Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ελύτης Οδυσσέας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Πάτμος, Ο Χαρταετός - Από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη “Μαρία Νεφέλη', Ίκαρος, 1978




1. Πάτμος


2. Ο Χαρταετός


Από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη “Μαρία Νεφέλη', Ίκαρος, 1978



ΠΑΤΜΟΣ

Είναι πριν τον γνωρίσεις πού αλλοιώνει ο θάνατος·

από ζώντας με τις δαχτυλιές τον επάνω μας

ημιάγριοι το μαλλί αναστατωμένο σκύβουμε

χειρονομώντας πάνω σ’ ακατανόητες άρπες. Άλλ’

ό κόσμος φεύγει. . .

“Αι αϊ δυό φορές τ’ ωραίο δε γίνεται

δε γίνεται ή αγάπη.


Κρίμας κρίμας κόσμε

σ’ εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί·

και κανείς κανείς δεν έλαχε

δεν έλαχε ν' ακούσει ακόμη

καν φωνήν αγγέλων καν υδάτων πολλών

καν εκείνο το “έρχου' πού σε νύχτες αϋπνίας μεγάλης ονει-

ρεύτηκα


Εκεί εκεί να πάω σ’ ένα νησί πετραδερό

πού ο ήλιος το λοξοπατάει σαν κάβουρας

κι όλος τρεμάμενος ο πόντος ακούει κι αποκρίνεται.


Πάνοπλη με δεκάξι αποσκευές με sleeping bags και χάρτες

πλαστικούς σάκκους κοντάμετρα και τηλεοπτικούς φακούς

κιβώτια με φιάλες μεταλλικό νερό

κίνησα — δεύτερη φορά — και τίποτα.


Κιόλας η ώρα εννιά στον μόλο της Μυκόνου

έσβηνα μες στα ούζα και στα εγγλέζικα

θαμώνας ενός ουρανού ελαφρού όπου όλα

τα πράγματα βαραίνουν δυο φορές το βάρος τους

ενώ τεντώνεται από τ’ άστρα ο λώρος

να κοπεί και χάνεσαι. . .





Κοιμήθηκα όπως μόνον μπορεί να κοιμηθεί κανείς

πάνω σ’ ένα κρεβάτι πού το ζέσταναν οι ράχες άλλων·

βάδιζα λέει σε παραλία ερημική

οπού ή σελήνη αιμορραγούσε και δεν άκουγες παρά

του ανέμου τα πατήματα πάνω στα σάπια ξύλα.

“Ως το γόνατο μες στα νερά πήρα να φέγγω

από μέσα μου μεράκι αλλόκοτο

άνοιξα τα πόδια

σιγά-σιγά τα σπλάχνα μου άρχισαν

μώβ κυανά πορτοκαλιά να πέφτουν·

με στοργή σκύβοντας τα ‘πλενα ενα-ενα

προσεχτικά προ πάντων στα σημεία που έβλεπα

να ‘χουν αφήσει ουλές οι δαγκωνιές του Αόρατου.


Ώσπου τα μάζεψα όλα στην ποδιά μου

δίχως να βηματίσω προχωρούσα

φυσούσε η μουσική και μ έσπρωχνε

κομμάτια θάλασσες εδώ — κομμάτια θάλασσες πιο πέρα.

Θέ μου που πάει κανείς όταν δεν έχει μοίρα

που πάει κανείς όταν δεν έχει αστέρι

άδειος ο ουρανός άδειο το σώμα

και μόνο η πίκρα στρογγυλή γεμάτη

μες στη σελήνη τη μισή σαλεύοντας τ’ αγκάθια της

ένας ακόμη που δε γίνεται ποτέ να πιάσεις

θηλυκός αχινός.


Επάνω κει ξύπνησα μες στο ξένο σπίτι·

πασπατεύοντας μέσα στα σκοτεινά το χέρι μου

πάνω στο ψαλιδάκι των νυχιών έβρισκε την αιχμή.

Λύση της σννεχείας του δέρματος

η αιχμή λύση της συνεχείας του κόσμου.

Εδώθε ο χαμός — εκείθε η σωτηρία.

Εδώθε το mercurochrome το tensoplast

εκείθε το θηρίο λυμαίνοντας τις ερημιές

ουρλιάζοντας δαγκώνοντας

σούρνοντας μέσα στους καπνούς τον ήλιο.


Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν

έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα

τιμωρημένη

ώρες και ώρες.

Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω

κάτι σαν την “ανάμνηση τον μέλλοντος'

όλο δέντρα πον έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε

ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .


Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά

και μου χαμογελονσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: “δεσποινίς'

φοβόμουνα και μον άρεσε.

Ήταν οι “πάνω άνθρωποι' έτσι τους έλεγα

δεν ήταν σαν τους “κάτω'·

είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια'

μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι ' Ή Άννέτα με τα σάνταλα'

' Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης'

το “Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει'

(ναι θυμάμαι και αλλά)

το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν

αίφνης εκείνο το “Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί

για σένα'.

Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης

μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα

το ποδήλατο του με άκρα προσοχή

το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·

υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον

αέρα

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε

τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε

το δωμάτιο μου ανέβαινε

ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη καί μαγνόλια

το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας

ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως

ένας απειροελάχιστος σεισμός

που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·

δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας

και όμως η εναντίωση

αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται

σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο

που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου

τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε

η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες

με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου

χειροκροτούσαν — απίστευτων χρόνων θραύσματα

μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές

μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου

θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·

τι ωραία Θεέ μου τι ωραία

χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Από το cd που συνοδεύει το περιοδικό “Η ΛΕΞΗ'. τεύχος 190, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2006
Η Έλλη Λαμπέτη διαβάζει Οδυσσέα Ελύτη






 Δημοσίευση στο : Ποιείν, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Οδυσσέα Ελύτη, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη» Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987 (απόσπασμα)


Α΄
ΤΕΧΝΗ – ΤΥΧΗ – ΤΟΛΜΗ, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις που μου 'ρχονται κάθε φορά στο νου, όταν ετοιμάζομαι ν' ανοίξω ένα γράμμα, κι αργοπορώ, κοιτάζοντας τη μεγάλη και τυπική σφραγίδα των Τ.Τ.Τ. Τη δικιά μου σφραγίδα είναι καιρός τώρα που την κουβαλώ με αδικαιολόγητην υπερηφάνεια χαραγμένη επάνω στο δέρμα μου και συνήθισα πάντα να τη διαβάζω σύμφωνα και μόνο με τα αισθήματα που μου την εμπνεύσανε.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, οι τρεις αυτές λέξεις, συνοδεύοντας πεισματικά το περιεχόμενό τους, γίνανε αμέσως-αμέσως δορυφόροι άσβηστοι γύρω από την πρώτη μου εφηβεία, γύρω από την πρώτη μου αντίληψη του κόσμου, δορυφόροι που ακόμη κι ως τα σήμερα, με αποκορυφωμένη ένταση, δεν παύουν να μου είναι πιστοί. Ωστόσο, ανάμεσα σ' όλα τα κυματιστά, μονά ή ζυγά, χρόνια που μας φέρνουν πιο κοντά ή πιο μακριά σ' εκείνα που αγαπούμε, δεν είναι —ας τ' ομολογήσουμε— και μερικά που, σάμπως ν' ανάβει άξαφνα μέσα τους ένας λαμπτήρας από ισχυρότατο φως, ανεβαίνουνε μονομιάς πάνω από την επιφάνεια και ξεχωρίζουνε αποφασιστικά; Δεν είναι αυτά που, χάρη στο πυκνό τους περιεχόμενο, αποχτούνε μια σμαραγδένια λάμψη και στερεότητα και περνιούνται σα δαχτυλίδια θύμησης δημιουργικής στα δάχτυλα όσων ανθρώπων θέλησαν μια μέρα να βαδίσουν έξω από την κοινή γραμμή — πιο ψηλά ή πιο χαμηλά, αδιάφορο, πάντα όμως προς κάποιαν εφικτήν ή ανέφικτη κατάκτηση;
Για μένα, σήμερα, τη στιγμή τούτη που γράφω, η χρονιά του 1935, σημαδεμένη από την πρώτη μου επαφή με την ελληνική φύση, την πρώτη μου γνωριμία κι εφαρμογή του Υπερρεαλισμού, την ανακάλυψη του ζωγράφου Θεόφιλου, την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων φίλων μου ποιητών, και το φανέρωμα ενός τολμηρού για την Ελλάδα περιοδικού όπως τα Νέα Γράμματα, σβήνει και ξανανάβει σα φαροφόρα σημαδούρα στο μικρό πέλαγος όπου αγαπώ παντοτινά μου να ταξιδεύω. Θέλω να φαντάζομαι ότι κάθε καλόπιστος αναγνώστης θα δει τ' ασήμαντα αυτά γεγονότα σα σημαντικά, μια που δεν αποτελούν τις πτυχές ενός ιδιωτικού βίου αλλά τους πυρήνες μιας κατάστασης πέρα για πέρα αντικειμενικής.
Υπάρχουνε στη ζωή του ανθρώπου στιγμές που μ' ένα τους βιαστικό και ασύλληπτο ανοιγοσφάλισμα δείχνουν λουσμένο σε φως παράξενο το γύρω του κόσμο, γυμνωμένο από την καθημερινή του σημασία και φανερωμένο με μιαν άλλη, μια πρωτοείδωτη —την αληθινή του άραγε;— φυσιογνωμία. Υπάρχουν στιγμές όπου τα πράγματα και τα γεγονότα, όσα μοιάζουν να ορίζουν στεγνά κι αδυσώπητα το δρόμο του, βγαίνουνε από την τροχιά τους για να λάμψουνε μ' ένα άλλο νόημα και μ' έναν άλλο προορισμό στιγμές όπου ο άνθρωπος βλέπει άξαφνα τον εαυτό του να βαδίζει σε μονοπάτια που ποτέ του δε διάλεξε, κάτω από δεντροστοιχίες που του είναι αδύνατον ν' αναγνωρίσει, πλάι σε ανθρώπους που ορθώνονται στο ανάστημα των ολοφάνερων αισθημάτων του, για να γίνουν οι φίλοι, οι φίλοι του, όπως θα ήθελε πάντοτε να υπάρχουν και να τον προσμένουν εκεί, σε μια πικρή γωνιά της ζωής του. Κανένα ξένο στοιχείο, καμιά υπεραισθητή παρουσία δεν έρχεται να δικαιολογήσει την παράξενη ετούτη τροπή που παίρνει, σε παρόμοιες στιγμές, ο κόσμος. Απλά, γήινα, ανθρώπινα, είναι τα ίδια πράγματα, οι ίδιες πράξεις που παρουσιάζονται σε μια δεύτερη κατάσταση, πιο αληθινή απ' την πρώτη, μια κατάσταση που, για να την ξεχωρίσουμε, θα 'πρεπε να την ονομάσουμε «υπερπραγματική».
Α μα γιατί λοιπόν ως τώρα είχαμε δώσει μια γλώσσα μονάχα στον κόσμο, γιατί του 'χαμε δώσει ένα μονάχα τρόπο να εκφραστεί; Γιατί του 'χαμε καταλογίσει μιαν όψη μονάχα, κι εκείνη κομματιασμένη, ανάπηρη, μετρημένη αποκλειστικά πάνω στη λογική μας, και την είχαμε ονομάσει ωραία-ωραία «πραγματικότητα»; Και γιατί, στο όνομα της πραγματικότητας αυτής, δεν επιτρέπαμε τίποτα που να την υπερβαίνει;
Να μια διαπίστωση, που όσες φορές αναγκάζομαι να την κάνω, μια στεναχώρια συνοδεύει, σαν ίσκιος μεγάλου ρολογιού του ήλιου, την άκρη της πένας μου.
Μόνος στα σύνορα του πανικού και της γοητείας ο ποιητής, χτυπημένος από μια τέτοια φευγαλέα αποκάλυψη, παθαίνεται να ταιριάσει την ανάσα του στο καινούριο κλίμα που του αποκαλύφτηκε· ματώνεται να δώσει έκφραση σ' αυτή τη μυστική γεύση, την απροσδιόριστην ουσία, την αθάνατη χροιά που μονομιάς είδε να παίρνουνε τα στοιχεία του κόσμου μέσα του. Αποτιμώντας από κει και πέρα με διαφορετικό τρόπο τη ζωή, αναμετράει με οδύνη την απόσταση που τον χωρίζει από τη μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων. Βλέπει την πλειοψηφία τούτη, περιχαρακωμένη σ' ένα χώρο συμβατικό, ν' απωθεί τόσο απελπιστικά, τόσο λυσσαλέα ό,τι θα μπορούσε να τη φέρει αντιμέτωπη στα πιο ουσιαστικά της προβλήματα, που καταλαβαίνει πως είναι γραφτό του να φορτωθεί μαζί με τον καημό της έκφρασης κι έναν άλλον ακόμη — τον καημό της κατανόησης, ανίσως όχι τη μοίρα της μοναξιάς. Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της. Όμως αν από την εποχή του Ηράκλειτου δεν έσβησε ποτέ η συνείδηση της διαμάχης ανάμεσα στη συντήρηση και στη μεταβολή, ανάμεσα στη φυσιολογική και τη μη φυσιολογική ζωική εξέλιξη, πρέπει να ομολογηθεί ότι η διαμάχη τούτη σήμανε πρώτη φορά στον αιώνα μας μ' όλο το βάρος της σημασίας της, επιβάλλοντας στους σύγχρονους καλλιτέχνες να τοποθετήσουμε το αιώνιο στοιχείο της ομορφιάς στο αεί μεταμορφούμενο σημείο της ανθρώπινής της ροής, να νιώσουνε, με άλλα λόγια, πόσο η αλήθεια ετούτη ήταν και της ίδιας της υπόστασης τους ο αιώνιος νόμος. Ανάγκη, και μάλιστα σκληρή, οδήγησε τους ίδιους αυτούς, μ' επαναστατική σημαία στο χέρι, ν' αναθεωρήσουνε την κληρονομιά τους, και ν' αναλάβουν μια ριζική ανακατάταξη των αξιών. Ας χαρακτηρίστηκε από μερικούς σα δίψα της απερίσκεπτης νεότητας ν' ανοίξει, όπως-όπως, ένα δρόμο μπροστά της. Η αλήθεια είναι ότι τόσο στις χώρες των πρώτων εποχών, ή των παραμελημένων περιοχών της Τέχνης, όσο και στις λησμονημένες από τη σεμνοτυφία μεταγενέστερων γενεών σελίδες της Λογοτεχνίας και της Ποίησης οι «μοντέρνοι» πράξανε κείνο που τους έλεγε η γνώση τους κι η καρδιά τους· κι είτε ανασύρανε από την αφάνεια πολλά έργα με αξία ουσιαστική είτε με φανατισμό δικαιολογημένο ποδοπατήσανε μερικά αξιοθρήνητα κατασκευάσματα που είχανε καταφέρει, πρόσκαιρα, να βασιλέψουν.
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, ε ναι λοιπόν! Τέχνη, αφού, καλά ή κακά, θέλουμε να δώσουμε μια διέξοδο στην πυθική σπίθα, που δεν κοιτάει την ώρα να γίνει Λόγος και να μπει επικεφαλής μιας καινούριας αποτίμησης του κόσμου· και Τύχη, αφού είναι αυτή που θα σμίξει τα χρώματα και τα σχήματα, τις ευωδιές και τους ήχους, την καρδιά μας και την καρδιά του Σύμπαντος σ' ένα σημείο, το λυρικό σημείο που ονειρευόμαστε· και Τόλμη, αφού κάθε βήμα σωστό μέσα στην κοινωνία αυτή γραφτό είναι ν' αφήνει πίσω του αίματα, καπνούς, και δάκρυα…
Μίλησα για το 1935. Να που ήρθε λοιπόν η ώρα να γυρίσω στο «γράμμα» και στο «πνεύμα» του, να ξαναφέρω την αίγλη της πρωτοχρονιάς του εδώ, στη στιγμή τούτη που, με τη σειρά της κι αυτή, ετοιμάζεται να πηδήσει πιο μπροστά σαν ακρίδα – κι ας φαντάζει στο βάθος ο κάμπος σκοταδερός και γεμάτος λογής κινδύνους. Είναι φορές που, μα την αλήθεια, η ζωή δεν χάνει την ευκαιρία να δείξει την ανυπομονησία της, είτε με το πέταλο ενός αλόγου επάνω στο λιθόστρωτο είτε με το βλέμμα ενός αμούστακου ακόμη παιδιού επάνω στις μορφές των αινιγματικών γυναικών και των φρεσκοτυπωμένων βιβλίων.
Θυμούμαι ότι με τον ίδιο τρόπο που μια ωραία μέρα οι αρχαίοι λυρικοί, από τη μια, ο Κάλβος και ο Καβάφης, από την άλλη, ξύπνησαν πρώτη φορά το ενδιαφέρον μου για την ποίηση, δύο Γάλλοι σύγχρονοι ποιητές, όχι από τους πιο μεγάλους, ο Paul Eluard και ο Pierre-Jean Jouve —ποιητές που από τότε έταξα στον εαυτό μου (κι αργότερα επέτυχα πρώτος) να παρουσιάσω στο ελληνικό κοινό—, μ' ανάγκασαν να προσέξω κι αδίστακτα να παραδεχτώ τις δυνατότητες που παρουσίαζε, στην ουσία της ελεύθερης ενάσκησής της, η λυρική ποίηση.
Δεν είχα φτάσει ακόμη στην τελευταία τάξη του Γυμνασίου όταν, σπρωγμένος έν' απόγεμα από την απροσανατόλιστη βιβλιοφιλία μου, είχα χωθεί στο παλιό και σκοτεινό μαγαζάκι του Κάουφμαν, ξεφυλλίζοντας λογής περιοδικά και βιβλία, όμως αποφεύγοντας μ' επιδειχτική περιφρόνηση τα ποιητικά, που —το θυμάμαι σα σήμερα— τα σφιγμένα στις ρίμες των τετραστίχων τους περιεχόμενα μου 'διναν την εντύπωση μιας δεσμευτικής, κι ομοιόμορφα επαναλαμβανόμενης, αισθηματολογίας, ασυμβίβαστης ολότελα με τις τότε ανταρτικές διαθέσεις μου. Ο πειρασμός, παρ' όλ' αυτά, της πολυτέλειας, κι ακόμη η παράξενη γοητεία που έπνεε πίσω από τα μαύρα και κόκκινα κεφαλαία μερικών εξωφύλλων, κατανικήσανε τους στερνούς μου δισταγμούς: Capitale de la Douleur, Défense de Savoir, Les Noces… ναι, άρχισα να τα φυλλομετρώ ένα-ένα… και…
Την πολυτέλεια, δεν είναι ανάγκη να το πω, παραμέρισαν αμέσως ο ανάλαφρος ίλιγγος και η πρωτοδοκίμαστη σαγήνη που αναπηδούσανε από κάθε διάβασμα μερικών, στην τύχη παρμένων, στίχων που με συνέπαιρναν, όχι πια χάρη στο ρυθμικό ισόμακρό τους λίκνισμα, αλλά —κι αυτό ήταν το σπουδαίο— χάρη στη μαγική κι αιφνιδιαστική κατακύρωση ενός άλλου κόσμου, κόσμου διαφορετικού, που ζούσε γύρω μου ή μέσα μου και δε ζητούσε παρά με ποιο τρόπο να εκδηλώσει καλύτερα την πραγματικότητά του. Κι αυτός ο τρόπος είχε βρεθεί. Μονομιάς οι άνθρωποι αυτοί, που κυκλοφορούσανε κάθε μέρα γύρω μου, οι πραχτικοί και ικανοποιημένοι, άρχισαν να γίνονται στα μάτια μου ξόανα, ξόανα που κανένας Θεός δεν όριζε να μιμηθώ ή να εξυπηρετήσω. Τι διάβολο γιατρός, μηχανικός ή δικηγόρος θα γινόμουνα μεθαύριο, νιώθοντας πως μια και μόνο εμπνευσμένη φράση μπορούσε να ξαναεμπνεύσει χιλιάδες άλλες, που χωρίς τελειωμό ν' αστράφτουν μες στη διάρκεια; Le poéte doit être beaucoup plus celui qui inspire que celui qui est inspiré. Δέκα χρόνια αργότερα, όταν είδα τον Éluard να μιλάει με τόση αυτοπεποίθηση, θυμήθηκα τη στιγμήν εκείνη που, όρθιος, μέσα στο βιβλιοπωλείο, διάβαζα:
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur le jour
Si tu t' en vas la porte s' ouvre sur moi-même.
Ήμουν ακατατόπιστος αλλά δεν ήμουν κακόπιστος. Δε μου πέρασε ποτέ από το νου να πάρω υποδεκάμετρο και να λογαριάσω πόση έπρεπε να 'ταν η πόρτα που θ' άνοιγε πάνω στη μέρα ούτε αν μπορούσε ποτέ της να κατασκευαστεί μα τέτοια πόρτα· για μένα, η πόρτα αυτή υπήρχε, κι εγώ, με τις μικρές μου δυνάμεις, όφειλα να βοηθήσω ν' ανοιχτεί. Από τη χαραμάδα της κιόλας ξεχυνόταν ένα μελτέμι αισθήματα, που ριχνόταν κατάστηθα.
Ένας κόσμος αληθινός αλλά καταδικασμένος να μένει στην αφάνεια· για τους περισσότερους, ανυποψίαστος· και για μερικούς, ορατός μια στιγμή μονάχα, εκεί, στην κορυφή του έρωτα ή της απελπισίας. Ένας κόσμος αρμονισμένος στα πιο κρυφά, στα πιο άγρια, στα πιο ελεύθερα αισθήματά του, μα, ωστόσο, κλεισμένος πίσω από πελώριες τάφρους μοναξιάς, η τρελή θέληση του ανθρώπου να μη σκύψει ποτέ του κεφάλι, αλλά να μπει στην ψυχή του διπλανού του, και μαζί να παλινορθώσουνε τα τρομερότερά τους όνειρα· να του δώσουνε σάρκα κι αίμα από τη σάρκα τους και το αίμα τους. Η συνεννόηση των καρδιών. Θα τη φτάναμε; δε θα τη φτάναμε;
Η ιδανική επικοινωνία, εκείνη που ακολουθεί το συντομότερο δρόμο ανάμεσα σε δυο ανθρώπους, εννοώ μια επικοινωνία που να νιώθεται ολοκληρωτικά όπως η ζεστασιά ή το κρύο, συγκλονιστικά όπως ο έρωτας ή ο τρόμος, μυστηριακά όπως η βουή του δάσους ή της θάλασσας, θα μπορούσε ποτέ να γίνει όργανο και σκοπός της λυρικής ποίησης;
[...]
Γ΄
ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1935, με τη βοήθεια του Ανδρέα Εμπειρίκου —που είχε βάλει πρόθυμα στη διάθεσή μου και τη μεγάλη του βιβλιοθήκη—, άρχισα, κάπως αδέξια στην αρχή, να γίνομαι ο κατάπληκτος θεατής ενός παράξενου κόσμου που αναπηδούσε, χωρίς να το πολυκαταλαβαίνω κι ο ίδιος, από μέσα μου. Πόσες φορές, καθισμένοι στο συμπαθητικό διαμέρισμα της λεωφόρου Βασιλίσσης Σοφίας, καπνίζοντας αναρίθμητα τσιγάρα και τριγυρισμένοι από πίνακες του Max Ernst, του Oscar Dominguez και του Yves Tanguy, ή, πάλι, σε μια συγγενική έπαυλη στη Λέσβο, με το πέλαγο και τα βουνά της Ανατολής αντίκρυ, δε γράψαμε πλήθος ποιήματα και κείμενα μέσα σε πέντε ή δέκα λεπτά της ώρας, ποιήματα και κείμενα που ένα σωρό λογοτέχνες και κριτικοί κατηγορήσανε αργότερα ότι μας στοίχισαν πολυήμερες, τάχα, και κοπιαστικές διανοητικές προσπάθειες! Λίγες μέρες νωρίτερα, μ' ένα φίλο μου νέο ζωγράφο, είχαμε πρωτοδοκιμάσει την επίσκεψη του απροσδόκητου κάτω από τη μορφή παιχνιδιού, δίνοντας ο ένας στον άλλον ερωτήσεις και αποκρίσεις που αγνοούσαμε αμοιβαία το περιεχόμενό τους. Στη βάση του παιχνιδιού τούτου κρυβότανε όχι μονάχα ο ίδιος μηχανισμός, αλλά και κάτι άλλο που εξαιρετικά ευκόλυνε —λύνοντάς του τις αντιστάσεις— τον πρωτόπειρο. Θυμούμαι ότι πολλές φορές το αποτέλεσμα ήταν εύστοχο στη συνειρμική του αλληλουχία και στην εικονοπλαστική του πρωτοπορία.
Ε. — Τι είναι το κόκκινο χρώμα;
Α. — Ένα χαστούκι από παπαρούνες!
Ε. — Τι είναι η δόξα;
Α. — Ένα βουνό για να το βλέπουν οι αιώνες!
Ε. — Τι είναι το χρυσάνθεμο;
Α. — Μια καλόκαρδη μέρα στο ποτήρι.
Ε. — Τι είναι η Πούλια;
Α. — Μυστική κρύπτη των ποιητών.
Ε. — Τι είναι η Ποίηση;
Α. — Συνουσία επ' άπειρον.
Ε. — Τι είναι ο αετός;
Α. — Εκείνο που βάζουμε πολύ πιο πάνω απ' το κεφάλι μας.
Ε. — Τι είναι οι τέσσερις εποχές του έτους;
Α. — Ένα παγόνι, μια γαλιάντρα και δυο μεγάλες θάλασσες.
Ή, πάλι, σε μιαν άλλη παραλλαγή του ίδιου παιχνιδιού:
— Όταν λύνονται οι φιόγκοι της ημέρας
— Τα κούμαρα φωνάζουν τ' όνομά τους.
— Όταν ο κοκκωβιός θολώνει τα νερά του
— Η σημαία του γάτου αλλάζει τρία χρόνια.
— Όταν η κορασίδα πιάνει μια χρυσόμυγα
— Η σβούρα του μεσημεριού λάμπει μες το κεφάλι της.
— Αν δεν είχαμε μικρά παιδιά
— Τα λιβάδια μας θα 'τανε ορφανά.
— Αν μας έφτανε η βοή της κερασιάς
— Το ΄να το δύο το τρία θα μας δρόσιζαν.
— Αν η Τύχη ξεφόρτωνε χαρούπια
— Χίλια ιστιοφόρα θα 'σκιζαν τις θάλασσες.
Κανείς δεν είναι δικαιολογημένος αν γελάσει, αν πει πως αυτά δεν είναι σοβαρά πράγματα, είναι παιχνίδια. Εξόν από το ότι δεν είναι άσχημο να παίζει κανείς από καιρό σε καιρό, η αλήθεια είναι πως τα παιχνίδια τούτα κρύβουνε βαθιά τους μια σοβαρότατη αρχή: χτυπούνε την πόρτα του Αγνώστου, εμπιστεύονται στην αξία της Τύχης, δημιουργούνε μια καινούρια προοπτική, λύνουν τα δάχτυλα του ποιητή που τόσους αιώνες κρατήθηκαν μακριά απ' τον πλούτο του κόσμου των παρομοιώσεων. Ξαναγυρίζοντας τώρα στα ξεχασμένα τετράδιά μου, που κλείνουν καμιά εκατοστή ποιήματα, χωρισμένα σε σειρές, χάνομαι σ' ένα σωρό τίτλους, που τους χαίρομαι ακόμα και σήμερα για τη χρωματική τους ποιότητα και —γιατί όχι;— για την ασυδοσία τους. Σε μερικούς, η εικόνα παίρνει μιαν αξία αντικειμενική: Απογοήτευσις υπό το μηδένΟ κολπίσκος κι ο παλμός τουΞεκρέμασμα καλοκαιρινής ώραςΟ γειτονικός φάρος σα μακρόθυμη βουτιάΜε τη βοήθεια των ασφοδέλωνΕξοχικό τόξοΣτα ενδότερα του ρίγουςΖεστή πτυχή χτίσιμο της γυναίκας.Αντικατάστασις του πεπρωμένουΚυανή σπατάληΣα φυλλωσιά κοντά τηςΗ δεσποινίς ΑπριλίουΑγγελούσαΕπί κεφαλής μαΐστρου. Αλλού ξεχωρίζω τίτλους γεμάτους χιούμορ και ειρωνική ή γελοιογραφική διάθεση: Οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοιΤο ρ της παροιμίαςΤο περιττόν του καθ' ημέραν βίουΕις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης. Τέλος, είναι άλλοι τίτλοι, όπου μέσα τους το απρόοπτο, το μαγικό, παίζουνε το πρώτο ρόλο: 789 π.Χ.ΑεροδυναμικόνΟι πέτρες του θορύβουΤα ιστορικά δεκανίκιαΕις το επίνειον των μικρών μας πόθωνΗμερολόγιον απλουστάτης μεσημβρίαςΤο δίκορφο τεφτέριΠερισυλλογή χρωμάτωνΈξυπνη διέξοδος φτερό της ύληςAlsing.
Μέσα σ' ένα τέτοιο περιβόλι δεν είναι λίγοι εκείνοι που θα σταματήσουν κυριευμένοι από το αίσθημα του κωμικού ή του μάταιου. «Εις το κυλικείον της παρανόμου ευφροσύνης» — τι κουτός, αλήθεια, τίτλος για όλους αυτούς τους κουτούς που δεν αξιωθήκανε να το επισκεφτούνε ποτέ και να γευτούνε τα δυνατά πιοτά του! Τι ανόητοι τίτλοι για όλους αυτούς τους ανόητους που δεν έχουν το θάρρος να μπούνε στα ενδότερα του ρίγους, να περάσουνε από τα εξοχικά τόξα επί κεφαλής μαΐστρου ή συνοδεύοντας τη δεσποινίδα Απριλίου για να καταφέρουν, χάρη σε μια κυανή σπατάλη ή ξεκρεμάζοντας μια καλοκαιρινήν ώρα, να δοθούνε στην περισυλλογή των χρωμάτων και, με τη βοήθεια των ασφοδέλων, να γίνουν οι φωτοσκιασμένοι σύζυγοι που θα πετάξουν τα ιστορικά δεκανίκια, θα ρίξουνε τις πέτρες του θορύβου, γράφοντας ένα ημερολόγιο — το ημερολόγιο της απλουστάτης μεσημβρίας!
Ε λοιπόν, όσοι ντρέπονται να μπούνε σ' έναν κόσμο που αναπαριστάνει το μυστήριο της δημιουργίας τους με μια καθαρά ποιητική, δηλαδή, ζωική πράξη, ας μην προχωρήσουνε σε κείμενα, όπου η αισθητική μέριμνα έχει εξοβελιστεί κι όπου η ως τα σήμερα παιδεία τους θα δοκιμαστεί και θα κακοπάθει. Τα πρώτα μου κείμενα θυμίζουνε πολύ τα κείμενα του Εμπειρίκου. Σε τούτο φταίει όχι μόνον η καθαρεύουσα, που ήτανε φυσικό ν' απλώνεται σε μια περιοχή ήρεμη από βούληση, αλλά και η δυσκολία που συναντούσα ν' αποκρούσω κάθε εισδοχή εξωτερικών εντυπώσεων, θέλω να πω, ν' αφήσω τον εαυτό μου στο γνήσιο κύλισμα των συνειρμικών φράσεων. Ιδού ένα παράδειγμα:

Μες τον πυθμένα των κλαυθμυρισμών μεγαλώνουν οι ακρογιαλιές και γίνονται κρημνοί ολέθριοι όπου ακροβατούν παρθένες από τη μέση κι επάνω γυμνές. Πώς βουτηχτήκαμε σ' αυτές τις γαλανές τολύπες, πώς διαβήκαμε μέσ' από τις βαθύχρωμες αυτές ταινίες, πώς δρέψαμε τα κεφάλια με τα εορταστικά κουνήματα, δεν ξέρουμε, δεν ξέρει κανείς, ίσως το ξέρει ο κεφαλόπονος του πελαργού που ανατράφηκε απ' τις άλλες θάλασσες. Πάλι μετά τη σιωπή έρχεται η σιωπή. Κολοσσοί δέντρων σμικρύνουν την όραση που εμφωλεύει σα ζεστό ζώο στις διχάλες των παραμυθιών τους. Ιπτάμενες αστραπές και άλματα που αστροπελεκίζουν μας γεμίζουν την παλάμη από βροχερήν όσφρηση
.
Λαχάνιασαν οι κόμποι των χαρών κι απ' τους λαιμούς της καθεμιάς ξετυλίγεται μια ψευτιά κατάξανθη.

(«Ο γειτονικός φάρος σαν μακρόθυμη βουτιά»)
[...]
Ωστόσο δεν είναι μόνο η επίδραση του Ανδρέα Εμπειρίκου αλλά και του Νικήτα Ράντου που φανερώνεται στις πρώτες μου δοκιμές. Από τη σειρά 14 ευκίνητα ποιήματα δεν είναι άσκοπο ν' αντιγράψω εδώ μερικά.
IV
Η μέρα έστρεψε το πρόσωπο της υπερμέγεθες ηλιοτρόπιο
Κι αίφνης ευρέθηκα στα νώτα τόσων οριζόντων
Θα 'θελα να 'μαι όπως αυτή καύχημα του φωτός
Να μην ενδίδω πια στους οινοχόους των επιθυμιών
Θα επιθυμούσα εξόχως κάθε νυχτεγέρτην ως αντίπαλο
Μα η συμμαχία του ήδη με αφοπλίζει
Μ' αναγκάζει να φαντάζομαι πολύχρωμα φιαλίδια
Εν είδει στόματος υγρών κορασίδων έναν στέφανο
Καμωμένο από τις νίκες και τις ήττες του δεσμώτου χρόνου.
[...]
Τέχνη – Τύχη – Τόλμη, δεν είναι άλλες, είναι οι τρεις αυτές περίφημες λέξεις (μα είναι λέξεις;) που με το βαθυπράσινο μελάνι της χλώρης, το βαθυκόκκινο του έρωτα, και το βαθυγάλαζο της θάλασσας, κοσμήσανε τις σελίδες μιας χρονιάς, ανίσως όχι τα εγκαίνια μιας νεότητας. Η αναγωγή της αλήθειας σ' ένα απλό, σ' ένα βαθύ σκίρτημα ζωντανού οργανισμού, στάθηκε η μοναδική της φιλοσοφία. Πραγματικά, για τίποτε άλλο καταμεσής του '35 δε γνοιάστηκα παρά για μιαν ύπαρξη γερή, φυσιολογική, που να μπορεί ν' απλώνεται με άνεση ως τ' ακρότατα όρια μιας καθολικής ελευθερίας. Ό,τι άλλο έμελλε να' ρθει, βέβαια, ήρθε πιο αργά…
Μα όταν, το καλοκαίρι εκείνο, ευνοϊκές συνθήκες μ' έφεραν σε βουνά και γιαλούς του Μοριά, των Νησιών, της Εύβοιας και της Στερεάς, μ' έβαλαν να τριγυρίζω μ' ένα παλιοπαντέλονο κι ένα κοντό άσπρο πουκάμισο από τις πιο βαθιές ρεματιές ως τους πιο αφροκάπνιστους κάβους, συλλογίστηκα, πολύ συχνά, «παλεύοντας στήθος με στήθος προς τον άνεμο», πόσο βαθιά ήταν η ενότητα της αγάπης μου σ' αυτή την ποίηση και σ' αυτή τη γη.
Ο ήλιος, που εδωπέρα έστηνε τον μαρμάρινο κορμό μιας Υγείας, εκειπέρα τη θερμή γαλήνη μιας Παναγίας, ο ίδιος ο ήλιος έμπαινε κι έτρεχε καθώς χλωροφύλλη στις ίνες του πλατανόφυλλου της Τέχνης, τέτοιου που το φανταζόμουνα πάντα κι ήθελα ν' αντιπροσωπεύει για μένα την πιο μεγάλη, την πιο αφιλοκερδή εκδήλωση του ανθρώπου.
Στην εξοχή της ποίησης δεν έχουνε πια στέγες τα σπίτια! Είναι ξεσκέπαστα, και τα τζιτζίκια, σφηνωμένα στα μαλλιά τη γης, ψάλλουν ερωτικά, ψάλλουν τ' αγριοπούλια χωμένα στις γλαυκές κόχες των έρημων όρμων. Εκεί, σε τέτοιες ώρες, περνάει, πάντοτε αγκαλιασμένο, ένα ζευγάρι. Ο έρωτας —ας προσκυνήσουμε— λειτουργεί σ' όλη την έκταση και σ' όλο του το βάθος τη ζωή, ενώ οι δείχτες της καρδιάς δείχνουν το πιο λαμπρό τους μεσημέρι… Ω να βαδίσει κανείς στο πλάι ενός συντρόφου φωνάζοντας ολούθε τα αισθήματά του… να ενωθεί πάλι με τα στοιχεία που τον έκαναν μια για πάντα να ζήσει!
1943. —

[πηγή: Οδυσσέας Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Ίκαρος, Αθήνα 1987 (τρίτη έκδοση οριστική), σ. 115-122 & 142-153]
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3563,14888/extras/activities/index_c/elytis.html

Σάββατο 14 Μαΐου 2016

Οδυσσέας Ελύτης, Η Μαρίνα των βράχων



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη - Μα που γύριζες

Ολημερίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Αετοφόρος άνεμος γύμνωσε τους λόφους

Γύμνωσε την επιθυμία σου ως το κόκαλο

Κι οι κόρες των ματιών σου πήρανε τη σκυτάλη της Χί-

μαιρας

Ριγώνοντας μ' αφρό τη θύμηση!

Που είναι η γνώριμη ανηφοριά του μικρού Σεπτεμβρίου

Στο κοκκινόχωμα όπου έπαιζες θωρώντας προς τα κάτω

Τους βαθιούς κυαμώνες των άλλων κοριτσιών

Τις γωνιές όπου οι φίλες σου άφηναν αγκαλιές τα δυο-

σμαρίνια



- Μα που γύριζες

Ολονυχτίς τη σκληρή ρέμβη της πέτρας και της θάλασσας

Σού 'λεγα να μετράς μέσ' στο γδυτό νερό τις φωτεινές του

μέρες

Ανάσκελη να χαίρεσαι την αυγή των πραγμάτων

Η πάλι να γυρνάς κίτρινους κάμπους

Μ' ένα τριφύλλι φως στο στήθος σου ηρωίδα ιάμβου.



Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη

Κι ένα φόρεμα κόκκινο σαν το αίμα

Βαθιά μέσ' στο χρυσάφι του καλοκαιριού

Και τ' άρωμα των γυακίνθων - Μα που γύριζες



Κατεβαίνοντας προς τους γιαλούς τους κόλπους με τα

βότσαλα

Ήταν εκεί ένα κρύο αρμυρό θαλασσόχορτο

Μα πιο βαθιά ένα ανθρώπινο αίσθημα που μάτωνε

Κι άνοιγες μ' έκπληξη τα χέρια σου λέγοντας τ' όνομα του

Ανεβαίνοντας ανάλαφρα ως τη διαύγεια των βυθών

Όπου σελάγιζε ο δικός σου ο αστερίας.



Άκουσε, ο λόγος είναι των στερνών η φρόνηση

Κι ο χρόνος γλύπτης των ανθρώπων παράφορος

Κι ο ήλιος στέκεται από πάνω του θηρίο ελπίδας

Κι εσύ πιο κοντά του σφίγγεις έναν έρωτα

Έχοντας μια πικρή γεύση τρικυμίας στα χείλη.



Δεν είναι για να λογαριάζεις γαλανή ως το κόκαλο άλλο

καλοκαίρι

Για ν' αλλάξουνε ρέμα τα ποτάμια

Και να σε πάνε πίσω στη μητέρα τους,

Για να ξαναφιλήσεις άλλες κερασιές

Ή για να πας καβάλα στο μαΐστρο



Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,

Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας

Θ' αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.







Από τα «Ανοιχτά χαρτιά» του Οδ. Ελύτη:



«Έχω συλλάβει τη μορφή μου κάπου ανάμεσα σε μια θάλασσα, που ξεπροβάλλει από το ασβεστοχρισμένο τοιχάκι μιας εκκλησιάς, και σ' ένα κορίτσι ξυπόλητο, που του σηκώνει ο άνεμος το ρούχο, μια στιγμή τύχης που αγωνίζομαι να αιχμαλωτίσω και της στήνω καρτέρι με λόγια ελληνικά.

Να τι είδους είναι ο ελάχιστος καμβάς όπου μπορεί επάνω του να κεντηθεί το ιδεόγραμμα της ζωής μου' που, ωστόσο, αν έβρισκε κανείς ότι αξίζει τον κόπο να το αναλύσει, θα ‘φτανε να σχηματίσει ένα χώρο, που η σημασία του δε βρίσκεται στα στοιχεία τα φυσικά που τον απαρτίζουν, αλλά στις προεκτάσεις και στις αντιστοιχίες τους μέσα μας, ως τις απώτατες άκριες, έτσι ώστε, σε τελική ανάλυση, ολόκληρο το νόημα του οράματος να συγκεντρώνεται στην καθαρότητα ψυχής που προϋποθέτει, για να γίνει ευανάγνωστο και κατανοητό. Πρέπει να ‘χει, φοβούμαι, πεισθεί κανένας προηγουμένως ότι η ψυχική διεργασία που απαιτείται για να συλλάβει έναν άγγελο είναι πολύ πιο επώδυνη και τρομαχτική από την άλλη, που κατορθώνει να εκμαιεύει δαιμόνους και τέρατα, για να μπορέσει να καταλάβει τι θέλω να πω.» (σελ 37) και λίγο ύστερα (σελ 40): «Αν εμίλησα στην αρχή για κορίτσι και για εκκλησάκι με κίνδυνο να φανώ ελάχιστα σοβαρός είχα το λόγο μου. Θα 'θελα να τραβήξω το πρώτο μέσα στο δεύτερο και να το κάνω δικό μου, όχι διόλου για να σκανδαλίσω, αλλά για να ομολογήσω πως ο έρωτας είναι ένας και, μαζί, για να κάνω πιο πυκνό το ποίημα, που θέλω, με τις ημέρες του βίου μου, ν' αποτελώ».

Και ακόμη (σελ 164):

«Κι η μικρή Σειρήνα που κάποτε, γλείφοντας μ' ένα κύμα το σώμα του καλοκαιριού, σιγοτραγούδησε και τρέχει έκπαγλησκορπίζοντας γύρω της μυριάδες αστραπές. Είναι οι αστραπές που αλωνίζουν τα νιάτα' καθεμιά τους αντιστοιχεί και σε μια λαχτάρα' κι είναι όλες οι λαχτάρες κοπέλες, που με ονόματα δροσερά, σα να μεγάλωσαν στο πέλαγος, ή να 'ζησαν με μια γαλάζια άνοιξη στα στήθια, βγαίνουν να φιλήσουν τα παιδιά που αγαπούν...

Α! τι καθαρά που φαίνονται σε μια τέτοια στιγμή τα παιδικά χρόνια του κόσμου ετούτου! Να, εδώ είναι που κυνηγούσε χρυσόμυγες, το μορτάκι του άσπρου σύννεφου!... Σ' εκείνον κει το βράχο δάκρυζε αναίτια η Μαρίνα. Και το τραγούδι «Νεότης, νεότης τι ωραία που είναι τα μαλλιά σου» αντηχούσε και τότε, όπως και σήμερα!...»

http://users.sch.gr/symfo/sholio/kimena/elitis_marina.htm

Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου 2015

Οδυσσέας Ελύτης Με την πρώτη σταγόνα της βροχής


Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι, 

μουσκέψανε τα λόγια που είχανε γεννήσει αστροφεγγιές, 

όλα τα λόγια που είχανε μοναδικό τους προορισμόν Εσένα!

Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως, 
πριν απ’ τον έρωτα έρωτας
κι όταν σε πήρε το φιλί
γυναίκα.

Κατά πού θ’ απλώσουμε τα χέρια μας
τώρα που δε μας λογαριάζει πια ο καιρός;
Κατά πού θ’ αφήσουμε τα μάτια μας
τώρα που οι μακρινές γραμμές ναυάγησαν στα σύννεφα;

Κι είμαστε μόνοι ολομόναχοι
τριγυρισμένοι απ’ τις νεκρές εικόνες σου.

Πριν απ’ τα μάτια μου ήσουν φως
πριν απ’ τον έρωτα έρωτας
κι όταν σε πήρε το φιλί


γυναίκα.







Στίχοι: Οδυσσέας Ελύτης

Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις
Ερμηνείες

1. Δημήτρης Ψαριανός 

2. Άνεμος
3. Σπύρος Σακκάς
4. Σόνια Θεοδωρίδου


http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=1141

Τρίτη 12 Μαΐου 2015

Οδυσσέας Ελύτης, "Τα Ετεροθαλή"

ΤΑ ΕΤΕΡΟΘΑΛΗ
             ΕΛΥΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΑΣ
ISBN13 9789607233943
Εκδότης ΙΚΑΡΟΣ
Χρονολογία Έκδοσης Ιούνιος 2007
Αριθμός σελίδων 64
Διαστάσεις 24x17
Κωδικός Πολιτείας 2010-0024
Θέμα 
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ/ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΟΙΗΣΗ

Με τον γενικό τίτλο "Τα Ετεροθαλή", το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει όλα τα ποιήματα - δημοσιευμένα ή ανέκδοτα - που έμειναν έξω από τις ενότητες των άλλων ποιητικών συλλογών. Από αυτά:
Τα ποιήματα "Ψαλμός και Ψηφιδωτό για μιαν άνοιξη στην Αθήνα", "δώδεκα Νήσων Άγγελος" και "Της Σελήνης της Μυτιλήνης", δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό "Εποχές", τ. 24., Απρίλιος 1965.
Η "Ωδή στον Πικασσό" δημοσιεύθηκε στο περιοδικό "Επιθεώρηση Τέχνης", έτος Η', τόμος ΙΕ', αρ. 85.
Το "Μικρόν Ανάλογον για τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα" στο περιοδικό "Ζυγός", τ. 58, Σεπτέμβριος 1960.
Το "Αιώνος Είδωλον", στο περιοδικό "Συνέχεια" αρ. 3, Μάιος 1973.
Ο "Φυλλομάντης" κυκλοφόρησε, τυπωμένος σε ειδικό τετράπτυχο, στη σειρά "Ένας Ποιητής, ένα Ποίημα" από τον εκδοτικό οίκο "Αστερίας", τον Δεκέμβριο του 1973.
Ο "Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου" τυπωμένος στο εξωτερικό σε 111 αριθμημένα αντίτυπα, με γράμματα και κοσμήματα χαραγμένα από τον γλύπτη Κώστα Κουλεντιανό, κυκλοφόρησε τον Δεκέμβριο του 1971.
Η "Villa Natacha", μαζί μ' ένα πρωτότυπο σχέδιο του Παύλου Πικασσό, τυπώθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Αύγουστο του 1973 σε 111 αντίτυπα εκτός εμπορίου από τον εκδοτικό οίκο "Τραμ".
Όλα τα υπόλοιπα ποιήματα είναι ανέκδοτα. (Από την παρουσίαση της έκδοσης)

Περιεχόμενα
ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ
Ψαλμός και Ψηφιδωτό για μιαν άνοιξη στην Αθήνα
Δώδεκα Νήσων Άγγελος
Ωδή στον Πικασσό
Της Σελήνης της Μυτιλήνης παλαιά και νέα ωδή
Γιώργος Σαραντάρης
Μικρόν Ανάλογον για τον Ν. Χατζηκυριάκο Γκίκα
Mozart: Romance από το Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 20, ΚV 466
ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ
Η Ελένη της Κρήτης με το πρόσωπο και με το πλάι
Ο Φυλλομάντης
Αιώνος είδωλον
Θάνατος και Ανάστασις του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
Villa Natacha
Ελυτόνησος (κοινώς Ελυτονήσι)
Απόστιχα μυστικά για έναν όρθρο στο Ασκητήριο του Απολλού


ΠΡΩΤΗ ΣΕΙΡΑ
ΨΑΛΜΟΣ ΚΑΙ ΨΗΦΙΔΩΤΟ
ΓΙΑ ΜΙΑΝ ΑΝΟΙΞΗ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ


Άνοιξη θρύψαλο μενεξεδί
Άνοιξη χνούδι περιστέρας
Άνοιξη σκόνη μυριόχρωμη

    Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία
    Κιόλας φυσούσε χλιαρό αεράκι
    Με τσιγγάνες που άρπαζε
    Σαν
    Χαρταετούς
    Ψηλά
    Και πουλιά που δοκίμαζαν το νέο τιμόνι τους
Άνοιξη πίκρισμα του σκίνου
Άνοιξη άζωτο της αμασχάλης
Άνοιξη σουσάμι αόρατο

    Από σύρμα που άξαφνα έσυρνε φωτιά
    Στη γωνιά του δρόμου με τις Καρυάτιδες
    Στρίβοντας
    Ένα τραμ
    Εστρίγκλιζε

    Στ' άδεια οικόπεδα η μασιά του ήλιου εσκάλιζε
    Την τσουκνίδα και το σαλιγκαρόχορτο

Άνοιξη μυρμηκιά της μέρας
Άνοιξη αίμα του βολβού
Άνοιξη οπλοπολυβόλο απύλωτο

    Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
    Όπου τύχει

    Ριπές
    Θάνατοι
    Εκατομμύρια σπερματοζωάρια
    Στων ωραίων γυναικών τα χέρια
    Τα δυνατά λουλούδια με τον ήλιο μέσα τους

Άνοιξη τσίτι τσιτωμένο
Άνοιξη σφήκα του χεριού
Άνοιξη «μη» «θα μας δούνε» «τέρας»

    Και το τέρας που γύριζε σαν τη λαντέρνα
    Μια παράξενη
    Άλλη
    Γειτονιά

    Και η χούφτα η βάναυση που ακαρτερούσε:
    Χάιντε η ριξιά να βρει το ζάρι της
    Κι η τζαμαρία το θαρραλέο λιθάρι της!

Άνοιξη κρύσταλλο και νίκελ
Άνοιξη παραπάτημα των κήπων
Άνοιξη «Μήνιν άειδε...»

    Θεά! Και τι σγουρά τα σκοτεινά τα μέρη!
    Και τα χείλη τι ζάχαρη βιολέτας!
    Και τι κηπάκι
    Τα λυτά
    Νωπά
    Μαλλιά
    Στην απαλή κοιλιά η ανάσα τι ταξίδι!
Άνοιξη μισοζαλισμένο ερείπιο
Άνοιξη κεφαλή Διός και πέλαγος
Άνοιξη Mercury Air Sedan

    Οι καμπάνες ανοίγανε μακριά
    Στο κενό του γλαυκού κάτω απ'  τα βλέφαρα
    Μια ρουφήχτρα
    Που κατάπινε
    Άσπρα
    Πούπουλα
    Οι ορμόνες της μουριάς κυρίευαν τα ύψη


Άνοιξη μούρο αδάγκωτο
Άνοιξη βιδωτό φιλί
Άνοιξη χάσμα της λιποθυμίας

    Το ντουβάρι ορέγονταν κι αλλά καρφιά
    Στην ώχρα μέσα η μνήμη του Νοσοκομείου ξυπνούσε
    Το τραγούδι που άστραφτε από τις χρυσόμυγες
    Κι έφερνε
    Γύρους
    Χαμηλά
    Στην αυλή με το κόκκινο κι άσπρο πλακάκι
Άνοιξη βούισμα στους κροτάφους
Άνοιξη αμόνι και σφυρί
Άνοιξη πρόσθια καταβύθιση

    Κάποιος απ' τ' ανοιχτό παράθυρο έριχνε
    Λόγια που σπούσαν σαν αμύγδαλα
    Κάκτος
    Κάστωρ
    Κόνδωρ
    Ιέραξ
    Ενώ στ' αντικρινό το Παρθεναγωγείο

Άνοιξη 37 και 2
Άνοιξη Lone Amour και Liebe
Άνοιξη no nein και no

    Τα κορίτσια δάγκωναν στη γομολάστιχα
    Και τινάζανε πίσω το κεφάλι
    Σαν

    Να τραβούσαν
    Έξω

    Του σφαγμένου πετεινού τα σπλάχνα
    Τα κομμάτια τα σπλάχνα μες στα δόντια τους

Άνοιξη δόντι λυσσαλέο
Άνοιξη φούξια του παροξυσμού
Άνοιξη αρτεσιανόν ηφαίστειο

    Κι άλλα κρυμμένα πίσω απ' το φεγγίτη
    Που πάλευαν τις ρόδινες κορδέλες
    Μια στιγμού-
    Λα μόνο
    Τα γυμνά στήθη

    Τα τρεμάμενα σπάρτα μες στους κάμπους
    Όπου ευφραίνονται οι ακρίδες

Άνοιξη σάλτο της ακρίδας
Άνοιξη μήτρα σκοτεινή
Άνοιξη πράξη ακατονόμαστη

Στ' ανοιχτά χαρτιά και στα βιβλία
Μια κηλίδα
Μωβ
Πήγαιν'
Ερχότανε
Τα χυμένα νερά τα γυμνωμένα μέλη
Λάμπανε πίσω απ' το παντζούρι
Άνοιξη άνοιξη σαλπάροντας
Άνοιξη άνοιξη σημαιοστόλιστη
Άνοιξη «αντίο αντίο παιδιά!»

1939

ΔΩΔΕΚΑ ΝΗΣΩΝ ΑΓΓΕΛΟΣ

Έρμης και χελιδονοδρόμος ποιος
Το πρωί με φοινικιάς Ροδίτισσας
Κλωνάρι τον αιθέρα καίοντας χύνεται
Πάνω από της Ανατολής την ορασιά
Στέγες κατάρτια δώματα καμπαναριά
Μ' ιριδόστιχτο πέδιλο μόλις
Αγγίζοντας

Ποιος - όταν μέσ' από του πόντου τις
Αμπελοβραγιές πηδώντας τα δελφινοκόριτσα
Βγάζουν κρυγιές φωνές αγριοπερίστερων
Πίσω απ' το ψάρι τ' αέρος το ακαμάκιστο
Και με την πελαγίδα ή τ' αρσινάκι στο-
Λίζουνε τα γαλάζια γένια του αϊ-Νικόλα
Του θαλασσάχραντου

Ραδινά τότε - ποιος της Χάλκης γιος
Το κολασμένο του «καμένου σπήλιου» λύνοντας
Κράτος ψηλά πηγαίνει τα τιμιότατα
Δώρα Θεού που οι χρόνοι δεν κατάλυσαν
Πάει πετάει - κι ο νους του αγάλλει σαν
Ήλιου αχτιδωσιά στης μνήμης των αρχαίων
Το χάλκωμα

Πάει πετάει - μα στις ψυχές χτυπά
Καμπάνα σηκωμού και αρνάδας λύτρωση
Βράχια που του νερού τα ξαναλέει ο αντίλαλος
Κοπάδια σπίτια που τα πάει Δάφνις γυμνός
Μαϊστραλίζουν οι μανταρινιές της Κάλυμνος
Κι ακούν μισάνοιχτα της Κάσος
Τα όστρακα


Θύρσου Σταυρού ή Σπαθιού
Της Καλοσύνης λάμπος και ύμνισμα!
Για να 'ναι το γλυκό χείλι του μέλλοντος
Πάντα στης νέας γερής κοπέλας το βυζί
Γάλα νυμφαίο μυθικό στάχυ μαζί
Πάτμος της πράξης και του ονείρου
Νίσυρος

Κως Λέρος Σύμη Αστροπαλιά
Κάρπαθος Τήλος Καστελόριζο...
Ποιος τώρα βουτηχτής αργοσιμώνοντας
Τον ουρανό βυθού που ανάβει τα σφουγγάρια του
Άξαφνα νιώθεται άγγελος και Πανορμίτης του
Μυστικού που ξεχύνεται «χρυσέαις
Νιφάδεσσι»


Πάει ψηλά μ' ένα κηρύκειο φως
Πάνω από ρημοκλήσια και ανεμόμυλους
Μαντάτο ελευθεριάς ν' αντιχτυπήσει
Κατά των Αθηναίων το κάστρο που ριγά -
Ποιος με σπιλιάδας τάχος πάει γοργά
Και ξεδιπλώνει τη σημαία της αφρισμένης
Θάλασσας.
1946


ΩΔΗ ΣΤΟΝ ΠΙΚΑΣΣΟ


                                      Ι
Όπως όταν  βάζουν φωτιά σ' ένα φιτίλι τρίχινο
Τρέχοντας υστέρα μακριά οι άνθρωποι των λατομείων
Και κάνουνε σινιάλα σαν τρελοί

Και μια ριπή του ανέμου άξαφνη σέρνει στις ρεματιές τα ψάθινα
        καπέλα τους
Όπως όταν

                 ένα βιολί ολομόναχο παραμιλάει στα σκοτεινά
Μελαγχολικά η καρδιά του ερωτευμένου ανοίγει την Ασία της
Οι παπαρούνες μες στη λάμψη της χειροβομβίδας
Και τα πέτρινα χέρια μες στις ερημιές που ασάλευτα και τρομερά

        δείχνουν κατά την ίδια θέση πάντα
Φωνάζουν
Σημαίνουν

Η ζωή δεν είναι ερημητήριο
Η ζωή δεν αντέχει στη σιωπή
Με θερμοπίδακες και με χιονοστιβάδες πάει ψηλά ή κυλιέται χαμηλά

        και ψιθυρίζει λόγια αγάπης
Λόγια που ό,τι κι αν πουν δε λεν ποτέ τους ψέματα
Λόγια που ξεκινούν πουλιά και φτάνουν «πυρ αιθόμενον»
Γιατί δεν έχει δυο στοιχεία ο κόσμος - δε μοιράζεται
Παύλε Πικασσό - κι η χαρά με τη λύπη στο μέτωπο του ανθρώπου

        μοιάζουν
Juego de luna y arena - σμίγουν εκεί που ο ύπνος
Αφήνει να μιλούν τα σώματα - εκεί που ζωγραφίζεις
Το Θάνατο ή τον Ερωτα
Ίδια γυμνούς και ανυπεράσπιστους κάτω απ' τα τρομερά ρουθούνια

       του Βοριά
Γιατί έτσι μόνο υπάρχεις.


Αλήθεια Πικασσό Παύλε υπάρχεις
Και μαζί με σένα εμείς υπάρχουμε
Ολοένα χτίζουν μαύρες πέτρες γύρω μας - αλλά συ γελάς

Μαύρα τείχη γύρω μας - αλλά συ μεμιάς
Ανοίγεις πάνω τους μυριάδες πόρτες και παράθυρα

Να ξεχυθεί στον ήλιο κείνη αχ η πυρρόξανθη κραυγή
Που μ' έρωτα παράφορο μεγαλύνει και διαλαλεί τ' αέρια τα υγρά
        και τα στερεά του κόσμου ετούτου

Έτσι που να μη μάχεται πια κανένα το άλλο
Έτσι που να μη μάχεται πια κανείς τον άλλον
Να μην υπάρχει εχτρός

Πλάι πλάι να βαδίζουνε το αρνί με το λεοντάρι
Κι η ζωή αδερφέ μου ωσάν τον Γουαδαλκιβίρ των άστρων
Να κατρακυλάει με καθαρό νερό και με χρυσάφι
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρα της
Χιλιάδες λεύγες μες στα όνειρα μας...


                                                II

Έτσι μπαίνει το μαχαίρι στη σάρκα — κι η άχνα του ζεστού
        ψωμιού έτσι ανεβαίνει. Αλλά

Το τρίξιμο της αψηλής οξιάς
Στα βουνά που ο κεραυνός σεβάστηκε - αλλά και
Τα πλήθη στις πλατείες που τρικυμίζουν με μαντίλια κόκκινα
Πρωτομαγιά -
Τα μεγάλα μαύρα μάτια σου ζεστοβολούν τον κόσμο
Μέσα τους λιάζεται η Μεσόγειος και τεντώνουν τον τραχύ
        λαιμό τους οι αίγαγροι των βράχων

Αγερομπασιά -
Τα πλατιά μαλλιαρά στήθη σου σαν θειαφισμένο αμπέλι
Και το δεξί το χέρι σου έντομο μυθικό
Πάει κι έρχεται στ' άσπρα χαρτιά στο φως και στο σκοτάδι
Πάει κι έρχεται βουίζοντας
Και ξεσηκώνει χρώματα και σχήματα
Όχι μόνο απ' αυτά που βάζουν οι νοικοκυρές το Μέγα Σάββατο
       στα ράφια τους

Θύμησες φεγγαριού των αρρεβωνιασμένων
Όλο πούλιες χρυσές και ρόμβους ρόδινους

Αλλά κι απ' τ' άλλα που μπορεί να δει κανείς όταν τον πιάνει
       ένα βαθύ μεράκι

Μέσα στα καροτσάκια των παιδιών
Μέσα στις σούστες τις διπλές των ντελμπεντέρηδων
Μέσα στ' αυγά της χελώνας
Μέσα στις όχεντρες που δέρνονται με τη φωτιά
Ή ακόμα μες στα δάση των Ηπείρων τ' απέραντα
- Πέφτοντας η νύχτα -
Όταν οι μαύροι σταυροπόδι γύρω απ' τη φωτιά ψάλλουν όλοι μαζί
       το «αλληλούια» με τις φυσαρμόνικες...
Τι 'ναι αυτό λοιπόν που δεν καίγεται - τι 'ναι αυτό που αντέχει
Στα μεγάλα υψίπεδα του Έρωτα στα χαμένα μνημεία των Αζτέκων
Στο λειψό φεγγάρι στον γεμάτο ακανθοφόρο ήλιο - τι 'ναι αυτό
        που δε λέγεται

Όμως κάποτε σε στιγμές περίσσειας θεϊκής φανερώνεται
Πικασσό: με το θάμπος που ξεχύνει ο Γαλαξίας στο άπειρο
Πικασσό: με το πείσμα που γυρνάει κατά τον Βορρά η μαγνητική

        βελόνα
Πικασσό: καθώς καίει ο χάλυβας μες στα χυτήρια
Πικασσό: καθώς χάνεται στα βάθη ένα θωρηκτό ανοικτής θαλάσσης
Πικασσό: μες στο ασύμμετρο της υπερρεαλιστικής χλωρίδας
Πικασσό: μες στο ευσύνοπτο της χιλιομετρικής πανίδας
Πικασσό: Παλόμα
Πικασσό: Ιπποκένταυρε
Πικασσό: Guernica


                                                    III

Νικά η περήφανη καρδιά τα μαύρα σκότη - και τον γόρδιο κόβει
        δεσμό των πραγμάτων καθώς ξίφος η περήφανη καρδιά
Είναι σπουδαίο πράγμα ο άνθρωπος μόνο να το σκέφτεσαι
Τα στάχυα όταν λυγίζουνε τον ουρανό

Είναι η κοπέλα που κοιτάει μέσα στα μάτια τον αγαπημένο της
Είναι η γλυκιά κοπέλα που λέει «σ' αγαπώ»
Την ώρα που οι μεγάλες πολιτείες
Γυρίζοντας αργά πάνω στον άξονα τους
Δείχνουν τετράγωνα παράθυρα κακοφωτισμένα
Λείψανα παλιών ανθρώπων με τριγωνικά κεφάλια που στριφογυρίζουν

        το 'να μάτι τους
Κλίμακες μες στις κλίμακες διαδρόμους μες στους διαδρόμους

ΚΙΝΔΥΝΟΣ
ΑΔΙΕΞΟΔΟΝ
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ
Ο μισός αλογάνθρωπος ο απαγωγέας καλπάζει - κι η γυναίκα
        με τη γιγαντιαία πατούσα
Στον αέρα τεντώνει τα οριζόντια μπράτσα της
Έτη μετά Χριστόν πικρά
Παρά λίγη καρδιά θα 'ταν ο κόσμος άλλος
θα 'τανε άλλη του κόσμου η εκκλησιά

Όμως να! ο καλός Σαμαρείτης κλαίει λησμονημένος και στα πόδια
        του δένει ρίζα παμπάλαιη δρακοντιά


Την ώρα που εσύ θηρίο
Εσύ Παύλε Πικασσό
Πικασσό Παύλε που μες στ' αμάραντα μάτια σου
Χώρεσες όσα δεν μπόρεσε να χωρέσει ο Θεός μέσα σ' εκατομμύρια
        στρέμματα φυτεμένης γης
Δουλεύεις το πινέλο σου σαν να τραγουδάς
Σαν να χαϊδεύεις λύκους ή σαν να καταπίνεις πυρκαγιές
Σαν να πλαγιάζεις νύχτα-μέρα με μια γυναίκα νυμφομανή
Σαν να πετάς πορτοκαλόφλουδες στη μέση ενός γλεντιού
Ενώ εσύ θυελλοχαϊδεμένε

Πικασσό Παύλε αρπάζεις το Θάνατο από τους καρπούς των χεριών
Και τον παλεύεις ωσάν ωραίο κι ευγενικό Μινώταυρο
Που όσο χάνει εκείνος το αίμα του τόσον εσύ αντρειεύεσαι
Παίρνεις περνάς αφήνεις ξαναπιάνεις

Λουλούδια ζώα φιλιά ευωδιές κοπριές κοτρόνια και διαμάντια
Για να τα εξισώσεις όλα μέσα στο άπειρο καθώς η ίδια η κίνηση της

        γης που μας έφερε και που θα μας πάρει
Και ζωγραφίζεις για σένα και για μένα
Και ζωγραφίζεις για όλους τους συντρόφους μου
Και ζωγραφίζεις για όλα τα χρόνια που πέρασαν που περνούν και

που θα περάσουν.
1948

ΤΗΣ ΣΕΛΗΝΗΣ ΤΗΣ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ
ΠΑΛΑΙΑ ΚΑΙ ΝΕΑ ΩΔΗ

Τόσο μου ομόρφυνες τη δυστυχία - που ξέρω:
Μόνο σε Σένα θα το πω παλιά θαλασσινή Σελήνη μου.

Ήτανε στο νησί μου κάποτες κει που αν δε γελιέμαι
Πριν χιλιάδες χρόνους η Σαπφώ κρυφά
Σ' έφερε μες στον κήπο του παλιού σπιτιού μας
Κρούοντας βότσαλα μες στο νερό ν' ακούσω
Πως σε λένε Σελάνα και πως εσύ κρατείς
Επάνω μας και παίζεις τον καθρέφτη του ύπνου.

Πως ανάσκελα θυμάμαι βγαίνοντας ο Ιούλιος
Μέσ' από τις μαγνόλιες του Παραδείσου
Σ' έβλεπα να κατεβαίνεις κει που έλαμπε η χαβούζα
Και μυγάκια πάνου από τα σαπισμένα φύλλα
Μυριάδες φωσφόριζες! Πως μετέωρα όλα! Και βαθύς
Ο θόρυβος της ρόδας μες στη νύχτα...

Ή φορές που μου έφερνες την κουκουβάγια
Ως μέσα στη μοναχική μου κάμαρα

Σηκώνοντας σκιές από τα έπιπλα
Να με τρομάξεις. Όμως τι θα πει νεκρός δεν ήξερα

Τι θα πει Καιρός τι Οπτασία
Τι το ασήμωμα της Παναγίας επάνω στα νερά
Τα μεγάλα ιερογλυφικά στην όψη σου
Η Αγάπη κι ο Θάνατος - να πω δεν ήξερα...

Κι ήμουν τόσο θλιμμένος! Μόνο που ήταν νύχτα
Μόνο που έσταζαν τα φύλλα μόνο που ανεξήγητα
Είχα μες στη Μητέρα κατεβεί

Της ηχώς το βάθος το απατό
Και το μαύρο κομμάτι που αποσπούσε
Από μέσα μου κι έριχνε μες στο πηγάδι
Και το χώμα που έθρυβε κάτω απ' το πέλμα μου
Σαν παγόνι φουσκώνοντας το δεντρολίβανο
Μόνο που αδημονούσαν μόνο που πίεζαν το στήθος μου
Ένιωθα ν' αναβλύζουν δάκρυα...

Μακριά στα σπίτια με την ασημένια στέγη
Τ' άλλα παιδιά τ' ανέβαζε η φωνή
Τ' ανέβαζε η φωνή τους με τη φυσαρμόνικα
Μόνος εγώ στα σκαλοπάτια σαν διωγμένος έκλαιγα
Και σε παρακαλούσα: πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
Και παρηγόρησέ με που γεννήθηκα!
                                            *
Όχι που ήμουν άτυχος - θέλω να πω
Που τα χρόνια επάνω μου δεν έπιαναν σαν το νερό
Και τα λόγια μου μέσα στο φως πηδώντας
Όμοια ψάρια να φτάσουν λαχταρίζανε

Μες στον άλλο ουρανό - Μα που πια κανείς κανείς
Ν' αναγνώσει δε γνώριζε Παράδεισο

Παλιά θαλασσινή Σελήνη μου μόνο σε Σένα θα το πω
Γιατί μου ομόρφυνες τη δυστυχία - και ξέρω:


Το παλιό μου σπίτι ακόμη κατοικώ
Και στα ίδια τριξίματα τρομάζω
Και τις νύχτες πάλι βγαίνοντας ο Ιούλιος
Τυλιγμένος τη μαύρη πρασινάδα σου παραμιλώ
Έφυγαν έφυγαν ένας αέρας οι άνθρωποι
Στους βαθείς κρυφούς κυπαρισσώνες

Έν' αργό ανατρίχιασμα η συρτή που η Νύχτα
Μες στα φύλλα τραβάει όλο σπιθίσματα


Όμως πού το «χάρμα»; Πού η «νέα ζωή»;
Αλλά μάρτυς ήμουνα όταν στα τρίτα ύψη
Ένα ένα ξυπνούσαν τα λιόφυτα του αέρος

Κι ο μισός εμένα έξω απ' τον Καιρό
Την κοιλάδα που μόκρυψεν ο Θάνατος
Πάλι ν' αντικρίσω. Τον σαπφείρινο γύρω μου Ζωδιακό.

Έτσι μακριά στη γη. Ροές της θάλασσας
Και βασκανείες του καπνού των κήπων. Άλλα τι
Κόπος ο ποιητής με τ' αδειανά του χείλη
Ολοένα πίσω από τη θλίψη του: το Ανείπωτο.
Πάρε με πάρε με στην αγκαλιά σου
Και παρηγόρησε με που γεννήθηκα.


Ότι τόσο ελαφρύ στα φρύγανα το πάτημα ήταν
Τόσο μπλάβα τα λουλούδια. Τόσο η στάλα των ματιών
Ωραία μετά που η ευτυχία χάθηκε
Μακριά μες στα θαλασσινά χαράματα
Το φιλί που εκράτησα όσο το αστέρι μου έσχιζε
Την πλαγιά του Αυγούστου τόσο καθαρό
Τόσο πικρή στη φούχτα μου η γαλήνη
Τόσο οι άνθρωποι μαύροι και μικροί
Με το πόδι εμπρός που ολοένα παν
Παν κατευθείαν για τον Κωκυτό και τον Πυριφλεγέθοντα!

1953

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΑΡΑΝΤΑΡΗΣ

Θ' ανάψω δάφνες να φλομώσει ο ουρανός
Μήπως και μυριστείς πατρίδα και γυρίσεις
Μέσ' απ' τα δέντρα που σε γνώριζαν και που γι' αυτό
Τη στιγμή του θανάτου σου άξαφνα τινάξανε άνθος

Εμάς τους γύφτους άσε μας
Τους «οικούντας εν τοις κοίλοις»
Τι δε νογάμε από γιορτή

Και τα πουλιά δε βάνουμε προσάναμ-
Μα στον ύπνο μας καθώς μας είχες μυήσει
Δώθε από τη φθορά πλέκουμε τους κισσούς
Μακριά σου πιο κι απ' το Α του Κενταύρου

«Ως έν τινι φρουρά εσμέν»
Μαργωμένοι μες στο χρόνο
Κι από τραγούδι αμάθητοι

Μόνος εσύ ο αιρετικός της ύλης αλλ'
Ομόθρησκος των αετών το ύστερο άλμα
Τόλμησες. Κι οι ποιμένες σ' είδανε της Πρεμετής
Μες στης άλλης χαράς το φως να οδοιπορείς πιο νέος

Τι κι αν ο κόσμος μάταιος
Έχεις μιλήσει ελληνικά
Ως «εις τον έπειτα χρόνον»

Κι από την ομιλία σου ακόμη
Βγάνουν θυμίαμα οι θαλασσινοί κρίνοι
Και κάποιες θρυλικές κοπέλες κατά σε
Μυστικά στρέφουνε τον καθρέφτη του ήλιου.

1955


ΜΙΚΡΟΝ ΑΝΑΛΟΓΟΝ
ΓΙΑ ΤΟΝ Ν. ΧΑΤΖΗΚΥΡ1ΑΚΟ-ΓΚΙΚΑ

Τόσο μόνον
Όσο χρειάζεται για να λειάνει ένα χαλίκι ο ρόχθος
Ή ν' αποτυπωθεί χαράματα το ψύχος τ' ουρανού

Στο δέρμα ενός μενεξεδένιου σύκου

Κι εκεί
Μακριά στην πούντα του Καιρού
Όπου μαίνεται από τη νοτιά το μαύρο ερημονήσι


Τόσο μόνον κι εκεί: ευδοκιμεί το Αόρατο!

Αλλ' εμείς το χτίζουμε άλλ' εμείς το κηπεύουμε
Αλλ' εμείς νύχτα μέρα το ιστορούμε


Και συχνά την ώρα που απ' τη λέπρα της ηπείρου
Ξεχωρίζει ανεβαίνοντας
Θεομητορική

Γη με το φρύδι δριμύ και την άκανθα του ήλιου

Σαν σε όνειρο μέσα πάλι εμείς του προσφέρουμε
Ποιος το λίθο ποιος τη δρόσο ποιος το ουράνιο κονίαμα


Ω γαιώδη άνθρωπε

Ιδές που ο τοκετός της νύχτας έφερε
Κυανό και κιννάβαρι πορφύρα και ώχρα


Στείλε το βλέμμα σου ψηλά καθώς μια σκέψη οξεία
Να διασχίσει το εμπόλεμο στερέωμα

Και πες εμείς οι ασύμμετροι πως είμαστε

Τ' αχνάρια που άφησαν -και που ακολούθησες-
Η άγρια μέλισσα κι ο αμνός ο πενθοφόρος.

1958


MOZART : ROMANCE
ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΝΤΣΕΡΤΟ ΓΙΑ ΠΙΑΝΟ ΑΡ. 20, KV 466

Όμορφη λυπητερή ζωή
Πιάνο μακρινό υποχθόνιο
Το κεφάλι μου ακουμπάει στον Πόλο
Και τα χόρτα με κυριεύουν

Γάγγη κρυφέ της νύχτας πού με παίρνεις;
Από μαύρους καπνούς βλέπω δορκάδες
Μες στο ασήμι να τρέχουν να τρέχουν
Και δε ζω και δεν έχω πεθάνει

Ούτε ο έρωτας ούτε κι η δόξα
Ούτε τ' όνειρο ούτε δεν ήταν
Με το πλάι κοιμούμαι κοιμούμαι
Κι ακούω τις μηχανές της γης που ταξιδεύει.
1960

ΔΕΥΤΕΡΗ ΣΕΙΡΑ
Η ΕΛΕΝΗ ΤΗΣ ΚΡΗΤΗΣ
ΜΕ ΤΟ ΠΡΟΣΩΠΟ ΚΑΙ ΜΕ ΤΟ ΠΛΑΙ

Να 'ταν η στενοχώρια να γεννούσε καν ένα πουλί    σκισιματιά που
θα τραβούσε    πάνου ως κάτου     μες στου μέσα κόσμου τη μαυρί-
λα    κι αψιθιά με τι δριμύτη απ' τα βουνά της Κρήτης θ' άναβε μες
στον Άδη σαν αηδονολαλιά

Πόρπη ασημένια Ελένη
Βρέξε βασιλικό τα χέρια σου να δροσιστώ σαν να 'χω μες στα χάδια
σου διαβάσει τις επιστολές του Παύλου

(Σήκωνε το κλουβί
μια δω μια κει
κι ο ήλιος πήγαινε απ' την άλλη
ν' ανάψει τ' όμορφο κεφάλι
μια δω μια κει
ο ήλιος κάθε Κυριακή)
Πήραν τους τρεις ανέμους οι βοσκοί    κι εσύ τον τέταρτο τραβάς και
φέγγεσαι    που να θωρώ πίσω απ' το σώμα σου να τρέχουν όρη και
νησιά    του γραίγου όλα τα ερημόλογα και τα κατσούλια της αυλής
όπου μεγάλωσες    παραδεισένια

Ελένη χώρα του Ήδυπνου
Που λέω αλήθεια πόσο πρέπει να υπόφερε ο ουράνιος κηπουρός για
να 'βγει τέτοια μέντα η ομορφιά σου

(Φώναζε στην αυλή
ψι-ψι  ψι-ψι

κι ο γάτος σήκωνε ποδάρι
μέσ' απ' τα μάτια της να πάρει
ψι-ψι  ψι-ψι

την αστραπή τους τη χρυσή)
Κι όπως παντού νυχτώνει κάποτε    όμως    (ίδια μες στην αγάπη) ένα
φωσάκι καταμόναχο φωνάζει «εγώ» «εγώ»    κι ούτε τ'ακούει κανέ-
νας    μόνο μια θύμηση ανεβαίνει σαν λευκή μορφή καταθαλάσσης
γυρισμένη    έτσι κι εσένα

Σελήνη Ελένη αναβρυτή
Κάποιου το δάκρυ που δεν έδειξες    τη σκοτεινή καρδιά θα τιμωρεί
και δεν αντέχει    κοίτα    στο λιγούλι γιασεμί της νύχτας όλο το δαι-
μονολόγι

(Κάτασπρο γιασεμί
και μυ- και μυ-
και μυστικέ μου Αποσπερίτη
πάρτε με πάρτε με στην Κρήτη
και μη και μη
και μη ρωτάτε το γιατί).

1962
Ο ΦΥΛΛΟΜΑΝΤΗΣ

Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ
Ναυαγισμένο στα ρηχά των άστρων
Το παλιό μου σπίτι με τα σαμιαμίθια
Και το χυμένο το κερί στο κομοδίνο επάνω
Πόρτες παράθυρα ανοιχτά
Το παλιό μου σπίτι αδειάζοντας
Φορτίο της ερημιάς μέσα στη νύχτα·

Σαστισμένες φωνές κι άλλες που ακόμη
Τρέχοντας μες στις φυλλωσιές αστράφτουν σαν
Μυστικά περάσματα πυγολαμπίδας
Από βάθη ζωής αναστραμμένης
Μες στο κρύο ασπράδι των ματιών
Εκεί που ακινητεί ο Καιρός
Κι η Σελήνη με τ' αλλοιωμένο μάγουλο
Απελπιστικά σιμώνει το δικό μου·
Ένα θρόισμα σαν από χαμένης
Που ξανάρχεται αγάπης σκοτεινό αρχινούν:
«Μη». Κι υστέρα πάλι «Μη» «Μωρό μου»
«Τι σου 'μελλε» «Μια μέρα θα το θυμηθείς»
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά»
«Εγώ που σ' αγαπώ» «Πες πάντα» «Πάντα».

Κι όπως μέσα στην απληστία του μαύρου
Που ανοίγεται στα δύο περιβολιού
Σβηστό απανθρακωμένο
Πάει και καταποντίζεται όλο το έχει σου
Ανεβαίνει απ' της ψυχής τ' απόνερα ένα
Κύμα θολό που οι φυσαλίδες του είναι
Άλλα τόσα παλιά ηλιοβασιλέματα

Παράθυρα τρεμάμενα στο φως του εσπερινού
Μια στιγμή που προσπέρασες την ευτυχία
Σαν τραγούδι όπου κρύφθηκε μήπως το δεις
Δακρυσμένο για σένα ένα κορίτσι -
Όλα της αγκαλιάς τα ιερά και του όρκου
Τίποτα τίποτα δεν πήε χαμένο
Απόψε βράδυ Αυγούστου οχτώ

Μέσ' απ' τη χλωρή του βυθού και πάλι
Το ίδιο εκείνο ατέρμονο ανατρίχιασμα

Μονοθροεί και συνθροεί τα φύλλα
Μονολογεί στην αραμαϊκή του απόκοσμου:
«Παιδί παιδάκι με τα καστανά μαλλιά
Σου 'μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά»
«Σου 'μελλε να χαθείς εδώ για να σωθείς μακριά».

Κι άξ·τά ιδωμένα·
Βατές όλες οι θάλασσες με τα λουλούδια
Μόνος άλλ' όχι μόνος· όπως πάντα·
Όπως τότε νέος που προχωρούσα
Με κενή τη θέση στα δεξιά μου
Και ψηλά μ' ακολουθούσε ο Βέγας
Των ερώτων μου όλων ο Πολιούχος.

1965


ΑΙΩΝΟΣ ΕΙΔΩΛΟΝ

Τι σβηστήρας άραγες να υπάρχει
Για τη μέσα μας ασκήμια, τι να μετα-
Στοιχειώνει τόσων χρόνων σκλαβιά, Καίσαρες, εσείς
Από τον άλλο κόσμο, μετανοημένοι, πέστε μας
Ποιο φύλλο, ποιο πουλί, ποιος κήπος μες στη θάλασσα
Σπώντας του Μαΐου τα κύματα, να ισοσταθμίσει γίνεται
Τον πόνο
Τον σωματικό

Που αν ένας μόνον τον υφίσταται, όλοι μας φωνάζουμε:
Ως πότε, ως πότε

Ατραπούς πήρα και πάλι εμπρός τους βγήκα:
Κρέοντες κι Αντιγόνες Ηλέκτρες κι Αίγισθοι
Καθείς μ' ένα φεγγάρι στρογγυλό στο χέρι
Τη δική του νύχτα.
Ζούνε ακόμη, ζούνε, οδεύουν και ολοφύρονται.

Ως κι εκείνος ο λησμονημένος τάχατες απ' όλους
Βασιλιάς της Ασίνης, ως κι εκείνος ανεβαίνει, να τος
Με σφαμένους κι ανέσφαχτους πίσω του
Το λόφο, πάγχρυσος
Προς τι; Προς τι;

Πολιό πέλαγο κι εσείς ακρόπρωρα μελανά στον αέρα
Πιο ψηλά, πιο ψηλά
Δώσετέ μου τη δύναμη

Ν' αφαιρέσω απ' τους μάντεις το δεινό μέλλον
Και σαν άχρηστο σπλάχνο στα σκυλιά να το ρίξω.
Εγώ, που από τον Ήρωα να γυρίσω πίσω εδέησε
Και να κάνω δρόμο μακρύ, αποθαρρημένος
Εωσότου τέλος, του καιούμενου από μόνου του
Μια κραυγή ζωντανή περισώσω:
Φτάνει πια, φτάνει πια


Τρέμει τρέμει μακριά, σε απόσταση χιλιάδων μύρων
Το είδωλον του αιώνος
Μες στης πίκρας τον άργυρο, λάμπει.
Μη γυρίσει κανείς να κοιτάξει, παιδιά
Μη γυρίσει κανείς να κοιτάξει. Όστις γαρ
Εν πολλοίσιν ως εγώ κακοίς

Έζησε, το γνωρίζει: ευθεία, μπροστά, και τραγουδώντας μόνον
Άτεγκτοι και στην έξοδο προσηλωμένοι

Θα τη φέρουμε την Ευρυδίκη πάλι
Στο φως, στο φως, στο φως.
1968


ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

                                                      Ι
Έτσι καθώς εστέκονταν    ορθός μπροστά στην Πύλη κι άπαρτος μες
στη λύπη του

Μακριά του κόσμου που η ψυχή του γύρευε να λογαριάσει στο φάρ-
δος Παραδείσου    Και σκληρός πιο κι απ' την πέτρα που δεν τον
είχανε κοιτάξει τρυφερά ποτέ - κάποτε τα στραβά δόντια του άσπρι-
ζαν παράξενα

Κι όπως περνούσε με το βλέμμα του λίγο πιο πάνω απ' τους ανθρώ-
πους    κι έβγανε απ' όλους    Έναν που του χαμογελούσε    τον
Αληθινόν    που ο χάρος δεν τον έπιανε

Πρόσεχε να προφέρει καθαρά τη λέξη θάλασσα έτσι που να γυαλί-
σουν μέσα της όλα τα δελφίνια    Κι η ερημιά πολλή που να χωρά ο
Θεός    κι η κάθε μια σταγόνα σταθερή στον ήλιο ν' ανεβαίνει

Νέος ακόμα είχε δει στους ώμους των μεγάλων τα χρυσά να λάμπουν
και να φεύγουν    Και μια νύχτα    θυμάται    σ' ώρα μεγάλης τρικυ-
μίας βόγκηξε ο λαιμός του πόντου τόσο που θολώθη    μα δεν έστερ-
ξε να του σταθεί

Βαρύς ο κόσμος να τον ζήσεις όμως για λίγη περηφάνια το άξιζε.
                                                  II
Θέ μου και τώρα τι    Που 'χε με χίλιους να παλέψει    χώρια με τη
μοναξιά του    ποιος    αυτός που 'ξερε μ' ένα λόγο του να δώσει ολά-
κερης της γης να ξεδιψάσει    τι

Που όλα του τα 'χαν πάρει    Και τα πέδιλα του τα σταυροδετά και το
τρικράνι του το μυτερό και το τοιχίο που καβαλούσε κάθε απομεσή-
μερο να κρατάει τα γκέμια ενάντια στον καιρό σαν ζόρικο και πηδη-
χτό βαρκάκι

Και μια φούχτα λουίζα    που την είχε τρίψει στα μάγουλα ενός κορι-
τσιού    μεσάνυχτα    να το φιλήσει (πως κουρναλίζαν τα νερά του
φεγγαριού στα πέτρινα τα σκαλοπάτια τρεις γκρεμούς πάνω απ' τη
θάλασσα...)

Μεσημέρι από νύχτα    Και μήτ' ένας πλάι του    Μονάχα οι λέξεις
του οι πιστές πού 'σμιγαν όλα τους τα χρώματα ν'αφήσουν μες στο
χέρι του μια λόγχη από άσπρο φως

Και αντίκρυ    σ' όλο των τειχών το μάκρος    μυρμηκιά οι χυμένες
μες στο γύψο κεφαλές όσο έπαιρνε το μάτι του

«Μεσημέρι από νύχτα - όλ' η ζωή μια λάμψη!»    φώναξε κι όρμησε
μες στο σωρό    σύρνοντας πίσω του χρυσή γραμμή ατελεύτητη

Και αμέσως ένιωσε    ξεκινημένη από μακριά    η στερνή χλωμάδα
να τον κυριεύει.

                                                   III
Τώρα    καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγο-
ρα    οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατα-
κόκκινες απ' τα γεράνια

Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κά-
θε φορά και πιο ψηλά στ' ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας
γι' άλλων καιρών    πιο μακρινών    το εικόνισμα

Κόρες παρθένες    φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα
φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών
σταλάζοντας ιώδιο    τα κλωνάρια

Του 'φερναν    Ενώ κάτω απ' τα πόδια του άκουγε    στη μεγάλη κα-
ταβόθρα να καταποντίζονται    πλώρες μαύρων καραβιών    τ' αρχαία
και καπνισμένα ξύλα    όθε    με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεο-
μήτορες επιτιμούσανε

Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα    σωρός τα χτίσματα
μικρά μεγάλα    θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα

Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του    άσπαστη    κειτάμενος
Αυτός
ο τελευταίος Έλληνας!
1969


VILLA NATACHA
                                             Ι
Έχω κάτι να πω διάφανο κι ακατάληπτο
Σαν κελαηδητό σε ώρα πολέμου.

Εδώ, σε μια γωνιά που κάθισα
Να καπνίσω το πρώτο ελεύθερο τσιγάρο μου
Αδέξιος μες στην ευτυχία, τρέμοντας
Μήπως σπάσω ένα λουλούδι, θίξω κάποιο πουλί
Και σε δύσκολη θέση, εξαιτίας μου, βρεθεί ο Θεός

Κι όμως όλα μού υπακούουν
Και οι όρθιες καλαμιές και το γερτό καμπαναριό
Και του κήπου το στερέωμα όλο
Αντικαθρεφτισμένο μες στο νου μου
Ένα ένα ονόματα που ηχούν

Παράξενα μέσα στην ξένη γλώσσα: Phlox, Aster,Cytise
Élgantine, Pervenche, Colchique

Alise, Frésia, Pivoine, Myoporone 
Muguet, Bleuet
Saxifrage
Iris, Clochette, Myosotis
Primevère, Aubérine, Tubéreuse
Pâquerette, Ancolie, και τα σχήματα όλα
Καθαρογραμμένα μες στα φρούτα: ο κύκλος, το τετράγωνο
Το τρίγωνο και ο ρόμβος
Όπως τα βλέπουν τα πουλιά, να γίνει απλός ο κόσμος
Ένα σχέδιο Πικασσό

Με γυναίκα, παιδάκι και ιπποκένταυρο.

Λέω: κι αυτό θα' ρθει. Και τ' άλλο θα περάσει.
Πολύ δε θέλει ο κόσμος. Ένα κάτι
Ελάχιστο. Σαν τη στραβοτιμονιά πριν από το δυστύχημα
Όμως
Ακριβώς

Προς
Την αντίθετη κατεύθυνση
Αρκετά λατρέψαμε τον κίνδυνο κι είναι καιρός να μας το
ανταποδώσει.

Ονειρεύομαι μιαν επανάσταση από το μέρος του κακού και των πο-
λέμων σαν αυτή που έκανε από το μέρος του σκιόφωτος και των απο-
χρώσεων ο Matisse.
                                             II
Όμως εκεί που δύο φίλοι
Μιλούν ή και σωπαίνουν - προπαντός τότε -
Τρίτο τίποτα δε χωρεί 

                                   Κι όπως οι φίλοι, φαίνεται
Και οι θάλασσες από μακριά επικοινωνούνε
Φτάνει λίγος αέρας, μια σταλιά τριμμένης

Μες στα δάχτυλα, σκούρας, λυγαριάς και να:
Το κύμα; Είναι αυτό;

Είναι αυτό που σου μιλάει στον ενικό και λέει
«Μη με ξεχνάς» «Μη με ξεχνάς»; Είναι η Ανακτορία;
Ή μήπως όχι; Μήπως το νερό μόνον που τρέχει
Νύχτα - μέρα στης Αγίας Παρασκευής το εκκλησάκι;
Να ξεχάσεις τι; Ποιος; Τίποτα δεν ξέρουμε.

Όπως αποβραδίς που κάτι σου έσπασε
Μια φιλία παλαιή, μια θύμηση από φάρφουρο
Ξανά πόσο άδικα ήξερες να κρίνεις
Βλέπεις τώρα που ξημέρωσε
Κι έχεις πικρό, πριν από τον καφέ, το στόμα
Χειρονομώντας άσκοπα, μιας άλλης,
Ποιος το ξέρει, ζωής, κάνεις ηχώ κι είναι απ' αυτό που
(Ή μπορεί κι απ' τη σκέψη
Κάποτε τόσο δυνατή, που προεξέχει)
Αντικρύ σου, μεμιάς, πάνου ως κάτου ο καθρέφτης ραγίζεται.

Λέω: τη μια στιγμή, τη μόνη που
Εάν φτάνει δε γνωρίζεις
Τα Γραμμένα ραγίζονται
Και αυτός που δίνει, παίρνει. Επειδή εάν όχι τότε θα
Πρέπει και ο θάνατος να θανατώνεται και η φθορά
Να φθείρεται και το μικρό
Τριανταφυλλί που κάποτε
Στην παλάμη σου κράτησες, βότσαλο και αυτό
Κάπου, χιλιετηρίδες μακριά, ν' ανασυντίθεται.
Με σοφία και θάρρος. Picasso και Laurens. Να πατήσουμε
πάνω στην Ψυχολογία, στην Πολιτική, στην Κοινωνιολογία,
ηλιοκαμένοι μ' ένα σκέτο άσπρο πουκάμισο.
                                                 III
Άνθρωπε, άθελά σου
Κακέ - παρ' ολίγο η τύχη σου άλλη.
Σ' ένα, έστω, λουλούδι αντίκρυ αν ήξερες
Να πολιτεύεσαι
Σωστά, θα τα 'χες όλα. Επειδή απ' τα λίγα, μερικές φορές
Κι από το ένα - έτσι ο έρωτας -
Γνωρίζουμε τα υπόλοιπα. Μόνο το πλήθος να:
Στο χείλος των πραγμάτων στέκει
Όλα τα θέλει και τα παίρνει και δεν του μένει τίποτα.


Κιόλας έφτασε το απόγεμα
Γαλήνιο σαν της Μυτιλήνης ή μιας ζωγραφιάς
Του Θεοφίλου, ως πέρα το Èze, το Cap - Estel,
Κόλποι όπου σιάχνει αγκαλιές ο αέρας
Μία διαφάνεια τόση
Που τα βουνά τ' αγγίζεις και τον άνθρωπο εξακολουθείς να βλέπεις
Που πέρασε ώρες πριν
Αδιάφορος, μα τώρα πρέπει να έφτασε.

Λέω: ναι, πρέπει να έχουν φτάσει
Ο πόλεμος στο τέρμα του, και ο Τύραννος στην πτώση του
Και ο φόβος του έρωτα μπρος στη γυμνή γυναίκα.
Έχουνε φτάσει, έχουνε φτάσει και μόνο εμείς δε βλέπουμε
Παρά ψαύοντας ολοένα πέφτουμε στα φαντάσματα πάνου.

Άγγελε συ που κάπου εδώ γύρω πετάς
Πολυπαθής και αόρατος, πιάσε μου το χέρι
Χρυσωμένες έχουν τις παγίδες οι άνθρωποι
Κι είναι ανάγκη να μείνω απ' τους απέξω.

Επειδή και ο Αφανής, παρών αισθάνομαι πως είναι
Ο μόνος που τον ονομάζω Πρίγκιπα, όταν

Ήρεμα το σπίτι
Αγκυροβολημένο μες στο ηλιοβασίλεμα
Βγάνει άγνωστες λάμψεις
Και σαν από έφοδο, μια σκέψη
Εκεί που για τ' άλλου τραβούσαμε αναπάντεχα μας κυριεύει.
1969


ΕΛΥΤΟΝΗΣΟΣ
ΚΟΙΝΩΣ ΕΛΥΤΟΝΗΣΙ

Φέγγαν οι αλατόπετρες και στη μεγάλη
Αλαλησιά του μεσημεριανού πελάγου τίποτα. Μόνον δώσ' του
        ο άνεμος
Δώσ' του με το ράντιστρο. Και δύο ή τρία πουλιά
Δυνατά κι ελεύθερα σαν ευτυχίες.

Έτσι για να 'χω ζήσει αντίθετα
Στα ερχόμενα και να μην έχω
Λάβει τίποτα ευτυχώς
Παρεχτός από τα χέρια μου όλα
Τώρα πάλι ακουγόμουν
Καταμόνας όπως ο ασκητής
Προτού ανεβεί απ' τα σπλάχνα του μια Νέα Καμένη
Δεξιά βουτούσε ο βράχος κι από τ' άλλο μέρος υψω-
Νε κεφάλι να παλέψει ο αγρίμης
Μπουρμπούλες νερό στα φαγωμένα πόδια του όλο και τρίφτανε άχνη
Σπούσε πέτρες ο ήλιος και ψηλά κρώζαν οι άγγελοι

Χιλιετηρίδες υστέρα
Που το νερό αναπήδησε
Να γίνει κατοικήσιμη ως και η πίκρα
Φαίνονται ακόμα κοίτα
Χαμηλά βουνά ξωκλήσια φάροι
Περασμένα τωρινά μου
Από το μέρος το άγνωστο. Και τώρα;
Στρίβοντας τ' ακρωτήρι σειρές κατεβατές
Τ' αμπέλια μ' ένα γαλαξία πρασίνων του παλιού καιρού. Και πάσπαλη
Φερμένη απ' τις λευκές Μαρίες των κυμάτων
Διακόσια μέτρα φάρδος ολοένα Παράδεισος

Πώς να 'ναι τώρα οι άνθρωποι; Άραγες
Να φοβούνται ακόμη; Στους αγρούς τους γερτούς
Να ελπίζουνε άλλον ουρανό;
Κερασιές να υπάρχουνε;
Και ποιά τώρα να κάνει
Στον ασβέστη επάνω με τις ζωγραφιές
Αγία το θαύμα της;
Το Θεό τον έπιανες μες στον αέρα
Μύριζε μέλισσα και χθεσινή βροχή βουνού
Μια στιγμή τραγουδώντας από δίπλα σου περνούσε κείνη που είχες δει
Στον κήπο με τις αυταπάτες και όμως ούτε που άγγιζες

Αλλού. Είναι αλλού
Που το θαύμα το αέναο γίνεται
Πάνω από το Μεγάλο Κάστρο
Το χέρι αυτό που θα γυρίσει
Στους καιρούς πίσω τ' άχρηστα
Θ' ανοίξει σαν ηλίανθος
Και δρομείς με την ελληνική λαλιά θα παν το μήνυμα
Οργιές από του λόφου τα ύψη αχούσαν τα ερημόνησα
Μακριά στα βάθη σαν βαρύ θηρίο η Ασία κοιμόταν
Ένα κορίτσι μόλις κομμένο απ' τη βερβένα
Σάλευε στ' αεράκι και το πόδι του έλαμπε

Όπως οι λέξεις όταν κάνει αιθρία
Μία στην άλλη δίνονται
Νιωσμένο φανερώνεται
Το κορίτσι που κρατεί ένα κάνιστρο
Γεμάτο μ' αχινούς και βιολέτες θαλάσσης
Λες: είναι αυτές οι αγάπες σου
Μ' ευωδιά και μ' αγκάθι
Παλεμένο στ' άγρια το πυργί των δώδεκα μηνών γυρνούσε
Στους καιρούς κόντρα κι άκουγες τα ευ των δέντρων να ευστοχούν
Περαστικός ένας μικρός Ιούλιος μοίραζε
Τους Νόμους: ο καθείς και η λυγαριά του διαλαλούσε
Κι η μέρα που απελπίστηκες
Επιστρεμμένη σαν ηχώ άλλ' απέραντη
Και οι λύπες οι μικρές
Με το κρυφό τους κόκκινο λουλούδι
Σκιές τρεμάμενες άπιαστα φυλλώματα
Των ουρανών επάνω στο νερό
Που ο νους μόνον εγγίζει
Σήμαιναν οι καμπάνες της Αγίας Παρασκευής ανήμερα
Και κομμάτια κομμάτια τα τετράγωνα μεγάλα σπίτια
Τα 'παιρνε το μπουγάζι. Τρεις ώρες πιο ψηλά
Μ' ανοιχτό πανί τα καΐκια ρυμουλκούσαν τις στέγες

Και ας μην ένιωσε ποτέ κανείς
Του μέλλοντος αρχαιολόγος
Και των επουρανίων

Πόσα δάκρυα χύθηκαν. Όμως μάταια όχι.
Επειδή τα δάκρυα είναι κι αυτά
Πατρίδα που δε χάνεται

Κει που γυάλισαν κάποτε υστέρα η αλήθεια ήρθε.
1971

ΑΠΟΣΤΙΧΑ ΜΥΣΤΙΚΑ
ΠΑ ΕΝΑΝ ΟΡΘΡΟ ΣΤΟ ΑΣΚΗΤΗΡ1Ο ΤΟΥ ΑΠΟΛΛΟΥ

Ξύπνησες Αδάμ    και ξαναρχίζει ο κόσμος
Φύλλωμα κισσού    στον ασβέστη περνάν
Τρεμάμενα τα κύματα    μυριάδες σκιάσματα

Μες στ' Απίστευτο    μετρήσου και πες
Πόσο πιάνει ο σταυρός    και πόσο η Πλατυτέρα
Της ψυχής σου που ανάφτηκε    χρυσός αέρας
Αϊτέ Θαλασσών    των ουρανών δελφίνι
Ζωή μου γλαυκή    που σε μιαν αστραπή
Τα 'πες όλα και τα 'καψες    τα 'πες όλα και τα 'κρυψες

Εναντίον μου    να μεγαλώνουν είδα
Κορυφές του Αραράτ    κι ακατάληπτες γλώσσες
Όμως μόνος προχώρησα    κι ούτ' ένα δάκρυ

Δόλωμα κρυφό    στη βοή των κυμάτων
Ρίχνω κι αγρικώ    σαν λεόντων φωνές
Τις φορές όπου αδίκησα    τις φορές όπου απάτησα

Μου κατάφαγαν    σπείρες μελισσών
Το λιγνό μου κορμί    και τη μιλιά μου πήραν
Θεές κωδωνοκρούοντας    πέλαγα μαύρα
Να πενθώ για τι;    Ποιος αυτός που προστάζει;
Ποιανού μαχητή    χαμένου στο σωρό
Άθελά του το ίνδαλμα    να ξανάρχεται μέσα μου;

Τρεις και τέσσερις    φορές έγειρε ο νους μου
Με λοξά τα φτερά    πουλιού της τρικυμίας
Κι υστέρα πάλι τίποτα    τίποτα πάλι

Έχε γεια Βοριά    μελαψέ σγουρομάλλη
Που κρυφά κρατείς    από κάτω της γης
Το ένα μου αηδόνισμα    τα πολλά μου αμαρτήματα

Εννεάστερο    τέρας φωτεινό
Ταξιδεύει ψηλά    και στην ψυχή μου ρίχνει
Τόπους τόπους τα γράμματα    κι ούτε μια λέξη
Τίποτα να πω    πια δε γίνεται άλλο
Μοναχά φυσώ    και πέπλα παλαιά
Για τους άλλους αόρατα    μπρος στα μάτια μου ανοίγονται

Ανυπόταχτο    σκαρφαλωμένο γίδι
Στα ύψη μασά    των αιώνων τα φύλλα
Όπως πριν που γεννήθηκα    κι όπως κατόπιν

Εμπρός προσκυνώ    σέ την Ανθοκρατούσα
Μαβιά που κοιτάς    και τα πέρα βουνά
Ωσάν της Αναλήψεως    καταδιάφανα χάνονται

Ατελεύτητα    λευκό το κελί
Σαν σταγόνα νερού    καθαρού μες στον ήλιο
Με πηγαίνει κι ολόγυμνος    το θαύμα λέω.
1972


Κριτικές - Παρουσιάσεις
Μαρίνα Λαμπράκη - Πλάκα, Οι συνεικόνες του Ελύτη και η συγγυμνασία των αισθήσεων, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Θανάσης Αγάθος, Οι τίτλοι των ποιητικών συλλογών του Οδυσσέα Ελύτη, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Μαρία Λαμπαδαρίδου - Πόθου, Οδυσσέας Ελύτης "Ο Μυστικός", Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Δημήτρης Κοσμόπουλος, Το χρυσό καρφί, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Τζίνα Πολίτη, Θεωρίες για την καταγωγή της γλώσσας και η σημαντική τους στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Αφροδίτη Σιβετίδου - Παπαϊωάννου, "Η γλώσσα που μιλώ δεν έχει αλφάβητο", Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, Η γλώσσα του Γιώργου Σεφέρη και του Οδυσσέα Ελύτη, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Victor Ivanovici, Ο Οδυσσέας Ελύτης και η γοητεία της επιδράσεως, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Αλίκη Τσοτσορού, Οι μεταφορές στην ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη: Η παρουσία του Αντρέα Εμπειρίκου, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Μαρία Χατζηγιακουμή - Νούτσου, Η λόγια παράδοση στο έργο του Οδυσσέα Ελύτη, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Αλέξης Λυκουργιώτης, Από το Αιγαίο στη Βαλτική και από το γαλάζιο στο ασπρόμαυρο: Δραπετεύοντας στα μονοπάτια του Ελύτη και του Τρανστρέμερ, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Μαρία Λιτσαρδάκη, Ποιητική και οντολογία στον Οδυσσέα Ελύτη και τον Υβ Μπονφουά, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012Ανθούλα Δανιήλ, Ο Οδυσσέας Ελύτης και η Δύση: Η περίπτωση του ψυχικού παράγοντα, Περιοδικό "Θέματα Λογοτεχνίας", τχ. 49, Ιανουάριος-Δεκέμβριος 2012


Πηγές :
http://www.politeianet.gr/books/9789607233943-elutis-odusseas-ikaros-ta-eterothali-187610
http://www.elitis.snn.gr/eterothalifront.htm
http://www.biblionet.gr/book/7768/%CE%95%CE%BB%CF%8D%CF%84%CE%B7%CF%82,_%CE%9F%CE%B4%CF%85%CF%83%CF%83%CE%AD%CE%B1%CF%82,_1911-1996/%CE%A4%CE%B1_%CE%B5%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CE%B8%CE%B1%CE%BB%CE%AE