Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Novalis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Novalis. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 30 Οκτωβρίου 2013

Novalis Υμνοι στη Νύχτα


Στη Μαρισόφη
I
Ποιο πλάσμα ζωντανό, προικισμένο με αισθήσεις, δεν αγαπάει περισσότερο απ' όλες τις θαυμάσιες λάμψεις του χώρου που απλώνεται τριγύρω του, εκείνο το πασίχαρο φως -με τα χρώματα, με τις ανταύγειες και τις αχτίδες του˙ την αβρή του παρουσία παντού, καθώς η μέρα που ξυπνάει; Ο κόσμος τέρας των ακατάβλητων αστερισμών, σαν κάτι απ' την εσώτατη ψυχή της ύπαρξης το ανασαίνει κι επιπλέει χορεύοντας μες στον γαλάζιο του κατακλυσμό˙ κι ακόμη: αιώνες σιωπηλή η ακτινοβόλος πέτρα, το τρυφερό φυτό που θρέφεται ρουφώντας ό,τι χυμός στη γη και το παράφορο θηρίο με πλήθος όψεις το ανασαίνει˙ μα πιο πολύ ο εξαίσιος ξένος: με το στοχαστικό το βλέμμα, το ανάερο περπάτημα και τα μελωδικά του χείλη απαλά κλεισμένα. Εκείνο, ως βασιλιάς της επίγειας φύσης, καλεί όλες τις δυνάμεις του σε αναρίθμητες μεταμορφώσεις: συνάπτει και διαλύει ακατάπαυστα συμμαχίες και η ουράνια εικόνα του περιβάλλει κάθε γήινη ουσία. Η παρουσία του και μόνο δείχνει το μέγα θαύμα των βασιλείων του κόσμου.
Κάτω εδώ, εγώ προσφεύγω στη σεπτή, ανείπωτη, μυστήρια νύχτα. Πιο πέρα, ο κόσμος γκρεμισμένος σ' έναν τάφο βαθύ˙ ο τόπος του: άγονος και έρημος. Εγκατη θλίψη φυσάει σ' ένα έγχορδο στήθος. Θα γκρεμιστώ: δροσάτο φως ντυμένο στάχτη. Επιθυμίες νεανικές, όνειρα παιδικά, πρόσκαιρες χαρές ενός μακρότατου βίου και μάταιες ελπίδες έρχονται τις αποστάσεις της μνήμης ντυμένες στα γκρίζα, καθώς η βραδινή ομίχλη μετά τη δύση του ηλίου. Το φως αλλού, σε άλλους τόπους ρίχνει χαρούμενο σκοινιά και τους πασσάλους του. Δεν πρέπει κάποτε να επιστρέψει στα παιδιά του, που προσμένουν με αθώα πίστη να επιστρέψει;
Τι αναβλύζει ξάφνου απ' την καρδιά τόσο εκδικητικό και κατατρώγει τον απαλό άνεμο της θλίψης; Βρίσκεις κι εσύ χαρά εντός μας, έρεβη νύχτα; Τι είναι αυτό που σκέπει ο μανδύας σου και πλήττει αθέατο με λύσσα την ψυχή μου; Βάλσαμο εξαίσιο κυλάει μέσα απ' το χέρι σου μια δέσμη παπαρούνες -κι υψώνεις βαριές τις φτερούγες του πνεύματος. Σκοτεινούς κι ανέκφραστους μάς κυριαρχεί το ρίγος -έντρομος χαρά βλέπω μιαν όψη αυστηρή˙ γαλήνια, ευλαβική γέρνει προς το μέρος μου και μέσα από ατέλειωτες, απόκρημνες μπούκλες προβάλλει στοργική η νεότητα της μητέρας. Πόσο φτωχό και παιδιάστικο μού φαίνεται τώρα το φως! -πόσο χαρμόσυνος και ευλογημένος ο αποχωρισμός της ημέρας. Γι' αυτό μόνο λοιπόν, γιατί η νύχτα σού στερεί τους υπηρέτες σου, σπέρνεις εκτυφλωτικές τις σφαίρες σου στα χάσματα του χώρου, για να διαλαλήσεις την παντοδυναμία σου -την επιστροφή- στις ώρες της απουσίας σου. Και τα αμέτρητα μάτια που ανοίγει η νύχτα εντός μας φαίνονται πιο του ουρανού κι απ' τα περίλαμπρα άστρα˙ καθώς βλέπουν μακρύτερα από τα κάτωχρα εκείνα πλήθη και δεν χρειάζονται το φως για να περάσουν μέσα απ' τα έγκατα ενός στοργικού πνεύματος: ό,τι κατακλύζει με απερίγραπτη λαχτάρα έναν τόπο αγέρωχο. Δόξα στη βασίλισσα της Οικουμένης, στη μεγαλοπρεπή επαγγελία των ιερών κόσμων, στην τροφό της μακάριας αγάπης. Εκείνη σε στέλνει σ' εμένα, τρυφερή Αγαπημένη, ήλιο εξαίσιο της νύχτας˙ τώρα αγρυπνώ˙ καθώς ανήκω και στους δυο μας -εσύ μου έταξες τη νύχτα για να ζήσω κι έπλασες έναν άνθρωπο απ' την ύλη μου -κατασπάραξε, λοιπόν, το σώμα μου με όλη την παραφορά του πνεύματος, ώστε να ενωθώ, ο μέσα άνεμος, μαζί σου˙ και ύστερα τη γαμήλια νύχτα θα διαρκεί το Αιώνιο.



ΙΙ  
Μα πρέπει πάντα η αυγή να επιστρέφει; Δεν θα τελειώσει ποτέ αυτή η γήινη δυναστεία; Βέβηλη η μέριμνα για τα καθημερινά κατασπαράζει την ουράνια έλευση της νύχτας. Δεν θα αφεθεί ποτέ η μυστική θυσία της αγάπης στην αιώνια φλόγα; Το φως μετρήθηκε στον Χρόνο του· όμως η νύχτα άχωρη και άχρονη εξουσιάζει. -Κι ο ύπνος διαρκεί το Αιώνιο. Ω ύπνε ιερέ, μην στέργεις τόσο σπάνια τον αφοσιωμένο Υπηρέτη της νύχτας, μέσα σε αυτό το επίγειο έργο των ημερών. Μόνο οι τρελοί σε παρανοούν και δεν γνωρίζουν τίποτε από σένα, παρά τον ίσκιο, που επάνω μας σπλαχνίζεσαι, σε εκείνο το λυκόφως της αληθινής νύχτας: δεν σε αισθάνονται στον χρυσό κατακλυσμό των σταφυλιών -στο λάδι το θαυμάσιο της αμυγδαλιάς και στον σκούρο χυμό της παπαρούνας˙ δεν ξέρουν ότι εσύ ανασαίνεις στα τρυφερά στήθη του κοριτσιού και φτιάχνεις από την αγκαλιά του έναν ουρανό -δεν υποπτεύονται καν ότι εσύ αντιβαίνεις, από ιστορίες παλιές, ο άπλετος ουρανός, και φέρεις το κλειδί για τις οικίες των Μακαρίων, άλαλος Αγγελιαφόρος των πιο μεγάλων μυστικών.



III
Κάποτε, όταν ξέσπαγα σε δάκρυα πικρά, και τέλειωνα στον πόνο κι η ελπίδα μου χανόταν μακριά κι έρημος στεκόμουν στο γυμνό ύψωμα, που φύλαγε το Σχήμα της Ζωής μου απλωμένο στη στενή, τη σκοτεινή του επικράτεια, έρημος όσο κανείς Ερημος υπήρξε, από έναν τρόμο ανείπωτο σπρωγμένος -αδύναμος, ένας αξιολύπητος συλλογισμός και μόνο. Κι όπως τριγύρω κοίταζα γυρεύοντας βοήθεια, ανήμπορος να κινηθώ μπροστά ή να στραφώ και πάλι πίσω, κι απ' τη φευγάτη, εφήμερη ζωή με μιαν απύθμενη λαχτάρα γαντζωμένος: τότε ήλθε απ' τη γαλάζια έκταση -απ' τα ψηλά της παλαιάς ευδαιμονίας μου- ένα λυκόφως ρίγος˙ μεμιάς έσπασαν τα δεσμά της Γέννησης: οι αλυσίδες από φως. Η γήινη λαμπρότητα φτερούγισε μακριά κι ο θρήνος μου μαζί της -κι η θλίψη κύλησε ευθύς στο βάραθρο ενός καινούργιου κόσμου. Ω έκσταση της νύχτας, ήλθες από πάνω μου: γαλήνιος ύπνος του ουρανού -κι ο τόπος σηκώθηκε αργά˙ ψηλά, κρεμόταν ελεύθερο το νεογέννητο πνεύμα μου. Το ύψωμα έγινε ένα σύννεφο σκόνη -κι εντός του είδα καθαρή την όψη της Αγαπημένης. Στα μάτια της ησύχαζε το Αιώνιο -και κράτησα τα χέρια της σφιχτά μες στα δικά μου˙ τα δάκρυα σπίθισαν άρρηκτα δεσμά. Χιλιάδες χρόνια καταιγίδα σάρωναν χαμηλά, σε απόσταση. Και στον λαιμό της δάκρυζα χαρά τη νέα ζωή. Ηταν το πρώτο και το μοναδικό όνειρο -κι έκτοτε τρέφω ακλόνητη, αιώνια την πίστη μου στον ουρανό της νύχτας και στο φως του: την Αγαπημένη.





Novalis
Υμνοι στη Νύχτα
Του Μιχάλη Παπαντωνόπουλου





Τον Αύγουστο του 1800 δημοσιεύεται στο περιοδικό Athenäum -όργανο της φιλοσοφικής και λογοτεχνικής έκφρασης του πρώιμου γερμανικού Ρομαντισμού, που εξέδιδαν στην Ιένα [Jena], από το 1798 έως το 1800, οι αδελφοί Φρίντριχ [Friedrich] και Αουγκούστ Βίλχελμ [August Wilhelm] Σλέγκελ [Schlegel]- η αναθεωρημένη εκδοχή των Υμνων στη Νύχτα του Νοβάλις, ψευδώνυμο του Γκέοργκ Φρίντριχ Φίλιπ βαρόνου φον Χάρντενμπεργκ [Georg Friedrich Philipp Freiherr von Hardenberg]: ένα από τα λίγα έργα του που είδαν το φως της δημοσιότητας κατά τη διάρκεια της σύντομης ζωής του. Προηγήθηκε ένα χειρόγραφο σχεδίασμα, στα τέλη του 1799 με αρχές του 1800, διαρθρωμένο σε στίχους. Το δεύτερο σχεδίασμα, το οποίο σκόπευε ο ποιητής να τιτλοφορήσει Η Νύχτα, ανακύπτει λίγο αργότερα, στα τέλη Ιανουαρίου με αρχές Φεβρουαρίου του 1800˙ γραμμένο στο μεγαλύτερο μέρος του σε έρρυθμη πρόζα (επίσης περιλαμβάνει αποσπάσματα σε ομοιοκατάληκτους στίχους), επιλέγεται από τον Νοβάλις ως οριστική μορφή της σύνθεσης: σε αυτόν τον συγκερασμό λογοτεχνικών τρόπων, ειδών και φιλοσοφίας, θεμελιώνει το όραμά του ο ποιητής για την ευόδωση ενός υψηλού, οικουμενικού έργου - καίριου ζητούμενου στην καλλιτεχνική δημιουργία των πρώιμων Γερμανών Ρομαντικών.
Η βαθύτατη οδύνη που δοκίμασε ο Νοβάλις από τον πρόωρο θάνατο της Αγαπημένης του, Σοφί φον Κιν, [Sophie von Kühn, 1782-1797] συνιστά τον προφανή αυτοβιογραφικό πυρήνα του συνθέματος. Ωστόσο, επηρεασμένος στη θεώρησή του για τη ζωή και την τέχνη από την κεντρική φιλοσοφική ιδέα του υποκειμενικού ιδεαλιστή Γιόχαν Γκότλιμπ Φίχτε [Johann Gottlieb Fichte, 1762-1814] ότι το Εγώ (το υποκείμενο, η εμπειρική συνείδηση) παράγει το Μη-Εγώ (το αντικείμενο, την απόλυτη συνείδηση) -ως εκ τούτου, η παράσταση του φυσικού κόσμου ανάγεται σε κατ' εξοχήν δημιούργημα του Πνεύματος και η σχέση του Πραγματικού και του Πεπερασμένου ως προς το Απειρο και το Αιώνιο σε εκείνη της νοσταλγίας, νοούμενης ως Ερωτας για το Αιώνιο- στους Υμνους στη Νύχτα δεν θα εφαρμόσει απλώς το παραπάνω φιλοσοφικό θεώρημα αλλά θα το αναθεωρήσει και θα το διευρύνει κριτικά: αφενός μιλώντας στη φωνή ενός λυρικού Εγώ την έγχρονη συνείδηση του Αχρονου (η οπτική του ποιήματος αλλάζει στον πέμπτο ύμνο, όπου σε τριτοπρόσωπη αφήγηση ο ποιητής ανασκοπεί την ιστορική και θρησκευτική εξέλιξη της ανθρωπότητας από τους αρχαίους χρόνους έως τον εποχή του, ενώ στον έκτο, ένα συλλογικό Εγώ σκιαγράφει στην ένταση ενός θρησκευτικού τραγουδιού τη φρικτή εμπειρία της απόστασης από τον Θεό, μέσα από τη νοσταλγία του για τον θάνατο -τη λυτρωτική απαρχή της αιώνιας ζωής- συντελώντας αποφασιστικά στον οικουμενικό χαρακτήρα που επιθυμεί να προσδώσει ο Νοβάλις στο έργο του) αίροντας, κατ' αυτόν τον τρόπο, εκ θεμελίων τον ανεπαρκή -για τις πνευματικές επιδιώξεις του ποιητή- μελοδραματικό τόνο, που θα κατέκλυζε σε διαφορετική περίπτωση τον θρήνο του νέου άνδρα μπροστά στη νεκρή μορφή της Αγαπημένης του και αφετέρου μετατρέποντας το Μη-Εγώ του Φίχτε σε Εσύ. Το πρώτο σκέλος αυτού του αναστοχασμού θέτει την προβληματική του χρόνου πέρα από την αυτονόητη υποκειμενικότητά του, όπως αυτή εκφράζεται στη θεμελιώδη φιλοσοφική πρόταση του Φίχτε: η εμπειρική συνείδηση δύναται να συλλάβει το Αιώνιο, μόνον δια της θέασης του Απείρου σ' ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο που νοείται ως παρόν, στραμμένης, συγχρόνως, τόσο προς το παρελθόν ως ανάμνηση και νοσταλγία όσο και προς το μέλλον ως πόθος και διαίσθηση. Πρόκειται για τη μετάβαση από τον φυσικό και πεπερασμένο χρόνο στον μεταφυσικό· για την αισθητή εκφορά του Απόλυτου βάσει ενός τριαδικού συστήματος ενότητας των χρονικών σημείων του παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος στην συνείδηση του υποκειμένου· για την πεπερασμένη παράσταση κάθε Ουσίας μέσα στην χρονική διάσταση του ποιήματος, την οποία ανασύρει η τέχνη εκτός χρόνου και την αποδίδει στο Αιώνιο της ύπαρξης Της. Ετσι, στους Υμνους (η δομή των οποίων θεμελιώνεται στο προσφιλές διαλεκτικό τριαδικό σύστημα των Ρομαντικών, καθώς ανά δύο συνιστούν μια ξεχωριστή ενότητα, όπου ο μεν πρώτος ύμνος περιγράφει κάθε φορά την εξέλιξη του βίου στην οδυνηρή συνθήκη αποξένωσης που δοκιμάζει μέσα στο επίγειο βασίλειο του φωτός και τη λύτρωση που βρίσκει στην εξουσία της αιώνιας Νύχτας, ο δε δεύτερος το ξύπνημα του Εγώ από το όραμα και την εναγώνια λαχτάρα του να βυθιστεί ξανά σε αυτό) πραγματώνεται και κυριαρχεί η συνειδησιακή τριαδική ενότητα του χρόνου με την ανάμνηση ενός χρυσού παρελθόντος καιρού και τη θέαση ενός σκοτεινού μέλλοντος -ως επιστροφή στην ένδοξη εκείνη Εποχή- στην πεπερασμένη χρονική στιγμή του κειμένου. Η συγκεκριμένη φιλοσοφική σύλληψη της έννοιας του Χρόνου δεν θα μπορούσε παρά να επιβάλλει το Ονειρο, την πολυσήμαντη και προφητική ενέργεια της Ψυχής και της Φύσης που αναιρεί κάθε συμβατική χωροχρονική συναίσθηση στην αποσπασματικότητα και στη χαοτική ελευθερία των συνειρμών μιας εξουδετερωμένης συνείδησης, ως τον απόλυτο τρόπο διεκπεραίωσης της καλλιτεχνικής ιδέας του Νοβάλις να τραγουδήσει την ακραιφνή Νύχτα του ρομαντικού κόσμου: τη δημιουργική εκείνη εκφορά της Φύσης που προκρίνεται στους Υμνους ως ο κατ' εξοχήν Χρόνος και Τόπος του Πνεύματος· εκεί όπου συνενώνονται ποίηση και πρόζα, λογοτεχνική θεωρία, φιλοσοφικός και θρησκευτικός αναστοχασμός στο πλαίσιο της παραγωγικής διαλεκτικής που αναπτύσσεται μεταξύ τους· εκεί όπου κάθε τι ευρίσκεται σε μια αέναη διαδικασία εξέλιξης, πασχίζοντας την επιστροφή του στην πρότερη κατάσταση ύπαρξής του: στη μυστική του ένωση με τη Φύση· εκεί όπου ο βάρδος-ποιητής αναλαμβάνει τον ρόλο του ιερέα-προφήτη κρατώντας το κλειδί των μεγάλων Μυστηρίων της Κτίσης· εκεί όπου το οικουμενικό θρησκευτικό όραμα του Νοβάλις αναμειγνύει, μέσα από το ορφικό προσωπείο, τον αρχαίο ελληνικό κόσμο των ανθρωπόμορφων θεοτήτων -όταν ο θάνατος μπορούσε να νοηθεί μόνο ως εκείνο το κυρίαρχο Εξω του βίου-, με τους ύστερους αρχαίους χρόνους -όταν ο Θάνατος ενσωματώθηκε ανεπαρκώς στη ροή του βίου, αφού καταλύθηκε απλώς η μέχρι τότε θεώρησή του ως αδελφός του Υπνου- και με τον χριστιανικό κόσμο· όταν ο άνθρωπος συμφιλιώθηκε με την ιδέα του θανάτου και τον οικειοποιήθηκε εντός της ζωής του, καθώς η Γέννηση, τα Πάθη, η Σταύρωση και η Ανάσταση του Χριστού έπαψαν να ενθαρρύνουν, σε αντίθεση με άλλες θρησκείες, τον τρόμο για το Τέλος· εκεί όπου μια νέα θρησκεία θεμελιώνεται στην αρχή της αγάπης, ο τάφος της νεκρής Αγαπημένης μετατρέπεται σε ιερό τόπο λατρείας και η εξιδανικευμένη μορφή της, στην προσωπική ρομαντική μυθολογία που οικοδομεί ο Νοβάλις, αντικαθιστά εκείνη του Χριστού, και της μεσολαβητικής λειτουργίας της, που ενέχει στη χριστιανική μυθολογία, καθότι η ιδιαίτερη θρησκευτική αντίληψη του Γερμανού ποιητή και φιλοσόφου βασίζεται στην ιδέα πως υπάρχει πάντα ένα τρίτο μέρος ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Θεό· εκεί όπου καταλύεται το φως, σύμβολο παραδοσιακό της θετικής δύναμης του χριστιανικού δόγματος, και ανατρέπεται η «λογική», καθεστηκυία τάξη των έργων και των πραγμάτων ενός κόσμου δομημένου πάνω σε στείρα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά μοντέλα, για να υψωθεί παντοδύναμη η εξουσία του ιερού στοιχείου της νύχτας, με ήλιο του: την Αγαπημένη, στη συμβολική μορφή της οποίας σπάζουν τα δεσμά και πραγματώνεται μια καινούργια ένωση· εκεί όπου ο άνθρωπος βιώνει κάθε πνευματική εμπειρία.
Γιατί η Νύχτα είναι το ποίημα, η αισθητή έκφραση της ύψιστης ιδέας: γιατί ο ποιητικός μετασχηματισμός της κοινωνικής και εμπειρικής πραγματικότητας είναι, για τον Νοβάλις, η μόνη αληθινή πραγματικότητα. Γιατί η Νύχτα είναι εκείνη η φυσική επικράτεια του Χώρου και του Χρόνου που βρίσκει πάντοτε τον άνθρωπο έρημο και απογυμνωμένο στην τρομερή συνειδητοποίηση της ανεπάρκειας των έργων της ημέρας να καλύψουν ό,τι το ανώτερο επιζητεί ένα κατακερματισμένο Εγώ, ένα γκρεμισμένο Εγώ στον ίδιο τον εαυτό του, που αποφαίνεται: Η καρδιά χορτάτη - ο κόσμος είναι που πεινάει. Οσο οξύμωρη κι αν φαντάζει σε μια πρώτη ανάγνωση αυτή η ρήση, εντούτοις συμπυκνώνει με τον ακριβέστερο τρόπο το υπαρξιακό άγχος που δοκιμάζει το άτομο σε μιαν εποχή απ' όπου απουσιάζει το Ιδανικό· καθότι η πλησμονή των αγαθών, των απολαύσεων και των πνευματικών προϊόντων που του προσφέρεται δεν πρόκειται παρά για αισθητική και πνευματική απάτη. Εδώ έγκειται και ο καίρια επίκαιρος και άκρως επαναστατικός τόνος της Νύχτας του Νοβάλις, ιδιαίτερα όταν αναλογίζεται κανείς το καπιταλιστικό μοντέλο οργάνωσης της σύγχρονης κοινωνίας -η απαρχή του οποίου ανάγεται στη Ρομαντική περίοδο- που εξουσιάζει τον καθ' ημάς βίο. Γιατί ακόμη και ένας χαοτικός κόσμος πρέπει να έχει το κέντρο του και να το σφύζει η επανάσταση ως αίτημα και κίνημα παραγωγικού συλλογισμού και ως πράξη. Γιατί ο κόσμος πάντοτε χρειάζεται τους μύθους του για να υπάρξει. Και μέσα στη Νύχτα ο άνθρωπος δύναται να τους ανασυνθέσει ή να τους κατασκευάσει από την αρχή. Η επιστροφή του ξένου στην έρεβη πατρίδα του προβάλλει ως η μόνη πιθανή δυνατότητα να κατορθώσει εκείνη την αρχέτυπη ψυχική αγωνία του: να κάνει αυτόν τον κόσμο κόσμο του· να επιστρέψει στο Απόλυτο, στην πλήρη ένωσή του με τη φυσική παράσταση του Κόσμου. Μέσα στη Νύχτα, και μέσω αυτής, το Εγώ θα ορίσει και πάλι την υπερβατική και κοσμική πραγματικότητα που το περιέχει: αναστοχαζόμενο το παρελθόν και κρίνοντας την παροντική συνθήκη της παρουσίας του, θα πασχίσει να προβλέψει το μέλλον του -ανάγκη καίρια και διαχρονική που κάποτε η μαγεία, κάποτε η θρησκεία, κάποτε η φιλοσοφία, κάποτε τα συστήματα κοινωνικής οργάνωσης, κάποτε η επιστήμη πάσχουν να καλύψουν- ώστε να αντεπεξέλθει το τυχαίο της ύπαρξης στο σκότος του ακατανόητου μυστηρίου της ζωής που θεμελιώνεται στη δυναστεία της ρομαντικής αρχής του θανάτου.
Οι Υμνοι στη Νύχτα, η άγρια αυτή κυματοειδής εκφορά λυρικών εξάρσεων και σπαραγμάτων μιας βαθύτατα φιλοσοφικής γλώσσας, η ανοίκεια σύνθεση ενός αδιαμφισβητήτου ποιητικού και φιλοσοφικού ταλέντου, όπως ο Νοβάλις, που διακηρύσσει τον Χώρο και τον Χρόνο ως εσωτερικές και μόνο οντότητες, σχήματα αποκλειστικά της πνευματικής ύπαρξης του ανθρώπου που συλλαμβάνει την πεπερασμένη παράσταση της Φύσης ως το αινιγματικό Ενδυμα του Αθέατου -της απόλυτης πραγματικότητας που νιώθει σε κάθε στοχασμό του-, ως τη σκοτεινή εικόνα μέσα από την οποία το θεϊκό στοιχείο φανερώνει τον εαυτό του στον άνθρωπο, στην ύψιστη αγωνία τους να κατορθώσουν μια νέα μεταφυσική για την πίστη, τη Χριστιανοσύνη, τον Θεό και την κοινωνική πραγματικότητα, ανοίγουν πρωτότυπους δρόμους στη φιλοσοφική σκέψη και στην ποιητική πράξη. Εντός τους βασιλεύει το αχανές των ιδεών και η ερημιά αφανισμένων κόσμων· και κάπου κάπου ένα ακατάληπτο φως στο βαθύ Κενό μάς συνδράμει να προλάβουμε ένα θαυμάσιο βλέμμα στο μυστήριο της ψυχής. Οσο παράφοροι και άναρχοι κι αν αποκαλύπτονται οι Υμνοι στη Νύχτα, το κυρίαρχο ποιητικό έργο του πρώιμου Γερμανικού Ρομαντισμού, η διάρθρωσή τους διέπεται -στο καλλιτεχνικό όραμα του Νοβάλις- από αυστηρή συνοχή˙ ο διαρκής αναστοχασμός τους, μέσα από τους πλέον ασυνήθιστους τρόπους αναζήτησης, οδηγεί σε πρωτοφανείς αλήθειες ή πρωτοφανείς δυνατότητες της μίας Αλήθειας˙ τότε, απροσδόκητα, ένας ολόκληρος κόσμος συλλογισμών έχει γεννηθεί, όπου τα βαθύτερα ερωτήματα της ύπαρξης μάς προσμένουν, είτε από πίστη είτε από άρνηση.