Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαννόπουλος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Γιαννόπουλος Νίκος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

Νίκος Γιαννόπουλος : Έρως πτερόεις, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας).


Πριν αρχινίσω την σημερινή μας εξιστόρηση, οφείλω να ενημερώσω το πλατύ αναγνωστικό  κοινό, ότι η αρχική μου πρόθεση ήταν η συγγραφή μιας άλλης ιστορίας. Λόγω οικονομικής στενότητας, γιατί κι εμείς οι συγγραφείς είμαστε άνθρωποι με υλικές ανάγκες, αναγκάζομαι εκ των περιστάσεων να σας αφηγηθώ την μοναδική ιστορία για την oποία κατάφερα να βρω χορηγό.
Πρόκειται για μια ιστορία με πολλά πηγαινέλα, μεταξύ Θεσ/νικης - Θάσου (με το ΚΤΕΛ Καβάλας), την οποία επιχορήγησε το ΚΤΕΛ Καβάλας, ενώ οι δυο ακτοπλοϊκές εταιρίες για Θάσο επέδειξαν δυστυχώς μεγάλη αναλγησία, κοινώς γαϊδουριά, και δεν μου έδωσαν φράγκο τσακιστό. Κανονικά θα όφειλα να περιορίσω την ιστορία μου στα όρια ‘’Θεσ/νικη – Καβάλα’’, αλλά λόγω του ότι στην Καβάλα δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να συμβεί κάτι ενδιαφέρον, θα επεκταθώ ιδίοις πόροις μέχρι την Θάσο, κοινώς θα πληρώσω τα έξοδα από την τσέπη μου, περικόπτοντας τις οικονομίες μου, με συνέπεια τη δραματική μείωση της διάρκειας των καλοκαιρινών μου διακοπών κατά μια ημέρα. Κι όλα αυτά για να μη λέτε ότι ασκώ το επάγγελμα της αφήγησης πλημμελώς, ότι δεν κάνω θυσίες για το αναγνωστικό μου κοινό ή ότι ενδιαφέρομαι μόνο για τη βολή μου.   

Η Πετρούλα έκλεισε εγκαίρως δωμάτιο σε ξενοδοχείο στο Λιμένα της Θάσου μέσω διαδικτύου. Από καιρό σχεδίαζε αυτές τις διακοπές, τις οποίες θα πραγματοποιούσε παρ΄ολο και σε πείσμα των φίλων της που θα πήγαιναν για ακόμα μια χρονιά στην Ιερισσό της Λέσβου. Λίγες μέρες πριν την αναχώρηση έστειλε μήνυμα στο εν λόγω ξενοδοχείο για να επιβεβαιώσει την ύπαρξη κλιματιστικού και τηλεόρασης. Η απάντηση που έλαβε την διαβεβαίωνε ευγενικά ότι την μετακίνησαν σε άλλο δωμάτιο που διαθέτει τα απαιτούμενα, χωρίς καμία οικονομική επιβάρυνση.

Αποβιβάστηκε στον Λιμένα την 12η πρωινήν, της 2ας του Ιούνη. Για να είμαι ειλικρινής δεν γνωρίζω αν φτάνει πλοίο στο Λιμένα εκείνη την ώρα, αλλά δεν σκοπεύω να κάνω έρευνα στα ακτοπλοϊκά δρομολόγια εταιριών που αδιαφορούν για το συγγραφικό μου έργο. Έτσι κι αλλιώς, και 1μμ να έφτανε, και 2μμ να έφτανε, η ιστορία μας, δεν θα το έπαιρνε καν χαμπάρι.

Η Πετρούλα ήταν ένα ψηλό και εντυπωσιακό κορίτσι, απόφοιτη της Σχολής Καλών Τεχνών, με αντρικό γκόθικ κούρεμα, τατουάζ στα μπράτσα και στο σώμα και πίρσινγκ στ’ αυτιά, στη μύτη, στα χείλη και σε άλλα μέρη – προτείνω να μην σκαλώσουμε σε λεπτομέρειες που θα εξασθένιζαν την πλοκή. Φορούσε ένα εφαρμοστό σχισμένο τζιν και αθλητικά παπούτσια All Star.
Είκοσι λεπτά μετά είχε ήδη εγκατασταθεί στο ξενοδοχείο, όπου διαπίστωσε ότι ο πονηρός ξενοδόχος της πούλησε τζάμπα εκδούλευση μια και όλα τα δωμάτια διέθεταν κλιματισμό και τηλεόραση. Δεν το έκανε όμως θέμα, αν εξαιρέσουμε τη γόπα του τσιγάρου που έσβησε στην ολοκαίνουργια μοκέτα του διαδρόμου. Στη συνέχεια νοίκιασε ένα βεσπάκι και ρίχτηκε στην αναζήτηση μιας παραλίας όπου θα επανασυνδεόταν επιτέλους με το υγρό στοιχείο.

Μερικά χιλιόμετρα έξω από τον Λιμένα, εντόπισε ένα στενό κατηφορικό χωματόδρομο που την οδήγησε σ' ένα ειδυλλιακό όρμο, μ ένα μικρό καφέ – μπαρ στην δεξιά του άκρη, πάντα όπως κοιτάζουμε τη θάλασσα.
Οι λουόμενοι ήταν ελάχιστοι. Τα νερά κρύα και διάφανα. Η άμμος δεν κολλούσε στο σώμα και η μουσική του καφέ- μπαρ ευχάριστη. Αφού έκανε το μπάνιο της – λίγο πεταλούδα  για να ξεμουδιάσει και μετά σπριντ κρόουλ για ν' ανεβάσει την αδρεναλίνη της, ξάπλωσε στην άμμο κι άφησε τον ήλιο να την ξεροψήσει. Κάποτε μάζεψε τα πράγματα της κι άραξε στο καφέ.

Ο Θοδωρής – τον φώναζαν και Δώρο – ήταν ο κάτοχος του καφέ - μπαρ κι ενός μαύρου γκέκα, με κανελή μουσούδα και πατούσες, που τον φώναζε Γύλο, γιατί όπως κι ο Αυλωνίτης στη γνωστή ταινία ‘’Σοφερίνα’’, το ένα μάτι του ήταν ‘’όρτσα’’.  
Την πλησίασε για να πάρει παραγγελία. Ήταν γύρω στα τριάντα, αθλητικός, ελαφρώς αξύριστος και μαυρισμένος σαν ναυαγός.
Η Πετρούλα – που δεν ήθελε να την φωνάζουν Τούλα – τον ρώτησε αν υπάρχει κάτι φαγώσιμο κι αυτός της είπε ότι: ‘’Έχει μόνο τοστ και κρέπες εκτός αν θες ένα πλήρες πρωινό ‘’. Η Πετρούλα διάλεξε το τελευταίο – μεταξύ μας έκανε την πιο καλή επιλογή – που περιελάμβανε δυο αυγά μάτια με μπέικον, ένα φεσκοστυμμένο χυμό πορτοκαλιού, ένα  μπολ με στραγγιστό αγελαδινό γιαούρτι, ένα μπολ με χωριάτικο βούτυρο, έξι φρυγανισμένες φέτες λευκού ψωμιού και 5-6 μπολάκια με διαφορετικές μαρμελάδες.
Η Πετρούλα  αφού απήλαυσε για λίγο τη γενική εικόνα του εντυπωσιακού πρωινού πάνω στο καρό τραπεζομάντιλο, βάλθηκε στη συνέχεια να κατασπαράζει με βουλιμία ένα - ένα τα εδέσματα όπως ένα αρπαχτικό τα θηράματα του, αφήνοντας τις μαρμελάδες για το τέλος. Σύκο, φράουλα, πορτοκάλι, δαμάσκηνο, βατόμουρο και κάστανο. Με κάθε δοκιμή, εκρήξεις γέμιζαν τον ουρανίσκο της σαν πυροτεχνήματα στον σκοτεινό ουρανό, αφήνοντας πίσω τους λαμπερές χρωματιστές λάμψεις γεύσης που στροβιλίζονταν στον οισοφάγο της στέλνοντας ζεστά κύματα ευχαρίστησης μέχρι το υπογάστριο.
Όση ώρα έτρωγε, ο  Θοδωρής, δήθεν αδιάφορα, προσποιούμενος ότι κάνει δουλειές, την κατασκόπευε εκμεταλλευόμενος το γεγονός ότι αυτή δεν μπορούσε να δει τα μάτια του που τα κάλυπτε μ’ ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά ηλίου. Τρία πράγματα του έκαναν μεγάλη εντύπωση. Το πρώτο αφορούσε στο Γύλο, που όχι μόνο δεν γαύγισε στην Πετρούλα άλλα αφού τη μύρισε, πήγε και ξάπλωσε στα πόδια της σαν να την ήξερε από πάντα. Το δεύτερο ήταν αυτό το τατού – φύλλωμα που κύκλωνε σαν αναρριχώμενο φυτό τον γυμνό ωμό της και το τρίτο τα ευκίνητα, σαν άγριου ζώου, μαύρα μάτια της.
Η Πετρούλα, με την σειρά της, όση ώρα έτρωγε έριχνε κλεφτές ματιές στον Θοδωρή. Την γοήτευε η φαινομενική αδιαφορία του. Η νωθρότητα και η ελαφρότητα με την οποία κινούνταν.
Όταν τέλειωσε το φαγητό της, πλήρωσε και άρχισε να μαζεύει τα πράγματα της.
Καθώς κατευθυνόταν προς τη βέσπα της με την όποια θα επέστρεφε στο ξενοδοχείο, ο Θοδωρής ανακάλυψε κι ένα τέταρτο εντυπωσιακό στοιχείο. Στο λίκνισμα του μυλόσχημου κώλου της, είδε, δυο μήνες πριν την ώρα του, ν΄ ανατέλλουν ταυτόχρονα, τα δυο φεγγάρια του Αύγουστου.
Η αναχώρηση της, αν και διακριτική, έγινε αισθητή γιατί ο Γύλος την κυνήγησε αλυχτώντας.  Άφησε πίσω της ένα λερωμένο μακό μπλουζάκι και τον Θοδωρή με συμπτώματα στέρησης.

Την επόμενη μέρα η Πετρούλα, αφού έσβησε ακόμα μια γόπα στη μοκέτα του ξενοδοχείου, ξεκίνησε πρωί – πρωί για την γνωστή παραλία, όπου μεγαλύτερη εντύπωση κι από τη θάλασσα, κι από τον Θοδωρή, της έκαναν οι φοβερές μαρμελάδες του πρωινού. Όταν έφτασε ο Γύλος την υποδέχτηκε με χαρούμενα πηδηματάκια και γαβγίσματα, κάτι που θα επιθυμούσε να κάνει κι ο Θοδωρής αν δεν τον εμπόδιζε η ανθρώπινη φύση του.
Σ’ ένα σχοινί είδε το μακό της καθαρό να στεγνώνει και το εκτίμησε ιδιαιτέρως. Υποθέτω.
Ο Θοδωρής της ετοίμασε ένα δεύτερο πρωινό – κερασμένο εκ του καταστήματος – κι αυτή τον άφησε να μοιραστεί μαζί της το ακόρεστο πάθος του για τις μαρμελάδες που τις έφτιαχνε μόνος του, με βάσει μια οικογενειακή συνταγή που για πολλές γενιές πήγαινε από μάνα σε κόρη, μέχρι που η μητέρα του την έδωσε σ’ αυτόν, αφού η αδελφή του μετακόμισε Αθήνα κι έγινε οδοντογιατρός.
Η επικοινωνία τους, αν εξαιρέσουμε το γεγονός ότι ο Θοδωρής ήταν υποχρεωμένος να εξυπηρετεί κι άλλους πελάτες, αναβαθμίστηκε με καφέδες και τσίπουρα, μέχρι τις πρωινές ώρες της επόμενης μέρας, όπου την βοήθησε να πάρει τα πράγματα της από το ξενοδοχείο και να εγκατασταθεί στο σπίτι του, που ήταν ουσιαστικά το πατάρι του καφέ μπαρ.

Ένας μήνας πέρασε έτσι, με χορταστικά πρωινά, καφέδες, αλκοόλ, βουτιές κι πολύ έρωτα.
Ο Θοδωρής της έδειξε όλα τα μυστικά για μια καλή μαρμελάδα. Πόσο ώριμα πρέπει να ‘ναι τα φρούτα, τους εναλλακτικούς τρόπους που τα κόβουμε ή τα αλέθουμε, την ακριβή ποσότητα ζάχαρης ώστε να σε γλυκαίνει χωρίς να σε λιγώνει, τη σωστή θερμοκρασία και χρόνο βρασμού, το τεχνική του ανακατέματος κατά το βράσιμο και το πιο σημαντικό: τη μικροποσότητα σπιτικού αλκοόλ που με την κατάλληλη πρόσμιξη η μαρμελάδα αποκτά τη μοναδική κι αναντικατάστατη γεύση της. Όσο για τον Γύλο, αυτός έγινε η σκιά της. Τη συνόδευε παντού. Κολυμπούσε μαζί της, αποζητούσε σε κάθε ευκαιρία τα χάδια της, έτρεχε γύρω της και μελαγχολούσε κάθε φορά που τον αφήναν έξω από τα ερωτικά τους παιχνίδια. Τις νύχτες,  αγρυπνούσε ξαπλωμένος μπρούμυτα στην αυλή με το ένα μάτι καρφωμένο όλο παράπονο την πόρτα, ενώ το άλλο, ένας θεός ξέρει που. Μοναδικό μελανό σημείο στη σχέση τους ήταν η μια φορά που ο Θοδωρής σε μια κρίση τρυφερότητας τη αποκάλεσε Τούλα.
‘’Είσαι ελεεινός’’, του είπε μεταξύ άλλων η Πετρούλα. ‘’Εγώ ποτέ δεν σε αποκάλεσα Δώρο’’ και προς μεγάλη ευχαρίστηση του Γύλου, κοιμήθηκε στο κρεβάτι αγκαλιά μαζί του, ενώ ο Θοδωρής επάνω σε δυο τραπέζια, ελείψει καναπέ.

Μια μέρα η Πετρούλα, εντελώς ξαφνικά και χωρίς κάποιο συγκεκριμένο λόγο, ετοίμασε τη βαλίτσα της και γύρισε στη Θεσσαλονίκη (με το ΚΤΕΛ Καβάλας). Όταν ο  Θοδωρής ζήτησε εξηγήσεις η απάντηση ήταν αποστομωτική. ‘’Όλα είναι πολύ καλά ρε γαμώτο, για να είναι αληθινά’’.
Δεν μπορούσε να καταλάβει ο φουκαράς ότι η Πετρούλα, σ’ όλη της τη ζωή, έτρεφε μεγάλη δυσπιστία γι’ αυτό που αποκαλούμε ''Ευτυχία'' και κατέστρεφε κάθε συγκυρία που φαινόταν να την οδηγεί προς αυτή την κατεύθυνση. Για την Πετρούλα η ''Ευτυχία'' ήταν συνώνυμο του ‘’κατοικίδιου’’ και δεν ήθελε να εξημερωθεί.

Μπορεί η Πετρούλα να έφυγε από τη Θάσο, αλλά ο Θοδωρής δεν έφυγε από το μυαλό της. Έτσι, αρχές του Αυγούστου, - είχαν τελειώσει κι οι μαρμελάδες που της έστειλε ο Θοδωρής λίγες μέρες μετά την αναχώρηση της για να την δελεάσει, -  αποφάσισε να γυρίσει στη Θάσο (με το ΚΤΕΛ Καβάλας) και να του κάνει έκπληξη.
Ίσα που πρόλαβε το πούλμαν (στο ΚΤΕΛ Καβάλας), αν και δεν ήταν η μόνη. Ακολουθούσε μια νόστιμη και καμπυλόγραμμη ξανθούλα με μια θηριώδη βαλίτσα.
Έφτασαν στην Καβάλα και μοιράστηκαν το ταξί για να προλάβουν το φέρυ για Θάσο.
Όταν επιβιβάστηκαν έκατσαν μαζί στο μπαρ του καταστρώματος να καπνίσουν και να δροσιστούν πίνοντας κάτι κρύο. Η ξανθούλα – που την έλεγαν Ανθούλα – ήταν εξαιρετικά ομιλητική κι εκμυστηρεύτηκε στην Πετρούλα ότι ήταν καλεσμένη από ένα φίλο της στο facebook.
‘’ Όχι, δεν τον είχε ξανασυναντήσει. Θα τον συναντούσε για πρώτη φορά.’’
‘’ Όχι, δεν ήταν για απλή επίσκεψη αλλά πρόσκληση για διακοπές.’’
‘’ Όχι, δεν θα έμενε σε ξενοδοχείο αλλά στο σπίτι του που ήταν παραθαλάσσιο.’’
‘’ Όχι,  δεν το είχε ξανακάνει κάτι τέτοιο στο παρελθόν αλλά το ένστικτο της λέει ότι αξίζει τον κόπο.’’
‘’ Όχι, δεν ξέρει πόσο χρονών είναι αλλά τον λένε Δώρο κι αυτό κάτι σημαίνει.’’  
Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Πετρούλα άκουγε με ενδιαφέρον χωρίς να αντιλαμβάνεται την επικείμενη συμφορά. Όταν όμως η Ανθούλα είπε:
’’ Όχι, δεν έχει παιδιά. Μένει μόνος του αλλά έχει ένα πολύ ωραίο σκύλο. Μου ‘στειλε φωτογραφία. Θες να δεις;’’ 
και της έτεινε το κινητό της με τη φωτογραφία του Γύλου. Η Πετρούλα κόντεψε να πάθει εγκεφαλικό. Όμως δεν είπε τίποτα. Ούτε όταν έφτασαν στο Λιμένα και ο Θοδωρής, που περίμενε να παραλάβει την Ανθούλα,  άρχισε να αλλάζει χρώματα σαν δειγματολόγιο ελαιοχρωματιστή, είπε τίποτα. Το ‘παιξε κυρία. Τους χαιρέτησε ψυχρά και κάθισε στο πρώτο καφέ που βρήκε μπροστά της στο λιμάνι. ‘’Μερικές φόρες,’’ σκέφτηκε, ‘’η έκπληξη είναι αυτή που διαλέγει πότε θα σου κάνει έκπληξη. ‘’
Συντροφιά με μια μαύρη μπύρα, - ο πικρός καφές είναι παλιομοδίτικη συνήθεια- αποφάσισε να μην αφήσει τα δυσάρεστα να της καταστρέψουν τις διακοπές της. Βρήκε άλλο ξενοδοχείο, γιατί στο προηγούμενο την απείλησαν με μήνυση, ξανανοίκιασε βεσπάκι και αναχώρησε εκ νέου προς ανεύρεση παραλίας που να αξίζει τον κόπο. Αυτή τη φορά τα πράγματα εξελίχτηκαν πιο ήπια. Γνώρισε τον Σταύρο, που ήταν πωλητής τουριστικών ειδών σε κατάστημα στον Λιμένα και πέρασε μαζί του τις επόμενες μέρες μέχρι το δεκαπενταύγουστο, χωρίς μετακομίσεις κι άλλες τέτοιες αυθόρμητες μαλακίες. Κάνα δυο φόρες είδε από το παράθυρο του ξενοδοχείου της τον Θοδωρή να κόβει απ΄ έξω βόλτες σαν να ήθελε να τη δει και να της πει κάτι, αλλά μέχρις εκεί. Την 17η Αυγούστου ξαναγύρισε στην Θεσ/νικη (με το ΚΤΕΛ Καβάλας) αφήνοντας πίσω της έναν απαρηγόρητο Σταύρο,  για τον οποίο όμως δεν έτρεφε ανάλογα συναισθήματα, κοινώς τον είχε στο ‘’μας τέλειωσε’’.

Μπορεί η Πετρούλα να έφυγε από τη Θάσο αλλά δεν έφυγε από το μυαλό του Σταύρου, ο όποιος αποφάσισε, περί τα τέλη του Σεπτέμβρη, να μεταβεί Θεσσαλονίκη, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας), να την αναζητήσει. Κάπως, όμως, το έφερε η μοίρα, - αλλιώς τίποτα από όλα αυτά δεν εξηγείται, - και στο μπουγατσατζίδικο ‘’Τα καρντάσια’’, έπεσε πάνω στην ξανθούλα – που την έλεγαν Ανθούλα. Μεταξύ τυρού και κρέμας ο Σταύρος ξεδίπλωσε τον αφρώδη έρωτα του για την Πετρούλα, με τόσες λεπτομέρειες που μέχρι να τελειώσει αυτός ξεθύμανε σαν παλιοκαιρισμένη κόκα κόλα. Η Ανθούλα, όλη αυτή την ώρα, τον άκουγε συγκινημένη χωρίς να τον διακόπτει κι του χάιδευε, αρχικά, το χέρι. Αναχώρησαν από το μπουγατσατζιδικο αγκαλιά, προς άγνωστη, σε μας, κατεύθυνση.

Δυο μέρες αργότερα, ο Θοδωρής ακολούθησε το ίδιο δρομολόγιο, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας), για Θεσσαλονίκη, ταυτόχρονα με την Πετρούλα, που ακολουθούσε το αντίστροφο δρομολόγιο, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας), για Θάσο.
Ο Θοδωρής όταν έφτασε Θεσσαλονίκη, χωρίς καθυστέρηση κατευθύνθηκε στο σπίτι της Πετρούλας, αλλά η Πετρούλα δεν ήταν εκεί. Ήταν στη Θάσο. Βρήκε το καφέ μπαρ κλειστό αλλά είχε τα κλειδιά του σπιτιού.
Ο Θοδωρής αφού χτύπησε αρκετές φόρες το κουδούνι και την πόρτα και δεν έλαβε απάντηση, άφησε ένα σημείωμα στην πόρτα και εγκαταστάθηκε στο απέναντι καφέ με το βλέμμα καρφωμένο στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Η Πετρούλα άφησε τα πράγματα της και πήγε για μπάνιο. Η θάλασσα ήταν κρύα κι αναζωογονητική. Μετά τσίμπησε κάτι και έριξε έναν απογευματινό ύπνο.
Ο Θοδωρής ήπιε αρκετούς καφέδες και συμπλήρωσε ένα τζόκερ στο πρακτορείο της γειτονιάς. Ξαναπήγε στο σπίτι της Πετρούλας και χτύπησε αρκετές φόρες ακόμα το κουδούνι. Όταν είδε κι αποείδε, ξαναγύρισε στο απέναντι καφέ και άρχισε να καταγράφει τον έρωτα του και τη συγγνώμη του στο χαρτί.
Η Πετρούλα ξύπνησε κατά τις 6μμ. Έριξε μια δεύτερη βουτιά και πήγε με τα πόδια μια βόλτα μέχρι τον Λιμένα. Πέρασε από το μαγαζί του Σταύρου αλλά δεν τον βρήκε. Της είπαν ότι απουσιάζει σε ταξίδι στη Θεσ/νικη.
Ο Θοδωρής έγραφε μέχρι τις τρεις το πρωί που έκλεισε το καφέ. Μετά δίπλωσε τις 11 σελίδες και τις έριξε κάτω από την πόρτα του διαμερίσματος της Πετρούλας  κι έκατσε στα σκαλοπάτια να την περιμένει.
Η Πετρούλα ξαναγύρισε στο καφέ, μπαρ έβαλε δυνατά τη μουσική, πήρε κι ένα μπουκάλι βότκα και το έριξε στο χορό και στο πιοτό.
Ο Θοδωρής ξύπνησε κατά τις 7πμ πιασμένος από τα σκαλοπάτια και σίγουρος ότι θα επικοινωνήσει μαζί του όταν διαβάσει το μελιστάλαχτο γράμμα του ξεκίνησε για το ταξίδι της επιστροφής στη Θάσο, (με το ΚΤΕΛ Καβάλας).
Η Πετρούλα ξύπνησε κατά τις 8πμ με ένα κεφάλι τεράστιο. Έριξε μια βουτιά γυμνή για να ξυπνήσει και γύρισε να μαζέψει τα πράγματα της που ήταν σκορπισμένα σχεδόν παντού. Καθώς τα μάζευε βρέθηκε να κρατάει ένα εσώρουχο που δεν ήταν δικό της. Θες το αλκοόλ που δεν είχε ακόμα ξεθυμάνει, θες η υποβόσκουσα άρνηση της να εξημερωθεί, ξύπνησαν μέσα της το θεό της εκδίκησης. Κατέβηκε στο μπαρ κι ανέβασε στο πατάρι όλες τις μαρμελάδες. Δεν άφησε έπιπλο, ρούχο, τοίχο, τετραγωνικό εκατοστό που να μην το πασαλείψει με μαρμελάδα. Στο τέλος έγραψε, με μαρμελάδα επίσης, ΤΟΥΛΑ στον εξωτερικό τοίχο του καφέ μπαρ και για Υ τοποθέτησε το εσώρουχο που βρήκε.

Είναι βέβαιο ότι διασταυρώθηκαν τα δυο Κτελ, από και προς Καβάλα.
Η Πετρούλα γύρισε στο διαμέρισμα της και βρήκε το γράμμα του Θοδωρή. Το έσκισε και το πέταξε στα σκουπίδια. Την επομένη το μάζεψε, κόλλησε όλα τα κομμάτια, το διάβασε κι έκλαψε πικρά. Μετά το ξαναδιάβασε κι έκλαψε πάλι. Μετά το ξαναδιάβασε κλαίγοντας και το κλάμα κρεσεντάρισε στη φράση ‘’ όταν είμαι μαζί σου πλέω σε απέραντα πελάγη γλυκιάς Ευτυχίας’’. Είναι προφανές εδώ, ότι για το Θοδωρή η ''Ευτυχία'' είναι συνώνυμο της ''μαρμέλαδας''.
Αυτό κράτησε περίπου δυο μέρες. Την δεύτερη μέρα, 1η του Οκτώβρη, του Αγίου Ανανία του Αποστόλου, (μεγάλη η χάρη του), ένιωσε φοβερές τύψεις. Πήρε τηλέφωνο στη Θάσο τον Θοδωρή να του ζητήσει συγγνώμη. Το σήκωσε η Ανθούλα, το κορίτσι της παρηγοριάς.
-        Δεν μπορεί να σας μιλήσει τώρα.
-        Γιατί;
-        Καθαρίζουμε το σπίτι του κι έχει τα νεύρα του.
-        Τι έγινε;
-        Του το πασάλειψε όλο με μαρμελάδες μια Τούλα.
-        Ποια Τούλα;
-        Ποιος τη χέζει την Τούλα. Οι μαρμελάδες είναι το πρόβλημα.

Ένας χρόνος πέρασε από τότε. Το καλοκαίρι ξανάρθε και η Πετρούλα, αυτή τη φορά, έκλεισε εγκαίρως εισιτήρια και δωμάτιο στη Σεούλ. Θεωρητικά στην Κορέα θα περνούσε καλύτερα.
Το ότι θα ταξίδευε στην ιδία πτήση με τον Σταύρο, αυτό ξεπερνάει την ανθρώπινη φαντασία.

Σημ.:
Στην ιστορία αυτή, είναι ολοφάνερο ότι η πραγματικότητα κυριαρχεί και σκιάζει κάθε απόπειρα για μυθοπλασία σε τέτοιο βαθμό που στο μέλλον φοβάμαι ότι θα με μνημονεύουν ως ιστορικό.
Αυτό για όσους αναγνώστες τολμήσουν να τη βρουν υπερβολική.

Νίκος Γιαννόπουλος
Αμμουλιανή

16 Αυγούστου 2015 στις 12:59 π.μ

Παρασκευή 7 Αυγούστου 2015

Νίκος Γιαννόπουλος REMAINS OF A SUNBED


Από καθαρή σύμπτωση, αν και μετά από εξαντλητική αναζήτηση, ο Βασί-λη έπεσε πάνω στη σελίδα της. Για την ακρίβεια, έψαχνε να βρει κάποιο ξέκωλο αλλά δεν τα κατάφερνε μέχρι που το facebook τον λυπήθηκε και του πρότεινε την Τσού-λη. Στην εικόνα του προφίλ της η Τσού-λη πόζαρε προκλητικά ξαπλωμένη πάνω σ ένα μαντρότοιχο, φορώντας ένα μικροσκοπικό τζιν σορτσάκι και κοιτούσε κατ΄ ευθείαν το φακό με βλέμμα νωχελικό, όλο υποσχέσεις. Ο Βασί-λη εξέτασε εμπεριστατωμένα πρώτα τις φωτογραφίες της, που ήταν σχεδόν όλες πανομοιότυπες με μικρές διαφορές – όταν δηλ. δεν ήταν σκαρφαλωμένη σε μαντρότοιχο, ήταν σε κάποιο δένδρο ή στη μπανιέρα ντυμένη με αφρόλουτρο - και στη συνέχεια μελέτησε στις αναρτήσεις της στον τοίχο, τα διάφορα γνωστά κι αναμασημένα προκάτ αφελή σχόλια περί έρωτος über alles και περί του σύμπαντος που βρίσκεται σε μια κατάσταση ακατάσχετης συνομωσίας. Όταν είδε όμως την ανάρτηση



δεν κρατήθηκε κι έκανε αμέσως αίτημα φιλίας. Η αποδοχή του αιτήματος ήρθε οσονούπω, λες και τον περίμενε στην άλλη άκρη, μαζί μ ένα ευχαριστήριο μήνυμα και την πρωτότυπη ερώτηση ΄΄Εσείς, με τι ακριβώς ασχολείστε;΄΄

Στην εικόνα του προφίλ του ο Βασί-λη ήταν σε μπούστο, μισοκρυμμένος πίσω από μια 35αρα κινηματογραφική μηχανή λήψης της δεκαετίας του ΄80, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι πρόδιδε έτσι την ηλικία του - σαράντα παρά κάτι - που τεχνηέντως απέκρυβε στη σελίδα του. Συστήθηκε στην Τσού- λη ως ο ΄΄Φελλινι του Ελληνικού κιν/φου΄΄ και η Τσού-λη το βρήκε ιδιαίτερα ενδιαφέρον αν και δεν είχε ιδέα ποιος ήταν ο Φελίνι. Ήταν όμως η πρώτη φορά που γνώριζε ένα σκηνοθέτη κιν/φου και η περιέργεια της χτύπησε κόκκινο. Ευτυχώς που η Τσού-λη ήταν επιρρεπής σε νέες εμπειρίες……

Εδώ θα κάνουμε μια παρένθεση, γιατί σ αυτή την ιστορία οι λεπτομέρειες έχουν σημαντικό ενδιαφέρον για την κατανόηση της πλοκής, αν και η βαθύτερη ιστορική ερμηνεία πολλών απ΄ αυτές εξακολουθεί ακόμα και σήμερα να μας διαφεύγει.

Το Τσού-λη προκύπτει από το Τσου Εν – Λάι, όπως για κάποιο μυστηριώδη σε μας λόγο την αποκαλούσε από μικρή ο τσαγκάρης πατέρας της, φανατικός κι αμετανόητος μαοϊκός, το όποιο μετεξελίχτηκε για λόγους ευφωνίας σε Τσού-λη (καμιά σχέση όπως αντιλαμβάνεστε με το ελληνικό Τσουλί). Η Τσού-λη, της οποίας το βαφτιστικό είναι Αιμιλία, διατήρησε το προσωνύμιο αυτό, επιμένοντας αυστηρά στον σωστό τονισμό.

Το Βασί-λη δυστυχώς δεν προκύπτει από πουθενά. Ο εν λόγω σκηνοθέτης το βρήκε, για κάποιο επίσης μυστηριώδη σε μας λόγο, ευφυές.

Ακολούθησε καταιγιστική ανταλλαγή πολλών απόψεων στο inbox – για να είμαστε ακριβείς αυτός που αντάλλασε απόψεις ήταν κυρίως ο Βασί-λη. Η συμμέτοχη της Τσού-λη ήταν μονολεκτικές του τύπου ΄΄Ναι;΄΄, ΄΄Δηλαδή;΄΄, ΄΄Σοβαρά;΄΄, ΄΄Αλήθεια; Δεν το ήξερα΄΄, κλπ. Ο Βασί-λη της μιλούσε για τις 6 Μούσες και τις 6 τέχνες εκ των οποίων η εβδόμη είναι ο κιν/φος. Της αράδιαζε τίτλους από ταινίες, ονόματα σκηνοθετών και συγγραφέων, καλλιτεχνικά ρεύματα και σχολές, χωρίς όμως να χάνει ευκαιρία να διανθίζει όλα αυτά με διακριτικά σεξουαλικά υπονοούμενα και κομπλιμέντα τα οποία όμως δεν ήταν εξ ορισμού απαραίτητα, γιατί η Τσού-λη είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις της. Τον άφηνε όμως να της το φέρνει γύρω – γύρω γιατί αυτό την κολάκευε και την έκανε να νιώθει αλλιώτικα. Όταν λέμε ΄΄αλλιώτικα΄΄ εννοούμε ΄΄καλα΄΄, γιατί μέχρι τότε κανένας απ΄όσους την προσέγγισαν δεν μπήκε στον κόπο να την εντυπωσιάσει. Αντίθετα την παρενοχλούσαν χωρίς περιττά εισαγωγικά, με χυδαιότητες ή ανούσιες ατάκες του τύπου:

- Ειλικρινά, χίλια συγνώμη, αλλά ήμουν έτοιμος να πάω στην τουαλέτα να τον παίξω κι ήθελα να ξέρω το όνομα αυτής για την οποία τον παίζω

- Χριστέ μου! Νόμιζα ότι ήμουν γκέι μέχρι που σε είδα

- Δεν είμαι τόσο ψηλός όσο φαίνομαι… Απλά κάθομαι πάνω στο πορτοφόλι μου.

- Μπορώ να σε κεράσω ένα ποτό; Ή μήπως προτιμάς κατευθείαν το 5ευρω;

- Θα μπορούσες τουλάχιστον να κοιμηθείς μαζί μου, γιατί εγώ ούτως ή άλλως θα πω σε όλους ότι το κάναμε

- Τι κάνει ένα καλό κορίτσι σαν εσένα μέσα στο βρώμικο μυαλό μου;

κι άλλα χειρότερα που δεν είναι συνετό να αναφέρουμε τώρα, γιατί θα εκτραπεί η καθ΄ όλα ενδιαφέρουσα αφήγηση μας από το κυρίως νόημα της ιστορίας μας.

Όταν λέμε ότι η Τσού-λη πήρε τις αποφάσεις της, εννοούμε ότι, παρά το νεαρό της ηλικίας της, γνώριζε πολύ καλά, ότι ανεξάρτητα από το τι γουστάρει να κάνει το σύμπαν, αν μια γυναίκα δεν κουνήσει και λίγο της ουρά της, δεν πρόκειται να συμβεί απολύτως τίποτα. Έτσι όταν ο Βασί-λη απάντησε στη σχετική ερώτηση της ΄΄Ετοιμάζετε κάτι τωρα;΄΄ με το ΄΄ Γράφω ένα σπονδυλωτό σενάριο που φέρει τον τίτλο REMAINS OF A SUNBED και χρειάζομαι τη γνώμη από ένα δροσερό νεανικό κι υπεύθυνο μάτι΄΄, αυτή συμφώνησε να συναντηθούν για ένα καφέ ή ένα ποτό, κι ότι άλλο ήταν, τέλος πάντων αυτό που επρόκειτο να φέρει η μοίρα ….. .. Το ιδιότυπο αυτό επαγγελματικό ραντεβού κλείστηκε για ένα μεσημέρι Τέταρτης στην πλαζ του ΕΟΤ, στην ομπρέλα Νο. 249. Καιρός: Αίθριος. Κατεύθυνση ανέμου: Νότιος. Ταχύτητα ανέμου: 1 μποφόρ. Υγρασία: 47%. Αισθητή θερμοκρασία: 35°C.

Ο Βασί-λη ήταν ήδη εκεί όταν κατέφθασε η Τσού- λη. Φορούσε ένα εξίσου αποκαλυπτικό σορτσάκι κι ένα εμπριμέ στηθόδεσμο μπικίνι. Ήταν πιο ψηλή και πιο νέα απ΄ότι έδειχνε στη φωτογραφία του προφίλ της αλλά δεν θα λέγε κάνεις ότι ανταποκρινόταν στον τύπο της γυναίκας που άρεσε στο Βασί-λη. Αυτός θα προτιμούσε οπωσδήποτε κάποια με μεγάλα βυζιά, και κάτω από άλλες προϋποθέσεις θα έλεγε ένα βροντερό όχι, αλλά μετά από οχτώ μήνες αγαμίας αυτή η λεπτομέρεια υποβιβάστηκε σε μια αμελητέα παρένθεση. Την υποδέχτηκε με την δέουσα θερμότητα και ξεδίπλωσε αμέσως τη γοητεία του προτείνοντας της υστερόβουλα ένα ποτήρι κρασί ΄΄Εξάρνων΄΄ λευκό. Αυτή αρνήθηκε ευγενικά και παρήγγειλε μια παγωμένη μπύρα μήλο. Μόνον όταν έκατσε δίπλα του στην ξαπλώστρα αναρωτήθηκε φωναχτά – όχι ότι την ένοιαζε κιόλας - γιατί δεν συναντήθηκαν στο γραφείο του, κι αυτός της απάντησε ότι όλα του τα επαγγελματικά ραντεβού το χειμώνα τα κλείνει σε κάποιο μπαρ, όπου είθισται να πίνει ντράι μαρτίνι – χωρίς να της πει βεβαία ότι αυτό το έκλεψε από τα απομνημονεύματα του Μπουνιουέλ - αλλά το καλοκαίρι λόγω ζέστης προτιμάει κάποια πιστοποιημένη πλαζ κοντά στην πόλη. Μ΄αυτή την εξήγηση έσπασε ο πάγος, ο πληθυντικός έγινε ενικός, κι ο Βασί-λη, αφού παρήγγειλε, ελλείψει ντράι Μαρτίνι, μια μέτρια φραπεδιά με γάλα, ανέπτυξε τη θεωρία του σχετικά με το πόσο καθοριστικό ρόλο παίζει μια Μο ύσα στη ζωή και το έργο ενός σημαντικού καλλιτέχνη, θεωρία που τους έφερε απελπιστικά κοντά. Η Τσού-λη, που δεν είχε ιδιαίτερες αναστολές, άρχισε να τρίβεται πάνω του και να τον αγγίζει. Τη διασκέδαζε να συμπεριφέρεται έτσι στους άνδρες. Εν προκειμένω, έκανε χάζι με τον Βασί-λη που αναψοκοκκίνιζε σαν φωτεινή επιγραφή, καθώς η όλη κατάσταση του δημιουργούσε ένα μικρό χάος στον ειρμό της σκέψης του και τον έκανε να πηδάει από θέμα σε θέμα, χωρίς όμως να καταφέρει όμως να διαρρήξει την καλπάζουσα ευφράδεια του.

Τότε ήταν που, πρώτα ακούστηκε μια φοβερή κραυγή ΄΄Ε…είσαι και μεγάλο Τσουλί !!!!΄΄- αντιλαμβάνεστε ελπίζω το λανθασμένο του τονισμού -

και μετά εμφανίστηκε μαινόμενος δίμετρος εικοσιεπτάχρονος μαντράχαλος που άρπαξε βίαια την ξαπλώστρα τους και τους άδειασε στην νοτισμένη, από την υγρασία της θάλασσας και τον ιδρώτα των λουομένων, άμμο.

- Αυτό είναι ένα σημείο κομβικό στην ιστορία μας και απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή σε λογοτεχνικό επίπεδο.-

Ο Βασί-λη πετάχτηκε ξαφνιασμένος όρθιος και πριν προλάβει να τινάξει την άμμο από το σώμα του βρέθηκε πάλι στο έδαφος να φοράει κολάρο την ξαπλώστρα, ενώ η Τσού-λη φώναζε μ όλη της τη δύναμη ΄΄Κούκ-λη μηηηηηη. Αν τον σκοτώσεις δεν θα με ξαναδείς!!!!΄΄ Ύστερα έπεσε πάνω στον αιμόφυρτο – που λέει ο λόγος- Βασί-λη και του ψιθύρισε στο αυτί: ΄΄ Μη σηκώνεσαι αμέσως …..Δεν θ αντέξεις την κεφαλιά΄΄.

Η συνέχεια διαδραματίστηκε στο κοντινότερο αστυνομικό τμήμα όπου ο Βασί-λη έξαλλος ήθελε να υποβάλει μήνυση κατά του θηριώδους νεαρού και της αδικαιολόγητης και βάρβαρης κατ΄αυτόν επίθεσης που δέχτηκε και μάλιστα μπροστά στα μάτια της επικείμενης, παρά τρίχα, υποψήφιας Μούσας του, που είχε σαν συνέπεια κυρίως τον σοβαρό τραυματισμό της ανδρικής του αξιοπρέπειας, αλλά άλλαξε γνώμη όταν πληροφορήθηκε ότι η Τσού-λη ήταν ανήλικη, - δεν είχε κλείσει ακόμα τα δεκαοκτώ . Έμαθε επίσης ότι τον νεαρό, του οποίου το πραγματικό όνομα ήταν Μίλτος, τον φώναζαν Κούκ-λη για δυο σημαντικότατους λογούς. Ήταν ο ωραίος αρραβωνιαστικός της Τσού-λη και γνωστός μάγειρας, σεφ σε μεγάλο ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης. Έτσι ο Βασί-λη άλλαξε πλεύση. Κράτησε μια μεγαλόψυχη απόσταση από τα γεγονότα και αρνήθηκε να υποβάλει μήνυση. Αντίθετα, δικαιολόγησε πειστικά, με ατράνταχτα επιχειρήματα, την συμπεριφορά του Κούκ-λη, υποστηρίζοντας ότι κάθε τίμιος άνδρας θα αντιδρούσε ανάλογα σε παρόμοια κατάσταση. Αναχώρησαν από το αστυνομικό τμήμα με τους αστυνομικούς που τους συνέλαβαν να τους ξεπροβοδίζουν συγκινημένοι.

Κατέληξαν όλοι μαζί στο σπίτι του σεφ, μετά από μια στάση σε ένα κέντρο υγείας όπου διακόσμησαν τον Βασί-λη με μερικά τσιρότα και γάζες, να μπεκροπίνουν και να συζητούν σαν παλιά φιλαράκια για τη δημιουργία μιας τηλεοπτικής εκπομπής, που θα άφηνε εποχή στον τομέα της μαγειρικής- δεν άφηνε ευκαιρίες ανεκμετάλλευτες ο δικός μας- με πρωταγωνιστές φυσικά τον Κούκ - λη και την Τσού-λη. Ο Κούκ-λη θα μαγείρευε και η Τσού-λη ως οικοδέσποινα, θα καρύκευε με την κατάλληλη δόση αισθησιασμού τις συνταρακτικές γεύσεις των εδεσμάτων σε ένα θέαμα που θα έκανε κυριολεκτικά ΄΄τα σάλια των θεατών να τρέχουν΄΄.

Την εξαιρετική αστακομακαροναδα που ετοίμασε ο σεφ για να γιορτάσουν την μελλοντική τους συνεργασία, ο Βασί-λη τη τιμούσε όλο το βράδυ με το περιεχόμενο ενός μπουκαλιού που βρήκε σ΄ένα ντουλάπι της κουζίνας του σπιτιού με ετικέτα Μαρτίνι, που όπως όμως απεδείχθη εκ των υστέρων, ήταν ένα σπιτικό λικέρ της μάνας της Τσού-λη από το χωριό. Πριν πέσει αναίσθητος από το σπιτικό αλκοόλ πρόλαβε να απαντήσει στην ερώτηση της σχετικά για την τύχη του περίφημου κινηματογραφικού σεναρίου REMAINS OF A SUNBED με την εξής ιστορική φράση: ΄΄ Έτσι κι αλλιώς ότι απόμεινε από την ξαπλώστρα μετά τη μόνιμη και μη αναστρέψιμη καταστροφή της, λόγω της πρότερης ασυγκράτητης βίας, είναι κάτι REMAINS και ο περίφημος Ελληνικός κινηματογράφος, τον όποιο έχω την τιμή να υπηρετώ για είκοσι χρόνια, είναι κάτι που πρακτικά δεν υπάρχει.΄΄

Η Τσόου-λη την επομένη μέρα, σε μια κρίση αυθόρμητης αυτογνωσίας κι αυτοκριτικής, ανάρτησε θαρραλέα το εξής πρωτότυπο σχόλιο:



Υστερόγραφο:

1. Η συνταγή αυτής της ιστορίας περιλαμβάνει

- 80% αληθινά γεγονότα

- 10% φανταστικές αλλαγές στα ονόματα και στις τοποθεσίες προς αποφυγήν ταυτοποίησης των πραγματικών πρόσωπων, και

- 10% αυθαίρετα στοιχεία χάριν ποιητικής αδείας και παιδείας.

2. Αν δεν ξέρετε ποιος είναι o Τσου Εν- Λάι, να το ψάξετε στο google. Μην τα περιμένετε όλα από μας….



Νίκος Γιαννόπουλος

Αθήνα



Nikos Giannopoulos
27 Ιουλίου στις 7:22 μ.μ. ·