Ξέρω πως αν το θελήσω
θα σε συναντήσω
στις φυλλωσιές του μύθου σου
ν’ανθοβολείς
και τη σκέψη σου ν’απλώνεις
μες στη λευκότητα
ενός πελώριου περιστεριού· μύστης της φαντασίας
ν’ανοίγεις δρόμους μυστικούς
και ενδίδοντας να υποδέχεσαι
κάθε καινούρια ουτοπία·
ν’απαριθμείς τετραγωνισμένους κύκλους,
μέλλοντα μεγαλεία
και παγκόσμιες επαναστάσεις·
ταξιδιώτης ονείρου με φτερά λευκά
να λοιδορείς τον φόβο και
να τον κρατάς στην άκρη της ματιάς σου
Ω! της μέθης υπήκοε
γι’αυτό σε αγάπησα
όπως τα παιδιά, τη φύση και τ’όνειρο
γιατί αντέχεις την αρμονία της σιωπής
και την αυτοκαταστροφή της ελπίδας
Γιατί κόβεις κομμάτια τη στιγμή
και τη μοιράζεις στα νυχτοπούλια