Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης, ΑΓΓΑΡΕΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ (ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ»)





(ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ «ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑΤΑ ΤΣΕΠΗΣ»)
ΑΓΓΑΡΕΙΕΣ ΑΓΓΕΛΟΥ

Εκείνο το πρωινό, είχα πάρει άδεια από τη δουλειά μου. Θα αργούσα κάνα δυο ώρες.
Γύρω στις δέκα και μισή, βρισκόμουν με το αμάξι στο δρόμο. Ήμουν αφηρημένος και οδηγούσα εντελώς μηχανικά. Εξ αιτίας αυτού, τη στιγμή που χρειάστηκε, δεν μπόρεσα να ενεργήσω σύμφωνα με την ιδιαίτερη ικανότητά μου.
Ήμουν σταματημένος, περιμένοντας να στρίψω αριστερά. Ένας μεσήλικας με μηχανάκι περνούσε κάθετα το δρόμο με κόκκινο. Ελίχθηκε ανάμεσα σε μένα και τον μπροστινό μου και μετά συνέχισε με ταχύτητα προς απέναντι.
Η οδηγός που κατέβαινε δεν μπόρεσε ν’ αντιδράσει.
Ο μεσήλικας, έφυγε από το μηχανάκι και εκτινάχθηκε προς τα πίσω. Έπεσε ανάσκελα στην άσφαλτο και σύρθηκε χτυπώντας αρκετές φορές το πίσω μέρος του κεφαλιού του. Έμεινε ακίνητος.
Η οδηγός, βγήκε έξω σαστισμένη και δεν ήξερε τι να κάνει. Γύρω τους, μαζεύτηκαν αρκετοί άλλοι.
Στο μεταξύ, το δικό μου φανάρι είχε ανοίξει. Τα αμάξια μπροστά μου προχώρησαν στρίβοντας αριστερά. Ακολούθησα κι εγώ.
Ήμουν ταραγμένος όλη την ημέρα. Σκεφτόμουν συνεχώς το μηχανάκι. Τη στιγμή που πέρασε από μπροστά μου και μετά τον άνθρωπο πεσμένο στην άσφαλτο.
Δεν μπορούσα να συμβιβαστώ με το γεγονός ότι παρέμεινα ένας απλός θεατής. Θα έπρεπε να του είχα κόψει το δρόμο και να τον είχα εμποδίσει να προχωρήσει.
Βέβαια ήξερα. Ο τύπος επάνω στη βιασύνη του, θα άρχιζε τις βλαστήμιες και τους τσαμπουκάδες. Θα νόμιζε ότι τον καθυστερούσα και θα ξεσπούσε τα νεύρα του επάνω μου.
Μ’ αυτές τις σκέψεις και την άσχημη ψυχολογία μπήκα στο πολυκατάστημα για να ψωνίσω κάποια πράγματα.
Τελειώνοντας, προχώρησα προς την κυλιόμενη σκάλα για ν’ ανέβω στο ισόγειο.
Σε απόσταση μερικών μέτρων, μπροστά στην σκάλα, είδα μια γιαγιά γύρω στα ογδόντα με το μπαστούνι της και δίπλα της την κόρη της να την κρατάει από τη μασχάλη. Πιο πίσω, ένα αγοράκι γύρω στα πέντε.
Η γιαγιά στεκόταν αναποφάσιστη και φοβισμένη. Η κόρη της την παρωθούσε να κάνει το πρώτο βήμα για να ξεκινήσουν ν’ ανεβαίνουν. Τις παρατήρησα για λίγο. Ήξερα πως κάτι δεν θα πάει καλά.
Ο χρόνος μέσα μου προχώρησε ένα βήμα μπροστά.
Η γιαγιά, έκανε το βήμα χωρίς να προσέξει πού θα πατήσει. Το σκαλοπάτι στη συνέχεια χωρίστηκε σε πάνω και κάτω. Η γερόντισσα έμεινε στο κενό. Έπεσε προς τα πίσω και κουτρουβαλιάστηκε στη σκάλα. Το κρανίο της τσακίστηκε από τα απανωτά χτυπήματα πάνω στα σιδερένια σκαλοπάτια.
Από προηγούμενη εμπειρία γνώριζα πως η πτώση σε τέτοια κυλιόμενη σκάλα δεν ήταν κάτι απλό.
Πλησίασα. Η γιαγιά, κάποια στιγμή, τόλμησε το βήμα. Πίσω τους ακολούθησα κι εγώ. Η συνέχεια εξελίχθηκε έτσι ακριβώς όπως την είχα δει.
Η γιαγιά, έχασε την ισορροπία της. Άρχισε να γέρνει προς τα πίσω. Η κόρη της αδυνατούσε να την συγκρατήσει. Θα παρασυρόταν κι αυτή πέφτοντας πάνω στον μικρό.
Ανέβασα το πόδι μου στο πιο πάνω σκαλοπάτι. Κόλλησα επάνω στις δυο γυναίκες ενώ με τα χέρια μου κρατήθηκα με όλη μου τη δύναμη δεξιά και αριστερά από τα μπράτσα της κυλιόμενης σκάλας.
Η γιαγιά, πέφτοντας προς τα πίσω κάθισε επάνω στο γόνατό μου. Η κόρη της, συγκρατήθηκε από το δεξί χέρι μου. Κάποια στιγμή, έφυγε το μπαστούνι από τα χέρια της. Κατρακύλησε προς τα κάτω κάνοντας ένα εκκωφαντικό θόρυβο.
Οι δυο γυναίκες, προσπάθησαν να κινηθούν. Αν έφευγαν όμως από τον εναγκαλισμό μου, κινδύνευα να παρασυρθώ κι εγώ και να γίνουμε όλοι ένα μάτσο κουβάρι. Το πιτσιρίκι, είχε μείνει άφωνο.
«Μείνετε όπως είστε και μη κινείστε, για να φτάσουμε ως επάνω με ασφάλεια», τις προειδοποίησα.
Φτάνοντας στην έξοδο, έσπρωξα τη γιαγιά, με όση δύναμη μού είχε απομείνει, για να προχωρήσει μπροστά από την κυλιόμενη. Υπήρχε κίνδυνος να γκρεμιστώ κι εγώ προς τα πίσω.
Μόλις πατήσαμε όλοι σε στέρεο έδαφος πήρα μια βαθιά ανάσα ανακούφισης και τις κοίταξα.
Η κόρη ήταν σαστισμένη. Η γιαγιά είχε κατουρηθεί από το φόβο της και το παντελόνι μου γύρω από το γόνατο ήταν βρεγμένο.
«Σας ευχαριστώ πολύ που βοηθήσατε ν’ ανέβει τις σκάλες η μητέρα μου», μου είπε με αφέλεια η κόρη. Η γιαγιά δίπλα της, ξεκίνησε τις ευχές.
Χαμογέλασα και δεν είπα τίποτα. Απομακρύνθηκα και βγήκα στο δρόμο. Προχώρησα προς το αμάξι. Οι ευχαριστίες τους άλλωστε δεν με αφορούσαν καθόλου. Την δουλειά μου έκανα.
Μόνο που κάποιες φορές αφαιρoύμε. Κι αυτό μ’ ενοχλεί. Στενοχωριέμαι όταν δεν προλαβαίνω πράγματα.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση του πολυκαταστήματος, όλα πήγαν καλά. Η μόνη ενόχληση που ένοιωθα μετά, ήταν ο πόνος στα νεφρά και στη μέση, λόγω της δύναμης που έβαλα, για να συγκρατήσω επάνω μου τις δυο γυναίκες.
Όμως, αυτός δεν μπορούσε να με πτοήσει.
Εκείνη τη στιγμή, ένα τρίχρονο αγοράκι έπαιζε με τη φουρκέτα των μαλλιών της μητέρας του δίπλα σε μια πρίζα. Οι μεγάλοι βρίσκονταν στην κουζίνα και το είχαν ρίξει στ’ αστεία.
Το κορμί του που χτυπιόνταν από το ρεύμα, χωρίς να μπορεί να βγάλει άχνα, κανείς δεν μπορούσε να το δει εκτός από εμένα.
Πήρα φόρα και έπεσα με δύναμη στην πόρτα.

Πέμπτη 22 Σεπτεμβρίου 2016

Παπαμιχαλόπουλος Βασίλης, Ο γκρεμός της Δευτέρας (από το ανέκδοτο μυθιστόρημα «ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΦΙΛΙ»)



(ΑΠΟ ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ «ΑΝΤΙΟ ΚΑΙ ΦΙΛΙ»)
Ο ΓΚΡΕΜΟΣ ΤΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ

- Δύσκολα θα με ανακαλύψει κάποιος, μου πέταξε κάποιο βράδυ, αδιάφορα, ενώ συνέχισε να μου χαϊδεύει τα μαλλιά.
Ήταν τις πρώτες μέρες που είχαμε γνωριστεί. Βρισκόμασταν στο κρεβάτι. Το μυαλό μου, ήταν ακόμα θολωμένο απ’ όσα είχαν προηγηθεί. Χρειαζόμουν χρόνο για να επανέλθω στην πραγματικότητα. Ακούγοντας τη φράση αυτή, το συνέδεσα με αυτό που γινόταν και νόμισα πως αναφερόταν σε κάτι ερωτικό. Πως με προκαλούσε για έναν ακόμα γύρο.
Σήκωσα το κεφάλι, την κοίταξα στα μάτια και της χαμογέλασα.
Στην πορεία της σχέσης μας, κατάλαβα πως αυτό που μου πέταξε τότε, είχε άμεση σχέση με το χαρακτήρα της. Με κάποιες παραξενιές της που την έκαναν να μην μοιάζει τόσο συνηθισμένη.
Μία από αυτές ήταν η μεταπτωτικότητα που εκδήλωνε στην συμπεριφορά της απέναντί μου. Εκεί που όλα πήγαιναν καλά μεταξύ μας, πιανόταν από κάτι ασήμαντο και έσκαβε ένα γκρεμό ανάμεσά μας. Ύστερα, μένοντας στην απέναντι πλευρά είχε την απαίτηση να βρω εγώ έναν τρόπο και να τον δρασκελίσω.
Συνέπιπτε, τις φορές που γινόταν αυτό, να είναι Δευτέρα. Το πρωί, έφευγε για τη δουλειά και ήμαστε μια χαρά. Το μεσημέρι όμως που επέστρεφε και συναντιόμαστε ήταν ένας άλλος άνθρωπος. Ερχόταν γεμάτη μαύρες σκέψεις και φόβους.
Με την πρώτη, δεύτερη κουβέντα που ανταλλάσαμε, εύρισκε τον τρόπο και τα έβαζε μαζί μου. Με αμφισβητούσε στα πάντα. Με κατηγορούσε ως ψεύτη και υποκριτή απέναντί της. Εγώ τρελαινόμουν. Δεν μπορούσα να πιστέψω στ’ αυτιά μου αυτά που μου έλεγε. Αισθανόμουν ένα κενό μέσα μου, λες και βρισκόμουν σε ελεύθερη πτώση.
Μια Δευτέρα μεσημέρι, που μιλούσαμε στο τηλέφωνο, καταλάβαινα πως μου έκανε την συνηθισμένη εισαγωγή. Δεν άντεξα και της απάντησα με ειρωνεία.
- Τελικά είναι ωραία ημέρα η Δευτέρα για να πεθάνει κανείς.
Είχα νευριάσει. Δεν υπολόγιζα ό,τι και να ακολουθούσε. Είχα απογοητευτεί. Πίστευα πως ό,τι και να έλεγα δεν θα την έπειθα με τίποτα. Πως είχε έρθει το οριστικό μας τέλος
Κι όμως, χωρίς να μεσολαβήσει τίποτα άλλο, η επόμενη ημέρα, που συναντηθήκαμε, μας βρήκε στην πιο τρελή παραζάλη των αισθημάτων. Λες και δεν είχε ειπωθεί τίποτα αρνητικό πιο πριν.
“Ο γκρεμός της Δευτέρας” τον είχα ονομάσει. Τον είχα αποδεχτεί σα μια από τις παραξενιές της. Μου ήταν αδύνατον όμως να καταλάβω ποια ήταν η αιτία που την πυροδοτούσε. Από πού πήγαζε αυτή η ξαφνική αμφισβήτηση εναντίον μου.
Από την άλλη όμως, ποτέ δεν της φερόμουν άσχημα. Τη συγχωρούσα αμέσως. Ίσως και να το έκανα ως χάρη. Σκεφτόμουν, πως μόνο αυτή είχε καταφέρει κάτι σημαντικό Είχε εξαφανίσει από μέσα μου την ανεξήγητη μελαγχολία που με κυρίευε τις Κυριακές.
- Με το που βρέθηκες στη ζωή μου, γέμισαν ξαφνικά όλες οι Κυριακές μου. Άλλαξαν χρώμα, της είχα εξομολογηθεί από την πρώτη στιγμή. Ήρθες στην πιο θλιμμένη από παλιά μέρα μου και της έσβησες το λίγο και το τίποτα.
Στο άκουσμα αυτής της φράσης, την είδα πως δάκρυσε.
Κάποια Δευτέρα, που επαναλαμβανόταν το ίδιο βιολί, της το χτύπησα εξεπίτηδες προσπαθώντας να την πονέσω μπας και τη συνεφέρω.
- Κρίμα τα δάκρυά σου για τις σπασμένες Κυριακές μου. Μα δεν καταλαβαίνεις πως είναι άνευ αξίας από μεριάς σου, όταν για να το κάνεις αυτό κλέβεις κομματάκια από τις Δευτέρες;
Αντί γι’ απάντηση, μ’ αγκάλιασε. Με έσφιγγε προσπαθώντας να μου δείξει πως το είχε μετανιώσει. Ύστερα, με κοίταξε με παράπονο με τα μαύρα υγραμένα μάτια της και άρχισε να μου λέει για το πόσο πολύ μ’ αγαπούσε. Στο τέλος, όρμησε επάνω μου, κόλλησε για ώρα, ώσπου γίναμε ένα.
Η μόνη εξήγηση που μπορούσα να δώσω για την συμπεριφορά της αυτή, ήταν πως την είχαν επηρεάσει κάποια λόγια, του παππού της, όταν ήταν έφηβη και την συμβούλευε για τ’ αγόρια.
- Τον άλλον πρέπει και να τον δοκιμάζεις πού και πού για να σιγουρεύεσαι, της είχε πει και αυτό το συνέδεε με τους πολλούς εαυτούς που μπορεί να κρύβουν οι άνθρωποι.
Τότε που μου το είχε εξομολογηθεί αυτό καθόμαστε σε μια παραλία. Είχε παραδοθεί στην αγκαλιά μου και χαϊδεύοντας το χέρι μου, αναπολούσε διάφορα από την παιδική της ηλικία. Βασικά της ξέφυγε. Αν και με προβλημάτισαν τότε τα λόγια της, δεν έκανα καμία προσπάθεια να το διερευνήσω περισσότερο. Όποια και να ήταν η αιτία δεν βοηθούσε σε τίποτα.
Ο τελευταίος γκρεμός, ήταν ο πιο οδυνηρός απ’ όλους.
- Δεν είσαι εσύ ο άνθρωπος που με έκανες να πιστέψω, μου πέταξε κατάμουτρα. Δεν είσαι καν αυτός που μου ταιριάζει, συνέχισε με ένα τόνο τόσο οξύ σα να μη με αναγνώριζε. Εισέβαλες στη ζωή μου ξαφνικά και την αναστάτωσες. Όμως ήσουν ψεύτικος. Με στολή αποκριάτικη.
Με τη μεγαλύτερη ευκολία, με έκοβε κομμάτι-κομμάτι, κατεβαίναμε από το Σύνταγμα προς την Ομόνοια, και με πετούσε δεξιά κι αριστερά στο δρόμο.
Την επόμενη εβδομάδα, βρισκόμαστε για τριήμερο στη Σαντορίνη.
Την Παρασκευή, ήταν μες την τρελή χαρά. Ενθουσιασμένη. Πιάσαμε δωμάτιο σε κάποιο ξενοδοχείο στο Φηροστεφάνι. Έβλεπες απέναντι το ηφαίστειο και μπορούσες ν’ απολαύσεις το πιο μαγευτικό ηλιοβασίλεμα. Κοιτούσε, κοιτούσε και δεν χόρταινε τη θέα. Είχε εκστασιαστεί.
Με μια φωτογραφική μηχανή στο χέρι μ’ έσερνε όλο το τριήμερο απ’ εδώ κι απ’ εκεί. Είχε έναν έρωτα με τις φωτογραφίες. Όπου στεκόταν, σε κάθε γραφικό δρομάκι του νησιού, σε κάθε τοπίο, τραβούσε ασταμάτητα. Στην κόκκινη παραλία με τις σπηλιές, στην Οία, τρέχαμε πανικόβλητοι, για να είμαστε στην ώρα μας και να αποθανατίσει ένα ακόμα φανταστικό ηλιοβασίλεμα. Ευτυχώς προλάβαμε.
Όταν ο ουρανός βάφτηκε στα χρώματα της φωτιάς, αυτή ξεκίνησε να βγάζει ασταμάτητα. Πότε το τοπίο και πότε εμένα σε διάφορες πόζες. Κάποια στιγμή, έδειξε πως κουράστηκε.
Άφησε τη μηχανή, κούρνιασε στην αγκαλιά μου, μ’ έσφιξε μ’ όλη της τη δύναμη και μου ψιθύρισε τρυφερά. “Ήλιε μου εσένα δε θέλω να σε χάσω ποτέ.” Γύρισα και της χαμογέλασα. Της σήκωσα το πρόσωπο την κοίταξα για λίγο και της απάντησα: “Μόνο αν με κλείσεις έξω από τα μάτια σου θα χαθώ”. Αυτή, κατέβασε το κεφάλι, σφίχτηκε ξανά στην αγκαλιά μου και γουργούρισε ευχαριστημένη.
Την Κυριακή το απόγευμα παρατήρησα πως ήταν κάπως ανήσυχη. Καθόμασταν στην βεράντα του ξενοδοχείου. Κάποια στιγμή, μπήκε μέσα, έφερε ένα τουριστικό οδηγό και άρχισε να διαβάζει μετά μανίας για την ιστορία του νησιού και του ηφαιστείου.
Ύστερα, πέταξε απότομα το βιβλίο πάνω στο τραπέζι, άναψε βιαστικά τσιγάρο και άρχισε να κόβει βόλτες πάνω-κάτω στη βεράντα. Την είχε πιάσει ένας ανεξήγητος φόβος. Ο τρόμος μιας επερχόμενης καταστροφής.
- Τελικά, η Σαντορίνη είναι ένα επικίνδυνο νησί, μου πέταξε αργά το βράδυ. Όλη αυτή η γοητεία που πλανιέται γύρω μας, η ομορφιά του τοπίου, είναι μια παραπλάνηση. Ένας μαγνήτης που σε τραβάει χωρίς να σου δίνει το περιθώριο να σκεφτείς τίποτα άλλο.
Την έβλεπα πως δε χωρούσε πουθενά. Το διαισθανόμουν, πως, βήμα το βήμα θα με παγίδευε και θα δημιουργούσε τον επόμενο γκρεμό. Έβραζε μέσα της σαν ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.
Την τράβηξα στην αγκαλιά μου και προσπάθησα να την καθησυχάσω.
- Μην αγωνιάς αγάπη μου, της είπα. Δεν θα συμβεί απολύτως τίποτα. Η ζωή, να ξέρεις, είναι πιο δυνατή από το θάνατο και τελικά κερδίζει. Έτσι γίνεται πάντοτε.
Αυτή, καθόταν αμίλητη. Κάποια στιγμή, αποκαμωμένη από την ένταση αποκοιμήθηκε. Μόνο η ανάσα της ακουγόταν. Ακούμπησα το κεφάλι της στο μαξιλάρι, σηκώθηκα επάνω και στις μύτες των ποδιών βγήκα στο μπαλκόνι. Δεν είχα καμιά όρεξη να κοιμηθώ.
Η νύχτα περνούσε. Εγώ, κάπνιζα, ενώ με το βλέμμα μου αγκάλιαζα το κορμί της. Σκεφτόμουν πως μου ήταν απαραίτητη στη ζωή μου. Την αγαπούσα ανάθεμά την. Ήμουν τόσο βέβαιος που θα το ορκιζόμουν οπουδήποτε.
Κι ας ήξερα πως σε λίγο ξημέρωνε η Δευτέρα.


Δευτέρα 17 Αυγούστου 2015

Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος ΔΕ ΦΤΑΝΕΙ…



ΔΕ ΦΤΑΝΕΙ…

Δε φτάνει μόνο η οργή του σήμερα,
η μεταμέλεια για το χτες
δε φτάνει η αγανάκτηση για ν’ αλλάξεις τη ζωή.
Ακόμα κι αν τη φτάσεις ως το κόκκινο
μια κίνηση απέλπιδα θα είναι μόνο
μια πράξη οπισθοχώρησης θα καταλήξει
αν δεν ξεκαθαρίσεις τις μέσα σου δυνάμεις
αν δεν τις παρατάξεις
αν δεν ξετρυπώσεις κάτω από τα τόσα πρόσωπα
και δε σημαδέψεις εντέλει κατευθείαν τον εχθρό.


Και ως απάντησή μου με στίχους της Κατερίνας Γώγου : 



Πέμπτη 13 Αυγούστου 2015

Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΩΜΕΝΕΣ



ΟΔΗΓΙΕΣ ΠΡΟΣ ΝΑΥΤΙΛΩΜΕΝΕΣ

Να αποφεύγετε όσο μπορείτε 
τα ανοιχτά παράθυρα.. 
Κυρίως να μη σας παίρνει ο ύπνος κάτω από αυτά.
Ψηλά, καιροφυλαχτούν οι εραστές των ονείρων. 
Αδίστακτοι, εφορμούν στις καρδιές των γυναικών 
και στα ασκέπαστα κορμιά τους. 
Να φοβάστε γιατί, 
τίποτα δεν προδίδει την παρουσία τους.
Μόνο μια νωχελική διάθεση καθώς τεντώνονται τα μέλη,
ή ένα χάδι αγέρα λίγο πιο κάτω από την επιδερμίδα.


Αλλά θα μου πείτε,
ποια από εσάς συμμορφώθηκε ποτέ της 
με τις οδηγίες ασφαλούς χρήσης της ζωής; 

Όσο για μένα, θα μείνω εδώ. 
Να φυλάω τις άλλες νύχτες που εγκαταλείψατε.
Τις κρυφές σας σκέψεις, τους πόθους σας,
όλα όσα σφραγίσατε πίσω από τις κλειστές πόρτες.
που προκλητικά γυροφέρνουν οι εναπομείναντες κλέφτες.

Όμως, και πάλι δεν ξέρω. Θα το σκεφτώ.
Τ’ ανοιχτά παντζούρια ανέκαθεν με προκαλούσαν.

Φωτογραφία πίνακας : Salvador Dali - Woman at the window
Description: Figure at the window paint by the Spanish artist Salvador Dali (1904-1989) - Museo Nacional Centro de Arte Reina Sofia,Madrid (Spain)
Year: 1925

Δευτέρα 25 Μαΐου 2015

Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος



(2012) Του έρωτα, Άπαρσις

Του έρωτα
Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος
εικονογράφηση: Μαργαρίτα Ράντεβα
Άπαρσις, 2012
66 σελ.
ISBN 978-960-9737-39-5, 
Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1] 

Τι είναι έρωτας;
Χαμογελώ, σκέφτομαι εσένα.
Το πόσο βαθιά σε αγαπάω
χωρίς κανένα απολύτως λόγο.















Κριτικές - Παρουσιάσεις
Τζίνα ΔαβιλάΤου έρωτα, www.protagon.gr, 2.3.2013 :

"Του έρωτα", Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος (Άπαρσις)




"Τι είναι ο έρωτας; Χαμογελώ, σκέφτομαι εσένα. Το πόσο βαθιά σε αγαπώ χωρίς κανένα απολύτως λόγο. Έτσι γράφει το οπισθόφυλλο. Θα με πεις γραφική, αλλά στα ζόρια, στις δύσκολες εποχές, οι άνθρωποι πήγαν παρακάτω, γιατί έγραφαν, διάβαζαν, προβληματίζονταν αποτελεσματικά. Τα λόγια μένουν λόγια, οι πράξεις μένουν. Ψάξε στο κοντινό σου βιβλιοπωλείο τις εκδόσεις «άπαρσις». Κάνε και μια παραγγελία, αν χρειαστεί. Μικρός εκδοτικός οίκος, δεν τον γνώριζα, αλλά με κάλυψε. Ποιητική συλλογή. Κάθε σελίδα και εικονογράφηση δια χειρός Μαργαρίτας Ράντεβα. Κάθε απέναντι σελίδα δυο σκέψεις του Παπαμιχαλόπουλου για τον έρωτα. Οι εικόνες σε κρατούν. Σκαλώνεις. Οι σκέψεις σε ξαφνιάζουν ευχάριστα. Αξίζει να το ψάξεις. Είναι ανάσα. Και άνασσα.

Θα με πεις γραφική. Δεν με νοιάζει. Θέλω να ζω για μένα, όχι για τους άλλους, ούτε να κολλάω, σαν μακό καλοκαιρινό, στις ζωές των άλλων. Σου θυμίζω την προοπτική. Την δυνατότητα και την προοπτική. Δεν έχει σημασία, αν είμαι εδώ ή εκεί ή πιο κοντά και μακριά σου. Σημασία έχει πως σε σκέφτηκα και πετάχτηκα από τον ύπνο μου για να στο πω. Και μακάρι να σου φανώ χρήσιμη. Διότι, όπως λέει κι ο ποιητής… «κράτα το χέρι μου σφιχτά. Μόνο έτσι αντέχουν οι ψυχές στο «επί σκοπόν» της μέρας».
Για το μαζί που λησμονάμε.

Υγ: ενθουσιάστηκα με τα ονοματεπώνυμα στο εξώφυλλο στην μικρή γραφή. Πολύ." Τζίνα Δαβιλά


(2012) Εν καταδύσει, Άπαρσις


Εν καταδύσει
Ποίηση
Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος
εικονογράφηση: Μαργαρίτα Ράντεβα
53 σελ.
ISBN 978-960-9737-40-1
Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1] 


(2005) Γωνία διοπτεύσεως, Γαβριηλίδης


Γωνία διοπτεύσεως
Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος
Γαβριηλίδης, 2005
58 σελ.
ISBN 960-336-134-8, 
ISBN-13 978-960-336-134-3,
Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1] 


Ο Βασίλης Ι. Παπαμιχαλόπουλος γεννήθηκε στα Λεχαινά της Ηλείας το 1958.




Πηγή : Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ http://www.biblionet.gr

Τρίτη 5 Μαΐου 2015

Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος, ΜΕΣΗΜΕΡΙ






ΜΕΣΗΜΕΡΙ

Κι όμως. Το μεσημέρι ήταν εκεί και μας περίμενε.

Χαμογελούσε από ψηλά.

- Το βλέμμα του μόνο να έβλεπες.
Με δυο μάτια ήλιους
και χείλη, φτερά γλάρων που ίπτανται.


Βράχοι στην άκρη του νερού

μ’ έπαιρναν λαχανιασμένοι το κατόπι.

Τι στα αλήθεια έμενε ακίνητο και τι έφευγε.

Ο τόπος ή ο χρόνος;

Στην προκυμαία ένα θαλασσοπούλι

από ώρες καθισμένο στο ΄να του πόδι

βούλιαζε μες στα μάτια του τα πλοία.

Κι αυτά, τίναζαν τους κάβους πάνω κάτω.

Ξεφυσούσαν.

Αφηνιασμένα άλογα, για να σωθούν.


Δεν αρκεί ετούτη η σελίδα.

Αφέσου ένα μεσημέρι στο ουρανό κατακαλόκαιρο.

Μέσα σου θέλω να διαβάσεις

αυτά και τ άλλα, τα ανείπωτα.




Παρασκευή 27 Μαρτίου 2015

Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος, ΠΗΝΕΛΟΠΗ



ΠΗΝΕΛΟΠΗ

Λέξη τη λέξη υφαίνεις 
σε κάτασπρο καμβά όλη τη μέρα.
Και μες τη νύχτα
γλιστρώντας στον ύπνο των άλλων
ξηλώνεις μια-μια με τα δόντια.
Ισάξια πάντα η πολυμήχανη υπομονή σου
κι ας λέει ο ποιητής.
Κάθε πρωί να ορθώνεται μια Τροία
και κάθε βράδυ φλεγόμενη στις πυρκαγιές του κορμιού σου
να παραδίδεται στο χάος.
Με τούτη την ψευδαίσθηση
κατάφερες να κεντάς τον πέτρινο χρόνο σου.

Κι αν δεν ήταν
εκείνο το σ’ αγαπώ 
που έμενε σκαλωμένο πάντοτε στον ουρανίσκο
ποιο υποφερτό θα γινόταν ετούτο το μαρτύριο.