Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 9 Ιουνίου 2016

Ο Θανάσης Καραθύμιος παρουσιάζει τις " Υποσχέσεις " του


Ο Θανάσης Καραθύμιος και οι εκδόσεις Μωραΐτης σας προσκαλούν στην παρουσίαση
της ποιητικής του συλλογής " Υποσχέσεις "

την Παρασκευή 10 Ιουνίου 2016,στις 8.00μμ στον αίθριο χώρο του " Όμικρον2-ο2
(Τριπτολέμου 34 & Βουτάδων, Γκάζι).

Προλογίζει η καθηγήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών κα Γιόλα Αργυροπούλου Παπαδοπούλου.

Την κριτική ανάλυση παρουσιάζει η φιλόλογος, ποιήτρια Πόλα Βακιρλή και απαγγέλει ποιήματα από την συλλογή.

Επίσης απαγγέλουν:
Μαίρη Γραμματικάκη (Εκπαιδευτικός.Ποιήτρια)
Ηλιάνα Αυγέα (Οικονομολόγος,Ποιήτρια)

Τραγούδια ερμηνεύει ο Δημήτρης Σαμαρτζής
συνοδεύει με το ακορντεόν η Μερόπη Βλαχογιάννη

Συντονίζει και παρουσιάζει η Μαίρη Γραμματικάκη

Τετάρτη 12 Αυγούστου 2015

Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης - Πρωί… απ' το βιβλίο του "υποσχέσεις"



Πρωί…
><
Πρωί κι ακροπατάς στα χλωμά σκαλιά,
από μικρός της είπες για τα φιλιά,
θα είναι πρωί και στη μικρή καρδιά
"μικρός της είπες να κλαίει για παιδιά".
Ω! Χάρτινε ουρανέ, ψεύτικο φως!
~
Πρωί και βγαίνουν τα σύμβολα ξανά,
θα είναι κι η αυγή μαζί γιορτινά
σ' άναρχο κι άυλο φέγγος θερινό,
στη ζέστη των χνότων φθινοπωρινό.
Ω! Άφωτε ουρανέ, ψεύτικο φως!
~
Πρωί και λύνουν τα χέρια οι σταθμοί,
στη πρώτη ανάσα φέγγει σαν ορμή
ο πόθος στο ένοχο φτωχό σκαλί,
"είναι που έρχεται της δόξας το φιλί".
Ω! Άοσμε ουρανέ, ψεύτικο φως!
~
Πρωί στη σκέψη, πρωί και στη πληγή,
ένοχε όρθρε βραδινή μου οργή,
σάβανο του ήλιου μες στη ξαστεριά
πόσο μου λείπει κείνη σου η χεριά.Ω! Άκλαυτε ουρανέ, ψεύτικο φως…!
~
Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης
απ' το βιβλίο του "υποσχέσεις"
11σύλλαβος ζευγαρωτός

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης - Ο λυγμός της λάμψης…


Ο λυγμός της λάμψης…
><
1
Μάνα μου που σε πόθησα στο πρώτο μου το γάλα,
γιορτή μου στην ανηφοριά σοκάκι της ζωής μου,
αλάργεμά μου γκριζωπό φυγή που φοβερίζει,
μάνα μου συ ολότρεμη ανάσα και πνοή μου
άργιλε της απλότης μου βουνό στην εκροή μου,
έλα μια νύχτα στο στρατί κοντά στο μετερίζι
κοντά στο σπίτι τ' ορφανό που είναι της κραυγής μου,
απάνθισμα της λύπης μου στα μάτια τα μεγάλα.
2
Έλα μια νύχτα να σε δω που λείπεις χρόνους δέκα,
τα χείλη μου κουράστηκαν να σε λυγμολαλάω
τα πόδια μου αρκούδισαν μες στ' αναφιλητό μου,
η δόλια μαύρη μου καρδιά ρουμάνι που λυγάει
πελέκι ζέρβο σβήνεται στο σκότος κυνηγάει,
το πόθιασμα των στεναγμών κρυφά στο μιλητό μου
ωσάν πουλάρι ξέφρενο μες στ' αλωνιού χαλάω,
κείνη τη κόμη τη χλωμή ασήμι 'πο γυναίκα.
3
Σε καρτερώ δεν φαίνεσαι στων δρολαπιών τα νέφη
στις άκρες των γκρεμοσταθμών στ' ακρόβουνα γερμένος,
τον ίσκιο σου μήπως ιδώ βοστρύχο σε ανέμη
να κλώθει σ' άγρια νερά όπου πετούν γεράκια,
να κατεβαίνει μούσκεμα χορός μες στα 'λατάκια
μυρτιά που γίνηκε μουχρή θανατικού μελτέμι,
ανάσασμα τρεμουλιαστό θωριά σαν πεθαμένος
απόμεινα μονάχος μου το κρύο να μου γνέφει.
4
Μάνα μου συ που λούστηκες των αστεριών το χρώμα,
και πήρες απ' τα χνώτα τους την αυγινή ανάσα
πάνω στα γκρίζα σου μαλλιά τ' ασημωπό μεράκι,
αλάφρωσες το πόνο σου και το ξεριζωμό σου
αντάρτεψες ξεψύχησες στο βλέμμα το χλωμό σου,
πουλιά τραγούδια γίνανε οι έννοιες σου νεράκι
αέρας που τραγούδησε πάνω σου στη κάσα,
ωσάν μαντάτο θλιβερό π' απλώθηκε στο χώμα.
5
Χορέψανε απάνω σου οι πρωινές οι αύρες
σαν τα κοράκια του γιαλού που είναι τα γλαρόνια,
στο κάμπο των αστερισμών των άλλων βοσκοτόπων
που έχουν για μειδίαμα κρυφές φωτοσκιάσεις,
ανέραστες γλυφές αφές του χρόνου τις οάσεις
όπου η θλίψη έρχεται στο θαλερό των τόπων,
σαν τις κορφές κυπαρισσιών που σκύβουν πια αιώνια
στα μνήματα τα λιόθωρα τις ώρες που 'ναι μαύρες.
6
Τους έρημους τους στίχους σου τραγούδια βλογημένα,
τους έκανες γλυκόλογα καθώς ήμουν παιδάκι
στη σαρμανίτσα βλάμισσα με είχες σαν αυγούλα
ερωτικό απάνθισμα σκιά του πρώτου πόθου,
κλεφτρόνι μες στο ξύπνιο σου αχός αυτού του μόχθου
μονάχη με ανάθρεψες μονάκριβη ψυχούλα,
στο πόνο της ανυπαντρειάς δεντρί χωρίς κλαδάκι
ριγούσανε οι νότες σου που έλεγες για μένα.
7
Στο μουγκρητό του άνεμου μες στης ζωής τη μάχη,
ολάνθιστο χαμόγελο στα χείλη σου φορούσες,
το είχες για παρηγοριά του κόσμου πανωφόρι
στης λαγκαδιάς τ' απόριζα βαστούσες το τσεκούρι,
τις νύχτες των καλοκαιριών με δροσερό παγούρι
επότιζες το κάμα σου στου λόγγου τ' ανηφόρι,
φορτώνοντας στη σιγαλιά κορμούς κι ανθοφορούσσες
μυρτιές και κλαδοστέφανα το τζάκι μας για να 'χει.
8
Καθρέφτισμα λογχόμορφο στου ποταμιού το δάκρυ,
η μελιχρή σου η θωριά του κόσμου το φιντάνι,
ανάβρυσμα των λόγων σου μες στης ψυχής το τάμα
αντάμωμα της λευτεριάς σε πανηγύρια σκέψης,
ολόστροφες πικρές βραδιές που είχες να μαγέψεις
πάνω στ' ακρόθυρα χειλιών σαν παγωμένο νάμα
που έσταζε λιμνάζοντας στου πόθου το γαϊτάνι
σε σιδεριές ανέραστες στου κόρφου σου την άκρη.
9
Λυτρώθηκες κι απόκαμες στου στοχασμού το δείλι,
ανάμεσα σε φαμελιές που σ' είχαν πεταμένη
σαν λυγαριά στον αργαλειό π' αράχνες τριγυρίζουν,
στις στημονιές τ' ακρόκλωνα πικρόθολη κοιτούσες
οι έννοιες που 'χες μέσα σου και κάποτε πετούσες
ωσάν κεντίδι ζηλευτό να σε κλωθογυρίζουν,
ο πόνος της ανημποριάς απάνω ν' απομένει
και πλάνταζες μανούλα μου φαρμάκι στ' ακροχείλη.
10
Τα μάτια σου δυό λιόθαμπα φανάρια στο σκοτάδι
τα βράδια μες στη κάμαρα φεγγίζαν βλογημένα,
στα γράμματα που διάβαζα με τον αποσπερίτη
παρέα σ' είχα μάνα μου δασκάλα στη γραφή μου,
μες στη ματιά μου Παναγιά κρινάκι στην αφή μου
ο λόγος σου μες στη καρδιά το πέταγμα πετρίτη,
το βλέμμα σου στο βλέμμα μου ανθιά στεφανωμένα
κι αγάπη τόσο περισσή σκορπούσες με το χάδι.
11
Κάθε αυγή ποθόσταλτη ριγούσα στα φιλιά σου,
μες στ' απαλό το ξύπνημα ένοιωθα τη πνοή σου
νεράκι γλυκοπέραστο σε ορεινά ρυάκια,
νανούρισμα πρωτόγνωρο, θαλασσινός αγέρας
αρώματα στη όψη σου γλυκολαλιά φλογέρας,
μες στη ψυχή μου έμεναν ανθοί από κλαδάκια
φτερούγισμα γοργόφτερο ήτανε το πρωί σου,
που μου 'φερνες απλόχερα μέσα στην αγκαλιά σου.
12
Κι ανάμεσα στη λησμονιά των γιορτινών ασμάτων,
στις γκρίζες μέρες των καιρών που μείνανε σιμά μου
κλαγγές ακούγονται θαρρώ, ροβολιές από κοπάδια,
στ' ακρόβραχα της ορφανιάς φαντάζουν στο σκοτάδι
σα νύμφες που ακροπατούν στο ποταμό του Άδη,
κρατώντας στα χεράκια τους του χάρου τα σημάδια
κορμιά που μείναν στο χορό του τελευταίου γάμου,
να γνέθουν με τη ρόκα τους τη προίκα των θαυμάτων.
13
Μην είναι μάνα μου γλυκιά οι θύμησες των χνότων;
κείνων που αποθύμησα να 'χω στη κάμαρά μου
τις κρύες νύχτες συντροφιά να με γλυκοζεσταίνουν,
ν' ακούω τον απόηχο να βγαίνει απ' το στόμα
σαν πίνακας ζωγραφικής με βλογημένο χρώμα,
στα μάτια μου να στέκεται, γαλιάντρες να υφαίνουν
στα στήθια μου τραγουδιστά τα κρύα όνειρά μου,
που έκανα μικρό παιδί στη σιγαλιά των φώτων;
14
Μην είναι τ' αγιοκέρι σου προσκέφαλο θλιμμένο,
τις νύχτες στ' άσπρο μνήμα σου ολόφωτο αστέρι
ανάσα του κυπαρισσιού τριγύρω να βλογάει,
μες στην απόλυτη σιωπή πνιγούρα φαντασμένη
να ξενυχτάει πάνω σου φλογίτσα και να μένει,
σκιές να ρίχνει γύρω σου το πόνο να τρυγάει,
χορεύοντας στη σκοτεινιά πιασμένες χέρι χέρι
έναν αλλόκοτο χορό στο φως του απλωμένο;
15
Θαρρώ πως είναι μάνα μου στη νύχτα το φευγιό σου,
κι οι θύμησες μανούλα μου που μείναν στο κατόπι
στις κάμαρες τις αδειανές στις αραχνιές των τοίχων,
στα δάκρυα των οματιών που στέκουν βουρκωμένα,
στη θλίψη που καρφώθηκε στα στήθια τα καμμένα
θαρρώ πως είναι μάνα μου το θρόισμα των ήχων,
του στόματος γλυκολαλιές, μέσα σε ανθοτόπι
που 'χεις αφήσει πίσω σου παρέα για το γιο σου.
16
Μια παράξενη ομορφιά στον ύπνο μου γυρίζει
σαν πέλαο απέραντο φαντάζει στ' όνειρό μου,
πετάω μέσα στο βαθύ στο γαλανό μεθύσι,
μονάχος μου στην ομορφιά του παραδείσου στέμμα
φορώ στα γκρίζα μου μαλλιά και σ' έχω μες στο βλέμμα,
ανείπωτη λυγμολαλιά στων ουρανών τη ζήση
σ' αγγέλων μοιάζεις τη θωριά γαλήνεμα του δρόμου,
αμόλυντη ανασαιμιά που τη ψυχή δροσίζει.
17
Είναι σημάδι του Θεού πως είσαι πια Κοντά του,
πως σ' έχει μες στην αγκαλιά των αρχαγγέλων ρούχο,
προμάντεμα της ξεγνοιασιάς, ψυχή μου μυρωμένη
ο πόνος που 'χω στη καρδιά λιγάκι ν' απαλύνει,
στα σύννεφα εκεί ψηλά, των αστεριών να δίνει
τ' ασημωπό τους το φιλί σε μένα ν' απομένει,
απαύγασμα της τέρψης σου η αγάπη που σου 'χω
αμέρωτο ανάσασμα βαθιά μες στον οντά Του.
18
Μάνα μου πως στερέψανε τα παιδικά μου χρόνια,
μες στους λυγμούς της μοναξιάς αντάρτικο μαχαίρι
γινήκανε τα μάτια μου ρωγμές που δεν θα κλείσουν
τρυγιές που απομείνανε 'πο κόκκινο σταφύλι
να μου κρατάνε συντροφιά σα να 'μαστε δυο φίλοι,
τα βράδια των εσπερινών στο κλάμα που θα σβήσουν
όταν θα 'ρθει μια ροδαυγή και στήσουν το καρτέρι
στ' Αχέροντα τ' ακρόχειλα, καταραμένα χθόνια.
19
Θα είναι τότες άνοιξη η γη θα 'χει ανθίσει,
τα παλικάρια θα φορούν της νιότης τ' ανθοκλάδι,
θα έρχονται κι οι όμορφες στο γιορτασμό της ζήσης,
να το καρφώσουν στα μαλλιά, στεφάνι να το κάνουν
τις μυρουδιές του να σκορπούν τριγύρω να τις βγάνουν,
να τρέμουνε οι λιόχαρες στον οργασμό της φύσης
κι ο έρωτας ανάγλυφος, κραυγή στο ματοκλάδι,
να γίνει μέσα στη καρδιά πουλί να κελαηδήσει.
20
Μάνα μου που σε πόθησα στο πρώτο μου το γάλα,
γιορτή μου στην ανηφοριά σοκάκι της ζωής μου,
αλάργεμά μου γκριζωπό φυγή που φοβερίζει,
μάνα μου συ ολότρεμη ανάσα και πνοή μου
άργιλε της απλότης μου βουνό στην εκροή μου,
έλα μια νύχτα στο στρατί κοντά στο μετερίζι
κοντά στο σπίτι τ' ορφανό που είναι της κραυγής μου,
απάνθισμα της λύπης μου στα μάτια τα μεγάλα.
21
Κι έτσι θα έρθω πλάι σου ελεύθερο πουλάκι,
σαν αετός πια θα πετώ μες στο γαλάζιο λάμπος,
ανάμεσα στις σερμαγιές των περασμένων χρόνων
να είμαι στη βεράντα σου λουλούδι ανθισμένο,
γιρλάντα δαφνοστέφανη δίπλα σου ν' απομένω
να λούζω τ' αυτάκια σου με στάγμα των αηδόνων,
κάθε πρωί στη σιγαλιά και μέσα απ' το θάμπος
στου παραδείσου τη θωριά γλυκόφερτο ρυάκι.
22
Μάνα καρπέ μου της αυγής, χρυσάχτινο αστέρι
απόρθητη στο πόνο μου κι απάνεμο λιμάνι,
μάνα των χίλιων ταξιδιών του κόσμου ταξιδεύτρα,
τ' αποσπερίτη φέγγισμα κι αφέντρα παινεμένη,
κόρη του πρωτομάστορα, του ήλιου βλογημένη
μοσχοβολιά τ' απόβροχου του Απριλιού πλανεύτρα
μάνα ας ήταν μια στιγμή ο πόνος να γλυκάνει,
ας ήταν να ερχόσουνα να μου 'φερνες χαμπέρι.
23
Να μου 'φερνες πρωτόλαλο μαντάτο για τα σένα,
έστω για λίγο να σταθείς μπρος στο παράθυρό μου
να δω τα μάτια τα μελιά και το χαμόγελό σου,
να δω τα πετροκέρασα στο στόμα σου να κρέμουν,
τους άσπρους κρίνους στα μαλλιά αγγελικά να τρέμουν,
να δω το ρούχο το στερνό που ήταν το καλό σου
ν' ακούσω την ανθόστολη φωνή μες στ' όνειρό μου,
να κρένει μάνα μου γλυκιά να κρένει για τα μένα.
24
Έτσι ν' απλώσω μια στιγμή τα χέρια στα μαλλιά σου,
να νιώσω την αχνόφεγγη κραυγή των οματιών σου,
τη λάμψη σου μανούλα μου στεφάνι απλωμένο
να το κοιτώ να νίβομαι στο φως που θα προβάλει,
πάνω στους τοίχους της ψυχής, λιποθυμιά σαν ζάλη
αγάπης χρώμα μαγικό μέσα μου βλογημένο,
να πάρω απ' τα μάτια σου δροσιά των γηρατειών σου
να κρύψω μέσα μου βαθιά ν' ακούω τη λαλιά σου.
25
Μανούλα μου γλυκόθωρη των γιασεμιών στολίδι,
λάμψη κρυφή μυριόχαρη, στερνό μου μονοπάτι
αρχόντισσα των αστεριών και των αγγέλων ταίρι,
απόστασα να καρτερώ τους δέκα τούτους χρόνους,
να δω την λάμψη του λυγμού μέσα σε τόσους πόνους
σαν το αγρίμι να γρικώ ν' ακούσω το χαμπέρι,
στου φεγγαριού τ' ολόγιομο τ' ασημωπό του μάτι,
να πω τον πόνο μου σ' αυτό, ανθόστολο πλουμίδι.
26
Τόσες νυχτιές τραγούδησα του κόσμου τα σημάδια,
σαν μελωδός στη σκοτεινιά σαν έρημος ξωμάχος
κρατούσα πάντα στη ματιά και μέσα στη καρδιά μου,
το ίσον της ανασαιμιάς που έβγαζες μανούλα
στη στράτα της ανηφοριάς την κάθε σου αυγούλα,
σαν ροβολούσες στα δασιά του λόγγου ευωδιά μου
να θρέψεις τη φαμίλια σου γλυκός αετομάχος,
μονάχη σου παντέρημη και γύριζες τα βράδια.
27
Μες στον βαθύ μου ρεμβασμό κρυφή ανατριχίλα,
στις άκρες των ονείρων μου το φως είναι κλεισμένο
στα μύχια της απρόσμενης της υπνοφαντασιάς μου
ακούω μες στις ρεματιές τις νύμφες να χορεύουν,
μ' έναν παράξενο σκοπό και τον καημό 'μερεύουν
μπροστά μου σέρνει το χορό αχός της πατησιάς μου,
κρατώντας νυμφομάντηλο δαχτυλοκεντημένο
που 'χει κεντίδια όμορφα της όψης σου τα φύλλα.
28
Κι όπως χορεύουν στην αχλή, τα μάτια μου κοιτάνε
μ' ένα στερνό παράπονο την ασημένια κόρη,
που 'χει φλαμούρια στη θωριά και δυόσμο μες στα στήθια,
ρίγανες και μυρτόκλαδα επάνω στα μαλλιά της
κι έχει τα ροδοπέταλα μέσα στην αγκαλιά της,
ακίνητο το βλέμμα της σα να ζητά βοήθεια
μπροστά τραβά ολότρεμη ωχρή στο ξεροβόρι,
και πίσω της οι λυγερές χορεύουνε και πάνε.
29
Μετά οι νύμφες χάνονται στου δάσους τα σκοτάδια,
σαν όραμα που τέλειωσε προτού καλά ν' αρχίσει,
κι έμεινα μόνος να κοιτώ την άδεια καμαρά μου
μανούλα μου γλυκόθωρη των γιασεμιών στολίδι,
την τελευταία σου στιγμή, κρυμμένο δαχτυλίδι,
αγράμπελή μου ζηλευτή μου πήρες τη χαρά μου
εκεί ψηλά στον ουρανό ανθάκι θα δακρύσει
σαν έφυγες και μ' άφησες μονάχο δίχως χάδια.
30
Θυμάμαι αχ τις Κυριακές σαν ήμουνα παιδάκι,
μ' έλουζες και με χτένιζες για να προσευχηθούμε
στην εκκλησιά με πήγαινες κι άναβες τα καντήλια,
της Παναγιάς και του Χριστού και τους παρακαλούσες,
πρωί πρωί με την αυγή κι ύστερα ροβολούσες,
στις ράχες τις δρυόφυτες στις ρουμανιές στ' ανήλια
να κόψεις ξύλα μάνα μου, φωτιά να ζεσταθούμε,
ν' ανάψεις τη σομπίτσα μας, μες στο μικρό τσαρδάκι.
31
Απόκαμες η έρημη μονάχη να παλεύεις,
μες στης ζωής την απονιά, στης φτώχειας τα σοκάκια,
κι έτσι ακόμα που 'σουν νιά, χήρα και πονεμένη
αρρώστησες μανούλα μου κι είπες να ξαποστάσεις,
στων αρχαγγέλων τα φτερά έφυγες να γιορτάσεις
κι η ακριβή σου τη ψυχή για πάντα ν' απομένει,
στου παραδείσου τα σκαλιά και μέσα στα πευκάκια
για πάντα να 'σαι μάνα μου εκεί να βασιλεύεις.
32
Και τώρα μόνος κι ορφανός στου κόσμου το περβόλι,
γυρίζω σαν μικρό πουλί στο χιόνι παγωμένο,
τις μέρες κλαίω και θρηνώ, μοιρολογώ στη φέξη
κοντά στα ξημερώματα σε βλέπω στ' όνειρό μου,
στεφανωμένη να 'ρχεσαι στο βλέμμα το γλαρό μου,
ξυπνώ δεν είσαι πουθενά, φωνάζω ούτε λέξη
μάνα μου περδικόθωρη ακόμα περιμένω,
να 'ρθεις ξανά στο σπίτι μας του αίματός μου μπόλι.
33
Γύρω τ' ακρόγεισα κοιτώ των σκονισμένων τοίχων,
που 'χουν φωλιάσει στις γωνιές οι σκέψεις μου μονάχες,
τη λάμψη της αποθυμιάς των περασμένων χρόνων
τα γέλια μας ακούγονται ακόμα στο κατώφλι,
και πιο ψηλά να ο σταυρός της Πασχαλιάς στ' ανώφλι,
σημάδι έμεινε εκεί των ζηλεμένων κλώνων
που 'χες βοστρύχους τα μαλλιά κρυφές αετοράχες,
μανούλα μου μ' απόμειναν τ' απόνερα των ήχων.
34
Κι ως σε θωρώ στη σκέψη μου ακόμα να φεγγίζεις,
αχνθόκλωνή μου μυγδαλιά του Μάρτη σοροκάδα,
αγέραστη μοσχοβολιά της ροδωνιάς φλογάτη
ήρθα κι απόψε να σου πω και να σου τραγουδήσω,
τα λόγια που 'χω στην καρδιά στο μνήμα σου ν' αφήσω
παρέα να 'χεις τις νυχτιές στο κρύο σου κρεβάτι,
να σου ζεσταίνουν μάνα μου την τόση σου χλωμάδα
και μες στα φυλλοκάρδια μου ροδόχρωμη ν' ανθίζεις.
35
Κουράστηκαν κι οι στεναγμοί 'ποκάμαν και τα λόγια,
κι οι σκέψεις κιότεψαν μπροστά στων σπαραγμών το γρέκι,
το ξέρω μες στη χαλασιά της υστερνής πνοής σου,
το ξέρω δεν θα 'ρθεις ξανά τα χέρια σου ν' απλώσεις
να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, τους πόνους να μελώσεις,
ο τελευταίος σου χορός αχ ήταν της θανής σου
του χάροντα ο αρπαγμός φωτιά κι αστροπελέκι,
που πίσω του απόμειναν τα μαύρα μοιρολόγια.
36
Κι όμως εγώ θα σε θωρώ κοντά μου στο πλευρό μου,
σκιά θα είμαι στις σκιές που ρίχνουν οι πευκώνες
κι απάνω στ' άσπρο μνήμα σου αμέρωτη λιακάδα,
να σου το πλένω μάνα μου μ' ανθόνερο της δράνας,
να λάμπει μέσα στις σκιές λευκό της μαντζουράνας
π' αμόμεινε στη ρούγα μας μονάχη στην πηγάδα,
σαν έφυγες μανούλα μου και γίνανε χειμώνες
οι δέκα χρόνοι μάνα μου, λυγμοί μες στ' όνειρό μου.
37
Παντέχω στο παράθυρο μες στο συλλογισμό μου,
να 'ρθει μια μέρα ξαφνικά ένα μικρό πουλάκι
και να σταθεί αντικριστά στο τζάμι με τα μένα,
να κελαηδίσει χαρωπά, μαντάτο να μου φέρει
μια καλημέρα να μου πει, πρωτόλαλο χαμπέρι
ν' ακούσω στη φωνούλα του, φωνή από τα σένα
κελαηδισμό κι απάνθισμα γλυκό μου αγγελάκι,
μάνα κυρά κι αρχόντισσα, πνοή στο λογισμό μου.
38
Κι εγώ θ' ανοίξω για να μπει, μέσα στη κάμαρά σου,
να κάτσει στα λευκόπανα στ' άσπρα σου τα σεντόνια,
να το φιλέψω βάλσαμο για να μου τραγουδήσει
κείνον τον όμορφο σκοπό που μου 'λεγες στη κούνια,
νανούρισμα της άνοιξης, κι ανάσα στα ρουθούνια
να γείρω έτσι μάνα μου στο πλάι να ροδίσει,
το βλέμμα μου το σκυθρωπό, ν' ανθίσουνε τα κλώνια
να κοιμηθώ παντοτινά μέσα στα βλέφαρά σου.
39
Κι έτσι μαζί σου να βρεθώ να 'μαι στην αγκαλιά σου,
να στέργω μες στα κάλλη σου και μέσα στην αγάπη,
μικρό παιδάκι χαρωπό, τρεμουλιαστό βλαστάρι
να πίνω απ' τα στήθια σου τ' ολόγλυκό σου γάλα,
ν' ακούω την καρδούλα σου μελιά μου δροσοστάλα,
να σ' έχω πάντα οδηγό της νιότης μου μπροστάρη,
ν' αντέχω στις ανηφοριές στο ξαφνικό δρολάπι
κι έτσι να μείνω πάντοτε κλεισμένος στη φωλιά σου.
40
Μάνα μου που σε πόθησα στο πρώτο μου το γάλα,
γιορτή μου στην ανηφοριά σοκάκι της ζωής μου,
αλάργεμά μου γκριζωπό φυγή που φοβερίζει,
μάνα μου συ ολότρεμη ανάσα και πνοή μου
άργιλε της απλότης μου βουνό στην εκροή μου,
έλα μια νύχτα στο στρατί κοντά στο μετερίζι
κοντά στο σπίτι τ' ορφανό που είναι της κραυγής μου,
απάνθισμα της λύπης μου στα μάτια τα μεγάλα.

Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης
απ' το βιβλίο  "υποσχέσεις"
22/4/2015
Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης

Τρίτη 2 Σεπτεμβρίου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης), Το νερό της βρύσης…


Το νερό της βρύσης…

Μια κόρη λεβεντόκορμη από μεγάλο σόι,
μια κόρη περδικόθωρη στεκότανε στη χλόη,
εκεί στης βρύσης το νερό κοντά σε μία δράνα
και φώναζε περήφανη κρατώντας μία στάμνα:
~
"Εγώ 'μαι μιαν αρχόντισσα, μια κόρη παινεμένη,
που έχω στα σεντούκια μου φλοκάτα 'ραδιασμένα
για προίκα έχω πλουμιστά δεν είμαι παντρεμένη,
έχω και χίλια πρόβατα στο κάμπο απλωμένα,
~
και νιο γυρεύω για να βρω, άντρα μου να τον κάνω
να μου γλυκάνει το καημό που 'χω στα στήθια μέσα,
δεκάξι χρόνων κορασιά, το πόθο μου να γιάνω
τα στήθια μου τριζοβολούν αχ πίσω απ' τη τρέσα,
~
σε κάθε μιά μ' ανασαιμιά τα ρίγη με τυλίγουν,
στο σώμα μου γυροβολιά πλανιέται η φαντασία,
του έρωτα λαβωματιά τα χείλη μου ανοίγουν
λες κι είναι τριαντάφυλλα τ' Απρίλη ορτανσία,
~
εγώ δεν θέλω γι' άντρα μου λεβέντη ζηλεμένο, 
να 'χει τα χίλια πρόβατα τα δυό χιλιάδες γίδια,
και να 'χει στο κρεβάτι του κορίτσι φιλεμένο
εγώ ζητώ για ταίρι μου, δεντρί με τα στολίδια,
~
να με αρπάζει αγκαλιά να 'μαι το φόρεμά του,
στον ίσκιο του να τραγουδώ αγάπης παραμύθια
τα βράδια κει στ' ακρόκλωνα να λέω τ' όνομά του,
έτσι που θα λιγώνομαι φιλώντας με στα στήθια".
~
Κι ως έσκυβε η μορφονιά τη στάμνα να γιομίσει,
τα στήθια της εφάνηκαν στης βρύσης το καθρέφτη,
ταράχτηκε σαν άκουσε βουή από μελίσσι
που 'χε σταθεί στη πλατανιά και άρχισε να πέφτει.
~
Της βρύσης το νερό, θολό σα ν' άρχισε να τρέχει,
η γης αμέσως σείστηκε, βρυχιέται η νερομάνα,
στις ριζιμιές των πλατανιών, χώμα θαρρείς πως βρέχει
φωνή βραχνή ακούγεται, σπάει η δόλια στάμνα:
~
"Εσύ μικρή μ' αρχόντισσα και παινεμένη κόρη,
που 'χεις τα χίλια πρόβατα στο κάμπο απλωμένα,
κι έχεις στο χρυσομέτωπο θωριά 'πο βλαχοχώρι,
και στων βυζιών σου τις ελιές δυο ρίγη σκαλωμένα,

δεν άκουσες για παντρειά πως έχω εγώ το γιο μου,
το γιο μου τον μονάκριβο που έφυγε στα ξένα,
κι έχω χρόνους να τον ιδώ και μήνους τ' ακριβό μου
να του χαιδέψω τα μαλλιά που θα 'ναι χιονισμένα,
~
να του ειπώ γλυκόλογα και να τον νανουρίσω,
μες στη φτωχή μου αγκαλιά ξανά να τον εσφίξω
να τον χορτάσω με φιλιά να τον γαμπροστολίσω,
να τον γεμίσω με πλουμιά, και ρύζια να του ρίξω;"
~
Η κόρη ανατρίχιασε π' ακούει το μοιρολόι
τα πόδια της κολλήσανε στης βρύσης το αλώνι,
τα μάτια της εστάθηκαν για μια στιγμή στη χλόη
κι αμέσως αποκρίθηκε στη μάνα σαν τελειώνει:
~
"Εγώ κυρά μ' δεν ήξερα το γιο σου κει στα ξένα,
μα σα θελήσει δω να 'ρθει να με προϋπαντήσει,
να τον γνωρίσω 'πο κοντά να έρθει για τα μένα,
νυφούλα γω θε να ντυθώ να με κορφολογήσει, 
~
σ' ανθόκλωνα θα κοιμηθώ μαζί του για να γιάνω
το πόθο που 'χω στη καρδιά μη τύχει κι αποθάνω,
και φύγω έτσι μοναχή αλώβητη παρθένα
εγώ το γιο σου γι άντρα μου τον παίρνω για τα μένα."
~
Τα λόγια τούτα έκραξε η άμοιρη κοπέλα,
τρεμάμενη σαν λεμονιά 'πο φόβο λιγωμένη,
και πίσω πίσω έκανε και μισοχαμογέλα
με τη ματιά της να θωρεί τη βρύση μαργωμένη.
~
Ξανά φωνή ακούστηκε βραχνή της νερομάνας,
λες κι έσβηνε μέσα βαθιά στα σωθικά της μάνας:
"Κόρη μ' εσύ του λογισμού νύφη μου δεν θα γίνεις,
γιατί ο γιος μου πέθανε και το νερό του πίνεις…."

Θανάσης Σεκλιζιώτης
Δημώδες 15σύλλαβος 
απ' τη συλλογή μου "επιστολές στην αγάπη"

Κυριακή 31 Αυγούστου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης), Το τραγούδι της νεκρής μάνας....


Το τραγούδι της νεκρής μάνας....

1
Αχ και να ' ρχόταν μια στιγμή, να την ξαναγκαλιάσω,
να της ειπώ γλυκόλογα, να της ειπώ χαρούλες.
Στάλα τη στάλα λιώνουνε, τα χιόνια στα κλαράκια
και συ μανούλα μου γλυκιά, ακόμα δεν εφάνεις,
να σε αρπάξω αγκαλιά, μέσα μου να σε λιάσω,
οι πόνοι που 'χω στην καρδιά, να γίνουν ζαχαρούλες,
να γίνουνε γοργόφτερα, να φύγουν αεράκια,
έλα και είμαι μόνος μου, την θλίψη μου να γιάνεις.

2
Πάει καιρός που σ' έχασα κι' η λύπη με τρυγάει,
που 'ναι εκείνα τα ζεστά, τα χαρωπά ματάκια,
τιτίβισμα γλυκόλογο, που 'βγαζε η φωνή σου,
τα χείλη σου μιαν αρμαθιά, γλυκιές ευχές αγγέλων,
βλογούσανε την σκέψη μου, την κάναν να ριγάει,
στην λίμνη του Αχέροντα, συ λούζεις τα μαλάκια,
εκείνα τ' ασημόμαλλα, που 'πλεκες μοναχή σου
και τ' άπλωνες μες στη ποδιά, κοτσίδες αρχαγγέλων.

3
Έλα να 'δω τα χέρια σου, μην είναι μαραμένα,
μη κι' ο χρόνος έσβησε, τους κόπους της δουλειάς σου,
εσύ που ξενοδούλευες, μονάχη σου και χήρα,
στα χρόνια τα παράκαιρα, ολόρθο το κορμί σου,
για να τρανέψεις δυό παιδιά, μόνα κι' ορφανεμένα,
έλα να 'δω τα στήθια σου, που ήταν τα χαλιά σου,
κει πάνω το γλυκόγαλο, λεχούδι πρωτοπήρα,
έλα να δω μες στο λαιμό, την υστερνή πνοή σου.

4
Να 'ταν να 'ρχόσουν μιά στιγμή και μέσα στ' όνειρό μου,
να μου χαϊδέψεις τα μαλλιά, που 'ναι στεφανωμένα,
με δύο κλώνους ερημιάς και με θολή ζαλάδα,
στείρα τα χρόνια που 'ζησα, τόσο καιρό που λείπεις
και οι δροσούλες της αυγής, απ' το παράθυρό μου,
χάμω στην γη κυλίστηκαν, δάκρυα λασπωμένα,
σβηστήκανε τα ίχνη σου, στης ρούγας την απλάδα
κι' έμεινε να με κυβερνά, η μυρωδιά της λύπης.

5
Στον άνεμο εγίνηκα, το ουρλιαχτό του λύκου,
στους πέντε δρόμους έκλαψα, πέρα στις δύο στράτες,
στ' ανθόνερα δεν θέλησα, ποτές να κολυμπήσω,
να πιώ νερό της φαμιλιάς, πάντα μαζί με σένα,
για μένα είσαι μάνα μου, το μάνταλο του κρίκου
κι' όπου βροντούν κι' όπου χτυπούν, οι συμφορές τρεχάτες,
στον λογισμό μου σ' έχω γω, κλειδί να σ' ασφαλίσω,
μέσα στην άμοιρη ψυχή, βαθιά μαζί με μένα.

6
Στις στάχτες των ονείρων μου, μια φυλουριά φυτρώνει,
που 'χει και τ' ανασάλεμα, τ' αγέρα στα κλαδιά της,
έχει και κειο το κλάδεμα, απάνω της σημάδι,
μικρό παιδί σαν ήμουνα, με πήγαινες κοντά της,
με άφηνες στον ίσκιο της, στο διπλανό κοτρόνι,
μάζευες τις αγριελιές, ζητώντας την λαδιά της,
εσκούπιζες την μύτη μου, στη μπούκα μ' ένα χάδι,
άρπαζες απ' την άγρια γη, τα πλέρια υφαντά της.

7
Αλώνιζες ανηφοριές, λόγγους και λαγκαδάκια,
στους κήπους επερπάταγες, κι' όλο χαμογελούσες,
μες στ' αντρικά τα χέρια σου, ρόζοι είχαν φυτρώσει,
της άνοιξης την ομορφιά, φορούσες στην θωριά σου,
πουλιά ολόγιομα χαρά, επάνω στα κλαδάκια,
φωνάζανε μες την καρδιά, στο σπίτι σαν γυρνούσες,
τον στεναγμό δεν άφηνες, το στρώμα μου 'χες στρώσει,
κι' αναπαμό δεν έβρισκε, ποτέ της η πλωριά σου.

8
Εστέρεψαν τα λόγια μου και τ' αναφιλητά μου,
τις νύχτες να σου τραγουδώ, τις μέρες να σιωπαίνω,
να βγαίνουν απ' τα χείλη μου, θρήνοι και μοιρολόγια,
αδράχτια να τυλίγουνε, της μοναξιάς το νήμα,
λουλούδια νεκρολούλουδα, τα μόνα τα φυτά μου,
να 'χω παρέα συντροφιά, τον τάφο σου να ραίνω,
να σκύβω πάνω του γλυκά και να σου λέω λόγια,
κείνα τα λόγια π' άκουγα, πριν να διαβείς στο μνήμα.

9
Το κοντοσκούφι σου φορώ, το μαύρο τ' αγιασμένο,
το 'χω πάνω μου φυλαχτό, δροσιά απ' την ψυχή μου,
μάνα μου που τ' αρνήθηκες, μαζί σου να το πάρεις,
ανάμα το 'χες πάνω σου, γιατί 'ταν του αντρός σου,
τ' ακούμπησες στα χέρια μου και μου 'πες "γιε προσμένω,
τον χάροντα που θε να 'ρθει, άντε με την ευχή μου,
να το φοράς παντοτινά, βλογιά αυτής της χάρης,
να 'σαι για πάντα άνθρωπος, να 'ναι κι' αυτό γιατρός σου".

10
Λάμνω μέσα στα κύματα, της άσπιλης μορφής σου,
αποκούμπι της ορφάνιας, πάντα σε φορώ ρούχο,
πάνω μου να 'χω φυλαχτό, ανέσπερο γλυκό φως,
αδιάλλακτη αγάπη μου, μοναδική μου στέψη,
απόρθητή μου πεθυμιά, το χάδι της αφής σου,
μες στη ψυχή μου βάλσαμο, εικόνισμά μου σου 'χω,
στους αχρείους κάτω κόσμους, που σε πήραν λυκόφως,
αγαπημένη μου μάνα, παντοτινή μου σκέψη.

11
Παράκληση στους ουρανούς, στον Θεό μου 'κει πάνω,
είν' η φωνή μου μιά σταλιά, μπροστά στην Αγιοσύνη,
έρμος και μόνος περπατώ, χαμένος μες τα πλήθη,
την μορφή σου αναζητώ, μη και την ανταμώσω,
μέσα στο διάβα μου αυτό, τρεις ικεσίες κάνω,
η ανάσα μου μιά φωτιά, μιά ελεημοσύνη,
ανάσασμά μ' ατέλειωτο, στης μοναξιάς τη λήθη,
ελπίδα και παρηγοριά, κοντά σου να σιμώσω.

12
Έτσι να έρθω μιά στιγμή, φυλλορροής ανάσα,
να έχεις χτενίσει τα μαλλιά, με τα χρυσά σου χτένια,
λουλούδια να' χεις πάνω τους, υφάδια ξακουσμένα,
να 'χεις και τα στερνόφιλα, στο μέτωπο στεφάνια,
που πήρες όταν έφυγες, για φυλαχτό στην κάσα,
να 'χεις μανούλα μου γλυκιά, θωριά μαλαματένια,
στο πρόσωπό σου τ' άχραντο, να είναι κρεμασμένα,
τα μάτια μου καρτερικά, στη κόμη σου γιορντάνια.

13
Να 'ρθω να δω της άνοιξης, μοσχοβολιές 'κει πάνω,
να δω και τα τριαντάφυλλα, που είχες στις αγκάλες,
στου παραδείσου τα νερά, να μπω να κολυμπήσω,
να πιάσω με τα χέρια μου, σταγόνες που μαγεύουν,
τα χερουβείμ να προσκυνώ, μετάνοιες να τα κάνω,
μη λυπηθούν κι' ανοίξουνε, τις πόρτες τις μεγάλες
και φύγουμε μανούλα μου, πίσω να σε γυρίσω,
στο σπίτι μας στη ρούγα μας, που χρόνια σε γυρεύουν.

14
Να δεις και τις χαμομηλιές, πως θέριεψαν στη πόρτα,
στο κατωθύρι φύτρωσαν και μέσα στο κατώγι,
τα γιούλια τώρα στέκονται, στις γλάστρες μαραμένα,
νεκρολουλούδια γίνηκαν, με το μπλαβί τους χρώμα,
πάμε να δουν τα μάτια σου, εκείνα τ' αγριοχόρτα,
που μάζευες ολότρεμη, στο ξέπνοο τ' απόγι,
πάμε να δεις και τις ιτιές, πως σειόνται λυπημένα,
πως θλίβονται και σκύβουνε, τα φύλλα τους στο χώμα.

15
Πάμε να δεις την σκοτεινή, την άδεια κάμαρά σου,
που ήταν πάντα ανοιχτή, γιομάτη απ' το φως σου,
να δεις το προσκεφάλι σου, τ' ασημοκεντημένο,
πως έρμο κάθεται πουλί, σε κλώνο μοναχό του,
να δεις τα χρυσοστόλιστα, που ήταν η χαρά σου,
πάνω στους τοίχους κρέμεται, το κάθε τι δικό σου,
έλα μανούλα μου να δεις κι' αυτό το δακρυσμένο,
το καντηλάκι στη γωνιά κι' άκου τον μυχό του.

16
Έλα μανούλα μου να δεις, το έρμο σπιτικό σου,
που 'ρημωσε σε μια νυχτιά, σαν 'χάθει η πνοή σου,
να βγάλεις από πάνω σου, το νεκροσάβανό σου,
να νίψεις τα ματάκια σου, τα κρασοποτισμένα,
να πλύνεις το κορμάκι σου και με το νυχτικό σου,
να στρώσεις για να κοιμηθείς και στην αναπνοή σου,
να φαίνεται μια ραθυμιά, στο φωτοστέφανό σου,
που 'χες απλώσει στα μαλλιά, λουλούδια μυρωμένα.

17
Έλα κι' ο πόνος με τρυγά, όλες τις έρμες νύχτες,
μονάχος μου να περπατώ, μονάχος να διαβαίνω,
στο σπίτι μέσα τ' αδειανό, ήλιος που δεν το βλέπει,
έλα να φέξει μια χαρά κι οι σκοτεινιές να φύγουν,
να πάνε πέρα στα βουνά, μακριά 'κει πέρα ρίχτες,
έλα σαν φως σε καρτερώ, έλα και σε προσμένω,
να 'ρθεις και να 'ρθει η χαρά, για μένα γίνε σκέπη,
για μένα γίνε προσταγή, οι ερημιές με πνίγουν.

18
Εχτές αργά στον ύπνο μου, σε είδα στ' όνειρό μου,
να με φιλάς στ' ακρόχερα, κρινάκια να μου δίνεις,
για να στολίσω τ' ορφανό, το έρμο τ' ανθογυάλι,
που 'χες μανούλα μου στερνά, εσύ ανθοστολίσει.
Είδα τα χείλη σου ωχρά, στο μάτι το υγρό μου,
μιαν έρημη απελπισιά, ξάφνου πως αναδίνεις,
ν' απλώνεις γύρω την ματιά, κύμα σε ακρογιάλι,
να πεταρίζουν γύρω σου, αγγέλοι σε ξωκκλήσι.

19
Καντήλια μες στο πρόσωπο, να φέγγουν αναμμένα,
οι καμπανιές ν' αχοβολούν, οι ψαλμωδιές να κρένουν,
με την ηχώ τους να κερνούν, θυμιάμα στους αγίους,
η Παναγιά η Δέσποινα, μπρος στη μεγαλοσύνη,
να στέκει και να καρτερά, να σκύψεις προς τα μένα,
ν' απλώσεις τα χεράκια σου, που αγιασμό πια ραίνουν,
να νίψουν τα ματάκια μου, με δεύτερους πλαγίους,
τους ήχους τους βυζαντινούς, μπροστά στη Δεσποσύνη

20
και γίνηκε μανούλα μου, το ιερό της θάμα,
ανασασμός ακούστηκε, η πλάκα εκουνήθη,
τ' αγέρι γύρω χύθηκε, κι' απλώθη στα μνημεία,
το χώμα να σηκώθηκε, ανάριεψαν τα ίτσια,
τα χερουβείμ εφώναξαν, πως έγινε το τάμα,
τις πόρτες τις ανοίξανε κι' απόμεινε η λήθη,
να περπατάει μοναχή, λες κι' ήταν μόνο μία,
μέσα στις τόσες συμφορές, σαν όμορφα κορίτσια.

21
Εψές το βράδυ ζωντανή, σε είδα στ' όνειρό μου,
να βγαίνεις και να περπατάς, με τέσσερους αγγέλους,
να ροβολάς περήφανη, μέσα στην άδεια στράτα,
τα χέρια σου αερικά, τα πόδια σου αέρας,
περπάτημα ολόστρατο, σαν να 'ταν τυχερό μου,
σ' αυτό το συναπάντημα, να βλέπω αρχαγγέλους,
να σου μυρώνουν το στρατί και στα μαλλιά τ' αφράτα,
να στέκονται περήφανα, φτερά μιας περιστέρας

22
κι εκεί που σε πρωτόδα, σταλαγματιά της ζήσης,
απρόσμενα να ξεκινάς, στο σπίτι να πηγαίνεις,
μέσα στη νύχτα μοναχή, με το λυτό τσεμπέρι,
τσέργα στις πλάτες φόραγες, στου δρόμου την κρυάδα
κι είχες στην όψη σου χαλί, το θρόισμα της φύσης,
αγιασμός η ανάσα σου, σημάδι ν' απομένεις,
πάνω στο βλέμμα που θωρεί, το λατρευτό χαμπέρι,
χάθηκες απ' τα μάτια μου, κρυμμένη στην χλωμάδα.

23
Εξύπνησα λαχτάρα μου και ήμουν μοναχός μου, 
στο δώμα μέσα ορφανός και καταφρονεμένος,
τους τοίχους πάλι να κοιτώ, τα γείσα να ρωτάω,
γρέκι μου γίνηκε ξανά, το σπίτι μία στάλα,
εφώναξα και ούρλιαξα, τριγύρω της ηχώς μου,
η αντιλαλιά μου μήνυσε, πως είμαι ξεχασμένος
κι έτσι πως ήμουνα σκυφτός, στο μνήμα ξανά πάω
και ψάχνω μες στα σκοτεινά, μην είσαι μες στη σάλα.

24
Απίστομα κυλίστηκα, στου κρεβατιού την κόρα,
που 'γινε τόσο πια σκληρή, από τα δάκρυά μου,
το εικόνισμα στην γωνιά, κοιτώ απελπισμένα
κι απ' τα στήθη μου βαθιά, βγαίνει μιαν απορία,
γιατί γλυκιά μου Παναγιά, γιατί αυτή την ώρα,
να φύγει έτσι ξαφνικά, πάλι από κοντά μου,
τ' όνειρο το χρυσόνειρο, να φύγει από μένα,
τώρα που είχα μια χαρά, μιαν άπλετη εφορία;

25
Γιατί το φως που έλαμψε, ξανά στο φτωχικό μου,
έστω για λίγο μια στιγμή, γλυκά μες στ' όνειρό μου,
να σβήσει έτσι στο φευγιό, στου φεγγαριού τη χάρη,
στο ξύπνημα του λογισμού, στο πέρασμα τ' ανέμου,
στην θάλασσα θε να ριχτεί, έρμο μοναχικό μου,
το φως που ήτανε για με, κάστρο και οχυρό μου,
στερνή κρυφή ανασαιμιά, της άνοιξης κλωνάρι,
του Μάη φωτοστολιδιά, αχ κρυφέ καημέ μου;

26
Να πω τραγούδι θλιβερό, στερέψανε τα λόγια,
να πω γλυκόπικρο σκοπό, ξανά δεν ματαλέω,
χαλεύω να 'ρθω να σε δω, κανένας δεν με φέρνει,
στη χαλασιά που μου 'γινε, φαρμάκι ποτισμένο,
άνοιξη δεν μοσχοβολά, μονάχα μοιρολόγια,
τα χείλη μου που 'ναι στεγνά, δροσίζουν όταν κλαίω,
στα στήθια μου μια παγωνιά, την ζέστη σου μου παίρνει,
απόστασα στο μνήμα σου, που είναι δακρυσμένο

27
να στέκομαι και να κοιτώ τα νέκρολουλουδά μου,
στα μάτια μου θολόχρωμες, σταγόνες δυστυχίας,
να πέφτουν να ποτίζουνε, το καθισμένο χώμα,
να νίβουν τον απόηχο, της στερνής σου ανάσας.
Κουράστηκα μανούλα μου, μες στα ματόκλαδά μου,
να κλώθουν λήθες έρημες, της πρώτης ευτυχίας,
θέλω να μείνω δίπλα σου, ροδόσταμο στο στόμα,
φύλακας να 'μαι πλάι σου, σύντροφος της κάσας.

28
Παντέρημος θα περπατώ, μες στης ζωής τη φέξη,
θα σέρνομαι μονάχος μου, στης ρότας τ' απονέρια,
θα θυροδέρνω στα σκαλιά, να βρω λεημοσύνη,
τους άδειους τοίχους θα κοιτώ, μήπως και σ' ανταμώσω,
έστω για λίγο μια στιγμή, στα μάτια μου να φέξει,
κείνο το χρώμα τ' ακριβό, που ήταν σαν τ' αστέρια,
που 'χες στην όψη σου ψηλά, θωριά στην αγιοσύνη,
έλα μανούλα μου να δώ κι αγάπη να μαζώσω.

29
Το ξέρω μάνα μου γλυκιά, ο χάρος όποιον πάρει,
σαν άνεμος θε να χαθεί, στης λησμονιάς τη πόρτα,
οι μνήμες μόνο θα βλογούν, πίσω στην καταφρόνια,
στου κόσμου τον κατατρεγμό, στην άπονη ορφάνια,
θα γίνει κύμα θαλερό και στου γιαλού με χάρη,
θα σβήσει και θα ξεχαστεί, αντάμα με τα χόρτα,
που βγαίνουν έρμα μοναχά, εδώ και τόσα χρόνια
και καρτερούν τα μυστικά και μένουν στην αφάνεια.

30
Λάμνω μέσα στα κύματα, της άσπιλης μορφής σου,
αποκούμπι της ορφάνιας, πάντα σε φορώ ρούχο,
πάνω μου να 'χω φυλαχτό, ανέσπερο γλυκό φως,
αδιάλλακτη αγάπη μου, μοναδική μου στέψη,
απόρθητή μου πεθυμιά, το χάδι της αφής σου,
μες στη ψυχή μου βάλσαμο, εικόνισμά μου σου 'χω,
στους αχρείους κάτω κόσμους, που σε πήραν λυκόφως,
αγαπημένη μου μάνα, παντοτινή μου σκέψη...!

Καραθύμιος Θανάσης Σεκλιζιώτης 
"ανατριχιές" υπό έκδοση

Σάββατο 23 Αυγούστου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης), Αυγούλα

Αυγούλα

Μπρος στο χάραμα στάθηκαν τα μάτια
κι' η αυγινή δροσιά, αίμα χυμένη,
κρυφτό παίζει μέσα στα ελάτια
και στις ανταύγειες των αστεριών μένει,
μ' ένα μελαγχολικό τραγούδι.

Να και το θρόισμα της φτέρης π' αρχινά,
απ' τα μάγια της αυγούλας και τα μύρα
και τα μάτια της ψυχής, λες κι είν' αληθινά,
στεφανώνουν την αγάπη στην φωτοπλημμύρα,
με στεφάνι άλικο, απ' ολόδροσο λουλούδι....

Θανάσης Σεκλιζιώτης 11/10/1984
"ψυχές" 


Τρίτη 19 Αυγούστου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος Κι έχεις μια θλίψη…"επιστολές στην αγάπη"





Κι έχεις μια θλίψη…

Κι έχεις μια θλίψη που θα μου λείψει
μέσα 'πο τη ματιά,
δύο τραγούδια δύο λουδούδια
γλυκιά κεντηματιά.
~
Κι έχεις στα χείλη στ' ακροχείλη
μικρή λαβωματιά,
που έχει γίνει και που δεν κλείνει
από δαγκωματιά.
~
Κι έχεις στο στόμα στο γλυκοστόμα
αμέτρητα φιλιά,
που στάζουν μέλι και δεν σε μέλει
που 'σαι σαν πασχαλιά.
~
Κι έχεις στα μάτια χρυσά παλάτια
ερωτική φωλιά,
αγάπης στέμμα του πόθου βλέμμα
της ηδονής χαλιά.
~
Κι έχεις στα στήθη το παραμύθι
που χρόνια σε πονά,
κι όταν θυμάσαι αχ πως λυπάσαι 
που σ' απολησμονά,
~
κείνο τ' αγόρι σαν ξεροβόρι
πάντα σε κυβερνά,
έχει αργήσει για να γυρίσει
και χρόνια σε ξεχνά…

Θανάσης Σεκλιζιώτης
"επιστολές στην αγάπη"




Κυριακή 29 Ιουνίου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος "ψυχές"


Πως;

Πως τις ώρες θα περνάς
μέσα στους άδειους τοίχους;
Σαν τα μερολόγια θα γερνάς
κιτρινισμένα από στίχους.

Πως τις μέρες θα νικάς
μες στην έρημη ζωή σου;
Τα χρόνια πως θα τα γρικάς
με το μάτι της φυγής σου;

Πού 'ναι τα λόγια θα ρωτάς
π' άκουγα γλυκά να κλαίνε;
Στους λυγμούς τους θα χρωστάς
απαντήσεις που θα καίνε

και στις σκέψεις σου θα μεθάς
μέσα στους άδειους τοίχους,
απ' τα ποτήρια θα ρουφάς
της ανάσας σου τους ήχους

κι έτσι θα είσαι μοναχή
κι οι παλιές αγάπες πάλι,
θ' ακούγονται σαν μιά ευχή
μες στου μυαλού την ζάλη...!

Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης
"ψυχές" 17/8/2010 

Τετάρτη 25 Ιουνίου 2014

Για την ΕΛΛΑΔΑ ρε γαμώτο!!! - Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης)





Αχ Ελλάδα...σ' αγαπάω... 

Δύο φίλοι απ' τα παλιά 
ήρθαν μια μέρα στα σκαλιά, 
στου σπιτιού μου την αυλή 
με σκυμμένη κεφαλή. 

Με γυρέψαν να με βρούνε 
τον καημό τους να μου πούνε, 
για τα χάλια που περνάνε 
πως δεν έχουνε να φάνε. 

"Αχ βρε φίλε μου τζιμάνι 
πουν' τα βράδια στο λιμάνι, 
μου το λέει μοναχό 
το Στρατέλι το φτωχό 

που περνούσαμε ωραία 
κάτω 'κει στη προκυμαία, 
στου Πετρή το μαγαζί 
όπου πίναμε μαζί. 

Είχαμε και τις δουλειές μας 
και τις φίλες τις παλιές μας, 
μας τα πήραν όλα πίσω 
αχ Ελλάδα θα σε φτύσω." 

Να πετάγεται ευθύς 
ο Γιωργής ο συμπαθής, 
που 'χε χρόνια να πατήσει 
στην αυλή μου να ρωτήσει, 

"φίλε άκουσε και μένα 
που 'χω τόσα μαζεμένα, 
δυό λογάκια θα σου πω 
δεν μπορώ πια να σιωπώ, 

πήγαμ' όλοι μας φαντάροι 
κάναμε και το λιοντάρι, 
δύο χρόνια της ζωή μας 
φύγανε απ' το φαί μας. 

Για τη χώρα ρε γαμώτο 
εβρώμισε το χνώτο, 
όλα τα δώσαμε γι' αυτή 
και τα φάγανε αυτοί, 

οι "μεγάλοι" κι οι "τρανοί" 
η κρατική μας μηχανή, 
τώρα που μείναμε ταπί 
μας πετάνε στο γιαπί." 

Τους ακούω και πονάω 
και ευθύς τους τραγουδάω: 
"Ήρθαμε εδώ κι οι τρεις 
σαν θλιμμένοι συγγενείς, 

μία κλαίω μιά γελάω 
αχ Ελλάδα....σ' αγαπάω..." 





Για την ΕΛΛΑΔΑ ρε γαμώτο!!! 
Θανάσης Καραθύμιος Σεκλιζιώτης 
απ' το βιβλίο "χαμένες μέρες' 


Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος
25/6/2014

Πέμπτη 15 Μαΐου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος Σονέτο LXV




Σονέτο LXV


(τη στερνή ανάσα σου να είχα φυλαχτό μου…)


Ευτράπελο και όνειδος και συνάμα πόθος,

η ζωή ένα μυστικό στίγμα στη μοναξιά

που επέρχεται τις νύχτες και σα γιος νόθος,

εκστασιάζεται μέσα στην υπνοφαντασιά.


Λευκές χορδές βουβές, σιωπηλά κάτι λένε,

θα είναι θαρρώ ξεχασμένη πατημασιά,

στα σκονισμένα σοκάκια νεκρού, και κλαίνε

χωρίς λυγμούς σε τούτη την έρμη χαλασιά.


Τη στερνή ανάσα σου να είχα φυλαχτό μου

και τα μάτια σου τα λάγνα που 'ταν θαλασσιά,

να ήταν στο λαιμό μου πάντα το ουρλιαχτό μου

μες στην άδεια κάμαρά μου η μόνη ζεστασιά.


Μικρή γιορτή στη ζήση τούτη πάντα θα 'σαι

κι ας είμαι μόνος και συ μόνη σου κοιμάσαι…


Θανάσης Σεκλιζιώτης

Αγγλικού τύπου σονέτο

απ' το βιβλίο  "τα 70 σονέτα μου




Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος “Τα λουλουδάκια” Θανάσης Σεκλιζιώτης απ' το βιβλίο του "οι θρήνοι της ψυχής μου"




Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος
29/4/2014

τις πιο πολλές φορές προσπερνούμε στο δρόμο μας αφόρητο πόνο που σέρνεται εδώ και κει αδιαφορώντας. Κλεισμένοι στο καβούκι μας ξεχνάμε τα μικρά λουλουδάκια που σέρνονται τις νύχτες....Θ.Κ

“Τα λουλουδάκια”

Σε κάτι βρεγμένα από δάκρυα χαρτάκια,
με της ψυχής μου το πιο αόρατο μολύβι,
έγραψα ένα στίχο για τα λουλουδάκια
αυτών που ο δρόμος στην άκρη τα θλίβει.
Είναι μικρά λουλουδάκια, όχι γιασεμιά,
που πεθαίνουν μονάχα τους στη σιγαλιά
κάτι ανθάκια δίχως χρώματα κι ανασαιμιά,
μα γεμάτα απ’ αρώματα μες στην καρδιά,

που στέκουν και ρεύουν εκεί σιωπηλά,
του κόσμου τα χάχανα ακούν ντροπαλά
και τις νύχτες ακόμα, καθώς ξενυχτούν,
κοιτάζουν τ’αστέρια που φωτοβολούν.

Και στων αστεριών τις αχνόφεγγες φωτολαλιές,
που πάνω τους μαζί τις νύχτες ξεψυχάνε,
εκεί στην άκρη του δρόμου δυό αγκαλιές
τα προσμένουν και στη σκέψη τους ριγάνε..!

Θανάσης Σεκλιζιώτης
απ' το βιβλίο μου "οι θρήνοι της ψυχής μου"



Κυριακή 20 Απριλίου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος Σονέτο L "τα 55 σονέτα μου"



Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος
20/4/2014


Σονέτο L

(γαλάζια χώρα το σκότος σου έχεις....)

Ο ήλιος είχε τα φτερά του πλάι
στου κήπου την υγρή οσμή εστάθη,
και οι φωτιές του, φως απόψε 'χάθη
στα φύλλα των σκιών, σκιά σιωπάει.

Θωρώ αχτίδα στείρα ν' αλυχτάει
κραυγή μες στα δέντρα μύρια τα λάθη
και στα τόσα κρύα βράδια στα βάθη
του κήπου το φως πια δεν τον φιλάει.

Δος μου να πιω σταλιά απ' το κορμί σου
να γίνω φως και να χαθώ μαζί σου,
αστέρι πόθου άνεμου χαδάκι

γαλάζια χώρα το σκότος σου έχεις
τα παιδιά σου τι κρίμα δεν τ' αντέχεις
στο κήπο φέγγεις σαν κυρτό κεράκι....

Θανάσης Σεκλιζιώτης
απ' το βιβλίο  "τα 55 σονέτα μου"


Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης), Προτροπή..


Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος
18/4/2014
Προτροπή..

Επουράνια συγκατάβαση των ψυχών,
ανέλπιστο κάλλος στη προσμονή αυτή,
αφήνεται η σκέψη στη γιορτή των αχών
να τρέχει στο λογισμό σα βροχή καυτή.

Τα χέρια σου δώσε στο Θείο της κλέος,
κι αφήσου στα μονοπάτια σαν μια στάλα,
μπορεί ξανά να γίνεις και πάλι νέος
καθώς τα μάτια σου θα είναι μεγάλα…

Θανάσης Σεκλιζιώτης
"χαμένες μέρες"

Δευτέρα 24 Μαρτίου 2014

Θανάσης Σεκλιζιώτης Σονέτο LI απ' τη ποιητική συλλογή "τα 51 σονέτα μου"



Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος
24/3/2014



Σονέτο LI

(δεν θυμάμαι το χρώμα των ματιών σου...)

Δεν θυμάμαι το χρώμα των ματιών σου
κι ούτε το σχήμα των χειλιών θυμάμαι,
μα ξέρω για σένα, πως πάντα θα 'μαι
γλυκός αχός στα βάθη των αυτιών σου.

Δεν θυμάμαι τη γεύση των βυζιών σου,
εγώ κι ο νους μου αντάμα μεθάμε,
και στη τέρψη του κορμιού σου κεντάμε,
της λήθης ξόμπλι, μπλε των τοπαζιών σου

δεν θέλω να σ' έχω μόνο σα μνήμη,
κρυφή λαχτάρα που αχνά διαβαίνεις
δεν θέλω να 'σαι για μένα σελίδα

ενός βιβλίου της ζωής μου φήμη,
εγώ ποθώ μικρή σπίθα κρυμμένης
φωτιάς που θ' ανάψει, κρυφή ελπίδα...
Θανάσης Σεκλιζιώτης
απ' τη ποιητική συλλογή  
"τα 51 σονέτα μου"

Στη φωτογραφία η Σαμοθράκη όπως φαίνεται απ' τη Πλάκα της Λήμνου!

Δευτέρα 10 Μαρτίου 2014

Σεκλιζιώτης Θ.Καραθύμιος (Θανάσης Σεκλιζιώτης), Έλεγα...


Έλεγα ν΄άφηνα δυό καημούς κοντά σου,
μια νύχτα μ' ένα ολόφωτο φεγγάρι,
ν' άφηνα και δυό παράπονα στη ματιά σου,
λουσμένα στο φως του, να 'ρχόταν να τα πάρει.

Έλεγα πως θα 'ταν η νύχτα μιά ζωγραφιά,
με τα παράπονα στα δυό μελιά σου μάτια
κι' οι δυό καημοί σου, μιάν εσπερινή ομορφιά,
να τρέχουν τρελά σαν αφηνιασμένα άτια.

Έλεγα πως θα 'σουν όμορφη μες τη νυχτιά,
γιομάτη απ' του πόθου το ξαναμμένο αστέρι
κι' οι δυό σου καημοί να κρέμουν σαν μια ιτιά
και τα δυό παράπονά σου, να τα κρατάς στο χέρι.

Έλεγα πως πιότερο θα σε ποθούσα μες το φως,
με τα δυό παράπονά σου έτσι τυλιγμένη,
θα φάνταζες όμορφη μούσα ερωτευμένη,
μες την υπνοφαντασιά μου, έρμος σκοπός...

Θανάσης Σεκλιζιώτης
"ανατριχιές" υπό έκδοση