Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοσιακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παραδοσιακά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Τραγούδια Σαρακατσάνικα



1)
Βουνά μου Συρρακιώτικα
βουνά τ' Ασπροποτάμου
τους κλέφτες τι τους κάματε 
τους Σαρακατσαναίους
στα χειμαδιά τους στείλαμε
να παν να ξεχειμάσουν
2)
Αντώνη μου τι σκέφτεσαι
τ' είσαι συλλογισμένος
παιδιά μου μην με βιάζεται
θα σας το 'μολογήσω
εψές μου 'ρθαν δυο γράμματα
από τον γέρο Δήμο
κ' απ'όξω γράφ' τ' απόγραμμα
και μέσα λέει το γράμμα
ο Βεληγγέκας το σκυλί
τ' αγαρηνό ζαγάρι
πήρε γυναίκες και παιδιά 


3) 
Πήρεν ο Μάρτης δώδεκα
κι Απρίλης δέκα πέντε
βγήκαν' οι Βλάχοι στα βουνά
κι ούλα τα τσελιγγάτα
του Παναγιώτ' τα πρόβατα
δε φάνηκαν' να έρθουν
μείναν' στους κάμπους μοναχά
δίχως μ'τα κουδούνια
πήγε κι Παναϊώτινα
με το παιδί στα χέρια
νύχτα πήρε το άλογο
νύχτα το καλιγώνει
και νύχτα καβαλίκεψε
στα πρόβατα να πάει
από μακριά τούς ρώτησε
και τους καλημερίζει
παιδιά μου τι σας λείπετε
τι είστε ληρωμένα
ο Παναγιώτης λείπεται
εδώ και δέκα μέρες.
4)
Συχνορωτιούνται τα βουνά
και βαριαναστενάζουν'
Κύργιε μ' το τι να γίνηκαν' 
οι Σαρακατσαναίοι
τούτη τη μαύρη Άνοιξη
δεν φάνηκαν να έρθουν'
νούδε συγκέρια φάνηκαν'
νούδε τσιατούρες γίναν'
νούδε τα λάγια πρόβατα 
οι αμέτρητες χιλιάδες
που βαζαν' όλες οι πλαγιές
απ' τα λαμπρά τ'ς κουδούνια


5)
Ένας γέρος γέροντας
ν'ούδε τόσο γέροντας
402 χρονών
φάρο καβαλίκεψε
τα βουνά 'λο γύριζε
'σεις βουνά ψηλά βουνά
δεν με ξανανιώνετε
εμένα και τον φάρο μου
φάρος ξανανιώνετε
γέρος νιος δεν γίνεται.

6)
Να 'ταν ο Μάης χεινόπωρος 
Αντρέα Αντρέα
κι ο θεριστής χειμώνας
να κρουσταλιάσει η θάλασσα 
μη πλεύσουν τα καράβια
να μη περάσει η κλεφτουριά
και πάει και πάρει σκλάβους
Αντρέας πούθε πέρασε 
και πάει και πήρε σκλάβους.

7)
Καλότυχα είναι τα βουνά
καλότυχοι είναι οι κάμποι
το καλοκαίρι πράσινα
και το χειμώνα χιόνι
δεν καρτερούνε θάνατο
Χάρο δεν περιμένουν
μον' καρτερούν την Άνοιξη
το' μορφο καλοκαίρι
ν' ανθίσει ο γάβρος κι η οξιά
να ισκιώσουν τα λημέρια
να βγουν οι Βλάχοι στα βουνά
να βγουν οι Βλαχοπούλες
να βγουν τα λάγια πρόβατα.

8)
Όλες οι μάνες των παιδιών 
τα ευχιώνται να προκόψουν
και μένα η μανούλα μου 
βαριά με καταργιέται
κλέφτης να πας παιδάκι μου
κλέφτης να καταντήσεις
στ' αγριοβούνια ν' αγρυπνάς
να πολεμάς γιόκα μ' με τα στοιχειά.


9)
Βαστάτε Τούρκοι τ' άλογα
λίγο να ξανασάνω
να χαιρετίσω τα βουνά
και τις κοντοραχούλες
ν' αφήσω διάτα στα παιδιά
σ' όλα τα παλικάρια
παιδιά μου μην κιοτέψετε
πίσω να μην γυρίστε
όσο είναι ο Δίπλας ζωντανός

10)
Σ' όλον τον κόσμο ξαστεριά
σ' όλον τον κόσμο ήλιος
και στο Βραχώρι το πικρό
μαύρος καπνός κι αντάρα
καπεταναίοι το 'καίγαν.
Ο Τσόγκας κι ο Αλεξάκης
μια Μπεγιοπούλα φώναξε
από ψηλό σαράγι
τι κάνετε μπρέ χριστιανοί 
δεν είστε βαπτισμένοι!
Εμείς αντάμα ζήσαμε
τρανέψαμε αντάμα
γιατί τώρα μας καίγετε
μας χύνεται το αίμα!
Τέτοια παράπονα πικρά 
τις φλόγες δεν τις σβήνουν
τα γυναικόπαιδα πέσανε
στων ανταρτών τα χέρια.


11)
Εδώ στην πάνω γειτονιά
την παραπάνω ρούγα
μια λυγερή καθότανε
στ' αντρού της την αγκάλη
όλο τ' αντρού της έλεγε
όλο τ' αντρού της λέει
βαργιά κοιμάσαι Κώστα μου
βαρύν ύπνο μου κάνεις
η συντροφιά σου έφυγε.

12)
Σιγά Λιακού μ' μην βιάζεσαι
κάτσε να πάμε αντάμα
γιατ' έχουν χιόνια τα βουνά
κλείσαν' τα μονοπάτια
θα πέσεις Λιάκου μ' σε γκρεμό.


13)
Σε τούτη την τάβλα τη χρυσή
με τα χρυσά ποτήρια
κέρνα μας κόρη κέρνα μας
γλυκό κρασί να πιούμε
κέρνα τον πρώτο με μαστραπά
τον δεύτερο με κόφα
και στο δικό μου το γυαλί
βάλε φαρμάκι μέσα.

14) Γκουρμπανίσιο

Παιδιά μ' καλώς τον ήβραμαν 
αυτόν τον νοικοκύρη
με τα πολλά του τα φαγιά
Με τα γλυκά του λόγια
Παιδιά μ' να τον αξιώσουμε
Θεός να τον προκόψει.
όσα λουλούδια έχει η άνοιξη
και φύλλα από τα δέντρα
τόσα καλά στο σπίτι του
Θεός να του τα δώσει

15)
Μανά μου τα κλεφτόπουλα
τρώνε και τραγουδάνε
πίνουν και γλεντάνε
και ένα μικρό κλεφτόπουλο 
δεν τρώει δεν τραγουδάει
δεν πίνει δεν γλεντάει
μον' τ' άρματά του κοίταζε
του ντουφεκιού του λέει
πόσες φορές με γλίτωσες 
απ' των εχθρών τα χέρια
κι απ' των Tούρκων τα μαχαίρια
ντουφέκι μου περήφανο
σπαθί μου παινεμένο.

16)
Κωστά μ' τα χιόνια λιώσανε
και τα πουλιά το λένε
κι εσύ Κωστά μ' στη φυλακή
στα σίδερα δεμένος.

17) ΣΥΡΤΟΣ
Πέρα θε μικρή μου Παναγιούλα
πέρα θέλω να περάσω
το χορό σας να κοιτάξω
πως χορέ μικρή μου Παναγιούλα
πως χορεύει μια μικρούλα
που την λένε Παναγιούλα
πού 'χει τα μαλλιά μετάξι
και πλεγμένα με την τάξη.

18) ΣΥΡΤΟΣ
Άσπρη βαμβακιά η Παναγιώτα μου
άσπρη βαμβακιά είχα στην πόρτα μου
μου την πήρανε την Παναγιώτα μου
μου την πήρανε και μου την κλέψανε
σ' άλλη γειτονιά την επαντρέψανε
μου την πήρανε με τα λουλούδια της
μου 'μειναν και μένα τα τραγούδια της.

19) ΤΣΑΜΙΚΟΣ
Τρία καλά είναι στον ντουνιά 
και στον απάνω κόσμο
η νιότη και η λεβεντιά
και το καλό κορίτσι
τ' ακούτε εσείς ανύπαντροι
και 'σεις καλοί λεβέντες
λεφτά να μην ζηλέψετε
λίρες μην λιμπιστείτε 

20) ΤΣΑΜΙΚΟΣ
Ένας λεβέντης χόρευε
σε μαρμαρένιο αλώνι
κι η κόρη που τον αγαπά
κι η κόρη που τον θέλει
και με το μάτι έγνεφε
και με τα χείλη του λέει
που 'σουνα χθες λεβέντη μου
κι αντιπροχθές το βράδυ
χτες ήμουν στην μάνα μου 
προχτές στην αδερφή μου
κι απόψε στο σπιτάκι σου 
θα 'ρθώ στην αγκαλιά σου

21) ΚΛΕΦΤΙΚΟ
Το λεν' οι κούκοι στα βουνά
κι οι πέρδικες στα πλάγια
το λεν' και τα βλαχόπουλα
το λεν' στο μουχαμπέτι
πήγα και 'γω να τους ιδώ 
να τους καλοκαρδίσω
κι αυτοί μου λεν' να τραγουδώ
μου λεν' να πω τραγούδια
εγώ παιδιά μου δεν μπορώ
τραγούδια εγώ δεν ξέρω
σήμερα για τους φίλους μου
για τους καλούς γειτόνους
θα πω τραγούδι θλιβερό
μέσα απ' την καρδιά μου
για να τ' ακούσουν τα βουνά
να κλαιν' κι αυτά με μένα.

22)
Στον Κίσσαβο στον πλάτανο
και στις κρυοβρυσούλες 
πιάσαν' τον Γρίβα ζωντανό
και τον τουρκοπαιδεύουν
προσκύνα Γρίβα μ' τον Πασά 
προσκύνα τον Βεζύρη
Γρίβας δεν είναι νιόνυφη
κορίτσι συβασμένο
να προσκυνήσει τον Πασά
τον κακομαθημένο
ψιλή φωνούλα απόρησε
ψιλή κι αμπιστεμένη
που είστε παιδιά του Κοκαλιά 
παιδιά του γέρο Γρίβα
για πάρτε ζώστε τ' άρματα
και την Τουρκιά φαλάγγι
κι εγώ θα πάρω τον Πασά
σαν το τραγί απ' τα γένια.

23)
Λάμπει ο ήλιος στα βουνά
λάμπει και στα λαγκάδια
έτσι λάμπει και η κλεφτουριά
οι Κολοκοτρωναίοι
πού 'χουν τα ασήμια τα πολλά
τις ασημένιες πάλες
όπου δεν καταδέχονταν
την γης να την πατήσουν 
καβάλα παν' στην εκκλησιά
καβάλα προσκυνάνε
καβάλα παίρνουν αντίδωρο
απ'τού παπά το χέρι.

24)
Κορίτσια από τα Γιάννενα
γριά Τζαβέλενα
νυφάδες απ' το Σούλι
το Σούλι θα χαρατσωθεί
χαράτσι θα πληρώσει
Τζαβέλενα σαν τ' άκουσε
πολύ της κακοφάνει
παίρνει και ζώνει τ' άρματα.

25)
Κλείσαν' οι στράτες του Μοριά
κλείσαν' και τα Δερβένια
κλαίνε τα χάνια για άλογα
και τα τζαμιά για Τούρκους
κλαίει και μια χανούμισσα
κλαίει για τον υγιό της
το γιο της τον σκοτώσανε.

26)
Όλα τα κάστρα χαίρονται
και όλα καμαρώνουν
το κάστρο του Μεσολογγιού
αυτό δεν καμαρώνει
Kάστρο μ' γιατί δεν χαίρεσαι
γιατί δεν καμαρώνεις
μου σκότωσαν τον αρχηγό
τον καπετάν Θανάση
το τι καλό έχω να χαρώ
και τι να καμαρώσω.

27)
Οι κλέφτες μπερμπιρίζονταν
και στο γυαλί τηργιώνται 
για δες μαλλιά που έχουνε
και τσιγκελά μουστάκια
δεν πρέπουν' για τα Γιάννενα
να τά'νε σκλαβωμένα

28)
Ανάθεμα που έριξε 
τα μάγια στο πηγάδι
και μάγεψε τον άνδρα μου
και θε' να με χωρίσει
αν με χωρίσεις άντρα μου
εσύ θα μετανιώσεις 
θα φτιάξω το σπιτάκι μου
αντίκρυ στο δικό σου
στις δύο στις τρεις θα λούζομαι
στις τέσσερες θα αλλάζω
κι απάν' στις δεκατέσσερες
άλλον άντρα θα πάρω.

29)
Θέλω να ανέβω στ' Άγραφα
κι απάνω στα κατσάβραχα
για δυο ματάκια π' αγαπώ
να τα ξεχάσω δεν μπορώ
με δέρνει η νύχτα κι αυγή
με δέρνει και μια χαραυγή.

30)
Ο ήλιος βασιλεύει
κι η μέρα σώνεται
κι ο νους μου απ΄την αγάπη
δεν σημαζώνεται.

Έβγα να σε δω
να παρηγορηθώ

Το φεγγάρι κάνει κύκλο
στης αγάπης μου τον κήπο
το φεγγάρι κάνει βόλτα
στης αγάπης μου την πόρτα

Σγουρέ βασιλικέ μου
και μαντζουράνα μου
εσύ θα με χωρίσεις 
από την μάννα μου.

Το φεγγάρι κάνει κύκλο
στης αγάπης μου τον κήπο
το φεγγάρι κάνει βόλτα
στης αγάπης μου την πόρτα

Βασιλικός θα γίνω 
στα παραθύρια σου
για να γλυκοφιλήσω
τα μαύρα φρύδια σου

Έβγα να σε δω
να παρηγορηθώ

31)
Γλυκοχαράζουν τα βουνά
κι η αγάπη μου κοιμάται
σιγά παιδιά μ' διαβαίνετε
μην μου την εξυπνάτε
κι εγώ θα πάω στην πόρτα της
γλυκά να τραγουδήσω
ξύπνα περδικομμάτα μου 
κι ήρθα στην γειτονιά σου
χρυσά πλεξούδια σου 'φερα
να πλέξεις τα μαλλιά σου.

32)
Τι καπετάνιος είσαι εσύ
δε ρίχνεις δυο ντουφέκια
να μαζωχτεί τ' ασκέρι σου
κι όλος ο ταιφάς σου
να δει το ποιος σου λείπεται
από τον ταιφά σου
μου λείπει ένα κλεφτόπουλο
ο Kωσταντής λεβέντης.

33)
Να' μουν πουλί ν' ανέβαινα
να πήγαινα ψηλά ν' αγνάντευα
κατακαμπή στο κάμπο
το δόλιο Μεσολόγγι
πως πολεμάν' οι Έλληνες
Ελλάδα και Τουρκία.

34)
Βελούχι μου περήφανο
κι οξιά ζωγραφισμένη
λειώσε τα χιόνια γρήγορα
να χορταργιάσει ο τόπος
να βγουν' οι Βλάχοι στα βουνά
να βγουν' και οι Βλαχοπούλες
να βγουν' και τα Βλαχόπουλα 
με τα στραβά τα φέσια
να βγουν' τα λάγια πρόβατα
με τα λαμπρά κουδούνια
να βγουν' τ' αρνάκια παίζοντας
μπροστά από τις μάνες.


35)
Μανά μου τα κλεφτόπουλα
τρώνε και τραγουδάνε
πίνουν' και γλεντάνε
κι ένα μικρό κλεφτόπουλο
δεν τρώει δεν τραγουδάει
δεν πίνει δεν γλεντάει
μον' τ' άρματά του κοίταγε
του ντουφεκιού του λέει
πόσες φορές με γλίτωσες
απ' των εχθρών τα χέρια 
κι απ' των Τούρκων τα μαχαίρια
μα τώρα με παράτησες
σαν καλαμιά στον κάμπο
και δεν ξέρω τι να κάμω.

36)
Στου κυρ' γαμπρού την πόρτα 
τι δασιά είναι τα κυπαρίσια
τι δασιά είναι τα κυπαρίσια
καμαρέψτε τα μια ψύχα
του κυρ' γαμπρού η μάνα 
τι πολύ είναι αρματωμένη 
τι πολύ είναι αρματωμένη 
και στην πόρτα μπαίν' και βγαίνει
με τον ήλιο παραγγέλει
Ήλιε μου κι άσπρο φεγγάρι
έστειλα ένα νιο κλωνάρι
έστειλα ένα νιο κλωνάρι
καρτερώ ένα ζευγάρι.

37)
Λουλουδάκι θα' λα γίνω
που να πάω να φυτρώσω
πάω σε μια κρυόβρυση 
να 'χει νερό να με ποτίζει
και δροσιά να με δροσίζει.

38)
Το πως αποκοιμήθηκα 
τρεις χρόνους σ' ένα γρέκι
κι όντα ξυπνώ ο έρημος 
ναι πρόβατα ναι γίδια
παίρνω νερό και νίβομαι
μαντήλι και σφουγγιώμαι
και παίρνω δίπλα τα βουνά 
δίπλα τα κορφοβούνια.


39)
Τρεις σταυραετοί καθότανε
σ' ένα μαύρο λιθάρι
και λέγανε τον πόνο τους
και το παράπονό τους
ο ένας κλαίει πως γέρασε
και ο άλλος πως μεθούσε
και ο τρίτος ο μικρότερος
παρηγοριά δεν έχει

40)
Τρικαλινή μου πέρδικα βουνίσια μου τριγώνα
Σ' όλο τον κόσμο ήμερη σε μένα στέκεις άγρια
Ρίξε την αγριοσύνη σου κι έλα κοντά μου κάτσε.

Νάσο δεν είχες πρόβατα Νάσο δεν είχες γίδια
Νάσο δεν είχες κι άλογο καβάλα να πηγαίνεις
Και ζήλεψες την κλεφτουριά το έρημο ντουφέκι.

41)
Κλείσαν οι στράτες του Μωριά
Κλείσαν και τα Δερβένια
Κλαίνε τα Χάνια για άλογα
Και τα τζαμιά για αγάδες
Κλαίει και μια χανούμισα 
Κλαίει για τον γυιό της.

42) 
Όταν ήμουν στον καιρό μου κάτι μούρθε στο μυαλό μου
Μια μηλιά να πάω να κλέψω στην αυλή μου να φυτέψω
Την Δευτέρα πάω την κλέβω και την Τρίτη την φυτεύω
Την Τετάρτη βγάζει φύλλα και την Πέμπτη δίνει μήλα
Τα μαζεύω τα μετράω στην αγάπη μου τα πάω.

43)
Κλέφτης Χασιώτης ροβολάει
Από τα καραούλια
Στα καραούλια νύχτωσε 
Στα Χάσια ξημερώνει
Πάει στου Θούμα το μαντρί
Του Θούμα τα καλύβια
Καλημερά σου Θούμενα
Καλώς τα παληκάρια
Περάστε επάνω βρέ παιδιά 
Να φάτε και να πιείτε
Δεν ήρθαμε για φάει για πιεί
Ουδέ γλυκιά κουβέντα
Μας έστειλε ο Μπουλούπασας
Μ'ένα κομμάτι γράμμα
Δεν ειν' καν'άς γραμματικός
Να ξέρει να διαβάζει
Είναι το τσελιγκόπουλο
Που ξέρει να διαβάζει.

44)
Βρε χρυσό μου περιβόλι
Τ' είναι τ' άνθια πού'χεις μέσα
Πράσινα χρυσά 'ν'τα φύλλα
Κι αργυρένια τα κλωνάρια
Κόρη κάθεται στον ίσκιο
Κι αργιοπλέκ' χρυσό γαϊτάνι
Κι ένας νιος την ερωτάει 
Τι το κάνεις το γαϊτάνι
Τι το κάνεις το γαϊτάνι
Θα το κάνω τσαμαντάνι


45) Για τη γυναίκα του Μπότσαρη 
Όλες οι καπετάνισες
Καβούλι τό 'χουν κάνει
Μόνο η Ελένη Μπότσαρη 
Καβούλι δεν το κάνει
Παίρνει και ζώνει τ' άρματα
Τα φλωροκαπνισμένα
Στην βρύση πήγε για νερό
Να πιεί και να γιομίσει
Τρεις τούρκοι την καρτέρησαν
Ρίχνει και τους σκοτώνει.

Τρίτη 17 Δεκεμβρίου 2013

Το Αλάτι της Γης : Νίκος Γράψας - Η Μάγισσα - Θράκη

Θράκη

Σύρτε μάτια, σύρτε φρύδια, σύρτε στο καλό
της αγάπης μου να πείτε πως παντρεύτηκα
πήρα μάγισσα γυναίκα, μάγισσας παιδί,
που μαγεύει τα πουλάκια και δεν κελαηδούν,
που μαγεύει τα ποτάμια και δεν τρέχουνε,
που μαγεύει τα καράβια και δεν αρμενούν,
που με μάγεψε και μένα και δεν έρχομαι.....


Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Της Λιογέννητης Παραδοσιακό


Ο Κωσταντής ο μορφονιός, ο μικροκωνσταντίνος,
μια μέρα θέλησε να βγει να λαγοκυνηγήσει
και διάβαινε καμαρωτός απ’ την πλατιά τη ρούγα.
Εκεί είδε τη Λιογέννητη με τετρακόσιες σκλάβες.
Σε κρεμεζιά τριανταφυλλιά ήταν ακουμπισμένη
κι είχε τα φρύδια τορνευτά, τα μάτια σαν ζαφείρι
και στο μικρό το δάχτυλο είχε το δαχτυλίδι,
καλλιά `λαμπε το δάχτυλο παρά το δαχτυλίδι.
Ωσάν την είδ’ ο Κωσταντής, αφήνει το κυνήγι.
Κινάει να πάει στο σπίτι του σαν μήλο μαραμένος.
Χωρίς θέρμη θερμάθηκε, χωρίς οριόν ερριάστη,
δίχως τον πονοκέφαλο έπεσε στο κρεβάτι.
Μάνα, ψυχή, μάνα, καρδιά, μάνα και το κεφάλι.
Μάνα, θολά είναι τα βουνά και θαμπερό το σπίτι.
Γιέ μου, καλά είναι τα βουνά και λαμπερό το σπίτι,
μα συ κορίτσιν αγαπάς κι εκείνη δεν το ξέρει.
Μάνα, την κόρη που είδα `γώ, άλλος να μην την πάρει.
Στείλε να κράξεις άρχοντες και μητροπολιτάδες
να παν να κάμουν προξενιά, γυναίκα να την πάρω.
Στέλνει τρακόσιους άρχοντες και μητροπολιτάδες,
στέλνει τον άρχοντα Φωκά, στέλνει το Νικηφόρο,
στέλνει τον Πετροτράχηλο, που τρέμει η γη κι ο κόσμος.

Εχτύπησαν οι άρχοντες την αργυρή την πόρτα.
Ποιος χτύπησε στην αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
Ημείς είμεστε οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,
ο Κωσταντής μας έστειλε δυο λόγια να σου πούμε.
"Ανοίξετε στους άρχοντες, στους μητροπολιτάδες!
Φέρτε τρακόσια στρώματα, φέρτε τρακόσια πεύκια,
για να καθίσουν οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,
φέρτε Μονεμβασιάς κρασί να πιούν οι αντρειωμένοι".
Εμπαίνουν τότε οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες
και την ευρίσκουν κι έπλεγε τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
Καθώς τους είδε η λυγερή επροσηκώθηκέ τους.
Καλώς ήρθαν οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,
φάτε και πιέτε γέροντες κι εγώ στον ορισμό σας.
Εμείς εδώ δεν ήρθαμε να φάμε και να πιούμε,
προξενητάδες είμαστε κι ήρθαμε να σου πούμε.
Ο Κωσταντής μας έστειλε, τ’ όμορφο παλληκάρι,
αν είναι θέλημα Θεού γυναίκα να σε πάρει.
Σαν τ’ άκουσε η Λιογέννητη νεχτύπησε τα γέλια.
"Για πείτε του του Κωνσταντή, του μοσχαναθρεμμένου,
δε θέλω τον, δε χρήζω τον, δεν καταδέχομαι τον.
Σαν έρθει η μάνα μ’ απ’ την γης κι ο κύρης μ’ απ’ τον Άδη,
τα δυο μ’ αδέρφια τα καλά από τον κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίσει,
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο
και με τ’ αργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν
κι εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’αλώνι,
μηδέ και τ’ άχυρο βραχεί μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρει,
τότε κι εγώ τον Κωνσταντή θα τόνε πάρω γι άντρα
και πάλι ναι και πάλι όχι και πάλι σαν μου δόξει".
Σαν ήκουσαν οι άρχοντες κι οι μητροπολιτάδες,
τους κακοφάνηκε πολύ κι έσκυψαν το κεφάλι.
Κι αυτή τότε τους έδωκε τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
"Ορίστε την πλεξίδα μου τον εδικό σας κόπο".

Εκίνησαν κι επήγαιναν πικροί και μαραμένοι
κι ο Κωσταντής κατέρειγε στην αργυρή του πόρτα.
"Καλώς ήρθαν οι άρχοντες με τα καλά τα λόγια".
Κακώς ήρθαν οι άρχοντες με τα κακά τα λόγια.
Δε θέλει σε, δε χρήζει σε, δεν καταδέχεται σε.
Σαν έρθει η μάνα τς’ απ’ την γης κι ο κύρης απ’ του Άδη,
τα δυο τς’ αδέρφια τα καλά από τον κάτω κόσμο,
να σπείρουνε τη θάλασσα σιτάρι να καρπίσει,
χρυσάγανο, χρυσόσταχο και χρυσοκονδυλάτο
και με τ’ αργυροδρέπανα να μπουν να το θερίσουν
κι εις τον αφρό της θάλασσας να κάμουνε τ’αλώνι,
μηδέ και τ’ άχυρο βραχεί μηδέ και το σιτάρι,
μηδέ την πάχνη τ’ αλωνιού αέρας να την πάρει,
τότε κι αυτή τον Κωνσταντή θα τόνε πάρει γι άντρα
και πάλι ναι και πάλι όχι και πάλι σαν της δόξει.
Ο Κωσταντής σαν τ’ άκουσε μέγας καημός τον πήρε
και ζήτησε και το `δωκαν τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
Πήγε να βρει τις μάγισσες που ξέρουν από μάγια.
Ωσάν τον είδε κι έρχονταν της μάγισσας η κόρη.
"Μάνα μ’ , ο νιος οπ’ έρχεται του κάμπου καβαλάρης
παίρνουν τα ρούχα του δροσιά και τα λυχνά του πάχνη,
παίρνουν τα πασουμάκια του ανθούς από τα δέντρα
κι ο γύρος του προσώπου του για κόρη είναι θλιμμένος.
Στα μάγια `γω γεννήθηκα, στα μάγια θα πεθάνω
κι εγώ δεν τόνε γνώρισα και συ τόνε γνωρίζεις;
"Καλή σου μέρα μάγισσα με την καλή σου κόρη.
Δεν έχεις μάγια της καρδιάς και μάγια της αγάπης,
να κάμεις τη Λιογέννητη να ρθει στην αγκαλιά μου;"
Αν έχεις πράμα τς αρεσκιάς και πράμα του χεριού της,
θα κάμω τη Λιογέννητη να `ρθει στην αγκαλιά σου.
Εγώ `χω πράμα τς αρεσκιάς και πράμα του χεριού της,
εγώ `χω την πλεξίδα της, τ’ ολόχρυσο γαϊτάνι.
Σύρε άνοιξε την πόρτα σου και δέσε τα θηριά σου
και κάθου και καρτέρει την να ρθεί στην αγκαλιά σου.
Και βγάνει από τον κόρφο της τρία μήλα μαραμένα.
"Το `να ρίξε στο τρίστατο να πάψουν οι διαβάτες,
τ’ άλλο ρίξε στον ποταμό να πάψουν τα ποτάμια,
το τρίτο ρίξ’ στην λυγερή να `ρθεί γυρεύοντάς σε.

Το ’να `ρηξε στο τρίστατο και πάψαν οι διαβάτες,
τ’ άλλο `ρηξε στον ποταμό και πάψαν τα ποτάμια,
το τρίτο το φαρμακερό στης λυγερής τς αγκάλες.
Ως το είδε η κόρη εσβήστηκε, ως το είδε δαιμονίσθη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
"Μώρ’ βάγιες μου, μώρ’ ντάντες μου,
μώρ’ σκλάβες του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκινες λαμπάδες,
τί εσήμανε η Παντάνασσα, να πά’ να προσκυνήσω.
Κυρά τα `ρνίθια δε λαλούν, καμπάνες δε σημαίνουν
και η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
Μπα του πατρός μου το ψωμί στα μάτια σας να πιάκει.
Κι έτσι εσηκώθη μοναχή κι εβγήκε στο σκοτάδι.
Μια δούλα δεν την άφηκε κι από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σαν ζύγωσε στη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι αρχίνησε να λέει.
"Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι άστρι το μεσημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλητη και ξεμαλλοπλεμένη;
Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλητη και ξεμαλλοπλεμένη.
Θέ μου κι αν είμαι καθαρή κι αν είμ’ εγώ παρθένα,
άστραψε και μπουμπούνιξε, να χαλαστούν τα μάγια".
Άστραψε και μπουμπούνιξε, χαλάστηκαν τα μάγια.
Ο Κωσταντής ολονυχτίς καρτέρειγε στο σπίτι
κι αυτού στα ξημερώματα το μαύρο του σελλώνει.
"Ανάθεμά σε μάγισσα, που μάγια δε γνωρίζεις!"
Σαν είν’ η κόρη καθαρή, τα μάγια τι σου φταίνε;
Σύρε ξουρίσου φράγκικα και ντύσου στα γυναίκεια,
γυναίκεια και χαιρέτησε κατά την ώρα που είναι
και πες: "Είμ’ η ξαδέρφη σου από τον Αϊ Δονάτο,
όπου πλουμί δεν ήξερα κι ήρθα πλουμί να μάθω".

Ξουρίστηκε στα φράγκικα και ντύθηκε γυναίκεια
και χτύπησε στην αργυρή πόρτα της μαυρομάτας.
Ποιος χτύπησε στην αργυρή πόρτα της μαυρομάτας;
Εγώ είμαι η ξαδέρφη σου από τον Αϊ Δονάτο,
όπου πλουμί δεν ήξερα κι ήρθα πλουμί να μάθω.
Καλώς ήρθ’ η ξαδέρφη μου, μα `γώ δε σε γνωρίζω.
Και πούθεν είν’ ο τόπος σου και πούθεν η γενιά μας;
Αλάργα είν’ ο τόπος μου κι από κοντά η γενιά μας
κι εμείς εξεμακρύναμε κι εχάθηκε η γενιά μας
κι εδώ με στέλνει η μάνα μου πλουμίδια να με μάθεις.
Μετά χαράς ξαδέρφη μου πλουμίδια να σε μάθω,
πλουμίδια και κτενίσματα κι απ’ ότι θέλει ο νους σου.

Σαν άρχισε και νύχτωνε, πήρε να σκοτεινιάσει,
ο Κωσταντής σηκώθηκε τάχα πως θε να φύγει.
Ενύχτωσε κι εβράδιασε, πήρε να σκοτεινιάσει,
πάν’ τα θηριά στις κοίτες τους, τ’ αηδόνια στις φωλιές τους
κι εγώ το ξένο κι έρημο απόψε πού θα μείνω;
Μην πλήσσεις αξαδέρφη μου και μένεις με τις σκλάβες.
Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις σκλάβες!
Μην πλήσσεις αξαδέρφη μου και μένεις με τις δούλες.
Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις δούλες!
Μην πλήσσεις αξαδέρφη μου και μένεις με τις ντάντες.
Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις ντάντες!
Μην πλήσσεις αξαδέρφη μου και μένεις με τις βάγιες.
Εγώ του βασιλιώς παιδί, του βασιλιώς αγγόνι
και τώρα με κατάντησες να μείνω με τις βάγιες!
Μην πλήσσεις αξαδέρφη μου και μένουμε τα δυο μας.
"Ανάψτε βάγιες τα κηριά, μουνούχοι τις λαμπάδες
και στρώσετε την κλίνη μου τη λινομέταξή μου.
Βάλετε στρώμαν αργυρό, στρώμα μαλαματένιο,
βάλετε τα παπλώματα, τα υφάναν Ανεράδες
και τα υφαδιοπλουμίσασι του Δράκοντα οι κύρες
και στρώστε πάτους βασιλκό και πάτους μαντζουράνα
και πάτους δεντρολίβανο να κοιμηθούμε αντάμα".
Ολονυχτίς κοιμούντανε σαν δυο γλυκά αδερφάκια
και προς τα ξημερώματα σαν τ’ άγρια πουλάκια.

Σαν έφεξε, ξημέρωσε, σαν ήρθε η άλλη νύχτα.
Μάνα, άνοιξε τις πόρτες σου και δέσε τα θηριά σου,
γιατί θε να `ρθει η νύφη σου, θε να `ρθει η μαυρομάτα.
Ολίγος ύπνος μ’ έπιασε και πάω να πλαγιάσω
κι όντας θε να `ρθει η νύφη σου, να `ρθείς να με ξυπνήσεις.
Σύρε παιδί μου, πλάγιασε κι εγώ θα καρτερέσω
κι όντας θε να `ρθει η νύφη μου θα `ρθώ να σε ξυπνήσω.
Κι εκείνη η σκύλα η άνομη δεν έκαμε όπως είπε,
μόν’ έκλεισε την πόρτα της κι έλυσε τα θεριά της
κι έβαλε μπρος στη ρούγα της γούρνα φαρμακωμένη.

Επλάγιασε η Λιογέννητη στην αργυρή της κλίνη.
Σαν ήρθαν τα μεσάνυχτα, τη σκότισαν τα μάγια.
"Μώρ’ βάγιες μου, μώρ’ ντάντες μου,
μώρ’ σκλάβες του πατρός μου,
ανάψτε πράσινα κηριά και κόκκινες λαμπάδες,
τί εσήμανε η Παντάνασσα, να πά’ να προσκυνήσω.
Κυρά τα `ρνίθια δε λαλούν, καμπάνες δε σημαίνουν
και η εδική σου η εκκλησιά νε ψέλλει νε σημαίνει.
Μπα του πατρός μου το ψωμί στα μάτια σας να πιάκει.
Κι έτσι εσηκώθη μοναχή κι εβγήκε στο σκοτάδι.
Μια δούλα δεν την άφηκε κι από κοντά της πήγε.
Σαν έφτακε, σαν ζύγωσε στη μέση από το δρόμο,
εκεί της ήρθε ολίγο ο νους κι αρχίνησε να λέει.
"Ποιος είδε νήλιο από βραδύς κι άστρι το μεσημέρι,
ποιος είδε τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλητη και ξεμαλλοπλεμένη;
Εγώ είδα νήλιο από βραδύς κι άστρι το μεσημέρι,
εγώ είδα τη Λιογέννητη να περπατεί στους δρόμους,
ξεσκούφωτη, ξυπόλητη και ξεμαλλοπλεμένη.
Θέ μου κι αν είμαι καθαρή κι αν είμ’ εγώ παρθένα,
άστραψε και μπουμπούνιξε, να χαλαστούν τα μάγια".
Δεν άστραψε, δε βρόντηξε, δε χάθηκαν τα μάγια
κι αρχίνησε κι εχτύπαγε του Κωνσταντή την πόρτα.
Άνοιξε μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
με βούρλισαν τα μάγια σου κι ήρθα κατά τ’ εσένα.
Ροκάνισε το σίδερο, σαν σκύλα τη μαγκούρα
και πιε νερό της γούρνας μου κι ύστερα να σ’ ανοίξω.
Άνοιξε μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
με βούρλισαν τα μάγια σου κι ήρθα κατά τ’ εσένα.
Ροκάνισε το σίδερο, σαν σκύλα τη μαγκούρα
και πιε νερό της γούρνας μου κι ύστερα να σ’ ανοίξω.
Άνοιξε μάγισσας παιδί και μάγισσας αγγόνι,
με βούρλισαν τα μάγια σου κι ήρθα κατά τ’ εσένα.
Ροκάνισε το σίδερο, σαν σκύλα τη μαγκούρα
και πιε νερό της γούρνας μου κι ύστερα να σ’ ανοίξω.
Ροκάνισε το σίδερο, σαν σκύλα τη μαγκούρα
κι έπιε της γούρνας το νερό κι έσκασε σαν το ψάρι.

Κι αυτού τα ξημερώματα ο Κωσταντής ξυπνάει.
Μάνα, δεν ήρθε η νύφη σου, δεν ήρθε η μαυρομάτα;
Γιέ μου, δεν ήρθε η νύφη μου, δεν ήρθε η μαυρομάτα.
Σαν εκατέβη ο Κωσταντής, σαν άνοιξε την πόρτα,
ψιλή φωνίτσαν έβγαλε, ψιλή φωνίτσα βγάζει.
"Σαν ήθελες μανούλα μου να `χεις και γιο και νύφη,
όντας σου πρωτοχτύπησε ας είχες της ανοίξει".
Χρυσό μαχαίρι νέβγαλε απ’ τ’ αργυρό φηκάρι,
στον ουρανό το πέταξε, μες την καρδιά του πάει.
Στίχοι:

Παραδοσιακό

Μουσική:

Παραδοσιακό

Περιοχή:

Αταξινόμητα
http://www.stixoi.info/stixoi.php?info=Lyrics&act=details&song_id=9214