Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαριάννα Παπουτσοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μαριάννα Παπουτσοπούλου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Νοεμβρίου 2014

Μαριάννα Παπουτσοπούλου από τον Ανεμοδείκτη της ( μυθιστόρημα υπό έκδοση )



...... Παλιότερα έπαιζα διαλύοντας τις νερομπογιές μου σε μικρά μπουκαλάκια – περισσευούμενα – έπειτα τα κοίταζα στο φως. Τώρα πια ζωγραφίζω. Στο σχολείο κάτι τέτοια τα ενθαρρύνουν οι δάσκαλοι. Ο πατέρας όμως δεν θέλει ούτε ν’ ακούσει για καλλιτεχνικά μελλούμενα. Θα σπουδάσω, όπως όλοι μου οι φίλοι. Διαβάζω. Διαβάζω ό,τι θέλω εγώ, από πάνω τα θρησκευτικά κι από κάτω το Λεωφορείον ο Πόθος. Τέλειο ταίριασμα, αμαρτία κι εξιλέωση. Δεν είναι χιαστό, είναι αναλογία. Οι γονείς μου βγαίνουν πολύ τα βράδια μετά τις δουλειές τους. Με τους φίλους τους, με τους ανθρώπους από τη δουλειά του πατέρα. Η μαμά είναι ένα όραμα ομορφιάς που ευωδιάζει όταν φεύγει – η ψυχή μου παλιότερα πήγαινε να σπάσει όποτε έφευγαν. Διψούσαν για λίγη ζωή πιο καλή, βλέπεις, για λίγη άνεση – δεκαετία του ’60. Ακόμα θυμάμαι τα λάτιν και τις μόδες εκείνου του καιρού, όσο και τις σαμπάνιες για τη νίκη του κέντρου στις εκλογές. Χάλι γκάλι, που λες κι εσύ.
Τ’ αμερικάνικα αυτοκίνητα με τα γατίσια μάτια που με τρόμαζαν τις νύχτες στο δημοτικό, έχουν γίνει γαλλικά κι εγγλέζικα, τα τάνκς όμως παραμένουν μάλλον αμερικανικής εμπνεύσεως. Ωστόσο οι παλιοί μακρονησιώτες θείοι μου τρώνε ελβετικές σοκολάτες χωρίς ενοχές και θεωρούν πως βρίσκονται σε διαρκές πάρτυ. Όλα τούτα δεν μιλούν στην ψυχή μου. Η Όλγα είναι πιο καλή.

Ακούει τον Καζαντζίδη της στο ραδιόφωνο με το μεγάλο πράσινο μάτι – τον Πολύφημο – κι έτσι έμαθα κι εγώ τι λέει ο κόσμος νταλκά, σεβντά και νοσταλγία. Ο Μάνθος της είναι στρατευμένος μακριά και η Όλγα όλο σιγοκλαίει. Τη λυπάμαι, αν ποτέ μάθω να γράφω, πρέπει κάπου να τη θυμηθώ˙ τόσο αίσθημα και τόσο αληθινό. Δεν ξέρω αργότερα σαν τον παντρεύτηκε και έφυγαν μαζί στην Αυστραλία, τί ν’ απέγινε; Πώς να έζησαν; Πώς νά ’ναι τάχα τα παιδιά τους; Η Όλγα με δίδαξε πόσο είναι σκληρό να δουλεύεις έτσι, υπηρετικό προσωπικό, ας είναι και στους πιο καλούς αφεντάδες. Δεν αντέχω να έρχονται στο σπίτι γυναίκες για τις δουλειές, προσπαθώ κι ό,τι προλάβω. Πάλι βρωμίσαμε. Άσε που μου έμεινε ένα κουσούρι που μοιάζει δουλικό – όποιος ζητήσει τίποτε – χάρη, εξυπηρέτηση, νερό – τρέχω πρώτη να προλάβω μή κι αγγαρέψουν κάποιαν Όλγα, που στα μάτια της νεανικής ζωής μου ήταν και μένει η προσωποποίηση της Σταχτοπούτας. Μόνο μια καλή νονά της έλλειψε. Εγώ, που είχα μια καλή νονά, την είδα πολύ σκεπτική σαν γύρισε από το Παρίσι με τη μεταπολίτευση να μου λέει˙ «Τι γυρεύεις εσύ σ’αυτό το κόμμα της αριστεράς, εσύ ήσουν τρυφερό παιδί.» Είχε δίκιο βέβαια. Στα κόμματα θα βρείς – αν τη βρείς – την καρδιά της αριστεράς; Καλλίτερα κοντά τους ή και λίγο μακρύτερα.

Τρίτη 27 Μαΐου 2014

Μαριάννα Παπουτσοπούλου Κύαμοι

ακουαρέλα της Φωτεινής Στεφανίδη



Κύαμοι


Όσους κυάμους κι αν εξαγοράσεις,

όσα φτηνιάρικα προφίλ κι αν σκαρφιστεί

η παρδαλή μηντιακή αυλή,
την πείνα του φτωχού πως θ' αντικρίσεις
αναμαλλιάρα Ιουδήθ,
με το σπαθί της αναδυομένη,
στο πιο βαθύ το βλέμμα εσταυρωμένη,
του τελικού εκείνου πολυφωνικού
παγκόσμιου Κριτή;


μ.π

26/5/2014 · 







Σάββατο 26 Απριλίου 2014

Μαριάννα Παπουτσοπούλου, απόσπασμα από την ανέκδοτη νουβέλα, Αίσια, εξαίσια...



Μαριάννα Παπουτσοπούλου
25/4/2014  


....Έτσι λοιπόν έζησαν και ζουν ακόμα, όπως όλοι, δύσκολα, και ο καθένας επιμένει να ερμηνεύει όσα ζει κατά τον μοναδικό χαρακτήρα και τρόπο του. Γιατί όπως και να ‘χει, πάντα είμαστε μόνοι με τις σκέψεις, τις ενοχές και τα ενδόμυχά μας ανεξιχνίαστα αισθήματα, ολομόναχοι απέναντι στο Θεό, τον Άλλο, το Άπειρο. Χωρίς οδηγίες χρήσεως, φυλλάδια, στατιστικές και συμβούλους, και προ παντός δίχως ηλεκτρονικό πλοηγό. Και με όλα εκείνα τα αλλεπάλληλα σοκ, όποτε η κουρτίνα, μ’ ένα ξαφνικό αεράκι, αποκαλύπτει τις άγνωστες πλευρές του συντρόφου και του εαυτού. Πόσο απρόθυμα δεχόμαστε οι περισσότεροι τη διαφορά των δικών και των ξένων… Πόσο ανυποψίαστοι για τις όψεις που μπορεί να κρύβει η αρχική συσκευασία, λες κι εμείς δεν κρύβουμε μέσα μας το δικό μας κοντραπούντο. Εξόν και βρούμε … τη μαγική λυδία κούκλα.
Μπάμπουσκα, η φιλοσοφική κούκλα. Σπουδαίο μυστικό που το μαθαίνεις αργά και που, εάν το αντιλαμβανόσουν νωρίτερα, θα σε έσωζε από πολλά. Γιατί θα έβρισκες ενδιαφέρον μέχρι και απόλαυση μελετώντας τις όψεις του ανθρώπου σου, θα είχες βρει την ανθρώπινη ματιά σου. Μη φανταστείς καμιά τρελή ευτυχία, απλώς η κατανόηση και το χιούμορ που γεννά αυτή η οπτική σε προστατεύουν καλύτερα, εσένα και τους άλλους φυσικά. Ανακαλύπτεις τρόπους να γκρεμίζεις το απόλυτο, συνεχίζεις χωρίς να κόβεις όλα τα σχοινιά, κυρίως χωρίς να απελπίζεσαι σαν όλα στραβώνουν, και επιτέλους διεκδικείς μια δυνατότητα χωρισμού (αμήν!), αν οι καταστάσεις όπως εκδιπλώνονται στην καθημερινότητά σου δεν σου λένε τίποτα πια ή σε διαψεύδουν άθλια… Όπως ο Παναγής που νιώθει οίκτο για τη Μαρίκα, αλλά και εκείνη κάτι ανάλογο, αφού φαντάζεται πως έχει να κάνει μ’ ένα σοφό και κάπως ματαιόδοξο παιδί, κι όχι με τον τυραννισμένο άνθρωπο που αυτός είναι. Τί καταφέρνουν μ’ όλα αυτά; Ίσα που κρύβουν την απώλεια της παλιάς θέρμης που τους ένωσε, τη φτώχεια της ανθρώπινης σχέσης. Αδύνατο ν’ αποδεχτούν ο ένας τον άλλο ακριβώς όπως εξελίσσεται, αδύνατο και να δουν το πλούσιο αμοιβαία βάθος γιατί αντιφάσκει. Νιώθουν λοιπόν και οι δυο διαψευσμένοι, κι έτσι σωπαίνουν. Κι αυτό, επειδή εκείνος είδε κάποτε ένα πλάσμα άυλο και ονειρικό, εικόνα που διόλου δεν κολλάει με τις μικρές, κάποτε και μικροπρεπείς της έγνοιες για ασφάλεια, οικονομική προκοπή και κοινωνική ανάδειξη, που επιπλέον την περιμένει αποκλειστικά από κείνον, λες και υπέγραψαν με το γάμο τους συναλλαγματική διαρκούς ευδαιμονίας…


Μαριάννα Παπουτσοπούλου, από την ανέκδοτη νουβέλα, Αίσια, εξαίσια...

Πέμπτη 24 Απριλίου 2014

Μαριάννα Παπουτσοπούλου Τι άλλο;



Μαριάννα Παπουτσοπούλου
24/4/2014


Τι άλλο;

Πέρα απ' όσα ίσως θα μπορούσαν σου πουν
οι πειρατές και θηρευτές κοινότροπων ερώτων,
πιο πέρα απ' όσα ζήσαμε παράταιρα,
πικρά ή γλυκά,
βλέπω βαθιά στα μάτια σου τα εσωτερικά,
κι αναγαλλιάζω ως βλάστησις αγρία,
που μόνο μια της έμεινε σοφή απαντοχή,
(μιλάω σωστά;)
του στίχου σου η τροπική αναστάτωση
κι ευδία...!
Τί άλλο θέλεις πια...

μ.π.

Μαριάννα Παπουτσοπούλου απο την ανέκδοτη νουβέλα, Αίσια, εξαίσια.

...Μα και κείνοι οι άλλοι, που τίποτα δεν τους πήγε καλά, και κάνουν από έναν έρωτα που έδυσε άλλον έρωτα για τη δουλειά τους, αντλώντας από την πληγή. Κι ανίσως κάποιοι κοντινοί αρνιούνται να τους καταλάβουν, δεν πειράζει, γιατί έτσι υπαγορεύει το είναι τους. Έρωτας δημιουργικός, ανεμόσκαλα, η φωτεινή κλωστή τους… Κι οι άλλοι, που τους χωρίζουν αξεπέραστοι φραγμοί ή και αγεφύρωτα χάσματα, κοινωνικά, θρησκευτικά, ακόμα και στις αντιλήψεις τους, αλλά κρατούν τις ψυχές τους κοντά με την ακοίμητη έγνοια και την αναπόληση, γιατί απλά αγαπιούνται. Τα μάτια του άλλου ανάμεσα από το παγερό συρματόπλεγμα. Τα μάτια του άλλου, ό,τι κι αν παρεμβάλλεται για να τα κρύψει, μέσα μας ή έξω μας. Σοφή τέχνη της ανάμνησης, προστάτης άγγελος της αγάπης… Γιατί ο έρωτας δεν ζει δίχως πυκνές αναλήψεις του παρελθόντος στο παρόν, εκούσιες, εμμονικές, σκόπιμες και εντελώς ψαγμένες. Πώς αλλιώς να ντύσεις την επόμενη μέρα φωτίζοντάς την με τα επεξεργασμένα, συγκλονιστικά προηγούμενα. Πώς να αποσπάσεις από την άτεγκτη φραγή της τρέχουσας πραγματικότητας, σπάνιες στιγμές, ώρες σημαδιακές -γεννήσεις, αρρώστιες, συνάντηση, πένθη- όπου το αγαπημένο πρόσωπο γίνεται σωστό εικόνισμα, μα και τα όνειρά σου, αυτή τη ρίζα της ψυχής, δίχως τη μνήμη και τη φαντασία; Καλά που έγραφε ο Κίρκεγκωρ…

Εξόν και μάθεις τελικώς μ’ όλα αυτά ν’ αγαπάς, οπότε αλλάζει το τοπίο εντελώς, φωτίζεται από άλλη γωνία, εσωτερικής καύσης. Και τότε πλησιάζεις μια πολύ ζόρικη αλήθεια, ο πόνος εγγυάται τη λιγοστή ευτυχία στον κόσμο μας. Ίσως γι’ αυτό, μόνο εκείνοι που η ζωή τούς πάτησε κάτω σαν άδειο τενεκεδάκι αναψυκτικού και αναγκάστηκαν να γλύψουν την πληγή ολομόναχοι, μόνο αυτοί, δικαιούνται να μιλούν στα σοβαρά για κάτι τέτοια και να τους πιστεύεις. Και αυτοί ακριβώς είναι που μιλούν αργά ή ποτέ, αντέχοντας πολύ καιρό το ανείπωτο, ώσπου βρίσκουν μέσα τους αυτό που τους σώζει ή δεν το βρίσκουν. Και τα λοιπά ρουτίνα. Ρουτίνα απαραίτητη για την ευημερία μας και την ασφάλεια, κυριώτατα για την περιουσία και τις προοπτικές, αλλά και των παιδιών, τη γαλήνη μας, το θάνατό μας και τον τάφο μας. «Πανάκριβα τα μνημεία, παιδάκι μου, αγορά, συντήρηση, τέλη κοιμητηρίου, καθαρισμός!» Χώρια η πανάκριβη μνήμη… Επειδή τίποτε δεν μπορεί να σε σώσει εφόσον κολλάς στο κέλυ-φος των προσωπικών αναγκών, πεταλίδα θα μείνεις. Ας μη καταριώνται οι άνθρωποι την τύχη τους λοιπόν. Υπάρχει τυχαίο και τυχερά επίσης, όμως πάνω απ’ όλα μετρά η διαχείριση που κάνεις όταν βρεθείς ριγμένος σ’ αυτά.


απο την ανέκδοτη νουβέλα, Αίσια, εξαίσια.


Μαριάννα Παπουτσοπούλου
24/4/2014

Σάββατο 19 Απριλίου 2014

Μαριάννα Παπουτσοπούλου ΜΑΜΑ ΦΡΑΝΚ, Γαβριηλίδης, 2013 (απόσπασμα)


Μαριάννα Παπουτσοπούλου
19/4/2014
"... Όμως άκου: Η γιαγιά ήταν μόνο η αρχή, κι από τότε μου έτυχε να γνωρίσω εκατοντάδες ανθρώπους -τέτοια ήταν η δουλειά μου, που γνώρισα αμέτρητους- ε, λοιπόν, όποτε γινόταν το θαύμα κι όλα έστρεφαν φιλικά, θεραπευτικά, πιο ανθρώπινα, κάποιος που της έμοιαζε βρισκόταν εκεί ή περισσότεροι. Οι ζυγοί αριθμοί μας ενώνουν γλυκά κι οι μονοί μας μπερδεύουν τα μέγιστα. Οι αλήθειες μπορεί να κρατούν την ερημική τους διαύγεια, όμως η αλήθεια είναι θερμή μ’ άλλο τρόπο. Τι λένε οι καρδιές όταν λιγάκι ζεσταθούν, σε συμπαθώ και σε καταλαβαίνω. Όταν όμως βασιλεύει ο εαυτός, ο Θεός αποσύρεται. Έτσι λειτουργεί το Τσιμ Τσουμ κι όχι μόνιμα. Θα πεις, μας παίρνουν στο λαιμό τους τον υπόλοιπο καιρό οι παλιάνθρωποι, ε, ναι. Ας φροντίσουμε λοιπόν να είμαστε σταθεροί ή να γίνουμε περισσότεροι."

Μ.Π. ΜΑΜΑ ΦΡΑΝΚ, Γαβριηλίδης, 2013


Σάββατο 25 Ιανουαρίου 2014

Μαριάννα Παπουτσοπούλου Αδικοχαμένοι


Μαριάννα Παπουτσοπούλου
24/01/2014
Αδικοχαμένοι

Λιποθυμώντας την αποθυμιά του μήλου 
Που δεν έδεσε,
Ο αδικοχαμένος δίκαιος λογιάζεται.
Κύκλος που έκλεισε νωρίς στη ρίζα του λαιμού
Θρηνητικό στολίδι κι αρραβώνας του καιρού
Στο μυριολόι ο αδικοχαμένος
Ανασταίνεται.

Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2014

Μαριάννα Παπουτσοπούλου Τρία μικρά ποιήματα


Μαριάννα Παπουτσοπούλου
15 Ιανουαρίου
Τρία μικρά ποιήματα
Θεός
Άμμος είμεσθεν 
σωροί 
αμμοθίνες...
στην άκρη της ερήμου.
στο κύμα κατάστηθα
μασουλάμε 
πικρά τα ξερόφυλλα
άκαρπη γνώση.
δάφνες δίβουλες 
καιρών τωρινών,
μαντικά χαρτιά 
στις αντέννες.
Μη φοβάσαι.
Τη μοίρα των άμμων,
Ο Θεός μόνος
ορίζει. 


μυστικό

ό,τι κι αν βρεις, ό,τι κι αν πεις,
όσο και αν με χτυπήσεις, 
αυτό που έχω πιο βαθιά 
να λιώσεις δεν μπορείς.
Είναι πολύ κι είναι βαρύ, 
κι είναι σαν κρόκου ανάσα
σε περιβόλι που κανείς δεν είδε,
κι ούτε πρόκειται να δεί 
εξόν και πιάσει ανάλαφρα 
μιαν άκρη μυστική.

Πρώτη σελίδα

Σ' αγαπώ σαν τη πρώτη χαρά και γαλήνη 
που σαν είδε του κόσμου την πικρή λησμοσύνη
εζυγιάστει κι επέτα για να στείλει μακριά 
τις καμπύλες ελπίδες στ' ουρανού τα φτερά... 

Μαριάννα Π. 2013


Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Χεράκια. Μαριάννα Παπουτσοπούλου


Μαριάννα Παπουτσοπούλου
Χεράκια.


Είναι κάτι γιαλόξυλα
Που μοιάζουνε χεράκια,
Του ήλιου ξεβρασμένα τάματα.
Χώμα κι αλάτι μες τη φλέβα τους κρατούν.
Μοιάζουν παλιά σκαριά
Που τραβηχτήκαν
Έχοντας κλείσει τους λογαριασμούς 
Με τα πληρώματα`
Φορτία, χυδαία γέλια, λάμιες των άδικων στροφών,
Κάβους της βίας…

Είναι κάτι γιαλόξυλα
Ίδια τα χέρια των παιδιών
Που δεν εχώρεσαν στην αγκαλιά μας και χαθήκαν.
Χέρια σπασμένα π’ άγιασαν, δείκτες ηλιακού,
Σκλήθρες ανάποδου καιρού.

Μ.Π. Μικρα χαμηλόφωνα. 2011

Δευτέρα 16 Δεκεμβρίου 2013

Το πρόσωπο μιας μέρας Μαριάννα Παπουτσοπούλου

Το πρόσωπο μιας μέρας.
Ι. 
Μάταιος κόπος;
Κάθε πρωί να βγεις
Από τα όνειρα
Τα δύσχρηστα βαριά υλικά
Να ψηλαφίσεις
-η ανάγκη βλέπεις-
Κι’ έπειτα στον τροχό που τρίζει μέταλλο
Λίγο από το τρυφερό της νύχτας,
Μια σταλιά, ν’ αφήνεις,
Μήπως και γύρει ανάλαφρα η στροφή,
Να μη μασάει τα γρέζια της 
Να μη ματώνει.

ΙΙ.
Ελάχιστο, και δύσκολο
Χωρίς καμίαν έξαρση,
εξόν φροντίδα,
Και μοιάζει σαν το φτάνεις κάπως θεϊκό
Γιατί πηγαίνει μοναχό μακρύτερα απ’ το πάθος
Κι έτσι συμβαίνει να κρατάς τους φίλους ...

Συμβιβασμός, μια τέχνη ταπεινή
Σαν του παλιού μπαλωματή.
Τα πόδια δεν κρυώνουν πια, κι ίσως τον βγάλεις το χειμώνα -
(Πρόσεξε μόνο μη βρεθείς γονατιστός, με τις παντόφλες.)

ΙΙΙ.
Άστρο 
Και λάμπει αδιάφορο
Τα κουρελιάρικα αποφόρια μας τινάζοντας
Ξύνει μια ζέστη
Στις πλατείες τριγυρνά 
Ρίχνοντας το τυφλό του μάτι πάνωθέ μας.
Στήνοντας ξώβεργες
Στα μαγαζιά και τα σκουπίδια μας
Και στις ρωγμές της πλάκας του πεζοδρομίου.
Γελώντας την αδικαιολόγητη, πες ανυπόφορη,
Την καλημέρα του.

Μ.Π. μικρα χαμηλόφωνα, 2009

Σιωπή Μαριάννα Παπουτσοπούλου

Σιωπή.

Αν η σιωπή ήταν χρυσή 
Τα λόγια σου θερμά τραγούδια
Χυμένα σε καλούπια
Καλοκαιρινού μεσημεριού,
Αν και τα δυο μας σώζαν ή μας τυραννούσαν άλλοτε,
Πως τα χαιρόμασταν !

Χάθηκαν δίχως άλλο τώρα όλ’ αυτά
Πίσω από ξώπορτες θωρακισμένες
Και τρόπο για να βρω ξανά τόση ομορφιά δεν έχω.
Μένει η σιωπή, άλλη σιωπή,
Ζυμάρι φουσκωμένη το παράπονο.
Απλώνει σα νερομπογιά, στάζει στο μαξιλάρι 
Κάθε νύχτα.
Ουρλιάζει η βουβή σιωπή
Κι οι χαρακιές της κάθε αυγή
Μεσ’ τον καθρέφτη- 
Το πορτρέτο της.

Μ.Π. μικρα χαμηλόφωνα. 2009