Πανόρμου". Με έπιασε αγκαζέ. Σπάνια το έκανε αυτό, όταν όμως το έκανε, η ψυχή μου πλημμύριζε χαρά. Περπατούσα κι εγώ αργά και ένιωθα πολύ υπερήφανος που συνόδευα μια τόσο όμορφη γυναίκα. Έβλεπα τη ζήλια στα μάτια των άλλων αντρών που διασταυρώνονταν μαζί μας.
Είχα κάνει κράτηση σε ένα εστιατόριο με γκουρμέ κουζίνα που δεν είχα ξαναεπισκεφθεί, αλλά στο “Αθηνόραμα” του έβαζαν πέντε αστέρια. Με το που μπήκαμε, ανέτειλε στο στερέωμα ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι. Από την ανοιχτή τζαμαρία είδαμε τρεις άσπρους κύκνους να σκίζουν τα γαλήνια νερά μιας λίμνης. Άστραφτε το φτέρωμά τους στο αγαθό σεληνόφως. Δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτηκα ότι η εν λόγω λίμνη θα πρέπει να ήταν η Μπάλατον, την οποία μάλλον είχαν μεταφέρει εδώ για λόγους προφανώς διαφημιστικούς. Την αίσθησή μου αυτή επεξέτεινε και το γεγονός ότι πάνω από τη θέση που βοήθησα τη μανούλα μου να καθίσει κρεμόταν το πορτραίτο του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκα Φερδινάνδου.
«Στεναχωρημένο σε βλέπω», είπε όταν βολεύτηκε και χόρτασαν τα μάτια της πολυτέλεια και ομορφιά. «Τι έχει το πουλάκι μου; Μήπως πέσανε έξω τα καράβια του; Δεν πειράζει, καλά να είσαι και θα φτιάξεις άλλα. Θα σου γράψω εκείνη τη δασική έκταση που έχω στον Ελικώνα, να κόβεις ξύλα και να φτιάξεις όσες τριήρεις θέλεις. Σιγά σιγά. Δεν χρειάζεται να βιάζεσαι. Ούτε πενήντα πέντε δεν είσαι ακόμα. Κι επειδή στενεύεσαι οικονομικά, πάρε αλλοδαπούς να σου δουλέψουν. Ούτε ένσημα θέλουν ούτε τίποτα».
Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι αυτό έρχεται σε σύγκρουση με κάποιες από τις αρχές μου, αλλά εκείνη με διέκοψε με τον καλοσυνάτα αυστηρό τρόπο που έχουν οι μητέρες όταν θέλουν να μεταφέρουν στους γιους τους την πείρα που απεκόμισαν κατά τη διάρκεια του ταραχώδους βίου τους.
«Τι αρχές και κουραφέξαλα! Πότε επιτέλους θα πήξει το μυαλό σου. Αχ, κακομοίρη μου, του πατέρα σου έμοιασες. Για τις αρχές μου, έλεγε κι εκείνος. Ποιες αρχές; Είναι αρχή η σπατάλη; Ένας σκορποχέρης ήτανε, ένας κουφιοκεφαλάκης. Γι’ αυτό τον φάγανε τα χρέη και πέθανε στη φυλακή…».
Σταμάτησε απότομα, έσμιξε τα φρύδια της κι έγειρε μπροστά.
«Μήπως κάνω λάθος; Μήπως τον μπερδεύω με τον αδερφό μου; Αχ, γέρασα και το μυαλό μου έχει γίνει κουρκούτι. Τέλος πάντων, και ο πατέρας σου και ο αδερφός μου στη φυλακή πεθάνανε. Από χρέη και οι δύο. Ο ένας χρώσταγε στις τράπεζες και ο άλλος ήτανε κομουνιστής και χρώσταγε της Μιχαλούς…»
Με είδε που σκυθρώπιασα (δεν ήθελα να μιλάνε άσχημα για τον πατέρα μου, κι ας του είχα κι εγώ μαζεμένα πολλά), την έπιασε το μητρικό της, μαλάκωσε, άπλωσε το χέρι της κι έπιασε τρυφερά το δικό μου.
«Μανούλα σου είμαι, μη με παρεξηγείς αν πω και μια κουβέντα παραπάνω. Έτσι, καρδιά μου;».
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά
«Α, να μην το ξεχάσω», είπε και ο καταρράκτης στα μάτια της άστραψε. «Έχω βρει το καλύτερο κόλπο να σου φτιάχνει η διάθεση όταν είσαι στεναχωρημένος. Να πάρεις ανατομικά παπούτσια, δεν θυμάμαι τη μάρκα τους τώρα, αλλά κάνουν θαύματα. Έχουν εδώ στον πάτο δύο μπιλάκια που σε γαργαλάνε και σε κάνουν να γελάς. Τέτοια φοράω κι εγώ. Θέλεις να τα δεις;»
Προτού προλάβω να της απαντήσω, έγειρε πίσω κι ανέβασε σβέλτα και τα δυο της πόδια στο τραπέζι, με τις σόλες των παπουτσιών της στραμμένες προς το μέρος μου. Ήταν τρύπιες. Θα πρέπει να είχε βάλει εφημερίδα εκεί για να προστατεύει τις πατούσες της. Έτσι όπως στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά, φαινόταν στο βάθος η λευκή βαμβακερή κιλότα της.
Την είδε κι ένας Κινέζος τουρίστας που καθόταν σ’ ένα διπλανό τραπέζι κι έσπευσε να τη φωτογραφίσει. Σκέφτηκα ότι, αργότερα, στο Πεκίνο, θα τη δείχνει σε φίλους του και θα λέει: “Αυτό το άσπλο στο βάθος με τις άσπλες τλίχες γύλω γύλω είναι η Ακλόπολη”, επειδή η Κινέζοι δεν μπορούν να πουν το “ρ” και το λένε “λ”.
«Όταν με πιάνουν οι μαύρες μου στο σπίτι, φοράω αυτά τα παπούτσια, περπατάω πάνω κάτω στην κουζίνα και ξεκαρδίζομαι στα γέλια. Με είδε τις προάλλες η Ασπασία, η γειτόνισσα, ξέρεις, αυτή που τη δέρνει κάθε τόσο ο άντρας της, “τι γελάς, μωρή;”, μου κάνει, “το ’χασες τελείως;”. Τις δίνω τα παπούτσια, τα φοράει, περπατάει και βάζει κι εκείνη τα γέλια. Τώρα, όποτε τη δέρνει ο άντρας της και είναι χάλια, έρχεται στο σπίτι μου, φοράμε από ένα παπούτσι η κάθε μία, πιανόμαστε χέρι χέρι και περπατάμε πάνω κάτω και ξεκαρδιζόμαστε. Να πάρεις κι εσύ τέτοια. Θα βρεις την υγειά σου».
Την παρακάλεσα ευγενικά να κατεβάσει τα πόδια της (πράγμα που έκανε) και της είπα ότι τα παπούτσια της είναι τρύπια και πιθανότατα τα περί ων ο λόγος μπιλάκια θα πρέπει να έχουν φύγει.
«Έχουν φύγει!» έκανε ενοχλημένη εκείνη. «Το ξέρω! Τι να κάνω; Μπορώ με τη σύνταξη που παίρνω να αγοράσω καινούργια; Να σου πω κάτι; Αντί να με έφερνες σ’ αυτό το πανάκριβο εστιατόριο, καλύτερα να πήγαινες να μου πάρεις καινούργια παπούτσια. Εγώ τη βγάζω και με χόρτα. Χορταράκια του βουνού, με λίγο λαδάκι και λεμόνι. Αλλά πώς να πάω να μαζέψω; Με τι παπούτσια;»
Της υποσχέθηκα ότι θα της αγοράσω καινούργια, αλλά εκείνη, ξέροντας τη δύσκολη οικονομική μου κατάσταση, μου είπε:
«Δεν θέλω. Με χόρτασε ο λόγος σου και η προθυμία σου. Τέτοιο παιδί ήσουν πάντα. Καλό, πονετικό. Αγόρι μου εσύ, καμάρι μου… Κι αυτά τα παπούτσια που φοράω μια χαρούλα είναι. Κάτι κρατάνε από το παλιό γέλιο τους. Τα φοράμε με την Ασπασία και χαμογελάμε. Δεν είναι πρέπον να περπατάνε δυο γριές και να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Αυτά τα κάνουν οι πιτσιρίκες, που δεν έχουν περάσει τα δικά μας βάσανα. Εμείς, και που χαμογελάμε, πολύ μας πέφτει».
Ήρθε ο σερβιτόρος και μας έφερε το μενού. Ήταν γραμμένο στα μαγυάρικα και διαλέξαμε κάτι στην τύχη. Παράγγειλα κι ένα μπουκάλι κρασί “Τοκάι”.
Καθώς ο σερβιτόρος στεκόταν όρθιος πάνω από τη μανούλα μου και σημείωνε τις παραγγελίες, εκείνη στράφηκε απότομα και τον ρώτησε:
«Οπλοφορείτε;»
«Παρακαλώ;» ύψωσε τα φρύδια του αυτός.
«Τι είναι ετούτο δω στην τσέπη σου που φουσκώνει, ρε μασκαρά;»
Και κάνει έτσι με το χέρι της και τον αρπάζει δυνατά από τα αχαμνά. Τον είδα να κιτρινίζει, αν να οφείλω να ομολογήσω ότι κατάφερε να διατηρήσει μια αξιοπρεπή ψυχραιμία.
«Πώς σε λένε;» συνέχισε με φωνή συριστική η μανούλα μου, σφίγγοντάς τον όλο πιο δυνατά.
«Γεώργιος Μαυρομιχάλης λέγομαι», ψέλλισε εκείνος.
«Μανιάτης;»
«Μάλιστα».
«Καλά το κατάλαβα!» του ξερίζωσε το όργανο και το πέταξε έξω στη λίμνη, πλην όμως οι κύκνοι δεν είναι πουλιά σαρκοφάγα και αδιαφόρησαν. «Θα τον φάτε τον κυβερνήτη μας τον Καποδίστρια, το ξέρω, που κακό χρόνο να ’χετε!»
Ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε αιμορραγώντας.
Της είπα να μην σκουπίσει τα χέρια της, αλλά να απλώσει το αίμα στα μάγουλά της, μιας που, λόγω της αναστάτωσής της, το προηγούμενο μακιγιάζ της είχε χαλάσει. Το έκανε, χρησιμοποιώντας ως καθρέφτη τα γεμάτα θαυμασμό και αγάπη μάτια μου. Ξανάγινε η ωραία γυναίκα που θα ήταν τιμή και καμάρι για οποιονδήποτε να τη συνοδεύει.
«Τελικά, δεν μου είπες – γιατί χώρισες με την άλλη;» ρώτησε όταν ολοκλήρωσε την τουαλέτα της.
Ευτυχώς που άνοιξε εκείνη αυτό το θέμα, γιατί δεν ήξερα πώς να της το φέρω.
«Δεν χώρισα, μανούλα», είπα θλιμμένα. «Πέθανε…»
Πήρε μια βαθιά ανάσα και με κοίταξε τόσο πικραμένα όσο και στοχαστικά.
«Είναι η έκτη που έχεις σκοτώσει την τελευταία πενταετία», είπε κουνώντας το κεφάλι της. «Έκτη ή έβδομη; Γιατί, αγόρι μου; Γιατί δεν βρίσκεις μια γυναίκα να σου ταιριάζει κι αναγκάζεσαι μετά να κάνεις φόνους; Μεγάλωσες πια, βρες μια γυναικούλα της προκοπής, μια γυναικούλα σαν κι εμένα, να μην έχεις κι άλλο κρίμα στη συνείδησή σου…»
Της εκμυστηρεύτηκα ότι την είχα τοποθετήσει σ’ ένα μπολάκι στο ψυγείο, (αυτή η τελευταία ήταν-δεν ήταν μια σπιθαμή΄ με μια προηγούμενη -την Τιτανίδα Μνημοσύνη- είχα αντιμετωπίσει τεράστιο πρόβλημα...), αλλά πάντα υπήρχε κίνδυνος να μου κάνουν κάποια αιφνιδιαστική έρευνα στο σπίτι και να την ανακαλύψουν. Και μετά… Μετά, εκτός από τον άντρα της και τον αδερφό της, θα πέθαινε κι ο γιόκας της στη φυλακή.
Προσφέρθηκε να μου παραχωρήσει και πάλι τον κηπάκο της για να τη θάψω εκεί. Την ευχαρίστησα συγκινημένος. Έπιασα το σταφιδιασμένο χέρι της και το φίλησα.
Μας έφερε τα φαγητά ένας άλλος σερβιτόρος που, πιθανότατα, οπλοφορούσε κι εκείνος, γι' αυτό και κρατούσε μια απόσταση ασφαλείας από τη μανούλα μου, που τον λοξοκοιτούσε.
Ήμασταν και οι δύο περίεργοι να δούμε τι στην ευχή είχαμε παραγγείλει. Εμένα μου έτυχε η κάρα του Άρη Βελουχιώτη πάνω σε ασημένια πιατέλα. Εκείνης, λες και η τύχη ήθελε να συστοιχηθεί με το γεγονός ότι, τώρα με τα γεράματα, η μανούλα μου είχε γίνει λίγο θρησκόληπτη, της έφεραν το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. Επί πίνακι.
Λιχούδηδες όπως είμαστε και οι δύο, τσιμπήσαμε λιγουλάκι ο ένας από το πιάτο του άλλου.