Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταθόγιαννης Πάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταθόγιαννης Πάνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Πάνος Σταθογιαννης "Ο πιο δικός μου άνθρωπος"

Ο ΠΙΟ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ο πιο δικός μου άνθρωπος πληθαίνει στη σιωπή. Κανείς δεν ξέρει τι υπομένει. Ποια προσβολή τον άφησε αχαμνό, τα μέλη του να ρίχνει ένα ένα στη φωτιά. Να αποσύρεται χαράματα στο ψέμα. Να κοιμάται. Ακόμη κι ο βυθός του είναι διάτρητος, γι’ αυτό και δεν του δίνω το άλογό μου να καλπάσει.
«Κοίτα», του λέω. «Κοίτα. Τόσον καιρό και τίποτα δεν έμαθες. Μια ενόχληση του σκότους είναι το φως. Το χάδι, πένθος. Φόβος, το φιλί».
Όμως αυτός σιωπά. Κοιτάζει πέρα τα καράβια που φεύγουν για τον πόλεμο. Κοιτάζει τους λυράρηδες που ξεφωνίζουν. Λέξη δεν λέει.
Κάποτε θα πεθάνει με τόση χάρη, που ούτε τα γιασεμιά δεν θα το αντιληφθούν. Μονάχα ο θεός του θα τον λυπηθεί, έτσι όπως θα εμφανιστεί μπροστά του κρατώντας κάτι τρομερό κι εφήμερο στα λιγνά του χεράκια.
Ο πιο δικός μου άνθρωπος δεν μένει πια μαζί μου. Μονάχα στη σιωπή του εγκαταβιώνει και πληθαίνει. Όμως εγώ εξακολουθώ να τον παρηγορώ. «Κοίτα», του λέω. «Κοίτα».

Παρασκευή 28 Οκτωβρίου 2016

Πάνος Σταθόγιαννης ΜΙΛΑΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ /Από την ποιητική συλλογή ''ΝΟΤΙΑ ΘΗΡΙΑ''



ΜΙΛΑΕΙ Η ΕΛΕΝΗ ΤΩΝ ΣΠΗΛΑΙΩΝ

Χιλιετίες έξι (μπορεί και δώδεκα), διαβιώ σ’ αυτό το Μέγα Σπήλαιο, ανάμεσα σε φλάμπουρα,
με μαύρα αίματα να αχνίζουν πάνω τους, την ταπεινότητα τηρώντας κατά γράμμα, κι εντός μου - μοναχούλα της η ωραιότης μου, ρέει ανεξερεύνητη, τίποτα δεν πότισε.
Κάποτε, κρυφοκοιτάζοντας (το βλέμμα ίσα να ξεμυτάει απ’ τη μαντίλα), είδα και γνώρισα την Ιστορία. Προσωπίδες άλλαζε ένα σωρό, στην τύχη, κι όλο πιο κάτου μας επήγαινε, όλο πιο μακριά από τα θέσμια. Ίσως και να σιγόνταραν οι άγγελοι, η χάρη τους, κάποτε αξιώθηκα το αληθινό της πρόσωπο (το αρσενικό) να αντικρίσω - ένα πράμα ατσούμπαλο, σα δίκροκο αυγό, διάστικτο και λείο. Μπορεί και να το άγγιξα, να τρίφτηκε στο μάγουλό μου χρεμετίζοντας.
Ήρθαν καιροί - αν τους θυμάμαι, λέει; - που διαφέντεψε τις εξουσίες όλες ο Αυθέντης του Πάγου - το είδανε κι αυτό τα μάτια μας. Εδώ. Κάτω απ’ τον ήλιο που απεχθάνεται τα χιόνια, τα μαδάει, εξόν κι αν είναι από τον Όλυμπο. Άλλοτε, πάλι, οστεώδες στην αρχή, κατόπιν - ριπιδίζοντας, κυριαρχούσε (τι πορφυρό μέσα στη δυσαρθρία του) το Μαστόδοντο του Πυρός. Ως κάτω, ως την παραλία με τα ζεϊμπέκικα. Κι ύστερα, απότομα, με αλαλαγμούς, κάλπαζε επί της θαλάσσης, τις παρευξείνιες αποικίες μου να κάψει. Σπίθες τα οπωρικά μου - αιώνες θ’ ανασύρετε απ’ τον βυθό τις βουλιαγμένες μου τριήρεις με τις στάμνες και, μα τον Κύνα, τα αφρίσματά σας θα 'ναι όλα υποταγμένα.
Να πω και μια κουβέντα πιο βαριά και να ομόσω πάλε: κακό δεν έπραξα ποτέ και σε κανένα. Άθελα μου, ίσως και να ξαστόχησα, αλλά με την καρδιά και το μυαλό - ποτέ.

Όμως, πώς έξαφνα σε εχθρεύονται οι άνθρωποι, ιδίως όταν δεν έχεις αδελφούλη μεγαλύτερο, σε ώρα ανάγκης να σε συνδράμει. Το δάχτυλο απειλητικά υψώνοντας - Ύδρα με ονόμασαν. Με καταράστηκαν να μη γνωρίσω θάνατο καθότι προφητείες παλαιότατες έδεναν γόρδιο δεσμό τη μοίρα τη δικιά τους με τη μοίρα μου. Αλλά το θάνατο πολύ τόνε φοβήθηκα: την αστραπή που φτάνει ως τα κύτταρα, αναλιγώνοντας τη μνήμη (μήλο που μαραγκιάζει), τον είδα τον μονόφθαλμο. Ήταν η Εποχή των Χλωμών Κυνηγών κι αίφνης, καθώς έξω έτριζαν από το βάρος τα λιθάρια - μια δορκάδα
σκοντάφτοντας, ώσπου έπεσε, και κάτι όρνεα από πάνω, κάτι μαύρα, έτοιμα να χιμήξουνε, να της τρυγήσουνε τα μέσα ρόδινα. Έκλαψα τότε, έτσι όπως κλαίει μονάχη της η λύκαινα η καλή, η μερωμένη. Οι φίλοι (όσοι απόμειναν) έχουν να κάνουν πως είμαι ευαίσθητη, αλλά ποιον γιάτρεψε ποτέ το δάκρυ; Εαρινή με φωνάζουνε αυτοί. Σπεύδουν από τα πέρατα του κόσμου, μόνο με κάτι δωρεές, κάτι εράνους τους δεν έχω βγει στη ζητιανιά ακόμα.

Τι άλλο να σας πω…

Περιουσία μου ετούτα τα κουρέλια. Τα στρώνω τη μια έτσι και την άλλη αλλιώς πάνω στο σαρωμένο χώμα και κάνω πως κοιμάμαι. Πού να με πιάσει ύπνος - περιμένω. Θα παντρευτώ αυτόν που θα με ονομάσει Ελενίτσα.



/Από την ποιητική συλλογή ''ΝΟΤΙΑ ΘΗΡΙΑ'' - τρίγλωσση έκδοση (ελληνικά, αγγλικά, λιθουανικά) του Διεθνούς Κέντρου Λογοτεχνών και Μεταφραστών Ρόδου, 2000. Τη μετάφραση στα αγγλικά έκανε η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ και στα λιθουανικά η Ντάλια Σταπονκούτε./
Πάνος Σταθόγιαννης
28/10/2016 ·


1985 - 1997.

Η φωτογραφία είναι του Κώστα Μπαλάφα.

Πάνος Σταθόγιαννης ΕΡΩΜΕΝΗ





ΕΡΩΜΕΝΗ

Έχει μια φλόγα πίσω απ’ τα μάτια, που την πυρώνει από μέσα. Κι αν όντως δεν φοβάσαι μήπως τυφλωθείς και σκύψεις μέσα της, θα δεις κάτι αθώα αναιδές και κατακόκκινο, κάτι σαν παπαρούνα. Απ’ έξω, όπου περνάει, με τα τακούνια στα υγρά πλακόστρωτα, φυσάει αεράκι ζόρικο, με γύρη την τυλίγει, αντανακλούν οι βιτρίνες πώς ωραία λικνίζεται.
Στο ξέφωτο μετά, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί, αφαιρεί με το δάχτυλο λίγο κραγιόν απ’ τον αριστερό κοπτήρα της, ξαναβάζει το καθρεφτάκι στην τσάντα. Βγάζει μετά το κινητό, λέει ψέματα σε κάποιον, κοιτάει θλιμμένα έξω. Όμως το πύρωμα το μέσα είναι ανεπίδεκτο. Αν και η πόλη γύρω ωρύεται – πίσω απ’ το τζάμι κάποιοι τρέχουν με πλακάτ, κάποιοι τρυπιούνται στις γωνιές και φτύνουν αίμα.
Μα αυτή γνωρίζει ότι ο θάνατος μονάχα πάθη σού ζητάει να τον ταΐσεις, μόνο με πάθη κατευνάζεται η ορμή του. Σπάνια σ’ άλλες περιπτώσεις αφήνει φιλοδώρημα, μα τώρα ναι – έτσι για το ανάθεμα, μην τύχει κάποιο μάτι κακό, μην τύχει κάποιο στόμα φλύαρο κάτω απ’ τον φανοστάτη.
Κλείνει απαλά την πόρτα πίσω της και ενσωματώνεται σε ένα τοπίο διαρκώς αμφιλεγόμενο, με άγρια βράχια στα υψίπεδά του – όπου να ’ναι θα βγει και η σελήνη στο γέμισμά της. Όμως αυτή κινείται σβέλτα πάνω στα μυτερά λιθάρια, στα χιόνια χώνεται, κρύβεται μες στα έλατα, τι τόλμη δείχνει ειδικά στις λαγκαδιές. Κι όλο ανεβαίνει, ανεβαίνει, περνώντας σύριζα απ’ τους δρόμους των σκιέρ, κι ούτε τη νοιάζει ποιοι πίνουν ρούμι στα καταφύγια.
Τώρα τα μάτια της, όπως κοιτάζει προς τα έξω σκαρφαλώνοντας, έχουν μια λάμψη ίδιο κάρβουνο – λίγο να μην προσέξει, μια σπίθα τους να στάξει, θα γίνει το τοπίο παρανάλωμα. Άμα την έβλεπε, ας πούμε, ο Στησίχορος, λύκαινα θα ’λεγε πως είναι, που πάει να φτάσει στο ζενίθ για να ουρλιάξει.
Και πράγματι ουρλιάζει από την κορυφή – φύση με τρίχωμα στιλπνό, δόντια γυμνά, γόοι κι αντίλαλοι. Να κι η πανσέληνος η παγωμένη. Ασημίζει στην άλλη την κορυφή, απέναντι.
Η επιστροφή της στα χαμηλά έχει λαχάνιασμα. Να επανέλθει στα τακούνια της, να βρει άλλο ταξί, να διασχίσει. Γι’ αυτό και φτάνει με καθυστέρηση πολλών λεπτών σε κάθε ραντεβού. Το στήθος της πάλλεται ρυθμικά πίσω απ’ το ντεκολτέ, είναι η ανάσα της σαν το παιδάκι που φουσκώνει ένα μπαλόνι.
Λέει μια ψεύτικη δικαιολογία, ζητάει νόστιμα συγνώμη, αλλάζει θέμα κι απ' το μπράτσο σου κρεμιέται. Στο εστιατόριο αργότερα χαμογελάει πεντάμορφη, καθώς εσύ, ο ανίδεος, εγκρίνεις το κρασί, που αυτή μετά, κάθε φορά, πάντα αυτή, θα κάνει τις πολύσημες προπόσεις.
Ούτε κουβέντα για τα πάνω-κάτω στα βουνά, ούτε κουβέντα για φεγγάρια και για κλάματα.

(Οι ερωμένες είναι πλάσματα εγωιστικά, κλειστά πολύ στον εαυτό τους, σκέτα οστρακόδερμα – τις πιο μεγάλες περιπέτειες δεν τις μοιράζονται ποτέ με τους εραστές τους. Γι’ αυτό, θα σε παραπλανήσουν να τις στροβιλίσεις σ’ ένα βαλς, δαντέλες θα φορούν όταν στο ημίφως θα γλιστρήσουν τα ραντάκια, θα σε ενθρονίσουν μέσα τους κρυφά. Στο κομοδίνο παραδίπλα, το κινητό σοφά απεργοποιημένο. Μετά θα φύγουν με τα μάτια στο ρολόι. Για τα σπουδαία που σου κόβονται τα αίματα, δεν θα σου φανερώσουν τίποτα. Τον Στησίχορο, επί παραδείγματι, που πήρε μια από αυτές στο κατόπι κι άρχισε μετά να διαδίδει διάφορα, λέγεται ότι πέσανε πάνω του όλες τους και τον τύφλωσαν.)

Πέμπτη 14 Ιουλίου 2016

"Σε βρίσκει η ποίηση" μια βραδιά με τον Τίτο Πατρίκιο


Οι εκδόσεις ΚΙΧΛΗ και το Βιβλιοπωλείο ΕΠΙΚΕΝΤΡΟΝ
σας προσκαλούν σε μια συζήτηση εφ’ όλης της ύλης
με τον ποιητή Τίτο Πατρίκιο.
με αφορμή τα βιβλία του:
«Σε βρίσκει η ποίηση»,
«Λυσιμελής Πόθος»,
«Ο πειρασμός της Νοσταλγίας»

Με τον ποιητή θα συνομιλήσει ο συγγραφέας Πάνος Σταθόγιαννης.

Συντονίζει ο φιλόλογος Αριστοτέλης Σαϊνης.

ΠΕΜΠΤΗ 14 Ιουλίου στις 21.00
Στο αίθριο του βιβλιοπωλείου ΕΠΙΚΕΝΤΡΟΝ
Αγίων Αναργύρων 5 – Πλατεία Αγίων Αναργύρων

Τετάρτη 9 Δεκεμβρίου 2015

Πάνος Σταθόγιαννης - AΝΝΑ



AΝΝΑ

Μη με φθονείτε, άγγελοι, που ξαναβρίσκω από τις ρίζες την αγάπη.
Γόνιμοι σπόροι αρμέγουν το νερό μέσα στο χιόνι που επιθύμησα, χλωρό σιτάρι κυματίζει στο χωράφι μου και δένει ψίχα. Δεν έχει ανάγκη από νίκες η ζωή, γιατί είναι αθάνατη. Κι όταν σκληραίνει κάποτε, το κάνει αθώα.
Μα, τώρα, βούτυρο η καρδιά, ήλιο διψάει και ρέει. Το ύστερο πουκάμισό της, Άννα, σου εμπιστεύομαι, για να το πλύνεις στις νεροτριβές. Μαζί με τα μπαμπάκια σου, μαζί με τα προικιά σου.
Το ξέρω, θα το δεις κι εσύ, κι ας είμαι άγνωστος ακόμα στη ματιά σου – σύσσωμη αναπαρθενεύεται η ύλη μου, κάθε που δάχτυλα γυναίκας τη μαλάζουν. Αδειάζει όλο το αίμα το κακό, δαιμόνια αγαθά την κουμαντάρουν, αφοπλίζεται. Κοίτα την πώς εξευμενίζει τους καθρέφτες της, πώς πάλλεται, και οι άγριοι ίσκιοι εξορίζονται μονάχοι τους.
Δεν έχει πλέον μέλανες δρυμούς η μνήμη μου, μόνο τα μάτια της συγχώρεσης, που και την ξενιτιά ακόμη αποκρυπτογραφούμε. Την κάνουν σπίτι με παιδιά κι ένα σκυλί καλό στην πόρτα. Γιατί κανένας πια τον φόβο δεν επικαλείται διαρκώς, κανένας δεν τον στήνει ξόανο στη μέρα του.

Αγάπησέ με.

Εκεί που πριν οι χθόνιες ανηφόρες και τα σήμαντρα, τώρα ζεστό ένα σκέπασμα απ’ των κυττάρων μου τη θέρμη. Χάδια τροχίζουνε τα λόγια και τα χέρια μου, όχι ατσάλι. Κι όπως οι έξοδοι κινδύνου αναιρούνται (δεν έχει τοίχους πια ο οίκος μου, στους πέντε ανέμους ανοιχτός και στην πνοή σου), ξύπνα χορεύοντας, ξύπνα ν’ ανάψεις την εστία, γίνε καινούργια μοίρα μου.

Αγάπησέ με, Άννα, αγάπησέ με.


Πάνος Σταθόγιαννης

23 Οκτωβρίου ·

Κυριακή 8 Νοεμβρίου 2015

ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ * ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ



ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ * ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ

Τρίτη, 10 Νοεμβρίου 2015, ώρα 7μμ Πολυχώρος «ΑΙΤΙΟΝ» (Τζιραίων 10-12)

Οι προσφάτως βραβευθέντες από την πολιτεία ποιητές ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ (Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων - 2014 /για το σύνολο του έργου της/) και ΠΑΝΟΣ ΚΥΠΑΡΙΣΣΗΣ (Κρατικό Βραβείο Ποίησης - 2014), συναντιούνται για να διαβάσουν ποιήματά τους και να συνομιλήσουν με το κοινό.

Συντονιστής: Πάνος Σταθόγιαννης

Είσοδος ελεύθερη

Τρίτη 18 Αυγούστου 2015

Πάνος Σταθόγιαννης Περίεργο παιχνίδι (Από τον δίσκο του 1998 "Του Έρωτα και της Φυγής")



Μαύρο κρασί σαν αίμα ταύρου στην αρένα
αδειάζει εύκολα το δεύτερο πακέτο
το μηχανάκι του καιρού δεν έχει φρένα
και η αγάπη σου κρατάει ένα στιλέτο

Είναι το σώμα σου γεμάτο ναρκοπέδια
σκιά που κρύβεται στη νύχτα του καθρέφτη
μέσα μου βλέπω πυρκαγιές και μαύρα σχέδια
όμως σε θέλω μ' ένα πάθος χαρτοπαίχτη

Παίζεις περίεργο παιχνίδι και φοβάμαι
πως μέσ' τα μάτια σου πάλι χαμένος θάμαι

Στροφές ανάποδες και η άσφαλτος να καίει
περνούν σφυρίζοντας οι μήνες σαν νταλίκες
φεύγεις κι αφήνεις μιαν αγάπη όλο χρέη
με ανοιχτούς λογαριασμούς και υποθήκες

Μαχαίρι αδέσποτο στο σώμα μου καρφώσου
φαρμακερό κεντρί, φαρμακερό αγκάθι
σ' ακολουθώ σ' αυτό τον ξέφρενο ρυθμό σου
κι ας ξανακάνω απ' την αρχή τα ίδια λάθη

Κι άμα δω κανένα φίλο
τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες
δε γουστάρω να μου πει

Μού `χες πει πως όλα αλλάζουν, 
τρομαγμένα και βουβά
κι ό,τι πιότερο αγαπάμε
μας πληγώνει πιο βαθιά
Μού `χες πει πως όλα αλλάζουν
φτάνει μόνο μια αφορμή
μα τα δυο σου μάτια μοιάζουν
φάροι σ' άγονη γραμμή

Κι άμα δω κανένα φίλο
τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες
δε γουστάρω να μου πει
Κι άμα δω κανένα φίλο
τρέμω μη με θυμηθεί
πεθαμένες καλησπέρες
δε γουστάρω να μου πει


Από τον δίσκο του 1998 "Του Έρωτα και της Φυγής",
Στίχοι: Πάνος Σταθογιάννης,
Μουσική: Μάνος Ξυδούς,
Πρώτη ερμηνεία: Δημήτρης Μητροπάνος,

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Πάνος Σταθόγιαννης ΜΑΝΟΥΛΑ



ΜΑΝΟΥΛΑ

Της είχα υποσχεθεί ότι θα την πήγαινα σ’ ένα καλό εστιατόριο να φάμε μαζί. Κάτι θα γιορτάζαμε – τα γενέθλιά μου; τα δικά της; την κήρυξη της ένωσης της Κρήτης με την Ελλάδα; δεν θυμάμαι καλά, αλλά δεν έχει και τόσο σημασία. Το σημαντικό ήταν που θα έβγαινα με τη μανούλα μου, που είχα να τη δω κοντά πέντε μέρες (ίσως και ολόκληρη βδομάδα) και μου είχε λείψει πολύ. Ήξερα ότι της είχα λείψει πολύ κι εγώ.
Με περίμενε στην πόρτα του πατρικού μου. Ασπαστήκαμε ο ένας τον άλλον σταυρωτά. Κρατηθήκαμε από τα χέρια και κοιταχτήκαμε βαθιά στα μάτια. Ύστερα έκανα ένα βήμα πίσω για να την παρατηρήσω καλύτερα. Αν και καλοκαίρι, φορούσε μαύρα χειμωνιάτικα ρούχα κι είχε στον ώμο της περασμένη μια μεγάλη πάνινη τσάντα, με έναν φοίνικα σταμπαρισμένο πάνω της και μια ημίγυμνη με γυαλιά να λιάζεται στην άμμο.
«Βρε, μανούλα, δεν έχεις άλλη τσάντα;»
«Γιατί, τι έχει αυτή;» μούτρωσε, αν και ήξερα καλά ότι το έκανε στα ψέματα, μιας που οι μητέρες όταν γερνούν ψάχνουν ευκαιρία για να μουτρώσουν και να γκρινιάξουν. «Αντιπρόπερσι την πήρα. Τη βρήκα φτηνή στη λαϊκή, αλλά είναι αχρησιμοποίητη, δεν έχω πάει ούτε μια φορά στη θάλασσα. Πώς να πάω; Έχεις φιλοτιμηθεί ποτέ να μου πεις – έλα, μανούλα, να σε πάω να κάνεις κι εσύ ένα μπανάκι; Ποτέ! Βράζω στο ζουμί μου τα καλοκαίρια…»
Ψαχούλεψε στην τσάντα της.
«Έχω και μια μικρότερη, αλλά δεν χωράει μέσα το πιεσόμετρο».
Μου έκανε εντύπωση πόσο αργά περπατούσε. Τρεις, μπορεί και τέσσερις φορές πιο αργά απ’ ό,τι την τελευταία φορά που είχαμε πεταχτεί μέχρι τη Σικυώνα, να βρούμε τον Λύσιππο και να του παραγγείλουμε μια επιτύμβια στήλη για τον τάφο του μακαρίτη συζύγου της και πατέρα μου. Κοίταξα τα παπούτσια της. Άβαφα, φθαρμένα και στραβοπατημένα.
Περπατήσαμε κανα-δυο ώρες μέχρι φτάσουμε στον σταθμό “Αττική” του μετρό. Είπαμε διάφορα, από εκείνα που ένας γιος μόνο στη μανούλα του μπορεί να εξομολογηθεί. Νομίζω ότι κουράστηκε (μα γιατί; παλιότερα περπατούσαμε ακόμα και είκοσι χιλιόμετρα μέχρι να εξαντλήσουμε αυτά που ο ένας ήθελε να πει στον άλλον...) κι έπιασε πάλι να γκρινιάζει
«Όταν βγάζεις μια γυναίκα έξω, φροντίζεις να πάρεις ταξί, αν δεν έχεις δικό σου αυτοκίνητο. Οι γυναίκες, ακόμα κι όταν γερνάνε, είναι γυναίκες και θέλουν να τις φροντίζουν. Τι την έκανες την άμαξα που είχες παλιά; Εκείνη, λέω, με τα δύο άλογα…»
«Αχ, ξεχασιάρα μου εσύ!» τη μάλωσα τρυφερά και, σκύβοντας, της έδωσα κι ένα φιλί στην κορυφή του μαδημένου της κεφαλιού. «Δεν θυμάσαι; Τι θυμάσαι; Την πούλησα την άμαξα για τα έξοδα της εγχείρησης που έκανες πέρσι, καλή μου, και δεν σου την κάλυπτε το ΙΚΑ».
Κούνησε το κεφάλι της με θλίψη.
«Έπρεπε να με αφήσεις να πεθάνω τότε, να μη βλέπω τώρα την κατάντια σου. Από το Ματζικέρτ και δώθε, δεν λες να σηκώσεις κεφάλι Ή μήπως ήταν μετά τον Σαγγάριο; Τέλος πάντων, όπου κι αν ήταν, το κακό έγινε…. Το ένα αλογάκι, πάντως, έπρεπε να το κρατήσεις. Εκείνο με το στριφογυριστό κέρατο στο κούτελο…»
Το βαγόνι του μετρό ήταν φίσκα. Έσκυψα πάνω από έναν νεαρό μαύρο λαθρομετανάστη και του είπα να σηκωθεί για να καθίσει μια γηραιά κυρία. Έβγαλε το ένα ακουστικό από τα αυτιά του και με κοίταξε με θράσος. Ύστερα το ξαναφόρεσε κι απέσυρε το βλέμμα του από πάνω μου. Τον άρπαξα από τα αυτιά, τον σήκωσα όρθιο και τον ταρακούνησα. Η μανούλα μου κάθισε σβέλτα στη θέση του, κρατώντας σφιχτά την ωραία της τσάντα στα γόνατά της. Ο αράπης άρχισε να χτυπιέται για να μου ξεφύγει. Δεν ξέρω αν το έκανε επίτηδες, αλλά της έριξε μια αγκωνιά στο πρόσωπο. Την πήραν τα αίματα. Έπιασε να κλαίει και να μοιρολογάει. Του τράβηξα δυο κουτουλιές κι ύστερα τον παρέδωσα στους άλλους επιβάτες, γιατί έπρεπε να ασχοληθώ επειγόντως με τη μανούλα μου. Τον κρέμασαν στο άψε σβήσε από τις χειρολαβές.
«Δεν πρέπει να μείνει πάνω από δυο μέρες κρεμασμένος», είπε η μανούλα μου, σφουγγίζοντας με το χαρτομάντιλο που της έδωσα τη σπασμένη μύτη της και τα δακρυσμένα μάτια της. «Στην Κατοχή, είχανε κρεμάσει οι Γερμανοί κάτι αντάρτες στη ρεματιά του χωριού μου, και την τρίτη μέρα πιάσανε να βρωμάνε τόσο που δεν σε βαστούσε ο τόπος».
Το αίμα είχε απλωθεί στα μάγουλά της σαν ωραίο ρουζ. Την ομόρφαινε πολύ. Της πήρα το χαρτομάντιλο από τα χέρια να μη χαλάσει το εξαιρετικό μακιγιαζ της.
Στο Σύνταγμα αλλάξαμε γραμμή, πήραμε εκείνη με κατεύθυνση “Αεροδρόμιο” και κατεβήκαμε στον σταμό “Πανόρμου". Με έπιασε αγκαζέ. Σπάνια το έκανε αυτό, όταν όμως το έκανε, η ψυχή μου πλημμύριζε χαρά. Περπατούσα κι εγώ αργά και ένιωθα πολύ υπερήφανος που συνόδευα μια τόσο όμορφη γυναίκα. Έβλεπα τη ζήλια στα μάτια των άλλων αντρών που διασταυρώνονταν μαζί μας.
Είχα κάνει κράτηση σε ένα εστιατόριο με γκουρμέ κουζίνα που δεν είχα ξαναεπισκεφθεί, αλλά στο “Αθηνόραμα” του έβαζαν πέντε αστέρια. Με το που μπήκαμε, ανέτειλε στο στερέωμα ένα ολοστρόγγυλο φεγγάρι. Από την ανοιχτή τζαμαρία είδαμε τρεις άσπρους κύκνους να σκίζουν τα γαλήνια νερά μιας λίμνης. Άστραφτε το φτέρωμά τους στο αγαθό σεληνόφως. Δεν ξέρω γιατί, αλλά σκέφτηκα ότι η εν λόγω λίμνη θα πρέπει να ήταν η Μπάλατον, την οποία μάλλον είχαν μεταφέρει εδώ για λόγους προφανώς διαφημιστικούς. Την αίσθησή μου αυτή επεξέτεινε και το γεγονός ότι πάνω από τη θέση που βοήθησα τη μανούλα μου να καθίσει κρεμόταν το πορτραίτο του διαδόχου του θρόνου της Αυστροουγγαρίας, Αρχιδούκα Φερδινάνδου.
«Στεναχωρημένο σε βλέπω», είπε όταν βολεύτηκε και χόρτασαν τα μάτια της πολυτέλεια και ομορφιά. «Τι έχει το πουλάκι μου; Μήπως πέσανε έξω τα καράβια του; Δεν πειράζει, καλά να είσαι και θα φτιάξεις άλλα. Θα σου γράψω εκείνη τη δασική έκταση που έχω στον Ελικώνα, να κόβεις ξύλα και να φτιάξεις όσες τριήρεις θέλεις. Σιγά σιγά. Δεν χρειάζεται να βιάζεσαι. Ούτε πενήντα πέντε δεν είσαι ακόμα. Κι επειδή στενεύεσαι οικονομικά, πάρε αλλοδαπούς να σου δουλέψουν. Ούτε ένσημα θέλουν ούτε τίποτα».
Προσπάθησα να της εξηγήσω ότι αυτό έρχεται σε σύγκρουση με κάποιες από τις αρχές μου, αλλά εκείνη με διέκοψε με τον καλοσυνάτα αυστηρό τρόπο που έχουν οι μητέρες όταν θέλουν να μεταφέρουν στους γιους τους την πείρα που απεκόμισαν κατά τη διάρκεια του ταραχώδους βίου τους.
«Τι αρχές και κουραφέξαλα! Πότε επιτέλους θα πήξει το μυαλό σου. Αχ, κακομοίρη μου, του πατέρα σου έμοιασες. Για τις αρχές μου, έλεγε κι εκείνος. Ποιες αρχές; Είναι αρχή η σπατάλη; Ένας σκορποχέρης ήτανε, ένας κουφιοκεφαλάκης. Γι’ αυτό τον φάγανε τα χρέη και πέθανε στη φυλακή…».
Σταμάτησε απότομα, έσμιξε τα φρύδια της κι έγειρε μπροστά.
«Μήπως κάνω λάθος; Μήπως τον μπερδεύω με τον αδερφό μου; Αχ, γέρασα και το μυαλό μου έχει γίνει κουρκούτι. Τέλος πάντων, και ο πατέρας σου και ο αδερφός μου στη φυλακή πεθάνανε. Από χρέη και οι δύο. Ο ένας χρώσταγε στις τράπεζες και ο άλλος ήτανε κομουνιστής και χρώσταγε της Μιχαλούς…»
Με είδε που σκυθρώπιασα (δεν ήθελα να μιλάνε άσχημα για τον πατέρα μου, κι ας του είχα κι εγώ μαζεμένα πολλά), την έπιασε το μητρικό της, μαλάκωσε, άπλωσε το χέρι της κι έπιασε τρυφερά το δικό μου.
«Μανούλα σου είμαι, μη με παρεξηγείς αν πω και μια κουβέντα παραπάνω. Έτσι, καρδιά μου;».
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά
«Α, να μην το ξεχάσω», είπε και ο καταρράκτης στα μάτια της άστραψε. «Έχω βρει το καλύτερο κόλπο να σου φτιάχνει η διάθεση όταν είσαι στεναχωρημένος. Να πάρεις ανατομικά παπούτσια, δεν θυμάμαι τη μάρκα τους τώρα, αλλά κάνουν θαύματα. Έχουν εδώ στον πάτο δύο μπιλάκια που σε γαργαλάνε και σε κάνουν να γελάς. Τέτοια φοράω κι εγώ. Θέλεις να τα δεις;»
Προτού προλάβω να της απαντήσω, έγειρε πίσω κι ανέβασε σβέλτα και τα δυο της πόδια στο τραπέζι, με τις σόλες των παπουτσιών της στραμμένες προς το μέρος μου. Ήταν τρύπιες. Θα πρέπει να είχε βάλει εφημερίδα εκεί για να προστατεύει τις πατούσες της. Έτσι όπως στεκόταν με τα πόδια ανοιχτά, φαινόταν στο βάθος η λευκή βαμβακερή κιλότα της.
Την είδε κι ένας Κινέζος τουρίστας που καθόταν σ’ ένα διπλανό τραπέζι κι έσπευσε να τη φωτογραφίσει. Σκέφτηκα ότι, αργότερα, στο Πεκίνο, θα τη δείχνει σε φίλους του και θα λέει: “Αυτό το άσπλο στο βάθος με τις άσπλες τλίχες γύλω γύλω είναι η Ακλόπολη”, επειδή η Κινέζοι δεν μπορούν να πουν το “ρ” και το λένε “λ”.
«Όταν με πιάνουν οι μαύρες μου στο σπίτι, φοράω αυτά τα παπούτσια, περπατάω πάνω κάτω στην κουζίνα και ξεκαρδίζομαι στα γέλια. Με είδε τις προάλλες η Ασπασία, η γειτόνισσα, ξέρεις, αυτή που τη δέρνει κάθε τόσο ο άντρας της, “τι γελάς, μωρή;”, μου κάνει, “το ’χασες τελείως;”. Τις δίνω τα παπούτσια, τα φοράει, περπατάει και βάζει κι εκείνη τα γέλια. Τώρα, όποτε τη δέρνει ο άντρας της και είναι χάλια, έρχεται στο σπίτι μου, φοράμε από ένα παπούτσι η κάθε μία, πιανόμαστε χέρι χέρι και περπατάμε πάνω κάτω και ξεκαρδιζόμαστε. Να πάρεις κι εσύ τέτοια. Θα βρεις την υγειά σου».
Την παρακάλεσα ευγενικά να κατεβάσει τα πόδια της (πράγμα που έκανε) και της είπα ότι τα παπούτσια της είναι τρύπια και πιθανότατα τα περί ων ο λόγος μπιλάκια θα πρέπει να έχουν φύγει.
«Έχουν φύγει!» έκανε ενοχλημένη εκείνη. «Το ξέρω! Τι να κάνω; Μπορώ με τη σύνταξη που παίρνω να αγοράσω καινούργια; Να σου πω κάτι; Αντί να με έφερνες σ’ αυτό το πανάκριβο εστιατόριο, καλύτερα να πήγαινες να μου πάρεις καινούργια παπούτσια. Εγώ τη βγάζω και με χόρτα. Χορταράκια του βουνού, με λίγο λαδάκι και λεμόνι. Αλλά πώς να πάω να μαζέψω; Με τι παπούτσια;»
Της υποσχέθηκα ότι θα της αγοράσω καινούργια, αλλά εκείνη, ξέροντας τη δύσκολη οικονομική μου κατάσταση, μου είπε:
«Δεν θέλω. Με χόρτασε ο λόγος σου και η προθυμία σου. Τέτοιο παιδί ήσουν πάντα. Καλό, πονετικό. Αγόρι μου εσύ, καμάρι μου… Κι αυτά τα παπούτσια που φοράω μια χαρούλα είναι. Κάτι κρατάνε από το παλιό γέλιο τους. Τα φοράμε με την Ασπασία και χαμογελάμε. Δεν είναι πρέπον να περπατάνε δυο γριές και να ξεκαρδίζονται στα γέλια. Αυτά τα κάνουν οι πιτσιρίκες, που δεν έχουν περάσει τα δικά μας βάσανα. Εμείς, και που χαμογελάμε, πολύ μας πέφτει».
Ήρθε ο σερβιτόρος και μας έφερε το μενού. Ήταν γραμμένο στα μαγυάρικα και διαλέξαμε κάτι στην τύχη. Παράγγειλα κι ένα μπουκάλι κρασί “Τοκάι”.
Καθώς ο σερβιτόρος στεκόταν όρθιος πάνω από τη μανούλα μου και σημείωνε τις παραγγελίες, εκείνη στράφηκε απότομα και τον ρώτησε:
«Οπλοφορείτε;»
«Παρακαλώ;» ύψωσε τα φρύδια του αυτός.
«Τι είναι ετούτο δω στην τσέπη σου που φουσκώνει, ρε μασκαρά;»
Και κάνει έτσι με το χέρι της και τον αρπάζει δυνατά από τα αχαμνά. Τον είδα να κιτρινίζει, αν να οφείλω να ομολογήσω ότι κατάφερε να διατηρήσει μια αξιοπρεπή ψυχραιμία.
«Πώς σε λένε;» συνέχισε με φωνή συριστική η μανούλα μου, σφίγγοντάς τον όλο πιο δυνατά.
«Γεώργιος Μαυρομιχάλης λέγομαι», ψέλλισε εκείνος.
«Μανιάτης;»
«Μάλιστα».
«Καλά το κατάλαβα!» του ξερίζωσε το όργανο και το πέταξε έξω στη λίμνη, πλην όμως οι κύκνοι δεν είναι πουλιά σαρκοφάγα και αδιαφόρησαν. «Θα τον φάτε τον κυβερνήτη μας τον Καποδίστρια, το ξέρω, που κακό χρόνο να ’χετε!»
Ο σερβιτόρος απομακρύνθηκε αιμορραγώντας.
Της είπα να μην σκουπίσει τα χέρια της, αλλά να απλώσει το αίμα στα μάγουλά της, μιας που, λόγω της αναστάτωσής της, το προηγούμενο μακιγιάζ της είχε χαλάσει. Το έκανε, χρησιμοποιώντας ως καθρέφτη τα γεμάτα θαυμασμό και αγάπη μάτια μου. Ξανάγινε η ωραία γυναίκα που θα ήταν τιμή και καμάρι για οποιονδήποτε να τη συνοδεύει.
«Τελικά, δεν μου είπες – γιατί χώρισες με την άλλη;» ρώτησε όταν ολοκλήρωσε την τουαλέτα της.
Ευτυχώς που άνοιξε εκείνη αυτό το θέμα, γιατί δεν ήξερα πώς να της το φέρω.
«Δεν χώρισα, μανούλα», είπα θλιμμένα. «Πέθανε…»
Πήρε μια βαθιά ανάσα και με κοίταξε τόσο πικραμένα όσο και στοχαστικά.
«Είναι η έκτη που έχεις σκοτώσει την τελευταία πενταετία», είπε κουνώντας το κεφάλι της. «Έκτη ή έβδομη; Γιατί, αγόρι μου; Γιατί δεν βρίσκεις μια γυναίκα να σου ταιριάζει κι αναγκάζεσαι μετά να κάνεις φόνους; Μεγάλωσες πια, βρες μια γυναικούλα της προκοπής, μια γυναικούλα σαν κι εμένα, να μην έχεις κι άλλο κρίμα στη συνείδησή σου…»
Της εκμυστηρεύτηκα ότι την είχα τοποθετήσει σ’ ένα μπολάκι στο ψυγείο, (αυτή η τελευταία ήταν-δεν ήταν μια σπιθαμή΄ με μια προηγούμενη -την Τιτανίδα Μνημοσύνη- είχα αντιμετωπίσει τεράστιο πρόβλημα...), αλλά πάντα υπήρχε κίνδυνος να μου κάνουν κάποια αιφνιδιαστική έρευνα στο σπίτι και να την ανακαλύψουν. Και μετά… Μετά, εκτός από τον άντρα της και τον αδερφό της, θα πέθαινε κι ο γιόκας της στη φυλακή.
Προσφέρθηκε να μου παραχωρήσει και πάλι τον κηπάκο της για να τη θάψω εκεί. Την ευχαρίστησα συγκινημένος. Έπιασα το σταφιδιασμένο χέρι της και το φίλησα.
Μας έφερε τα φαγητά ένας άλλος σερβιτόρος που, πιθανότατα, οπλοφορούσε κι εκείνος, γι' αυτό και κρατούσε μια απόσταση ασφαλείας από τη μανούλα μου, που τον λοξοκοιτούσε.
Ήμασταν και οι δύο περίεργοι να δούμε τι στην ευχή είχαμε παραγγείλει. Εμένα μου έτυχε η κάρα του Άρη Βελουχιώτη πάνω σε ασημένια πιατέλα. Εκείνης, λες και η τύχη ήθελε να συστοιχηθεί με το γεγονός ότι, τώρα με τα γεράματα, η μανούλα μου είχε γίνει λίγο θρησκόληπτη, της έφεραν το κεφάλι του Ιωάννη του Βαπτιστή. Επί πίνακι.
Λιχούδηδες όπως είμαστε και οι δύο, τσιμπήσαμε λιγουλάκι ο ένας από το πιάτο του άλλου.

Τρίτη 28 Ιουλίου 2015

Πάνος Σταθόγιαννης ΠΑΤΗΣΙΩΝ (μπαλάντα)


ΠΑΤΗΣΙΩΝ (μπαλάντα)

Η ελευθερία, νοικιασμένη γκαρσονιέρα 
ένα κρεβάτι, ένα τραπέζι, μια καρέκλα 
ούτε ο θεός χωράει εκεί ούτε η αγάπη
μονάχα εσύ κι ο μοχθηρός σου μαύρος γάτος
σ’ ένα μπαλκόνι μια σταλιά στην Πατησίων.


Στο μαξιλάρι ένα αδιάβαστο βιβλίο
στο τραπεζάκι ένα μαχαίρι κι ένα μήλο
όμως μπορείς να κατουράς απ’ το μπαλκόνι
χωρίς κανείς περαστικός να βλαστημήσει 
έχει ερημώσει εδώ και χρόνια η Πατησίων.

Βγάζεις καρέκλα στο μπαλκόνι, δεν διαβάζεις
(σ’ έχει τυφλώσει με τα νύχια τ’ άγριο ζώο)
τρως σάπια μήλα, γλείφεις αίμα στο μαχαίρι
μετά κοιμάσαι στο κρεβάτι ή πεθαίνεις
σ’ αυτή ίδια, αυτή την άλλη Πατησίων.

Η ελευθερία, νοικιασμένη γκαρσονιέρα
πίσω απ’ τον ήλιο, πουθενά στην Πατησίων…

Κυριακή 14 Ιουνίου 2015

Πάνος Σταθόγιαννης - Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ "ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΞΑ" Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.


Η ΔΥΣΤΥΧΙΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΠΑΝΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΝΕΥΣΗ

Μνήμη Κώστα Καρυωτάκη

Η δυστυχία μοιάζει πάντα με την έμπνευση. Απλώνει στέπες πίσω από το στέρνο και καραδοκεί. Αίφνης, ακούγεται μια τουφεκιά – ένας φασιανός ψυχορραγεί πάνω στο χιόνι, μια μνήμη επίμονα ζητάει ανταμοιβή, ένας στίχος ασύμμετρος λειαίνει τις ακμές του.
Με δείχνουν τότε οι αγάπες μου οι παλιές και με λυπούνται. «Αυτός δεν μπόρεσε ποτέ τον κήπο μας να ευφράνει με κρασί. Μονάχα στις εκρήξεις μάς ταξίδεψε. Ιερουργούσε δίχως να ξοδέψει ούτε ένα δάκρυ». Και τρίζουν τα χαλίκια καθώς φεύγουν.
Μένει η σελίδα η λευκή – η πιο τυφλή αναπαράστασή μου. Ξέρω καλά ότι με εξαπατά, ότι σε λίγο θα γεμίσει δίνες. Διαλέγω μια και σαν τη σβούρα διαρκώ εντός της. Άξεστος, όπως οι δερβίσηδες. Αν και γνωρίζω πως θα αρκούσε του ανθρώπου η καρδιά. Μα δεν αρκεί. Δεν μου αρκεί.
Γι’ αυτό και υποτάσσομαι στις προγραφές του ιλίγγου. Δεν περιμένω έλεος. Τον στρόβιλο μονάχα εμπιστεύομαι και τόνε λέω ψωμάκι. Πράγμα υλικό και βρώσιμο. Γιατί και η έμπνευση, όπως και η δυστυχία, πράγματα είναι, υλικά.
Τα μηρυκάζω με τις ώρες και χορταίνω. Πάτριον έδαφος σκαλώνει στους κοπτήρες, πληρούται το λευκό με γράμματα, παντρεύομαι ωραίες υποθέσεις.

***

Κατά τα άλλα, κατοικώ σε μέλανα δρυμό. Βγαίνω πρωί, ταΐζω τα λυκόπουλα. Το μεσημέρι, διευθετώ ξανά τις όχθες μου. Νύχτα, κοιμάμαι μόνος μου. Μια τρύπα κόκκινη στον κρόταφο με ομορφαίνει.

"ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΤΟΝ ΚΟΙΤΑΞΑ"
Εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2015.

Πάνος Σταθόγιαννης

14/6/2015 ·


Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014

Πάνος Σταθόγιαννης, Η ΠΕΤΡΑ



Η ΠΕΤΡΑ

«Η δύναμη μου δεν οφείλεται στο γεγονός ότι μπορώ να παίρνω αποφάσεις. Η δύναμη μου οφείλεται στο γεγονός ότι μπορώ και να τις αναιρώ...»

Έτσι μίλησε η πέτρα και ξανάγινε λάβα.


Πάνος Σταθόγιαννης


12 Σεπτεμβρίου στις 9:32 π.μ. ·

Παρασκευή 22 Αυγούστου 2014

Πάνος Σταθόγιαννης, ΔΡΥΜΟΣ "ULLA HAU"



ΔΡΥΜΟΣ "ULLA HAU"


Αναιμικό πρωί, αν και ο ήλιος κατακόκκινος, γιατί εδώ τον τρέφουν με βατόμουρα. Είμαι καινούργιος κι άπειρος σ’ αυτή την εξορία, από τους κώδικές της μονάχα την ομίχλη συλλαβίζω - κι αυτή σπαστά, σαν γάβγισμα. Κάθισα κάπου απόμερα, ως να μυρίσει τον καπνό η ψυχή μου και να κατηφορίσει.

Μα έκανε ‘‘τσακ’’ η ερημιά και τσάκισε: μια ποδηλάτισσα από το πουθενά ή μέσα από τον εαυτό της. Πάτησε μόνο το δεξί στο υγρό χορτάρι και αιχμαλώτισε τα μάτια μου στους ίσκιους των δικών της.

«Βρίσκομαι ακόμα μες στα όρια του δρυμού;» ρώτησε, ψεύτικα λαχανιασμένη. Κι αμέσως ύστερα: «Μα, όπως βλέπω από το μαύρο μπροστά και πίσω από τα μάτια σας, εσείς θα πρέπει να είστε εδώ πιο ξένος κι από μένα…»

Είδα το σάκο του εκδρομέα στη ράχη της.

«Εκεί θα κρύβει τα φτερά της», συλλογίστηκα, γιατί είχε κόκκινα μαλλιά, όπως εκείνοι που αναλήπτονται. Μα, καθώς έσκυψε μπροστά, ένα παιδί σφαγμένο κι ολοζώντανο μου χαμογέλασε, βγάζοντας το κεφάλι έξω απ’ το σακίδιο. Κι εκεί, κάτω απ’ τα πόδια ακριβώς της ποδηλάτισσας, ανάμεσα στις ρόδες, μια λίμνη από κόκκινο μαζεύτηκε σταλάζοντας. «Μπορεί και να ’ναι από αυτή το αίμα», παρηγορήθηκα, γιατί σε τούτα εδώ τα μέρη οι μάγισσες αιμορραγούν ακαταπαύστως.

«Σωστά το σκέφτηκες», με καθησύχασε, και για να μαραθούν οι φόβοι μου - σηκώθηκε ένα αεράκι αβανταδόρικο να δω κάτω απ’ τη φούστα της ότι πράγματι.

«Ετούτο το μωρό που κουβαλάω στο σάκο μου θα γίνει μεγαλώνοντας ο άγιος των δασών, κι εγώ το βγάζω βόλτα κάθε μέρα, του δείχνω τι είναι κέδρος και τι έλατο, να συνηθίσει».

Είδε πως δεν την πίστεψα κι άλλαξε ύφος: «Ετούτο το μωρό που κουβαλάω στο σάκο μου είναι μια κούκλα που τη λένε Ροβεσπιέρο. Μου είπαν να το θάψω κάπου, μα το λυπήθηκα και πήρα την απόφαση να το υιοθετήσω».

Τέλος, ύστερα από μια σιωπή που κράτησε όσο κρατάει μια λίμνη μες στον ύπνο μας, «Καλά», κατέληξε, «έχεις το ένστικτο του λύκου και δεν ξεγελιέσαι. Ετούτο το μωρό που κουβαλάω στο σάκο μου είναι ένας Ρώσος εμιγκρές και εραστής μου. Ταρκόφσκι, το όνομά του. Τον βαρέθηκα. Είναι δυστυχισμένος κι απροσάρμοστος. Μεθάει, δέρνει τη μάνα μου, παρενοχλεί την πιο μικρή μου αδερφή… Λοιπόν, έτσι μόνος που είσαι εδώ, όλο και θα θέλεις κάποιον για παρέα».

Και λέγοντας αυτά, έβγαλε το μωρό από το σάκο και το απίθωσε στα γόνατά μου.


***

Ξέρω, θα βρω τον τρόπο κάποτε να δραπετεύσω απ’ αυτό το δάσος. Αλλά ένας άλλος εαυτός μου θα μείνει εδώ για πάντα. Μ’ ένα κλαψιάρικο μωρό στα χέρια, που όλο θα πίνει από το αρσενικό μου στήθος, όλο θα πίνει, το άτιμο, χωρίς ποτέ του να χορτάσει.


Gotland, Σουηδία, Αύγουστος του 2001

Πάνος Σταθόγιαννης

22 Αυγούστου

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Πάνος Σταθόγιαννης ΤΟ ΚΥΜΑΤΑΚΙ


ΤΟ ΚΥΜΑΤΑΚΙ

Γυμνά τα πέλματα, οι φτέρνες, δοκιμασμένος ο αστράγαλος πιο πάνω, ορατές όλες οι φλέβες, ανατριχιάζοντας ξυπόλυτος
- το ένα πόδι στην βρεγμένη άμμο με τις δώδεκα χιλιάδες πεθαμένες αχιβάδες, φύκια ξερά, εκεί που άλλαζε πλευρό συνέχεια η γυμνή γυναίκα κι ο ήλιος τη ζεμάτιζε, την αγαπούσε,
το άλλο πόδι στο κυματάκι, λίγο, μια σταλιά, γουλιά-γουλιά να έρχεται, να φεύγει, να ξανάρχεται, αιώνες τώρα.

Ακόμη πιο βαθιά, ακούω πεντακάθαρα:
η θάλασσα – πολλά φουστάνια, μισοφόρια δαντελωτά, τσιτσίδι εν τούτοις, η αθεόφοβη.

Γνωρίζω πως τα βοτσαλάκια κάτω από νυχτερινά πατήματα ερωτευμένων ελειάνθησαν (πολλές περαντζάδες πάνω-κάτω, χέρι-χέρι), τρίβοντας το ένα το άλλο ελειάνθησαν.
Έρχεται το νερό κατόπιν – δροσιά στην κάψα της γυαλάδας τους, κι ευθύς αμέσως πάλι οι τριγμοί (αφή, ανίκητο μυστήριο, πολλά τραγούδια ξέρεις), οι λυγμοί, οι σκληρύνσεις, οι καταποντισμοί,
όλο και κάποιο παροπλισμένο τρεχαντήρι θα αρέσκεται να βλέπει (τρίμματα, θρύψαλα, διάττοντες η παλαιά μπογιά του),
όλο και κάποιο φως – η σελήνη, ας πούμε, τυχαία τάχα, ένα κλεφτοφάναρο (τρεμίζων κύκλος), καθυστερεί
κι έτσι όπως είναι μουσκεμένα λάμπουνε πάνω τους οι κεραμιδιές ραβδώσεις, η απαλότης των φαιών, τα κάθιδρα πρασινάκια, εκείνα που μοιάζουν με εντόσθια βιαίως ξεπαρθενεμένου στρειδιού (άλλο πάλι κι ετούτο!): όλα με τις Πλειάδες στους οφθαλμούς τους.
Τι νύχτα
ατόφια σε μια χούφτα βότσαλα, σε δύο χούφτες νερό θαλάσσης αλμυρό
τι νύχτα
άνευ προηγουμένου…
«Ο Θεός», συλλογάμαι, «συντελείται διαρκώς».
Συλλογάμαι πως ζούμε την Συντέλεια, ενώ την αναμένουμε, οι αδαείς, να φανεί: πόδι με μπότα, μπαμ και κάτω. Ενώ κατ’ ουσίαν είναι ήδη εδώ. Όπως και πριν ήταν εδώ. Όπως θα είναι και μετά εδώ. Αδιαλείπτως:
πόδι ξυπόλυτο,
σαν το δικό μου
στο κυματάκι.


Πάνος Σταθόγιαννης
12 Αυγούστου

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Πάνος Σταθόγιαννης ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΑ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟΣ



/ Από το ημερολόγιο του Πέτρου Πάροικου, αγγειοπλάστη /


ΑΜΕΤΑΝΟΗΤΑ ΑΚΑΤΑΝΟΗΤΟΣ
… Γεννήθηκα κλαίγοντας σπαρακτικά.
Τώρα ξέρω πως ήταν από απελπισία, επειδή ξεβράστηκα σε έναν κόσμο ξένο κι εχθρικό για το πνεύμα και την ψυχή μου. Έζησα μέχρι σήμερα γνωρίζοντας βαθιά ότι βρίσκομαι στην ξενιτιά και την εξορία. Υποκρίθηκα ότι συμμετέχω. Υποκρίθηκα ότι είμαι εδώ. Αυτός ο κόσμος δεν είναι χώρος πραγμάτωσης του ανθρώπου, είναι η σκηνή όπου ξεδιπλώνονται οι τραγωδίες του.
… Δεν ξέρω ποια είναι η πραγματική μου πατρίδα, ούτε πώς τη λένε. Γνωρίζω μόνο ότι υπάρχει. Την φέρω μέσα μου. Μου φανέρωνε όψεις της όταν έβγαινα από τα όρια αυτού του κόσμου. Σε στιγμές έκστασης. Καθώς γύριζα με το πόδι τον τροχό, κι ο πηλός έπαιρνε μορφή και σχήμα στις παλάμες μου. Σπανιότερα, και σε στιγμές έρωτα, ελέους, θλίψης και οργής.
… Όσο κι αν το προσπάθησα, δεν κατάφερα ποτέ να πιστέψω είτε σε νίκες είτε σε αποτυχίες. Με τον καιρό, κατάλαβα τον λόγο. Θα ήταν σαν να αποδεχόμουν ή, έστω, να συνθηκολογούσα με τις αρχές και τις απαιτήσεις αυτού του ξένου κόσμου, που ποτέ δεν έγινε δικός μου.
… Με συνέθλιβε το φευγαλέο των λεπτών, των ωρών, των ημερών. Για να τις αντέξω, κόπιαζα να τις μετατρέψω από σπαράγματα χρόνου σε εκδηλώσεις αιωνιότητας. Μονάχα η αιωνιότητα με συγκινούσε. Κι ας είναι εύθραυστα όλα έργα μου. Η φωτιά που αιχμαλώτισαν εντός τους είναι αιώνια.
… Απογοητεύτηκα σπάνια, διότι σπάνια γοητεύτηκα από ανθρώπους και καταστάσεις αυτού του ξένου τόπου. Η απογοήτευση όμως με συνέτριβε. Διότι δεν συντελούταν εδώ. Όταν με συνέπαιρνε κάτι, εξακτινιζόμουν μαζί του στη χώρα της αληθινής καταγωγής μου, όπου τα πάντα είναι άφθαρτα. «Υπάρχει», έλεγα από μέσα μου και θαύμαζα ακίνητος. «Υπάρχει αυτούσιο κι αυτάρκες το θαύμα. Δεν θα το φθείρει η πραγματικότητα». Κι όταν φανερωνόταν η αυταπάτη, ένιωθα σαν να είχε βυθιστεί για πάντα ένα νησί της κρυφής μου πατρίδας, σαν να είχε βιαστεί η γεωγραφία της.
… Φορούσα μια πήλινη μάσκα κάθε που έβγαινα έξω στον κόσμο. Όταν ράγιζε, μαστόρευα μια άλλη. Δεν το έκανα επειδή είμαι υποκριτής. Το αληθινό μου πρόσωπο ήθελα να προστατέψω απ’ όλους αυτούς τους ξένους γύρω μου. Το αληθινό μου πρόσωπο, όχι το «εγώ» μου. Αυτό το τελευταίο δεν το αγάπησα ποτέ, έχει ελάχιστα πράγματα στ’ αλήθεια δικά μου. Γι’ αυτό και –από μια αίσθηση υπερηφάνειας– το άφηνα έκθετο. Είναι η πήλινη μάσκα που σας έλεγα.
… Πέρασα όλη τη ζωή μου κινούμενος ανάμεσα στη φρίκη της ανίας και την παρηγοριά του τροχού μου, που, έτσι όπως περιστρεφόταν, ήταν σαν να ζωγράφιζε διαρκώς το μηδέν. Πάνω σε ένα επαναλαμβανόμενο μηδενικό έφτιαξα όλα ετούτα τα αγγεία, όλα ετούτα τα σταμνιά, όλες ετούτες τις μάσκες.
… Κανείς δεν αγαπάει κανέναν εδώ. Τη δίψα του σαρκίου τους μονάχα και τις απαιτητικές οιμωγές της πουτάνας ψυχής τους. Που έχει πάψει να είναι ψυχή κι έχει γίνει καθρέφτης του κόσμου που ζούνε. Παντρεύονται όμως, χτίζουν σπίτια, κάνουν παιδιά. Τα καλοκαίρια βρίσκουν ίσκιο πλάι στη θάλασσα. Κόβουνε ξύλα για το τζάκι το χειμώνα. Βολεύονται, χαμογελούν, ανοίγουν δρόμους. Δεν τους κατηγορώ. Δικός τους είναι αυτός ο κόσμος – εγώ είμαι ο ξένος κι ο ασυσχέτιστος. Μα είναι φορές που σκέφτομαι ότι μπορεί κι αυτοί να είναι ξένοι και εξόριστοι εδώ. Μόνο που καταφέραν και το ξέχασαν. Ίσως όμως και να το θυμούνται. Μπορεί γι’ αυτό να είχαν τόση ζήτηση οι μάσκες μου στην αγορά.
… Έχω πάψει εδώ και καιρό να ασκώ την τέχνη μου. Κουράστηκα. Κι αν χρειαστεί να κάνω έναν απολογισμό, αυτό θα πω: δεν πέτυχα ούτε τη φώτιση ούτε τη σοφία – μονάχα τη ζωή μου εδώ κατάφερα να αντέξω.
… Έρχομαι τα απογεύματα στο παλιό μου εργαστήρι. Ξεκλειδώνω. Σκόνη, αράχνες κι ακίνητα σπασμένα κεραμικά. Έχει αρχίσει να σαπίζει ο τροχός. Φτιάνω δυο καφέδες στο μπρίκι – ένα για μένα κι ένα για τον Θεό.
Τα λέμε με τις ώρες, μιλώντας ο ένας στον άλλον στον ενικό…



Πάνος Σταθόγιαννης
16/5/2014

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2011

Πάνος Σταθόγιαννης ΣΙΣΥΦΟΣ (επτά θέσεις για την πέτρα)



ΣΙΣΥΦΟΣ (επτά θέσεις για την πέτρα)





“…τούτες τις πέτρες τις εσήκωσα όσο βάσταξα

τούτες της πέτρες τις αγάπησα όσο βάσταξα

τούτες τις πέτρες, τη μοίρα μου…”

Γ. ΣΕΦΕΡΗΣ – Γυμνοπαιδιά, Β΄. Μυκήνες

1. Η πέτρα κατοικεί όπου υπάρχω, ελεεινότατος, εγώ. Και με περιφρουρεί. Με προστατεύει απ’ την ίδια μου τη βούληση. Προτού με ενσωματώσει στη δομή της, ήμουν παγόνι. Έγραφα λάμψεις, έσβηνα χρώματα΄ έσβηνα λάμψεις, έγραφα χρώματα. Τώρα δοξάζομαι στην ικεσία, άπολις.

2. Η πέτρα με αγκαλιάζει όταν φθείρομαι. «Ο Μπαχ σου φταίει», μου λέει ψέματα. «Ο Μπαχ σου φταίει, όχι εγώ. Εγώ είμαι στρογγυλή. Έτσι όπως είναι η αγάπη, φτάνει σωστά να την μαντέψεις. Λύτρωσέ με, λοιπόν, λύτρωσέ με.» Ανασυντίθεμαι διψώντας γι’ ανηφόρες.

3. Η πέτρα μόνο με δανειοδοτεί, ποτέ δεν μου χαρίζει. Αυτό την κάνει ανθεκτική στα γοερά βελάσματά μου. Τα εξαργυρώνει πάραυτα σε στέρεες πεποιθήσεις. Κυλάει εκ νέου στα τεφτέρια της. Σκύβει και γράφει αριθμούς.

4. Η πέτρα θεωρεί την νεότητά μου προσβολή. Βάζει στο σημάδι τους λαμπρούς θυρεούς μου. Είναι που έζησε θανάτους πολλών θεών, του εαυτού της συμπεριλαμβανομένου. Απεχθάνεται και το γήρας μου. Γι’ αυτό και υλοτομεί τα κυπαρίσσια, αγγίζει τους ασφόδελους και μαραγκιάζουν. Η ίδια προτιμά να ισορροπεί στη μεθόριο. Θραύεται υγιέστατη. Ορθάνοιχτη σαν στόμα.

5. Η πέτρα στοιχηματίζει διαρκώς στην τυφλότητά μου. Και κερδίζει. Κατανικά την αταξία του τρόμου μου με την αυστηρή ευταξία του κελύφους της. Ύστερα με αφαιρεί από τις τάξεις των ιππέων και με κατατάσσει επιεικώς στους διακοσιομέδιμνους. Έπεται, ασφαλώς, συνέχεια, αλλά με τους δικούς της χρόνους, που μόνο στηθοσκοπικοί δεν είναι.

6. Η πέτρα μόνο σε πέτρα μπορεί να μεταμορφωθεί. Βέβαια, το κάνει ανορθόγραφα, με σύμφωνα συριστικά και παροξύτονους τριγμούς, αλλά στη γλώσσα τη δική της τα πάντα επιτρέπονται. Κρατάει, πάντως, ένα στήθος μητρικότατο, για όποιον θέλει να θηλάσει παρελθόν που φτάνει ως τη λάβα.

7. Η πέτρα, όταν με εγκαταλείπει, γίνεται εποπτική. Γίνεται απροστάτευτη σαν πεπρωμένο. Γι’ αυτό και προτιμάει να με διασχίζει. Είμαι ο μοναδικός της κληρονόμος.