Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Αυγούστου 2013

Πτωχοπρόδρομος (ή Πτωχοπροδρομικά Ποιήματα) Κριτική έκδοση HANS EIDENEIER με σχέδια του ΑΛΕΚΟΥ ΦΑΣΙΑΝΟY ΠANEΠIΣTHMIAKEΣ EKΔOΣEIΣ KPHTHΣ



Πτωχοπρόδρομος
Κριτική έκδοση επιμέλεια: Hans Eideneier
ζωγραφική: Αλέκος Φασιανός
επιμέλεια σειράς: Γ. Μ. Σηφάκης
353 σελ.
ISBN 978-960-524-374-6, [Κυκλοφορεί]
Βυζαντινή γραμματεία [DDC: 888]
Δημοτική ποίηση [DDC: 889.15]



Πατήστε στον κάτωθι σύνδεσμο να το διαβάσετε σε free e-book .
http://www.cup.gr/Previews/978-960-524-374-6-Preview.pdf


Τα τέσσερα ποιήματα που εκδίδονται εδώ - συνδετικός κρίκος των οποίων είναι το όνομα "Πτωχοπρόδρομος" - είναι τα παλαιότερα της λεγόμενης "Βυζαντινής δημώδους γραμματείας". Ο ποιητής εμφανίζεται σε τέσσερις διαφορετικές, λίαν δραματικές σκηνές: μια για να εξευμενίσει τη δύστροπη γυναίκα του που τολμάει να τον αποκλείει ακόμη και από το οικογενειακό τραπέζι με αποτέλεσμα να κοντεύει να πεθάνει της πείνας· μια για να συντηρήσει το ενδεές νοικοκυριό της πολυμελούς οικογένειάς του· μια για να ζητήσει κάποια αμοιβή για τον εαυτό του ως σπουδαγμένο φιλόλογο ("ανάθεμα τα γράμματα...")· και μια για να ζητήσει μετάθεση, ως καλόγερος πια, από ένα κακώς διοικούμενο μοναστήρι σε άλλο, προφανώς καλύτερο...

Αν και πολλά στοιχεία υποδεικνύουν τη σχέση των ποιημάτων με την αυτοκρατορική αυλή των Κομνηνών του 12ου αιώνα, η ταύτιση του δημιουργού τους με τον γνωστό λόγιο αυλικό ποιητή Θεόδωρο Πρόδρομο αμφισβητείται, κυρίως με βάση το πλούσιο δημώδες γλωσσικό υλικό και το ύφος τους. Πρόκειται για έργα που ανήκουν στην παρακλητική ή επαιτική ποίηση, είδος γνωστό από παλιά, με στοιχεία σάτιρας.

Πέρα από την καθαρά λογοτεχνική τους αξία, τα κείμενα αποτελούν κλειδί για τη μελέτη της εξέλιξης της μεσαιωνικής ελληνικής γλώσσας. Με την παρούσα κριτική έκδοση τα "Πτωχοπροδρομικά" γίνονται προσιτά και το ελληνικό κοινό.

Κριτικές - Παρουσιάσεις
Λαμπρινή Κουζέλη, Το κοκορέτσι του Πτωχοπρόδρομου, "Το Βήμα"/ "Βιβλία", 30.9.2012Μιχάλης Σηφάκης, Πτωχοπρόδρομος, www.protagon.gr, 16.7.2012




Κριτική του Φώτη Κοντόγλου

Φώτης Κόντογλου - Πτωχοπρόδρομος, ὁ πεινασμένος καλόγερος

Συλλογή: Μυστικὰ Ἄνθη, Ἐκδόσεις: Παπαδημητρίου


Τὸ Βυζάντιο ἤτανε ἕνα βασίλειο ποὺ φαινότανε πὼς εἶχε ἀρχοντιὰ καὶ πὼς ὁ λαός του δὲν δυστυχοῦσε. Μὰ σὲ κάθε μεγάλο καὶ δυνατὸ κράτος, δίπλα στὰ πλούτη καὶ στὴν καλοπέραση, ὑπάρχει κι ἡ φτώχεια, ὅπως ἤτανε στὴν ἀρχαία Ρώμη, στὴν Περσία, στὴν Αἴγυπτο, κι ὑστερώτερα στὴν τσαρικὴ Ρωσία, στὴν Ἀγγλία καὶ στὴν Τουρκία. Ἔτσι καὶ στὸ Βυζάντιο, προπάντων στὰ χρόνια ποὺ ἀρχίσανε νὰ φανερώνουνται τὰ γεράματά του.

Ἕνας τύπος φτωχὸς καὶ πεινασμένος, ποὺ ἔζησε στὸ Βυζάντιο, ἤτανε ἕνας καλόγερος ποὺ τὸν λέγανε Πρόδρομο, κι ἀπὸ τὴ φτώχεια κι ἀπὸ τὴ μιζέρια ποὺ εἶχε κι ἀπὸ τὴ ζητιανιά του, τὸν βγάλανε Φτωχοπρόδρομο. Τὸ μικρὸ τ᾿ ὄνομά του ἤτανε Θεόδωρος, τὸ Πρόδρομος ἤτανε οἰκογενειακό του. Αὐτὸς μπορεῖ νὰ παρομοιαστεῖ μὲ τὸν σημερινὸν Καραγκιόζη, ποὺ εἶναι ὁλοένα πεινασμένος, κι ὁ νοῦς του εἶναι στὸ φαγί.

Ὁ Φτωχοπρόδρομος γεννήθηκε κατὰ τὰ 1150 ἀπάνω - κάτω, βασιλεύοντας ὁ Μανουὴλ ὁ Κομνηνός. Σ᾿ αὐτὸν τὸν βασιλιᾶ ἀφιέρωσε δυὸ μεγάλα ποιήματα, καὶ σ᾿ αὐτὰ κλαίγεται γιὰ τὴ φτώχειά του, γιὰ τὴν πείνα του, γιὰ τὴ γύμνια του, γιὰ τὴν κακομεταχείρισή του στὰ μοναστήρια, κατηγορᾶ τοὺς ἡγούμενους καὶ τοὺς καλοπερασμένους καλόγερους, καὶ καταριέται τὴν κλίση του στὰ γράμματα ποὺ τὸν ἔκανε νὰ χάσει τὸν καιρό του γιὰ νὰ τὰ μάθει, καὶ δὲν κύτταξε νὰ μάθει καμμιὰ ἄλλη δουλειὰ ποὺ νὰ βγάζει χρήματα, ὥστε νὰ μὴν ψοφᾶ ἀπὸ πείνα. Ὡστόσο, ἀπὸ τὰ γραφόμενά του φαίνεται πὼς ἤτανε γουρσούζης, τεμπέλης, ἀπρόκοφτος, στριμμένος καὶ κακόγλωσσος. Τὰ λόγια του τὸν δείχνουνε σιχαμερὸν καὶ βρωμόγλωσσον.

Στὸν καιρό του περνοῦσε γιὰ πολὺ γραμματισμένος, γιατὶ εἶχε παραγεμισμένο τὸ ἄδειο κεφάλι του μὲ κάθε λογῆς διαβάσματα, ἀχώνευτα, ἀνακατεμένα, ὅπως κάνανε oι λογιώτατοι ἐκείνου τοῦ καιροῦ. Εἶχε γράψει πολλὰ συγγράμματα, πεζὰ καὶ ποιήματα, θεολογικά, φιλοσοφικά, ἱστορικά, ἀκόμα κι ἀστρονομικά. Μὰ τί τὸ ὄφελος, ἀφοῦ δὲν εἶχε μηδὲ κουκούτσι κρίση; Τὰ ποιήματά του, ποὺ εἴπαμε, εἶναι ἄτεχνα, ἀνόητα, παιδιακίσια, χωρὶς καμμιὰ σοβαρότητα, καὶ δὲν ἔχουνε μήτε λίγη ἀπὸ τὴ χάρη ποὺ ἔχουνε κάποια ἄλλα σατιρικὰ βυζαντινὰ ποιήματα, ὅπως εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ἔχει γιὰ τίτλο: «Γαϊδάρου, λύκου κι ἀλωποῦς, διήγησις χαρίεις».

Τὸ μονάχο καλὸ ποὺ ἔχουνε γιὰ μᾶς αὐτὰ τὰ ποιήματα τοῦ Φτωχοπρόδρομου, εἶναι τὸ ὅτι ἔχουνε θησαυρὸ ἀπὸ λέξεις τοῦ βυζαντινοῦ καιροῦ, πρὸ πάντων ἀπὸ φαγητά, ποὺ δείχνουνε πὼς τὰ ἴδια λόγια κρατήσανε ἴσαμε σήμερα σὲ πολλὰ μέρη τῆς Ἀνατολῆς καὶ τῆς Ἑλλάδας.

Τὸ πρῶτο ποίημα ἀρχίζει μὲ κάποια ἐγχώρια γιὰ τὸν βασιλέα, ποὺ εἶναι τόσο δουλικὰ καὶ σιχαμερά, ποὺ νὰ ἀηδιάζει ὁ ἀναγνώστης. Γιὰ τὴν αὐλοκολακεία φτιάνει κάποιες ἀσουλούπωτες λέξεις, σὰν τό: «Κομνηνόβλαστε, τετραυγουστόμορφε» κι ἄλλα τέτοια.

Ἀφοῦ γεμίσει δυὸ φύλλα, μὲ τὶς σιχαμερὲς κολακεῖες του, ἀρχίζει τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς του: «Ἀπὸ μικρόθεν μ᾿ ἔλεγεν ὁ γέρων ὁ πατήρ μου, - τέκνον μου, μάθε γράμματα, ἂν θέλεις νὰ φελέσῃς. - Βλέπεις τὸν δεῖνα, τέκνον μου; Πεζὸς ἐπεριπάτει, - καὶ τώρα βλέπεις γέγονεν χρυσοφτερνιστηρᾶτος. - Ὁ κόρφος του βουρβούριζεν ψείρας ἀμυγδαλάτας, - καὶ τώρα ἀπὸ ὑπέρπυρα γέμει τὰ μανολᾶτα (φλουριά)». Καθὼς φαίνεται, ὁ Φτωχοπρόδρομος τὶς ἤξερε ἀπὸ τὸν ἑαυτό του τὶς ἀμυγδαλάτες ψεῖρες ποὺ βουρβουλιάζανε στὸν κόρφο του.

Τὸ λοιπόν, «ἔμαθε τὰ γραμματικά, πλὴν μετὰ κόπου πόσου!». Ἀλλὰ λέγει παρακάτω: «Ἀφοῦ δὲ τάχα γέγονα γραμματικὸς τεχνίτης, - ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ κύταλον καὶ ψύχαν. - Καὶ διὰ τὴν πείναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν, - ὑβρίζω τὴν γραμματικήν, καὶ κλαίγω καὶ φωνάζω: - Ἀνάθεμαν τὰ γράμματα! Χριστέ, καὶ ποὺ τὰ θέλει! - Ἀνάθεμαν καὶ τὸν καιρόν, κι ἐκείνην τὴν ἡμέραν, - ὅπου μὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ σκολιὸν ἐμέναν!». Καλύτερα, λέγει, νὰ μάθαινα μία τέχνη, νὰ γινόμουνα ράφτης. Γιατὶ ἂν μάθαινα «τὴν κλαποτήν», δηλαδὴ τὴ ραφτική: «Νὰ ἄνοιγα τὸ ἀρμάριν μου, νὰ τό ῾βρισκα γεμᾶτον - ψωμίν, κρασίν, πληθυντικὸν καὶ θυνομαγερίαν, - καὶ παλαμηδοκόμματα, καὶ τζίρους καὶ σκουμπρία, - παροῦ ὅτι τώρ᾿ ἀνοίγω το, βλέπω τοὺς πάτους ὅλους, - καὶ βλέπω χαρτοσάκκουλα γεμάτα τὰ χαρτία». Ὕστερα λέγει πὼς ἔχει ἕναν γείτονα μπαλωματή, «πετζοτῶν τάχα ψευδοτζαγγάρην, - πλὴν ἔνε καλοψουνιστής, ἔνε καὶ χαροκόπος (γλεντζές, χαρούμενος)». Κάθε πρωὶ λέγει στὸ τσιράκι του νὰ πάγει ν᾿ ἀγοράσει «χορδόκοιλα» (μεζέδες, κάτι σὰν κοκορέτσι), «-Φέρε καὶ βλάχικον τυρόν, ἄλλην σταμεναρέαν. - Καὶ δός του νὰ προγεύωμαι καὶ τότε νὰ πετζώνω». Πίνει καὶ κρασὶ βραστὸ μὲ πιπέρι, γιατὶ κάνει κρύο στὴν Πόλη. Καὶ σὰν ἔρθει τὸ μεσημέρι, «ρίπτει τὸ καλαπόδιν του, ρίπτει καὶ τὰ σανίδιν, - καὶ λέγει τὴν γυναίκα του: Κυρὰ καὶ θὲς τραπέζιν». Καὶ βάζουνε στὸ τραπέζι «μισὸν ἐκζεστόν, δεύτερον τὸ σφουγγᾶτον (ὀμελέτα),- καὶ τρίτον τὸ ἀκριόπαστον (παστὸ κρέας) ὀφθὸν ἀπὸ μερίου, καὶ τέταρτον μονόκυθρον (= μονόχυτρον, δηλαδὴ διάφορα φαγητὰ σὲ μία χύτρα), - πλὴν βλέπε νὰ μὴ βράζει (νὰ μὴν εἶναι ζεματιστό). - Ἀφοῦ δὲ παραθέσουσιν, καὶ νίψεται καὶ κάτζει. -Ἀνάθεμά με, Βασιλεῦ, καὶ τρισανάθεμά με! -Ὅταν στραφῶ καὶ ἴδω τὸν λοιπὸν τὸ πὼς καθίζει, - τὸ πῶς ἀνασκουμπώνεται νὰ πιάσει τὸ κουτάλιν, - καὶ δὲν τρέχουν τὰ σάλια μου, ὡς τρέχει τὸ ποτάμι. - Κι ἐγὼ ὑπάγω κι ἔρχομαι πόδας μετρῶν τῶν στίχων. -Εὐθὺς ζητῶ τὸν ἴαμβον, γυρεύω τὸν σπονδεῖον, - γυρεύω τὸν πυρρίχιον καὶ τὰ λοιπὰ τὰ μέτρα, - ἀλλὰ τὰ μέτρα ποὺ φελοῦν στὴν ἄμετρόν μου πείναν;».

Ὁ καημένος ὁ λιμασμένος Φτωχοπρόδρομος, ἀπὸ τὴν πείνα του τοὺς βλέπει ὅλους σὰν λούκουλους παραχορτασμένους καὶ τὰ παραλέγει, ὅπως κάνει μὲ τὰ συμπόσια τοῦ φτωχοῦ τοῦ μπαλωματῆ.

Παρακάτω λέγει πὼς μετάνοιωσε γιατὶ δὲν ἔγινε χαμάλης, νὰ τρώγει καὶ νὰ πίνει καλά. Ὕστερα στεναχωριέται γιατὶ δὲν ἔγινε περιβολάρης: «Κηπουρικὴν πολύκαρπον ν᾿ ἀργαζόμουν τὴν τέχνην, - συκίτζια καὶ ροδάκινα, ροδίτζια, μυγδαλίτζια, - δαμασκηναπιδόμηλα, δαμάσκηνα κροκάτα, - τὰ λέγουν ἀνατολικά, τὰ λέγουν λαγωνάτα, - καὶ τἄλλα τὰ τῶν κηπουρῶν σκόρδα καὶ κρομμυδίτζια, - ματζάνες (μελιτζάνες), λαχανόγουλα, κραμπιὰ καὶ σευκλογούλια».

Κι ἀφοῦ πεῖ κι ἄλλα πολλὰ παρόμοια, φωνάζει: «Πείνα μου, πάλιν πείνα μου, καὶ δεύτερον σὲ γράφω». Στὸ τέλος λέγει πὼς πέρασε ἀπὸ ἕνα χασάπικο ποὺ εἶχε παχειὰ κρέατα, κι ἡ τζίκνα τὸν ζάλισε καὶ μπῆκε μέσα. «Ἐκεἷβρα κρέας καὶ ψήνασιν σουγλιταρέαν μεγάλην. - Τοῦ μακελλάρη τὴν γυνὴν ἠρξάμην κολακεύειν. - Κυρά, κυρὰ μαστόρισσα, κυρὰ χορδοκοιλίστρα. -καὶ μουτλογατανόσκουφε γυνὴ τοῦ μακελλάρη, - δός με ὀλίγον ἔντερον, δός με δαμὶν μαστάριν. - ... ἐκ τὴν λαπάραν σου, ἐξαύτην τὴν βαστάζεις». Κι ἐκείνη ἡ παλιογυναίκα προσποιήθηκε πὼς τὸν λυπήθηκε καὶ τὸν κάθησε στὸ τραπέζι, ὡς ποὺ σὲ μία στιγμὴ ποὺ καθότανε ἀνύποπτος, τὸν περίχυσε, τὸν δυστυχῆ, μ᾿ ἕναν πατσᾶ, καὶ τὸν ἔκανε ἐλεεινόν, βρώμισε καὶ τὴν κάπα του ποὺ τὴν εἶχε μοναχοκόρη.

Κι ἀρχίζει τὸ μοιρολόγι τῆς κάπας του: «Κάπα μου, πάλιν κάπα μου, παλιοχαρβαλωμένη, - κάπα μου, ὅταν σ᾿ ἔθηκεν ἡ βλάχα νὰ σὲ φάνει, - πολλὰ δάκρυα σὲ γέμισεν καὶ στεναγμοὺς μεγάλους. - Ἐσὲν ἔχω γιὰ πάπλωμαν, κάπα κι ἀπανωφόριν,- ἐσέναν καὶ πουκάμισον, ἐσέν᾿ ἐπιβαλτάριν».

Ὕστερα ἀπὸ τo πάθημά του πηγαίνει στὸ σπίτι του, «τὸ σπίτιν τὸ παλαιόσπιτον τὸ καινουργιοχαλασμένον. - Νυστάζω, πέφτω τάχα τε, τυλίγομαι τὴν κάπαν. - Κοιμοῦμ᾿ ὡς τὸ μεσάνυκτον, καὶ ἄκου τί παθαίνω. - Ἐμπλέκονταί μ᾿ οἱ ψεῖρες μου ἄνωθεν ἕως κάτω, - καὶ βάνω τὸ χερίτζιν μου, συντρίβω καὶ τζακίζω, - εὐγάνω τ᾿ ὁλοκόκκινον, νάπες βαφέαν ὁμοιάζω».

Μ᾿ αὐτὲς τὶς σιχαμερὲς ἱστορίες τελειώνει τὸ πρῶτο ποίημα τοῦ Φτωχοπρόδρομου. Στὸ δεύτερο κακολογᾶ τοὺς γούμενους τῶν μοναστηριῶν καὶ τοὺς ἄλλους καλόγερους ποὺ καλοπερνούσανε, γιὰ τοῦτο ἔχει τὴν ἐπιγραφή: «Κατὰ ἡγουμένων».

Ἀρχίζει πάλι μὲ τὴν κλάψα: «Καὶ γὰρ ἀγράμματος εἰμὶ καὶ νέος ρακενδύτης, - καὶ μοναχὸς τῶν εὐτελῶν τῶν ἀποκαθισμένων, - καὶ τὴν ἰσχὺν ἐπίσης τε μύρμηκος κεκτημένος». Κι ἀρχίζει νὰ λέγει τὴ δική του τὴ φτώχεια ἀπὸ τὅνα μέρος καὶ τὴν καλοπέραση τῶν ἡγουμένων ἀπὸ τ᾿ ἄλλο: «Αὐτὸς ἔχει κἂν τέσσαρα λαμπρὰ κρεβατοστρώσια, - καὶ σὺ κοιμᾶσαι στὸ ψαθὶν καὶ γέμεις καὶ τὰς ψείρας. - Αὐτὸς ψουνίζει πάντοτε λαβράκια, φιλομήλας (φαγκριά), καὶ σὺ ποτὲ οὐκ ἠγόρασας κἂν τορνεσίου χαβιάριν». «Καὶ σἦλθες ἀνυπόδετος καὶ δίχα ὑποκαμίσου, - καὶ τὸ βρακίν σου φαίνετον ἀπὸ πενήντα τρύπας».

Ὕστερα ἀραδιάζει τὰ φαγητὰ ποὺ μπαίνουνε στὰ γουμενοτράπεζα: «Καὶ τὶς ὑποίσει καθορῶν τὰ πλήθη τῶν ἰχθύων, - τῶν ἡγουμένων ἔμπροσθεν προκείμενα συνήθως; - Πρῶτον διαβαίνει τὸ ἔκζεστον ψησόπουλον τουρδᾶτον (φουσκωτὸ ψητό), - καὶ δεύτερον ἀκρόβραστον μαζεῖ (στῆθος) ἀρβαλιασμένον (ψιλοκομμένον), - καὶ τρίτον ὀξυνόγλυκος κροκάτη μαγειρία, - ἔχουσα στάχος σύγουρδον καριόφυλλον τριψίδιν (μὲ μυρουδικὰ καὶ μὲ τριμμένο μοσχοκάρφι), - ἀμανιτάριν ὄξος τε, καὶ μέλιν ἐκ τῶν τ᾿ ἀκάπνην (μέλι ἄκαπνο) - καὶ μέσα κεῖται κόκκινος μεγάλη φιλομήλα (φαγκρί), - καὶ κέφαλος τρισπίθαμος αὐγάτος ἐκ τὸ ρύζιν (ἀπὸ τὸ μπουγάζι), - καὶ συναγρίδα πεπανὴ (παχειά), ὦ θεέ μου, μαγειρία!», κι ἄλλα πολλὰ ἀραδιάζει ὁ λαίμαργος Φτωχοπρόδρομος, ποὺ δὲ μποροῦνε νὰ τὰ φᾶνε μήτε δέκα ἄνθρωποι.

Καὶ πάλι παρακάτω λέγει τὸν ἀναβαλλόμενο γιὰ τοὺς ἡγουμένους: «Ἐκεῖνοι τὰ νομίσματα συνάγουσιν ἀπλήστως, - ἡμᾶς δὲ κατηχίζουσι περὶ φιλαργυρίας. - Ἐκεῖνοι τὰ λαβράκια καὶ τοὺς τρανοὺς κεφάλους, - ἡμεῖς δὲ τὸ βρωμόκαπνον ἐκεῖνο τὸ ἁγιοζούμιν (ἕνα νερόπλυμα μὲ βρασμένα κρομμύδια). - Ἐκεῖνοι τὰ γοφάρια, τὶς ἴσχας, τὰ ψησία, - ἡμεῖς δὲ πάλιν τρώγομεν ἐκεῖνο, πῶς τὸ λέγουν;...». Καὶ σὰν παραπονεθεῖ, τοῦ λένε πὼς εἶναι ἀπὸ φτωχὸ σόγι, «καλογερίτζιν ταπεινὸν ὑπάρχεις ἐκ τὸ Μήλιν, - ψωριάρικον, κιτρινιάρικον, γυμνόν, ἀπολεσμένον, - γαδούριν παλαιόπληγον, ὀρνίθιν κορυντζάριν (κορυζάρικο)».

Στὸ τέλος πιάνει πάλι τὰ ἐγκώμια καὶ τὶς κολακεῖες στὸ βασιλιᾶ, ποὺ τὸν λέγει: «τὸν Μανουὴλ τὸν Κομνηνόν, τὸν τῆς πορφύρας γόνον, - τὸν πύργον τῆς Ἀνατολῆς, τῆς Δύσεως τὸ δόρυ».

Τὰ ποιήματα τοῦ Φτωχοπρόδρομου εἶναι κακότεχνα καὶ κακορίζικα, ἀλλὰ μέσα σ᾿ αὐτὰ βρίσκει κανένας θησαυρὸ ἀπὸ λόγια, ποὺ πολλὰ ἀπ᾿ αὐτὰ βρίσκουνται στὸ στόμα τοῦ λαοῦ ὡς τὰ σήμερα. Βάζω παρακάτω λίγα ἀπ᾿ αὐτά: παπάς, κάτα (ἔτσι λένε σήμερα τὴ γάτα σὲ κάποια μέρη), μελιτζάνες, λαβράκια, παλαμίδες, παλαμιδοκόμματα, σκουμβριά, σκουμπροπαλαμιδοκόμματα, γοφάρια, συναγρίδες, σαβρίδια, μουροῦνες, χτένια, σουλῆνες (καὶ τὰ δυὸ εἶναι θαλασσινὰ μαλακόστρακα, ποὺ τὰ πιὸ φημισμένα ἤτανε τῆς Μυτιλήνης, καὶ τώρα εἶναι τοῦ Ἀϊβαλιοῦ), παγούρια (τὰ σημερινὰ παβούρια, μεγάλα νόστιμα καβούρια), ξύδι, βλησκούνι (ἡ λεγόμενη μέντα), φάβα, ἀρκουδίζω (περπατῶ μὲ τὰ τέσσερα, ὅπως κάνουνε τὰ παιδιά· ἔτσι λέγανε στὴ Μ. Ἀσία, ἐνῷ ἐδῶ λένε μπουσουλῶ), ξυνάγαλον, ἀθότυρον (ὅπως τὸ λένε στὴν Κρήτη), κι ἄλλα. Βρῆκα καὶ τὴ λέξη σακολέβα, ποὺ λέγανε μ᾿ αὐτὴ τὸ παλιόρασο, ἐνῷ σακολέβες λέγανε ὡς προχτὲς κάτι καΐκια ἀνατολίτικα, ἴσως γιατὶ ἤτανε φτωχοκάϊκα.
«Φώτη Κόντογλου - Πτωχοπρόδρομος, ὁ πεινασμένος καλόγερος» στο Φώτη Κόντογλου, Μυστικά άνθη, ήγουν: Κείμενα γύρω από τις αθάνατες αξίες της ορθόδοξης ζωής, Παπαδημητρίου, Αθήνα, 2001, 344 σελ.

Αποτελεί ο Πτωχοπρόδροµος λογοτεχνικό πρόδροµο του Καραγκιόζη; 1
Markéta Kulhánková 
Όταν πρόσφατα η αρµόδια επιτροπή της UNESCO αποφάσισε για την εγγραφή του Karagöz / 
Καραγκιόζη στη λίστα της άυλης κληρονοµιάς ως τούρκικο θέατρο σκιών, 2
 το κοινό στην 
Eλλάδα αναστατώθηκε, καθώς για άλλη µια φορά ένιωσε ότι η ελληνικότητα ενός από τα πιο 
χαρακτηριστικά είδη του ελληνικού λαϊκού πολιτισµού αµφισβητείται. 
Μέχρι και το δεύτερο µισό του 20ού αιώνα πραγµατοποιούνταν στους επιστηµονικούς 
κύκλους πολλές συζητήσεις τόσο για την καταγωγή του νεοελληνικού λαϊκού θεάτρου σκιών 
όσο και για την πρωτοεµφάνισή του στον ελλαδικό χώρο. Εκφράστηκαν ποικίλες θεωρίες, 
προερχόµενες κυρίως από τον ελληνικό επιστηµονικό χώρο, οι οποίες ήταν περισσότερο 
επηρεασµένες από την επιθυµία να αποδειχθεί ο Καραγκιόζης ως καθαρό δηµιούργηµα της 
ιδιοφυούς δύναµης της ψυχής του ελληνικού λαού παρά από αντικειµενικές ιστορικές 
αποδείξεις και τεκµήρια. 
Αρκετές φορές παρατηρείται ένας στενός συνεκτικός δεσµός µεταξύ των θεωριών αυτών και 
των λαϊκών παραδόσεων, οι οποίες βλέπουν ακόµα και το κινέζικο θέατρο σκιών ως ελληνικό 
δηµιούργηµα. 3
 Μια από αυτές είναι η άποψη ότι «ο λεγόµενος [...] τούρκικος Καραγκιόζης 
[...] κατάγεται από λατρευτικές εκδηλώσεις των Ελευσινίων και των Καβειρίων Μυστηρίων, 
όπως διαµορφώθηκαν στην Αρχαία Αθήνα». 4
 Μια άλλη θεωρία έβλεπε την αριστοφανική 
κωµωδία ως πρόδροµο του Καραγκιόζη, 5
 ενώ µια τρίτη τοποθετούσε τις ρίζες του στον µίµο 
της ύστερης αρχαιότητας ή ακόµα και του Βυζαντίου.6
 Σύµφωνα µε άλλες απόψεις, υπάρχουν 
µαρτυρίες για την ύπαρξη του θεάτρου σκιών στην αρχαία Ελλάδα στη περίφηµη µεταφορά 
της σπηλιάς του Πλάτωνα.7
Μια ίσως από τις πιο εκκεντρικές θεωρίες πλάθει ο Κώστας Μπίρης που ερµηνεύει µε τέτοιο 
τρόπο µια παράδοση που αναφέρει ένας Τούρκος περιηγητής και χρονογράφος του 17 αιώνα, 
ώστε και οι δύο πρωταγωνιστές του τούρκικου θέατρου σκιών, ο Karagöz και ο Haçivat να
φαίνονται πως έχουν έχουν ως πρότυπο δυο πρόσωπα ιστορικά, το «σοφό Μαυροµάτη τον 
κουρελή» και τον πιστό συντροφό του «τον αφελή Χατζαειβάτη», Έλληνες ταχυδρόµους που 
έζησαν το 13ο
 αιώνα, «πράγµα που αποδεικνύει ότι το [τούρκικο] θέατρο ... είναι δηµιουργία 
καθαρά ελληνική, την οποία από τους έλληνες επήραν οι τούρκοι καραγιοζοπαίκτες των 
σουλτάνων».
8
 Όλες αυτές οι θεωρίες στοχεύουν να αποδείξουν την πρωτοτυπία του 
ελληνικού Καραγκιόζη και την ανερξαρτησία του από τον αντίστοιχο τούρκικο ή – 
ακριβέστερα – οθωµανικό, τον οποίο µόνο οι πιο αντικειµενικοί έβλεπαν ως «ένα pretexte 
απλά, κι ούτε αφετηρία ούτε πηγή».
9
Φυσικά έγιναν και προσπάθειες να υποστηριχθούν µε γραπτές αυθεντικές µαρτυρίες οι 
θεωρίες που ήθελαν τον Καραγκιόζη ως συνέχεια του βυζαντινού µίµου ή την ελληνική 
καταγωγή των δύο πρωταγωνιστών. Ο πρώτος που αναφέρθηκε στην ύπαρξη οµοιοτήτων 
ανάµεσα στη θεµατολογία και στο πνεύµα του Καραγκιόζη και των Πτωχοπροδροµικών 
ποιηµάτων ήταν ο Φώτης Κόντογλου,
10 ο οποίος – παρεµπιπτόντως – αυτά τα ποιήµατα του 
12ου αιώνα που σήµερα τα θεωρούµε από τα πιο αξιόλογα λογοτεχνικά µνηµεία της εποχής, 
τα βλέπει ως «άτεχνα, ανόητα, παιδικίσια, χωρίς καµιά σοβαρότητα».
11 
Σε µια πιο λεπτοµερή ανάλυση των οµοιοτήτων προχώρησε το 1977 ο Αθανάσιος Φωτιάδης, 
ο οποίος διαπίστωσε µια «συναρπαστική συγγέννεια»
12 µεταξύ του Καραγκιόζη και των 
Πτωχοπροδροµικών ποιηµάτων, καθώς βλέπει τα Πτωχοπροδροµικά ως «τον γνήσιο άµεσο 
πρόγονο του Καραγκιόζη».
13 Ο Φωτιάδης προϋποθέτει µια ζωντανή «παράδοση της 
παµπάλαιας δραµατικής τέχνης των Ελλήνων [...], το λαϊκό θέατρο και τα „δρώµενα“, το 
Μιµικό θέατρο»
14 κλπ. στο ύστερο Βυζάντιο. Η προϋπόθεση αυτή όµως δε στηρίζεται σε 
ιστορικά τεκµήρια. Το µόνο από τα φαινόµενα, για το οποίο υπάρχουν αναµφισβήτητες 
µαρτυρίες, είναι η σάτιρα. 
Όσον αφορά τη πατρότητα των Πτωχοπροδροµικών ποιηµάτων, ο Φωτιάδης παραπέµπει 
αποκλειστικά στο εγχειρίδιο του K. Krumbacher,
15 και εποµένως ταυτίζει τον συγγραφέα των 
Πτωχοπροδροµικών µε τον λόγιο Θεόδωρο Πρόδροµο, ενώ την ίδια στιγµή προβαίνει και σε 
περαιτέρω σύγχυση συγγραφέων και έργων.
16 Παραβλέποντας όµως το γεγονός ότι σε µια 
εποχή έντονης συζήτησης για την πατρότητα των Πτωχοπροδροµικών ποιηµάτων ο Φωτιάδης 
αγνοεί εντελώς τη σχετική διεθνή βιβλιογραφία,
17 πρέπει να παραδεχτούµε ότι πολλές 
παρατηρήσεις του σχετικά µε τις µοτιβικές οµοιότητες είναι εύστοχες. Παραθέτει τους 
µονολόγους του ήρωα, τους οποίους κάλλιστα θα µπορούσε να εκφωνεί ο πρωταγωνιστής του 
θεάτρου σκιών, αφού περιέχουν την ίδια ειρωνεία και αυτοειρωνεία·
18 η περιγραφή της 
άθλιας κατάστασης του σπιτιού, όπου κατοικεί ο «Πτωχοπρόδροµος» του 1ου ποιήµατος,
19 
είναι ακριβώς η ίδια µε αυτή της παράγκας του Καραγκιόζη, ενώ η σύζυγός του γκρινιάζει 
όπως ακριβώς και η Καραγκιόζαινα.
20 Και διαβάζοντας τη λίστα των επαγγελµάτων που 
επιθυµεί να κάνει ο ήρωας του 3ου ποιήµατος21 πάλι οδηγούµαστε γρήγορα στα διάφορα 
επαγγέλµατα του Καραγκιόζη. Επίσης, η διαπίστωση του Φωτιάδη για την παρόµοια αίσθηση 
της σάτιρας22 µεταξύ των δυο οµάδων έργων είναι εύστοχη.
23 (Θεωρώ πειστική ακόµα και τη 
γνώµη του Φωτιάδη ότι σε αυτά τα µοτίβα καθρεφτίζεται το «λαϊκό πνέυµα»
24 της εποχής,
25 
αν και τα τεκµήρια για την προφορική λαϊκή παράδοση της εποχής αυτής είναι ουσιαστικά 
ανύπαρκτα.) 
Θα συµφωνήσουµε δηλαδή µε το Φωτιάδη ότι οι οµοιότητες, προπαντός στη θεµατολογία και 
στο σατιρικό πνεύµα, µεταξύ του νεοελληνικού λαϊκού θεάτρου σκιών και των 
Πτωχοπροδροµικών ποιηµάτων είναι σηµαντικές – παρόλ’ αυτά παρακάτω θα αναφέρουµε 
ότι δεν είναι µόνο αυτές οι δυο οµάδες κειµένων που µαρτυρούν την ύπαρξη τέτοιου είδους 
οµοιοτήτων. Αυτό όµως στο οποίο αποκλείεται να συµφωνήσουµε είναι ότι η «ζωντανή 
προφορική παράδοση του Πτωχοπροδρόµου»26 έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην σύνθεση του 
θεάτρου σκιών, και ότι εποµένως η ύπαρξή της την εποχή γέννησής του νεοελληνικού 
Καραγκιόζη να θεωρείται ως δεδοµένη. Για την προφορική παράδοση των 
Πτωχοπροδροµικών δεν υπάρχουν όµως καθόλου τεκµήρια (εκτός από λίγες µεµονώµενες 
εκφράσεις που µετάβηκαν σε κοινή χρήση – το γνωστό παράδειγµα είναι η φράση ανάθεµα τα 
γράµµατα). Σχεδόν ο µόνος που ισχυρίζεται ότι υπήρχε µια κάποια φάση της προφορικής 
παράδοσης είναι ο εκδότης των ποιηµάτων ο Hans Eideneier, και ο ίδιος ο Eideneier όµως 
υποθέτει ότι αυτή τελείωσε το 14 αιώνα.
27 
Στις θεωρίες του Αθανασίου Φωτιάδη βασίζεται λίγα χρόνια αργότερα ο Ιωάννης 
Χατζηφώτης, ο οποίος όµως προχωρώντας ένα βήµα παραπέρα, εξελίσσει τη θεωρία για τη 
βυζαντινή καταγωγή του Καραγκιόζη και προσπαθεί να την υποστηρίξει συνθέτοντας µια 
δική του κωµωδία του θεάτρου σκιών µε βυζαντινά στοιχεία, µε τον τίτλο Καραγκιόζης 
Φτωχοπρόδροµος.
28 
Στο εισαγωγικό του σηµείωµα ο Χατζηφώτης, καλύτερα ενηµερωµένος από το Φωτιάδη, 
αναφέρει τις διάφορες θεωρίες και συζητήσεις για την πατρότητα των ποιηµάτων,
29 
ταυτόχρονα όµως συγχέει συνεχώς τον συγγραφέα µε τον ήρωα και εκφράζει ποικίλες 
υποθέσεις για τη ζωή του συγγραφέα βασιζόµενος στο περιεχόµενο των ποιηµάτων.
30 
Στην προσπάθειά του µάλιστα να δείξει ότι ο Πτωχοπρόδροµος είναι µια «κραυγή των 
αδικηµένων, ένας τύπος Καραγκιόζη των Βυζαντινών»31 καταλήγει/οδηγείται σε λανθασµένη 
ερµηνεία ενός αποσπάσµατος του 1ου ποιήµατος των Πτωχοπροδροµικών,
όπου ο ήρωας 
µεταµφιεσµένος σε ζητιάνο εµφανίζεται στην πόρτα του δικού του σπιτιού. Tα παιδιά του δεν 
τον αναγνωρίζουν και ετοιµάζονται να τον δείρουν, ενώ η γυναίκα του, η οποία κατάλαβε 
αµέσως την κατεργαριά του, βάζει τα παιδιά σε τάξη.
32 Κατά την ερµηνεία του Χατζηφώτη 
όµως πρόκειται για την «επίθεση των απαυδισµένων παιδιών εναντίον του, γιατί δεν βρήκαν 

στο τραπέζι φαγητό να φάνε»,
33 δηλαδή µια σκηνή πραγµατικά χαρακτηριστική για τις 
κωµωδίες του Καραγκιόζη. 
Τέλος, δεν αληθεύει ούτε ο ισχυρισµός του Φωτιάδη, τον οποίο επαναλαµβάνει και ο 
Χατζηφώτης, ότι δηλαδή «τα πτωχοπροδροµικά ήταν [...] ιδιαίτερα διαδεδοµένα στον 
ελληνικό χώρο. Χειρόγραφά τους σώζονται πάρα πολλά και στην Ελλάδα και στο 
εξωτερικό.»34 Η αλήθεια είναι όµως ότι για το 1ο
 ποίηµα διαθέτουµε ένα µόνο χειρόγραφο, 
δύο χειρόγραφα υπάρχουν για το 2ο
, ενώ το 3ο
 και το 4ο
 βρίσκονται σε 7 χειρόγραφα.
35 
Στο έργο του, του οποίου η πρεµιέρα πραγµατοποιήθηκε στις 13 Δεκεµβρίου 1979 στο 
θέατρο σκιών Τιπούκειτος σε ερµηνεία του Δηµήτρη Μόλλα, Ο Χατζηφώτης εκµεταλλεύεται 
αποσπάσµατα και από τα τέσσερα Πτωχοπροδροµικά ποιήµατα, αλλά και από άλλα κείµενα 
της ίδιας περίπου εποχής. Η πρώτη σκηνή ανοίγει µε ένα απόσπασµα από το ποίηµα του 
Μιχαήλ Γλυκά από τη φυλακή. Το δράµα αρχίζει µε ένα διάλογο µεταξύ του πρωταγωνιστή 
και της γυναίκας του Αγλαΐτσας, όπου χρησιµοποιούνται αρκετά αποσπάσµατα από το 1ο
Πτωχοπροδροµικό ποίηµα και ένα παράθεµα από το λίγο µεταγενέστερο δηµώδες Ποιήµα του 
Κρασοπατέρα. Ακολουθεί η σκηνή της επίσκεψης του Καραγκιόζη στο παλάτι του 
αυτοκράτορα Ιωάννη Β΄ Κοµνηνού, στον οποίο είναι αφιερωµένο το 1ο
 Πτωχοπροδροµικό 
ποίηµα. Η επίσκεψη δεν φέρνει όµως το επιθυµητό αποτέλεσµα – ο Καραγκιόζης δεν παίρνει 
καµία αµοιβή από τον αυτοκράτορα, ενώ αντίθετα, ο πονηρός παρακοιµώµενος (δηλαδή ο 
αντίστοιχος τύπος του Βεληγκέκα στα γνήσια καραγκιόζικα) συµβουλεύει τον Καραγκιόζη µε 
κακία να πάει να δουλέψει· εδώ τα λόγια του Καραγκιόζη είναι εµπνευσµένα από τα 
παράπονα του ήρωα του 3ου Πτωχοπροδροµικού ποιήµατος. Τέλος, το 4ο
 Πτωχοπροδροµικό, 
µε θέµα τη δύσκολη ζωή του νέου µοναχού εµπνέει το τελευταίο κοµµάτι του έργου: ο 
Καραγκιόζης αποφάσισε να µονάσει, γιατί σκέφτηκε ότι η ζωή στο µοναστήρι θα είναι πιο 
άνετη. Απογοητεύεται όµως και γυρίζει στη γυναίκα του, την οποία θεωρεί τελικά καλύτερη 
από τον ηγούµενο. 
Ο Χατζηφώτης δηλαδή εκµεταλλεύεται τα βυζαντινά κείµενα παραθέτοντας ολόκληρους 
στίχους, αποσπάσµατα στίχων ή πλάθοντας δικό του πεζό κείµενο, ακόµα και στίχους36 µε 
βάση τα βυζαντινά ποιήµατα. Προσθέτει µόνο τα ελάχιστα που είναι απαραίτητα για να 
δηµιουργηθεί µια πολύ απλή ιστορία. Παρολ’αυτά ο Καραγκιόζης Φτωχοπρόδροµος στερείται 
της ζωντανιάς που είναι ισχυρά παρούσα τόσο στα Πτωχοπροδροµικά όσο και στα γνήσια

έργα του λαϊκού θεάτρου σκιών. Ίσως γιατί στο έργο ουσιαστικά λείπει η πλοκή. Οι διάλογοι
απλά συνδυάζουν τα πιο διαδεδοµένα αστεία του Καραγκιόζη µε µεγαλύτερα ή µικρότερα 
παραθέµατα ή παραφράσεις των βυζαντινών κειµένων. Ο Χατζηφώτης δυστυχώς δεν 
εκµεταλλεύεται τα επικά κοµµάτια από τα Πτωχοπροδροµικά, ιδιαίτερα από το 1ο
 και στο 3ο
ποίηµα που είναι ουσιαστικά αυτόνοµες και ολοκληρωµένες ιστορίες µε έντονη δράση και 
δραµατικότητα. Αναφέροµαι φυσικά στην ιστορία της µάχης µε τη σύζυγό του, στη 
µεταµφίεση του ήρωα στο 1ο
 ποίηµα, στην περιπλάνηση του στους δρόµους της Πόλης µε 
στοχό οτιδήποτε που τρώγεται, και στην ιστορία για το χαµένο κρέας από το 3ο
 ποίηµα. 
Για την πιθανότητα µιας κάποιας µορφής ζωντανής παράστασης στην οποία θα 
απαγγέλλονταν τα ποιήµατα αυτά έχουν πρόσφατα ειπωθεί µερικές ενδιαφέρουσες 
υποθέσεις.
37 Ίσως όµως ο ιδεολογικός σκοπός του να εµπόδισε το Χατζηφώτη να 
εκµεταλλευτεί την πραγµατική δραµατική δύναµη των Πτωχοπροδροµικών. Ένα άλλο 
στοιχείο που απουσιάζει από τον Καραγκιόζη Φτωχοπρόδροµο είναι το αυτοειρωνικό 
στοιχείο, που είναι έντονο τόσο στον Καραγκιόζη, όσο και στον Πτωχοπρόδροµο. 
Οι παραλληλίες µεταξύ των Πτωχοπροδρικών ποιηµάτων και του νεοελληνικού (αλλά 
οπωσδήποτε και οθωµανικού) Καραγκιόζη είναι αξιοπρόσεκτες και ενδιαφέρουσες. 
Υπάρχουν όµως και άλλες χτυπητές οµοιότητες, όπως είναι π. χ. οι παραλληλίες µεταξύ 
µερικών τυπικών µοτίβων των κωµωδιών του Αριστοφάνη και του Καραγκιόζη – οι οποίες 
µάλιστα είναι πολύ πιο έντονες στο τούρκικο θέατρο σκιών χωρίς πάλι να σηµαίνει ότι δεν τις 
εντοπίζουµε και στα Πτωχοπροδροµικά ποιήµατα. Εξάλλου, το πρόσωπο του ποιητή-
ψωµοζήτη είναι ένας κοινός τόπος στην ευρωπαϊκή λογοτεχνία από την πρώιµη κιόλας 
αρχαιότητα: ας αναφέρουµε τα πιο γνωστά παραδείγµατα: τον ιαµβογράφο Ιππώνακτα, τον 
Ρωµαίο ποιητή M. V. Martialis του 1ου µ. Χ. αίωνα, τους Λατίνους ποιητές σύγχρονους του 
Πτωχοπροδρόµου τον Hugo Primas και τον Archipoeta, ή τον µάλλον πιο γνωστό επαίτη 
ποιητή της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας το Γάλλο François Villon. 
Βασιζόµενοι σε µια πιο προσεγµένη ανάλυση αυτών των παραλληλιών θα καταλάβουµε ότι 
δεν µας προσφέρουν καµία απόδειξη ούτε για τη βυζαντινή καταγωγή του Καραγκιόζη, ούτε 
για την καθαρότητα της ελληνικότητάς του, όπως το έβλεπαν µέχρι και πριν λίγες δεκαετίες 
µερικοί Έλληνες φιλόλογοι και όπως το βλέπει µέχρι και σήµερα το ευρύτερο κοινό. 
Αποδεικνύουν την ύπαρξη παγιωµένων µοτίβων από τις απαρχές της ευρωπαϊκής 
λογοτεχνίας. Τα µοτίβα αυτά µάλιστα δεν επηρεάζονται ούτε από χρονικά και γεωγραφικά 
σύνορα, ούτε και από τα σύνορα µεταξύ λόγιας, υψηλής και λαϊκής παράδοσης. Δεν
µπορούµε παρά να διαπιστώνουµε ξανά και ξανά µε θαυµασµό ότι τα απλά προβλήµατα και η 
αίσθηση του κωµικού σε ένα έθνος αλλάζουν ελάχιστα µε την πάροδο του χρόνου. Όπως 
σηµείωνει ο ίδιος ο Χατζηφώτης: «Η πείνα [...] και η κοινωνική καταπίεση, είναι οι ίδιες και 
στο Βυζάντιο και στη νεώτερη εποχή.»38 Αλλά επίσης, µπορούµε να συµπληρώσουµε ότι 
είναι οι ίδιες στην αρχαία Ελλάδα, στην αρχαία Ρώµη, στη µεσαιωνική Γαλλία και στην 
Οθωµανική αυτοκρατορία. Από την άλλη πλευρά οι εργασίες των Ελλήνων φιλολόγων για 
την βυζαντινή προέλευση του Καραγκιόζη όπως και το δράµα Καραγκιόζης Φτωχοπρόδροµος 
είναι ένα και πάλι αξιοσηµείωτο παράδειγµα του πώς ο εθνικισµός – έστω και ασυνείδητος – 
µπορεί να επηρεάζει αρνητικά την επιστηµονική αντικειµενικότητα. 
Παραπομπές 
1.Η ανακοίνωση γράφτηκε στο πλαίσιο του ερευνητικού προγράµµατος του Πανεπιστηµίου Μάσαρυκ στο Μπρνο Κέντρο για Διακλαδική Έρευνα των Αρχαίων Γλωσσών και Παλαιότερων Φάσεων των Σύγχρονων Γλωσσών (MSM 0021622435).
2.Βλ. τις ελληνικές εφηµερίδες γύρω στις 14 Ιουνίου 2010, π.χ. Τα Νέα: ttp://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artid=4584406 [11/10/2010]
3.Βλ. Καΐµη 1935, 120–121. Ιωάννου 1971, ιγ΄–ιδ΄.
4.Μπίρης 1963, 9, βλ. επίσης Μπίρης 1952, 3–4. 
5. Καΐµη 1935. 
6. Reich 1903, σ. 616 κ.ε., και Φωτιάδης 1977, 33–36. Τα τελευταία ίχνη του µίµου της ύστερης αρχαίοτητας χάνονται όµως το αργότερο προς το τέλος του 7ου αιώνα και το Βυζάντιο ουσιαστικά δεν καλλιέργησε κανένα από τα δραµατικά είδη. Βλ. π. χ. Πούχνερ 1984, 1990, 2002, Marciniak 2004. Αντίθετα ο Πλωρίτης (1999) προυποθέτει την ύπαρξη του µίµου µέχρι την Άλωση της Κωνσταντινουπολέως. Βλ. όµως και τη βιβλιοκρισία του Πούχνερ (2001). 
7. Βλ. Καΐµη 1935, σ. 118, Φωτιάδης 1977, 43–48. Αντίθετα Πούχνερ 2004, 20, Dostálová 1959, 190–191.
8. Μπίρης 1952, 9.
9. Εγγονόπουλος 1980, 8. 
10 Σε ένα άρθρο του άγνωστης ηµερολογίας δηµοσίευσης που επανεκτυπώθηκε στον 6ο
 τόµο των έργων του: Κόντογλου 1977, 26–30.
 11 Ibidem, 26. 
12 Φωτιάδης 1977, 55. 
13 Ibidem. 
14 Ibidem, 14–15.
 15 Krumbacher 1897. 
16 Π. χ. αποδίδει το Δραµάτιον του Μιχαήλ Απλούχειρος (εκδ. το 1969 από τον P. L. M. Leone) στον Ιωάννη Τζέτζη ή αναφέρει ένα δήθεν ανώνυµο έργο µε τον τίτλο Γαλεοµυοµαχία – πρόκειται προφανώς για την Κατοµυοµαχία του Θεοδώρου Προδρόµου η οποία εκδόθηκε εννιά ολόκληρα χρόνια πριν το βιβλίο του Φωτιάδη από τον H. Hunger (Der byzantinische Katz-Mäuse-Krieg, Wien 1968). 
17 Π. χ. Eideneier 1964, Hörandner 1967, 1974, 1975, Irmscher 1967, Jeffreys 1974–5, Kyriakis 1974 κ. ά.
 18 Ι. 200–205, IV. 607–609 – για τα Πτωχοπροδροµικά παραπέµπω στην έκδοση του H. Eideneier (1991). 
19 I. 76–87.
 20 Ι. 46–52. 
21 ΙΙΙ. 158–197. 
22 Φωτιάδης 1977, 57.
 23 Αν και πρέπει να σηµειώσουµε εδώ ότι οι ποιότητα και ποσότητα του σατιρικού στοιχείου διαφέρει στα Πτωχοπροδροµικά ποιήµατα. Ενώ στο 4ο  το σατιρικό στοιχείο είναι πολύ έντονο, ουσιαστικό για όλο το ποίηµα, στο 2ο  λείπει σχεδόν εντελώς.
 24 Φωτιάδης 1977, 57. 
25 Την πρόταση για την πιθανή επίδραση της λαϊκής ποίησης εξέφρασα αλλού: Kulhánková 2010, βλ. όµως και π. χ. Bourbouhakis 2007. 
26 Φωτιάδης 1977, 55.
27 Eideneier 1991, 27–30. 
28 Χατζηφώτης 1981, 60–71. Υπήρχαν σίγουρα και άλλα έργα του Καραγκιόζη µε βυζαντινή θεµατολογία, των οποίων τα κείµενα δεν εκτυπώθηκαν. Ο Σπαθάρης (1992), 223, αναφέρει ένα δράµα µε τίτλο Βελισσάριος, το οποίο αποδίδει στον καραγκιοζοπαίχτη Κώστα Μάνου. Στα λευκώµατα µε ζωγραφιές από το θέατρο σκιών (Γιαγιάννος 1976 και Γιαγιάννος 1977) συµπεριλαµβάνονται λίγες φωτογραφίες σκηνικών και φιγούρων από αυτό και από άλλα έργα µε βυζαντινά θέµατα: Γιαγιάννος 1976, 168 (φιγούρα της Κασσιανής από το οµώνυµο δράµα), 191 (βυζαντινός αυτοκράτορας Ηράκλειος ή Κοµνηνός), 198 (βυζαντινός πολεµιστής), 199 
(αυτοκράτορας Ιουστινιανός από το έργο Η τύφλωση του στρατηγού Βελισσαρίου), Γιαγιάννος 1977, 80 (το αρχοντικό του στρατηγού Βελισσαρίου), 86 (παλάτι βυζαντινό από το δράµα Στρατηγός Βελισάριος κ. α.). 
29 Χατζηφώτης 1981, 27, 31. 30 Ibidem, 32: «[Τ]α πτωχοπροδροµικά ποιήµατα [...] µάλλον δεν έγραψε εκείνος [Θεόδωρος Πρόδροµος], αλλά 
µεταγενέστεροί του, γιατί βέβαια η οικονοµική του κατάσταση ως αυλικού ποιητή δεν µπορεί να ήταν τόσο 
άθλια, όπως του Προδρόµου των ποιηµάτων.» 
31 Ibidem. Είναι εξάλλου ζήτηµα αν ταιριάζει και στον Καραγκιόζη ο χαρακτηρισµός αυτός.
32 Ι. 253–58.
33 Χατζηφώτης 1981, 32.
 34 Ibidem 40. 
35 Βλ. Eideneier 1991, σ. 69–77. 
36 Βλ. Χατζηφώτης 1981, σ. 65.
37 Βλ. π. χ. Alexiou 1999. 
38 Χατζηφώτης 1981, 32–33. 

Βιβλιογραφία 
Γιαγιάννος 1976: Απ. Γιαγιάννος, Αρ. Γιαγιάννος, Ι. Δίγκλης, Ο κόσµος του Καραγκιόζη. 
Φιγούρες, Αθήνα 1976. 
Γιαγιάννος 1977: Απ. Γιαγιάννος, Αρ. Γιαγιάννος, Ι. Δίγκλης, Ο κόσµος του Καραγκιόζη. 
Σκηνικά, Αθήνα 1977. 
Εγγονόπουλος 1980: Νίκος Εγγονόπουλος, Ο Καραγκιόζης. Ένα ελληνικό θέατρο σκιών, 
Αθήνα 1980. 
Ιωάννου 1971: Γιώργος Ιωάννου, Εισαγωγή στον Καραγκιόζη, in: idem, Ο Καραγκιόζης Α΄, 
Αθήνα 1971, θ΄–πδ΄. 
Καΐµη 1935: Giulio Caimi, Karaghiozi ou la Comédie Grecque dans l‘ ame du Théatre d‘ 
Ombres, Athenes 1935; ελ. µετάφραση: Τζούλιο Καΐµη, Καραγκιόζης ή Η αρχαία κωµωδία 
στην ψυχή του θεάτρου σκιών, µετάφραση Κ. Μέκκας – Τάκης Μηλιάς, Αθήνα 1999. 
Χατζηφώτης 1981: Ιωάννης Μ. Χατζηφώτης, Ο Καραγκιόζης Φτωχοπρόδροµος, Αθήνα 1981. 
Κόντογλου 1977: Φώτης Κόντογλου, Ο Πτωχοπρόδροµος. Ο πεινασµένος καλόγερος, in: 
idem, Μυστικά άνθη ήγουν Κείµενα γύρω από τις αθάνατες αξίες της ορθόδοξης ζωής, Αθήνα 
1977, 26–30. 
Μπίρης 1952: Κώστας Η. Μπίρης, Ο Καραγκιόζης. Ελληνικό λαικό θέατρο, Αθήνα 1952 
(ανάτυπο από το περιοδικό Νέα Εστία, 1952, τόµος Β΄). 
Μπίρης 1963: Κώστας Η. Μπίρης, Ελληνικός ο Καραγκιόζης, Θέατρο X, 1963, 9–19. 
Πλωρίτης 1999: Μάριος Πλωρίτης, Το θέατρο στο Βυζάντιο, Αθήνα 1999. 
Πούχνερ 1984: Βάλτερ Πούχνερ, Το βυζαντινό θέατρο, in: idem, Ευρωπαϊκή θεατρολογία. 
Ένδεκα µελετήµατα, Αθήνα 1984, 13–92. 
Πούχνερ 1990: Walter Puchner, Zum Theater in Byzanz. Eine Zwischenbilanz, in: G. Prinzig 
– D. Simon (ed.), Fest und Alltag in Byzanz, München 1990, 11–16. 
Πούχνερ 2001: Walter Puchner, βιβλιοκρισία του βιβλίου Το θέατρο στο Βυζάντιο, JÖB LI, 
2001, 416–417. 
Πούχνερ 2002: Acting in the Byzantine Theatre: Evidence and Problems, in: P. Easterling – 
E. Hall (eds), Greek and Roman Actors: Aspects of an Ancient Profession, Cambridge, 2002, 
304–324. 
Πούχνερ 2004: Βάλτερ Πούχνερ, Η µαγεία των σκιών. Μικρό εγχειρίδιο για τον Καραγκιόζη, 
in: Αλέξανδρα Χαριτάτου (επ.), Ελληνικό θέατρο σκιών. Φιγούρες από φως και Ιστορία, 
Αθήνα 2004, 17–27. 
Σαρρή 2000: Ελένη Σαρρή, Ελληνικό θέατρο σκιών. Βιβλιογραφία, ανέκδοτη πτυχιακή 
εργασία του Τ.Ε.Ι. Αθήνας, Αθήνα 2000. 
Σπαθάρης 1992: Σωτήρης Σπαθάρης, Αποµνηµονεύµατα και η τέχνη του Καραγκιόζη, 4η
έκδοση (1η
 έκδ. 1960), Αθήνα 1992. 
Φωτιάδης 1977: Αθανάσιος Φωτιάδης, Καραγκόζης ο Πρόσφυγας, Αθήνα 1977. 
Alexiou 1999: Margaret Alexiou, Ploys of Performance: Games and Play in the 
Ptochoprodromic Poems, DOP, LIII, 91–109. 
Bourbouhakis 2007: Emmanuel C. Bourbouhakis, ‚Political‘ personae: the poem from prison 
of Michael Glykas: Byzantine literature between fact and fiction, BMGS, XXXI, 2007 53–75. 
Dostálová 1959: Růžena Dostálová-Jeništová, Das neugriechische Schattentheater Karagöz. 
Einige Bemerkungen zu seiner weiteren Erforschung, in: Johannes Irmscher (ed.), Probleme 
der neugriechischer Literatur IV, Berlin 1959, 185–197. 
Eideneier 1964: Hans Eideneier, Zu den Προδροµικά, Byzantinische Zeitschrift, LVII, 1964, 
329–337. 
Eideneier 1991: Hans Eideneier, Ptochoprodromos, Köln 1991. 
Hörandner 1967: Wolfram Hörandner, Theodoros Prodromos und die Gedichtsammlung des 
Cod. Marc. XI 22, Jahrbuch der Österreichischen Byzantinischen Gesellschaft, XVI, 91–106. 
Hörandner 1974: Wolfram Hörandner (ed.), Theodoros Prodromos: Historische Gedichte 
(Wiener byzantinistische Studien XI), Wien 1974. 
Hörandner 1975: Wolfram Hörandner, Marginalien zum „Manganeios Prodromos“, JÖB, 
XXIV, 95–106. 
Irmscher 1967: J. Irmscher, Soziologische Erwägungen zur Entstehung der neugriechischen 
Literatur, in: J. M. Hussey, D. Obolensky, S. Runciman (ed.), Proceediings of the XIIIth 
International congress of Byzantine studies, London – New York – Toronto 1967.  9
Jeffreys 1974–5: Michael Jeffreys, The Literary Emergence of Vernacular Greek, Mosaic, 
VIII, 171–193. 
Krumbacher 1897: Karl Krumbacher, Geschichte der byzantinischen Literatur, München 
1897. 
Kulhánková 2010: Markéta Kulhánková, Die byzantinische Betteldichtung. Verbindung des 
Klassischen mit dem Volkstümlichen, in: A. Rhoby – E. Schiffer, Imitatio – aemulatio – 
variatio, Wien 2010, 175–180. 
Kyriakis 1974: Michael J. Kyriakis, Poor Poets and Starving Literati in Twelfth Century 
Byzantium, Byzantion, XLIV, 1974, 291–309. 
Marciniak 2004: Przemysław Marciniak, Greek Drama in Byzantine Times, Katowice 2004. 
Reich 1903: Hermann Reich, Der Mimus, Berlin 1903.




Πτωχοπρόδρομος
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια

Ο Θεόδωρος Πρόδρομος ή Πτωχοπρόδρομος υπήρξε βυζαντινός ποιητής που συνέταξε στη δημώδη γλώσσα και σε δεκαπεντασύλλαβους πολιτικούς στίχους έμμετρα σατιρικά και ικετευτικά που φέρουν το γενικό όνομα Πτωχοπροδρομικά. Θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικά έργα και ως απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κυρίως επειδή ήταν τα πρώτα που γράφτηκαν στη γλώσσα του λαού και αποτέλεσαν έναυσμα δημιουργίας.

Άλλοτε αυτά αποδίδονταν με βεβαιότητα στον επίσης βυζαντινό ποιητή και συγγραφέα του 12ου αιώνα τον Θεόδωρο Πρόδρομο. Σήμερα για το ζήτημα της γνησιότητας των έργων εξακολουθεί να μην υπάρχει απόλυτη ομοφωνία.[1] Κατά τη νεότερη κριτική και μετά από επισταμένη έρευνα οι περισσότεροι πιστεύουν ότι τα Πτωχοπροδρομικά είναι ποιήματα μεταγενέστερα που έχουν συνταχθεί από έναν ή περισσότερους[2] νεότερους ευθυμογράφους, οι οποίοι έχουν μιμηθεί το ύφος του Θεόδωρου Προδρόμου, αλλά όχι και τη λόγια και πολύ αρχαΐζουσα γλώσσα του. Αλλες εκδοχές αναφέρουν ότι ο Θεόδωρος Πρόδρομος μπορεί να είχε δύο "γραφές", μια τρόπον τινά γραφή της προσωπικής επιλογής του[3] και μια δεύτερη για τις ανάγκες της εποχής και του περιβάλλοντός του ή όπως θα λέγαμε σήμερα "του καταναλωτικού κοινού".

Τα λεγόμενα Πτωχοπροδρομικά είναι σύμφωνα με τους περισσότερους ειδικούς τέσσερα, αν και εκφράζεται η άποψη ότι ίσως στην ίδια ομάδα να ανήκουν και περισσότερα.

Αυτός ή αυτοί που συνέταξαν τα τέσσερα Πτωχοδρομικά, πάντως, αναφέρονται αποκλειστικά στο βίο του «Πτωχοπροδρόμου», το όνομα του οποίου οικειοποιούνται πιθανώς για λόγους ευρύτερης κυκλοφορίας ή για λόγους εντυπωσιασμού του κοινού, μια και το όνομα του Προδρόμου και η μεγάλη πείνα που τον βασάνιζε είχαν μείνει παροιμιώδεις.

Τα χειρόγραφα δεν βρέθηκαν όλα μαζί, αλλά με διαφορά δύο αιώνων. Οι ειδικοί από το ύφος τους όμως εκτιμούν ότι πρωτογράφηκαν ή συντάχθηκαν κατά τον 12ο αιώνα και σε μια περίοδο 20-70 ετών. Όλα έχουν στην εισαγωγή τους το όνομα του συγγραφέα και αναφέρουν "Στίχοι του Θεοδώρου του Πτωχοπροδρόμου" εκτός από ένα που αναφέρει "Στίχοι του Ιλαρίωνος Μοναχού του Πτωχοπροδρόμου" -κάτι που δεν σημαίνει απαραιτήτως άλλο πρόσωπο, αφού όταν μονάζει κάποιος αλλάζει και το κοσμικό όνομά του.[4]

Τα ποιήματα αναφέρονται με αυτοσαρκασμό και καυστική κριτική στην πείνα και τις κακουχίες ή την κακομεταχείριση που υπέστη ο ήρωάς τους. Το πρώτο αναφέρεται στα δεινά που πέρασε στα 12 χρόνια του γάμου του με μια "μάχιμη γυναίκα" όπως την αποκαλεί και που όπως προκύπτει από την ανάγνωση του ποιήματος, ήταν η χαρακτηριστική περίπτωση της βασανιστικής συντρόφου. Τον έβριζε διαρκώς για ανεπρόκοπο και έλεγε πόσο κατώτερός της ήταν και ότι έπρεπε να είχε παντρευτεί μια όμοιά του - κουτσοπάρδαλη, απένταρη, κόρη ταβερνιάρη, όπως αναφέρει ο ίδιος. Τού παραπονιόταν ότι δεν της είχε φτιάξει ένα φουστάνι, ότι δεν την πήγαινε σε γιορτές, ότι δεν της είχε πάρει ούτε ένα ζευγάρι παπούτσια και άλλα πολλά. Συχνά τον άφηνε νηστικό και μια μέρα απελπισμένος μεταμφιέστηκε σε Ρώσο μοναχό για να μπορέσει να φάει στο ίδιο τραπέζι με τα παιδιά του, έστω και ως ξένος.

Στο δεύτερο ποίημα αναφέρεται στις δυσκολίες του να θρέψει τα πολλά παιδιά του και τους συγγενείς που εξαρτώνταν από αυτόν και ζητάει την ελεημοσύνη του βασιλιά.

Στο τρίτο και στο τέταρτο μιλάει ως μοναχός, αλλά πρόκειται για διαφορετικά έργα. Στο ένα περιγράφει τις καταχρήσεις των ηγούμενων των μοναστηριών, που όταν π.χ. αρρώσταιναν οι ίδιοι έφερναν τους καλύτερους γιατρούς ενώ όταν αρρώσταιναν οι απλοί μοναχοί τους επέβαλαν ως θεραπεία τριήμερη νηστεία και τους συνιστούσαν ως φάρμακο λίγο κρεμμυδάκι. Λέει μάλιστα ο Πτωχοπρόδρομος στον Μανουήλ Κομνηνό -στον οποίο απευθύνονται οι στίχοι- να πάρει τον συγκεκριμένο ηγούμενο για γιατρό του παλατιού να βρει την υγειά του. Το έργο τελειώνει με τον Πτωχοπρόδρομο να ζητάει όπως πάντα βοήθεια.

Στο άλλο πάλι ως ως μοναχός αναθεματίζει τη μόρφωσή του και αναθυμάται τη φράση "μάθε παιδί μου τα γραμματικά" που του είχε πει κάποτε ο πατέρας του για να προκόψει. Παρομοιάζει τώρα τη ζωή με ένα σωρό απαίδευτων επαγγελματιών και τους βρίσκει όλους καλύτερούς του, ενώ εκείνος "δεν μπορεί να γεμίσει την κοιλιά του με τον Όμηρο". *Τί δὲ λοιπόν, ἂν ἔμαθα τοῦ κόσμου τὰ βιβλία, *καὶ τὸ ψομὶν ἐπιθυμῶ, πότε νὰ τὸ χορτάσω;

Παραπομπές

 Hans Eideneier, Ptochoprodromos : Einführung, kritische Ausgabe, deutsche Übersetzung
 D.-C. Hesseling and H. Pernot, eds., Poèmes Prodromiques en Grec Vulgaire, 1910
 «A History οf modern greek literature» του Κωνσταντίνου Δημαρά
 "Άτακτα : Ήγουν παντοδαπών εις την Αρχαίαν και την νέαν Ελληνικήν γλώσσαν", του Αδαμάντιου Κοραή, πρώτος τόμος, όπου βρίσκονται το 3ο και 4ο ποίημα αυτοτελή, τα οποία πάντως αναφέρει ως 1ο και 2ο αντίστοιχα



http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%A0%CF%84%CF%89%CF%87%CE%BF%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82
α. Πτωχοπρόδρομος, β. Ιπποτικό Μυθιστόρημα


Νοεμβρίου 26, 2012

Δημώδης Βυζαντινή Λογοτεχνία
Πτωχοπρόδρομος
Ιπποτικό Μυθιστόρημα
Α΄ Μέρος: Τα Πτωχοπροδρομικά Ποιήματα
Εισαγωγή


Τα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα προέρχονται από χειρόγραφα του 14ου αι. και αργότερα. Ο ήρωας, ο οποίος είναι κοινός στα τέσσερα ποιήματα, ο Πτωχοπρόδρομος, ικετεύει τον αυτοκράτορα να του παρασχεθεί η όποια βοήθεια. Στο πρώτο ποίημα ζητάει δώρα από το βασιλιά ώστε να εξευμενίσει τη δύστροπη σύζυγό του, στο δεύτερο ποίημα δώρα για να διατηρήσει το νοικοκυριό, στο τρίτο κάποια αμοιβή επειδή είναι σπουδαγμένος φιλόλογος και στο τέταρτο μετάθεση σε άλλο μοναστήρι ως μοναχός.[1]


Στην παρούσα μελέτη θα εστιάσουμε στις μεταμορφώσεις του ήρωα από ποίημα σε ποίημα και στα λογοτεχνικά μέσα με τα οποία οικοδομείται η σατιρική του ταυτότητα.

Οι μεταμορφώσεις του ήρωα-αφηγητή από ποίημα σε ποίημα και τα λογοτεχνικά μέσα οικοδόμησης της σατιρικής του ταυτότητας
Α΄ Ποίημα 


Στο Α΄ ποίημα, ο ήρωας ζητάει από τον αυτοκράτορα οικονομική και προσωπική συμπαράσταση στα προβλήματά του. Η αφήγηση στρέφεται στην κακιά σύζυγο, η οποία χλευάζει τον Πτωχοπρόδρομο, δηλαδή τον κεντρικό ήρωα και φίλο του αυτοκράτορα, αποκαλώντας τον τεμπέλη και ανοικοκύρευτο. Ο ποιητής διασκεδάζει τον αυτοκράτορα και το ύφος του περνάει από διάφορα επίπεδα. Διακρίνεται η ειρωνική χρήση της γλώσσας, ενώ εμφανής είναι η μετάβαση από το λόγιο στο δημώδες ύφος.[2]


Ο ποιητής – ήρωας αποκαλεί τον αυτοκράτορα «δέσποτα, δέσποτα στεφηφόρε» (Α, 1)[3], «λαμπρό ευεργέτη» (Α, 3) και εξαίρει τη χρηστότητα, την υπερηφάνεια και τη χάρη του βασιλιά. (Α, 1-14). Στη συνέχεια ο ήρωας αναφέρεται στον εαυτό του και συγκεκριμένα για τα συναισθήματά του που προκύπτουν από τη βία της συζύγου του απέναντί του, καταναλώνοντας εικοσιέξι στίχους (Α, 15-41). Με υπερβολικό τρόπο χρησιμοποιεί λέξεις για να τονίσει το φόβο του από τη μοχθηρή γυναίκα του, πρόβλημα που το παρουσιάζει ως μεγαλύτερο ακόμη και από κάποια σοβαρή ασθένεια, όπως πνευμονία ή καρδιακό πρόβλημα. Τονίζει ακόμη το φόβο του σε περίπτωση που μάθει η γυναίκα του για την ικεσία του στον αυτοκράτορα.


Στους στίχους 42-112, ο ποιητής χρησιμοποιεί τα λόγια της συζύγου του για να εξιστορήσει με περισσότερες λεπτομέρειες τη δύσκολη καθημερινότητά του. Με την τεχνική των αντιθέσεων προβάλλονται οι απαιτήσεις της γυναίκας του και τα παράπονά της, σχετικά με τα ρούχα και τα κοσμήματα που δεν έχει, τονίζοντας και την ανώτερη κοινωνική τάξη από την οποία προερχόταν σε σχέση με τον Πτωχοπρόδρομο. Αναφέρονται, ακόμη, τα προβλήματα του σπιτιού για τα οποία ο ήρωας αδιαφορεί «ούτε καρφίν ηγόρασες ποτέ να εμπήξεις εις σανίδιν» (στιχ. 87), καθώς και την μητριαρχία της οικογένειας «εγώ κρατώ το οσπίτιν σου και την υποταγήν σου» (στιχ. 90). Τέλος, τονίζονται οι ικανότητες της συζύγου, σε παραλληλισμό με την «ανικανότητα» του ήρωα.


Ο αδικημένος Πτωχοπρόδρομος ικετεύει τον αυτοκράτορα (Α, 113), χρησιμοποιώντας ξανά κολακευτικές, οικείες λέξεις «δέσποτα, δέσποτά μου». Περιγράφει το περιστατικό όταν η γυναίκα του τον έδιωξε από το σπίτι του κλειδώνοντάς τον έξω από αυτό (Α, 123-127) και απευθυνόμενος στον αυτοκράτορα (Α, 128) ως «δέσποτα στεφηφόρε» υπερβάλλει για άλλη μια φορά όταν παρουσιάζει τη γυναίκα του ότι είναι ικανή για να τον δείρει (Α, 163). Υπερβάλλει, ακόμη, όταν, ως μεταμφιεσμένος και φιλοξενούμενος βρίσκεται στην οικία του, το παιδί του έπεσε από ύψος και φαινόταν σαν νεκρό, ο Πτωχοπρόδρομος, αδιαφορώντας, άδραξε την ευκαιρία για να αναζητήσει τροφή στα κρυφά (Α, 206-218), θέλοντας έτσι να τονίσει τη μεγάλη του πείνα. Υπερβάλλει όταν παρουσιάζει τα παιδιά του με ξύλα και με πέτρες να επιτίθενται στον ίδιο, τη στιγμή που ζητούσε λίγη τροφή από το τραπέζι τους. (Α, 253-255). Με γλαφυρές λεπτομέρειες αναφέρεται επακριβώς στα λόγια των πρωταγωνιστών του ποιήματος και η σύζυγός του λυπήθηκε τον φτωχό ζητιάνο, δηλαδή τον μεταμφιεσμένο Πτωχοπρόδρομο, τον δέχτηκε στο τραπέζι και επιτέλους έφαγε (Α, 260-267). Τέλος, απευθυνόμενος ευθέως προς τον αυτοκράτορα, με ικετευτικό και γλοιώδη τρόπο, τον αποκαλεί πάλι «κρατάρχα στεφηφόρε» και του ζητάει δώρα ώστε να μην «φονευθεί προ ώρας» και χάσει ο αυτοκράτορας τον «κάλλιστον ευχέτην».
Β΄ Ποίημα


Ο Πτωχοπρόδρομος και σ’ αυτό το ποίημα προσφωνεί με ταπεινότητα τον αυτοκράτορα, απαριθμεί λεπτομερώς τα είδη του νοικοκυριού του και τελικά ζητά δώρα από τον αυτοκράτορα επιχειρώντας να αποδείξει την ορθή διαχείριση των όσων απολαμβάνει από τον αυτοκράτορα.[4]


Από την αρχή του ποιήματος, ο ποιητής αποκαλεί τον αυτοκράτορα «Αυθέντα μου, πανσέβαστε», καθώς και «δέσποτα» στη συνέχεια (Β, 1,5). Αυτοπαρουσιάζεται ως «παντάπορος, περιστατημένος» (Β, 2) και εξηγεί τους λόγους για τους οποίους απευθύνει το ποίημα στον αυτοκράτορα. Αναφέρεται στη σωστή διαχείριση των οικονομικών του νοικοκυριού του «Εγώ δε παρεξέκλινα μικρόν εκ της ευθείας» (Β, 15) και τονίζει πως τα υλικά αγαθά που απολαμβάνει από τον αυτοκράτορα δεν επαρκούν για να καλύψει τις ανάγκες του «Αλήθεια, δίδεις με πολλά, πλην αν τα συμψηφίσεις,/ τετράμηνον ου σώζουν με» (Β, 24,25). Εν συνεχεία, ο ποιητής αναλώνεται στην λεπτομερή περιγραφή των ειδών που περιλαμβάνονται στο νοικοκυριό του, καθώς και σε τρόφιμα, προκειμένου να πείσει τον αυτοκράτορα να του χαρίσει περισσότερα δώρα (Β, 30-61). Η αντίθεση εδώ σημειώνεται στα αγαθά που περιγράφει και δεν έχει ο ίδιος. Έπειτα, ζητά ευθέως την ευεργερσία του αυτοκράτορα προκαλώντας τον, σε περίπτωση που κακοδιαχειριστεί τα παρεχόμενα αγαθά, να εμπαιχτεί και να επικριθεί «και αν μ’ εύρης χρωμένον κακώς εις ταύτα τα με δίδεις,/ τότε και κατονείδιζε, τότε κατάκρινόν με» (Β, 67-68). Αναφέρει πως όλα τα υλικά που προανέφερε «πάντα χρήζουσι κατ’ έτος εις το οσπίτιν» (Β, 74) για κάθε άνθρωπο.


Τέλος, με θράσος, απαιτεί να του παρασχεθούν είδη όπως «μονόκυθρον παχύν και παστομαγειρείαν,/ να έχει θρύμματα πολλά, να είναι φουσκωμένα,/ και λιπαρόν προβατικόν από το μεσονέφριν» (Β, 104-106) καθώς δεν αρκείται στα βότανα και στις ακρίδες «ακρίδας ου σιτεύομαι ουδ’ αγαπώ βοτάνας» (Β, 103). Εκβιάζει ψυχολογικά, μάλιστα, τον αυτοκράτορα, λέγοντάς τον πως αν πεθάνει από την πείνα ο Πτωχοπρόδρομος, ο αυτοκράτορας θα έχει τύψεις και θα στερηθεί τους επαίνους του (Β, 113-114).
Γ΄ Ποίημα


Στην εισαγωγή του τρίτου ποιήματος, ο ήρωας αποκαλεί τον αυτοκράτορα πάλι «δέσποτα στεηφόρε, κράτιστε κοσμοκράτωρ» (Γ, 1-2), ενώ μέχρι και το στίχο 50 τον εγκωμιάζει για να καταλήξει στην ατυχή επιλογή του ίδιου να μάθει γράμματα διότι δεν μπορεί να ζήσει (Γ, 51-55). Στη συνέχεια παραθέτει αυτούσια τα λόγια του πατέρα του, που παραδειγματιζόταν από όσους είχαν μάθει γράμματα, στην προσπάθειά να πείσει τον Πτωχοπρόδρομο να τους μιμηθεί (Γ, 57-77). Καταριέται την επιλογή του να γίνει φιλόλογος καθώς πεινάει «διά την πείναν την πολλήν και την στενοχωρίαν,/ υβρίζω τα γραμματικά, λέγω μετά δακρύων/ ανάθεμα τα γράμματα, Χριστέ, και όπου τα θέλει» (Γ, 83-85).


Με την ίδια τεχνική των αντιθέσεων, αναφέρεται στα τρόφιμα που δεν έχει ο ίδιος στο συρτάρι του θυμίζοντας το προηγούμενο ποίημα που λεπτομερώς περιγράφει τα τρόφιμα και τα είδη νοικοκυριού «να άνοιγα το ηρμάριν μου, να το ηύρισκα γεμάτον,/ ψωμίν, κρασίν πληθυντικόν και θυννομαγειρίαν/ και παλαμιδοκόμματα και τσίρους και σκπουμπρία» (Γ, 92-94). Στους στίχους 105-106 υπερβάλλοντας αναφέρει ότι λιποθυμά και λιγοψυχά από τη μεγάλη του πείνα. Εξηγεί στη συνέχεια ότι τα χειρωνακτικά επαγγέλματα δεν του ταιριάζουν, πάλι με υπερβολικό τρόπο, όταν προσπάθησε να επισκευάσει τα υποδήματά του και τρυπήθηκε στο χέρι του από τη βελόνα «ως τύμπανον εγένετο καλλίστου τυμπανάρη» Σε εξήντα στίχους, μέχρι το στίχο 216, αναλώνεται στην περιγραφή χειρωνακτικών επαγγελμάτων που αδυνατεί ο ίδιος να εξασκήσει.


Ο ποιητής αναφέρεται στον αυτοκράτορα ως εξής: «Ελπίζω εις το κράτος σου, ίνα με ελεήσεις,/ και πάλιν εκκλησιαστικός διάκονος να γένω» (Γ, 218-219). Φαίνεται δε ότι ο ποιητής βρίσκεται μέσα σε μοναστήρι[5] αλλά και εξασφαλίζει ένα συνδετικό κρίκο με το επόμενο ποίημα.


Αποκαλεί τον αυτοκράτορα «κοσμοκράτορ μου, κρατάρχα βασιλεύ τεσσάρων γης κλιμάτων» (Γ, 226,236) και πριν από την ικεσία του για να τον ελεήσει, αναφέρεται σε ένα περιστατικό που σχετίζεται με την έλλειψη τροφής τους και στην άδικη κατηγορία που του απηύθυναν ότι έφαγε το εκλεκτό κρέας με δόλιο τρόπο. Αυτοαναφέρεται ως παπάς. (Γ, 260-273) και στον αυτοκράτορα απευθύνεται ικετευτικά επικαλούμενος τέσσερις αγίους της χριστιανικής Εκκλησίας σε αντιπαραβολή με το δικό του βίο (Γ, 274-291).
Δ΄ Ποίημα


Στο τελευταίο ποίημα ο ήρωας αυτοπαρουσιάζεται ως «αγράμματος και νέος ρακενδύτης,/ και μοναχός των ευτελών και κατευτελισμένων (Δ, 25-26). Παρουσιάζει τα παθήματά του στο μοναστήρι της Κωνστανινούπολης όπου υπηρετεί από τους δύο ηγούμενους που προΐστανται.[6] Το Δ΄ ποίημα αφορά τις σχέσεις μεταξύ ανθρώπων που σχετίζονται με διοικητικές δομές της αυτοκρατορίας, διότι, προφανώς, τα μοναστήρια εντάσσονταν σ’ αυτές τις δομές. Έτσι, ο Πτωχοπρόδρομος από τον οικιακό βίο περνά στο μοναστηριακό, στον οποίο ο αυτοκράτορας είχε αμεσότερη δικαιοδοσία. Με τον τρόπο αυτό ο ήρωας εντάσσεται περισσότερο στην προστασία του αυτοκράτορα και έρχεται πιο κοντά σε αυτόν.


Ήδη, από τον πρώτο στίχο αποκαλεί τον αυτοκράτορα «δέσποτα», όπως και σε πολλά σημεία ακόμη του ποιήματος, βλ. στίχους: 8, 36, 39, 130, 268, 281, 323, 427, 530, 533, 607, 618, 660, 664. Ως «δέσποτα στεφηφόρε» θα τον αποκαλέσει στο στίχο 18 και 650. Η έκφραση αυτή αποτελεί το συνδετικό κρίκο για τα πτωχοπροδρομικά ποιήματα. Από τους στίχους 38 και για ενενήντα ένα στίχους ο ήρωας περιγράφει με πολλές λεπτομέρειες στον αυτοκράτορα την άδικη συμπεριφορά των δύο ηγουμένων απέναντί του, τονίζοντας τις αντιθέσεις μεταξύ αυτού και των προϊσταμένων του. Όπως στα προηγούμενα ποιήματα, συναντώνται σημεία υπερβολής όπως η κατάσταση στην οποία ο Πτωχοπρόδρομος φθάνει πολλές φορές κινδυνεύοντας να πεθάνει από την πείνα «και παραυτίκα πιάνει με το ρίγος και αποθνήσκω» (Δ, 135).


Αναφέρεται με γλαφυρό τρόπο στα φαγητά που απολαμβάνουν οι δύο ηγούμενοι και στην αδικία που βιώνει ο ίδιος, καθώς σ’ αυτόν δεν δίνεται η δυνατότητα να απολαύσει ούτε το ελάχιστο «και συναγρίδα πεπανή, θεέ μου, μαγειρία!/ Και να έφαγα τα θρύμματα και να έπια το ζωμίν των» (179-180). Εκείνοι τρώνε κάθε εκλεκτό έδεσμα, ενώ ο Πτωχοπρόδρομος τρέφεται με κρεμμύδι και νερό[7] (Δ, 160-232). Με δόση υπερβολής και με παράθεση πολλών λεπτομερειών παρουσιάζει την πείνα που τον διακατέχει όσο διατελεί ως μοναχός στο μοναστήρι (Δ, 285-316), εν αντιθέσει με τις τροφές που απολαμβάνουν οι άλλοι και όχι ίδιος (Δ, 317-337, 358-428)


Από το στίχο 429 μέχρι το τέλος του ποιήματος, ο ποιητής περνά στην πιο λόγια γλώσσα, ειδικά όταν δεν παραθέτει αυτούσιους τους διαλόγους μεταξύ των πρωταγωνιστών του ποιήματος «Ου γαρ ισχύσει το λοιπόν αλήθεια τοσούτον,/ ώσπερ το ψεύδος δύναται παρεκβαλείν της πόρτας» (431-432). Στο τέλος δε του ποιήματος (Δ, 650-615), σε δεκαπέντε στίχους περιορίζεται η ικεσία του Πτωχοπρόδρομου στον αυτοκράτορα ώστε να του δωρίσει τρόφιμα «Ψωμίν ζητώ τω κράτει σου ολίγον κομματίτσιν» (Δ, 652), καθώς και να επέμβει για να κερδίσει την ελευθερία από τους προϊσταμένους του «Και δίδου μοι την άπασαν αυτών ελευθερίαν» (663).
Επίλογος


Στα τέσσερα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα, ο πεινασμένος ήρωας ικετεύει τον αυτοκράτορα για βοήθεια. Σε όλα τα ποιήματα τον αποκαλεί «δέσποτα» μαζί με άλλα κολακευτικά επίθετα όπως «κοσμοκράτορα, κρατάρχα» κλπ. Οι αντιθέσεις και οι υπερβολές, επίσης, συναντώνται σε όλα τα ποιήματα. Αρχικά, ο πεινασμένος Πτωχοπρόδρομος που υποφέρει από τη δύστροπη σύζυγό του ζητάει δώρα για να την εξευμενίσει αλλά και να επιβιώσει καθώς κινδυνεύει η ζωή του από την κακιά σύζυγο. Περιγράφει με υπερβολικές λεπτομέρειες και αντιθέσεις τα πάθη του και την τακτική αυτή, της λεπτομερής περιγραφής, θα διατηρήσει και στα επόμενα ποιήματα. Στη συνέχεια, στο δεύτερο ποίημα, παρουσιάζεται ως πεινασμένος αρχηγός της οικογένειας που δεν του αρκούν τα υλικά αγαθά για να ζήσει. Στο τρίτο ποίημα, ο Πτωχοπρόδρομος έχει μεταμορφωθεί από λανθασμένη επιλογή σε πεινασμένο φιλόλογο, ανίκανο να ασκήσει άλλο επάγγελμα. Στο τέταρτο ποίημα, η σατιρική ταυτότητα του ήρωα ολοκληρώνεται ως αγράμματος καλόγερος που υποφέρει από την πείνα και την κακή μεταχείριση των δύο ηγούμενων. Για την ουσία του ζητούμενου, δηλαδή για το λόγο που ο ήρωας ικετεύει, ο ποιητής αρκείται στην παράθεση λίγων στίχων στο τέλος κάθε ποιήματος, πάντοτε ικετευτικά, κολακευτικά, και μερικές φορές απειλητικά.




Β΄ Μέρος: Ιπποτικό μυθιστόρημα
Εισαγωγή


Στην παρούσα μελέτη θα εξετάσουμε τρία έμμετρα ιπποτικά μυθιστορήματα:Καλλίμαχος και Χρυσορρόη, Βέναδρος και Χρυσάντζα και Λίβυθρος και Ροδάμνη.Μέσα από τη μελέτη συγκεκριμένου αριθμού στίχων, θα εστιάσουμε στα λόγια και στα λαϊκά στοιχεία ξεχωριστά για το κάθε μυθιστόρημα, ενώ θα τονίσουμε τις ομοιότητες και τις διαφορές στον τρόπο αφήγησης κάθε έργου.
i. Λόγια και λαϊκά στοιχεία στα ιπποτικά μυθιστορήματα
α. Καλλίμαχος και Χρυσορρόη


Το μυθιστόρημα αποτελείται από 2.607 δεκαπεντασύλλαβους στίχους χωρίς ομοιοκαταληξία, σώθηκε σε ένα χειρόγραφο και ανήκει μάλλον στο 16ο αιώνα.[8] Αφορά την ερωτική ιστορία των δύο ηρώων με το κλασικό μοτίβο του έρωτα, του αποχωρισμού και της επανασύνδεσης.


Στους στίχους 415-500 που εξετάζουμε εντοπίζονται τόσο λόγια όσο και λαϊκά στοιχεία. Ο ποιητής αφηγείται το κελί του δράκου χρησιμοποιώντας επίθετα όπως «ολόχρυσον, ολοχρυσομαργάρωτον, κατάχρυσον» και γενικότερα παρόμοιες λέξεις ώστε να περιγράψει το δωμάτιο στο οποίο βρισκόταν φυλακισμένη η Χρυσορρόη. Βέβαια, το τέχνασμα αυτό συνδέει και το όνομα της ηρωίδας με τον διάκοσμο του δωματίου. Μέχρι και το στίχο 438, ο ποιητής περιγράφει τη διακόσμηση του δωματίου με λόγιο ύφος, αφού δεν αναλώνεται σε παραμυθικά στοιχεία όπως θα συμβεί στη συνέχεια.


Από το 438 «Άρξεται το οδυνηρόν» μέχρι και το στίχο 447, κυριαρχεί το συναίσθημα «Αλλ’ είχεν λύπην ουρανός, είχε πολλήν πικρίαν,/ είχε πολύν τον στεναγμόν και τας αγανακτήσας» (443-444) και υπεισέρχεται σιγά-σιγά στο λαϊκότερο στοιχείο. Στο δωμάτιο, που εισήλθε ο Καλλίμαχος, η κόρη «εκ των τριχών εκρέματο» (453,455) και ο νέος εντυπωσιάστηκε από το κάλλος της, το οποίο περιγράφεται τη στιγμή που ερωτεύεται ο ένας τον άλλον. Στη συνέχεια από το στίχο 472 η Χρυσορρόη απευθύνεται στον Καλλίμαχο αντιμετωπίζοντάς τον αρχικά σαν μία ψευδαίσθησή της «Ει δ’ ίσως είσαι φάντασμα ανθρώπου φύσιν έχον» (474), μέχρι να του αναφέρει πως έρχεται ο δράκος και πρέπει να κρυφτεί για να μην τον κατασπαράξει «Έρχεται, τώρα τι στέκεις; Έρχεται, τώρα φεύγε,/ κρύβησαι. Δράκος την ισχύν, ανθρωποφάγου ρίγμα» (491-492). Έτσι, το στοιχείο του δράκου που είχε κρεμασμένη την κόρη σε ένα δωμάτιο είναι ένα κατ’ εξοχήν παραμυθικό στοιχείο και εντάσσεται στα λαϊκά στοιχεία του μυθιστορήματος.
β. Βέλθανδρος και Χρυσάντζα


Το μυθιστόρημα Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, όπως και το προηγούμενο σώθηκε σε ένα μόνο αντίγραφο, σε 1.348 στίχους. Χρονολογείται δε το νωρίτερο στον 16ο αιώνα.[9] Στους στίχους 486-554 που εξετάζουμε ο ήρωας έχει συναντήσει το βασιλιά Έρωτα προκειμένου να του διηγηθεί τη μοίρα του.


Ο «Έρως εις ήλθε προς αυτόν αεροπτεροδρόμος» (486) και ο Βέλθανδρος «Ανέβη του ηλιακού και προς τον θρόνον είδε/ το πώς απέσω κάθητο ο βασιλευς Ερώτων» (491-492). Πρόκειται καθαρά για λαϊκό μοτίβο όπου κυριαρχεί το φανταστικό στοιχείο. Στο διάλογο που ακολουθεί μεταξύ του Έρωτα και του ήρωα διαπιστώνονται λόγια στοιχεία καθώς η συζήτησή τους περιορίζεται σε λογικά επιχειρήματα βάσει των οποίων ο Βέλθανδρος έφυγε από το πατρικό του (497-523). Βέβαια, το λαϊκό στοιχείο διατηρείται στον Έρωτα όταν, στη σφαίρα του φανταστικού, ζητάει από τον ήρωα να του αφηγηθεί την ιστορία του με τον εξής τρόπο: «συντομ’ ανάστα, λάλοι μοι και αφηγήσου μέ τα./ Και παρευθίς από της γης ο Βέλθανδρος ανέστη» (501-502). Ο Έρωτας, ακόμη, θα παρουσιάσει σαράντα γυναίκες στον ήρωα προκειμένου ο τελευταίος να επιλέξει αυτή που θα του αρέσει. Ο αριθμός σαράντα, μέχρι στις μέρες μας, έχει ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με τη χριστιανική πίστη. Τέλος με μαγικό τρόπο, ο οποίος εντάσσεται στο λαϊκό στοιχείο, «Ευθύς απεχωρίσθησαν οι πάντες απ’ εκείνον,/ επέμεινεν ο Βέλθανδρος μόνος, μεμονωμένος» (545-546), ο ήρωας βρέθηκε μόνος με τις σαράντα προς επιλογή γυναίκες.
γ. Λίβιστρος και Ροδάμνη


Το μυθιστόρημα του Λιβίστρου και της Ροδάμνης αποτελείται περίπου από 4.000 ανομοικατάληκτους στίχους και η δομή του είναι περίπλοκη.[10] Κατά τον Π. Αγαπητό το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε στα μέσα του 13ου αιώνα.[11] Από τους εξεταζόμενους στίχους, προκύπτει το λόγιο ύφος που χρησιμοποιεί ο ποιητής στην εισαγωγή για να περιγράψει την υπόθεση που θα αφηγηθεί (1-26). Στη συνέχεια η αφήγηση μετατοπίζεται στον Κλειτοβό με την ίδια λόγια γλώσσα, ο οποίος φέρεται ως αφηγητής της ιστορίας (27-69). Στη συνέχεια, ο ποιητής παραθέτει την απάντηση του Κλειτοβού στον Λιβύστρο, επισημαίνοντας το δημώδη λόγο: «Ξένε, γνώριζε, λέγει ο δημώδης λόγος,/ ότι κάλλιον έναι εις οδόν αδελφός ή μητέρα» (79-80). Στην απάντηση του Λιβίστρου (85-100) ο λόγος είναι πάλι λαϊκός, καταδεικνύοντας ότι στις αυτούσιες παραθέσεις των διαλόγων επικρατεί το δημώδες ύφος, σε αντίθεση με την περιγραφή των εκάστοτε καταστάσεων από τον ποιητή.


Ο Λίβιστρος αφηγείται στον Κλειτοβό τον μεγάλο έρωτά του για την Ροδάμνη και παρομοιάζει την αγάπη του με αυτή των πουλιών. Εξάλλου, ο έρωτας που αποτελεί κλασικό μοτίβο των μυθιστορημάτων, ως λαϊκό στοιχείο αποσκοπούσε στην τέρψη των αναγνωστών. Για να περιγράψει τα συναισθήματά του, ο ήρωας αναφέρει το μυστήριο που είδε όταν σκότωσε ένα αρσενικό τριγώνι : «Και είδα μυστήριον φοβερόν εις τα τριγωνοπούλια/ άμα το πέσειν εις την γην εκείνο το φονεύθη,/ το άλλον εις ύψος έδωκεν, ανέβη εις τα νέφη,/ χαμνίζει απέκει το πτερόνεκ το ύψος τοσούτον,/ και πίπτει εις το ταίριν του και εκείνο φονευμένον» (132-136). Το μυστήριο αυτό, λοιπόν, αποτελεί ένα λαϊκό στοιχείο του μυθιστορήματος, καθώς παρουσιάζονται τα πουλιά το ίδιο ερωτευμένα με τους ανθρώπους με την ιδιότητα, μάλιστα, να λαμβάνουν και αποφάσεις για τη ζωή τους. Στο τέλος, του εξεταζόμενου αποσπάσματος ο φερόμενος αφηγητής, Κλείτοβος, άμεσα απευθυνόμενος στον αναγνώστη επιστρέφει στο λόγιο ύφος της γλώσσας που χρησιμοποιεί (178-189).
ii. Αφηγηματικοί τρόποι του κάθε μυθιστορήματος: Ομοιότητες και διαφορές


Τα τρία μυθιστορήματα περιλαμβάνουν το κοινό και βασικό θέμα του έρωτα και οι χιλιάδες στίχοι από τους οποίους αποτελούνται είναι ανομοιοκατάληκτοι. Τους τίτλους των μυθιστορημάτων αποτελούν τα ονόματα των πρωταγωνιστών. Στα δύο πρώτα ο ποιητής αφηγείται την ιστορία του ζευγαριού, ενώ στο τρίτο η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα από την αφήγηση του Κλειτόβου, ο οποίος μάλιστα εμπλέκεται και στο θέμα του ποιήματος. Σε όλα τα μυθιστορήματα, με δημώδες ύφος, παρεμβάλλονται αυτούσιοι οι διάλογοι των ηρώων στο α΄ ενικό πρόσωπο, συμβάλλοντας στην εξέλιξη της υπόθεσης. Στο πρώτο μυθιστόρημα είναι εντονότερο το παραμυθικό στοιχείο, το οποίο εξασθενεί στο δεύτερο και ακόμη περισσότερο στο τρίτο. Τα ονόματα ακόμη των δύο πρώτων ηρωίδων περιέχουν το α΄ συνθετικό του «χρυσού»: Χρυσορρόη και Χρυσάντζα, το οποίο συνδέεται ποικιλοτρόπως με το παραμυθένιο στοιχείο της διήγησης.

Επίλογος


Τόσο τα λαϊκά όσο και τα λόγια στοιχεία απαντώνται και στα τρία μυθιστορήματα που εξετάσαμε. Στο Καλλίμαχος και Χρυσορρόη είναι εντονότερο το λαϊκό στοιχείο καθώς παρουσιάζονται στοιχεία των παραμυθιών. Στο Βέναδρος και Χρυσάντζα επικρατεί περισσότερο το μυθολογικό στοιχείο, στην ίδια όμως σφαίρα του φανταστικού. Στο τρίτο απόσπασμα του μυθιστορήματος, Λίβυθρος και Ροδάμνη, εντοπίζεται το φανταστικό στοιχείο στον έρωτα των πουλιών. Τα στοιχεία αυτά, λοιπόν, εντάσσονται στα λαϊκά στοιχεία, ενώ τα λόγια, που εστιάζονται τόσο στο ύφος όσο και στο θέμα της αφήγησης, δεν λείπουν από κανένα ποίημα.




ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ


Α΄ Μέρος 


Κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν για την εργασία


Eideneier, H. 2012. Πτωχοπρόδρομος. Κρητική έκδοση με σχέδια του Αλέκου Φασιανού. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.










Β΄ Μέρος 


Κείμενα που χρησιμοποιήθηκαν για την εργασία


Σταυρακοπούλου Σ. 2005. Αθήνη, Σ., Δανιήλ, Χ, Κακλαμάνης, Σ. Nεοελληνική Φιλολογία από τις απαρχές ως τον 18ο αιώνα: Όψεις της Νεοελληνικής Γραμματείας (από τις απαρχές ως την ίδρυση του ελληνικού κράτους). Ανθολόγιο Κειμένων. Πάτρα: Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο.


Δευτερεύουσα Βιβλιογραφία 


Αγαπητός, Π. 2006. Αφήγησις Λυβίστρου και Ροδάμνης. Κρητική Έκδοση της διασκευής α΄. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.


Beck, H-G. 1998. Ιστορία της Βυζαντινής Δημώδους Λογοτεχνίας, μτφρ. Eideneier, N. Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης.


[1] Eideneier (2012), σ. 3.

[2] Eideneier (2012), σ. 3.

[3] Όπου γράμμα σημαίνει το ποίημα και όπου αριθμός τον στίχο.

[4] Eideneier (2012), σ. 7.

[5] Eideneier (2012), σ. 9.

[6] Eideneier (2012), σ. 10.

[7] Eideneier (2012), σ. 10.

[8] Beck (1998), σ.σ. 194-5.

[9] Beck (1998), σ. 197.

[10] Αγαπητός (2006), σ. 66.

[11] Beck (1998), σ.σ. 194-5.

http://perevia.gr/2012/11/26/%CE%B1-%CF%80%CF%84%CF%89%CF%87%CE%BF%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%B4%CF%81%CE%BF%CE%BC%CE%BF%CF%82-%CE%B2-%CE%B9%CF%80%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CE%BC%CF%85%CE%B8%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%81/

Παρασκευή 16 Αυγούστου 2013

Δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία



Δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία

Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια







Σελίδα από το «Έπος του Διγενή Ακρίτα», χειρόγραφο Αθηνών-Άνδρου


Ο όρος δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ελληνική λογοτεχνική παραγωγή τωνβυζαντινών χρόνων που είναι γραμμένη σε μη λόγια γλώσσα. Οι απαρχές της χρησιμοποίησης στην λογοτεχνία μιας γλώσσας που πλησιάζει την κοινή εντοπίζονται στον 12ο αι., σε κείμενα όπως ο Διγενής Ακρίτης και τα Πτωχοπροδρομικά ποιήματα. Ο όρος «βυζαντινή» στα σχετικά εγχειρίδια χρησιμοποιείται συνήθως με μια σημασία κάπως ευρύτερη από τα αυστηρά χωρικά και χρονικά όρια της βυζαντινής αυτοκρατορίας και συμπεριλαμβάνει και έργα που γράφτηκαν σε περιοχές που είχαν περιέλθει σε δυτική κυριότητα (όπως το Χρονικό του Μορέως και την πρώιμη κρητική λογοτεχνία).[1] Το μεγαλύτερο τμήμα των λογοτεχνικών κειμένων που σώζονται είναι έμμετρα, σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο. Τα δημοφιλέστερα είδη, με ποσοτικά κριτήρια, ήταν έμμετρες μυθοπλαστικές αφηγήσεις, ερωτικού ή αλληγορικού περιεχομένου.

Γενικά χαρακτηριστικά

Οι πρώτοι λογοτεχνικοί «πειραματισμοί» με την χρήση της δημώδους γλώσσας εμφανίζονται κατά τον 12ο αιώνα, όμως εντείνονται κατά τον 14ο, απ' όπου και προέρχονται τα περισσότερα σωζόμενα έργα. Ο όρος δημώδης γλώσσα στην συγκεκριμένη περίπτωση χρησιμοποιείται για να περιγράψει ένα γλωσσικό επίπεδο χαμηλότερο από το λόγιο, που δεν ταυτίζεται όμως με την ομιλουμένη γλώσσα, αλλά έχει υποστεί την επίδραση της λόγιας παράδοσης σε λεξιλογικό, μορφολογικό και συντακτικό επίπεδο. Η γλώσσα αυτή δεν εμφανίζει διαλεκτικά στοιχεία. Η εισαγωγή της δημώδους γλώσσας δεν επέφερε ριζική τομή στη λογοτεχνική παραγωγή, δηλαδή δεν αντικατέστησε τη λόγια γλώσσα, αλλά αναπτύχθηκε παράλληλα με αυτήν. Παρόλο που βάση της γλώσσας της δημώδους λογοτεχνίας ήταν η λαϊκή ομιλουμένη γλώσσα, οι λογοτεχνικοί πειραματισμοί δεν είχαν λαϊκή προέλευση, αντιθέτως ξεκίνησαν από τους κύκλους των λογίων και αποδέκτες της φαίνεται πως ήταν αρχικά τα ανώτερα στρώματα.[2] Βέβαια, στο σύνολο των κειμένων που ανήκουν στην δημώδη παραγωγή εμφανίζονται υφολογικές διαφοροποιήσεις προς λογιότερες ή λαϊκότερες τάσεις ανάλογα με τον χρόνο ή τον τόπο συγγραφής, την παιδεία του συγγραφέα και το κοινό στο οποίο απευθύνεται.




Εὐθὺς ἐκαβαλίκευσαν, ΄ς τὸν κάμπον κατεβαίνουν·

ὡς δράκοντες ἐσύριζαν καὶ ὡς λέοντες ἐβρυχοῦντα

καὶ ὡς ἀετοὶ ἐπέτουντα καὶ ἐσμίξασιν οἱ δύο

Καὶ τότε νὰ ἰδῆς πόλεμον καλῶν παλληκαρίων

καὶ ἀπὸ τῆς μάχης τῆς πολλῆς κροῦσιν διασυντόμως

καὶ ἀπὸ τὸν κτύπον τὸν πολὺν καὶ ἀπὸ τὸ δὸς καὶ λάβε

τὰ δένδρη ἐξεριζώνοντα καὶ ὁ ἥλιος ἐσκοτίσθη·

τὸ αἷμαν ἐκατέρεεν εἰς τὰ σκαλόλουρά των

καὶ ὁ ἵδρος τους ἐξέβαινεν ἀπάνω ἀπ'τὰ λουρίκια


Διγενής Ἀκρίτης (διασκευή Ε) στ. 32-41



Εκτός από ελάχιστες εξαιρέσεις, τα δημώδη κείμενα είναι έμμετρα, σε ιαμβικό δεκαπεντασύλλαβο στίχο, που τότε ονομαζόταν «πολιτικός». Ο δεκαπεντασύλλαβος, που εμφανίστηκε πρώτα στην λόγια ποίηση του 10ου αι., είχε ήδη διαμορφώσει τα σημερινά χαρακτηριστικά του, δηλαδή υποχρεωτικό τονισμό στην 14η και στην 6η ή την 8η και ελευθερία στην θέση των άλλων τόνων, και υποχρεωτική τομή μετά την 8η συλλαβή.


Ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της δημώδους βυζαντινής λογοτεχνίας είναι η ανωνυμία των συγγραφέων, με ελάχιστες περιπτώσεις έργων, για τα οποία υπάρχουν μαρτυρίες, συχνά αμφισβητούμενες, για την ταυτότητα του συγγραφέα τους. Δεν σώζονται αυτόγραφα, παρά μόνο μεταγενέστερα (έως 1-2 αιώνες) αντίγραφα σε χειρόγραφους κώδικες. Η ανωνυμία καθιστά δύσκολη και την χρονολόγηση των έργων, η οποία επιτυγχάνεται μόνο κατά προσέγγιση στην περίπτωση που το ίδιο το έργο παρέχει τεκμήρια για τον χρόνο συγγραφής του, όπως για παράδειγμα αφιερώσεις σε γνωστές προσωπικότητες.


Συνέπεια της ανωνυμίας ήταν και μια ιδιαιτερότητα της διακίνησης των κειμένων μέσω των χειρογράφων: οι αντιγραφείς δεν αισθάνονταν υποχρεωμένοι να παραμείνουν πιστοί στο κείμενο που αντέγραφαν. Συχνά έκαναν προσωπικές παρεμβάσεις, οι οποίες κυμαίνονται από την αντικατάσταση μιας λέξης έως και την απαλοιφή ή προσθήκη χωρίων. Συχνά οι αλλαγές ήταν τόσο μεγάλης κλίμακας, που ένα έργο να σώζεται σε διαφορετικά χειρόγραφα με ποικίλες μορφές που ουσιαστικά αποτελούν χωριστές διασκευές και όχι απλώς παραλλαγές, σε επίπεδο είτε γλωσσικό-υφολογικό, είτε αφηγηματικό (προσθήκη, αφαίρεση ή αλλαγή της σειράς των επεισοδίων). Χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιων διαφορετικών διασκευών είναι ο Διγενής Ακρίτης. Τέτοιες αλλαγές μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να οφείλονται και στην ενδεχόμενη προφορική διάδοση ενός έργου (μέσω απαγγελίας) και την από μνήμης καταγραφή του.[3] Τέλος, η αποκλειστικά χειρόγραφη διακίνηση των κειμένων έχει αποτέλεσμα την προβληματική κάποιες φορές διάσωσή τους, αφού τα υπάρχοντα χειρόγραφα μπορεί να περιέχουν κακές αντιγραφές, στις οποίες είναι διαταραγμένο το μέτρο ή έχουν παραλειφθεί χωρία από απροσεξία. Ακόμη, μπορεί οι σελίδες των χειρογράφων να έχουν δεθεί με λάθος σειρά ή να έχουν υποστεί φυσικές φθορές, από την πάροδο του χρόνου ή από την απώλεια φύλλων.
Ηρωικές και ερωτικές αφηγήσεις


Κύριο λήμμα: Βυζαντινές μυθιστορίες και επύλλια


Ο έμμετρος αφηγηματικός λόγος κατέχει σημαντική θέση στο σύνολο της δημώδους λογοτεχνικής παραγωγής. Ένα από τα πρώτα έργα σε δημώδη γλώσσα είναι η αφήγηση της ζωής και των κατορθωμάτων του Διγενή Ακρίτη, σε ένα σύνολο που συνδυάζει επικά-ηρωικά στοιχεία με συμβάσεις της ερωτικής μυθιστορίας. Οι δύο αρχαιότερες διασκευές του κειμένου, της Grottaferrata και του Escorial, είναι δύσκολο να χρονολογηθούν με ακρίβεια και να προσδιοριστούν οι μεταξύ τους σχέσεις, όμως είναι βέβαιο ότι τον 12ο αιώνα κυκλοφορούσε κάποια παραλλαγή συγγενής με αυτές.[4]




Πότε τὸ κάστρον νὰ διαβῶ καὶ νὰ ἀναβῶ τὸν πύργον;

Πότε τῆς κόρης μήνυμα δέξωμαι πρόσχαρόν της;

Πότε κρατήσω εἰς τὰ χέρια μου πιττάκιν ἐδικόν της;

Πότε νὰ ἰδῶ κοιτώναν της, λόγον της πότε ἀκούσω;

Πότε λαλήσῃ "Λίβιστρε" τὸ στόμαν τῆς ὡραίας;

Πότε πατήσω ἐνήδονα τῆς κόρης τὸν κοιτώνα;

Πότε κρατήσω χέριν της καὶ χείλη της φιλήσω;

καὶ γεμισθῆ γλυκύτηταν τὸ στόμα μου ἀπ' ἐκείνην;

Πότε τὸν κρυσταλλόσαρκον τράχηλον τῆς ὡραίας

περιπλακῶ ὡς ἐπιθυμῶ, μυριοκαταφιλήσω;


Λίβιστρος και Ροδάμνη, στ. 1654-1663



Τους επόμενους αιώνες (14ο-15ο) ανθεί η παραγωγή μυθιστοριών ερωτικού περιεχομένου, που συνεχίζουν την παράδοση του ελληνιστικού μυθιστορήματος εμπλουτίζοντας το με νέα στοιχεία, ενδεχομένως και υπό την επίδραση δυτικών ή ανατολικών έργων. Την τυπική μυθιστορηματική δομή, δηλ. κεραυνοβόλος έρωτας-χωρισμός-περιπέτειες-τελική επανένωση, ακολουθούν οι μυθιστορίες Καλλίμαχος και Χρυσορρόη,Βέλθανδρος και Χρυσάντζα, Λίβιστρος και Ροδάμνη, καθώς και οι διασκευές δημοφιλών γαλλικών μυθιστοριώνΦλώριος και Πλατζιαφλώρα (Fleur et Blanchefleur) και Ιμπέριος και Μαργαρώνα (Pierre de Provence et la belle Maguelonne). Χαρακτηριστικό αυτής της ομάδας είναι το μαγικό-υπερφυσικό στοιχείο και ο λυρισμός (ερωτική αλληλογραφία, τραγούδια, μονόλογοι) και σε κάποιες περιπτώσεις η τολμηρή ερωτική ατμόσφαιρα. Οι επιδράσεις της ρητορικής είναι εμφανείς, ειδικά στις «εκφράσεις», δηλαδή τις εκτενείς και λεπτομερείς περιγραφές ατόμων, κτηρίων ή έργων τέχνης. Ένα ιδιαίτερο υφολογικό χαρακτηριστικό τους είναι η χρήση σύνθετων λέξεων. Αυτά τα έργα συνήθως αποκαλούνται «βυζαντινά ιπποτικά μυθιστορήματα», όμως στην πραγματικότητα δεν απηχούν την δυτική ιπποτική ιδεολογία ούτε την έννοια του αυλικού έρωτα.[5] Δύο άλλες μυθιστορίες, η Διήγησις του Αχιλλέως (ή Αχιλληίδα) και η Διήγησις γεναμένη εν Τροία (γνωστή και ωςΒυζαντινή Ιλιάδα), εμπνέονται από την ομηρική παράδοση, διασκευάζοντάς την όμως ελεύθερα: ο Αχιλλέας της Αχιλληίδας είναι ένας γενναίος βασιλιάς που προσπαθεί να κατακτήσει την κόρη ενός εχθρού και η Βυζαντινή Ιλιάδα παρουσιάζει την απαγωγή της Ελένης από την Πάρη σαν ερωτικό μυθιστόρημα. Η Αχιλληίδα συγγενεύει πολύ με την τριάδα Καλλίμαχος, Βέλθανδρος και Λίβιστρος σε ζητήματα μοτίβων και ύφους (εκφράσεις, ερωτική αλληλογραφία), αλλά διαφέρει ως προς τη δομή που είναι βιογραφική και εστιασμένη στον Αχιλλέα και ως προς την τραγική κατάληξη, σε αντίθεση με το τυπικό happy end των άλλων μυθιστορημάτων. Κάποιες άλλες μυθιστορίες που είναι διασκευές δυτικών προτύπων έχουν διαφορετική δομή: ο Πόλεμος της Τρωάδος είναι προσαρμογή του φημισμένου Roman de Troie του Benoit de Saint-Maure και εξιστορεί πολλές ερωτικές ιστορίες με φόντο τον Τρωικό Πόλεμο. Ο Απολλώνιος βασίζεται σε κάποια ιταλική διασκευή δημοφιλούς λατινικού μυθιστορήματος και η Θησηίδα είναι μετάφραση από αφήγηση του Βοκκάκιου με ήρωα τον Θησέα. Οι μυθιστορίες που προήλθαν από δυτικά πρότυπα δεν είναι πιστές μεταφράσεις, αλλά ελεύθερες διασκευές που υφολογικά ακολουθούν την παράδοση των πρωτότυπων μυθιστοριών [6]: για παράδειγμα ο συγγραφέας του Φλώριος και Πλατζιαφλώρα ενέταξε σε ένα σημείο του κειμένου απόσπασμα από το δημώδες ηθικοδιδακτικό ποίημα Σπανέας του 12ου αι.[7]


Και η μορφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου αποτέλεσε αγαπητό θέμα. Το ελληνιστικό κείμενο του Ψευδοκαλλισθένη, δημοφιλές ανάγνωσμα όλων των επόμενων αιώνων με πολλές παραλλαγές, διασκευάστηκε το 1388 σε 6.000 ομοιοκατάληκτους στίχους. Το κείμενο αυτό έχει αρκετά αρχαΐζοντα στοιχεία αν και σε λίγα σημεία πλησιάζει τη δημώδη. Δύο άλλες διασκευές του, που είναι δύσκολο να χρονολογηθούν, έχουν περισσότερο λαϊκή γλώσσα. Πρόκειται για την ομοιοκατάληκτη, γνωστή ως «Ριμάδα», που μάλλον συντέχθηκε στη Ζάκυνθο γύρω στο 1500, και την πεζή, που μάλλον συντάχθηκε κοντά στο μέσον του 15ου αι.[8]
Ηθικοδιδακτική και αλληγορική ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Από τον 12ο αιώνα σώζεται ένα παραινετικό ποίημα με την ονομασία Σπανέας, που περιέχει ηθικοδιδακτικές συμβουλές ορθής συμπεριφοράς για διάφορα θέματα (θρησκευτική συμπεριφορά, σεβασμός προς τον αυτοκράτορα, εργασία, οικογένεια, καθημερινή ζωή). Το έργο συγγενεύει με τον παραινετικό λόγο προς Δημόνικον του Ψευδοϊσοκράτη. Για την εξυπηρέτηση ηθικοδιδακτικών σκοπών χρησιμοποιήθηκαν συμβάσεις των μυθιστοριών σε αλληγορικές αφηγήσεις. Ο Λόγος παρηγορητικός περί δυστυχίας και ευτυχίας αφηγείται την ιστορία ενός ανθρώπου που ταξιδεύει αναζητώντας τις αιτίες της κακής του τύχης και στην πορεία συναντά προσωποποιημένη την Ευτυχία και την Δυστυχία. Η χρονολόγησή του είναι δύσκολη, φαίνεται πάντως πως είναι σύγχρονο με τα ερωτικά μυθιστορήματα, από τα οποία εξάλλου χρησιμοποιεί πολλά μοτίβα (το ταξίδι με σκοπό την αναζήτηση, η έκφραση του κάστρου κ.α.).[9]




Ἀφοῦ δὲ γέγονα κἀγὼ γραμματικὸς τεχνίτης

ἐπιθυμῶ καὶ τὸ ψωμὶν καὶ τοῦ ψωμιοῦ τὴν μάνναν,

καὶ διὰ τὴν πείναν τὴν πολλὴν καὶ τὴν στενοχωρίαν

ὑβρίζω τὰ γραμματικά, λέγω μετὰ δακρύων:

Ἀνάθεμα τὰ γράμματα, Χριστέ, καὶ ὁποῦ τὰ θέλει,

ἀνάθεμαν καὶ τὸν καιρὸν καὶ ἐκείνην τὴν ἡμέραν,

καθ’ ἧν μὲ παρεδώκασιν εἰς τὸ διδασκαλεῖον,

πρὸς τὸ νὰ μάθω γράμματα, τάχα νὰ ζῶ ἀπ’ ἐκεῖνα.


Πτωχοπρόδρομος, ποίημα ΙΙΙ, στ. 81-88



Ο Πτωχολέων βασίζεται σε ιστορία ανατολικής προέλευσης και αφηγείται μεταστροφή της τύχης ενός γέροντα που έχασε όλη την περιουσία του σε μια επιδρομή Αράβων και αιχμαλωτίστηκε, αλλά χάρη στη σοφία του ξενακέρδισε την ελευθερία του. Το ποίημα είναι γραμμένο σε τροχαϊκό οκτασύλλαβο στίχο. Αλληγορία που προειδοποιεί για τις συνέπειες του φθόνου είναι και η Ιστορία του Βελισαρίου, που βασίζεται σε λαϊκές πηγές για τον Βελισάριο, στρατηγό του Ιουστινιανού, που παρουσιάζεται ως θύμα ζηλοφθονίας για τις επιτυχίες του και την εύνοια του αυτοκράτορα και γι’ αυτό συκοφαντείται από εχθρούς, πέφτει σε δυσμένεια, τυφλώνεται και φυλακίζεται.
Επαιτική ποίηση[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Από τον 12ο αι. σώζονται κάποια επαιτικά ποιήματα, δηλαδή ποιήματα που απευθύνονται προς τον αυτοκράτορα εκφράζοντας παρακλήσεις για την ικανοποίηση κάποιου αιτήματος. Το πρώτο ποίημα είναι του λογίου ποιητή Μιχαήλ Γλυκά και έχει αυτοβιογραφικό χαρακτήρα. Ονομάζεται Στίχοι ους έγραψεν καθ’ ον κατεσχέθη καιρόν και χρονολογείται στα 1159. Ο ποιητής φυλακίστηκε εξαιτίας κάποιας συκοφαντίας και ζητάει από τον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό να τον απελευθερώσει, παραπονούμενος για τις άσχημες συνθήκες της άδικης κράτησής του. Η γλώσσα του δεν είναι αμιγώς δημώδης: σε πολλά σημεία ταυτίζεται με τη λόγια γλώσσα των άλλων έργων του, αλλά σε σημεία που μεταφέρει άμεσο λόγο έχει πολλά λαϊκά στοιχεία. Το έργο είναι χρήσιμο και για τη διάσωση πολλών παροιμιών.


Η άλλη ομάδα ποιημάτων περιέχει τέσσερις συνθέσεις που είναι γνωστές ως Πτωχοπροδρομικά ποιήματα. Πρόκειται για τέσσερα παρακλητικά ποιήματα που απευθύνονται στον αυτοκράτορα Μανουήλ Κομνηνό και σε κάποια χειρόγραφα αποδίδονται στον λόγιο ποιητή Θεόδωρο Πρόδρομο, αν και η απόδοσή τους σε αυτόν δεν μπορεί να αποδειχτεί και δεν έχει γίνει δεκτή από όλους.[10] Στα τρία ποιήματα πρωταγωνιστεί ένας φτωχός λόγιος που ζητά οικονομική ενίσχυση από τον αυτοκράτορα, διαμαρτυρόμενος για την αδυναμία του να επιβιώσει, τις προσβολές της ιδιόρρυθμης γυναίκας του και την πολύ ανετότερη ζωή που περνούν οι τεχνίτες σε σχέση με τους λογίους. Στο τέταρτο ποίημα πρωταγωνιστεί ένας νεαρός μοναχός που καυτηριάζει την υποκρισία και την πολυτέλεια κάποιων μοναχών και την κακομεταχείρισή του. Και αυτά τα ποιήματα έχουν μικτή γλώσσα: τα σημεία που απευθύνονται στον αυτοκράτορα είναι συντεθειμένα σε λόγια γλώσσα και επίσημο ύφος, ενώ τα αφηγηματικά τμήματα είναι γραμμένα σε λαϊκή γλώσσα. Περιέχουν πολλά σατιρικά και χιουμοριστικά στοιχεία.
Σάτιρα και παρωδία[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Ο φυτικός και ζωικός κόσμος αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για αρκετά ποιήματα με πρωταγωνιστές ζώα και φυτά που σατιρίζουν τις ιδιότητες των ανθρώπων. Ο Πουλολόγοςδιαδραματίζεται στον εορτασμό για το γάμο του γιου του αετού, βασιλιά των πουλιών, όπου είναι προσκεκλημένα όλα τα πτηνά. Η διήγησις των τετράποδων ζώων αφηγείται μια συνέλευση ζώων υπό την προεδρία του λιονταριού και του ελέφαντα, που υποτίθεται ότι διαδραματίζεται το 1365. Τα δύο αυτά κείμενα αποτελούν πολύ ενδιαφέρουσες πηγές πληροφοριών για συνήθειες καθημερινής ζωής. Ο Πωρικολόγος και ο Οψαρολόγος, που είναι πεζά, αναπαριστούν δίκες και παρωδούν τη βυζαντινή αυλική εθιμοτυπία. Σε όλα τα έργα η υπόθεση καταλήγει σε διαμάχες μεταξύ των πρωταγωνιστών που με τις ανθρωπόμορφες ιδιότητές τους σατιρίζουν τελικά τη ζωή των ανθρώπων, συχνά με τολμηρό χιούμορ.




Λοιπὸν ὁ λύκος ἤρξατο τοῦ ἐξομολογεῖσθαι,

λέγει· «ἐγὼ καὶ πρόβατα, βόδια καὶ μοσχάρια,

ἐλάφους καὶ γουρούνια καὶ πάντα ὅσα εὕρω

σκοτώνω τα καὶ τρώγω τα καὶ τ' ἄλλα πάλε κρύβω

εἰς τὸ βουνίν, εἰς τὸ κλαδίν, αὔριον πάλε νά 'χω.

Πλὴν ἀνεβαίνω εἰς τὸ βουνὶν ὅποῦ 'ναι τὸ τσημάδι,

καὶ κυλιοῦμαι παρευθὺς καὶ ἐξομολογοῦμαι,

καὶ γίνομαι καλόγερος, τὴν ράχην μου μαυρίζω,

γίνομαι μεγαλόσχημος, ἡγούμενον ὁμοιάζω.

Καὶ μεταγνώθω τὸ κακόν, τὸ πολεμῶ εἰς τὸν κόσμον,

ἄλλον οὐδὲν ἐπίσταμαι ἁμάρτημα νὰ ποίσω.»

Ἀκούσας δὲ ἡ ἀλουποὺ τὴν ἀρετὴν τοσαύτην

ἐθαύμασεν, ἐπαίνεσεν, καὶ ἐσυγχώρησέ τον

καὶ ἐδικαίωσεν αὐτὸν πρὸς τὴν ἐπίγνωσίν του.


Συναξάριον τοῦ τιμημένου γαϊδάρου, στ. 125-138



Σάτιρα κατά του κλήρου και των λογίων που καταπιέζουν τα κατώτερα στρώματα είναι το Συναξάριον του τιμημένου γαϊδάρου, με πρωταγωνιστές μια αλεπού και έναν λύκο που προσπαθούν ανεπιτυχώς να ξεγελάσουν έναν γάϊδαρο για να τον φάνε, αναγκάζοντάς τον να εξομολογηθεί τις «αμαρτίες» του για να του επιβάλλουν την ανάλογη τιμωρία. Ο γάϊδαρος όμως καταφέρνει να τους ξεγελάσει εκείνος, λέγοντας ότι το πόδι του έχει μαγικές ιδιότητες που θέλει να τους μεταδώσει: έτσι τους πείθει να γονατίσουν για να πάρουν την ευλογία και τους κλωτσάει.


Δύο άλλα σατιρικά κείμενα που είναι δύσκολο να χρονολογηθούν είναι το στιχούργημα Φυσιολογική διήγησις του υπερτίμου Κρασοπατέρα και η Ακολουθία του ανοσίου τραγογένη Σπανού. Το πρώτο, γνωστό και ως «Φιλοσοφία του Κρασοπατέρα», είναι ένα σύντομο ποίημα 100 στίχων που εγκωμιάζει με χιουμοριστικό τόνο το κρασί. Το δεύτερο είναι καυστική σάτιρα εναντίον των «σπανών», δηλαδή των αγένειων, που αποτελούσαν αντικείμενο εμπαιγμού στο Βυζάντιο. Είναι συντεθειμένο με τη μορφή παρωδίας εκκλησιαστικών κειμένων, λογοτεχνικό είδος που δεν ήταν άγνωστο στο Βυζάντιο.
Διάδοση και επιδράσεις


Η λογοτεχνία που αναπτύχθηκε στα εδάφη της ύστερης βυζαντινής αυτοκρατορίας δεν περιορίστηκε σε αυτές τις περιοχές, αλλά οι τρόποι έκφρασης και κάποια μοτίβα διαδόθηκαν στις φραγκοκρατούμενες περιοχές και επηρέασαν τη συγγραφή άλλων έργων. Κάποια μυθιστορήματα πρέπει να ήταν γνωστά στον Εμμανουήλ Γεωργιλλά (ή Λιμενίτη), συγγραφέα από τη Ρόδο (1500 περίπου), που έγραψε το Θανατικόν της Ρόδου και μια διασκευή της Βελισσαριάδας. Επιδράσεις από τα ερωτικά μυθιστορήματα διακρίνονται και σε μια συλλογή αυτόνομων ερωτικών ποιημάτων που πιθανολογείται ότι προέρχεται από τη Ρόδο, γνωστή ως «Καταλόγια».[11] Και ο Μαρίνος Φαλιέρος είναι πιθανό να γνώριζε κάποια ερωτικά μυθιστορήματα (ενδεχομένως το Λίβιστρος και Ροδάμνη), απ' όπου χρησιμοποίησε με χιουμοριστικό τρόπο μοτίβα στα ερωτικά ποιήματά του.[12] Τέλος, και ο Βιτσέντζος Κορνάρος ενδέχεται να γνώριζε κάποια βυζαντινά μυθιστορήματα (πιθανότατα τον ομοιοκατάληκτο Ιμπέριο και τη Θησηίδα, που είχαν τυπωθεί) που να τον επηρέασαν στη συγγραφή τουΕρωτόκριτου.


Κάποια από τα έργα της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας τους αιώνες μετά την πτώση της αυτοκρατορίας συνέχισαν όχι μόνο να αντιγράφονται, αλλά και να διασκευάζονται ώστε να προσαρμοστούν σε διαφορετικές αισθητικές απαιτήσεις. Οι παραλλαγές Κ και Ε του Διγενή Ακρίτη διασκευάστηκαν τον 15ο αιώνα εμπλουτιζόμενες με μυθιστορηματικά στοιχεία, στα πρότυπα των ερωτικών μυθιστορημάτων. Αυτή η διασκευή Ζ τον 16ο αιώνα διασκευάστηκε σε πεζή και σε ομοιοκατάληκτη μορφή. Σε ομοιοκατάληκτες εκδοχές διασκευάστηκαν επίσης το μυθιστόρημα Ιμπέριος και Μαργαρώνα, η Βελισαριάδα και το Συναξάριο του τιμημένου γαϊδάρου. Άλλα έργα γνώρισαν ευρύτερη διάδοση μέσω της τυπογραφίας, όπως η Ακολουθία του Σπανού, οι ομοιοκατάληκτες εκδοχές του Ιμπέριος και Μαργαρώνα και του Απολλώνιου, η Φυλλάδα του γαϊδάρου, η Φυλλάδα και η Ριμάδα του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Προβλήματα ορολογίας




Ἄξιόν ἐστι, τοῦ ὑβρίζειν σὲ τὸν τραγογένη, τὸν ἐν τοῖς γαϊδάροις πρωτεύοντα, καὶ τὸν ἐν τοῖς τράγοις τερατουργόν.

Αἱ χεῖρες σου ἐποίησαν πονηρὰ καὶ ἔπραξαν κακά, ἐγὼ δὲ μαθήσομαι τὰς πονηρίας σου.


Ἄξιόν ἐστι, τοῦ κλωτσίζειν σὲ ὀμπρὸς κι ὀπίσω, καὶ ξυλίζειν πάντα τὴν ράχιν σου, μετὰ ράβδων καὶ ματσούκων, μιαρέ.

Οἱ φοβούμενοί σε ὄψονταί σε καὶ καταγελάσουσιν, ὅτι ἐπὶ ταῖς κακίαις σου ἤλπισας.


Ἄξιόν ἐστι, μαγαρίζειν ἐν τῷ σῷ γενείῳ, καὶ τὰ ζαρωμένα τὰ μάγουλα, ὦ παγκάκιστε, τριγένη, ταπεινέ.


Ακολουθία του Σπανού



Ένα βασικό πρόβλημα που ανακύπτει για την οριοθέτηση της δημώδους λογοτεχνίας είναι το κριτήριο που χρησιμοποιείται. Στην Ιστορία της βυζαντινής λογοτεχνίας του Καρλ Κρουμπάχερ, που καθόρισε τον τρόπο διαίρεσης και εξέτασης της βυζαντινής λογοτεχνίας, ως «δημώδη» είχαν χαρακτηριστεί κείμενα όχι μόνο ως προς τη δημώδη γλώσσα, αλλά και ως προς την υποτιθέμενη «λαϊκότητά» τους. Όμως κριτήριο της λαϊκότητας, με την έννοια ότι το έργο προερχόταν από λαϊκά στρώματα και απευθυνόταν σε αυτά, είναι προβληματικό, αφού υπάρχουν μαρτυρίες ότι τα πρώτα έργα στη δημώδη προορίζονταν για τους αυλικούς κύκλους (όπως η Αυτοβιογραφία του Γλυκά και τα επαιτικά ποιήματα του Πτωχοπρόδρομου),[13] ενώ αρκετοί συγγραφείς έγραψαν έργα τόσο σε λόγια, όσο και σε δημώδη γλώσσα.[14] Ακόμη, δεν πρέπει κανείς να παραγνωρίσει το γεγονός ότι, παρά το διαφορετικό υφολογικό επίπεδο, τα έργα της λόγιας και της δημώδους λογοτεχνίας προέρχονται από το ίδιο πολιτιστικό περιβάλλον και συχνά μοιράζονται θέματα ή μοτίβα, πρόκειται δηλαδή για ένα ενιαίο πολιτιστικά σύνολο και ο διαχωρισμός σε λόγια και δημώδη μπορεί να θεωρηθεί τεχνητός.[15] Ακόμη, τίθεται ένα ζήτημα χρονολογικό και γεωγραφικό: υπάρχουν έργα που δεν μπορούν να χρονολογηθούν με ακρίβεια και ενδέχεται να γράφτηκαν είτε πριν, είτε μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης.[16] Για άλλα έργα δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια εάν προέρχονται από τις περιοχές υπό φραγκική κατοχή ή τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Επιπλέον, κάποια έργα που γράφτηκαν σε λατινοκρατούμενα εδάφη, είναι άμεσα επηρεασμένα από τη βυζαντινή νοοτροπία και λογοτεχνία.[17] Η κατάσταση περιπλέκεται και από το γεγονός ότι η ίδια περίοδος έχει καθιερωθεί να θεωρείται ως απαρχή της νεοελληνικής λογοτεχνίας, όχι μόνο εξαιτίας της γλωσσικής μορφής, αλλά και επειδή υπήρχε η τάση να τοποθετούνται οι πρώτες εκδηλώσεις της νεοελληνικής συνείδησης στα υστεροβυζαντινά χρόνια.[18] Και αυτό το κριτήριο θεωρείται σήμερα προβληματικό [19] και έχουν διατυπωθεί ποικίλες απόψεις που αποσυνδέουν τις απαρχές της νεοελληνικής λογοτεχνίας από τα βυζαντινά χρόνια.
Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]


Βυζαντινές μυθιστορίες και επύλλια
Σημειώσεις

 Βλ. για παράδειγμα την Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας του H.-G. Beck, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1988 (ειδικότερα σελ. 11-12)
 G. Horrocks, Ελληνικά: Ιστορία της γλώσσας και των ομιλητών της, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Αθήνα 2006, σελ. 328.
 T. Lendari, "The beginnings of Greek vernacular literature", στον τόμο Greece. Books and Writers, Athens 2001, σελ. 18
 R. Beaton, Η ερωτική μυθιστορία του ελληνικού μεσαίωνα, εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 1996, σελ. 56.
 T. Lendari, "Romances", στον τόμο Greece. Books and Writers, σελ. 25.
 T. Lendari, "Romances", σελ.22
 Beaton, Ερωτική μυθιστορία, σελ. 183.
Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 214-216.
Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ.237
 Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 174-176.
 Beaton, 'Ερωτική μυθιστορία, σελ. 333, σημ. 82.
 Beaton, 'Μυθιστορία, σελ. 255-9
Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 36
 Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 9-10.
Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 10.
Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 12.
 Beck, Ιστορία της βυζαντινής δημώδους λογοτεχνίας, σελ. 11-12.
 Ενδεικτικά Λ. Πολίτης, Ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1978, σελ. 2-3
 Lendari, "The beginnings of Greek vernacular literature", σελ. 18
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Αφιέρωμα στη δημώδη βυζαντινή λογοτεχνία στον ιστοχώρο του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού
"The emergence of Modern Greek Literature" από τον τόμο Greece: Books and Writers (pdf) (αγγλικά)


Κατηγορία:
Βυζαντινή γραμματεία

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%94%CE%B7%CE%BC%CF%8E%CE%B4%CE%B7%CF%82_%CE%B2%CF%85%CE%B6%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%AE_%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1