Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξειδεν μπορεί να γίνει τίποτε.Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές.
Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις5βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτητον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωποτης μοναξιάς και της σιωπήςκι ας ανάβουν οι φωτιές.
10Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλητην ώρα που κόπηκε ο καιρόςεκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σουπρέπει να τον εύρειςπρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο15κάποιος άλλος, όταν θα ’χεις πεθάνει.
Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα (Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια).
Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχοτο βράδυ που έπεσε η γαλήνη20άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπήςμέσα στο κορμί σουτη νύχτα εκείνη του αϊ-Γιάννηόταν έσβησαν όλες οι φωτιέςκαι μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.
Πρόκειται για το λόγο που εκφώνησε ο ποιητής στη Στοκχόλμη το Δεκέμβρη του 1963, κατά την τελετή απονομής του βραβείου Νόμπελ λογοτεχνίας. Η ομιλία εκφωνήθηκε στα γαλλικά και στο σχολικό βιβλίο της Λογοτεχνίας του Γυμνασίου, παρουσιάζεται μεταφρασμένη από τον ίδιο το Σεφέρη.
Στην ομιλία του ο ποιητής συνοψίζει τις πεποιθήσεις του, αφενός για την άμεση και αδιάσπαστη συνέχεια της ελληνικής γλώσσας – και ευρύτερα της ελληνικής ηθικής συνείδησης- από την αρχαιότητα ως τη σημερινή εποχή και αφετέρου για τηναναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο.
Δομή του κειμένου:
Α/ Η πρώτη παράγραφος αποτελεί την εισαγωγή της ομιλίας,
στην οποία ο ποιητής με μεγάλη μετριοφροσύνη,
δείχνει να αντιμετωπίζει τη βράβευση του ως βράβευση της ελληνικής γλώσσας.
Τονίζει επίσης μια μεγάλη αντίφαση:
από τη μια να βραβεύεται για την γραμμένη στα ελληνικά
ποίησή του και από άλλη να ευχαριστεί για τη διάκριση αυτή σε μια γλώσσα άλλη.
Β/ Το κύριο σώμα της ομιλίας στρέφεται γύρω από δύο άξονες:
1: την ελληνική παράδοση, την οποία ο ποιητής αντιλαμβάνεται μέσα από δύο τομείς:
α) την ελληνική γλώσσα και β) την ελληνική ηθική συνείδηση
2. την αναγκαιότητα και τη λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο
ΑΝΑΛΥΣΗ
Β1) Η ελληνική παράδοση:
α) Η ελληνική γλώσσα
Τα χαρακτηριστικά της ελληνικής γλώσσας σύμφωνα με το Γ. Σεφέρη
· περιλάλητη επί αιώνες [ γλώσσα ξακουστή και μακρόβια]
· στην παρούσα μορφή της περιορισμένη [ σήμερα χρησιμοποιείται μόνο από ολιγάριθμους Έλληνες]
· δεν έπαψε ποτέ της να μιλιέται [ χαρακτηρίζεται από αδιάσπαστη συνέχεια]
β) Η ελληνική ηθική συνείδηση
Όπως υποστηρίζει ο Σεφέρης εκείνο που χαρακτηρίζει τον ελληνικό κόσμο,
από την αρχαιότητα ως τις μέρες μας είναι
η αγάπη για την ανθρωπιά και τη δικαιοσύνη.
Η λέξη ανθρωπιά δεν έχει εδώ τη σημερινή της σημασία αλλά μας παραπέμπει
στον ανθρωποκεντρισμό, στον πολιτισμό δηλαδή εκείνο που έχει κέντρο τον άνθρωπο,
που δίνει έμφαση στις σωματικές και πνευματικές ικανότητές του
και καταφάσκει/επιδοκιμάζει την ανθρώπινη ζωή.
Όσο για τη δικαιοσύνη και το μέτρο, είναι αναπόσπαστα στοιχεία της ελληνικής ηθικής συνείδησης
και έχει τόσο πολύ «διαποτίσει την ελληνική ψυχή,
ώστε να γίνει κανόνας και του φυσικού κόσμου».
Για τη δικαιοσύνη και το μέτρο , ο ποιητής ανατρέχει στην αρχαία τραγωδία:
«…..ο άνθρωπος που ξεπερνά το μέτρο πρέπει να τιμωρηθεί από τις Ερινύες».
Εκφράζει την πεποίθηση ότι ο κανόνας αυτός ισχύει ακόμα και για τα φυσικά φαινόμενα
και τεκμηριώνει ιστορικά την ορθότητα της άποψή του
με αναφορές στον Ηράκλειτο [ δεν πρέπει ο ήλιος να ξεπερνάει το μέτρο……….]
και το Μακρυγιάννη: [ θα χαθούμε γιατί αδικήσαμε]
Β2) Η αναγκαιότητα και η λειτουργία της ποίησης στο σύγχρονο κόσμο
Εδώ ο ποιητής αναπτύσσει τις απόψεις του για την ποίηση και το ρόλο της στη σύγχρονη κοινωνία:
Επισημαίνει λοιπόν:
· « Η Σουηδία θέλησε να τιμήσει και τούτη την ποίηση και όλη την ποίηση γενικά»
Στο πρόσωπό του βραβεύεται γενικά όλη η ποιητική δημιουργία
· «…..ανάμεσα σε ένα λαό περιορισμένο»
Η ποίηση λειτουργεί ακόμα και σε μικρούς λαούς
· «Τούτος ο σύγχρονος κόσμος ………..τη χρειάζεται την ποίηση»
Ο άνθρωπος της σύγχρονης εποχής , ο οποίος βασανίζεται από άγχη , αβεβαιότητα και κάθε μορφής αδιέξοδα, έχει ανάγκη το καταφύγιο που προσφέρει η ποίηση
· «Τι θα γινόμασταν αν η πνοή μας λιγόστευε;»
Θεωρεί την ποίηση τόσο απαραίτητη για τον άνθρωπο, όσο και η ίδια η ανάσα του
· «….νιώθει πάντα την ανάγκη να ακούει τούτη την ανθρώπινη φωνή»
Ταυτίζει την ποίηση με φωνή ανθρώπινη την οποία ο άνθρωπος θα έχει πάντα την ανάγκη να ακούει
· «……..από στέρηση αγάπης και ολοένα ξαναγεννιέται»
Η ποίηση δεν χάνεται ποτέ, ακόμα κι αν «από στέρηση αγάπης» , την απαρνηθούν, αυτή «ολοένα ξαναγεννιέται»
· Το βασίλειό της είναι στις καρδιές όλων των ανθρώπων της γης
Η αξία της πανανθρώπινη, οικουμενική , πάνω από σύνορα και διαχωρισμούς,
βρίσκεται και ζει μέσα στις καρδιές των ανθρώπων όπου κι αν κατοικούν
Γ/ Επίλογος [ οι δύο τελευταίες παράγραφοι]
Τελειώνοντας ο ποιητής υπογραμμίζει την ανάγκη για ανθρωπισμό,
ως μόνη λύση στα αδυσώπητα προβλήματα
που αντιμετωπίζει ο σύγχρονος άνθρωπος:
Ο Οιδίποδας « χάλασε το τέρας» με μια απλή λέξη: «άνθρωπος».
Μόνο ο άνθρωπος έχει τη δύναμη να καταστρέψει τα σύγχρονα τέρατα που απειλούν τη ζωή μας:
«Πρέπει να αναζητήσουμε τον άνθρωπο όπου κι αν βρίσκεται»
ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ
Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, μεταφραστής και διπλωμάτης. Από τους σημαντικότερους Έλληνες ποιητές, τιμήθηκε με Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963.
Γραμματολογικά ανήκει στη «Γενιά του '30».
Ο Γεώργιος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε
στις 29 Φεβρουαρίου του 1900 στη Σμύρνη. Ήταν το μεγαλύτερο παιδί του Στυλιανού Σεφεριάδη (1873-1951) - δικηγόρου, σημαντικού κοινωνικού παράγοντα της Σμύρνης και ανθρώπου με λογοτεχνικές ανησυχίες - και της Δέσποινας Τενεκίδη με καταγωγή από τη Νάξο. Το ζευγάρι είχε άλλα δυο παιδιά, τον Άγγελο και την Ιωάννα , σύζυγο του φιλόσοφου και πολιτικού Κωνσταντίνου Τσάτσου.
Ο Σεφέρης ξεκίνησε τις εγκύκλιες σπουδές του το 1906 στη Σμύρνη και τις ολοκλήρωσε το 1918 στην Αθήνα, όπου είχε εγκατασταθεί η οικογένειά του από το 1914.
Στη συνέχεια γράφτηκε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης,
από την οποία αποφοίτησε με διδακτορικό το 1924.
Τα χρόνια παραμονής του στο Παρίσι ήταν καθοριστικά για τη διαμόρφωση της ποιητικής του φυσιογνωμίας.
Ήταν η εποχή που το κίνημα του μοντερνισμού βρισκόταν στην ακμή του.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα διορίστηκε υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών (1926), αρχίζοντας έτσι μια λαμπρή καριέρα στο διπλωματικό σώμα, που κορυφώθηκε το 1957, με την τοποθέτησή του ως πρεσβευτή της Ελλάδας στη Μεγάλη Βρετανία. Παρέμεινε στο Λονδίνο έως το 1962, οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Στις 10 Απριλίου του 1941, μία ημέρα μετά την κατάληψη της Θεσσαλονίκης από τους Γερμανούς, είχε νυμφευτεί στην Πλάκα τη Μαρώ Ζάννου, με την οποία δεν απέκτησε παιδιά.BBC
Στα ελληνικά γράμματα ο Γιώργος Σεφέρης εμφανίστηκε το 1931, με την ποιητική συλλογή «Στροφή», η οποία από την πρώτη στιγμή της κυκλοφορίας της προκάλεσε το ενδιαφέρον της λογοτεχνικής κοινότητας της Αθήνας, με θετικές και αρνητικές αντιδράσεις. Οι θαυμαστές του -Γιώργος Θεοτοκάς, Γιώργος Κατσίμπαλης και Ανδρέας Καραντώνης- υποστήριξαν ότι η «Στροφή» εγκαινιάζει μια καινούργια εποχή για την ελληνική ποίηση, ενώ οι επικριτές του, όπως ο Άλκης Θρύλος και ο Τάκης Παπατσώνης, ισχυρίστηκαν ότι η ποίηση του Σεφέρη είναι σκοτεινή και εγκεφαλική, χωρίς πραγματικό συναίσθημα. Με την πάροδο του χρόνου, η Στροφή απέκτησε τεράστιο συμβολικό βάρος, επειδή θεωρήθηκε από την κριτική ότι έστρεψε την ελληνική ποίηση από την παραδοσιακή στη μοντέρνα γραφή. Ο Μοντερνισμός του Σεφέρη, παρατηρεί ο Γιώργος Θεοτοκάς, υπήρξε «ένας μοντερνισμός τολμηρός, αλλά που κρατούσε το νήμα της παράδοσης, με αίσθημα ευθύνης και με σεβασμό για τη γλώσσα».
Ο θόρυβος που δημιουργήθηκε, αλλά και το ειδικό βάρος των Κατσίμπαλη και Καραντώνη στα λογοτεχνικά πράγματα, τον βοήθησε να επιβληθεί ως ένας πολλά υποσχόμενος νέος ποιητής. Η καθιέρωση του Σεφέρη ως μείζονος ποιητή έγινε το 1935, με την ποιητική συλλογή Μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το έργο βλέπουμε πλήρως διαμορφωμένα τα σύμβολα που συνθέτουν την ποιητική μυθολογία του Σεφέρη: το «ταξίδι», οι «πέτρες», τα «μάρμαρα», τα «αγάλματα», η «θάλασσα», ο «Οδυσσέας» κ.ά.
Εκτός από το πλούσιο ποιητικό έργο του, ο Σεφέρης διακρίθηκε και στον δοκιμιακό λόγο, με μία σειρά ρηξικέλευθων κριτικών δοκιμίων, στα οποία τόνισε τη σημασία της ελληνικής παράδοσης και ανέδειξε το έργο περιθωριακών μορφών της, όπως του Γιάννη Μακρυγιάννη και του Θεόφιλου. Το μεταφραστικό του έργο είναι μικρό σε ποσότητα, αλλά σημαντικό. Μετέφρασε δύο έργα του αμερικανού ποιητή Τ.Σ. Έλιοτ (Έρημη Χώρα και Φονικό στην Εκκλησιά), ενώ μετέφερε στη νέα ελληνική δύο έργα της Βίβλου (Άσμα Ασμάτων και Αποκάλυψη του Ιωάννη). Ο Τ.Σ. Έλιοτ, ηγετική φυσιογνωμία της μοντερνιστικής ποίησης του 20ου αιώνα, ήταν ο ποιητής που τον επηρέασε όσο κανένας άλλος.
Από τη δεκαετία του '50 το έργο του Σεφέρη μεταφράστηκε και εκτιμήθηκε στο εξωτερικό. Συνεπεία αυτού ήταν η βράβευσή του με το Νόμπελ Λογοτεχνίας τον Δεκέμβριο του 1963, «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες», όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της Σουηδικής Ακαδημίας.
Κατά τη διάρκεια της επτάχρονης δικτατορίας, έσπασε τη σιωπή του στις 28 Μαρτίου του 1969 και στηλίτευσε τη χούντα με την περίφημη δήλωσή του στο ραδιόφωνο του BBC. «Είναι μια κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης, όπου όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και με κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντισθούν μέσα στα ελώδη στεκάμενα νερά» τόνισε μεταξύ άλλων.
Στις αρχές Αυγούστου του 1971 ο Γιώργος Σεφέρης εισάγεται στον Ευαγγελισμό και εγχειρίζεται στον δωδεκαδάκτυλο. Θα πεθάνει από μετεγχειρητικές επιπλοκές τα ξημερώματα της 20ης Σεπτεμβρίου του 1971. Η κηδεία του, δύο ημέρες αργότερα, θα είναι πάνδημη και θα λάβει αντιδικτατορικό χαρακτήρα. Στη νεκρώσιμη πομπή προς το Α' Νεκροταφείο, μπροστά στην Πύλη του Αδριανού, το πλήθος σταματά την κυκλοφορία και αρχίζει να τραγουδά το απαγορευμένο τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Σεφέρη Άρνηση (Στο περιγιάλι το κρυφό, όπως είναι πιο γνωστό). Στις 23 Σεπτεμβρίου, δημοσιεύεται στην εφημερίδα Το Βήμα, το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη
Επί Ασπαλάθων, που έγραψε στις 31 Μαρτίου 1971 και αποτελεί μία ακόμη καταγγελία κατά της δικτατορίας.
Όσο ο Γ. Σεφέρης βρίσκεται στη Νότιο Αφρική, τον Αύγουστο του 1941, οι Γερμανοί εκτελούν στην Κρήτη πάνω από 2.000 πατριώτες[ Χρονικό αγώνων και θυσιών του ΚΚΕ…, ό.π., σ.142-143.
] ενώ στα τέλη του Σεπτεμβρίου, στις 27/28, ιδρύεται το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο (ΕΑΜ) από μικρές αριστερές πολιτικές δυνάμεις[M.Π.Λυμπεράτος, Οι οργανώσεις της αντίστασης, στο Ιστορία της Ελλάδας του 20ου αιώνα, Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, 1940-1945, Κατοχή-Αντίσταση, τ. Γ2, Βιβλιόραμα, Αθήνα 2007, σ. 9]. Στα τέλη του Σεπτεμβρίου, 28 και 29, εξεγείρονται 2.000 κάτοικοι του νομού Δράμας εναντίον της κατοχής των Βουλγάρων. Η εξέγερση αυτή πνίγηκε στο αίμα[Χρονικό αγώνων και θυσιών του ΚΚΕ…, ό.π., σ. 146.]. Από τις 29 Σεπτεμβρίου μέχρι και τις 1 Οκτωβρίου γίνεται στη Μόσχα η συνδιάσκεψη μεταξύ ΕΣΣΔ, ΗΠΑ και Αγγλίας για το ζήτημα των αμοιβαίων στρατιωτικών προμηθειών[Χρονολογικός πίνακας…, ό.π., σ. 882.]. Στις 30 αρχίζει η μάχη της Μόσχας ενώ μέρες πριν, στις 8/9/1941, αρχίζει ο αποκλεισμός του Λένινγκραντ[Χρονολογικός πίνακας…, ό.π., σ. 882.].
Ο Γ. Σεφέρης εξακολουθεί να βρίσκεται στην Πρετόρια όπου γράφει το δεύτερο ποίημα σε αυτή την πόλη το «Υστερόγραφο». Θα είναι το δεύτερο ποίημα της συλλογής «Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄».
Όπως σημειώνει και ο Ρ. Μπήτον «πρόκειται για μια πικρόχολη καρικατούρα του Τσουδερού και του περίγυρού του»[Ρ. Μπήτον, Γιώργος Σεφέρης…, ό.π., σ.312.]. Το ποίημα είναι γραμμένο σε μορφή προσευχής και με επωδό τη φράση «Κύριε, όχι μ΄ αυτούς». Αναφέρεται σε όλους αυτούς που ταξίδευαν μαζί του με το πλοίο από το Σουέζ στο Ντουρμπάν. Παρακαλεί το θεό όχι με αυτούς, αυτούς που η φωνή τους δεν βγαίνει από το στόμα, είναι αδύναμη και στέκεται κολλημένη στα κίτρινα δόντια τους. Αυτοί που έχουν μάτια κάτασπρα χωρίς ματόκλαδα.
Γιώργος Σεφέρης Βίος και παρωδία δοκίμιο εκδόσεις Γαβριηλίδης, 2014
Από τη μία πλευρά η παρωδία, υπονομευτική, περιπαιχτική, παιγνιώδης, σατιρική, κριτική, δημιουργική μίμηση και άσκηση γραφής που διευρύνει τον ορίζοντα γνώσης και κατανόησης τόσο του παρωδού όσο και του αναγνώστη-δέκτη της για το κείμενο-στόχο. Από την άλλη πλευρά ο ποιητής Γιώργος Σεφέρης, σοβαρός, σκοτεινός και μελαγχολικός, που διερωτάται για το νόημα της ζωής, σημαδεμένος με έναν ξεριζωμό, ζώντας «αντιποιητικά» ως διπλωμάτης τη δίνη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, τις ταραχώδεις και δυσάρεστες εποχές της ελληνικής ιστορίας του 20ού αιώνα, τις δύο δικτατορίες, του Μεταξά και των συνταγματαρχών, τον εμφύλιο πόλεμο και την «προδοσία» της Κύπρου. Ο ίδιος ο Σεφέρης λειτούργησε κόντρα στη σοβαρότητα του ποιητικού του έργου και στη νομπελική, παγκόσμια αποδοχή του. Ασκήθηκε στην παρωδία στο limerick και στο pastiche, αγγίζοντας τα όρια της τεχνικής του, καθώς πίστευε πως ο ποιητής πρέπει ν’ ασκείται στη γραφή ποικιλότροπα, όπως ακριβώς «ο πιανίστας βαρά καθημερινά τα πλήκτρα του πιάνου του». Η πρόκληση της παρώδησης ενός ποιητή όπως ο Σεφέρης εμπεριέχει τόσο την «οδύσσεια» της κατανόησης της ποίησής του, των κωδίκων της και της ιδιοσυστασίας της, όσο και την «οδύσσεια» της κατάκτησης του οπλοστασίου της τέχνης της παρωδίας.
Το κουφάρι της «Κίχλης»
“Το ναυάγιο της «Κίχλης»” είναι το τρίτο μέρος της Κίχλης. Σκηνικό του ποιήματος είναι ο Πόρος, ο τόπος δηλαδή που κυοφορήθηκε η ποιητική σύνθεση. Τα πρόσωπα που ακούγονται ή αναφέρονται στο κείμενο ανήκουν όλα στον κόσμο των νεκρών. Ο Σεφέρης – νέος Οδυσσέας ακούει φωνές νεκρών όπως αν κατέβαινε στον Άδη, ένα είδος Νέκυιας. Η Κίχλη είναι το μαύρο καράβι που θα μας πάει στον Άδη, γράφει ο ίδιος ο ποιητής στο κείμενό του Μια σκηνοθεσία για την Κίχλη, μετά από την παρότρυνση του Γιώργου Κατσίμπαλη ως βοήθεια προς τον αναγνώστη ώστε να προσπελάσει τις δυσκολίες της πρόσληψής του. Η μισοναυαγισμένη Κίχλη λειτουργεί ως ένα ενδιάμεσο μεταξύ του κόσμου των ζωντανών και του κόσμου των νεκρών. Στο ποίημα γίνεται εκτενής αναφορά στο Σωκράτη και στα τελευταία λόγια της πλατωνικής Απολογίας. Το κυρίαρχο νόημα του ποιήματος μοιάζει να είναι η περιπέτεια της ζωής που περνά από το φως στο σκοτάδι και από το σκοτάδι στο φως. Η σεφερική σκοτεινότητα της Κίχλης είχε ως αποτέλεσμα έναν μεγάλο όγκο ερμηνευτικών κειμένων έως σήμερα. Ίσως τελικά η σεφερική ποίηση είναι και η αιτία της κοινής ερώτησης που επικράτησε ανεκδοτολογικά, «τι θέλει να πει ο ποιητής;». Ο Σεφέρης φύλαξε βέβαια έναν αντίλογο σ’ αυτήν την τακτική γράφοντας: Κάθε εξήγηση ποιήματος είναι, μου φαίνεται, εξωφρενική. Το ξέρει αυτό όποιος έχει μια μικρή ιδέα του πώς δουλεύει ο καλλιτέχνης. […] Κατά γενικό κανόνα, στην Ελλάδα ακούμε λιγότερα απ’ ότι θα περίμενε κανείς από έναν ασκημένο ακροατή ποιημάτων. Σ’ αυτό, νομίζω, πρέπει ν’ αποδοθούν, πριν απ’ όλα, τα πολύ χοντρά παραστρατήματα που βλέπουμε κάθε τόσο στις ποιητικές κρίσεις. [Γιώργος Σεφέρης, Γ. Π. Σαββίδης (φιλολογική επιμέλεια), Δοκιμές, τόμ. Β, 1948-1971, Αθήνα (Ίκαρος) 1974, 53-54.]
Η κριτική παρωδία του σεφερικού ποιήματος “Το ναυάγιο της «Κίχλης»” που ακολουθεί έχει σκοπό να θίξει τις δεκάδες ερμηνευτικές προσπάθειες του ποιήματος λαμβάνοντας υπόψη της και την ίδια τη σεφερική άποψη για την κριτική και την ερμηνεία των ποιημάτων. Στόχος της παρωδίας σ’ αυτήν την περίπτωση δεν είναι το ποίημα που παρωδεί αλλά οι προσπάθειες εξήγησής του. Η παρωδία έρχεται να υπερασπίσει με κάποιον τρόπο τον ποιητή ο οποίος θα προτιμούσε απλά έναν ασκημένο αναγνώστη από έναν εμβριθή κριτικό. Ο τίτλος της, “Το ναυάγιο της «Κίχλης»”, παραπέμπει σε παραστρατημένες κριτικές, σε κριτικούς που, ως άλλα όρνια, κάθονται πάνω από το «μισοκατανοημένο» ποίημα και προβληματίζονται σε αντιστοιχία με το Σεφέρη που αντίκρισε το «μισοναυαγισμένο» καράβι. Για να βεβαιωθεί η πρόθεση της παρωδίας, προτάσσεται ως μότο ο πρώτος στίχος του ποιήματος «Θ΄» από την ενότητα «Θερινό Ηλιοστάσι» της συλλογής Τρία κρυφά ποιήματα. Η Νέκυια στην περίπτωση της παρωδίας λειτουργεί σ’ ένα παράλληλο επίπεδο, καθώς ο νεκρός στον οποίο μας οδηγεί το «κουφάρι» του ποιήματος είναι ο ποιητής, ο νεκρός Σεφέρης στη θέση του Ελπήνορα της σεφερικής Κίχλης.
Γιώργος Σεφέρης
Το ναυάγιο της «Κίχλης»
«Το ξύλο αυτό που δρόσιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που το μεσημέρι πύρωνε τις φλέβες
σε ξένα χέρια θέλει ανθίσει. Παρ’ το, σου το χαρίζω.
δες, είναι ξύλο λεμονιάς...»
Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη θάλασσα να ξεχωρίσω
ένα καράβι που το βούλιαξαν εδώ και χρόνια.
το ᾿λεγαν «Κίχλη» ένα μικρό ναυάγιο- τα κατάρτια,
σπασμένα, κυματίζανε λοξά στο βάθος, σαν πλοκάμια
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σκαρί του
στόμα θαμπό κάποιου μεγάλου κήτους νεκρού
σβησμένο στο νερό. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.
Κι άλλες φωνές σιγά-σιγά με τη σειρά τους
ακολούθησαν. ψίθυροι φτενοί και διψασμένοι
που βγαίναν από του ήλιου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό.
θα ’λεγες γύρευαν να πιούν αίμα μία στάλα.
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του γέρου, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά της μέρας
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α με δικάσετε να πιω το φαρμάκι, ευχαριστώ.
το δίκιο σας θα ναι το δίκιο μου που να πηγαίνω
γυρίζοντας σε ξένους τόπους, ένα στρογγυλό λιθάρι.
Το θάνατο τον προτιμώ.
ποιος πάει για το καλύτερο ο θεός το ξέρει».
Χώρες του ήλιου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον ήλιο.
Χώρες του ανθρώπου και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε τον
άνθρωπο.
Γιώργος Παναγιωτίδης
Το κουφάρι της «Κίχλης»
«Μιλούσες για πράγματα που δεν τα ’βλεπαν κι αυτοί γελούσαν»
«Το ποίημα αυτό που σκότιζε το μέτωπό μου
τις ώρες που η ανάγνωση πύρωνε τις σκέψεις
σε ξένα χέρια θέλει αναλυθεί. Παρ’ το, σου το χαρίζω-
δες, είναι ποίημα σεφερικό...»
Άκουσα τη φωνή
καθώς εκοίταζα στη βιβλιοθήκη να ξεχωρίσω
ένα βιβλίο που το έβαλαν εδώ και χρόνια.
το ᾿λεγαν «Κίχλη» ένα μικρό λείψανο. οι σελίδες,
πολυκαιρισμένες, σιωπούσαν ανέγγιχτες στη σειρά, σαν παγίδες
ή μνήμη ονείρων, δείχνοντας το σχήμα του
ταφόπλακα χάρτινη κάποιου μεγάλου ποιητή νεκρού
χαμένη στο ράφι. Μεγάλη απλώνουνταν γαλήνη.
Κι άλλες φωνές σιγά-σιγά με τη σειρά τους
ακολούθησαν. ψίθυροι φτενοί και μακρυσμένοι
που βγαίναν από του επίπλου τ’ άλλο μέρος, το σκοτεινό.
θα ’λεγες γύρευαν να πουν το ποίημα, τη «Στροφή».
ήτανε γνώριμες μα δεν μπορούσα να τις ξεχωρίσω.
Κι ήρθε η φωνή του Σεφέρη, αυτή την ένιωσα
πέφτοντας στην καρδιά του δωματίου
ήσυχη, σαν ακίνητη:
«Κι α δε με διαβάσετε να πιω το φαρμάκι, ευχαριστώ.
το άδικό σας θα ’ναι το δίκιο μου πού να γράφω απ’ την αρχή
γυρίζοντας σε αιθέριους τόπους, ένα στρογγυλό σύννεφο.
Τη σιωπή την προτιμώ.
ποιος έγραψε καλύτερα ο θεός το ξέρει».
Χώρες της ποίησης και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε την ποίηση.
Χώρες του Σεφέρη και δεν μπορείτε ν’ αντικρίσετε το Σεφέρη.
Γαβριηλίδης, 2014 216 σελ.
ISBN 978-960-576-161-5,
[Κυκλοφορεί - ]
Νεοελληνική λογοτεχνία - Ερμηνεία και κριτική [DDC: 889.09]
Νεοελληνική λογοτεχνία - Ιστορία και κριτική [DDC: 889.09]
Σεφέρης, Γιώργος (1900-1971) [DDC: 928]
Παναγιωτίδης, Γιώργος
Ο Γιώργος Παναγιωτίδης γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1965. Είναι εκπαιδευτικός με μεταπτυχιακό δίπλωμα στη δημιουργική γραφή. Συντάχτηκε με το λογοτεχνικό περιοδικό "Μανδραγόρας" για μια δεκαετία, έως το 2005 και για τα τεύχη 12 έως 33, απ’ όπου παρουσίαζε κυρίως ποιητές. Το ίδιο έκανε και στο Συμπόσιο Ποίησης του Πανεπιστημίου Πατρών. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συνθέσεις, Ρύνια, α΄ έκδοση το 1985 και β΄ έκδοση το 2002, Τα όντα εκεί και Ονόματα μόνΟ υπό τον τίτλο Τα δύο όλα το 1996 και Δι’ οδών το 2002, από τις εκδόσεις "Μανδραγόρας". Το πρώτο του μυθιστόρημα, Ερώτων και Αοράτων, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις "Γαβριηλίδης" το 2007 και διακρίθηκε με το Βραβείο Μυθιστορήματος του περιοδικού Διαβάζω το 2008. Την Άνοιξη του 2012 κυκλοφόρησε την ποιητική συλλογή Ομορφιές αφόρητες επίσης από τις εκδόσεις "Γαβριηλίδης". Γράφει σε λογοτεχνικά περιοδικά. Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα έντυπα λογοτεχνικά περιοδικά: Πόρφυρας, Μανδραγόρας, Δέλεαρ, Συμπόσιο, Ποιητική, Άνευ και στα ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά: http://www.e-poema.eu - http://poeticanet.com καθώς και στο blog του Ε.ΚΕ.ΒΙ.
Εσύ τί γύρευες; Τραυλή στην όψη.Μόλις που είχες σηκωθείαφήνοντας τα σεντόνια να παγώσουνκαι τα εκδικητικά λουτρά.5Στάλες κυλούσαν στους ώμους σουστην κοιλιά σουτα πόδια σου κατάσαρκα στο χώμαστο θερισμένο χόρτο.Εκείνοι, τρεις10τα πρόσωπα της τολμηρής Εκάτης.Γύρευαν να σε πάρουν μαζί τους.Τα μάτια σου δυο τραγικά κοχύλιακι είχες στις ρώγες στα βυζιάδυο βυσσινιά μικρά χαλίκια—15σύνεργα της σκηνής, δεν ξέρω.Εκείνοι αλάλαζανέμενες ριζωμένη στο χώμα,σκίζαν τον αέρα τα νοήματά τους.Δούλοι τούς έφεραν τα μαχαίρια·20έμενες ριζωμένη στο χώμα,κυπαρίσσι.Έσυραν τα μαχαίρια απ’ τα θηκάριακι έψαχναν πού να σε χτυπήσουν.Τότε μονάχα φώναξες:25«Ας έρθει να με κοιμηθεί όποιος θέλει,μήπως δεν είμαι η θάλασσα;»http://www.greek-language.gr/Resources/literature/tools/concordance/browse.html?cnd_id=1&text_id=1541
Βρέθηκα στην ανάγκη να βάλω το νοσοκομείο του Δον Χουάν Ταβέρα με τη μορφή μοντέλου, γιατί όχι μόνο ερχότανε να σκεπάσει την πύλη του Βισάγκρα, αλλά και ο θόλος του ανέβαινε με τρόπο που ξεπερνούσε την πόλη· κι έτσι μια που το 'βαλα σα μοντέλο και το μετακίνησα από τον τόπο του, μου φαίνεται προτιμότερο να δείξω την πρόσοψή του παρά τις άλλες του μεριές. Όσο για τη θέση του μέσα στην πόλη, φαίνεται στο χάρτη.
ΔΟΜΗΝΙΚΟΣ ΘΕΟΤΟΚΟΠΟΥΛΟΣ
Εδώ, στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
μονιά κρυφού νερού που θησαυρίζει.
Σκεπή της βήματα ηχερά. Τ' αστέρια
δε σμίγουν την καρδιά της. Κάθε μέρα
πληθαίνει, ανοιγοκλεί, δεν την αγγίζει.
Ανοίγει ο πάνω κόσμος σα ριπίδι
και παίζει με το φύσημα του ανέμου,
μ' ένα ρυθμό που ξεψυχάει στο δείλι
φτεροκοπάει ανέλπιδα και σφύζει
στο σφύριγμα του πόνου του γραμμένου.
Στο πύργωμα του θόλου ανέλεης νύχτας
πατούνε οι έννοιες κι οι χαρές διαβαίνουν,
με το γοργό κροτάλισμα της μοίρας
πρόσωπα ανάβουν λάμπουν μια στιγμή
και σβήνουνται σ' ένα σκοτάδι εβένου.
Μορφές που φεύγουν! Ορμαθοί τα μάτια
κυλούν βαλμένα σ' ένα αυλάκι πίκρα
και της μεγάλης μέρας τα σημάδια
τις παίρνουν και τις φέρνουν πιο σιμά
στη μαύρη γης που δε γυρεύει λύτρα.
Στο χώμα γέρνει το κορμί του ανθρώπου
για ν' απομείνει η διψασμένη αγάπη·
μαρμαρωμένο στ' άγγιγμα του χρόνου
το άγαλμα πέφτει γυμνό στον αδρό
κόρφο που το γλυκαίνει αγάλι-αγάλι.
Δάκρυα γυρεύει η δίψα της αγάπης
τα τριαντάφυλλα σκύβουν - η ψυχή μας -
στα φύλλα ακούγεται ο παλμός της πλάσης
το απόβραδο σιμώνει σα διαβάτης
ύστερα η νύχτα κι ύστερα το μνήμα ...
Μα εδώ στο χώμα ρίζωσε μια στέρνα
κρυφή μονιά, ζεστή, που θησαυρίζει
κάθε κορμιού το βόγκο στον αγέρα
τη μάχη με τη νύχτα με τη μέρα,
πληθαίνει ο κόσμος, πάει, δεν την αγγίζει.
Περνούνε οι ώρες, ήλιοι και φεγγάρια,
μα το νερό έχει δέσει σαν καθρέφτης·
η απαντοχή με τα ορθάνοιχτα μάτια
όταν βυθίσουν όλα τα πανιά
στην άκρη του πελάγου που τη θρέφει.
Μόνη, και στην καρδιά της τόσο πλήθος
μόνη, και στην καρδιά της τόσος μόχθος
και τόσος πόνος, στάλα-στάλα μόνος
τα δίχτυα ρίχνοντας μακριά στον κόσμο
που ζει μ' ένα κυμάτισμα πικρό.
Σαν άνοιξε το κύμα απ' την αγκάλη
να 'τανε στην αγκάλη να τελειώσει
να 'τανε την αγάπη στ' ακρογιάλι
πριν σπάσει τη γραμμή του να μας δώσει
το κύμα ως έμεινε στην άμμο αφρός.
Μια ζεστασιά απλωμένη σαν προβιά,
ήμερη σαν το κοιμισμένο αγρίμι
που ξέφυγε ήσυχο το καρδιοχτύπι
και χτύπησε στον ύπνο να ζητήσει
το περιβόλι όπου σταλάζει ασήμι.
Κι ένα κορμί κρυφό, βαθιά κραυγή
βγαλμένη από το σπήλαιο του θανάτου,
σαν το νερό ζωηρό μέσα στ' αυλάκι
σαν το νερό που λάμπει στο χορτάρι
μονάχο και μιλεί στις μαύρες ρίζες ...
Ω! πιο κοντά στη ρίζα της ζωής μας
από τη σκέψη μας κι από την έννοια!
Ω πιο κοντά από το σκληρό αδερφό μας
που μας κοιτάει με βλέφαρα κλεισμένα
κι από τη λόγχη ακόμα στο πλευρό μας!
Ω! ν' απαλύνει ξάφνω στην αφή μας
το δέρμα της σιωπής που μας στενεύει,
να λησμονήσουμε, θεοί, το κρίμα
που όλο πληθαίνει κι όλο μας βαραίνει,
να βγούμε από τη γνώση κι απ' την πείνα!
Μαζεύοντας τον πόνο της πληγής μας
να βγούμε από τον πόνο της πληγής μας,
μαζεύοντας την πίκρα του κορμιού μας
να βγούμε από την πίκρα του κορμιού μας,
ρόδα ν' ανθίσουν στο αίμα της πληγής μας.
Όλα να γίνουνε ξανά σαν πρώτα
στα δάχτυλα στα μάτια και στα χείλια,
ν' αφήσουμε τη γερασμένη αρρώστια
πουκάμισο που αφήσανε τα φίδια
κίτρινο μες στα πράσινα τριφύλλια.
Μεγάλη αγάπη κι άχραντη, γαλήνη!
Μέσα στη ζωντανή θέρμη ένα βράδυ
λύγισες ταπεινά, γυμνή καμπύλη,
λευκή φτερούγα πάνω απ' το κοπάδι
σαν απαλή στον κρόταφο παλάμη.
Το πέλαγο που σ' έφερε σε πήρε
πέρα στις λεμονιές τις ανθισμένες
τώρα που γλυκοξύπνησαν οι μοίρες
χίλιες μορφές με τρεις απλές ρυτίδες
στον επιτάφιο συνοδεία βαλμένες.
Σέρνουνε μοιρολόγια οι μυροφόρες
ν' ακολουθήσει η ελπίδα των ανθρώπων
στα μάτια σφηνωμένη με τις φλόγες
φωτίζοντας το χώμα το τυφλό
που ιδρώνει από της άνοιξης τον κόπο.
Φλόγες του πέρα κόσμου, πυροφάνια
πάνω στην άνοιξη που σήμερα αναβλύζει,
ίσκιοι θλιμμένοι στα νεκρά στεφάνια
βήματα ... βήματα ... η αργή καμπάνα
μια σκοτεινή αλυσίδα ξετυλίγει -
"Πεθαίνουμε! Πεθαίνουν οι θεοί μας!.."
Τα μάρμαρα το ξέρουν που κοιτάζουν
σαν άσπρη χαραυγή πάνω στο θύμα
ξένα, γεμάτα βλέφαρα, συντρίμμια,
καθώς περνούν τα πλήθη του θανάτου.
.................................
.................................
.................................
.................................
.................................
Περάσανε μακριά, με τον καημό τους
ζεστό κοντά στα χαμηλά αγιοκέρια
που γράφανε στο σκυφτό μέτωπό τους
τη ζωή πασίχαρη στα μεσημέρια
όταν σβηστούν τα μάγια και τ' αστέρια.
Μα η νύχτα δεν πιστεύει στην αυγή
κι η αγάπη ζει το θάνατο να υφαίνει
έτσι, σαν την ελεύθερη ψυχή,
μια στέρνα που διδάσκει τη σιγή
μέσα στην πολιτεία τη φλογισμένη. Πηγή : http://www.greek-language.gr/greekLang/literature/tools/concordance/seferis/content.html?collection_id=1&text_id=019
Η «Στέρνα», ένα από τα πιο δυσερμήνευτα ποιήματα του ποιητή, έχει προξενήσει αμηχανία στους μελετητές της. Ανάμεσα στις στροφές 21 και 22 υπάρχει ένα φιλολογικό παράδοξο: πέντε σειρές με τελείες, που φαίνονται σαν να υποκαθιστούν και να υποδηλώνουν μιαν ελλείπουσα στροφή του ποιήματος μια στροφή, που δεν γράφτηκε ίσως ποτέ
Η «Σιωπή» του Σεφέρη
Η διαπιστωμένη έλλειψη μιας συστηματικής και ολικής μελέτης για την ποιητική του Σεφέρη δεν είναι παρά ένα μόνο σύμπτωμα για την κατάσταση της σεφερολογίας και δη της σεφερολαγνείας, αλλά και ολόκληρης της θεσμοθετημένης νεοελληνικής φιλολογίας και γραμματολογίας, γενικότερα.
Ενδεικτικές για την κατάσταση αυτή είναι δύο ελληνικές διδακτορικές διατριβές για την ποιητική ακριβώς του Σεφέρη: Η πρώτη (Ε. Καψωμένος, Η συντακτική δομή της ποιητικής γλώσσας του Σεφέρη, 1975) μεταφέρει στην καθ' ημάς Ανατολή, εκπρόθεσμα, τα τριμμένα αποφόρια της μόδας του παριζιάνικου στρουκτουραλισμού της δεκαετίας του '60· η δεύτερη (Ν. Βαγενάς, Ο ποιητής και ο χορευτής, 1979) δεν είναι παρά ένα αποσπόρι της «Σχολής Αντρέα Καραντώνη» του εγχώριου «κριτικού» ιμπρεσιονισμού.
Φιλολογικό παράδοξο
Το αδιέξοδο, στο οποίο οδηγούνται τα παραπάνω «κριτικά» μοντέλα, μαρτυρούν, αντιπροσωπευτικά, μερικές κρίσεις τους για τη «Στέρνα», ένα από τα πιο δυσερμήνευτα ποιήματα του Σεφέρη κρίσεις του τύπου: «Οι δείκτες των σύνθετων συντάξεων και των εξαρτημένων προτάσεων παρουσιάζουν μια μικρή ανοδική καμπύλη από τη Στροφή στη Στέρνα, που θα αυξηθεί στις επόμενες συλλογές, ενώ οι δείκτες των αφελών συντάξεων και των κύριων προτάσεων μειώνονται ελαφρά» (Ε. Καψωμένος) και: «Είτε η στέρνα είναι το σύμβολο του θανάτου, είτε της ψυχής του ποιητή, είτε το σύμβολο της εσώτατης ύπαρξής μας, είτε το σύμβολο της ζωής, όπως πιστεύω, το νόημά της δε φτάνει να καλύψει όλα τα σημεία του ποιήματος, με αποτέλεσμα ορισμένα χωρία του να μη φωτίζονται όσο θα έπρεπε» (Ν. Βαγενάς).
Στις παραπάνω και τις όμοιές τους στρουκτουραλιστικές και ιμπρεσιονιστικές «κριτικές» προσεγγίσεις στο ποιητικό και, γενικότερα, το λογοτεχνικό έργο θα πρέπει ν' αντιταχτεί μια συνθετική γραμματολογική μέθοδος, στην οποία θ' αξιοποιούνται ερμηνευτικά τα πιο διαφορετικά, ενδοκειμενικά και εξωκειμενικά, τεκμήρια και ευρήματα. Απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή μιας τέτοιας συνθετικής μεθόδου θα ήταν η επαρκής γνώση εκ μέρους του μελετητή και δη του νεοελληνιστή όχι μόνο λ.χ. του συνολικού έργου του Σεφέρη, αλλά και της νεοελληνικής και ευρωπαϊκής λογοτεχνίας και της ποιητικής θεωρίας των δύο τελευταίων τουλάχιστον αιώνων. Για την «εικονογράφηση» των παραπάνω θεωρητικών θέσεων θα επιχειρήσω την επισήμανση ενός στοιχείου της ποιητικής του Σεφέρη στο παραπάνω δυσερμήνευτο ποίημα, που έχει προξενήσει αμηχανία στους μελετητές του:
Η «Στέρνα» (1932), όπως την ξέρουμε σήμερα, είναι ένα μακρό, για τα δεδομένα της νεότερης και της μοντέρνας λυρικής ποίησης, ποίημα 115 στίχων, αριθμημένων από τον φιλολογικό εκδότη των «Ποιημάτων» (8η έκδ.: 1972) του Σεφέρη Γ. Π. Σαββίδη και οργανωμένων σε 23 πεντάστιχες στροφές. Ανάμεσα στις στροφές 21 και 22 υπάρχει ένα φιλολογικό παράδοξο, ένα unicum σ' ολόκληρη την ποίηση του Σεφέρη, που έχει μείνει απαρατήρητο και, πάντως, ασχολίαστο και ανερμήνευτο ακόμα και από τους συστηματικότερους μελετητές του: πέντε σειρές με τελείες, που φαίνονται σαν να υποκαθιστούν και να υποδηλώνουν μιαν ελλείπουσα στροφή του ποιήματος μια στροφή, που δεν γράφτηκε ίσως ποτέ. Αυτό λοιπόν το φιλολογικό παράδοξο μπορεί να μας αποκαλύψει, ακριβώς χάρη στη μοναδικότητά του στο ποιητικό corpus του Σεφέρη, ένα «υφολογικό» στοιχείο της ποιητικής του, που μπορεί να μας οδηγήσει πολύ πέρα από τις μορφολογικές μας διαπιστώσεις: Μια πρώτη έξωθεν καλή μαρτυρία μάς κληροδότησε ο Γ. Π. Σαββίδης (1987), που δεν μπόρεσε όμως να την αξιοποιήσει φιλολογικά-ερμηνευτικά ο ίδιος: «Ή μήπως (θα βάλουμε χέρι) στους στίχους του Σεφέρη, που παρενέβαλε στην Στέρνα ολόκληρη στροφή αποσιωπητικά, επειδή, όπως μου εξήγησε, του χρειαζόταν μια σιωπή πέντε στίχων;».
Το στοιχείο αυτό της ποιητικής του Σεφέρη παραπέμπει, απαραγνώριστα, στο αντίστοιχο «υφολογικό» στοιχείο του ποιητικού αποσπάσματος στον Σολωμό της ώριμης κερκυραϊκής περιόδου, όπως το γνωρίζουμε από την έκδοση των «Ευρισκομένων» (1859) του ποιητή από τον Πολυλά και τους νεότερους φιλολογικούς εκδότες του. Την αναγωγή αυτή στον μεγάλο, τον «εθνικό», ποιητικό του πρόγονο μας την υποδείκνυε ο ίδιος ο Σεφέρης (1964) μια υπόδειξη, που έμεινε και αυτή, εννοείται, αναξιοποίητη από τους μελετητές του: «Από τα λίγα που έχω γράψει για την πολύ μεγάλη φυσιογνωμία του Σολωμού, πιστεύω να έχει φανεί πως τα χάσματα που μας άφησε μ' ενδιαφέρουν το ίδιο όσο και τ' αποσπάσματά του. Τ' αποσπάσματα του Σολωμού είναι δείκτες. [...] Πάντα, με κάποιον τρόπο, μας σπρώχνουν προς τις σιωπές που τους περιβάλλουν: τα κενά τους».
Εκτός όμως από τον Σολωμό, για την έκφραση του «υφολογικού» στοιχείου της «σιωπής» μέσω του ποιητικού αποσπάσματος, ο Σεφέρης είχε και έναν άλλο οδηγό, τον Ρ. Valéry, έναν από τους πρώτους ευρωπαίους δασκάλους του· το «αποτύπωμα του Valéry» σ' αυτήν ακριβώς την ελλείπουσα στροφή της «Στέρνας» είχε επισημάνει έγκαιρα (1963) ο έγκυρος μεταφραστής του F. Μ. Pontani και η «σιωπή» ως «υφολογικό στοιχείο» στην, αποσπασματική, ποίηση του Valéry είναι στο μεταξύ ένα από τα νεότερα πορίσματα της μελέτης του αποσπασματικού ποιήματος σ' ευρωπαϊκό επίπεδο.
Στάση ζωής
Οι παραπάνω επισημάνσεις επιβάλλουν ήδη μερικές καθαρά φιλολογικές συνέπειες για τον φιλολογικό εκδότη, τον ερμηνευτή και τον κοινό αλλ' επαρκή αναγνώστη του Σεφέρη. Πρώτα πρώτα: Σε μια μελλοντική, «επανορθωμένη», έκδοση της «Στέρνας», στη στιχαρίθμηση του ποιήματος πρέπει να συναριθμηθούν και οι πέντε «σειρές» (= στίχοι) της ελλείπουσας στροφής, έτσι ώστε το ποίημα ν' αποτελείται συνολικά από 120 αντί των 115 στίχους. Την αναξιοποίητη από τους μελετητές του πληροφορία ότι «το ποίημα προοριζόταν να έχει εκατόν είκοσι στίχους, δηλαδή είκοσι τέσσερις στροφές, όσες ακριβώς είχε ο Ερωτικός λόγος και όσες ενότητες θα έχει το Μυθιστόρημα», είχε δώσει ο ίδιος ο ποιητής του.
Επειτα: Για την πραγματοποίηση της καλλιτεχνικής βούλησης του ποιητή του ο αναγνώστης του ποιήματος πρέπει να κάνει μια βουβή παύση στο σημείο της ελλείπουσας στροφής, ενώ, πολύ περισσότερο, κατά την απαγγελία του ποιήματος ο «εκφωνητής» του πρέπει να «πραγματοποιήσει» ένα χρονικό διάστημα σιωπής μιας πεντάστιχης στροφής, όπως γίνεται, προγραμματικά, σε μερικές μουσικές συνθέσεις. Τέλος: Για την ερμηνευτική σύνθεση, η επισήμανση του μοτίβου «σιωπή» στον Σεφέρη πρέπει να επεκταθεί σε ολόκληρο το ποιητικό του έργο: Πραγματικά, η έννοια «σιωπή» επανέρχεται, μαζί με τη συνώνυμή της «σιγή», εκτός από τη «Στέρνα» (14η στροφή), με καταπληκτική συχνότητα σ' ολόκληρο το ποιητικό του corpus. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η έννοια «σιωπή» παραπέμπει πολύ πέρα από την ποίηση και την ποιητική του Σεφέρη: στην ίδια τη βιοθεωρία και την ιδεολογία του. Η ευγλωττότερη μαρτυρία προέρχεται και πάλι από τον ίδιο τον ποιητή: Πρόκειται για τη γνωστή «Δήλωσή» του κατά τη διάρκεια της Απριλιανής Δικτατορίας (28.3.1969) δήλωση, που του είχε αποσπάσει «η πίεση των πνευματικών του φίλων και συναδέλφων του»· τη δήλωσή του αυτή ο Σεφέρης την έκλεινε με την αντιδήλωση: «τώρα επιστρέφω στη ΣΙΩΠΗ μου».
Η «σιωπηρή» αυτή μαρτυρία του Σεφέρη παίρνει την πραγματική νοηματική της διάσταση, όταν διασταυρωθεί με τη μεταγενέστερη μαρτυρία του Μ. Θεοδωράκη, στην αντιπαράθεσή του με τη χήρα του ποιητή («Τα Νέα», 23.8.1986, σ. 18), στην οποία η έννοια «σιωπή» προσλαμβάνει την πραγματική, πολιτική, σημασία της: «[...] ο Στρατής Τσίρκας, ο οποίος προσπαθούσε να κινητοποιήσει τους πνευματικούς μας ανθρώπους, για να παλέψουν όχι με τη ΣΙΩΠΗ, η οποία καταντούσε εύκολη λύση, αλλά με συγκεκριμένες ενέργειες και έργα...».
Αυτή η «σιωπή», την οποία «έσπασε» για πρώτη και τελευταία φορά ο Σεφέρης στα 69 του χρόνια, χαρακτήριζε ολόκληρη τη ζωή του με τη στάση του απέναντι στα δικτατορικά και αυταρχικά καθεστώτα (Πάγκαλος, Κονδύλης, Μεταξάς, Γεώργιος Β´) από την αρχή της διπλωματικής του καριέρας (1926), τα οποία είχε υπηρετήσει «φανατικά ως πρεσβευτής» ο Σεφέρης, όπως παρατηρεί ο Μ. Θεοδωράκης για το εκλογικό πραξικόπημα του 1961.
Αλλά γι' αυτήν την πολιτική «σιωπή» του διπλωμάτη-ποιητή θα χρειαστούμε μιαν άλλη, διεξοδικότερη, έρευνα και μελέτη. *
* Ο κ. Γιώργος Βελουδής είναι καθηγητής της Νεοελληνικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων.
Πηγή : http://www.tovima.gr/opinions/article/?aid=128746
ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 10/12/2000 00:00