«Επί ασπαλάθων...» είναι το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη. Πρωτοδημοσιεύτηκε, σε γαλλική μετάφραση του ιδίου, στην παρισινή εφημερίδα Le Monde, (με τον τίτλο Sur les aspalathes…) στις 27 Αυγούστου 1971.
Η πρώτη δημοσίευσή του στην ελληνική γλώσσα, έγινε στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 23 Σεπτεμβρίου 1971, τρεις μέρες μετά το θάνατο του και την επομένη της κηδείας του, στην περίοδο της δικτατορίας.
Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξειδεν μπορεί να γίνει τίποτε.Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές.
Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις5βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτητον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωποτης μοναξιάς και της σιωπήςκι ας ανάβουν οι φωτιές.
10Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλητην ώρα που κόπηκε ο καιρόςεκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σουπρέπει να τον εύρειςπρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο15κάποιος άλλος, όταν θα ’χεις πεθάνει.
Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα (Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια).
Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχοτο βράδυ που έπεσε η γαλήνη20άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπήςμέσα στο κορμί σουτη νύχτα εκείνη του αϊ-Γιάννηόταν έσβησαν όλες οι φωτιέςκαι μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
Πρόκειται για το λόγο που εκφώνησε ο ποιητής στη Στοκχόλμη το Δεκέμβρη του 1963, κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας. Η ομιλία εκφωνήθηκε στα γαλλικά και στο σχολικό βιβλίο της Λογοτεχνίας του Γυμνασίου, παρουσιάζεται μεταφρασμένη από τον ίδιο το Σεφέρη.
Στην ομιλία του ο ποιητής συνοψίζει τις πεποιθήσεις του, αφενός για την άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας – και ευρύτερα της ελληνικής ηθικής συνείδησης- από την αρχαιότητα ως τη σημερινή εποχή και αφετέρου για τηναναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο.
Δομή του κειμένου:
Α/ Η πρώτη παράγραφος αποτελεί την εισαγωγή της ομιλίας,
στην οποία ο ποιητής με μεγάλη μετριοφροσύνη,
δείχνει να αντιμετωπίζει τη βράβευση του ως βράβευση της ελληνικής γλώσσας.
Τονίζει επίσης μια μεγάλη αντίφαση:
από τη μια να βραβεύεται για την γραμμένη στα ελληνικά
ποίησή του και από άλλη να ευχαριστεί για τη διάκριση αυτή σε μια γλώσσα άλλη.
Β/ Το κύριο σώμα της ομιλίας στρέφεται γύρω από δύο άξονες:
1: την ελληνική παράδοση, την οποία ο ποιητής αντιλαμβάνεται μέσα από δύο τομείς:
α) την ελληνική γλώσσα και β) την ελληνική ηθική συνείδηση
2. την αναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο
ΑΝΑΛΥΣΗ
Β1) Η ελληνική παράδοση:
α) Η ελληνική γλώσσα
Τα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας σύμφωνα με το Γ. Σεφέρη
· περιλάλητη επί αιώνες [ γλώσσα ξακουστή και μακρόβια]
· στην παρούσα μορφή της περιορισμένη [ σήμερα χρησιμοποιείται μόνο από ολιγάριθμους Έλληνες]
· δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται [ χαρακτηρίζεται από αδιάσπαστη συνέχεια]
β) Η ελληνική ηθική συνείδηση
Όπως υποστηρίζει ο Σεφέρης εκείνο που χαρακτηρίζει τον ελληνικό κόσμο,
από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας είναι
η αγάπη για την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη.
Η λέξη ανθρωπιά δεν έχει εδώ τη σημερινή της σημασία αλλά μας παραπέμπει
στον ανθρωποκεντρισμό, στον πολιτισμό δηλαδή εκείνο που έχει κέντρο τον άνθρωπο,
που δίνει έμφαση στις σωματικές και πνευματικές ικανότητές του
και καταφάσκει/επιδοκιμάζει την ανθρώπινη ζωή.
Όσο για τη δικαιοσύνη και το μέτρο, είναι αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής ηθικής συνείδησης
και έχει τόσο πολύ «διαποτίσει την ελληνική ψυχή,
ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου».
Για τη δικαιοσύνη και το μέτρο , ο ποιητής ανατρέχει στην αρχαία τραγωδία:
«…..ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες».
Εκφράζει την πεποίθηση ότι ο κανόνας αυτός ισχύει ακόμα και για τα φυσικά φαινόμενα
και τεκμηριώνει ιστορικά την ορθότητα της άποψή του
με αναφορές στον Ηράκλειτο [ δεν πρέπει ο ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο……….]
και το Μακρυγιάννη: [ θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε]
Β2) Η αναγκαιότητα και η λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο
Εδώ ο ποιητής αναπτύσσει τις απόψεις του για την ποίηση και το ρόλο της στη σύγχρονη κοινωνία:
Επισημαίνει λοιπόν:
· « Η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά»
Στο πρόσωπό του βραβεύεται γενικά όλη η ποιητική δημιουργία
· «…..ανάμεσα σε ένα λαό περιορισμένο»
Η ποίηση λειτουργεί ακόμα και σε μικρούς λαούς
· «Τούτος ο σύγχρονος κόσμος ………..τη χρειάζεται την ποίηση»
Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής , ο οποίος βασανίζεται από άγχη , αβεβαιότητα και κάθε μορφής αδιέξοδα, έχει ανάγκη το καταφύγιο που προσφέρει η ποίηση
· «Τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε;»
Θεωρεί την ποίηση τόσο απαραίτητη για τον άνθρωπο, όσο και η ίδια η ανάσα του
· «….νιώθει πάντα την ανάγκη να ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή»
Ταυτίζει την ποίηση με φωνή ανθρώπινη την οποία ο άνθρωπος θα έχει πάντα την ανάγκη να ακούει
· «……..από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται»
Η ποίηση δεν χάνεται ποτέ, ακόμα κι αν «από στέρηση αγάπης» , την απαρνηθούν, αυτή «ολοένα ξαναγεννιέται»
· Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης
Η αξία της πανανθρώπινη, οικουμενική , πάνω από σύνορα και διαχωρισμούς,
βρίσκεται και ζει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων όπου κι αν κατοικούν
Γ/ Επίλογος [ οι δύο τελευταίες παράγραφοι]
Τελειώνοντας ο ποιητής υπογραμμίζει την ανάγκη για ανθρωπισμό,
ως μόνη λύση στα αδυσώπητα προβλήματα
που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος:
Ο Οιδίποδας « χάλασε το τέρας» με μια απλή λέξη: «άνθρωπος».
Μόνο ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να καταστρέψει τα σύγχρονα τέρατα που απειλούν τη ζωή μας:
«Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται»
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και διπλωμάτης. Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963.
Γραμματολογικά ανήκει στη «Γενιά του '30».
Ο Γεώργιος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε
στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στη Σμύρνη. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού Σεφεριάδη (1873-1951) - δικηγόρου, σημαντικού κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης και ανθρώπου με λογοτεχνικές ανησυχίες - και της Δέσποινας Τενεκίδη με καταγωγή από τη Νάξο. Το ζευγάρι είχε άλλα δυο παιδιά, τον Άγγελο και την Ιωάννα , σύζυγο του φιλόσοφου και πολιτικού Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Ο Σεφέρης ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1906 στη Σμύρνη και τις ολοκλήρωσε το 1918 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του από το 1914.
Στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης,
από την οποία αποφοίτησε με διδακτορικό το 1924.
Τα χρόνια παραμονής του στο Παρίσι ήταν καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ποιητικής του φυσιογνωμίας.
Ήταν η εποχή που το κίνημα του μοντερνισμού βρισκόταν στην ακμή του.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών (1926), αρχίζοντας έτσι μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα, που κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρεσβευτή της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Στις 10 Απριλίου του 1941, μία ημέρα μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, είχε νυμφευτεί στην Πλάκα τη Μαρώ Ζάννου, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.BBC
Στα ελληνικά γράμματα ο Γιώργος Σεφέρης εμφανίστηκε το 1931, με την ποιητική συλλογή «Στροφή», η οποία από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας της προκάλεσε το ενδιαφέρον της λογοτεχνικής κοινότητας της Αθήνας, με θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Οι θαυμαστές του -Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης- υποστήριξαν ότι η «Στροφή» εγκαινιάζει μια καινούργια εποχή για την ελληνική ποίηση, ενώ οι επικριτές του, όπως ο Άλκης Θρύλος και ο Τάκης Παπατσώνης, ισχυρίστηκαν ότι η ποίηση του Σεφέρη είναι σκοτεινή και εγκεφαλική, χωρίς πραγματικό συναίσθημα. Με την πάροδο του χρόνου, η Στροφή απέκτησε τεράστιο συμβολικό βάρος, επειδή θεωρήθηκε από την κριτική ότι έστρεψε την ελληνική ποίηση από την παραδοσιακή στη μοντέρνα γραφή. Ο Μοντερνισμός του Σεφέρη, παρατηρεί ο Γιώργος Θεοτοκάς, υπήρξε «ένας μοντερνισμός τολμηρός, αλλά που κρατούσε το νήμα της παράδοσης, με αίσθημα ευθύνης και με σεβασμό για τη γλώσσα».
Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε, αλλά και το ειδικό βάρος των Κατσίμπαλη και Καραντώνη στα λογοτεχνικά πράγματα, τον βοήθησε να επιβληθεί ως ένας πολλά υποσχόμενος νέος ποιητής. Η καθιέρωση του Σεφέρη ως μείζονος ποιητή έγινε το 1935, με την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το έργο βλέπουμε πλήρως διαμορφωμένα τα σύμβολα που συνθέτουν την ποιητική μυθολογία του Σεφέρη: το «ταξίδι», οι «πέτρες», τα «μάρμαρα», τα «αγάλματα», η «θάλασσα», ο «Οδυσσέας» κ.ά.
Εκτός από το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Σεφέρης διακρίθηκε και στον δοκιμιακό λόγο, με μία σειρά ρηξικέλευθων κριτικών δοκιμίων, στα οποία τόνισε τη σημασία της ελληνικής παράδοσης και ανέδειξε το έργο περιθωριακών μορφών της, όπως του Γιάννη Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου. Το μεταφραστικό του έργο είναι μικρό σε ποσότητα, αλλά σημαντικό. Μετέφρασε δύο έργα του αμερικανού ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ (Έρημη Χώρα και Φονικό στην Εκκλησιά), ενώ μετέφερε στη νέα ελληνική δύο έργα της Βίβλου (Άσμα Ασμάτων και Αποκάλυψη του Ιωάννη). Ο Τ.Σ. Έλιοτ, ηγετική φυσιογνωμία της μοντερνιστικής ποίησης του 20ου αιώνα, ήταν ο ποιητής που τον επηρέασε όσο κανένας άλλος.
Από τη δεκαετία του '50 το έργο του Σεφέρη μεταφράστηκε και εκτιμήθηκε στο εξωτερικό. Συνεπεία αυτού ήταν η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1963, «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.
Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, έσπασε τη σιωπή του στις 28 Μαρτίου του 1969 και στηλίτευσε τη χούντα με την περίφημη δήλωσή του στο ραδιόφωνο του BBC. «Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά» τόνισε μεταξύ άλλων.
Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται στον δωδεκαδάκτυλο. Θα πεθάνει από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20ης Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α' Νεκροταφείο, μπροστά στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό). Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Το Βήμα, το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη
Επί Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και αποτελεί μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.
Όσο ο Γ. Σεφέρης βρίσκεται στη Νότιο Αφρική, τον Αύγουστο του 1941, οι Γερμανοί εκτελούν στην Κρήτη πάνω από 2.000 πατριώτες[ Χρονικό αγώνων και θυσιών του ΚΚΕ…, ό.π., σ.142-143.
] ενώ στα τέλη του Σεπτεμβρίου, στις 27/28, ιδρύεται το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) από μικρές αριστερές πολιτικές δυνάμεις[M.Π.Λυμπεράτος, Οι οργανώσεις της αντίστασης, στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, 1940-1945, Κατοχή-Αντίσταση, τ. Γ2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 9]. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου, 28 και 29, εξεγείρονται 2.000 κάτοικοι του νομού Δράμας εναντίον της κατοχής των Βουλγάρων. Η εξέγερση αυτή πνίγηκε στο αίμα[Χρονικό αγώνων και θυσιών του ΚΚΕ…, ό.π., σ. 146.]. Από τις 29 Σεπτεμβρίου μέχρι και τις 1 Οκτωβρίου γίνεται στη Μόσχα η συνδιάσκεψη μεταξύ ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Αγγλίας για το ζήτημα των αμοιβαίων στρατιωτικών προμηθειών[Χρονολογικός πίνακας…, ό.π., σ. 882.]. Στις 30 αρχίζει η μάχη της Μόσχας ενώ μέρες πριν, στις 8/9/1941, αρχίζει ο αποκλεισμός του Λένινγκραντ[Χρονολογικός πίνακας…, ό.π., σ. 882.].
Ο Γ. Σεφέρης εξακολουθεί να βρίσκεται στην Πρετόρια όπου γράφει το δεύτερο ποίημα σε αυτή την πόλη το «Υστερόγραφο». Θα είναι το δεύτερο ποίημα της συλλογής «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄».
Όπως σημειώνει και ο Ρ. Μπήτον «πρόκειται για μια πικρόχολη καρικατούρα του Τσουδερού και του περίγυρού του»[Ρ. Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης…, ό.π., σ.312.]. Το ποίημα είναι γραμμένο σε μορφή προσευχής και με επωδό τη φράση «Κύριε, όχι μ΄ αυτούς». Αναφέρεται σε όλους αυτούς που ταξίδευαν μαζί του με το πλοίο από το Σουέζ στο Ντουρμπάν. Παρακαλεί το θεό όχι με αυτούς, αυτούς που η φωνή τους δεν βγαίνει από το στόμα, είναι αδύναμη και στέκεται κολλημένη στα κίτρινα δόντια τους. Αυτοί που έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα.
Γιώργος Σεφέρης Βίος και παρωδία δοκίμιο εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014
Από τη μία πλευρά η παρωδία, υπονομευτική, περιπαιχτική, παιγνιώδης, σατιρική, κριτική, δημιουργική μίμηση και άσκηση γραφής που διευρύνει τον ορίζοντα γνώσης και κατανόησης τόσο του παρωδού όσο και του αναγνώστη-δέκτη της για το κείμενο-στόχο. Από την άλλη πλευρά ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, σοβαρός, σκοτεινός και μελαγχολικός, που διερωτάται για το νόημα της ζωής, σημαδεμένος με έναν ξεριζωμό, ζώντας «αντιποιητικά» ως διπλωμάτης τη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τις ταραχώδεις και δυσάρεστες εποχές της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα, τις δύο δικτατορίες, του Μεταξά και των συνταγματαρχών, τον εμφύλιο πόλεμο και την «προδοσία» της Κύπρου. Ο ίδιος ο Σεφέρης λειτούργησε κόντρα στη σοβαρότητα του ποιητικού του έργου και στη νομπελική, παγκόσμια αποδοχή του. Ασκήθηκε στην παρωδία στο limerick και στο pastiche, αγγίζοντας τα όρια της τεχνικής του, καθώς πίστευε πως ο ποιητής πρέπει ν’ ασκείται στη γραφή ποικιλότροπα, όπως ακριβώς «ο πιανίστας βαρά καθημερινά τα πλήκτρα του πιάνου του». Η πρόκληση της παρώδησης ενός ποιητή όπως ο Σεφέρης εμπεριέχει τόσο την «οδύσσεια» της κατανόησης της ποίησής του, των κωδίκων της και της ιδιοσυστασίας της, όσο και την «οδύσσεια» της κατάκτησης του οπλοστασίου της τέχνης της παρωδίας.
Το κουφάρι της «Κίχλης»
“Το ναυάγιο της «Κίχλης»” είναι το τρίτο μέρος της Κίχλης. Σκηνικό του ποιήματος είναι ο Πόρος, ο τόπος δηλαδή που κυοφορήθηκε η ποιητική σύνθεση. Τα πρόσωπα που ακούγονται ή αναφέρονται στο κείμενο ανήκουν όλα στον κόσμο των νεκρών. Ο Σεφέρης – νέος Οδυσσέας ακούει φωνές νεκρών όπως αν κατέβαινε στον Άδη, ένα είδος Νέκυιας. Η Κίχλη είναι το μαύρο καράβι που θα μας πάει στον Άδη, γράφει ο ίδιος ο ποιητής στο κείμενό του Μια σκηνοθεσία για την Κίχλη, μετά από την παρότρυνση του Γιώργου Κατσίμπαλη ως βοήθεια προς τον αναγνώστη ώστε να προσπελάσει τις δυσκολίες της πρόσληψής του. Η μισοναυαγισμένη Κίχλη λειτουργεί ως ένα ενδιάμεσο μεταξύ του κόσμου των ζωντανών και του κόσμου των νεκρών. Στο ποίημα γίνεται εκτενής αναφορά στο Σωκράτη και στα τελευταία λόγια της πλατωνικής Απολογίας. Το κυρίαρχο νόημα του ποιήματος μοιάζει να είναι η περιπέτεια της ζωής που περνά από το φως στο σκοτάδι και από το σκοτάδι στο φως. Η σεφερική σκοτεινότητα της Κίχλης είχε ως αποτέλεσμα έναν μεγάλο όγκο ερμηνευτικών κειμένων έως σήμερα. Ίσως τελικά η σεφερική ποίηση είναι και η αιτία της κοινής ερώτησης που επικράτησε ανεκδοτολογικά, «τι θέλει να πει ο ποιητής;». Ο Σεφέρης φύλαξε βέβαια έναν αντίλογο σ’ αυτήν την τακτική γράφοντας: Κάθε εξήγηση ποιήματος είναι, μου φαίνεται, εξωφρενική. Το ξέρει αυτό όποιος έχει μια μικρή ιδέα του πώς δουλεύει ο καλλιτέχνης. […] Κατά γενικό κανόνα, στην Ελλάδα ακούμε λιγότερα απ’ ότι θα περίμενε κανείς από έναν ασκημένο ακροατή ποιημάτων. Σ’ αυτό, νομίζω, πρέπει ν’ αποδοθούν, πριν απ’ όλα, τα πολύ χοντρά παραστρατήματα που βλέπουμε κάθε τόσο στις ποιητικές κρίσεις. [Γιώργος Σεφέρης, Γ. Π. Σαββίδης (φιλολογική επιμέλεια), Δοκιμές, τόμ. Β, 1948-1971, Αθήνα (Ίκαρος) 1974, 53-54.]
Η κριτική παρωδία του σεφερικού ποιήματος “Το ναυάγιο της «Κίχλης»” που ακολουθεί έχει σκοπό να θίξει τις δεκάδες ερμηνευτικές προσπάθειες του ποιήματος λαμβάνοντας υπόψη της και την ίδια τη σεφερική άποψη για την κριτική και την ερμηνεία των ποιημάτων. Στόχος της παρωδίας σ’ αυτήν την περίπτωση δεν είναι το ποίημα που παρωδεί αλλά οι προσπάθειες εξήγησής του. Η παρωδία έρχεται να υπερασπίσει με κάποιον τρόπο τον ποιητή ο οποίος θα προτιμούσε απλά έναν ασκημένο αναγνώστη από έναν εμβριθή κριτικό. Ο τίτλος της, “Το ναυάγιο της «Κίχλης»”, παραπέμπει σε παραστρατημένες κριτικές, σε κριτικούς που, ως άλλα όρνια, κάθονται πάνω από το «μισοκατανοημένο» ποίημα και προβληματίζονται σε αντιστοιχία με το Σεφέρη που αντίκρισε το «μισοναυαγισμένο» καράβι. Για να βεβαιωθεί η πρόθεση της παρωδίας, προτάσσεται ως μότο ο πρώτος στίχος του ποιήματος «Θ΄» από την ενότητα «Θερινό Ηλιοστάσι» της συλλογής Τρία κρυφά ποιήματα. Η Νέκυια στην περίπτωση της παρωδίας λειτουργεί σ’ ένα παράλληλο επίπεδο, καθώς ο νεκρός στον οποίο μας οδηγεί το «κουφάρι» του ποιήματος είναι ο ποιητής, ο νεκρός Σεφέρης στη θέση του Ελπήνορα της σεφερικής Κίχλης.
Γιώργος Σεφέρης
Το ναυάγιο της «Κίχλης»
«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Παρ’ το, σου το χαρίζω.
δες, είναι ξύλο λεμονιάς...»
Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια.
το ᾿λεγαν «Κίχλη» ένα μικρό ναυάγιο- τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.
Κι άλλες φωνές σιγά-σιγά με τη σειρά τους
ακολούθησαν. ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό.
θα ’λεγες γύρευαν να πιούν αίμα μία στάλα.
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω το φαρμάκι, ευχαριστώ.
το δίκιο σας θα ναι το δίκιο μου που να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ.
ποιος πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».
Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον
άνθρωπο.
Γιώργος Παναγιωτίδης
Το κουφάρι της «Κίχλης»
«Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ’βλεπαν κι αυτοί γελούσαν»
«Το ποίημα αυτό που σκότιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που η ανάγνωση πύρωνε τις σκέψεις
σε ξένα χέρια θέλει αναλυθεί. Παρ’ το, σου το χαρίζω-
δες, είναι ποίημα σεφερικό...»
Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη βιβλιοθήκη να ξεχωρίσω
ένα βιβλίο που το έβαλαν εδώ και χρόνια.
το ᾿λεγαν «Κίχλη» ένα μικρό λείψανο. οι σελίδες,
πολυκαιρισμένες, σιωπούσαν ανέγγιχτες στη σειρά, σαν παγίδες
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σχήμα του
ταφόπλακα χάρτινη κάποιου μεγάλου ποιητή νεκρού
χαμένη στο ράφι. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.
Κι άλλες φωνές σιγά-σιγά με τη σειρά τους
ακολούθησαν. ψίθυροι φτενοί και μακρυσμένοι
που βγαίναν από του επίπλου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό.
θα ’λεγες γύρευαν να πουν το ποίημα, τη «Στροφή».
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του Σεφέρη, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά του δωματίου
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α δε με διαβάσετε να πιω το φαρμάκι, ευχαριστώ.
το άδικό σας θα ’ναι το δίκιο μου πού να γράφω απ’ την αρχή
γυρίζοντας σε αιθέριους τόπους, ένα στρογγυλό σύννεφο.
Τη σιωπή την προτιμώ.
ποιος έγραψε καλύτερα ο θεός το ξέρει».
Χώρες της ποίησης και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε την ποίηση.
Χώρες του Σεφέρη και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε το Σεφέρη.
Γαβριηλίδης, 2014 216 σελ.
ISBN 978-960-576-161-5,
[Κυκλοφορεί - ]
Νεοελληνική λογοτεχνία - Ερμηνεία και κριτική [DDC: 889.09]
Νεοελληνική λογοτεχνία - Ιστορία και κριτική [DDC: 889.09]
Σεφέρης, Γιώργος (1900-1971) [DDC: 928]
Παναγιωτίδης, Γιώργος
Ο Γιώργος Παναγιωτίδης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1965. Είναι εκπαιδευτικός με μεταπτυχιακό δίπλωμα στη δημιουργική γραφή. Συντάχτηκε με το λογοτεχνικό περιοδικό "Μανδραγόρας" για μια δεκαετία, έως το 2005 και για τα τεύχη 12 έως 33, απ’ όπου παρουσίαζε κυρίως ποιητές. Το ίδιο έκανε και στο Συμπόσιο Ποίησης του Πανεπιστημίου Πατρών. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συνθέσεις, Ρύνια, α΄ έκδοση το 1985 και β΄ έκδοση το 2002, Τα όντα εκεί και Ονόματα μόνΟ υπό τον τίτλο Τα δύο όλα το 1996 και Δι’ οδών το 2002, από τις εκδόσεις "Μανδραγόρας". Το πρώτο του μυθιστόρημα, Ερώτων και Αοράτων, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Γαβριηλίδης" το 2007 και διακρίθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω το 2008. Την Άνοιξη του 2012 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή Ομορφιές αφόρητες επίσης από τις εκδόσεις "Γαβριηλίδης". Γράφει σε λογοτεχνικά περιοδικά. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά: Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Δέλεαρ, Συμπόσιο, Ποιητική, Άνευ και στα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά: http://www.e-poema.eu - http://poeticanet.com καθώς και στο blog του Ε.ΚΕ.ΒΙ.
Εσύ τί γύρευες; Τραυλή στην όψη.Μόλις που είχες σηκωθείαφήνοντας τα σεντόνια να παγώσουνκαι τα εκδικητικά λουτρά.5Στάλες κυλούσαν στους ώμους σουστην κοιλιά σουτα πόδια σου κατάσαρκα στο χώμαστο θερισμένο χόρτο.Εκείνοι, τρεις10τα πρόσωπα της τολμηρής Εκάτης.Γύρευαν να σε πάρουν μαζί τους.Τα μάτια σου δυο τραγικά κοχύλιακι είχες στις ρώγες στα βυζιάδυο βυσσινιά μικρά χαλίκια—15σύνεργα της σκηνής, δεν ξέρω.Εκείνοι αλάλαζανέμενες ριζωμένη στο χώμα,σκίζαν τον αέρα τα νοήματά τους.Δούλοι τούς έφεραν τα μαχαίρια·20έμενες ριζωμένη στο χώμα,κυπαρίσσι.Έσυραν τα μαχαίρια απ’ τα θηκάριακι έψαχναν πού να σε χτυπήσουν.Τότε μονάχα φώναξες:25«Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει,μήπως δεν είμαι η θάλασσα;»http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1541