ΤΑ ΤΡΙΑ ΑΔΕΛΦΙΑ
H Έλλη έχει ένα σαστισμένο άσπρο φιόγκο
Καλοαναθρεμμένη, ντροπαλή
Χαμογελά με επιφύλαξη, δεν είναι σίγουρη
Πως είναι εκεί, πως θα ’ναι κάποτε αλλού
Αν θα ’πρεπε, αν επιτρέπεται
Ο Αντώνης, δεξιά της, σαν αφηρημένος
Δεν εστιάζει Δεν αναγνωρίζεται.
Σαν να ’χει ήδη
Περάσει τα χαρακτηριστικά του
Στα δικά μου
(Εκείνη πάντως τη συγκεκριμένη μέρα
Στο Ηράκλειο
-Κυριακή θα ’ταν, τα παιδιά
Φοράνε τα καλά τους-
Μοιάζει σχεδόν απών. Γι αυτό
Στα χρόνια που έρχονται
Τα πιο πολλά θα γίνουνε ερήμην του)
Αριστερά ο Παύλος
Την αδελφή του αγκαλιάζει προστατευτικά
Είναι ο πρώτος
Πιο ψηλός
Ψηλός μέχρι τον ουρανό, το μαύρο κάδρο
Του κόβει το κεφάλι
Υπαινίσσεται, ίσως
Τον όλμο εκείνο
Απρίλη του 41, Αστράκες Ιωαννίνων
(Από ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΑΛΜΠΟΥΜ)
