Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σικελιανός Άγγελος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σικελιανός Άγγελος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Στο δρόμο προς την ποιητική νεωτερικότητα οι περιπτώσεις των ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, ΣΕΦΕΡΗ, ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΥΤΗ



ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΠΡΟΣ

ΤΗΝ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

ΝΕΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑ



ΟΙ ΠΕΡΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ

ΚΑΡΥΩΤΑΚΗ, ΣΕΦΕΡΗ, ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΥ & ΕΛΥΤΗ
ΦΟΙΤΗΤΗΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΑΜΠΟΥΚΟΣ
ΣΥΜΒΟΥΛΟΣ ΘΕΜΑΤΙΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
ΔΩΡΑ ΜΕΝΤΗ
ΔΙΔΑΚΤΩΡ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

Διαβάστε επίσης για την πιο κάτω μελέτη : Γιώργος Σεφέρης - Λίνος Πολίτης Ποίηση και φιλολογία στη νεωτερικότητα
http://users.auth.gr/neta/pdf/%CE%A3%CE%B5%CF%86%CE%AD%CF%81%CE%B7%CF%82%20-%20%CE%A0%CE%BF%CE%BB%CE%AF%CF%84%CE%B7%CF%82.pdf

ΠΑΡΑ∆ΟΣΙΑΚΗ & ΜΟΝΤΕΡΝΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Η «Πρέβεζα», το τελευταίο από όσο γνωρίζουμε ποίημα που έγραψε ο Καρυωτάκης, (Βλέπε http://poihtikakailogotexnikaanalogia.blogspot.gr/2014/04/blog-post_4761.html αποτελεί απολογισμό ενός βιολογικού και ποιητικού βίου στον οποίο δεν είχε πλέον τίποτα να προσθέσει ή να βελτιώσει. Κλειστός άνθρωπος μα ειλικρινής ποιητής ο Καρυωτάκης, με ανόθευτη λυρική διάθεση εκφράζει την κόπωση και την παρακμή που βιώνει. Μέσα στο στίχο του που υπακούει την παραδοσιακή ποιητική φόρμα, περνά όλη την ωμότητα της ζωής του. Το ποίημα δεν προχωρά στις ελευθερίες που σύντομα θα ακολουθήσουν και οι στροφές παραμένουν κανονικά τετράστιχα με τους 
στίχους σταθερά ομοιοκατάληκτους να ακολουθούν το ιαμβικό μέτρο. Όμως παρά την ατολμία του ποιητή να σπάσει τις παραδομένες φόρμες, ο στίχος μοιάζει να διαφέρει από τον καθιερωμένο της εποχής, εμφανίζοντας μια φαινομενική πεζολογία και έναν αδέσμευτο ρυθμό.1
Αιτία είναι η υπονομευτική παρουσία κάποιων χαρακτηριστικών που αποδιοργανώνουν την προσωδία, όπως η μετρική ασυμφωνία των στίχων, οι απροειδοποίητες χασμωδίες, οι παρατονισμοί, οι ασυνήθιστες τομές διάσπαρτες σε όλο το ποίημα, καθώς και οι έντονα παρόντες διασκελισμοί.2
Οι παρεκκλίσεις της μετρικής ακολουθούνται και από αντίστοιχες αποκλίσεις στη γλώσσα, αφού ο Καρυωτάκης παραμένοντας συνειδητά στο μεταίχμιο καθαρεύουσας και δημοτικής, αξιοποιεί μαζί με λέξεις της καθημερινής γλώσσας, πλήθος από λέξεις και γραμματικούς τύπους της καθαρεύουσας, διακωμωδώντας ταυτόχρονα με αυτόν τον τρόπο την πομπώδη γραφειοκρατική φρασεολογία.3
Πέρα από τα μορφικά στοιχεία όμως, και ο τρόπος που συλλαμβάνει και αναπτύσσει τη θεματολογία του απομακρύνεται από την παραδομένη ποιητική. Το πικρό χιούμορ, η ελλειπτικότητα του πυκνού μα πάντα μουσικού λόγου, η προσπάθεια για εσωτερικές παρά για εξωτερικές αρμονίες, η τολμηρότητα στις μεταφορές που κάποιες στιγμές ανασύρουν στη μνήμη μας την υπαινικτικότητα και την ασάφεια ενός υπερρεαλισμού που θα ακολουθήσει, όλα συνδηλώνουν τις επερχόμενες αλλαγές στην ποίηση. 

Ο Σεφέρης από την άλλη πλευρά αποτελεί εξαιρετικό δείγμα για τη στροφή της ελληνικής ποίησης στη δεκαετία του ’30, μιας δεκαετίας που με τους πειραματισμούς της θα σημαδέψει την ποιητική δημιουργία και θα την οδηγήσει στη σύγχρονη και στη μοντέρνα μορφή της. Επιχειρεί λοιπόν την ανανέωση με ένα στίχο που ελευθεριάζει, σε μια προσεγμένη έκφραση, έχοντας συνείδηση ότι η πιστή αποδοχή της στιχουργικής παράδοσης δεν μπορεί πια να αποδώσει. Με αυτοέλεγχο και πειθαρχία στην επιλογή του υλικού και των μέσων, δημιουργεί καθαρή ποίηση που αναπτύσσει και στην «Τελευταία Μέρα», http://poihtikakailogotexnikaanalogia.blogspot.gr/2014/04/blog-post_4054.html
σε ένα ποίημα που αποτελείται από τριανταένα συνολικά, ιδιαίτερα εκτενείς ελεύθερους στίχους, τους οποίους μοιράζει σε τρεις άνισες στροφικές ενότητες, παρεμβάλλοντας δυο ευδιάκριτα τυπογραφικά κενά.4

Έχει γίνει πλέον φανερή η οριστική εγκατάλειψη του μέτρου, της ομοιοκαταληξίας και της παραδοσιακής στροφικής μορφής, αλλά και ο επίπονος αγώνας του για ισορροπία μορφής και ουσίας. Με τη χρήση του ελεύθερου στίχου δημιουργεί το δικό του προσωπικό ύφος στηριγμένο όχι στα παραδοσιακά υλικά αλλά σε μια γλώσσα λιτή και δωρική που μεταπλάθει σε ποιητική εμπλουτίζοντάς την με νεόκοπες, άτριφτες εικόνες και τολμηρούς εκφραστικούς τρόπους. Αποφεύγοντας τα φραστικά στολίδια και την κατάχρηση λεκτικών σχημάτων που ήταν προσφιλή στην έως τότε ποιητική παραγωγή, υιοθετεί ένα χαμηλό εξομολογητικό τόνο. Έχοντας διαγνώσει την αρρώστια του ποιητικού λόγου που ονομάζεται ρητορεία, σπρώχνει την ποιητική του όσο γίνεται πιο κοντά στον ψίθυρο, σε ένα περιεκτικό αλλά συνάμα υπαινικτικό αφηγηματικό και δραματικό τρόπο έκφρασης.5
Μακριά από υπερβολές και ασύμμετρες ρητορείες υιοθετεί έναν αποσπασματικό λόγο, χωρίς να αποφεύγει τους διασκελισμούς· ενώ οι αναφορές του, με έμμεσο τρόπο και υπαινιγμούς, 
επιφέρουν διανοητική σκοτεινότητα. Η δυσκολία λοιπόν στην ποιητική του Σεφέρη δεν αγγίζει τη γλώσσα του, που παραμένει καθαρή και απερίφραστη, ικανή να αποδώσει με καίρια έκφραση, χωρίς να υπολείπεται μιας σταθερότητας που μας επιτρέπει να τον ονομάσουμε κλασικό.6
Η ποίησή του εξάλλου, απελευθερωμένη από τη δυσλειτουργία της παραδοσιακής στιχουργικής, δεν αγγίζει τον ακραιφνή μοντερνισμό διατηρώντας πάντα μια έλλογη νοηματική αλληλουχία, παρά τη 
διανοητική ασάφεια των υπαινιγμών, προβάλλοντας σταθερά ένα βασικό νοηματικό άξονα ανάπτυξης, που στο συγκεκριμένο ποίημα έχει τη μορφή της δημόσιας κηδείας την οποία παρακολουθεί το ποιητικό υποκείμενο. Ας μην παραβλέψουμε άλλωστε και το λυρισμό, που, εποχούμενος της μελαγχολικής ατμόσφαιρας και των προβληματισμών του ποιητή, υφέρπει στο ποίημα. Ένας 
λυρισμός που όμως απέχει παρασάγγας από αυτόν που βρίσκουμε στην ποίηση του Σικελιανού. 
Ο Σικελιανός, παρότι ήταν ο πρώτος έλληνας που κατήργησε την ομοιοκαταληξία και το μέτρο, στη συνέχεια χρησιμοποίησε με μεγάλη φειδώ τον ελεύθερο στίχο, για να επιστρέψει στη δεκαετία του ’30 στην παραδοσιακή μετρική.7
Χωρίς να είναι νεωτερικός ποιητής σε ό,τι αφορά στις μορφολογικές του συμβάσεις, μένει εντέλει πιστός σε έναν τρόπο γραφής που εκείνη την περίοδο εγκαταλείπεται, γεγονός που αναντίρρητα έβλαψε την υστεροφημία του, αποξενώνοντάς τον από μεγάλη μερίδα των μεταπολεμικών ομότεχνών του. Το ποίημα «Γιατί βαθιά μου δόξασα»,
 http://poihtikakailogotexnikaanalogia.blogspot.gr/2014/04/blog-post_5290.html
μια σύνθεση υψηλή και βαθύτατα εξομολογητική μπορεί να αναγνωριστεί σαν ένας άξιος επίλογος του λυρικού του βίου. Ακολουθώντας ρητορική οργάνωση, ο ποιητής, ένας εξαιρετικά πολύτροπος τεχνίτης, γράφει σε μορφή παραδοσιακής ποίησης, σε ιαμβικόμέτρο, με συνδυασμό πλεκτής και ζευγαρωτής ομοιοκαταληξίας, τηρώντας μια κανονική στροφική σύνθεση, την οποία όμως στην τελική μορφή του ποιήματος, δεν διστάζει να θυσιάσει αφαιρώντας έναν ολόκληρο στίχο από 
την πρώτη στροφή.8
Αποφεύγοντας τους διασκελισμούς, ολοκληρώνει το νόημα κάθε στίχου δημιουργώντας ένα ποίημα που θα μπορούσε να αποτελέσει τον αξιωματικό ορισμό του λυρισμού. Η εξαπλή ομοιοκαταληξία 
που ενώνει της κατατακτήριες λέξεις των δεκατετρασύλλαβων στις δυο τελευταίες στροφές, χαρίζει την αίσθηση ηχητικής αρμονίας που ισχυροποιείται από τις δυο ομοηχίες σεισμός – παλμός στην τελευταία στροφή. 
Έτσι η γενικότερη ηχητική ενορχήστρωση, η δομική ισορροπία και η μετρική, εκλύουν με έμμεσο τρόπο συγκίνηση στον αναγνώστη, θέτοντας την τέχνη της ρητορικής με φυσικότητα στην υπηρεσία της λυρικής συγκίνησης.9

Παραμένοντας λοιπόν το ποίημα στα παραδοσιακά πλαίσια, καλείται ο αναγνώστης να αφεθεί δεκτικός, ώστε, απαλλαγμένος από προλήψεις και εύκολους απορριπτισμούς, να απολαύσει το χειμαρρώδη λυρικό λόγο και να γευτεί το διανοητικό λυρισμό του Σικελιανού, που ξεκινώντας από ένα βιωματικό έναυσμα, μας αποκαλύπτει σε μικρή φόρμα και με εκπληκτική ενάργεια λόγιες συζεύξεις από γραμματολογικό υλικό αιώνων.10

Αντίθετα στην «Αυτοψία» θα συναντήσουμε το βαθιά προσωπικό και λυρικό ύφος του Ελύτη
που χαρακτηρίζεται από αντιπαραθέσεις και από άλματα της φαντασίας που του κληροδότησε ο Υπερρεαλισμός.11

Εκμεταλλευόμενος με σύνεση τις ελευθερίες που του παρείχε το νέο αυτό πρωτοποριακό κίνημα, αναδιαρθρώνει τον ποιητικό λόγο εφαρμόζοντας αριστοτεχνικά τη συνειρμική και αναλογική σύνθεση. Συνθέτει με ορμητικό ρυθμό πρωτόφαντες εικόνες χρησιμοποιώντας ως ποιητικά αντικείμενα μετωνυμίες, που δεν αντλεί από το συμβολισμό, αλλά από την ελληνική καθημερινότητα του κοινού ανθρώπου, αυτό που ο ίδιος αναγνωρίζει ως ελληνικότητα. Στο συγκεκριμένο ποίημα δημιουργεί την άλογη εικονογραφία του από στοιχεία της ελληνικής φύσης, τα οποία ταυτίζει μέσω της αυτοψίας με μέρη του νεκρού σώματος και, μέσω αυτής της ταύτισης, με την ίδια την ποιητική δημιουργία. Διαπλάθει λοιπόν μια ποίηση καταργώντας τη λογική αλληλουχία, η οποία όμως είναι ικανή με φανταστικές και ονειρικές εικόνες να εκφράζει πιο άμεσα το ποιητικό ζητούμενο.12 

Ο Ελύτης δομεί την ποιητική του με λέξεις, αρμονίες ήχων, ιδιότυπες σημάνσεις, ανοίγματα και ρήξεις ρυθμών, με μια γλώσσα που αναβαπτίζεται δημιουργικά μέσα στη κοινή γλωσσολαλιά· τη βάρβαρη, αεικίνητη, αλλά και ταπεινή καθημερινή γλώσσα, με όλες τις ιδιοσυγκρασίες και τις ιδιαιτερότητές της. Από αυτήν αντλεί ο ποιητής τους πόρους του, λέξεις, εκφράσεις, υπονοούμενα, αμφισημίες, συντακτικούς και δομικούς τρόπους, τη δύναμη τελικά που την αλλάζει ξεπερνώντας την, δίνοντας στο πλούσιο γλωσσικό υλικό που αφομοίωσε, ρυθμό και κατευθύνσεις. Η επικοινωνία ποιητή και αναγνώστη δοκιμάζεται αλλά δεν αμφισβητείται ολότελα, ακόμα και εκεί όπου δυσκολεύεται από το μη αναγνώσιμο κι αναγνωρίσιμο. 
Ο ποιητικός τόπος του Ελύτη απέχει από τους «κοινούς τόπους» της επικοινωνιακής, χρηστικής γλώσσας, αλλά ποτέ σχεδόν δεν χαρακτηρίστηκε από το άλεκτο, το άναρθρο και το άρυθμο, παρά την αποσπασματικότητα, τις ασυνέχειες και τις βίαιες μορφικές αναδιαρθρώσεις που την χαρακτηρίζουν. 
Απέχει και από την παραδοσιακή ποιητική μορφή, κρατώντας μόνο τους συντακτικούς μηχανισμούς της γραφής, ώστε να διαφυλάξει το κείμενο από την ταύτισή του με οτιδήποτε άλλο πέρα από την καθαρά ποιητική τάξη.13

Απορρίπτει μέτρο ρίμα και παραδομένη φόρμα και αντί αυτών χρησιμοποιεί την παρήχηση, τη λεξιλογική εικονοποιία, την ιδιότυπη ποιητική αρχιτεκτονική. Ποιητής του ελεύθερου στίχου σε θεωρία και πράξη, φιλοτεχνεί υψηλή ποίηση όχι με ρίμες και μέτρο. Η δική του ποίηση είναι έρρυθμη γιατί απλά φέρει νόημα.14

ΠΟΙΗΤΙΚΑ ΠΑΡΑΛΛΗΛΑ 
Στο κέντρο της θεματικής του Καρυωτάκη βρίσκεται η τετριμμένη 
ρηχότητα της σύγχρονης ζωής του, η διάσταση που βιώνει ανάμεσα στις 
προσωπικές του αξίες και βλέψεις και στην περιβάλλουσα πραγματικότητα.15

Αυτό που τον κατατρώει είναι η απουσία των μεγάλων πραγμάτων, των 
σπανίων και των ωραίων, έστω και των τραγικών. Ο ρεαλισμός του είναι 
αρνητικός επειδή απορρέει από τη λανθάνουσα αναζήτηση ενός οριστικά 
απόντος ιδανικού, μιας απουσίας που αδυνατεί να αποδεχτεί και για αυτό την 
καταγγέλλει, ενώ παραμένει διαρκώς ασυμβίβαστος με την απογοητευτική 
πραγματικότητα χωρίς να πιστεύει ότι αυτή μπορεί να αλλάξει. Η μονοτονία 
και η πεζότητα τον έστρεψε να αναζητά την αλήθεια και την ομορφιά έξω και 
πέρα από τη ζωή. Η ποιητική του φαντασία ταυτισμένη με την αναπαράσταση 
της ψυχολογίας του, ξεδιπλώνεται με ποιητικές εικόνες που πάνε κι έρχονται, 
σαλεύουν, μένουν στη μέση, κάποτε ακόμα και αναποδογυρίζονται.16

Χωρίς να καταφεύγει σε κριτικές αναφορές, εικονοποιεί την ποίησή του 
με συγκεκριμένες καταστάσεις και περιστατικά, με περιγραφές από τις οποίες 
αφαιρεί τον πραγματολογικό χαρακτήρα τους, μετουσιώνοντας τις απτές και 
συγκεκριμένες εικόνες σε σύμβολα του ιδεατού, χρησιμοποιώντας αυτές ως 
μέσο για τη σαρκαστική κατάδειξη των κοινωνικών συμβάσεων της εποχής 
του. Στην «Πρέβεζα» αποκαλύπτει με άμεσο και οργισμένα απροκάλυπτο 
τρόπο, τη διαλεκτική μεταφορική εικονοποιία της σύνθεσής του, 
προτάσσοντας την ιδέα του θανάτου πριν καν από την περιγραφή των ίδιων 
των εικόνων. Αποδίδει έτσι την αφόρητη πίεση της απελπισίας του αλλά και τη 
βεβαιότητα μιας κορύφωσης, μιας ρήξης, ενισχύοντας την άποψη που 
αναγνωρίζει βαριά υπαρξιακή φόρτιση σε αυτό το τελευταίο ποίημά του, στο 
ομόλογο της αυτοκτονίας του.17

Εδώ περιγράφει με ειλικρίνεια και ρεαλισμό τη δυστυχία μιας μικρής 
ζωής, μια ταπεινή καθημερινότητα περιχαρακωμένη στην ψεύτικη ασφάλεια 
ενός γραφειοκρατικού ρεαλισμού. Βιώνοντας τη μιζέρια του επαρχιωτισμού, 
έχοντας φθάσει στο βυθό της πικρίας, εκδηλώνει έναν δηκτικό σαρκασμό για 
το νεοαστικό κατάντημά του, περιγράφοντας τον τόπο και την ψυχολογία των 
ανθρώπων, τις συνήθειες και τα ενδιαφέροντά τους.18 Μέσα στο γενικότερο 
κλίμα απόγνωσης και πεσιμισμού που εκφράζει το ιστορικό και κοινωνικό 
στίγμα της γενιάς του,19 κρατώντας αντιηρωική στάση απέναντι σε όλα, ψάλει 
λοιπόν το άδοξο και το ασήμαντο, ακόμα και το γελοίο, προβάλλοντας το 
άγχος της επαναλαμβανόμενης καθημερινότητας, τις καταπιεστικές αξίες της 
αστικής κοινωνικής σύμβασης και την απουσία μιας πραγματικής ηρωικής 
διάστασης στη ζωή, στοιχεία που εντέλει αίρουν κάθε λόγο ύπαρξης.20

Χρησιμοποιώντας βιωματικά στοιχεία από την πραγματικότητα στην 
Πρέβεζα, συνταιριάζοντας το λυρικό και το σαρκαστικό τόνο σε ένα απέριττο 
σύνολο, δεν περιγράφει απλώς, αλλά συνάμα υποβάλλει και εκφράζει 
συναισθηματικές καταστάσεις, αποδίδοντας ότι λεπτό και φευγαλέο έχουν. 
Έτσι το χτύπημα των κάργων21 προκαλεί ένα αίσθημα επικείμενης συμφοράς 
ενώ οι σκοτεινοί μαύροι τοίχοι και τα κεραμίδια ανησυχία και ανασφάλεια.22 Η 
μίζερη αντίφαση ανάμεσα στους λερούς και ασήμαντους δρόμους και στα 
λαμπρά και μεγάλα ονόματά τους, ανατρέπει με τη φαιδρή ασυμβατότητα της, 
τη λογική τάξη των πραγμάτων.23 Τα ζουμπούλια, διακοσμητικό και άρα 
πλαστό στοιχείο, ταυτίζονται με το θάνατο, παραπέμποντας στο μαρασμό του 
ίδιου του ποιητή μέσα στην ατμόσφαιρα ευτέλειας και ρουτίνας που διέπει τις 
δημοσιοϋπαλληλικές του δραστηριότητες.24 Η φύση ως ελαιώνας, θάλασσα και 
ήλιος εμφανίζεται αρνητικά σημασιοδοτημένη, καθώς συνδέεται επίσης με το 
θάνατο. Ακόμα και ο ζωογόνος έρωτας ακυρώνεται με τις γυναίκες να τον 
βιώνουν χωρίς επιθυμία, ως αναγκαστική και δακρυγόνα λειτουργία, μια 
καθημερινή αγγαρεία.25

Η αίσθηση του μάταιου και του χαμένου, που απογυμνώνεται όλο και 
περισσότερο, συμπλέει με την ειρωνική αποστασιοποίηση του Καρυωτάκη, την 
αυτοκοροϊδευτική και συνάμα σαρκαστική του στάση. Με έναν εξαιρετικά 
δριμύ σαρκασμό ικανό να προσδίδει περιφρόνηση τόσο για τον εαυτό του όσο 
και για τους συνανθρώπους του, στηλιτεύει τους άκυρους θεσμούς, πολιτικούς, 
πνευματικούς και κοινωνικούς.26 Ο αστυνόμος που εξαντλεί την 
ενεργητικότητά του στον έλεγχο της ελλιπούς μερίδας, ο δάσκαλος που ασκεί 
την πνευματικότητά του με την ανάγνωση της εφημερίδας, η υπολειπόμενη 
εξηκονταρχία αντί της εκατονταρχίας, ο εορταστικός σημαιοστολισμός που 
σηματοδοτεί την ασημαντότητα της άφιξης του νομάρχη. 
Μέσα από όλα αυτά διατυπώνει στο μόνο στίχο που φέρει το βάρος και 
την αμεσότητα του διαλογικού λόγου, την υπαρξιακή του αγωνία. Η 
ολοκλήρωση δε του ποιήματος με τη διαβρωτική λειτουργία του μαύρου 
χιούμορ, επιτυγχάνει τη μετάβαση προς την υπερπραγματικότητα, χωρίς να 
προδίδει το σαρκαστικό του μένος. Η μόνη απαντοχή του είναι να διασκεδάσει 
κι αυτός με την τραγικότητα που τον περιβάλλει, με ό,τι ο απαξιωμένος 
περίγυρος θεωρεί υποκριτικά αξιολύπητο και θλιβερό. Ο Καρυωτάκης απηχεί 
τον τύπο του καταραμένου ποιητή που βρίσκεται σε συνεχή δυσαρμονία με το 
περιβάλλον του, σε μια κοινωνική απομόνωση. Αποδεχόμενος τον αρραγή 
δεσμό ζωής και τέχνης δεν μπορεί παρά να εκφράσει την ασυμβίβαστη σχέση 
του με την πραγματικότητα. Εγκλωβισμένος σε αυτό το ασύμβατο 
αντιμετωπίζει επομένως το θάνατο ως την ύστατη έκφραση διαμαρτυρίας και 
τη μόνη διέξοδο διαφυγής. 
Γεννημένος το έτος μηδέν του εικοστού αιώνα ένας άλλος ποιητής ο 
Σεφέρης, εγγράφει και αυτός στην ποίησή του στοιχεία της εποχής του, δίχως 
όμως την οξύτητα και τη δραστικότητα της απελπισίας του Καρυωτάκη, αλλά 
και χωρίς τη ζωογόνο ευπιστία ή την αφέλεια του Σικελιανού και του Ελύτη.27

Στο «Η τελευταία μέρα» μιλά με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε αναγνώστης, ακόμα 
και ο σημερινός, να διακρίνει εκεί τον εαυτό του και την εποχή του. Το ποίημα, 
καταγόμενο από συγκεκριμένο περιστατικό που ανάγεται όμως στην 
ανθρώπινη κλίμακά του, γεννά τον πειρασμό να θεωρηθεί πολιτικό χωρίς 
όμως να καταντά στρατευμένο και να προσφεύγει σε αναποτελεσματικές 
νουθεσίες. Η εμφανής αποστασιοποίηση από το πολλαπλά ένοχο παρόν, 
φαίνεται εδώ καθαρά και χωρίς αυταπάτες. Με την έμμεση συμβολική του, με 
λόγο λιτό και απέριττο, με στίχους όμως νοηματικά φορτισμένους από 
σύμβολα, ονόματα και δάνεια που του εξασφαλίζει η ελληνική 
διαχρονικότητα, ο Σεφέρης εκφράζει τις αγωνίες, τη δυσκολία και τη δυσφορία 
του σύγχρονου ανθρώπου που συλλογίζεται πάνω στα ανθρώπινα, 
περιγράφοντας τη φυλετική περιπέτεια, αυτό που ο ίδιος ονόμασε «καημό της 
ρωμιοσύνης».28 Και αυτό το επιτυγχάνει ανάγοντας το προσωπικό δράμα σε 
συλλογική τραγωδία, υιοθετώντας το εμείς αντί του ναρκισσιστικού εγώ που 
κυριαρχούσε ως τότε στην ποιητική δημιουργία (το ξέραμε, δε θα μας έμενε 
τίποτε πια, πως ήμασταν κάποτε άντρες, πεθάνουμε).29

Στο ζοφερό και συνάμα υπαινικτικό σκηνικό μιας επίσημης κηδείας, το 
ποιητικό υποκείμενο εκθέτει λοιπόν μια μελέτη ελευθερίας και θανάτου. 
Ξεκινώντας από ένα πραγματικό περιστατικό και όχι επινοημένο δρώμενο, 
από την κηδεία του Βενιζέλου, ο Σεφέρης παρουσιάζει το ποιητικό παρόν 
εμφατικά δημόσιο και συνάμα βαθιά μελαγχολικό. Η συννεφιασμένη μέρα, τα 
καρφωμένα κυπαρίσσια, η γκρίζα θάλασσα, οι στρατιώτες που παρουσιάζουν 
τα όπλα, το νεκρώσιμο εμβατήριο, η απόφαση που δεν πάρθηκε, ο θάνατος ως 
το μόνο δυνατό κέρδος, συντείνουν στο πνιγηρό αίσθημα της θλίψης και της 
απαισιοδοξίας. Ο ποιητικός λόγος από εσωτερικός μονόλογος, με τη συνδρομή 
της φίλης που περπατά στο πλευρό του αφηγητή, εξωτερικεύεται, για να 
απολήξει στη δραματική ερώτηση «πως θα πεθάνουμε;… πως πεθαίνει ένας 
άντρας;», σε έναν κρίσιμο δηλαδή προβληματισμό που βυθομετρεί το θάνατο 
με το νήμα της ζωής. Είναι ένα επίμονο ερώτημα που μηδενίζει το ιστορικό 
παρόν, δημιουργώντας ταυτόχρονα αίσθηση έκπτωσης από ένα ηρωικότερο 
παρελθόν, εστιάζοντας στην προσμονή της επερχόμενης καταστροφής.30

Η συμφορά της επόμενης αυγής αποδίδεται όχι μόνο με την έλλειψη του 
έρωτα στην πρώτη στροφή, «…δε θα μας έμενε … μήτε η γυναίκα… πλάι μας… 
μήτε η ανάμνηση πως ήμασταν κάποτες άντρες», αλλά και με τις δυσοίωνες 
διακειμενικές αναφορές στη σκληρή μοίρα της σκλάβας Ανδρομάχης (Ιλιάδα 
Ζ.457)31 και των Αθηναίων αιχμαλώτων της σικελικής εκστρατείας (Θουκυδίδη 
Ιστορία Ζ.87)32 που προοικονομούν όσα θα βιώσει ο σκλαβωμένος ελληνισμός 
στο δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Το σακατεμένο δημοτικό τραγούδι άλλωστε 
που τραγουδά η φίλη, τραγούδι που αναπτέρωνε το ηθικό των Ελλήνων επί 
Τουρκοκρατίας, εδώ αναπαριστά τις ανεπανόρθωτα τραυματισμένες ελπίδες 
για όποια ανατροπή των δυσμενών προβλέψεων.33 Με αυτόν τον ευρηματικό 
τρόπο ο ποιητής, ως βαθύς στοχαστής και μελετητής προσώπων και 
πραγμάτων της ιστορίας και της φιλολογίας, με μια γνώση που εκτείνεται από 
το βαθύ παρελθόν στο μέλλον, εντάσσει μέσα στην ποίησή του την 
πραγματικότητα. Ο διάλογος της σύγχρονής του καθημερινότητας με το 
ασήκωτο βάρος της ένδοξης προγονικής μνήμης, υπογραμμίζει τον οδυνηρό 
ξεπεσμό του παρόντος και την αναζήτηση μιας ηρωικής στάσης σε μια εποχή 
ορφανή από γέροντες δασκάλους στην οποία δεσπόζουν η χαμένη διδαχή, η 
αναποφασιστικότητα, η μηδαμινότητα και η απειλή της εξαφάνισης.34

Και ο θάνατος, μπροστά στον απόηχο του καινούργιου πολέμου, 
παρουσιάζεται ως δημόσιο και όχι ιδιωτικό γεγονός. Ο ποιητής όμως 
απορρίπτει την ηρωική αυτοθυσία που λαμβάνει είτε τη θρησκευτική 
συγκάλυψη της εποχής των Σταυροφόρων είτε την πατριωτική κάλυψη της εν –
Σαλαμίνι- ναυμαχίας. Δεν συνάδει με όσους συλλογίστηκαν έτσι το θάνατο 
αφού αναγνωρίζει πως ο περιορισμός του ως θυσία στα μεγάλα ιστορικά 
γεγονότα, καταργεί τη συνείδηση και τον αγώνα του ανθρώπου, ακυρώνοντας 
την ίδια τη ζωή και την αξία της. Για να αποκρούσει αυτόν τον ηρωικό 
ρητορισμό καταφεύγει στη λογοτεχνία όπου ο δημόσιος πόνος και η συλλογική 
θυσία υποδεικνύονται διακριτικότερα, εκεί που εξανθρωπίζεται η ιστορία. 
Παρά λοιπόν την αδυναμία να τον διαχειριστούμε παραμένει γεγονός, κι όμως 
ο θάνατος είναι κάτι που γίνεται, και η ζωή είναι ακριβώς αυτό το παιχνίδι να 
κερδίσει ο καθένας το δικό του θάνατο. Ο ποιητής, συσχετίζοντας τον άνθρωπο 
με την ιστορία στην κρίσιμη καμπή του θανάτου, επικεντρώνει λοιπόν τον 
προβληματισμό του στη διεκδίκηση ενός θανάτου που δεν ακυρώνει τη ζωή.35

Η έγνοια και η αγωνία του Σικελιανού όμως είναι άλλη, αφού η δική του 
ποιητική φωνή μιλά με γενναίες φράσεις, αρθρώνοντας με υψηγορικό 
συνήθως λυρισμό τα ισχυρά αισθήματα υψηλών διανοημάτων.36 Στο ποίημά 
του «Γιατί βαθιά μου δόξασα», έχει απομακρυνθεί από τη ζωηρή εικονοποιία 
της νεανικής του ποίησης. Με βαθύτατα εξομολογητική ωριμότητα 
αναπτύσσει την κοσμοθεωρία του που αναγνωρίζει τον ποιητή ως πνευματικό 
ηγέτη με το ρόλο μυσταγωγού προφήτη, του ιεροφάντη οραματιστή με τα 
μυστικά φτερά που μέλλει να σώσει την ανθρωπότητα.37 Με μια αισιόδοξη 
δοξαστική σύνθεση, μια φαντασμαγορική κατάφαση της ζωής, διακηρύσσει 
λοιπόν τα κίνητρα της ποιητικής του, την οποία ο ίδιος αντιμετωπίζει ως τρόπο 
ζωής, αντίληψης και γνώσης, ως μια υψηλού επιπέδου λειτουργία που χωρίς 
να επιστρέφει στο μυθικό παρελθόν, υπερβαίνει το λογοκρατούμενο παρόν.38

Λίγες μέρες πριν ο ποιητής υποστεί σοβαρό καρδιακό επεισόδιο, 
εξαγγέλλει με την εκφραστική ενάργεια των στίχων του, ένα βιοθεωρητικό 
μανιφέστο για την οργανική σχέση βίου και λυρισμού, προσδιορίζοντας το 
νόημα και την αξία του λυρικού βίου μέσα από την εμβάθυνση στη δική του 
υπαρξιακή διαδρομή. Το επαναλαμβανόμενο αιτιολογικό γιατί που αποκτά με 
την ασυνήθιστη συντακτική χρήση πρωταγωνιστικό ρόλο στη ρητορική 
σύνθεση, ουσιαστικά απαντά στο ερώτημα γιατί ο ποιητής γράφει ποίηση. 
Κάθε στροφή λοιπόν ξεκινά με μια αιτιολογική πρόταση παραπέμποντας σε 
ένα απολογιστικό αόριστο, ενώ την ακολουθεί η κύρια, που εκθέτει έναν 
ενεστώτα έντονα ευδαιμονικό, ένα παρόν που αναγνωρίζεται ως το ευτυχές 
αποτέλεσμα της έως τότε στάσης του ποιητή.39

Με πυκνότητα και εκφραστική ακρίβεια, ο ποιητής μύστης αποκαλύπτει 
το κοσμικό μυστήριο που αποτελεί τον άξονα του λυρισμού του, το πνευματικό 
βάθος της μέθεξής του με την πλάση, την ακατάπαυστη διείσδυση και 
αλληλεπίδραση του εσωτερικού του μικρόκοσμου με το μακρόκοσμο του 
σύμπαντος. Είναι η κατάκτηση της ενότητας των φαινομενικά αντιθέτων, η 
πολυπόθητη για τον ποιητή ολότητα, που στα πεπερασμένα πλαίσια του 
ποιήματος δομείται υποδειγματικά, περιγράφοντας την ένωση ποιητή και 
πλάσης σε μια κυκλική διάρθρωση που ξεκινά στον πρώτο και ολοκληρώνεται 
στο δέκατο πέμπτο στίχο. Εκεί αφού ο ποιητής στην αρχή δοξάσει τη γη, 
φανερώνοντας αρραγή σχέση μαζί της, ερίζωσα το νου μου, εβύθισα τη σκέψη 
μου, αποκαλύπτει τη δημιουργική κοσμική ενέργεια που συσχετίζεται 
αρμονικά με την ποιητική δημιουργία, απαλλαγμένη από κάθε έννοια 
καταστροφής, αναπηδά… πηγή ζωής, λάμπ’ η στιγμή ολοστρόγγυλη, μέσα μου ο 
καρπός, πλούσιο φως, τη χτίση θεμελιώνει, ο ζωντανός παλμός. Στους δυο 
τελευταίους στίχους που ακολουθούν, ο κοσμικός κύκλος θα διαρρηχθεί με μια 
θριαμβευτική διακήρυξη της υπέρβασης που οδηγεί στην ευδαιμονική 
αιωνιότητα του Σικελιανού, εκεί όπου ζωή και θάνατος συναιρούνται σε μια 
απόλυτη ενότητα.40

Ένας άλλος ποιητής, ο Ελύτης, υμνωδός του κόσμου και συμπυκνωτής 
της ωραιότητάς του, αλλά και αναζητητής δυνατοτήτων για να γίνει ακόμα 
ωραιότερος, αναλύει κι αυτός στην «Αυτοψία» το ποιητικό σώμα για να σύρει 
στο φως τα στοιχεία της υλικής του αθανασίας. Με σύνθετη και υπαινικτική 
ποιητική ανατέμνει υποθετικά και ιδιοφυώς σε ένα τραπέζι νεκροτομείου το 
κορμί του ποιητή, που πέρα από ανθρώπινο σώμα αναγνωρίζει και ως σκεύος 
όλων των στοιχείων της αθάνατης φύσης.41 Στο ποίημα που ήδη από τον τίτλο 
συστήνεται ως πράξη ποιητικής αυτογνωσίας, ο Ελύτης αυτοπαρουσιάζεται 
αποφεύγοντας τη συναισθηματική αντιμετώπιση, προσφεύγοντας σε μια 
διαδικασία ανατροπής της βιολογίας, αναγνωρίζοντας στην ύλη ιδιότητες 
αφηρημένων νοημάτων και συναισθημάτων. Τα σημάδια του σώματος 
μετατρέπονται σε σήματα επιτρέποντάς του, χωρίς να αποκρυπτογραφήσει το 
μυστικό του, να μιλήσει ανοιχτά κερδίζοντας σε γοητεία και μεταδοτικότητα.42

Ο χρυσός της λιόριζας σταλαγμένος στην καρδιά, σηματοδοτεί λοιπόν το 
συναισθηματικό μέρος της ποιητικής ιδιοσυγκρασίας, ενώ η παράξενη πυράδα 
που έχει αρπάξει τα σωθικά, τις βαθιές εσωτερικές ανησυχίες της ψυχής. Οι 
φλέβες κάτω από το δέρμα ως κυανωπή γραμμή ταυτίζει το αίμα με το γαλάζιο 
ορίζοντα ενός απόμακρου ουρανού, εκεί όπου εντοπίζονται οι οντολογικές 
ανησυχίες του ποιητή. Ο ακηλίδωτος αμφιβληστροειδής και τα ανοιχτά 
περήφανα μάτια είναι τα αισθητικά όργανα που βλέπουν και παρατηρούν τη 
φύση αλλά και την ποιητική ύλη, ενώ η κόγχη του αριστερού αυτιού 
μετασχηματίζεται σε όστρακο μαρτυρώντας το μαράζι του έρωτα πλάι στη 
θάλασσα, ενός έρωτα που βρίσκεται σαν ψήγματα φωτιάς πάνω στην ήβη. Όταν 
όμως η αποκαλυπτική αυτή νεκροτόμηση θα φτάσει στον εγκέφαλο, στον τόπο 
της λογικής και του συλλογισμού, δε θα βρει τίποτε, πάρεξ μια ηχώ ουρανού 
καταστραμμένη. 
Με τη βιογραφική χαρτογράφηση του νεκρού σώματος, μέσα από τον 
απολογισμό της ζωής και του θανάτου, τα σήματα της φύσης που 
κατακλύζουν την ποιητική σύνθεση ως αισθητικές εικόνες και ήχοι, δεν είναι 
αυτονομημένα, αλλά αποτυπώνονται ως περιοχές πάνω και μέσα στο 
ανθρώπινο σώμα. Μέσω αυτής της σωματοποίησης της φύσης προκύπτει και 
η ποιητική συμπεριφορά που εκφράζεται ως αγρύπνια ξαγρύπνησε, μοναξιά σ’ 
ώρες μεγάλης μοναξιάς, αθωότητα στη στάση την τρομαχτική του αθώου, 
περηφάνια περήφανα τα μάτια του, ερωτική ένωση κάθε φορά όπου έσμιγε με 
γυναίκα και βέβαια ως θάνατος με το μαχαίρι, το όπλο που θυμίζει
περισσότερο την προδοσία. Προκύπτει όμως επίσης και η μεταμόρφωση του 
θανάτου από βιολογική σωματική ήττα σε ποιητική και πνευματική νίκη, αφού 
το μαχαίρι δεν εστάθη βολετό να προχωρήσει σε μεγάλο βάθος, με τον ποιητή 
να αντικρίζει το Κακό στη στάση την τρομαχτική του αθώου.
43

Ποιητής λοιπόν σύμφωνα με τον Ελύτη είναι ο αθώος που τύπτεται για 
τις αμαρτίες του κόσμου και ποίηση η φωνή μιας ένοχης αθωότητας ενώ το 
Κακό, η μαχαιριά, είναι η αμαρτία που τον βαραίνει είτε αυτή προέρχεται από 
μέσα του, είτε απ’ έξω. Η πληγή όμως χαρίζει ένα θάνατο που δεν είναι 
οριστικός αφού μετατρέπεται σε τύψη που στρέφει το βλέμμα του ποιητή από 
έξω προς τα μέσα οδηγώντας σε μια αισιόδοξη περαίωση.44 Ο τελευταίος 
στίχος που σαν απροσδόκητος εισβολέας ορμά στην ποιητική σύνθεση, μπορεί 
να μοιάζει με ένα παράδοξο τέλος, με μια στιγμή ποιητικού αδιεξόδου. Η 
απότομη αλλαγή κλίματος όμως, που εξασφαλίζει η βεβαιότητα για πρώιμους 
καρπούς, μήπως αφορά τα αγαθά που παράγουν οι αιώνιες ουσίες της ψυχής 
και του θνητού σώματος του ποιητή;45 Μήπως η λιτή αλλά πολυσήμαντη αυτή 
γήινη υπόσχεση λειτουργεί ως μια μορφή δοξαστικής ποιητικής ανάστασης; 46

Αν λοιπόν τα ποιήματα του Καρυωτάκη και του Σεφέρη μπορούν να 
εκληφθούν ως προαναγγελίες, το ένα της επικείμενης αυτοχειρίας και το άλλο 
μιας επερχόμενης καταστροφής, τα δυο ποιήματα του Σικελιανού και του 
Ελύτη αποτελούν δηλωτικές αναφορές περί ποιητικής και του ρόλου του 
ποιητή. Κι ενώ η «Πρέβεζα» συναρπάζει για τον αγωνιώδη σαρκασμό, «Η 
τελευταία μέρα» ελκύει για την ενορατική αντίληψη του ποιητή και την 
υπαινικτική αποτίμηση του παρόντος μέσα από τη δραματική αναπαράσταση. 
Αντίστοιχα το «Γιατί βαθιά μου δόξασα» παρασύρει με τη μεταφυσική διάθεση 
και την πλούσια συναισθηματική κλίμακα, ενώ «Η αυτοψία» γοητεύει με τη
δύναμη της αιφνιδιαστικής ποιητικής σύλληψης. Ας μην ξεχνάμε όμως την
κατακλείδα του λόγου του Ελύτη στην Ακαδημία της Στοκχόλμης κατά την
παραλαβή του βραβείου Νόμπελ, όταν ο ποιητής δηλώνει:
«Δεν αρκεί να ονειροπολούμε με τους στίχους. Είναι λίγο. Δεν αρκεί
να πολιτικολογούμε. Είναι πολύ. Κατά βάθος ο υλικός κόσμος είναι
απλώς ένας σωρός από υλικά. Θα εξαρτηθεί από το αν είμαστε
καλοί ή κακοί αρχιτέκτονες το τελικό αποτέλεσμα. Ο Παράδεισος ή
η Κόλαση.»


Παραπομπές :
1 Χάρης Πέτρος, «Προβλήµατα κ’ ερωτήµατα: Κώστας Καρυωτάκης, η ποιητική ανανέωση», Νέα Εστία,
τχ.1655 (1996) σ.784.
2 Vitti M., Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, µτφρ. Μυρσίνης Ζορµπά, εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 19943
,
σ.358.
3 Beaton R., Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, µτφρ. Ε. Ζουργού – Μ. Σπανάκη, εκδ. Νεφέλη,
Αθήνα 1996, σ.419.
4 Παρίσης Ν., Γιώργος Σεφέρης, Ο ποιητής και το ποιητικό του έργο, εκδ. Πατάκης, Αθήνα 2008, σ.83.
5 Καραντώνης Α., «Στοχασµοί την ώρα του θανάτου», Νέα Εστία, 1087 (1972) σ.1544.
6 Πολίτης Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυµα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα
200716
, σσ.282, 288.
7 Beaton, ό.π., σσ.200, 202
8 Μπουρναζάκης Κ., «Από το “αχνόθωρον ασήµι” στον άπεφτο χρυσό, Στάδια συνθετικής εξέλιξης
τεσσάρων ποιηµάτων του Άγγελου Σικελιανού», Νέα Εστία, 1740 (2001) σ.964.
9 Βογιατζόγλου Α., «Γιατί βαθιά µου δόξασα», Νέα Εστία, 1740 (2001) σσ.950, 952.
10 Μπουρναζάκης, ό.π., σσ.953-954.
11 Beaton, ό.π., σ.269.
12 Vitti 1994, ό.π., σ.404.
13 Παγουλάτος Α., «∆εκατέσσερις προτάσεις για τη γλώσσα και τη ποιητική του Οδυσσέα Ελύτη», Αφιέρωµα
στη µαγεία του Ελύτη Επτά Ηµέρες, Η καθηµερινή, (25-09-1994) σσ.38-39.
14 Μπερλής Ά., Κριτικά ∆οκίµια, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2001, σσ.22-23.
15 Γαραντούδης Ε., «Η Ποίηση του Κ.Γ. Καρυωτάκη» στο Γράµµατα ΙΙ : Νεοελληνική Φιλολογία, Νεότερη
ελληνική λογοτεχνία (19ος
και 20ος
αιώνας), ΕΑΠ, Πάτρα 2000, σ.212.
16 Άγρας Τέλλος, «Ο Καρυωτάκης και οι “Σάτιρες”», Tα Nέα Γράµµατα, 12 (1935) σσ.683, 702.
17 Αθανασόπουλος Β., Το ποιητικό τοπίο του ελληνικού 19ου
και 20ου
αιώνα, τ. Γ΄, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007,
σσ.231-232, 257-260.
18 Άγρας Τέλλος, ό.π., σσ.687-690.
19 Γαραντούδης, ό.π., σ.210.
20 Vitti 1994, ό.π., σ.356.
21 Αυδίκος Βαγγέλης, «Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη, η Πρέβεζα της εποχής και ο τύπος», Συµπόσιο για τον Κ.
Γ. Καρυωτάκη (Πρέβεζα 11-14 Σεπτεµβρίου 1986), επιµ. Μ. Μελισσαράτου, εκδ. ∆ήµος Πρέβεζας, Πρέβεζα
1990, σ.362.
22 Αυδίκος, ό.π., σ.309.
23 Αυδίκος, ό.π., σ.316.
24 Βογιατζόγλου Αθηνά, «Οι ποιητικοί κήποι του Κ. Γ. Καρυωτάκη», Η λέξη, 79-80 (1988) σ.884.
25 Αυδίκος, ό.π., σ.310.
26 Beaton, ό.π., σσ.171-172.
27 Μπερλής, ό.π., σ.32.
28 ∆ασκαλόπουλος ∆., «Εργο-βιογραφική εισαγωγή» στο Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, επιµ. ∆ασκαλόπουλος
∆., εκδ. Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 19992
, σ.6.
29 Πολίτης, ό.π., σ.282.
30 Μαρωνίτης ∆. Ν., Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Μελέτες και Μαθήµατα, εκδ. Ερµής, Αθήνα 1989,
σσ.115-119.
31 «νερό θα φέρνεις στανικώς από σκληρήν ανάγκην» µτφρ. Ιάκωβου Πολυλά
32 «Τους εις τα λατοµεία περιορισθέντας αιχµαλώτους οι Συρακούσιοι µετεχειρίσθησαν κατ' αρχάς µε πολλήν
σκληρότητα. Συσσωρευµένοι πολλοί εντός στενού και βαθέος λάκκου, εβασανίζοντο… Εταλαιπωρούντο
συγχρόνως οι αιχµάλωτοι από πείναν και δίψαν… και από τας άλλας κακοπαθείας, τας οποίας άνθρωπος
ριφθείς εις τοιούτον µέρος είναι φυσικόν να υποστή, καµµίαν δεν διέφυγαν.» µτφρ. Ελευθερίου Βενιζέλου.
33 Παρίσης, ό.π., σ.85.
34 Keeley Ε., «Ο Σεφέρης και η “Μυθική µέθοδος”» στο Εισαγωγή στην ποίηση του Σεφέρη, επιµ. ∆ασκαλόπουλος
∆., εκδ. Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 19992
, σ.419.
35 Μαρωνίτης 1989, ό.π., σσ.123-124.
36 Μπερλής, ό.π., σ.36.
37 Vitti 1994, ό.π., σ.340.
38 Αθανασόπουλος, ό.π., σ.351.
39 Βογιατζόγλου 2001, ό.π., σσ.946-947.
40 Βογιατζόγλου 2001, ό.π., σσ.949-950.
41 Καραντώνης Α., Για τον Οδυσσέα Ελύτη, εκδ. ∆ηµ. Παπαδήµα, Αθήνα 1980, σ.196.
42 Vitti M., Οδυσσέας Ελύτης, Κριτική µελέτη, εκδ. Ερµής, Αθήνα 20003
, σ.260.
43 Μαρωνίτης. Ν., Οδυσσέας Ελύτης, Μελετήµατα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2005, σσ.116-118.
44 Θέµελης Γιώργος, «Οδυσσέας Ελύτης» στο Εισαγωγή στην ποίηση του Ελύτη, επιµ. Marrio Vitti, εκδ.
Πανεπιστηµιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σσ.175-176.
45 Καραντώνης 1980, ό.π., σ.199.
46 Μαρωνίτης 2005, ό.π., σσ.116-118.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Άγρας Τέλλος, «Ο Καρυωτάκης και οι “Σάτιρες”», Tα Nέα Γράμματα, 12 (1935) σσ.674-
706.

Αθανασόπουλος Βαγγέλης, Το ποιητικό τοπίο του ελληνικού 19ου και 20ου αιώνα, τ. Γ΄,
εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2007.

Αυδίκος Βαγγέλης, «Η αυτοκτονία του Καρυωτάκη, η Πρέβεζα της εποχής και ο
τύπος», Συμπόσιο για τον Κ. Γ. Καρυωτάκη (Πρέβεζα 11-14 Σεπτεμβρίου 1986), επιμ. Μ.
Μελισσαράτου, εκδ. Δήμος Πρέβεζας, Πρέβεζα 1990.

Beaton Roderick, Εισαγωγή στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, μτφρ. Ε. Ζουργού – Μ.
Σπανάκη, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1996.

Βογιατζόγλου Αθηνά, «Οι ποιητικοί κήποι του Κ. Γ. Καρυωτάκη», Η λέξη, 79-80 (1988)
σσ.882-887.

Βογιατζόγλου Αθηνά, «Γιατί βαθιά μου δόξασα», Νέα Εστία, 1740 (2001) σσ.944-952.

Γαραντούδης Ευριπίδης, «Η Ποίηση του Κ.Γ. Καρυωτάκη» στο Γράμματα ΙΙ :
Νεοελληνική Φιλολογία, Νεότερη ελληνική λογοτεχνία (19ος και 20ος αιώνας), ΕΑΠ,
Πάτρα 2000, σσ.207-223.

Δασκαλόπουλος Δημήτρης, «Εργο-βιογραφική εισαγωγή» στο Εισαγωγή στην ποίηση
του Σεφέρη, επιμ. Δασκαλόπουλος Δ., εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης,
Ηράκλειο 19992
, σσ.1-7.

Θέμελης Γιώργος, «Οδυσσέας Ελύτης» στο Εισαγωγή στην ποίηση του Ελύτη, επιμ.
Marrio Vitti, εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 1999, σσ.171-182.

Καραντώνης Ανδρέας, «Στοχασμοί την ώρα του θανάτου», Νέα Εστία, 1087 (1972),
σσ.1543-1545.

Καραντώνης Ανδρέας, Για τον Οδυσσέα Ελύτη, εκδ. Δημ. Παπαδήμα, Αθήνα 1980.

Keeley Edmund, «Ο Σεφέρης και η “Μυθική μέθοδος”» στο Εισαγωγή στην ποίηση του
Σεφέρη, επιμ. Δασκαλόπουλος Δ., εκδ. Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο
19992
, σσ.401-428.

Μαρωνίτης Δημήτρης Ν., Η ποίηση του Γιώργου Σεφέρη, Μελέτες και Μαθήματα, εκδ.
Ερμής, Αθήνα 1989.

Μαρωνίτης Δημήτρης Ν., Οδυσσέας Ελύτης, Μελετήματα, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 2005.

Μπερλής Άρης, Κριτικά Δοκίμια, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 2001.
- 19 -
Μπουρναζάκης Κώστας, «Από το “αχνόθωρον ασήμι” στον άπεφτο χρυσό, Στάδια
συνθετικής εξέλιξης τεσσάρων ποιημάτων του Άγγελου Σικελιανού», Νέα Εστία, 1740
(2001), σσ.953-967.

Παγουλάτος Ανδρέας, «Δεκατέσσερις προτάσεις για τη γλώσσα και τη ποιητική του
Οδυσσέα Ελύτη» Επτά Ημέρες Η καθημερινή, (25-09-1994) σσ.38-39.

Παρίσης Νικήτας, Γιώργος Σεφέρης, Ο ποιητής και το ποιητικό του έργο, εκδ. Πατάκης,
Αθήνα 2008.

Πολίτης Λίνος, Ιστορία της Νεοελληνικής λογοτεχνίας, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα
Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 200716
.

Vitti Mario, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Μυρσίνης Ζορμπά, εκδ.
Οδυσσέας, Αθήνα 19943
.

Vitti Mario, Οδυσσέας Ελύτης, Κριτική μελέτη, εκδ. Ερμής, Αθήνα 20003
.

Χάρης Πέτρος, «Προβλήματα κ’ ερωτήματα: Κώστας Καρυωτάκης, η ποιητική
ανανέωση», Νέα Εστία, 1655 (1996) σσ.775-787.
Περιστέρι, 14/3/2009
file:///C:/Users/User/Downloads/TsampoukosNi03_ELP30.pdf

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Γιατί βαθιά μου δόξασα Σικελιανός Άγγελος



Γιατί βαθιά μου δόξασα Σικελιανός Άγγελος




Γιατί βαθιά μου δόξασα και πίστεψα τη γη
και στη φυγή δεν άπλωσα τα μυστικά φτερά μου,
μα ολάκερον ερίζωσα το νου μου στη σιγή,
νά που και πάλι αναπηδά στη δίψα μου η πηγή,
πηγή ζωής, χορευτική πηγή, πηγή χαρά μου...

Γιατί ποτέ δε λόγιασα το πότε και το πώς,
μα εβύθισα τη σκέψη μου μέσα στην πάσαν ώρα,
σα μέσα της να κρύβονταν ο αμέτρητος σκοπός,
νά τώρα που, ή καλοκαιριά τριγύρα μου είτε μπόρα,
λάμπ' η στιγμή ολοστρόγγυλη στο νου μου σαν οπώρα,
βρέχει απ' τα βάθη τ' ουρανού και μέσα μου ο καρπός!...

Γιατί δεν είπα: «εδώ η ζωή αρχίζει, εδώ τελειώνει...»
μα «αν είν' η μέρα βροχερή, σέρνει πιο πλούσιο φως...
μα κι ο σεισμός βαθύτερη τη χτίση θεμελιώνει,
τι ο ζωντανός παλμός της γης που πλάθει είναι κρυφός...»
νά που, ό,τι στάθη εφήμερο, σα σύγνεφο αναλιώνει,
νά που ο μέγας Θάνατος μου γίνηκε αδερφός!...



(από τον Λυρικό Bίο, B΄, Ίκαρος 1966) 
http://www.snhell.gr/anthology/content.asp?id=382&author_id=45

Με απαγγελία του ... ακούστε τον στο παρακάτω λινκ

ΑΓΓΕΛΟΣ ΣΙΚΕΛΙΑΝΟΣ - "Γιατί βαθιά μου δόξασα..."

Ο Άγγελος Σικελιανός απαγγέλλει το ποίημά του
"Γιατί βαθιά μου δόξασα...".
Ηχοληψία: Ηλίας Βενέζης, 1946.

Video: Δημήτρης Ε. Σολδάτος, 2013
www.dimsol.blogspot.com

Παρασκευή 28 Μαρτίου 2014

Άγγελος Σικελιανός, Ιερά οδός

Ιερά οδός


O Άγγελος Σικελιανός απαγγέλει - Ιερά Οδός
5Από τη νέα πληγή που μ' άνοιξεν η μοίρα
έμπαιν' ο ήλιος θαρρούσα στην καρδιά μου
με τόση ορμή, καθώς βασίλευε, όπως
από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
το κύμα σε καράβι π' ολοένα
10
βουλιάζει... Γιατί εκείνο πια το δείλι,
σαν άρρωστος, καιρό, που πρωτοβγαίνει
ν' αρμέξει ζωή απ' τον έξω κόσμον,
ήμουν περπατητής μοναχικός στο δρόμο
που ξεκινά από την Αθήνα κι έχει
15
σημάδι του ιερό την Ελευσίνα.
Τι ήταν για μένα αυτός ο δρόμος πάντα
σα δρόμος της Ψυχής... Φανερωμένος
μεγάλος ποταμός, κυλούσε εδώθε
 αργά συρμένα από τα βόδια αμάξια,
20γεμάτα αθεμωνιές ή ξύλα, κι άλλα
αμάξια, γοργά που προσπερνούσαν,
με τους ανθρώπους μέσα τους σαν ίσκιους...
Μα παραπέρα, σα να χάθη ο κόσμος
κι έμειν' η φύση μόνη, ώρα κι ώρα
25 μιαν ησυχία βασίλεψε... Κι η πέτρα,
π' αντίκρισα σε μια άκρη ριζωμένη,
θρονί μού φάνη μοιραμένο μου ήταν
απ' τους αιώνες. Κι έπλεξα τα χέρια,
σαν κάθισα, στα γόνατα, ξεχνώντας
30αν κίνησα τη μέρα αυτή ή αν πήρα
αιώνες πίσω αυτό τον ίδιο δρόμο...

Μα να·στην ησυχία αυτή απ' το γύρο
τον κοντινό προβάλανε τρεις ίσκιοι.
Ένας Ατσίγγανος αγνάντια ερχόνταν,
35και πίσωθέ του ακλούθααν, μ' αλυσίδες
συρμένες, δυο αργοβάδιστες αρκούδες.

Και να·ως σε λίγο ζύγωσαν μπροστά μου
και μ' είδε ο Γύφτος, πριν καλά προφτάσω
να τον κοιτάξω, τράβηξε απ' τον ώμο
40το ντέφι και, χτυπώντας το με το 'να
χέρι, με τ' άλλον έσυρε με βία
τις αλυσίδες. Κι οι δυο αρκούδες τότε
 στα δυο τους σκώθηκαν βαριά... Η μία,
(ήτανε η μάνα, φανερά), η μεγάλη,
45με πλεχτές χάντρες όλο στολισμένο
το μέτωπο γαλάζιες, κι από πάνω
μιαν άσπρη αβασκαντήρα, ανασηκώθη
ξάφνου τρανή, σαν προαιώνιο να 'ταν
ξόανο Μεγάλης Θεάς, της αιώνιας Μάνας,
50αυτής της ίδιας που ιερά θλιμμένη,
 με τον καιρόν ως πήρε ανθρώπινη όψη,
για τον καημό της κόρης της λεγόνταν
Δήμητρα εδώ, για τον καημό του γιου της
πιο πέρα ήταν Αλκμήνη ή Παναγία.
55Και το μικρό στο πλάγι της αρκούδι,
σα μεγάλο παιχνίδι, σαν ανίδεο
μικρό παιδί, ανασκώθηκε κι εκείνο
υπάκοο, μη μαντεύοντας ακόμα
του πόνου του το μάκρος και την πίκρα
60της σκλαβιάς που καθρέφτιζεν η μάνα
στα δυο πυρρά της που το κοίτααν μάτια!
Αλλ' ως από τον κάματον εκείνη
οκνούσε να χορέψει, ο Γύφτος, μ' ένα
πιδέξιο τράβηγμα της αλυσίδας
65στου μικρού το ρουθούνι, ματωμένο
ακόμα απ' το χαλκά που λίγες μέρες
φαίνονταν πως του τρύπησεν, αιφνίδια
την έκαμε, μουγκρίζοντας με πόνο,
να ορθώνεται ψηλά, προς το παιδί της
70 γυρνώντας το κεφάλι, και να ορχιέται
ζωηρά...
Κι εγώ, ως εκοίταζα, τραβούσα
έξω απ' το χρόνο, μακριά απ' το χρόνο,
ελεύτερος από μορφές κλεισμένες
στον καιρό, από αγάλματα κι εικόνες·
75ήμουν έξω, ήμουν έξω από το χρόνο...
Μα μπροστά μου, ορθωμένη από τη βία
του χαλκά και της άμοιρης στοργής της,
δεν έβλεπα άλλο απ' την τρανήν αρκούδα
με τις γαλάζιες χάντρες στο κεφάλι,
80μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του κόσμου, τωρινού και περασμένου,
μαρτυρικό τεράστιο σύμβολο όλου
του πόνου του πανάρχαιου, οπ' ακόμα
δεν του πληρώθη απ' τους θνητούς αιώνες
85ο φόρος της ψυχής... Τι ετούτη ακόμα
ήταν κι είναι στον Άδη...
     Και σκυμμένο
το κεφάλι μου κράτησα ολοένα,
καθώς στο ντέφι μέσα έριχνα, σκλάβος
κι εγώ του κόσμου, μια δραχμή...
90       Μα ως, τέλος,
Ατσίγγανος ξεμάκρυνε, τραβώντας
ξανά τις δυο αργοβάδιστες αρκούδες,
και χάθηκε στο μούχρωμα, η καρδιά μου
με σήκωσε να ξαναπάρω πάλι
το δρόμον οπού τέλειωνε στα ρείπια
95του Ιερού της Ψυχής, στην Ελευσίνα.
Κι η καρδιά μου, ως εβάδιζα, βογγούσε:
«Θά 'ρτει τάχα ποτέ, θε νά 'ρτει η ώρα
που η ψυχή της αρκούδας και του Γύφτου,
κι η ψυχή μου, που Μυημένη τήνε κράζω,
100θα γιορτάσουν μαζί;»
     Κι ως προχωρούσα,
κι εβράδιαζε, ξανάνιωσα απ' την ίδια
πληγή, που η μοίρα μ' άνοιξε, το σκότος
να μπαίνει ορμητικά μες στην καρδιά μου,
καθώς από ραγισματιάν αιφνίδια μπαίνει
105το κύμα σε καράβι που ολοένα
ουλιάζει... Κι όμως τέτοια ως να διψούσε
πλημμύραν η καρδιά μου, σα βυθίστη
ως να πνίγηκε ακέρια στα σκοτάδια,
σα βυθίστηκε ακέρια στα σκοτάδια,
ένα μούρμουρο απλώθη απάνωθέ μου,
ένα μούρμουρο,
     κι έμοιαζ' έλεε:
         «Θά 'ρτει...»


(από τον Λυρικό Bίο, E΄, Ίκαρος 1968)
             ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ γράφτηκε το 1935 και είναι από τα πιο σημαντικά του ποιητή. Δεν πρόκειται μόνο για ένα ανθρωπιστικό θέμα, για την απολύτρωση δηλαδή του ανθρώπου από την καταπίεση και τον πόνο. Στο υποβλητικό ακόμη τότε σκηνικό τηςΙεράς Οδού, του δρόμου που οδηγούσε από την Αθήνα στην Ελευσίνα και που ακολουθούσαν οι αρχαίες πομπές των Ελευσίνιων μυστηρίων, ο ποιητής, μέσα από το «συμβολικό δρώμενο» που βλέπει και περιγράφει, αναπαρασταίνει καταστάσεις ανάλογες με αυτές που ζούσαν οι μυημένοι στα Ελευσίνια μυστήρια. Μας δίνει δηλαδή την εικόνα του ξεπεσμού και της υποδούλωσης που οδήγησε τον άνθρωπο η αφροσύνη του να αλυσοδέσει και να υποτάξει τη Μάνα-Γη, σύμβολο της μητρότητας και της αγάπης, για να οραματιστεί τελικά τη μέρα της σωτηρίας και της λύτρωσης, όταν η ψυχή του ανθρώπου θα συμφιλιωθεί απόλυτα και θα ταυτιστεί με τους αιώνιους νόμους της ζωής και με τη φύση. Παρήγορο μήνυμα ανάστασης και θριάμβου της ζωής.

Ελευσίνα: παραλιακή πόλη της Αττικής, σπουδαίο θρησκευτικό κέντρο στην αρχαιότητα. Εκεί τελούνταν τα Ελευσίνια μυστήρια, μυστικές εορτές προς τιμήν της Δήμητρας που αρχικά απέβλεπαν στην καρποφορία του σιταριού. Η ιστορία όμως του σιταριού που κατά τη σπορά σκεπάζεται με χώμα για να βλαστήσει αργότερα πλούσιο στάχυ, έγινε το σύμβολο του θανάτου και της ζωής. Έτσι τα Ελευσίνια μυστήρια έγιναν μια παρήγορη αποκάλυψη σχετικά με τη μεταθανάτια μοίρα του ανθρώπου. Τις εορτές παρακολουθούσαν μόνο οι μυημένοι, οι οποίοι όμως δεν είχαν δικαίωμα να αποκαλύπτουν τίποτε.
δρόμος της Ψυχής: ο ποιητής εννοεί ότι αυτός ο δρόμος τον οδηγούσε στα άδυτα της ψυχής του, ήταν δηλαδή μια ώθηση για στοχασμό και περισυλλογή.
αβασκαντήρα: φυλαχτό για το μάτιασμα (περίαπτο).
ξόανο: πανάρχαιο ξύλινο άγαλμα που παράσταινε ανθρώπινο σώμα στις γενικές μόνο γραμμές του. Οι αρχαίοι λάτρευαν με μεγάλη ευλάβεια τα ξόανα, γιατί πίστευαν πως είχαν πέσει από τον ουρανό (διιπετή).
Δήμητρα: Θεά της γεωργίας, αλλά και της οικογένειας, της πολιτείας, της γέννας. Η λατρεία της αναπτύχθηκε ιδιαίτερα στην Ελευσίνα, όπου κατά την παράδοση είχε φιλοξενηθεί από το βασιλιά Κελεό, όταν περιπλανιόταν εκεί αναζητώντας την κόρη της Περσεφόνη που την είχε αρπάξει ο Πλούτων.
Αλκμήνη: μυθ. μητέρα του Ηρακλή που υπέφερε κι αυτή από το τραγικό τέλος του παιδιού της. Όπως είναι γνωστό από τη Μυθολογία, ο Ηρακλής φορώντας το χιτώνα με το αίμα του κενταύρου Νέσσου καταλαμβάνεται από φριχτούς πόνους, ενώ στην προσπάθεια του να τον βγάλει ξεκολλάει μαζί και κομμάτια από το σώμα του. Μη μπορώντας να υποφέρει το μαρτύριο, ανάβει μια τεράστια φωτιά και ρίχνεται μέσα. 
ορχιέμαι
: χορεύω.
Μυημένη: εννοεί στα μυστήρια. Σε αρχαία κείμενα μακαρίζονται όσοι ήταν μυημένοι στα Ελευσίνια μυστήρια και προδιαγράφεται ζοφερή η μοίρα εκείνων που πεθαίνουν αμύητοι. Ο ποιητής ονομάζοντας την ψυχή του «μυημένη» εννοεί ότι έχει συλλάβει τα μεγάλα νοήματα της ζωής, έχει ταυτιστεί με τη «συνολική ψυχή του κόσμου» σε μια καθολική ενότητα.

Τρίτη 24 Δεκεμβρίου 2013

«H Γέννηση» Αγγελος Σικελιανός


Άγγελος Σικελιανός φωτογραφία από http://el.wikipedia.org/

Απ' όλα Εκείνη λόγιαζε τα πλάσματα πως σ' Ενα

ποτάμια οι πόνοι ετρέχανε κι αστέρευτοι κρουνοί,

κι αν ήτανε τα σπλάχνα της ν' ανοίξουν ματωμένα

πως ματωμένοι θ' άνοιγαν μαζί τους κι οι ουρανοί.