Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περιοδικό Η ΛΕΞΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα περιοδικό Η ΛΕΞΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 27 Φεβρουαρίου 2017

Πάτμος, Ο Χαρταετός - Από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη “Μαρία Νεφέλη', Ίκαρος, 1978




1. Πάτμος


2. Ο Χαρταετός


Από τη συλλογή του Οδυσσέα Ελύτη “Μαρία Νεφέλη', Ίκαρος, 1978



ΠΑΤΜΟΣ

Είναι πριν τον γνωρίσεις πού αλλοιώνει ο θάνατος·

από ζώντας με τις δαχτυλιές τον επάνω μας

ημιάγριοι το μαλλί αναστατωμένο σκύβουμε

χειρονομώντας πάνω σ’ ακατανόητες άρπες. Άλλ’

ό κόσμος φεύγει. . .

“Αι αϊ δυό φορές τ’ ωραίο δε γίνεται

δε γίνεται ή αγάπη.


Κρίμας κρίμας κόσμε

σ’ εξουσιάζουν μέλλοντες νεκροί·

και κανείς κανείς δεν έλαχε

δεν έλαχε ν' ακούσει ακόμη

καν φωνήν αγγέλων καν υδάτων πολλών

καν εκείνο το “έρχου' πού σε νύχτες αϋπνίας μεγάλης ονει-

ρεύτηκα


Εκεί εκεί να πάω σ’ ένα νησί πετραδερό

πού ο ήλιος το λοξοπατάει σαν κάβουρας

κι όλος τρεμάμενος ο πόντος ακούει κι αποκρίνεται.


Πάνοπλη με δεκάξι αποσκευές με sleeping bags και χάρτες

πλαστικούς σάκκους κοντάμετρα και τηλεοπτικούς φακούς

κιβώτια με φιάλες μεταλλικό νερό

κίνησα — δεύτερη φορά — και τίποτα.


Κιόλας η ώρα εννιά στον μόλο της Μυκόνου

έσβηνα μες στα ούζα και στα εγγλέζικα

θαμώνας ενός ουρανού ελαφρού όπου όλα

τα πράγματα βαραίνουν δυο φορές το βάρος τους

ενώ τεντώνεται από τ’ άστρα ο λώρος

να κοπεί και χάνεσαι. . .





Κοιμήθηκα όπως μόνον μπορεί να κοιμηθεί κανείς

πάνω σ’ ένα κρεβάτι πού το ζέσταναν οι ράχες άλλων·

βάδιζα λέει σε παραλία ερημική

οπού ή σελήνη αιμορραγούσε και δεν άκουγες παρά

του ανέμου τα πατήματα πάνω στα σάπια ξύλα.

“Ως το γόνατο μες στα νερά πήρα να φέγγω

από μέσα μου μεράκι αλλόκοτο

άνοιξα τα πόδια

σιγά-σιγά τα σπλάχνα μου άρχισαν

μώβ κυανά πορτοκαλιά να πέφτουν·

με στοργή σκύβοντας τα ‘πλενα ενα-ενα

προσεχτικά προ πάντων στα σημεία που έβλεπα

να ‘χουν αφήσει ουλές οι δαγκωνιές του Αόρατου.


Ώσπου τα μάζεψα όλα στην ποδιά μου

δίχως να βηματίσω προχωρούσα

φυσούσε η μουσική και μ έσπρωχνε

κομμάτια θάλασσες εδώ — κομμάτια θάλασσες πιο πέρα.

Θέ μου που πάει κανείς όταν δεν έχει μοίρα

που πάει κανείς όταν δεν έχει αστέρι

άδειος ο ουρανός άδειο το σώμα

και μόνο η πίκρα στρογγυλή γεμάτη

μες στη σελήνη τη μισή σαλεύοντας τ’ αγκάθια της

ένας ακόμη που δε γίνεται ποτέ να πιάσεις

θηλυκός αχινός.


Επάνω κει ξύπνησα μες στο ξένο σπίτι·

πασπατεύοντας μέσα στα σκοτεινά το χέρι μου

πάνω στο ψαλιδάκι των νυχιών έβρισκε την αιχμή.

Λύση της σννεχείας του δέρματος

η αιχμή λύση της συνεχείας του κόσμου.

Εδώθε ο χαμός — εκείθε η σωτηρία.

Εδώθε το mercurochrome το tensoplast

εκείθε το θηρίο λυμαίνοντας τις ερημιές

ουρλιάζοντας δαγκώνοντας

σούρνοντας μέσα στους καπνούς τον ήλιο.


Ο ΧΑΡΤΑΕΤΟΣ

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.

Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν

έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα

τιμωρημένη

ώρες και ώρες.

Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε

δεν ονειρευόμουν — ανέβαινε

φοβόμουνα και μου άρεσε.

Ήταν εκείνο που έβλεπα πως να το πω

κάτι σαν την “ανάμνηση τον μέλλοντος'

όλο δέντρα πον έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη

χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά

σαν εφηβαία — φοβόμουνα και μου άρεσε

ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά

να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι. . .


Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά

και μου χαμογελονσανε·

κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: “δεσποινίς'

φοβόμουνα και μον άρεσε.

Ήταν οι “πάνω άνθρωποι' έτσι τους έλεγα

δεν ήταν σαν τους “κάτω'·

είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια'

μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα

και μου ‘βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.

Ήταν θυμάμαι ' Ή Άννέτα με τα σάνταλα'

' Ό Γκέυζερ της Σπιτσβέργης'

το “Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει'

(ναι θυμάμαι και αλλά)

το ξαναλέω — δεν ονειρευόμουν

αίφνης εκείνο το “Μισάνοιξε το ρούχο σου κι έχω πουλί

για σένα'.

Μου το ‘χε φέρει ο Ίππότης-ποδηλάτης

μια μέρα πού καθόμουνα κι έκανα πώς εδιάβαζα

το ποδήλατο του με άκρα προσοχή

το ‘χε ακουμπήσει πλάι στο κρεβάτι μου·

υστέρα τράβηξε τον σπάγκο κι εγώ κολπώνομουν μες στον

αέρα

φέγγανε τα χρωματιστά μου εσώρουχα

κοίταζα πόσο διάφανοι γίνονται κείνοι πού αγαπούνε

τροπικά φρούτα και μαντίλια μακρινής ηπείρου·

φοβόμουνα και μου άρεσε

το δωμάτιο μου ανέβαινε

ή εγώ — δεν το κατάλαβα ποτέ μου.

Είμαι από πορσελάνη καί μαγνόλια

το χέρι μου κατάγεται από τους πανάρχαιους Ίνκας

ξεγλιστράω ανάμεσα στις πόρτες όπως

ένας απειροελάχιστος σεισμός

που τον νιώθουν μονάχα οι σκύλοι καί τα νήπια·

δεοντολογικά θα πρέπει να είμαι τέρας

και όμως η εναντίωση

αείποτε μ’ έθρεψε και αυτό εναπόκειται

σ’ εκείνους με το μυτερό καπέλο

που συνομιλούν κρυφά με τη μητέρα μου

τις νύχτες να το κρίνουν. Κάποτε

η φωνή της σάλπιγγας από τους μακρινούς στρατώνες

με ξετύλιγε σαν σερπαντίνα και όλοι γύρω μου

χειροκροτούσαν — απίστευτων χρόνων θραύσματα

μετέωρα όλα.

Στο λουτρό από δίπλα οι βρύσες ανοιχτές

μπρούμυτα στο προσκέφαλο μου

θωρούσα τις πηγές με το άσπιλο λευκό πού με πιτσίλιζαν·

τι ωραία Θεέ μου τι ωραία

χάμου στο χώμα ποδοπατημένη

να κρατάω ακόμη μες στα μάτια μου

ένα τέτοιο μακρινό του παρελθόντος πένθος.

Από το cd που συνοδεύει το περιοδικό “Η ΛΕΞΗ'. τεύχος 190, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2006
Η Έλλη Λαμπέτη διαβάζει Οδυσσέα Ελύτη






 Δημοσίευση στο : Ποιείν, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας