I
Με ξαναπέταξες πίσω λοιπόν,
ενώ μπορούσα να ’χω περπατήσει με τις ζωντανές ψυχές
πάνω απ’ το χώμα,
ενώ μπορούσα να ’χω κοιμηθεί ανάμεσα στα ζωντανά λουλούδια
τελικά·
απ’ την αλαζονεία σου λοιπόν,
απ’ τη σκληρότητά σου
με πέταξαν πίσω
εκεί που οι νεκρές λειχήνες στάζουν
στάχτες νεκρές πάνω σε βάλτο τέφρας·
απ’ την αλαζονεία σου λοιπόν,
έγινα τελικά κομμάτια,
εγώ που είχα ζήσει δίχως να το ξέρω
που είχα σχεδόν ξεχαστεί·
αν μ’ είχες αφήσει να περιμένω
εγώ είχα περάσει απ’ την ατονία
στη γαλήνη,
αν μ’ άφηνες ν’ αναπαυτώ με τους νεκρούς,
εγώ σε είχα ξεχάσει
μαζί και το παρελθόν.
II
Εδώ μονάχα φλόγα πάνω στη φλόγα
και μαύρο ανάμεσα στις κόκκινες σπίθες,
λωρίδες μαύρο και φως
που καταλήγουν δίχως χρώμα·
γιατί να στραφείς
κι εγώ πρέπει ξανά την κόλαση να κατοικήσω
κι έτσι
να με πετάξουνε στο τίποτα;
Γιατί να στραφείς;
Γιατί να κοιτάξεις πίσω;
Γιατί εκείνη τη στιγμή να διστάσεις;
Γιατί να σκύψεις το πρόσωπό σου,
που το κρατούσε η φλόγα τού πάνω κόσμου,
πάνω στο πρόσωπό μου;
Τί ήταν αυτό που έσμιξε το πρόσωπό μου
με του δικού σου τη λάμψη
και το βλέμμα σου;
Τί ήταν που είδες στο πρόσωπό μου;
Τη λάμψη απ’ το δικό σου πρόσωπο,
τη φλόγα της δικής σου παρουσίας;
Τί είχε να προσφέρει το πρόσωπό μου,
εκτός απ’ το καθρέφτισμα της γης,
το χρώμα του υάκινθου
πιασμένο στην κοφτή σχισμή του βράχου
εκεί που έπεφτε το φως,
και το χρώμα των γαλάζιων κρόκων
και των χρυσών τη στιπλνή επιφάνεια
και της ανεμώνης,
γοργό στις φλέβες της σαν αστραπή
κι όμοια λευκό.
III
Σαφράνι από το κρόσσι της γης,
σαφράνι άγριο που έχει λυγίσει
πάνω από την κοφτερή άκρη της γης,
όλα τα άνθη που μέσα απ’ το χώμα περνούν,
όλα, όλα τα άνθη έχουν χαθεί·
όλα έχουν χαθεί,
όλα τα διαπέρασε το μαύρο,
μαύρο πάνω στο μαύρο
και από το μαύρο ακόμα χειρότερα
αυτό το άχρωμο φως.
IV
Κρόσσι πάνω στο κρόσσι
των γαλάζιων κρόκων,
κρόκοι περίκλειστοι πάνω στου εαυτού τους το γαλάζιο,
γαλάζιο εκείνου του πάνω κόσμου,
γαλάζιο του βάθους πάνω στο βάθος των λουλουδιών,
χαμένο·
λουλούδια,
αν έστω μια φορά μπορούσα την πνοή μου απ’ αυτά να πάρω,
κάτι αρκετό από αυτά,
περισσότερο από τη γη,
ακόμα κι απ’ την πάνω γη,
θα περνούσε μαζί μου
κάτω από τη γη·
αν μπορούσα ν’ αρπάξω από τη γη
της γης όλα τα λουλούδια,
αν έστω μια φορά μπορούσα στον εαυτό μου μέσα ν’ ανασάνω
τους κρόκους τους χρυσούς τους ίδιους
και τους πυρρούς,
την ίδια τη χρυσή καρδιά του πρώτου σαφρανιού,
όλο αυτό το χρυσαφένιο πλήθος
την έξοχη την ευωδιά ολόκληρη,
ίσως και να τολμούσα την απώλεια.
V
Λοιπόν απ’ την αλαζονεία σου
απ’ τη σκληρότητά σου
έχασα τη γη
και της γης τα λουλούδια,
και τις ζωντανές ψυχές πάνω απ’ το χώμα,
κι εσένα που πέρασες μέσα απ’ το φως
και ήρθες
άσπλαχνος·
εσένα που έχεις το δικό σου φως,
που είσαι παρουσία για τον εαυτό σου
που άλλη παρουσία δεν χρειάζεται·
όμως για την αλαζονεία όλη αυτή
και για το βλέμμα σου,
σου λέω τούτο:
μια τέτοια απώλεια απώλεια δεν είναι,
αυτός ο τρόμος, το μαρτύριο αυτό, αυτά τα δεσμά,
αυτοί οι λάκκοι μαύρου,
αυτός ο τρόμος, ναι,
απώλεια δεν είναι·
η κόλαση δεν είναι χειρότερη από τη γη σου
πάνω από το χώμα,
η κόλαση χειρότερη δεν είναι,
όχι, ούτε και τα λουλούδια σου
ούτε κι οι φλέβες σου από φως
ούτε κι η παρουσία σου,
απώλεια·
η κόλασή μου χειρότερη δεν είναι από τη δική σου
παρόλο που περνάς μέσα από τ’ άνθη και μιλάς
με τα πνεύματα πάνω από το χώμα.
VI
Απέναντι στο μαύρο
ο ζήλος μου είναι μεγαλύτερος
απ’ ό,τι ο δικός σου μέσα στην αίγλη εκείνου του τόπου,
απέναντι στο μαύρο
και το στεγνό γκρίζο
περισσότερο φως έχω εγώ·
και τα λουλούδια,
αν σου έλεγα,
θα στρεφόσουν τότε εσύ απ’ τα δικά σου βολικά μονοπάτια
προς την κόλαση,
θα στρεφόσουν ξανά και θα κοίταζες πίσω
κι εγώ θα βυθιζόμουν σ’ έναν τόπο
ακόμα πιο τρομερό απ’ αυτόν εδώ.
VII
Τουλάχιστον έχω του εαυτού μου τα λουλούδια,
και τις σκέψεις μου, κανείς θεός
δεν θα μου το στερήσει αυτό·
Έχω τη ζέση του εαυτού μου για παρουσία
και το δικό μου πνεύμα για φως·
και το πνεύμα μου με την απώλειά του
γνωρίζει τούτο:
αν και μικρό απέναντι στο μαύρο,
μικρό απέναντι στους δίχως σχήμα βράχους,
η κόλαση πρέπει να σπάσει προτού χαθώ·
προτού χαθώ
η κόλαση πρέπει ν’ ανοίξει σαν κόκκινο ρόδο
για να περάσουν οι νεκροί.
1917
Hilda Doolittle
Ευρυδίκη
Μετάφραση: Μαρία Λαϊνά
Στο έργο της H.D. βλέπουμε την οραματική χρήση του μύθου και την αυτοβιογραφική χρήση διαφόρων μυθικών προσωπείων. Η ποιήτρια χρησιμοποιούσε τη λυρική μορφή για να εξερευνήσει διάφορους κλασικούς μύθους ως κείμενα πολιτισμού, ως τα κατά κύριο λόγο ανδρικά λόγια που έχουν πει γυναικείες ιστορίες και έχουν κατασκευάσει την έννοια της γυναικείας φύσης.
Τα αρχαιόμυθα ποιήματα της H.D. δίνουν τον λόγο στις σιωπηλές γυναίκες της μυθολογίας, οι ιστορίες των οποίων έχουν ειπωθεί από μια αντρική λογοτεχνική και θρησκευτική παράδοση.
Όπως τονίζει η Rachel DuPlessis, η «Ευρυδίκη» της H.D., για παράδειγμα, αντιστρέφει τον παραδοσιακό θρήνο του Ορφέα για τη χαμένη του αγάπη παρουσιάζοντας μια Ευρυδίκη που καταδικάζει θυμωμένη τον σύζυγό της: «…Λοιπόν απ' την αλαζονεία σου/ απ' τη σκληρότητά σου/ έχασα τη γη/ και της γης τα λουλούδια…». Η Ευρυδίκη μετά μεταμορφώνει την παραμονή της στην κόλαση σε ανεξαρτησία: «…Τουλάχιστον έχω του εαυτού μου τα λουλούδια/ και τις σκέψεις μου, κανείς θεός/ δεν θα μου το στερήσει αυτό·/ Έχω τη ζέση του εαυτού μου για παρουσία/ και το δικό μου πνεύμα για φως…».
«Το ποίημα της Hilda Doolittle «Ευρυδίκη» γράφτηκε το 1916, κατά τον οδυνηρό χωρισμό της από τον σύντροφό της. Εδώ η Ευρυδίκη δεν είναι πλέον σιωπηλή, αλλά μια θεληματική ηρωίδα. Η H.D. όπως επικράτησε να τη λένε, έδωσε φωνή σε μια γυναικεία μορφή που είχε για πολύ καιρό παραμείνει στον πολιτισμό μας άφωνη, μια χαμένη φωνή της αρχαιότητας, και μιλά για την πραγματικότητα μιας γυναίκας που αντιπαλεύει την ανδρική μποέμικη επιθυμία.
Στο ποίημα εκφράζει τη μεγάλη οργή και απόγνωση προς τον σύντροφό της που την οδήγησε στην πρώτη ευτυχία, αλλά μόνο για να γυρίσει να την κοιτάξει, να την αρνηθεί και απορρίψει. Τον κατηγορεί για αλαζονεία κι εγωισμό, και εκφράζει την ευκολία με την οποία καταστρέφει η σκληρότητα.
Αλλά η H.D. στο τέλος επαναλαμβάνει ότι δεν θα χαθεί ποτέ, καθώς δεν υπάρχει μόνο σε σχέση με κάποιον άλλο. Η Ευρυδίκη μεταμορφώνεται από αδύναμη κι εύθραυστη σε ζωηρή και άφοβη.»
(Μπολιάκη 2008:569-570)
Το ποίημα «Ευρυδίκη» της H.D. γράφτηκε το 1916 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1917 στο περιοδικό The Egoist. Η ηρωίδα της θέλει να ζήσει, είναι θυμωμένη με τον Ορφέα, και απελευθερώνεται για να αποδεχτεί τη ζωή στον κάτω κόσμο. Ο Ορφέας άμεσα πίσω από το ποίημα είναι ο D.H. Lawrence, ο οποίος εκείνη την περίοδο στρατολογούσε γυναίκες ως μαθητευόμενες, και υπήρξε τυραννικός λογοτεχνικός σύμβουλος της H.D. Ίσως αυτός να ευθύνεται για την εξαφάνιση της φωνής του Ορφέα από το ποίημα, αφού είχε πείσει την H.D. να γράφει μόνο τη γυναικεία φωνή που γνώριζε. Το γεγονός ότι το αποδέχτηκε αυτό, παρά το επιχείρημά της ότι κι εκείνος σκιαγραφούσε πειστικά τις γυναίκες στα μυθιστορήματά του, μας δείχνει ότι η επιθυμία για αυτονομία στο ποίημα περιλαμβάνει την επιθυμία για τη δική της διαφιλονικούμενη καλλιτεχνική ακεραιότητα. Πίσω από τον Lawrence βρίσκονται ο Ezra Pound και ο Richard Aldington, ο σύζυγος που τότε την εγκατέλειπε. Όλοι της έλεγαν τι να κάνει με την τέχνη της και με τη ζωή της και η θέση της ως γυναίκας και ποιήτριας ήταν αμφισβητούμενη και περίπλοκη. Από αυτό το συναισθηματικό μείγμα υποταγής και αντίστασης γεννήθηκε το ποίημα.
Η Ευρυδίκη της H.D. καταδικάζει τον εραστή, ο οποίος, από την αλαζονεία και τη σκληρότητά του, την άφησε και μετά την έστειλε πίσω στον κάτω κόσμο αφού ενόχλησε την ησυχία της. Δεν υπάρχει καμία άλλη πλοκή ή χαρακτήρας πέρα από τη φωνή της Ευρυδίκης. Η συναισθηματική αυθεντία του ποιήματος βασίζεται αποκλειστικά στη γνησιότητα του παραπόνου της. Αλλά, αντί να βλέπει τον εαυτό της ως το αιώνιο θύμα, ανακοινώνει τη νίκη της στα τρία τελευταία μέρη του ποιήματος, όπου αναγνωρίζει τον κάτω κόσμο και τη θέση της εκεί και ότι θα υπάρχει εκεί μέχρι να καταστραφεί ο Άδης.
«Από τις ποιήτριες, κυρίως, συντελέστηκε μέσα σ' αυτόν τον αιώνα η αποκατάσταση της Ευρυδίκης, η φωνή της οποίας είχε ελάχιστα ακουστεί σε άλλες εποχές […]. Πλανημένη σε βουκολικά, ειδυλλιακά τοπία και εκτεθειμένη στην αδιαφορία του Ορφέα, άλλοτε πάλι σε μπαρόκ σκηνές παθητικότητας, απροστάτευτη λίγο πριν και αμέσως μετά το μοιραίο βλέμμα του άντρα της, ήταν πάντοτε ένα περιπαθές ορφικό αντικείμενο: η τέλεια νεκρή αγάπη, ένα ιδανικό γυναίκας μέσα στον πνευματικό και ψυχικό παροξυσμό του Ορφέα, οπωσδήποτε ένα υποκείμενο που, όπως λέει ο Marcel Detienne, «αναλώνεται πλήρως στο εσωτερικό μιας σχέσης έρωτα».
Είναι η ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης, εκτός από ιστορία μιας αγάπης που ξεπέρασε το θάνατο, και ιστορία της ανικανότητας του άνδρα να κυριαρχήσει πάνω στην επιθυμία τους; Μήπως ο Ορφέας, που θαύμαζε χωρίς ποτέ να έχει «δει» την Ευρυδίκη και που με το «πρώτο» βλέμμα του τη σκότωσε, είναι ο πρωταγωνιστής σε μια ιστορία προδοσίας, μήπως από τη θέση ενός εγωιστικού, ναρκισσιστικού έρωτα, απαρνήθηκε την Ευρυδίκη καταδικάζοντάς την, τη στιγμή της σωτηρίας της, να ξαναγίνει σκόνη; Την πίκρα της Ευρυδίκης, ενώ ξαναγυρίζει στο σκοτάδι —περισσότερο από τον πόνο, την απελπισία του Ορφέα— αλλά και τη μεγαλοσύνη του δικού της έρωτα επιμένουν να τραγουδούν και να εγκωμιάζουν οι σύγχρονες ποιήτριες.»
(Βαροπούλου 1998: από την εισαγωγή)
Στοιχεία Έκδοσης:
Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. 1998. Ορφέας και Ευρυδίκη στην ποίηση του εικοστού αιώνα. Επιλογή κειμένων Ελένη Βαροπούλου. Αθήνα: Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
Βιβλιογραφία-Δικτυογραφία:
Μπολιάκη, Ελένη. 2008. «Η πνιγμένη φωνή της Ευρυδίκης». Στο: Λόγος γυναικών. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Κομοτηνή 26-28 Μαΐου 2006. Επιμ. Βασιλική Κοντογιάννη. Αθήνα: Ελληνικό λογοτεχνικό και ιστορικό αρχείο. 559-571.
Doolittle, Hilda. 1982. Collected Poems 1912-1944. New York: New Directions Publishing Corporation.
Πηγή:
ΨΗΦΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ, Νόστος. Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία
Φωτογραφία H.D., c. 1921 https://en.wikipedia.org/wiki/H.D.
