Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελισσαίος Βγενόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελισσαίος Βγενόπουλος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 19 Απριλίου 2015

Ελισσαίος Βγενόπουλος, σύγχυση


σύγχυση

είχε καρφιτσώσει την ηρεμία
στην κουρτίνα του νότιου παραθύρου
το αεράκι της απρονοησίας τη νανούριζε

με τον αγκώνα ανασήκωσε 
τη γωνιά της νύχτας
και σκεπάστηκε μέχρι το λαιμό

άφησε απ’ έξω τον αντίχειρα της εγκατάλειψης
να μετρά την κοιλιά τ’ ουρανού
τα γυαλισμένα φέρετρα με τους συλλογισμούς 
και τα συρματόσκοινα των απαγχονισμένων ονείρων 

έκλεισε τα μάτια και μονομιάς έσβησαν τ’ αστέρια της σύγχυσης
έτσι σαπίζουν οι νύχτες
σαν τις εκθρονισμένες τύψεις
έτσι χάνονται οι μέρες 
και τα σπασμένα δευτερόλεπτα
μες τα στάσιμα νερά της επανάληψης 

19.4.15

Σάββατο 14 Μαρτίου 2015

Ελισσαίος Βγενόπουλος, απόδειξη


απόδειξη

βγήκε με το γκρίζο σύννεφο του οίκτου στον ώμο 
και την αυταπάρνηση διπλωμένη
στη μέσα τσέπη του σακακιού 
σαν πολύτιμο έγγραφο ή
πρόσφατο αποφυλακιστήριο


άνοιξε το βήμα του
μέσα στις ένρινες αρνήσεις
και μισοφαγωμένες συνωμοσίες 
πέρασε το φράχτη της τύχης
με τους σπασμένους πασσάλους
και βγήκε ξεσκούφωτος 
στην διασταύρωση
των επίπονων προανακρίσεων

έμεινε εκεί ώρες να παλεύει με σκιές 
οράματα και συμπεράσματα
μέχρι να τον τυλίξει ο χρόνος 
στα φτερά της προσδοκίας

το σούρουπο εμφανίστηκε
σαν αποσταμένη απόδειξη
ότι η ζωή είναι πιο αβέβαιη
κι από την επιστροφή της πυγολαμπίδας
στη φωλιά της φθοράς

14.3.15΄

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, έξοδος


23.8.14

έξοδος 

μπήκε στην κεντρική πλατεία
μιας πυκνοκατοικημένης ανησυχίας
οι ώρες έσερναν το κουφάρι της μέρας 
δυτικά
οι στιγμές κατρακυλούσαν
κάτω από το δέρμα
της ξαφνικής απόφασης
και ο χρόνος έτρεχε στις φλέβες του
σαν αλλοπαρμένη οπτασία
αναζητώντας μια διέξοδο 

στάθηκε στη μέση μιας ερώτησης
κι έβλεπε σωρό τις απαντήσεις
ν’ ανεβαίνουν στις ράχες των πολυκατοικιών
και τα ρείθρα των εντυπώσεων

άκουγε την παραπλάνηση να πλησιάζει
ανοίγοντας το βαθύ σκοτάδι
και τις βαριές βεβαιότητες
κι έμενε ασάλευτος

στις ραφές της υπομονής
με τους μύθους να τρέχουν σαν μυρμήγκια στο κορμί του
και την ερημιά ν’ απλώνεται μέσα του

Σάββατο 26 Ιουλίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, ορίζοντας

26.7.14

ορίζοντας 

πήγαινε πέρα δώθε
στα σύνορα μιας παρενθέσεως
σαν λέξη ξεχασμένη από τη βιασύνη
του σύντομου επιλόγου

αργότερα στάθηκε στο προάστιο μιας σκέψης
και μάζευε τσουκνίδες και περιστατικά
στιγμές και γεγονότα

λίγα μαυροπούλια σηκώθηκαν
από το κλαδί μιας απόφασης
και χάθηκαν στον ορίζοντα της προσμονής
η πίκρα έγραφε με το χνώτο
στο τζάμι του αποχωρισμού 

άγγιξε την αδιαφορία μιας φήμης
πάγωσαν τ’ ακροδάχτυλά του
μελάνιασαν τα νύχια του
τσακίστηκαν οι καρποί του

ο ορίζοντας στένευε σε μάτι βελόνας
κι από κει περνούσε η μεγάλη έρημος
τα ξεκολλημένα οστά 
και οι ανήλιαγες αποφάσεις

κάποια στιγμή σταμάτησε
άνοιξε το πορτόνι της αγκύλης
και χάθηκε στον αμμόλοφο της συνήθειας

Σάββατο 12 Ιουλίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, αναχώρηση

12.7.14

αναχώρηση 

βελόνιαζε με μια σκέψη την ησυχία του
και χωρίς να το καταλάβει
διαπέρασε το πρωινό του

τα χέρια του είχαν γεμίσει ρωγμές
και φήμες
οι χούφτες του άνοιγαν 
σαν νεκρές πεταλούδες
και τα δάχτυλά του
έπεφταν σαν παγωμένα πουλιά

έξω αθόρυβα κατέρρεε η ιστορία 
όπως στα σχολικά βιβλία
και πέρα μακριά 
ο ορίζοντας καιγόταν
σαν περιστατικό που δεν πρόσεξε κανείς 

τράβηξε την κουβέρτα μέχρι τους ώμους
σκέπασε τις μολυσμένες πληγές
τα σπασμένα φτερά
και τη μεγάλη αναχώρηση
που ετοίμαζε καιρό



Σάββατο 28 Ιουνίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, αφήγηση


28.6.14

αφήγηση 

είχε χωθεί στην άκρη μιας αφώτιστης ανάμνησης
και μασούλαγε μελανές στιγμές 
και στραγγισμένα ημίωρα

έξω τα βράδια πηγαινοέρχονταν
σαν βιαστικά γκαρσόνια
και ο αέρας κούμπωνε και ξεκούμπωνε
το παλτό της θλίψης

έψαξε με τα δάχτυλα
τους χτύπους μιας διήγησης
τα νύχια του μαύρισαν
οι καρποί του ξεράθηκαν
μετά από λίγο σίγησαν και οι χτύποι

το φως φάνηκε στην αρχή
σαν υπαινιγμός
αργότερα σαν αναστολή
θανατικής ποινής

έγειρε το κεφάλι
ανάμεσα στις χούφτες
η θλίψη του πήρε τ’ ακροδάχτυλα 
και τους καρπούς
του άφησε μια ανάμνηση
να την διηγείται 
τις αφώτιστες νύχτες
στο νεκρό παιδί
που φύλαγε μέσα του

Σάββατο 14 Ιουνίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, πυρ

πυρ 

ακουγόταν το θρόισμα 
μιας παράλογης σκέψης
καθώς απομακρυνόταν
μέσα στις απογευματινές συμπτώσεις

πήρε λίγα κομμάτια
βραδινής ησυχίας
κι έφτιαξε ένα πρόχειρο σκαμνί
πάνω του ακούμπησε
όλο το βάρος του τελευταίου του απολογισμού
και τ’ ακροδάχτυλα της ύστατης διαπίστωσης

το ανεπανόρθωτο ερχόταν 
ανοίγοντας διαδρόμους 
στο σκοτάδι των καιρών 
μ’ έναν λυγμό
προσπέρασε το κουλουριασμένο σκυλί του γυρισμού
και χάθηκε στις άγριες ακτές της συνήθειας
σαν άσκοπος πυροβολισμός 

14.6.14

Σάββατο 31 Μαΐου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, ημερολόγιο



ημερολόγιο

πετάχτηκε τρομαγμένος από τον ύπνο του
γιατί ποιος είναι τόσο προνοητικός
ώστε να ραντίζει το πουκάμισό του με ταξίδια
και να τα σιδερώνει με επιστροφές 

οι δρόμοι μούγκριζαν αδιέξοδα
τα σκυλιά γαύγιζαν ικεσίες
και ο ορίζοντας σφάλιζε σε θάνατο

πιάστηκε από το μπράτσο 
των χθεσινών ειδήσεων
και προχώρησε 
στο στενό διάδρομο μιας σκέψης
έστριψε μαζί της
και βρέθηκε στο σκοτεινό πλατύσκαλο
της υπομονής
κάθισε σταυροπόδι
και βύθισε τα χέρια
στην παχύρευστη άρνηση του χρόνου 
είναι καταστροφικό 
να ξεφυλλίζεις το ημερολόγιο καταγραφής των γεγονότων 
και να ταξιδεύεις
στους διαδρόμους των ενοχών

31.5.14 

Σάββατο 17 Μαΐου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, το γαλάζιο πουλί



το γαλάζιο πουλί
άνοιξε το παράθυρο 
στην απέναντι ανησυχία
είδε κουλουριασμένο ένα θαύμα
να γλείφει τις πληγές του
το τύλιξε με τη ζεστή ζακέτα μιας ευχής
και το άφησε να το κατασπαράξει ο καιρός

μπήκε στο μεγάλο δωμάτιο με τις αιώνιες περιπλανήσεις
άδειασε τα τασάκια με τ’ αποτσίγαρα των υποσχέσεων 
στη χαρτόκουτα με τη βέβαιη αυταπάρνηση
και στάθηκε με την πλάτη στηριγμένη
στην στρογγυλή κολώνα του καθήκοντος


παρέλασαν τα δευτερόλεπτα
πίσω από τις γρίλιες της σιωπής
τ’ αμαρτήματα πάνω στο μπράτσο της ανάμνησης
και τα ερωτήματα στο γυαλιστερό στέρνο
με τις λιωμένες αποφάσεις

η ζωή είναι σαν το πουλί με τις τεράστιες φτερούγες
κλεισμένο στο δωμάτιο των περιπλανήσεων
χωρίς καμιά πιθανότητα 
ν’ απλώσει τα φτερά του
στη δύναμη του ανέμου
17.5.14

Σάββατο 10 Μαΐου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, βιογραφία

10.5.14

βιογραφία 
στηριγμένος στο τελευταίο δόντι της εποχής
έβλεπε τις στιγμές έξω από τις μέρες
να τις αφήνουν απανθρακωμένες
στα δάχτυλα της ενοχής

από τις γρίλιες μιας σύντομης βιογραφίας
χύνονταν παχύρευστα ημίωρα
και λιωμένα δευτερόλεπτα

στον πυθμένα της επόμενης
σχημάτιζαν τα δεσμά των εποχών
που έρχονταν με πάταγο

αργά το απόγευμα
κατέβηκε στην πλαγιά της νεότητας
με τον ορίζοντα κοφτερό γιαταγάνι
πάνω από τα ραχιτικά όνειρα
και τις καχεκτικές περηφάνιες

η ανησυχία έμπαινε ανάμεσα στα δάχτυλα του
στις μασχάλες του
στα νύχια των ελπίδων του
όπως η αποκεφαλισμένη σαρανταποδαρούσα

το βράδυ άκουγε τα δαιμονισμένα σφυρίγματα
από τις υπερταχείες του χρόνου
έδενε τα παπούτσια με τις φτέρνες της υπομονής
κούμπωνε το παλτό
μέχρι το λαιμό της συνήθειας
κι έπαιρνε τους δρόμους

γιατί είναι τρομερό τη στιγμή
που σιδερόφρακτες στρατιές του χρόνου
έρχονται κατά πάνω σου
να χαζεύεις το συμμετρικό βηματισμό τους

Σάββατο 3 Μαΐου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, απορίες




απορίες 

οι μυρωδιές από μια παλιά 
μισοφορεμένη ήττα 
μάζευαν στην ανηφόρα ότι απόμεινε 
από τα ξέφτια του φθινοπώρου

η σκέψη καθόταν οκλαδόν 
πάνω στα σύννεφα μιας αδέσποτης επιθυμίας 

μέσα στα σαγόνια της αγωνίας 
βούλιαζε η μέρα του
μαζί και το κορμί του
βγήκε δεμένος στην κορδέλα
μιας λυπημένης φράσης 
κι αγκάλιασε το πρωινό 
και με τις δυο του δαγκάνες 
μέχρι που έτρεξαν από τις πλάτες του
απορίες και άφθονοι ξεχασμένοι φόνοι

στην απέναντι πλαγιά
πίσω από τα πυκνά σκοτάδια της αδιαφορίας 
έπλεε η πόλη βρεγμένη ως το κόκκαλο

κατέβηκε από το στενό καλντερίμι του αποχωρισμού 
και χάθηκε πίσω από τη σιδερένια πόρτα του αναπάντεχου
ερχόταν η νύχτα με το μονότονο τρίξιμο
κι έκοβε την αναμονή σε μικρούς κύβους παραίτησης 

πάτησε στο παλατύσκαλο των φόβων του 
κι έλαμψε γύρω του η θάλασσα
με τις γυμνόστηθες αναπολήσεις
και φάνηκαν στον ορίζοντα έτοιμα
τα τάγματα για τις αμέτρητες εφόδους

πισωπάτησε 
γιατί είναι επικίνδυνο 
στις πλαγιές της άγνοιας 
να φυτεύεις ήττες
και κρύφτηκε στα σκοτάδια
κάποιας παράκλησης 
3.5.14

Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος, περιπλάνηση


περιπλάνηση 

βάδιζε φοβισμένος στην κοίτη της υπομονής
δεξιά κι αριστερά τον συντρόφευαν βουβά
τα κρίματα και οι αρνήσεις
ριζωμένες στις όχθες
της αιώνιας παραπλάνησης

έκλεισε αργά τα μάτια σαν βαθιά υπόκλιση
από πάνω του έτρεχε το μέλλον θυμωμένο 
τσαλαβουτώντας στα λιγδιασμένα σύννεφα 
των τελευταίων γεγονότων

έφτασε στο μεγάλο καταρράκτη των επιθυμιών 
έβαλε το χέρι βαθιά στο στήθος
και τράβηξε έξω μια παλιά συχώρεση
που κοιμόταν μέσα στη βουή και το ρίγος

το μεσημέρι κάθισε στο γυαλιστερό βραχάκι της στέρησης
και προσφάιζε τη συγγνώμη 
με τα κομματάκια τ’ ουρανού
και τα τρίματα της υπομονής
ο αέρας σφύριζε 
ανάμεσα στις υπερβολές και τη συνήθεια
και παράσερνε ότι είχε απομείνει
από τα ψίχουλα της μνήμης 

27.4.14

Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος ερωτικό




Ελισσαίος Βγενόπουλος
19/4/2014

ερωτικό 


η ανάμνηση ήρθε από το πουθενά
κι έσκαψε τη μέρα του
οβίδα που έπεσε σε τάφο
και ξέθαψε τα οστά 

ακούμπησε απαλά σε μια σκέψη
και πάγωσε μέχρι βαθιά το απόγευμα
σήκωσε το χαλάκι ενός συλλογισμού
και παράχωσε μέσα σκουπίδια
από μικρές ασυνάρτητες ελπίδες
που είχε συλλέξει 
στο διάβα των αιώνων 
έξω μια έκπληξη κορόιδευε 
τις συρμάτινες αποφάσεις
χοροπηδούσε από κλαδί σε στιγμή
από κει στο βάθος ενός εγκλήματος
και κουλουριαζόταν στο βυθό 
της χαμένης παιδικής του ηλικίας 

άρχισε να ψιχαλίζει
αυτός ταχτοποιούσε 
τα τριμμένα σεντόνια των ονείρων
τα ψεύτικα λόγια των εξομολογήσεων
και τα τρύπια παπούτσια των χωματόδρομων 

πήρε ένα κουτάλι
κι έσκαβε βαθιά την κριθάρινη ανάμνηση
κι όταν βγήκε στην αντίπερα όχθη
άπλωσε το χέρι και κράτησε στη χούφτα του
τον έρωτα που είχε χρόνια σπαταλήσει 
19.4.14





Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος νοτιάς



νοτιάς 


ακουμπισμένος στο κάσωμα 
μιας σκοροφαγωμένης μαρτυρίας 
ξεφύλλιζε τις μακρινές υποθέσεις 
που ‘χαν μείνει στο πίσω μέρος
των απολογισμών του

από το παράθυρο ερχόταν 
η μυρωδιά της λησμονιάς
κόλαγε στις φαρδιές επιφάνειες της συνήθειας
στένευε τον ορίζοντα των λέξεων 
και λιγόστευε ακόμα περισσότερο
το αμυδρό φως της εγκαρτέρησης 

ο ορίζοντας έστριβε απότομα 
από το κόκκινο με τις ανησυχίες
στο μπλε με τους κατατρεγμούς
και χανόταν όπως το ασαφές
στα εντόσθια μιας χρόνιας απορίας

άπλωσε λίγες σκέψεις στα σκουριασμένα σύρματα της ανησυχίας
και κρέμασε το κεφάλι
μέχρι το βάθος της πρωινής ταπείνωσης
άκουσε τα βαριά βήματα του καιρού
πάνω στα ξύλινα πατώματα των απολογισμών του
έκλεισε το παράθυρο
κι έσμιξε με το σκοτάδι
που ερχόταν από το βάθος της κουζίνας
και τη νότια άκρη
της μοναξιάς του

12.4.14

Ελισσαίος Βγενόπουλος
12 Απριλίου

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος πλάνη



πλάνη 


μπήκε στη μακρύκανη πλάνη μιας ανησυχίας
το πρωινό αμέριμνο βυθιζόταν 
στις μονοκόμματες καλημέρες

στην εξώπορτα της εποχής 
έστεκαν ακίνητοι δυο άνεμοι
με κατεβασμένα τα φτερά
και λίγες ώρες 
με πριονισμένα κόκκαλα πήρε διαγώνια τη μοναξιά του
κι έφτασε στην ακροποταμιά
μιας μανιασμένης αδιαφορίας 

αριστερά έστεκαν ξυπόλητες ευχές
ειδήσεις με ματωμένα πουκάμισα
και δεξιά ταξίδευε ένα φεγγάρι
χωρίς σκοινιά και χρώματα

αργά βγήκε από τη μακρύκανη πλάνη
και βρέθηκε στ’ ακροδάχτυλα ενός τρεμάμενου μαντείου
να εξετάζει τα εντόσθια του πεπρωμένου του

5.4.14


Ελισσαίος Βγενόπουλος


Σάββατο 29 Μαρτίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος απολογισμός




Ελισσαίος Βγενόπουλος
29 Μαρτίου


απολογισμός 


γονάτισε κι αγκάλιασε τρυφερά 
μιαν απόδραση
πίσω από την πλάτη της
είδε ένα μακρύ δρόμο
να χάνεται στον ορίζοντα
με τις απαντήσεις

δεξιά κι αριστερά ορθώνονταν
ταξιδευτές που λιποψύχησαν
στάθηκαν να πάρουν μιαν ανάσα
και ρίζωσαν εκεί
έγιναν πανύψηλα δένδρα
και αιώνες τώρα περιμένουν τους ξυλοκόπους
με τα τσεκούρια της αλήθειας 

στον ουρανό ζωγραφιζόταν ένα αρπαχτικό
κι έτρωγε τις σκέψεις που εξείχαν
από το παλτό του αδιανόητου

άνοιξε την βαριά πόρτα μιας απόφασης
και βγήκε στο σκοτεινό πλατύσκαλο
ενός θανάσιμου αμαρτήματος
που είχε ξεθωριάσει
τα κόκκαλα του είχαν τριφτεί
και σερνόταν τώρα πια
σαν παχύρευστη μετάνοια
στις σχισμές του απολογισμού

γύρισε πίσω
έπεσε στα γόνατα της απόδρασης
κι αφουγκραζόταν την ανάσα της να σιγοσβήνει 
ανάμεσα στις φυλλωσιές 
και τα τσακισμένα οστά
των αφανισμένων σκέψεων

29.3.14

Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος αυταπάτη



αυταπάτη


με το δάχτυλο της ανάμνησης
ζωγράφισε ένα παράθυρο 
στη δυτική πλευρά του πρωινού 
είχε τα παντζούρια ορθάνοιχτα
και τα τζάμια δακρυσμένα 
στο περβάζι άφησε την επιδίωξη
που κουβαλούσε
κάτω από το παλτό 
μιας αφόρητης ανάγκης
και με αργές κινήσεις
σκάλισε τη βιογραφία του
στο κιτρινισμένο κουρτινάκι
της υπομονής

πόσο μοιάζουν οι ερωτικές εξομολογήσεις
με τ’ ανοιχτά παράθυρα
ποτέ δεν ξέρεις τι θα φανεί
στο βάθος του ορίζοντα
ποτέ δεν ξέρεις
τα σύννεφα που ξαφνικά εμφανίζονται
ανάμεσα στις παύσεις
και τους ορεινούς όγκους
αν φέρνουν βροχή ή λύτρωση
ποτέ δεν ξέρεις το πουλί 
που διασχίζει διαγώνια την αφήγηση
αν είναι πληγωμένο ή μετανιωμένο 

στηρίχτηκε στον αυχένα
μιας σκουρόχρωμης αυταπάτης
πήρε μια σακούλα λέξεις
που ‘μοιαζαν με ανάλατους ηλιόσπορους
και τις τσάκισε ανάμεσα στα δόντια
ενός σύντομου επιλόγου
22.3.14
Ελισσαίος Βγενόπουλος
22 Μαρτίου

Σάββατο 15 Μαρτίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος ύπνος

ύπνος 


βγήκαμε από τα σκοτάδια της παιδικής ηλικίας
με τα ξυλοπάπουτσα του πόνου
το πουκαμισάκι λιωμένο στη θλίψη
και το πλατύσκαλο μιας ανάσας
σφηνωμένο στο θώρακα του απροσδόκητου

από τότε περιφερόμαστε
στο αγκαθωτό της ματαιότητας
με οδηγό τη χαραμάδα στο ταβάνι της επιμονής
και την κόψη με τις τροχισμένες αυταπάτες

καμιά φορά μες το σκοτάδι
στεκόμαστε απέναντι από τον καθρέφτη του πεπρωμένου
και μετράμε τις πνοές
τις κραυγές, τις πληγές
κι έτσι διαπιστώνουμε
χωρίς να βλέπουμε
το είδωλο μας 
στο βάθος μιας αναπότρεπτης συντριβήςτο χάραμα μπαίνουμε στα σκεπάσματα της υπομονής
και βυθιζόμαστε σε αβέβαιο ύπνο
και είναι τόσο ρηχός 
που βγαίνουμε από την άλλη πλευρά του χρόνου
εκεί που ξεκινάει η ρωγμή
της μεγάλης μας ήττας 

15.3.14



Ελισσαίος Βγενόπουλος


Κυριακή 9 Μαρτίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος βροχή


βροχή 


προσπέρασε μια ετοιμοπαράδοτη έγνοια
και χώθηκε στο σοκάκι ενός υδροφόρου λυγμού
από πάνω του έκαιγε ο λαμπρός δίσκος
με τις κίτρινες αποδημίες

από τα δυτικά
έφτανε μια μετανιωμένη βροχή
λιώνοντας στο διάβα της
τον ορίζοντα των πεσμένων ιδανικών

η ανησυχία απορροφούσε κάθε πιθανότητα ευτυχίας
και το αεράκι της λήθης
παράσερνε κάθε φιλαράκι προειδοποίησης 

βάδιζε αργά και σταθερά
τυλίγοντας γύρω από το μπράτσο του
την κορδέλα της ημέρας
και την κατήφεια του καιρού αργότερα αφήνιασαν 
οι γωνιές των τύψεων
δάγκωσαν τους χιτώνες της βροχής 
και χώθηκαν κάτω από τα υπόστεγα της προσμονής 

τ’ απόγευμα με μισή σκέψη κι ένα βήμα
βρέθηκε μέσα στις σταγόνες της εποχής
είναι και οι προσδοκίες σαν τη βροχή
σε μουσκεύουν χωρίς να μπορούν να σε ξεδιψάσουν

8.3.14


Ελισσαίος Βγενόπουλος


Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Ελισσαίος Βγενόπουλος χαλκογραφία


χαλκογραφία 


οι σκοτεινές σκέψεις
είχαν σκορπιστεί
λιποτάκτες στο πυκνό σούρουπο
του στεναγμού

βύθισε κάθε πιθανότητα διαφυγής
στ’ αχνιστά εντόσθια της μετάνοιας
πιάστηκε από το γυαλιστερό φερμουάρ
της έπαρσης κι ανασηκώθηκε
βγήκε στο κεφαλόσκαλο της δύσκολης ώρας
και μέτραγε τους δισταγμούς
που χάνονταν στο δύσβατο
κάποιου χαμόγελου

μέτραγε και τις αποκεφαλισμένες προσδοκίες
που βούλιαζαν στα ήρεμα νερά 
μιας τσαλακωμένης χαλκογραφίας

ακούμπησε στη μεσοτοιχία 
ενός ‘’δεν βαριέσαι’’
κι άκουγε τα βαριά βήματα
των ελαφρυντικών του
να διασχίζουν διαγώνια
τη σάλα της αυτοσυντήρησης

τρομαγμένος έδεσε τα χέρια στο στήθος
και τη βεβαιότητα γύρω από το λαιμό
ενός σύντομου αποχαιρετισμού 

έσβηναν τ’ άστρα του αναπάντεχου
και χάνονταν στη σκοτεινιά που χάνονταν κι οι σκέψεις

σήκωσε δύστροπο αέρα
και είναι τρομερό να κρεμιέσαι
στο κατάρτι της μνήμης
χωρίς ούτε ένα αστέρι
για σημάδι επιστροφής

1.3.14


Ελισσαίος Βγενόπουλος