




Δέκα μέρες το δεξί μου μάτι έχει σπασμούς. Κάτι θα δω, σκέφτηκα στην αρχή. Κάποιον από τα παλιά ή από τα καινούρια. Και είδα κι άκουσα κι εξακολουθεί. Είναι που συνάντησα. Που επικοινώνησα. Που έκανα πολλά χιλιόμετρα στο άγνωστο. Είναι που πρόσφατα διάβασα για ένα ζεύγος εξαθλιωμένων Ρουμάνων με ένα ακόμα παιδί στα σπάργανα. Είναι που ακόμα αιμορραγούν οι γάζες, που οι ενέργειες έχουν πιάσει πάτωμα και το ταβάνι έγινε χαλί αυγουστιάτικο με κρόσσια από δάνεια, ένφια, ένδεια, ενταφιασμούς αλήθειας. Είναι που όσο μεγαλώνω, βαθαίνει ο καρκίνος κι η ευλογία της ευαισθησίας, μέσα στα ρυάκια και τα ποτάμια μου. Είναι που ελάχιστοι σέβονται. Τους χρόνους, τα πιστεύω, τις λεπτές χροιές, τις ώρες κοινής ησυχίας. Ακόμα λιγότεροι τη σιωπή εντός. Ψιλά γράμματα. Είναι που ο γείτονας χτυπά -λεκτικά και κυριολεκτικά- ένα παιδί με «μικρό» διανοητικό πρόβλημα. Του φταίει το δύσπεπτο «ελαττωματικό» βλέπεις. Διότι δάσκαλος στο επάγγελμα και το κοριτσάκι ανήκει στο κτηματολόγιό του. Έβαλε τα υγρά κάποτε κι έκτοτε τιμά το θαύμα της πατρότητας αξιωματικά. Είναι που δεν έχεις δικαίωμα, να τον κάνεις να μην ξαναδεί τα υπόλοιπα παιδιά του, το ψυχαναγκαστικό γκαζόν του, καθώς και τον πίνακα του σχολείου με τις λευκές κιμωλίες. Εκεί όπου νέα φιντάνια αποκτούν γερές ρίζες και διδάσκονται την μη βία, κάθε μορφής. Γιατί κοινωνικά οφείλεις ευλαβική απάθεια. Υποταγή στον ατάραχο καθρέφτη της λίμνης του θυμού σου. Για να είσαι αρεστός, αποδεκτός από όλους τους ανεγκέφαλους μουγκούς, που ξέρουν να κραυγάζουν με τα γκολ και για φιγούρα. Είναι που η φωνή μου, έκλεισε από το ουρλιαχτό και τις ύβρεις, γιατί ήταν το λιγότερο που είχα να κάνω και δε θα μείνω εκεί, να είσαι σίγουρος κύριε φερέφωνο και κάθε φερέφωνο. Είναι γιατί μεγάλωσα κι έζησα μισή ζωή με μια ανάπηρη αδελφή. Που έκανε φασαρία, που άλλαξε την υπόλοιπη ζωή μου ποικιλοτρόπως, που δεν διανοήθηκα ποτέ να σηκώσω χέρι, παρά μόνο για να την χαϊδέψω, με τα μάτια, τα χέρια, την αύρα, τις προσευχές. Γιατί πέρασαν αυτά. Τα δικά μου. Κι ατσάλωσα παρόλα αυτά. Κι η πάστα μου, καθώς κι η πάστρα μου, αντέχει την αγνωμοσύνη. Ανέχεται τις τακτικές των τσιφλικάδων που δεν ξέρουν τίποτε άλλο από τα προγράμματα. Υπομένει τα κοάσματα των απολίτιστων. Λαμβάνει τα κύματα της κακεντρέχειας. Αλλά ανθρωπάκο, σε περιμένει στη γωνία. Κι η γωνία είναι πάντοτε αιχμηρή. Κι αλίμονο, αν παίξει το αριστερό μου μάτι…
Νικολέττα Μαγεμέλι
19 Αυγούστου στις 8:36 μ.μ.

Νικολέττα Μαγεμέλι
12 Αυγούστου στις 8:40 μ.μ.
Αλλόκοτος κόσμος κύριε Fisher King. Mια Cadillac σε Σκοτεινό Θάλαμο. Σε ένα σπίτι που απέξω γράφει «Το κλουβί με τις τρελές».
Αλλόκοτος κόσμος Μy Captain. Θα σε βρω στον παράδεισο. Ίσως. Κάποτε. Υποδυόμενος μιαν οικονόμο, θα παίζεις με τα παιδιά το παιχνίδι της ζούγκλας. Γιατί ο κόσμος τέτοιος ήταν, τέτοιος είναι και θα είναι. Ζούγκλα. Απρόβλεπτος, με ψυχή σκέτη άβυσσο ή χωρίς ψυχή. Δίχως όρια. Που ψάχνει, σπάει, αντέχει, ρημάζει, χάνεται…
Αλλόκοτος κόσμος. Πίσω απ΄το γέλιο, δάκρυ. Πίσω από τη θλίψη η ελπίδα. Ποιος ξέρει αληθινά τον άλλον, αφού δε θα γνωρίσει ποτέ τον εαυτό του. Ποιος ανέχεται, δέχεται. Ποιος ακούει την προτροπή στο βάθος. Την περίπου φωνή, την σχεδόν απόκοσμη: Carpe Diem. Άδραξε τη μέρα. Κι ας φεύγει. Κι ας αρπάζει. Κι ας τρέχουν σαρκοβόρα ρήματα πίσω της. Κι άλλα τόσα. Ζωντανά, ερειπωμένα, κατά φαντασία, κατ΄εικόνα. Καθ΄ ομοίωση;
Άδραξε τη μέρα. Αποδημούμε ένας-ένας χωριστά και μαζικά. Ως ένα άλλο είδος πουλιών. Δίχως φτερά στο γυρισμό. Έχοντας ζήσει τη ζωή κάποιου άλλου. Με όσκαρ απουσίας. Οι περγαμηνές μένουν πάντα μόνες...
Νάνου νάνου κύριε Ρόμπι και κάθε κύριε Ρόμπι της μοναξιάς.
Αλλόκοτος κόσμος, μα λέω να το παλέψουμε.
Να μην πούμε αντίο. Όχι ακόμα. Τι λες κι εσύ;
Ν.

Νικολέττα Μαγεμέλι
24 Ιουλίου ·
Δε συμπαθούσες ιδιαίτερα το πράσινο. Έτσι δεν ψώνιζα απ΄τους αγρούς φορέματα. Δεν έβαφα τα μάτια μου με χλωροφύλλη. Δυσκολευόμουν στη φωτοσύνθεση κι είχα ναρκωμένη την νεράιδα στο μπουκάλι. Κλεισμένη με κόκκινο βουλοκέρι.
Σε διψούσα, όπως έλεγε ο ποιητής σε άλλο χρόνο. Κι έπαθα άσθμα στην ελπίδα να γεράσω μαζί σου. Για να δέομαι στο άγιο ανέφικτο, έχτισα εικονοστάσι στη χάρη σου. Από Άνοιξη σε κλείσιμο το χαζεύω. Φευγαλέα. Δίχως να σταματώ πια, για να σ΄ ανάψω.
Ούτως ή άλλως σ’ έχω δεμένο αμάραντο στο προσκεφάλι κι ένα καντήλι να τρέμει μέρα νύχτα στ΄όνομά σου. Να ξερες τι λένε για σένα οι περαστικοί. Πως είσαι τάχα ζωντανός νεκρός. Πως συμφωνήσαμε να σε σκοτώσω, για να ζήσεις. Λόγια... Τις νύχτες κοιμάμαι απαλλαγμένη από κάθε φθόγγο, μ΄ένα τρελόχαρτο σεντόνι. Μια μέρα -θυμάμαι- μ΄έπιασε η καλοκαιριά να σκαλίζω ένα ξέμπαρκο σύννεφο και μού τσουρούφλισε τα χέρια. Χωρίσαμε. Σκυθρώπιασα. Δεν είπαμε τίποτα σχετικό από τότε. Μόνο σε όνειρο, πίνουμε αψέντι κατάχαμα στο χνούδι, πλάι στον πάπυρο που ο ήχος του μοιάζει βρόχινος. Τρώμε ελιές και κοιταζόμαστε μ΄ένα τρόπο που μόνο οι Ακακίες μπορούν να περιγράψουν. Με θέα τα κυπαρίσσια. Με το βούισμα των πεύκων που κόψαμε, για να μη θυμίζει απόηχο αδιάβατων λεωφόρων. Τόσο ψηλά. Τόσο θάνατος. Ύστερα ξυπνώ ή ξανακοιμάμαι. Δε θυμάμαι. Μόνο όταν γίνομαι φύση κι όταν αδειάζω ύλη με κρατάει στη διαφορά κι αν... Όσο για το σεντόνι, έλειωσε στη ρίζα των ευκαλύπτων. Έγινε σώμα στο σώμα. Γι αυτό αν κάποιο ξημέρωμα ακούσεις σούσουρο στα φύλλα, θα ναι τα γράμματα που δε βολεύονται .
Υπάρχει μια μυστική έξοδος για όλα. Ένα κοινό μυστικό. Λένε. Τα πάντα γύρω το αποκαλύπτουν ακατάπαυστα. Αλλά πόσες γλώσσες πέρα από την ανθρώπινη μάθαμε;
Δε συμπαθούσες ιδιαίτερα το πράσινο. Κι είναι κρίμα, αδιάφορο ή απλά έτσι έπρεπε. Να περνώ μια περίοδο ναυτίας στις σκουληκκότρυπες. Και πότε-πότε να ψωνίζω απ΄τους αγρούς φορέματα και ποτέ την Κυριακή. Τις Κυριακές προσεύχομαι να σ΄έχει η αγάπη και στη θάλασσα μέσα μου.
N.





Νικολέττα Μαγεμέλι
13 Ιουλίου
Για μερικά τραύματα δεν αρκεί μία και μόνο Γάζα. Πόλεμος, προδοσία, υπεκφυγή, ''εγώ''. Όλα τα αντίθετα, εσύ.
Λείπεις κάτω απ΄τα τραπέζια κι εύχομαι τα καλύτερα στο άγνωστο. Ορκίζομαι στην ιδανική σου αναγκαιότητα, στις ναυπηγοεπισκευαστικές ζώνες και στον ναό της Αρτέμιδος. Την ονόμασα αγάπη και στην παρέδωσα άθικτη, χωρίς φόβο και πάθος. Το τελευταίο, ψέμα στην αλήθεια. Πόθος πες, σταθερά. Κι ύστερα πάλι -και πάντα- αγάπη. Οι καθαρές συλλαβές δεν αλλάζουν με την απουσία.
Εξακολουθώ να ριγώ έξω από τα τσιμέντα. Για δικούς μου λόγους. Θες γιατί λέγονται άθλοι, θες άθλιοι. Μη σκοτίζεσαι. Άφησέ το στους ώμους μου, που λάμπουν το βράδυ σε πείσμα, γιατί άργησαν οι φάροι κι οι πυγολαμπίδες. Καταφέρνω την μη σύνθλιψη. Ή τας ή επί ταν. Έπειτα νόστος, σιωπή και μολών λαβέ.
Εξακολουθώ να περνώ κάτω από τη γέφυρα. Μερικές φορές συνεχίζω. Άλλες χαζεύω -τάχα αδιάφορα- τα παροπλισμένα ταξίδια μέσα από τ΄αγκάθια. Πεταμένα σκουπίδια, πλεούμενα, μοναχικές καρέκλες δίχως ψαράδες σε βιομηχανικές περιοχές υψηλής μόλυνσης. Εμένα ανάμεσα σε κλειδωνιές, φυλλώματα, κάστρα κι άστρα που κάνουν θόρυβο.
Φυσάει απέξω προς τα μέσα αναποτελεσματική Όστρια. Σαν να λέμε στερητικό σύνδρομο δίχως δέρμα. Κάποιες λέξεις καρπίζουν, άλλες σαπίζουν εξαιρετικά γρήγορα. Λίπασμα, προσάναμμα ή και τα δύο στο βωμό του πλανήτη κατακαλόκαιρο. Δάση και γράμματα καίγονται εξίσου κι εμείς, για να σπάσουμε το φράγμα του ήχου, κωφεύουμε εσωτερικά.
Δεν με πειράζει που στοιχειώνεις, έχω πολύ χώρο για σένα. Χωράω άλλο ένα συκώτι, άλλη μία σπλήνα, μια δεύτερη καρδιά, στομάχι, το τρίτο σου μάτι και πάει λέγοντας. Μόνο που να, έκοψα το κρέας πριν καιρό κι ακόμα τρώγομαι…
Ν.





Νικολέττα Μαγεμέλι
11 Ιουλίου
Έχω φωτογραφίσει τόσους κύκλους, που στο τέλος θα μου ζητηθούν
πνευματικά δικαιώματα. Από φεγγάρια, ώρες, διαδρομές, τα μάτια σου...
Κι ας είναι ελλείψεις.





Νικολέττα Μαγεμέλι
9 Ιουλίου
Μη χαζεύεις
πεθαίνουν οι μέλισσες...

Νικολέττα Μαγεμέλι
9 Ιουλίου
O δικός μου Rothko τραγουδά στα σύρματα
Στέκεται ηλιοβασίλεμα στο στάχυ
Πίνει τρελαμένα κάδρα
Τεθλασμένες, οξείες
Τέμνει και τέμνεται
Χάνει μέτρημα
Επιστρέφει γυμνός
σε θάλασσες αισθήσεων
Καταπίνει χρωμάτων ζεύξεις στη δύση
Ένας χορός με τα σπλάχνα δίχως...
Ο δικός μου ο Rothko
Αισθάνεται.
Ν.





Νικολέττα Μαγεμέλι
26 Ιουνίου
Η Αχμάτοβα καρτερεί την μούσα, κάπου στην οδό Μαγιακόφσκι. Ήταν κάποτε η αγαπημένη του Ελυάρ, πριν δέσει στον λαιμό της το κομμένο σχοινί του Μπρεχτ. «Εκεί που μ΄άφησες –του είχε πει- δεν πρόκειται ποτέ να με ξαναβρείς…» Ύστερα άφησε το μονόγραμμά της στην άμμο του χρόνου κι έφυγε για τη γυάλινη σιωπή. Κάποτε έσπασε: «Σου γράφω από έναν τόπο μακρινό, του Ανρί Μίσυ.» «Αύριο ποιος ξέρει που θα βρίσκομαι; Ίσως-ίσως εκεί που δε θα μείνει στη νύχτα παρά μοναχά ένα αστέρι ή σε τόπο ανήλιο, όπου οι πολλοί θα μιλούν για κάποιον Αυτόχειρα του Μπόρχες…».
Θα φωτίσει. Το νιώθω. Θα φωτίσει. Η Ηλιόπερτα του Οκτάβιο θα γίνει πιο ελαφριά, δίχως να χάσει ίχνος απ΄τη βαρύτητά της. Τ΄ακούς Τόμας; Χωρίς να είμαστε τίποτε άλλο παρά μόνο άνθρωποι, θα βαδίζουμε ανάμεσα στα Άνθη του Κακού και θα ξερνάμε μοναχά Στεφανωτές και Δυόσμο.
Διαβάζω όλο και πιο σπάνια για αποχαιρετισμούς. Σφίγγω το χέρι του Φρεντερίκο τόσο δυνατά που μελανιάζει η θύμηση. Φοβάμαι -βλέπεις- μη χάσω το θαύμα των αγαλμάτινων ματιών του. Μη στερέψουν τα πηγάδια. Κι ελπίζω. Ελπίζω αθεράπευτα να ευλογήσει τον επίλογο τούτον ένα γράμμα για τον νέο ποιητή. Αξίζει μια επίγεια βόλτα στον παράδεισο, με πι μικρό μα όχι ανάπηρο. Δε συμφωνείτε φίλτατε Ρίλκε;
Συννεφιάζει σκόνη και θραύσματα νύχτας. Πέρασα να πω ένα γεια και να φύγω. Να πω πως παραείμαι καθαρή για τα μελάνια σας. Να σπάσω τα νύχια μου. Ν΄απαρνηθώ σκόνη και στείρες σκέψεις. Να τρώω στις ακτές ροδάκινα, μαδώντας σελίδες από τον Άμλετ. Στο πορτ-παγκάζ να φυλώ το ξεφλούδισμα των ευκαλύπτων και μια μέλισσα για αντίδοτο. Όταν διψώ την αλμύρα, να ορμώ στη θάλασσα με το γέλιο των ματιών. Κι ένας ήλιος γδάρτης να ρωτά την αντανάκλασή του στην κοιλιά του γλάρου:
«Έι, εσύ ασπρόχαρε, να μπλε κανείς ή να μη μπλε;»
Ν.



