Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυράτης Αλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σταυράτης Αλέξης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 18 Ιουνίου 2015

Παρουσίαση του βιβλίου "Ο άνθρωπος που πούλαγε όνειρα για να ζήσει" του Αλέξη Β. Σταυράτη



Παρουσίαση του βιβλίου "Ο άνθρωπος που πούλαγε όνειρα για να ζήσει" του Αλέξη Β. Σταυράτη από τον Νίκο Χρυσό, συγγραφέα, την Μίνα Ξηρογιάννη, ποιήτρια-θεατρολόγο, και τον συγγραφέα.

Tην Παρασκευή 19 Ιουνίου 2015 στις 20:30 στο Poems & Crimes των Εκδόσεων Γαβριηλίδης (Αγίας Ειρήνης 17, Αθήνα)

https://www.facebook.com/events/1031031250243443/

ο άνθρωπος που πούλαγε όνειρα για να ζήσει 
συγγραφέας : Σταυράτης Αλέξης Β.
σειρά: Ελληνική πεζογραφία
σελ. 205 - 1η έκδοση 
Μυθιστόρημα 
2014 
ISBN: 978-960-576-233-9



Όταν καμιά φορά η ομίχλη σκεπάζει τις ψυχές των ανθρώπων, τότε αυτοί δεν λειτουργούν σαν άνθρωποι. Χρειάζονται κάτι, ένα όνειρο που θα τους κρατήσει ζωντανούς, γιατί τα όνειρα είναι εκείνα που δίνουν νόημα στη ζωή μας. Ένας άνθρωπος, λοιπόν, που δε είχε πλέον κουράγιο να πάει τη ζωή του παραπέρα, αποφάσισε να νεκρώσει όλα τα όνειρα του. Αλλά, σαν τελευταία πράξη λύτρωσης, θέλησε να τα δώσει σε άλλους, άγνωστους, ανθρώπους. Όχι χωρίς οδύνη, όχι χωρίς συνέπειες.









Ο καθρέφτης. [Απόσπασμα από ''Ο άνθρωπος που πούλαγε όνειρα για να ζήσει''].
δημοσιεύθηκε από τον Αλέξη Σταυράτη τις 20 Νοεμβρίου 2014

75. Όπως περνούσε μπροστά από τον καθρέφτη του διαδρόμου, σταμάτησε για μια στιγμή. Είδε ένα πρόσωπο να τον κοιτάζει. Ποιος ήταν αυτός. Κουρασμένο βλέμμα, κάποιες βιαστικές ρυτίδες, δύο αυλακιές, στα μάγουλα από μία. Γκρίζα μαλλιά κι ένα πικρό χαμόγελο να συντονίζει τη θλίψη του προσώπου. Ποιος ήταν;
«Ποιος είσαι;»
«Δε με γνωρίζεις. Δε θέλεις να με γνωρίσεις», μίλησε ο καθρέφτης.
«Γιατί;» είπε σιγά ο Κ.
«Γιατί…» και δε συνέχισε.
«Είσαι ο χρόνος; Η στιγμή που χώρεσε μια ζωή;»
«Η αλήθεια».
«Ποια;»
«Αυτό που δε γίνεται λήθη».
«Τι δεν ξεχνιέται;» ρώτησε ο Κ.
«Ό,τι θα ήθελες να υπάρχει».
«Μόνο τα καλά, λένε», ο Κ.
«Όχι εσύ. Εσύ αγαπάς τη νύχτα και τη μέρα, τον ουρανό και τη γη. Τον ήλιο και τη θάλασσα, τη βροχή και το βουνό. Τα σκυλιά και τα βιβλία. Τον άνεμο και τα δέντρα, τις πέτρες και τα λουλούδια. Τα ποτάμια και τ’ αυτοκίνητα. Το χαμόγελο της γυναίκας και το τσιγάρο στα χείλη της. Τη μπάλα και το γάλα…»
«Όχι το γάλα».
«Έστω. Τώρα. Αλλά κάποτε είχες μόνο αυτό».
«Ναι. Τις καλοκαιρινές νύχτες με τα πρόβατα», επιβεβαίωσε ο Κ.
«Αλήθεια είναι αυτό που δε θέλεις πια, αλλά δε γίνεται να ξεχαστεί».
«Δεν είμαι σίγουρος πλέον», είπε ο Κ. ήσυχα.
«Γιατί ζητάς ένα όνομα και κάποτε το βρήκες».
«Και δεν αλλάζει το όνομα;» ρώτησε με αγωνία ο Κ.
«Πεθαίνεις. Πρώτα θα πεθάνεις από το λόγο της απουσίας. Για ν’ αναστηθείς πρέπει να φωνάξουν το όνομά σου μέσα στον τάφο».
«Λένε πως μόνο ο Λάζαρος τα κατάφερε».
«Να σε φωνάξει ένας θεός με το όνομά σου. Να σου πει ‘‘Εγώ είμαι η αλήθεια και η ζωή σου’’».

Ύστερα ο καθρέφτης σώπασε. Ο Κ. έτριψε τα μάτια του. Ο συνομιλητής είχε εξαφανιστεί κι εκεί έβλεπε μόνο το τσακισμένο πρόσωπό του.
Όχι πως δεν ήξερε ποια ήταν η αλήθεια του.

Αλέξης Σταυράτης
Σταυράτης, Αλέξης Β.

Ο Αλέξης Β. Σταυράτης γεννήθηκε στη Θεσπρωτία το 1952. Έζησε αρκετά χρόνια στην Κέρκυρα, όπου εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα.
Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Ο άνθρωπος που πούλαγε όνειρα για να ζήσει, Γαβριηλίδης
(2013) Το μοιρολόϊ της άνοιξης, Γαβριηλίδης
(2009) Το Ευαγγέλιο της Ιωάννας, Γαβριηλίδης
(2007) Ο έρωτας και ο σταυρός, Γαβριηλίδης
(2005) Σαλώμη, Γαβριηλίδης
(2001) Ο κλ[ω]νισμένος Θεός, Ελληνικά Γράμματα
(1995) Βένθει κραδίης, Απόστροφος

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2014) Ιστορίες βιβλίων, Εκδόσεις Καστανιώτη



Πηγές :
http://www.gavrielidesbooks.gr/showtitle.aspx?vid=1883

Παρασκευή 10 Απριλίου 2015

Αλέξης Σταυράτης Το μοιρολόϊ της άνοιξης

Το μοιρολόϊ της άνοιξης
Αλέξης Β. Σταυράτης
Γαβριηλίδης, 2013
35 σελ.
ISBN 978-960-336-972-1
Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1] 

Ω, γλυκιά μου άνοιξη, παιδί μου αγαπημένο, πού βασίλεψε η ομορφιά σου; Πώς ν’ αντέξει της μάνας η καρδιά τέτοιο σταυρό και τέτοιον πόνο;

Εγώ είμαι μαύρη κι άραχνη, νεκρή κι ας σας μιλάω,
ένα παιδάκι γέννησα, δεν έχω άλλον κανένα.
Σύρτε, φευγάτε σπίτια σας, τι εγώ θα σαβανώσω,
τα λούλουδα, την άνοιξη, τον ήλιο, τον υγιό μου.

Τι μου αστράφτεις, ουρανέ και τι με φοβερίζεις
Σαν χάσει η μάνα τον υγιό, χάνετ’ ο κόσμος όλος
κι αν σου σταυρώσουν το βλαστό, σταυρώνεσαι αιώνια.

Ο μονόλογος της Μαρίας.
Η Μαρία, είναι η γυναίκα-σύμβολο της μάνας. Συγχωρεί ακόμα και το φονιά του γιου της, ενώ μοιρολογεί με έναν πόνο που υπερβαίνει ακόμα και τις ελπίδες του ουρανού...




Αλέξης Σταυράτης 


Ο Αλέξης Β. Σταυράτης γεννήθηκε στη Θεσπρωτία το 1952. Έζησε αρκετά χρόνια στην Κέρκυρα, όπου εργάστηκε στη μέση εκπαίδευση. Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα. Έχει εκδώσει μια ποιητική συλλογή, δύο δραματικούς μονόλογους και δύο μυθιστορήματα. Ποιήματα και πεζά του έχουν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά. Το μυθιστόρημα "Το Ευαγγέλιο της Ιωάννας" είναι το πέμπτο του βιβλίο.




Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2014) Ο άνθρωπος που πούλαγε όνειρα για να ζήσει, Γαβριηλίδης
(2013) Το μοιρολόϊ της άνοιξης, Γαβριηλίδης
(2009) Το Ευαγγέλιο της Ιωάννας, Γαβριηλίδης
(2007) Ο έρωτας και ο σταυρός, Γαβριηλίδης
(2005) Σαλώμη, Γαβριηλίδης
(2001) Ο κλ[ω]νισμένος Θεός, Ελληνικά Γράμματα
(1995) Βένθει κραδίης, Απόστροφος

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2014) Ιστορίες βιβλίων, Εκδόσεις Καστανιώτη

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Αλέξης Σταυράτης, ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ. [ 30 διαφορετικοί τρόποι περιγραφής μιας χορευτικής κίνησης γυναίκας].


ΣΧΕΔΙΑΣΜΑΤΑ ΠΑΝΩ Σ’ ΕΝΑ ΟΝΕΙΡΟ. [ 30 διαφορετικοί τρόποι περιγραφής μιας χορευτικής κίνησης γυναίκας].
1.

Σε είδα να χορεύεις. Τα μάτια σου ήταν κρυμμένα πίσω από γυαλιά, κι ένα αδιόρατο χαμόγελο φώτιζε το πρόσωπό σου. Τα μακριά, ξανθά μαλλιά γινόταν σύννεφο που πότε -πότε έκρυβε τον κόσμο. Με μια σου κίνηση σήκωνες το χέρι κι ανέμιζες την ομορφιά σου προς τα πίσω. Κανένας δεν πρόσεχε τα βήματα που ρυθμικά έκαναν κύκλο στα λαίμαργα βλέμματά μας. Περιμέναμε την επόμενη κίνηση των χεριών σου, που θ’ άφηνες το στίγμα μοναδικό κι ευδιάκριτο στην αίθουσα που πλημμυρίζονταν από ανθρώπους.

2.

Ήξερες ότι σε έβλεπαν. Η κόκκινη φωτιά που έζωνε το κορμί σου, άφηνε ακάλυπτους τους ώμους, και τα ξανθά μαλλιά ξεχώριζαν σαν φλόγα καλοκαιρινή. Πότε- πότε σήκωνες το ένα σου χέρι κι έπαιζες με τις πυρωμένες αισθήσεις μας. Μάζευες μια τούφα μαλλιών και την έριχνες προς τα πίσω, ανάβοντας περισσότερο τη φωτιά που έκαιγε πάνω στην πίστα. Η ορχήστρα δυνάμωνε το παιχνίδι, ελπίζοντας να επαναλάβεις τις κινήσεις, που σε έκαναν να ξεχωρίζεις και να μαγνητίζεις τα βλέφαρά μας.

3.

Βρισκόμασταν σε γάμο, και η νύφη, ντυμένη στ’ άσπρα, απολάμβανε σεμνά την ευτυχία της. Εσύ, όμως, φορούσες κόκκινα, ξεχωριστή παρουσία στο κατάμεστο πλήθος. Όταν μπήκες στο χορό, το ανάστημά σου ψήλωσε περισσότερο, και καθώς τα μαλλιά σου ακολουθούσαν τις κινήσεις, έμοιαζαν φωτοστέφανο που ευλογούσε το σώμα σου. Και όπως το φως έγερνε στο πρόσωπό σου, εσύ το μάζευες στα πέντε δάχτυλα και απαλά το επέστρεφες στον γλυπτό σου λαιμό. Εγώ σε έβλεπα άφωνος, έτοιμος να λατρέψω τη φλόγα των αγγέλων.

4.

Κοιτούσα αδιάφορα προς το χορό που έσερνε τα βήματά του. Ξαφνικά άστραψε φως και νόμισα πως κάποιος αποθανάτιζε το παρόν, πριν σβήσει άχρωμα στη μνήμη του. Όμως ήσουν εσύ. Τα ξανθά σου μαλλιά υψώθηκαν και φώτισε ολόκληρη η πίστα. Ένα αστέρι κόκκινο στροβιλίζονταν ανάμεσα στους χορευτές, και κάθε φορά που βλέπαμε μια αστραπή στον ορίζοντα, ήταν από τα χέρια σου που μάζευαν προς τα πίσω τα μαλλιά. Γινόσουν επίτηδες κομήτης, κι αιχμαλώτιζες για πάντα τα έκπληκτα βλέμματά μας.

5.

Επέμενες να τρέφεις τα όνειρά μας. Κουνούσες ρυθμικά το σώμα και η κόκκινη σημαία του αναστάτωνε τις ναρκωμένες αισθήσεις μας. Τα λυμένα μαλλιά σου γίνονταν κύματα που ταξίδευαν στον αέρα, και με μια κίνηση του χεριού βύθιζες σε απόγνωση τους ναυαγούς. Έφτιαχνες, δήθεν, το χτένισμά σου, ενώ εσύ ήθελες να βλέπουμε ολόκληρη την ομορφιά, όπως την είχες θαυμάσει στον καθρέφτη, όπως ήξερες τι ονειρεύεται ένας άντρας για μια θάλασσα που μοιάζει με γυναίκα.

6.

Κοίταξες προς τα κάτω και χαμογέλασες αδιόρατα. Ήξερες πως δεκάδες μάτια ακολουθούσαν τις κινήσεις σου. Σήκωσες ελαφρά το χέρι, σα να ’θελες να μαζέψεις τα μαλλιά που έπεφταν στο πρόσωπό σου. Τ’ άφησες προς τα πίσω με ένα απαλό άγγιγμα, ένα απαλό χάδι που ζήλευαν τα χέρια μας. Τα μάτια μας συνόδευαν το χέρι σου και νοερά χάιδευαν το ξανθό στρώμα της ευτυχίας. Λίγο πιο πάνω από τις γυμνές υποσχέσεις των ώμων σου, λίγο πιο κοντά στο όνειρο που είχε φυτρώσει δίπλα μας.

7.

Η ορχήστρα είχε μεθύσει από το όραμα και το γύρισε στο ζεϊμπέκικο. Οι άλλοι υποχώρησαν κι έμεινες μόνη στην πίστα να διονυσιάζεσαι. Γλώσσα φωτιάς στροβιλίζονταν το σώμα σου και τα ξανθά σου μαλλιά χόρευαν στο δικό τους ρυθμό. Γονατιστοί οι άντρες σε συνόδευαν χειροκροτώντας, κι εσύ, αέρινη οπτασία, σήκωνες τα χέρια σου για να γλιστρήσεις φίδι ανάμεσά τους. Καμιά φορά τα ακουμπούσες στο κεφάλι, δήθεν πως ίσιωνες τα μαλλιά.

8.

Δεν άντεξα στον πειρασμό σου και είπα να σε πλησιάσω. Έκανα κύκλο το χορό για να βρεθώ κοντά σου, σαν πεταλούδα που την κερδίζει η φωτιά. Άφησες το χέρι ελεύθερο και νόμισα ότι άνοιξε η πόρτα της παράδεισος για να σε συναντήσω. Όμως εσύ το σήκωσες ψηλότερα, να ξαναβάλεις το χρυσάφι στο κεφάλι σου. Ύστερα ξανάπιασες την άγνωστη που σε κρατούσε, χαρίζοντάς μου μονάχα μια στιγμή αισθησιασμού, μια κίνηση απελπισίας με τα πολύτιμα δάχτυλά σου.

9.

Το σώμα μου βάραινε στην καρέκλα από την αδιαφορία. Λίγο πιο πέρα βάδιζες μόνη, έτοιμη να μπεις στο χορό που ματαιοπονούσε για λίγο κέφι. Και σαν να μην ήταν αρκετό αυτό, σήκωσες το χέρι σου να χαιρετήσεις την κουρασμένη ύπαρξή μας. Μάζεψες μια ιδέα τα μαλλιά σου κι αφήνοντάς τα αργά να γέρνουν προς τα πίσω, γύρισες προς εμάς το βλέμμα σου: Να, έτσι ασχημαίνει η ζωή σας, όταν τα χέρια σας κάνουν νεκρές κινήσεις, ρουτίνας ή απελπισίας.

10.

Περασμένη η ώρα και η ηλικία, δεν είχα λόγους να χαίρομαι το θόρυβο του κόσμου. Ούτε τη μουσική που έπαιζε τα πληρωμένα τραγούδια της. Ήθελα να φύγω, μα με σταμάτησες εσύ. Λίγο κόκκινο ύφασμα τυλιγμένο σε τέλειο σχήμα, ένα αργό βάδισμα, πρόκληση στα νυσταλέα μου βλέφαρα. Λίγο πριν σε κλέψει ο μύθος του χορού, σήκωσες το αριστερό σου χέρι στο ύψος του κροτάφου. Μια κίνηση για να μαζέψεις τα μαλλιά και τη λαχτάρα μας.

11.

Σε κάθε στιγμή ήσουν γυναίκα. Ξεχώρισες με το στητό κορμί και το χρώμα του πάθους στο φουστάνι. Στο κάθε σου βήμα λικνίζονταν κύκνοι στα μάτια μας, στην κάθε κίνηση των χεριών σου άφηνες να πετάξουν λευτερωμένα περιστέρια. Κι όταν μια τούφα μαλλιών σου ήθελε να σε χαϊδέψει στο πρόσωπο, εσύ επέστρεφες το χρυσάφι στην κορυφή του ηφαίστειου. Με μια κίνηση των χεριών ζωγράφιζες το σχήμα της γυναίκας για να ’βρει έτσι ο άντρας ομόνοια στο σώμα του.

12.

Έψαχνα στίχους για τον έρωτα. Ονειρευόμουν λέξεις ντυμένες με πάθος, μήπως και πλάσω το τέλειο ποίημα της φαντασίας μου. Μέχρι που μέσα στο πλήθος άναψε φωτιά. Πήραν φωτιά τα όνειρα και καίγονταν μπροστά στη δική σου παρουσία. Έμεινα άναυδος εγώ, καθώς σε είδα να χαϊδεύεις το ξανθό σου κεφάλι, να ξαναβάζεις στη θέση τους μια τούφα απ’ τα μαλλιά, σαν να ’θελες να γράψεις η ίδια τον τίτλο του ποιήματος: Η κίνηση που οδηγεί στους ουρανούς.

13.

Λένε πως υπάρχουν λέξεις για όλα τα πράγματα. Πως όλα τα όνειρα μπορείς να τα περιγράψεις. Όμως δεν είδαν εσένα. Δεν σε είδαν να σέρνεις το χορό και αντί να κοιτάζουν τα αέρινα βήματά σου, να παρακολουθούν με αγωνία τα χέρια σου. Πότε θα ελευτερωθείς από τον δεύτερο, ν’ αγγίξεις θηλυκά για μια στιγμή την κεφαλή σου. Την ώρα που τα χέρια σου ξανθαίνουν στα μαλλιά σου, που μια σου κίνηση σκορπάει άρωμα στα μάτια μας. Πώς να ’βρεις λόγια για ένα όνειρο που ζωντανεύει;

14.

Πράγματι, άστραψαν τα φλας των φωτογράφων. Όπλισαν πάλι τις μηχανές, γιατί ένα φως εμπόδιζε το έργο τους. Μάταιος κόπος. Τα ξανθά μαλλιά σου έβγαζαν φως και τύφλωνε τα μάτια μας. Σήκωσες το χέρι σου με κίνηση προκλητική και το ακουμπούσες στο κεφάλι. Αντί να βγουν σκιές στο φως, πολλαπλασίαζες τις ανταύγειες που θάμπωναν τη μεθυσμένη όρασή μας. Αμήχανα φέρναμε στο στόμα το κρασί, για να σ’ ακολουθήσουμε στην έκστασή σου. Νομίζαμε πως ήταν το πιοτό, μα ήσουν εσύ που κέρναγες την ανεξήγητη χαρά μας.

15.

«Το φως το αποτελούν τρία στοιχεία: η ελευθερία, ο έρωτας και η ποίηση». (Ο. Παζ). Στο φως που ακτινοβολούσαν τα μαλλιά σου, με κάθε κίνηση που όριζαν τα χέρια σου, ελευθέρωνες τον έρωτα κι έδινες ποίηση στη ζωή. Μες στο χορό ξεχώριζες και έκανες αλήθεια αυτή την πραγματικότητα. Χαμηλωμένες οι φωνές, για να φωτίζεις μόνο εσύ, να διαφεντεύεις με τα χέρια σου όχι μονάχα τα μαλλιά, αλλά και την ελευθερία μας. Με τις κινήσεις σου χαρακτηριστικές, έδειχνες το δρόμο προς την ποίηση, το φως του έρωτά μας.

16.

Σαν καπνό αποθρώσκοντα. Ξεπήδαγε ο πόθος από τα χρυσαφένια σου μαλλιά κι ανέμιζε σαν μακρινό σημάδι στο ταξίδι μου. Με το ένα σου χέρι υψωμένο γύριζες προς τα πίσω την πορεία τους για να τυλίξεις το λαιμό σου. Κι εγώ ήθελα να γυρίσω μέσα μου, να συναντήσω την καρδιά που σε αναζητούσε. Κοιτούσα σαν φάρο τα μαλλιά σου και ακολουθούσα τις κινήσεις των χεριών που με καθοδηγούσαν. Εκεί που κατοικούσε ο έρωτας. Εκεί που με περίμενες με τη φωτιά σου αναμμένη. Σε κοίταζα και με ταξίδευες με τις αισθήσεις όλες φωτισμένες.

17.

Ρεφραίν. Ζωντανό τραγούδι η ύπαρξή σου. Σε ψιθύριζαν αδιάκοπα τα χείλη μου με νότες μεθυσμένες από έρωτα. Με κάθε κίνηση του κορμιού σου βύθιζες τη φαντασία μου στα πιο γλυκά όνειρα, την ταξίδευες σε παράδεισους ανείπωτους. Κάθε φορά που άγγιζες τα χρυσαφένια σου μαλλιά, ζωγράφιζες στα μάτια το ρεφραίν, και τότε σιωπούσαν όλοι. Μονάχα λίγα βήματα, ένα κομμάτι στο τραγούδι μας κι ύστερα πάλι το ρεφραίν, τα χέρια σου που παίζαν στα μαλλιά σου.

18.

Δέσμη φωτός που αναβόσβηνες. Τα είχες φτιαγμένα έτσι τα μαλλιά, ώστε συχνά μια τούφα να υψώνεται και να φωτίζει αστραποβόλα. Κι επειδή άλλο φως έβγαινε ασταμάτητα από τα μάτια σου, γύριζες προς τα πίσω τα μαλλιά ρυθμίζοντας τις δέσμες των προβολέων. Το χέρι που αναβόσβηνε, έφτανε σταθερά στον ουρανό όπου κυριαρχούσε το αστέρι σου. Από εκεί κανόνιζες τις αστραπές, πόσο θα μείνουνε μπροστά και πότε θα γυρίσουν να στεφανώσουν το λαιμό σου.

19.

Άρωμα γυναίκας πλημμύριζε την αίθουσα και ’μείς μεθυστικά αναζητούσαμε το πρόσωπο. Όταν σηκώθηκες ορθή, ξεχύθηκε το χρώμα της αυγής από το κόκκινο φουστάνι σου. Κι όταν τα χέρια σου χάιδευαν τα μαλλιά, το άρωμα είχε πάρει τη μορφή σου. Πώς περπατάει ο άνεμος, πώς ανάβουν οι φωτιές στο πέρασμά της. Πώς με μια κίνηση χεριού, πως φτιάχνεις δήθεν τα μαλλιά, γεννιέται πάλι το όνειρο που λάτρεψαν αιώνια οι άντρες στη γυναίκα.

20.

Καταρράχτης ξανθός τα χυμένα προς τα πίσω μαλλιά σου. Αναρίθμητα μάτια χόρταιναν την ομορφιά και μια νεράιδα κρυμμένη στην ψυχή σου έπαιζε στα χέρια τα μαλλιά της. Πότε ένα σιντριβάνι έφτανε ψηλά και με μια κίνηση το ξαναγύριζες στη θέση του. Πότε λοξοδρομούσε ποταμός, κι εσύ τον μάζευες για να μη πνίξει την φωνή μας. Χιλιάδες άνθρωποι δροσίζονταν στα μεταξένια σου νερά, στην κάθε κίνηση που η νεράιδα φίλαγε τον καταρράχτη της.

21.

Κλαδιά σημύδας πριν την ασπρίσει το πένθος της ωρίμανσης. Ζωσμένο το κορμί στα χρώματα του πάθους ύψωνε το ανάστημα όσο να ξεχωρίζει μόνο το φως. Κι όταν στο γύρο του χορού σχηματιζόσουνα ολόκληρη, άπλωνες τα χέρια για να μαζέψεις τα μαλλιά. Ένα μικρό σπουργίτι πέταξε τότε απ’ την καρδιά μου για να φωλιάσει στα ξανθά κλαριά. Να το αγγίξεις, ίσως, με τα δάχτυλά σου, ν’ αφήσεις λίγο όνειρο στη μνήμη, ένα σου χάδι για το μακρύ χειμώνα των βλεφάρων. Τα ανθισμένα βήματά σου στο περιβόλι των κουφών και της ανέραστης γιορτής μας.

22.

Χιλιάδες σκέψεις γέννησε η μορφή σου. Πόσο βελούδο άφηνε ακάλυπτο το φόρεμα, ποιους μυστικούς ρυθμούς σημάδευες με τα τακούνια σου; Και ποια μηνύματα αστρικά κάτεχαν τα χέρια σου κάθε φορά που υψώνονταν για να χαϊδέψεις τα μαλλιά; Μαγνήτιζες σιγά-σιγά την όρασή μας κι έψαχνα λέξεις να περιγράψω το μυστήριο. Πώς κορυφώνονταν το πάθος σε μα μονάχα κίνηση. Πώς έμοιαζες γυναίκα εσύ πιο πολύ από τις άλλες. Χιλιάδες σκέψεις σε περίμεναν να γεννηθούν με αδημονία.

23.

Αρπαχτικό που έπαιζες με τη λεία σου. Ανυποψίαστα τα θύματα σ’ ακολουθούσαν σε κάθε σου κίνηση, πεινασμένα για λίγη λάμψη θηλυκότητας. Παραδομένα στη δύναμή σου, ακουμπούσαν στα χέρια, μήπως και φτάσουνε μαζί στο χρυσαφένιο σου κεφάλι. Υπνωτισμένα από την ομορφιά, δεν ένιωθαν πως έσβηναν στην προσμονή, πως χάνονταν σε άδικες ελπίδες. Κι εσύ συνέχιζες να στρέφεις προς τα πίσω τα μαλλιά, παρασέρνοντας την κουρασμένη μας ψυχή σε θάνατο με φώτα στολισμένον.

24.

Πάντα οι τυφώνες έχουν θηλυκά ονόματα. Οι δυνατοί ανοίγουν τις πόρτες των σπιτιών τους ώστε να μπει και να διαβεί ο ανεμοστρόβιλος. Και να μη χάσουν απ’ τα μάτια τους την άγρια ομορφιά τής φυσικής καταστροφής. Πρώτα άστραψε η φωτιά στο κόκκινο φουστάνι που φορούσες κι ύστερα με βήματα που χόρευαν ανέβαιναν προς τα πάνω τα μαλλιά σου. Κι όταν τα χέρια σου έφταναν στο ύψος τους, τότε βρισκόμασταν στο κέντρο του κυκλώνα. Με ανοιχτές τις πόρτες της καρδιάς, να ’ρθεις και να συναντηθούμε. Και όποιος ήταν δυνατός ας πέθαινε ευτυχισμένος.

25.

Ζούσες μόνο για σένα. Άφησες στο τραπέζι τα παιδιά κι έφτασες στο χορό να υπάρξεις μόνο για σένα. Είχες προγραμματίσει τη δραπέτευση, γι’ αυτό και ντύθηκες τα ρούχα της φωτιάς και άφησες λυμένα τα μαλλιά σου. Να βγαίνουν απ ’κει οι φλόγες σου, να πυρπολούν τα μάτια μας, να γίνεσαι το κέντρο της ζωής μας. Τα άφησες ηδονικά να ανεμίζουν, κι όποτε τα έστρεφες οπίσω με τα χέρια, ένα αχνό χαμόγελο σημάδευε την ευτυχία σου, την κάθε κίνηση της ύπαρξής σου.

26.

«Ύψωνες τον καημό πιο πάνω από τα χέρια σου». Ο τρόπος που έφταναν και χάιδευαν τα μαλλιά, ξεχείλιζε από πόνο κι από όνειρα. Πού πήγε τόσο σώμα περπατώντας το ίδιο μονοπάτι· τόση ψυχή που ασφυκτιούσε στις κινήσεις σου. Ζωντάνευαν τα δάχτυλα για να βγει όλος ο καημός, ξάνθαινε το όνειρο που έκαιγε τα μάτια σου. Αντί για δάκρυα, σηκώνονταν φωτιές απ’ το κεφάλι σου, κι εσύ τις σκόρπιζες σε όλο το σώμα, κι εμείς διαβάζαμε τον πόνο που ταξίδευες τη ζωή σου.

27.

Λατρέψαμε το θαύμα περισσότερο από σένα. Δεν προσέχαμε το σκήνωμα της ομορφιάς, την κόκκινη λάμψη του κορμιού σου. Πίσω απ’ τα γυαλιά δεν βλέπαμε τα μάτια σου, πώς έλαμπαν οι υποσχέσεις ευτυχίας. Κοιτούσαμε μόνο τα χέρια, πότε θα κάνουν την κίνηση του θαύματος, πότε θ’ αγγίξουν τα μαλλιά με χάιδεμα γυναίκας. Κι εμείς λατρέψαμε το θαύμα σου, σαν τίναζες λιγάκι το κεφάλι, κι ύστερα με τα χέρια μάς χάριζες τη λάμψη σου απλόχερα. Δεν σε κοιτούσαμε ολόκληρη, μόνο τα χέρια που μας χάιδευαν.

28.

Χαμηλόφωνα φώτα στη μεγάλη αίθουσα. Λίγα κεριά καρφωμένα στους τοίχους άφηναν το σκοτάδι να κυλήσει ανάμεσά μας. Για να θαμπώνει τη βραδιά το άσπρο νυφικό που είχε τη χαρά του. Όμως σηκώθηκες εσύ, σαν απροσδόκητη πανσέληνος στη νύχτα. Είχες φορέσει το φεγγάρι στα μαλλιά και το ξανθό σου φως ανέμιζε στα δάχτυλα σαν παιδικό, ανέμελο παιχνίδι. Κάθε φορά που έφτανες τα χέρια στο κεφάλι, δυνάμωνε το φως στη νύχτα μας, γέμιζε η μνήμη μας με βράδια Αυγουστιάτικα.

29.

Ξανθό χαλί να περπατήσουνε τα μάτια μας με σίγουρα βήματα ευτυχίας. Άφηνες τα μαλλιά να ανεμίζουν, να μεγαλώνει ο δρόμος της ζωής στο όνειρο. Με το ένα χέρι απλωμένο τα μάζευες προς τα πίσω, να ξεκινάνε πάντα απ’ το λαιμό. Δεν ήταν από εκεί που άρχιζε το φιλί μας, αλλά από τα μακριά σου δάχτυλα άναβε ο πόθος. Καθώς γίνονταν ένα με τα μάτια μας, με κάθε σου κίνηση έβγαζες φωτιά που έκαιγε τα χείλη μας. Πότε θα δροσιστούνε στο κεφάλι σου, πριν σβήσουν για πάντα στο πυρακτωμένο σώμα…

30.

«Το σώμα λέει αυτό που δεν μπορούν να πουν τα λόγια». (Μάρθα Γκράχαμ). Ήξερες πως δε θα έβρισκες λόγια να περιγράψεις αυτό που ένιωθες στο σώμα σου. Να ζωγραφίσεις με λέξεις το μυστήριο του έρωτα, όταν τα μάτια σου συναντούσαν τα δικά μου. Σήκωνες το χέρι σου πάνω απ’ το ανώνυμο πλήθος και τ’ ακουμπούσες στα μαλλιά, να ομορφαίνει ο χαιρετισμός. Ένα ξανθό χάδι έφευγε από το μέτωπό σου κι αργά-αργά έφτανε ως το λαιμό. Με ένα λοξό βλέμμα συναντούσες τα δικά μου χέρια, κι εγώ αφηνόμουν στο όνειρο, χαμένος στα φιλιά και στα μαλλιά σου.


Αλέξης Σταυράτης

1 Ιουνίου

Παρασκευή 18 Απριλίου 2014

Αλέξης Σταυράτης Πού πας παιδί μου να κρυφτείς, πού πας να βασιλέψεις… [Απόσπασμα από: ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ].








Πού πας παιδί μου να κρυφτείς, πού πας να βασιλέψεις… [Απόσπασμα από: ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ].

…Καθώς έχει σκύψει το κεφάλι, όλα σκοτεινιάζουν. Δε βλέπει το μαύρο σύννεφο που έχει σκεπάσει το λόφο του Γολγοθά. Απορημένη κοιτάζει το σταυρό, κι εκεί πιο μαύρο το σκοτάδι.


Ωιμέ, πού είμαι τώρα εγώ, πού βρίσκεται ο γιος μου


Ποιος μου τον άρπαξε νεκρό, πού να ’ναι ο θησαυρός μου;


Βλαστάρι, παλικάρι μου, πού χάθηκες, καλέ μου


Ποιος μου σε πήρε, μάτια μου, αϊτέ μονάκριβέ μου;


Τι θα στολίσω η μαύρη εγώ, τι θα θρηνήσω τώρα


για ποιον λουλούδια θα βαστώ, για ποιον τα μαύρα δώρα


αφού είμαι μάνα δίχως γιο και μνήμα δίχως σώμα…


Το σύννεφο απομακρύνεται, οι σταυροί διακρίνονται και πάλι καθαρά. Στα δεξιά του λόφου, πίσω απ’ τους σταυρούς, ένα δέντρο γυμνό σχεδόν, μόνο στις άκρες ξεμυτίζει λίγο πράσινο. Δυο νεκροπούλια κάθονται υπομονετικά στα κλαδιά και περιμένουν να φύγει ο κόσμος. Κάπου-κάπου κρώζουν και βαραίνει περισσότερο η πένθιμη ατμόσφαιρα. Η Μαρία στρέφει προς αυτά το βλέμμα της.


Μαύρα πουλιά του χάροντα κι αφέντες του θανάτου,


αυτού ψηλά που κάθεστε, πείτε τι καρτεράτε.


Αν είναι σάρκα για φαΐ, να πάω να σας φέρω,


αν είναι αίμα για πιοτί, τρέχω να σας ποτίσω.


Μα αν είναι για το γιόκα μου, τον πιο ’μορφο λεβέντη,


άδικα που προσμένετε, κακό κι αν κατεβείτε.


Εγώ είμαι η μάνα του Θεού και χάρο δε λογιάζω,


ντύνω, στολίζω το παιδί, με μυρωδιές το λούζω,


λίγο να μου ξεκουραστεί και πάλι περπατάει.


Στον απέναντι λόφο μερικά παιδιά κινούνται χορευτικά φορώντας μαγιάτικα στεφάνια στο λαιμό τους. Η γη είναι πράσινη και ο μαύρος ουρανός δε φαίνεται να τα φοβίζει, θα μπορούσαν ακόμα και να τραγουδάνε. Η Μαρία τα βλέπει και τα καλοτυχίζει.


Καλότυχες οι μάνες σας, καλότυχοι οι γονιοί σας


που καρτερούν το λιόγερμα να σας γλυκοφιλήσουν.


Εγώ είμαι μαύρη κι άραχνη, νεκρή κι ας σας μιλάω,


ένα παιδάκι γέννησα, δεν έχω άλλον κανένα.


Σύρτε, φευγάτε σπίτια σας, τι εγώ θα σαβανώσω,


τα λούλουδα, την άνοιξη, τον ήλιο, τον υγιό μου.


Σταματάει να κινείται και στρέφεται ξανά στο σταυρό.


Γιε μου, τούτη η Παρασκευή δεν είναι σαν τις άλλες. Ετούτη η Παρασκευή είναι η πιο μεγάλη μέρα του θανάτου.


Τραβάει απότομα το μαντήλι από το κεφάλι, τα μαλλιά πετάνε στον αγέρα, ανατριχιάζουν. Τραγουδάει σιγανά, χαροκαμένο μοιρολόι οι λέξεις, σέρνει αργά τα βήματά της.


Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα


σήμερα που σταυρώσανε το γιο μου το λεβέντη.


Σήμερα έβαλαν βουλή οι άνομοι οι οχτροί σου


καρφιά να μπήξουν στο κορμί, στα χέρια, στα ποδάρια.


Κι όσο κοιτούσε η μάνα σου, τόσο βαριοχτυπούσαν


κι ως έβλεπαν τα μάτια μου, τόσο χασκογελούσαν.


Μα τι να κάμω η δόλια εγώ, πώς να τους σταματήσω;


Να σταυρωθώ δε μ’ άφησαν, ούτε να με καρφώσουν,


το αίμα ήθελαν του γιου, του πάντων Βασιλέα.


Να κλάψω άλλο δεν μπορώ, μη πλημμυρίσει ο κόσμος


κι ούτε να σκούξω από ψηλά, μη γκρεμιστούν τα σπίτια.


Να βρω γκρεμό να τσακιστώ, ποτάμι να με πνίξει,


να βρω και μία θάλασσα, φαρμάκι να χορτάσω,


γιατ’ έχω γιο μονογενή, κι εκείνον σταυρωμένο.


Άνθρωπος δεν παρηγορεί χαροκαμένη μάνα


μήτε κι η άνοιξη αν ντυθεί στο χρώμα του θανάτου,


μόν’ το Μεγάλο Σάββατο με κάνει για να ζήσω


αν θα σημάνουν οι εκκλησιές κι αν τα κεριά θ’ αστράψουν


θάχω κι εγώ ανάπαψη, θάχω χαρές μεγάλες.


Πλησιάζει στο σταυρό. Οι άλλες γυναίκες ακολουθούν σιωπηλά με το κεφάλι σκυμμένο και το στήθος τους ν’ αναταράζεται από βουβούς λυγμούς. Μια γυναίκα, με χαρακτηριστική στολή παλαιστίνιας, περνάει ανάμεσα σ’ αυτές και τους σταυρούς, κατευθύνεται οργισμένη στους στρατιώτες. Εκείνοι σηκώνονται όρθιοι σε θέση μάχης. Ο Ιωάννης κοιτάζει κάπου αλλού, σαν κάποιον να περιμένει. Τότε πλησιάζουν άλλοι δυο άντρες και προστίθενται στο χορό των πενθούντων.


Οι άλλες μοιρολογίστρες κουνάν θρηνητικά τα χέρια, χτυπάν μ’ απελπισία το κεφάλι, το πρόσωπό τους. Ακούγεται ομαδικός θρήνος, σαν των μανάδων της Βηθλεέμ όταν έσφαξε ο Ηρώδης τα παιδιά τους. Η Μαρία έχει φτάσει ήδη στο σταυρό. Τον αγκαλιάζει από τη ρίζα και σηκώνεται στηριζόμενη στο αιματοβαμμένο ξύλο...


Μόλις τα χέρια της αγγίζουν τα ματωμένα πέλματα, ξεσπάει σε θρήνο σιγανό, μοιρολογεί σαν όλες τις μανάδες. Το βλέμμα της ικετευτικό προς το πρόσωπο του νεκρού.


Έρμα μου χέρια, πιάστε το νεκρό κι αγαπημένο σώμα,


εσείς που τόσα χάδια δώσατε και τόσες αγκαλιές.


Βοηθείστε με, κυράδες μου, το γιο μου να φροντίσω,


η μια να φέρει το νερό κι η άλλη τα λουλούδια


κι η τρίτη η μικρότερη, στεφάνι να του πλέξει.


Να τον στολίσω για χαρά, γαμπρό να τον κινήσω


και να του λούσω τα μαλλιά μ’ αρώματα περίσσια.


Χρυσό χαλκά στο χέρι του, στολίδια για τη νύφη,


να στρώσω το κρεβάτι του, να κοιμηθούν αντάμα.


Μόν’ πρώτα βγάλτε τα καρφιά, τ’ αγκάθια απ’ το κεφάλι,


σκουπίστε τον ιδρώτα του, απ’ την πλευρά το αίμα


και μη σας νοιάζουν τα φτωχά και λερωμένα ρούχα.


Τι εγώ θα φέρω αλλαξιές καινούργιες να τον ντύσω


μη τον κακοκαρδίσουνε και μου πονέσει πάλι.


Σταματάει το θρήνο και σιγοψιθυρίζει.


Πώς να τ’ αντέξω, γιε μου, πώς να δεχτώ ότι εσένα αγκαλιάζω; Νεκρός εσύ σαν όλους τους νεκρούς;


Γιε μου, ακριβέ μου, σπλάγχνο μου, όλα τα δάκρυα τα ’χυσα


και τώρα που διψάς εσύ, νερό δεν έχω να σου δώσω.



==================================================================



[Απόσπασμα από τον δραματικό μονόλογο ΤΟ ΜΟΙΡΟΛΟΪ ΤΗΣ ΑΝΟΙΞΗΣ, σελ. 25-30, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Αθήνα 2013]

Αλέξης Σταυράτης

14 Απριλίου

Κυριακή 8 Δεκεμβρίου 2013

Έρωτας στα χρόνια της απελπισίας .... Αλέξης Σταυράτης

Έρωτας στα χρόνια της απελπισίας ....


Την αγαπάω. Αυτό δεν είναι πρόβλημα, έτσι; Με αγαπάει κι αυτή, είναι το πλέον σίγουρο… Είμαστε μαζί και περνάμε πολύ ωραίες ώρες και στιγμές. Έτσι που τα γράφω, σαν να μένει κάποιος χρόνος μας χωρίς περιγραφή… Δε συμβαίνει κάτι, μη φοβάστε! Απλά, μιλάω για τα πιο σημαντικά μας. Ειδικά όταν ξεκουραζόμαστε στο κρεβάτι, η κατάσταση είναι τέλεια. Εσείς, ίσως να θέλετε και άλλες λεπτομέρειες επ’ αυτού, αλλά εγώ δεν είμαι Χένρυ Μίλερ να τα λέω όλα απλά και ξεκάθαρα… Ναι, την αγαπάω πολύ αυτή τη γωνίτσα του σπιτιού μου και για τους λόγους που φαντάζεται κάθε άντρας… Αλλά και κάθε γυναίκα, μια κι εκεί γίνονται κι αυτές ευτυχισμένες. Μπορεί να μη με πιστέψετε, να θεωρείτε ότι είμαι ένας φαφλατάς, όπως οι περισσότεροι που …δεν…. Δεν πειράζει, εγώ σας λέω τα δικά μου· όταν έρθει η σειρά σας, εσείς πείτε μου ψέματα! Λοιπόν, τις πιο πολλές ώρες τις περνάμε εκεί, στο κρεβατάκι μας, και είμαστε ευτυχισμένοι. Όχι για να είμαστε ευτυχισμένοι, αλλά επειδή είμαστε και γινόμαστε. Όταν είμαι στο κρεβάτι μαζί της, ξεχνάω ποιος είμαι, τι είμαι. Τότε μπορώ να ονειρευτώ τα πάντα…, την ώρα που σημαίνουν οι άγγελοι λατρευτικές καμπάνες. Να γιατί μένουμε με τις ώρες αγκαλιασμένοι, επειδή τώρα τελευταία χρειάζεται να ονειρεύομαι περισσότερο…
Η κατάσταση είναι γνωστή. Κάθε μέρα που ξημερώνει, είναι χειρότερη από αυτή που έφυγε… Υπήρχαν κάποια λεφτά στο βιβλιάριο και τα φάγαμε μαζί. Όλα και μετά χαράς. Όχι πως με ήθελε για τα χρήματά μου, που ήξερε πως ήταν λίγα και κάποτε τελείωσαν. Τα πράγματα, όπως γνωρίζετε, χειροτέρεψαν τραγικά και όλα ακρίβυναν την ώρα που μηδενιζόταν το βιβλιάριο. Δεν είχε, ούτε έχει απαιτήσεις, δε με κατηγορεί που είμαι άφραγκος, γιατί δεν ήταν μεγαλομανής ή μεγαλοπιασμένη. Και μην αρχίσουμε καμιά συζήτηση περί ισότητας, γιατί είμαι παλαιών αρχών: ο άντρας οφείλει να συντηρεί τη γυναίκα του, πάει και τελείωσε… Εγώ έχω το πρόβλημα. Ποτέ δε δυστύχησε γυναίκα δίπλα μου, επειδή της στέρησα στοιχειώδεις ανέσεις. Μα τώρα, να μη μπορώ να την κεράσω μια υπέροχη σοκολάτα, επειδή κάνει 5 Ευρώ; Πιστέψτε με, είναι αλήθεια πως δεν παραπονιέται για τη φτώχεια που γέμισε τις τσέπες μου. Εγώ είχα μάθει αλλιώς… Με αγκάλιαζε από την αρχή της κρίσης τρυφερά, με φίλαγε και μου έλεγε πως δεν τη νοιάζει. Μετά, με παρηγορούσε στο κρεβάτι, και τότε τα ξεχνούσα όλα. (Και τώρα έτσι γίνεται, αλλά τελευταία πάω να χάσω τον ύπνο μου…)
Ύστερα, έγινε και το φαγητό δύσκολο. Εντάξει, δεν πεινάσαμε, αλλά λίγο κρέας; Λίγα μπριζολάκια πού και πού; Αυτή φτιάχνει ωραία φακή, εγώ μια απίθανη στρατιωτική φασολάδα με λειωμένα, όμως, τα καρότα και μπόλικο κρεμμύδι. Τα λειώνω μαζί στο μπλέντερ-με ντομάτα-, και γίνονται ένας πεντανόστιμος χυλός. Με ένα λουκανικάκι μέσα, δε θα ήταν πιο νόστιμη; Φυσικά και θα ήταν… Πάω στη λαϊκή στις 3 το μεσημέρι για να ψωνίσω φτηνά. Στην αρχή ήμουν ένας άσπρος μες στους μαύρους, αλλά τώρα τους φάγαμε! Έγιναν αυτοί μύγες μες στους άσπρους… Δε ντρέπομαι, το λοιπόν. Ντομάτες και πιπεριές κοψοχρονιά, μαϊντανός θλιμμένος, πατάτες φτηνές με μικρές μαύρες τρύπες, ρυζάκι που θέλει λίγο καθάρισμα, και νάσου τα ωραία γεμιστά μας! Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο νόστιμες κάνει τις πατάτες στα γεμιστά!!! Αυτή τρώει το ρύζι με τα μυρωδικά, κι εγώ τη φλούδα απέξω και τις πατάτες, επειδή μου αρέσουν πολύ. Ένα φαγητό πολλών αστέρων… Καμιά φορά πάω στη Βαρβάκειο, όπου βρίσκεις πάμφθηνο κιμά. Μισό κιλό χοιρινός, μισό βοδινός, ζυγίζει παραπάνω από κιλό αλλά λιγότερα από 4 Ευρώ!, και ιδού έχουμε κιμά για 4 μέρες. Μακαρόνια με κιμά, λοιπόν, και βγήκε άλλο ένα αγαπημένο φαγητό. Σκεφτόμαστε, φυσικά, να μειώσουμε τις μερίδες του κιμά για να μας φτάνει για μια εβδομάδα… Θα δούμε.
Οι δρόμοι έγιναν οι καλύτεροι φίλοι μου, μια και δεν μπορώ ν‘ αντέξω την επιβάρυνση του πανάκριβου, πλέον, καφέ. Βρήκα κάνα-δυο φτηνά στέκια, αλλά ντρέπομαι να πηγαίνω συνέχεια. Και ντρέπομαι και λυπάμαι για τα χάλια μου. Όταν την έχω μαζί μου, δηλαδή μέρα παρά μέρα που λένε, τότε με πιάνει πάλι η απελπισία… Κάπου-κάπου την πηγαίνω για καφέ, όσο αντέχει η τσέπη… Φροντίζω να καπνίζω ελάχιστα, για να έχω καπνό για κείνη. Της είπα ότι μου κάνει κακό στην υγεία μου, και περιορίζομαι σε μια-δυο τζούρες από το τσιγάρο της. Αυτή λάμπει από ευτυχία δίπλα μου. Μπορώ να σας πω ότι τώρα είναι πιο ερωτευμένη απ’ ό,τι παλιά. Κάθε πρωί με εκλιπαρεί να μην την αφήσω, να μη τη διώξω. Τότε γίνομαι πάλι χαρούμενος, γιατί βλέπω πως η αγάπη της είναι ανιδιοτελής. Αλλά ο καημός, καημός που δε μπορώ να της δώσω κάτι παραπάνω. Γιατί, είναι και το άλλο! Μόνο εμένα χτύπησε η κρίση; Πώς, στο διάβολο, καφετέριες, μπαράκια, ταβέρνες είναι όλα γεμάτα; Εμείς, καμιά πίτα με γύρο, και οι άλλοι κατεβάζουν τον αγλέορα… Μυστήριο… Όσο, όμως, εγώ απελπίζομαι, τόσο αυτή με αγαπάει περισσότερο.
«Θα με πας στο Παρίσι;», μου λέει μια μέρα γελώντας πονηρά. Ω, ανόητοι που είμαστε οι άντρες… Όταν μου είχε εκμυστηρευθεί το όποιο παρελθόν της, ύστερα ζήτησε  το δικό μου. Εννοείται ότι ήμασταν ειλικρινείς. Μεταξύ των άλλων, της είχα πει πως υποσχέθηκα κάποτε σε μια μικρούλα να την πάω στο Παρίσι διακοπές. Αλλά τότε είχα χρήματα, και μ’ αυτά τα χρήματα εμείς καλοπεράσαμε στην αρχή της κρίσης… «Το ξέρεις ότι τώρα δεν μπορώ…», απάντησα θλιμμένος. Αυτή με αγκάλιασε και γελώντας παιχνιδιάρικα, είπε ανάμεσα σε φιλιά:«Το ξέρω, αγάπη μου! Ένα πειραγματάκι ήταν…», και δώστου φιλιά αυτή και απελπισία εγώ... Μη βγάζετε συμπεράσματα, σύντροφοι! Οι γυναίκες δε γνωρίζουν πόση απελπισία μπορούν να φυτέψουν στην καρδιά ενός άντρα. Αν το ήξεραν, θα μας είχαν ολωσδιόλου του χεριού τους! «Ένα πείραγμα ήταν», ξαναείπε και με τράβηξε πάνω της. Ήταν η ώρα για όνειρα, να ξεχάσω τα πάντα και να ζω μόνο γι’ αυτήν.
Με ρωτάτε αν έφυγε; Αφού σας είπα ότι με αγαπάει και δεν έχει πρόβλημα, γιατί να φύγει; Αν ήμουν συγγραφέας, θα σας έπειθα γιατί με αγαπάει, αλλά είμαι ένας φτωχοδιάβολος ερωτευμένος, που δεν έχω να της προσφέρω τίποτε πέραν από ένα διπλό κρεβάτι. Σκεφτείτε, δεν την πειράζει ούτε το σεντόνι που έλειωσε και σκίστηκε στο ύψος των ποδιών μου. Αυτή, το πλένει και το στρώνει ανάποδα, να πάει το σκίσιμο στα πόδια της… Για τέτοια αγάπη σάς μιλάω…
Άκουγα ή διάβαζα, τι σημασία έχει;…, πως όταν είσαι άνετος κι ευτυχισμένος γράφεις ό,τι μπούρδες θέλεις… Διάβαζα, λοιπόν, για την απελπισία που ενυπάρχει στον γνήσιο έρωτα, για τη θλίψη που μπερδεύεται με τα αισθήματα των ερωτευμένων, για τη ζήλεια, για την αγωνία μήπως χάσεις… Πάω πάσο, μια χαρά είναι αυτά, δεν είναι μπούρδες για όσους μπορούν να ερωτευτούν με την προσωπική τους μυθολογία και δυνατότητα. Όχι μόνο τα άκουγα, αλλά και υπερθεμάτιζα για την ποιητική του πόνου στον έρωτα. Τότε, που το μόνο πρόβλημα ήταν πώς, στο καλό, γίνεται και τελειώνει μια τόσο όμορφη ιστορία!...
Τώρα δεν υπάρχουν τέτοια. Υπάρχει μια άλλου είδους απελπισία… Όχι αν μπορούν να ερωτευτούν οι φτωχοί. Αυτοί μπορούν να βρουν κάποια όμοιά τους και να ενώσουν την πείνα τους, ή να ονειρεύονται σαν τις παλιές, καλές Ελληνικές ταινίες. Εδώ υπάρχει μια πρωτοφανής κατάσταση. Αλλιώς κουμαντάραμε τη σχέση μας, και αλλιώς ξεφτιλιζόμαστε με τα νέα μέτρα…
Υποψιάζομαι ότι πολλοί από σας θα με εμψυχώνατε με ωραίες φιλοσοφικές και ηθικές σκέψεις. Άρα, σας έχω ακούσει και ευχαριστώ για την κατανόηση και τη βοήθειά σας. Το ζήτημα δεν αφορά την ποιότητα της σχέσης μου, με αγαπάει ακόμα και τώρα που έγινα φτωχός. Μου συμπαραστέκεται περισσότερο από όσο θα περίμενε ένας άντρας. Το πρόβλημα το έχω εγώ, και δεν αφορά την αγάπη μας που επιμένει και αντιστέκεται σε όλες τις Τροϊκανικές μεθοδεύσεις.
Ζω μια εσωτερική ξεφτίλα. Δεν μπορώ να της προσφέρω ούτε τα στοιχειώδη, ούτε καν μια βόλτα με αυτοκίνητο. Δεν σας το είπα; Το αυτοκίνητο το παράτησα και το πήρε ο γερανός του δήμου… Α, η αγάπη γιγαντώνεται στις δυσκολίες, μου λέτε εσείς. Έτσι είναι, και να με συμπαθάτε που συμφωνώ μαζί σας…. Και το βράδυ που έχω εφιάλτες, και την τρομάζω  με τις φωνάρες μου; Το στομάχι μου, που του λείπουν βασικές τροφές και βιταμίνες; Άσε που τελευταία, νιώθω να μετατοπίζονται οι επιθυμίες στο γουργουρητό της κοιλίας…
Μερικές φορές σκέφτομαι, αν ήμουν πλούσιος…, θα έκανα ό,τι ήθελα, θα είχα όποια γυναίκα ήθελα… Άλλη ζωή αυτή, και δε μιλάμε για έρωτα, βέβαια. Αλλά εγώ δε θα μπορούσα να ζήσω έτσι. Θα ήθελα να είμαι με μία και να την αγαπάω. Να μου πίνει τον ιδρώτα, αλλά και να μου τον σκουπίζει. Δεν ήμουν όμως πλούσιος, αλλά ένας αξιοπρεπής υπάλληλος. Δεν έκλεψα ποτέ, και δεν έκανα μπάζα για το μέλλον μου. Τώρα είμαι κάτω από το όριο της φτώχειας, και κοντεύω να τρελαθώ. Δεν υπάρχει φως πουθενά… Υπάρχει εκείνη που με αγαπάει και δεν με κατηγορεί για ανίκανο. Είναι αλήθεια πως από τότε που φτώχυνα, αυτή έγινε πιο τρυφερή και γλυκιά. Κάποιες στιγμές νομίζω ότι με λυπάται, και τότε θυμώνω. Δεν ξέρει πώς να μου φερθεί η καημένη…, κι ευτυχώς που δε θυμώνει κι αυτή. Να, αυτά που σας γράφω τώρα, τα γράφω κρυφά από εκείνη. «Μόνο θετικές σκέψεις», μου λέει. Μα πώς να κάνεις μόνο θετικές σκέψεις, όταν η ζωή σου είναι πλέον στο μείον;
Πιθανόν εσείς να τα καταφέρνατε καλύτερα… Μήπως είχα μεγάλη ιδέα για τον εαυτό μου; Ίσως… Μα, τι ζήτησα, γαμώτο… Ανθρώπινες συνθήκες διαβίωσης μόνο…, να μπορώ να κεράσω το κορίτσι μου μια γλυκιά σοκολάτα. Να πάμε βόλτα στο Σύνταγμα, κι αυτή να γλύφει παγωτό χωνάκι και να χαμογελάει μακάρια… Λέτε να είμαι υπερβολικός;
Μπήκαμε και στο φθινόπωρο με τις βροχές. Δε φτάνουν όλα τ’ άλλα, έχουμε και τη μελαγχολία του καιρού που σε κάνει να νιώθεις δυστυχής… Τι λέτε, παλεύεται η κατάσταση; Δεν ξέρω αν πρέπει να βγαίνουμε έξω ή να καθόμαστε πιο πολύ μέσα. Να διαβάζουμε κάνα βιβλίο, να βλέπουμε τις ωραίες μας ταινίες, να κοιταζόμαστε περισσότερο στα μάτια… Φυσικά, πάντα με την αγαπημένη μουσική της! Τώρα την έχω ανάγκη πιο πολύ. Να μου χαμογελάει, να με εμψυχώνει, κι εγώ να μη χρειάζεται να βάζω το χέρι στην τσέπη…
Δηλαδή, το χειμώνα πώς θα είναι στην Αθήνα; Που το καλοριφέρ θα ανάβει ελάχιστα λόγω ακρίβειας… Να είχα ένα σπίτι με τζάκι… Κι αν δεν είχαμε ξύλα για φωτιά, θα έκαιγα τα βιβλία, φτάνει να ζεσταινόταν η αγάπη μου… Όταν έξω οι νύχτες θα γίνουν ύπουλες και θα σκοτώνουν κάθε ελπίδα όσων κυκλοφορούν στους δρόμους, εμείς θα είμαστε μέσα. Θα προσπαθούμε να μην αφήνουμε το κρύο να διαπερνάει τις καρδιές μας. Θα κυκλοφορούμε καθένας μας με κουβερτούλες για ζέστη, και ύστερα, τσουπ!, στο κρεβατάκι μας. Έτσι λέω. Να μην αφήσω τη μελαγχολία να γίνει υγρασία και ζόφος στην ψυχή μου… Θ’ ανάβουμε και κάνα κεράκι για ατμόσφαιρα. Είπαμε, οικονομία στο ρεύμα, όχι τσιγκουνιές στα αισθήματα!!!
«Αναρωτιέμαι, τι θα συνέβαινε στον κόσμο όταν απαλλαχτούμε από τον χρυσό κανόνα της αγάπης». Λατρεμένε μου Χ. Μίλερ, μη στερείς από τον κόσμο τη μόνη ψευδαίσθηση που του έμεινε… εγώ, πάντως, ούτε σκοπεύω, ούτε το θέλω. Δεν είναι η ελπίδα στα χρόνια της απελπισίας, είναι η ίδια η ζωή μου. Γιατί η αγάπη μου προς αυτήν είναι ο λόγος που ζω και μπορώ να απελπίζομαι. Αλλιώς, γιατί, γιατί…
Κλείνω, κλείνω!!! Να τη, έρχεται χαμογελώντας, δεν την ακούτε; Δε θέλω να τη στενοχωρήσω με τη μαυρίλα και την κατήφεια μου…
«Αγάπη μου, θέλω αγκαλίτσα!!! Πού είσαι;»
«Εδώ είμαι, μωρό μου… Έρχομαι!!!» Έρχομαι….
22/9/11 

Παρασκευή 15 Νοεμβρίου 2013

Τα όνειρα της βροχής Αλέξης Σταυράτης


                                                Τα όνειρα της βροχής

Ήταν Παρασκευή, σα να αλήθευε ο Ελύτης που ’γραψε «Παρασκευή που πάντα βρέχει». Εκείνη τη στιγμή το ραδιόφωνο έπαιζε το τραγούδι «δεν είμαι νύχτα του χειμώνα με βροχή / είμαι γυναίκα, σε θέλω απ’ την αρχή», αλλά εγώ είχα μεγαλώσει αλλιώς, με την επιθυμία να χαρώ κάποτε τη βροχή με μια νεράιδα δίπλα μου.
     Καθόμασταν πίσω από το χοντρό τζάμι της καφετέριας. Υπερυψωμένο το δάπεδο και λίγα μέτρα μπροστά μας να τρέχουν νερά αδιάκοπα. Πίναμε καφέ και συζητούσαμε κοιτώντας προς τα έξω, η βροχή όλο και δυ­νάμωνε. Ο ήχος του νερού διαπερνούσε ακόμα και τα λόγια, μας υποχρέωνε συ­χνά να γυ­ρίζουμε πίσω. Ο ουρανός μάς έκανε το δώρο ν’ απολαμβάνουμε μαζί αγα­πη­μένες παιδικές μνήμες. Φυσούσε και αγέρας φέρνοντας μερικές φορές τη βροχή κατά κύματα πάνω μας, τώρα όμως δεν μπορούσαμε να την αγγίξουμε με τα σώματά μας.
     Τα νερά έτρεχαν ακατάπαυστα, από τότε που θυμόμασταν τους εαυτούς μας. Κοιτούσαμε έξω και τα άκουσα καθώς χτυπούσαν στις λαμαρίνες της γειτονικής στέγης. Ένα ελαφρύ ρίγος με διαπέρασε καθώς κρύωνα στο πατρικό μου σπίτι. Έβρεχε έξω και μέσα στην κρύα χειμωνιάτικη νύχτα έστηνα αυτί ν’ ακούσω το θεσπέσιο ήχο των νερών. Από τότε η βροχή έχει πάρει έναν μεταλλικό ήχο στα όνειρά μου. Όχι σκληρό, όχι ύπουλο ή τρομαχτικό, αλλά κάτι τις, πώς να το πω; Οι στάλες της βροχής χόρευαν σαν ξωτικά, σαν νερένιες υπάρξεις που ήθελαν να μου χαρίσουν δικά τους μυστικά. Ακόμα κι όταν άστραφτε και ρίχναμε απανωτά «κύριε ελέησον» και σταυροκοπιόμασταν, πάλι βαθιά μέσα μου δε φοβόμουν. Οι μεγάλοι μάς έλεγαν πως ο θεούλης θύμωνε με τις αταξίες μας και μας φοβέριζε από ψηλά, αλλά εγώ γέλαγα. Αφού μια-δυο φορές δεν είδα πρακτικές συνέπειες της θεϊκής φοβέρας, αλλιώς άκουγα τα τρομερά μπουμπουνητά. Έβρεχε, άστραφτε, βρόνταγε ο ουρανός κι εγώ να είμαι χωμένος στα μάλλινα σκεπάσματα. Τότε έκανα τα καλύτερα της ζωής μου ταξίδια. Έβγαινα έξω, χόρευα με τα ξωτικά πάνω στις στέγες, ξωτικά πανέμορφα σαν σημερινές γυναίκες…, άστραφτα ολόκληρος από χαρά, καβαλίκευα τα μαύρα σύννεφα και με φοβερές κραυγές ξεχυνόμουν στη ζωή. Δε θυμάμαι, δυστυχώς, να είχα πάει και πολύ μακριά, γιατί συνήθως μ’ έπαιρνε γρήγορα ο ύπνος… Αχ, πώς περίμενα να βρέξει και να είναι βράδυ! Αλλά και την ημέρα που ταλαιπωρούσε τη θλιβερή μας καθημερινότητα, πάλι τα νερά ήταν το αγαπημένο στοιχείο μου. Περπατούσα ξυπόλητος μέσα σε λάσπες και πάγους, κοίταγα με τα μάτια ανοιχτά προς τον ουρανό και γινόμουν μούσκεμα, αλλά δε μ’ ένοιαζε. Ακόμα κι όταν χωνόμουν κάτω από την κοιλιά του άσπρου αλόγου μας για ν’ αποφύγω τις ανελέητες καταιγίδες, πάλι ευτυχισμένος ένιωθα. Και στον κάμπο ήταν τόσο το κρύο που ζεσταινόμουν στα νερά των αμέτρητων πηγών, που ξεπηδούσαν παντού σε δρόμους και χωράφια, σε ξεραμένες βρύσες, σε ξεραμένες ζωές. Μετά ο χειμώνας με πάγωνε πάλι, αλλά ποιο παιδί τα υπολόγιζε αυτά…
     Θυμάμαι όμως και τις στάλες της νωχελικής βροχής. Κάθε σταλαγματιά ήταν και μια νεκρή ελπίδα, κάθε σταγόνα ήταν βαριά από πεθαμένα όνειρα. Όταν κάποτε τέλειωνε αυτή η βροχή κι ακούγονταν τα ξεπλύματα των κεραμιδιών, κάθε αργός ήχος έμοιαζε με μαρτυρική αναμονή, ο αργός ύπνος μου γινόταν εφιάλτης.
     Αγαπούσα και το ποτάμι μας, αν και το έβλεπα με δέος, γιατί φάνταζε τεράστιο στα αταξίδευτα μάτια μας. Δυσκολευόμουν να μπω μέσα κι έτσι δεν έμαθα εκεί μπάνιο, αλλά πολύ αργότερα στη θάλασσα της Κέρκυρας. Έσκυβα τότε και ξεδιψούσα τη δίψα στα καθάρια νερά του, ενώ οι άλλοι έκαναν μπάνιο. Εγώ καθόμουν στην όχθη και συνομιλούσα μαζί του, κάπου-κάπου πετούσα και κάποιο χαλίκι. Από πού έρχονταν τόσα νερά και πού πήγαιναν; Τα ρωτούσα και δεν μου απαντούσαν, δεν μου αποκάλυπταν το μεγάλο μυστικό τους. Όχι αυτό του Ηράκλειτου πως «δεν μπορείς να μπεις δυο φορές στο ίδιο ποτάμι», γιατί για μένα η κίνηση των νερών τους δεν ήταν ένα φευγαλέο, στιγμιαίο παρόν. Ένα άλλο μυστικό, αυτό που θα καταλάβαινα πολύ αργότερα, ότι το ποτάμι, παραμένοντας για χρόνια το ίδιο στα μάτια μου, ήθελε να μου διδάξει πως χρόνος δεν υπάρχει, παρά μόνον ένας διαρκής ενεστώτας. Όπως στα όνειρά μας, που ζούσαμε διάφορες καταστάσεις πάντοτε με την ένταση του τώρα, του παρόντος. Το μεγάλο, βαθύ ποτάμι ήταν πάντως το σύνορο της παιδικής μου ζωής και την τσιμεντένια του γέφυρα τη φύλαγαν στρατιώτες! Τώρα το ποτάμι μου κουβαλάει τα βρώμικα λύματα της μεγάλης πόλης, η γέφυρα μετά δυσκολίας χωράει ένα αυτοκίνητο και τα νερά του πώς λιγόστεψαν… Τώρα που λιγόστεψαν και τα όνειρά μου, που οι γνώσεις μου δεν έχουν σύνορα, που πίνω καθαρά, εμφιαλωμένα νερά… Τώρα που δεν αναβλύζουν πια πηγές στους δρόμους μου, αλλά στερεύουν κι αυτές που υπάρχουν… Τώρα, πίσω από ένα τζάμι ξαναγίναμε και οι δυο παιδιά, σαν να μας είχαν εκεί κλεισμένους από πάντα και ξαναβλέπαμε τη βροχή με την ίδια νοσταλγία.
     Κοντά στο σπίτι της ήταν ένα μικρό ποταμάκι, σχεδόν απαρατήρητο σήμερα. Και τότε απαρατήρητο περνούσε, εκτός από τα βράδια που ησύχαζαν όλοι και όλα. Τότε ένα μικρό κεφαλάκι έβγαινε από τα σκεπάσματα ν’ ακούσει τον ήχο των νερών του όπως κύλαγαν μέσα στη νύχτα. Αυτό άλλαζε δρόμο και περνούσε από την ψυχή της ή η ψυχή της έβγαινε κρυφά και ταξίδευε με μυστικές βάρκες σ’ άγνωστους τόπους; Έχει την εντύπωση πως γεννήθηκε στο νερό, κι όταν βρέχει, ενώ οι άλλοι μελαγχολούν, αυτή χαίρεται δραπετεύοντας από το γκρίζο κόσμο τους. Οι ψυχαναλυτές λένε πως είναι «ανάμνηση» της εμβρυακής ηλικίας στην κοιλιά της μητέρας. Κάποιοι βιολόγοι πως είναι απόδειξη ότι καταγόμαστε από τη θάλασσα. Σιγά μην έχουν και ιδιαίτερη σημασία οι εξηγήσεις τους! Σημασία έχει ότι αυτή βλέπει βροχή και είναι ευτυχισμένη. Πως της αρέσει να περπατάει στη βροχή και αν τη διαπεράσει ώς τα κόκαλα, να μη στενοχωριέται αλλά να την αφήνει να χαϊδεύει το σώμα της και την ψυχή της…
     «Δεν σου είπα κάτι ακόμα. Δεν είναι μόνο τα ταξίδια που έκανα στο ποταμάκι μου, μερικές φορές η βροχή ερχόταν και στα όνειρά μου. Ειδικά όταν κοιμόμουν με τον ήχο της στα μάτια μου, έρχονταν οι χοντρές σταγόνες και χόρευαν γύρω-γύρω. Στην αρχή παίζαμε κουτσό, από τη μια λακκούβα στην άλλη, αν θα προλάβαινα να τις περάσω όλες πριν τις γεμίσουν νερό. Συνήθως κέρδιζα και γέλαγα στον ύπνο μου, όπως μου έλεγε το πρωί η μητέρα. Όταν όμως έχανα, για να μη στενοχωριέμαι, οι χοντρές σταγόνες έπεφταν πυκνότερα και ξαφνικά άνοιγαν μια μυστική πόρτα κι έμπαινα μέσα. Δεν κρύωνα καθόλου αν και ήξερα πως βρισκόμουν στο μαγικό, παγωμένο κόσμο τους. Πότε με πήγαιναν στη μάνα του νερού, εκεί όπου ξεκίναγαν καταρράχτες και ποτάμια, πότε με ανέβαζαν ψηλά στα σύννεφα. Κι ενώ από τη γη φαίνονταν κατάμαυρα, όταν έφτανα εκεί όλα μου χαμογελούσαν. Όταν ήμουν μικρή, βροχή για μένα σήμαινε όνειρο, το νερό πάντα ήταν το αγαπημένο μου στοιχείο. Γλίστραγα μέσα του και χανόμουν σε μυθικούς, μυστικούς κόσμους. Στο σχολείο το αγαπημένο μου παιχνίδι ήταν να φτιάχνω χάρτινες βαρκούλες».
     Ο ήχος του νερού. Η γλυκιά ρευστότητά του όπως διατρέχει όλο το σώμα, όπως αγγίζει όλη μας την ύπαρξη. Κυρίως όμως ο απέραντος κόσμος τής θάλασσας, το κοινό μας όνειρο: να έχουμε ένα σπίτι στην παραλία και να την αγναντεύουμε ατέλειωτα. Καράβια να πηγαίνουν και να έρχονται, τα κύματα του χειμώνα να χτυπάν τα παράθυρά μας για καληνύχτα, και το καλοκαίρι… Α, το καλοκαίρι! Ποια μυστική επιθυμία να ομολογήσουμε… Πώς είναι τάχατες ο έρωτας μέσα στην αγκαλιά της υγρής, απέραντης αγαπημένης; Να στάζει αρμύρα το φιλί μας, να πνίγονται οι αγωνίες της ζωής στην αιώνια γνώση της πολύπειρης Μεσογείου κι εμείς καθαροί κι αθώοι σαν παιδιά να χαιρόμαστε απ’ την αρχή τον κόσμο. Το δικό μας κόσμο. Έστω κι αν ο κόσμος που ονειρευόμαστε κατοικείται από δυο δραπέτες της λογικής, από το παράξενο ζευγάρι της βροχής…
     «Πάμε να περπατήσουμε λίγα μέτρα στη βροχή, πιασμένοι χέρι-χέρι; Νοστάλγησα κάποιους στίχους από το ποίημα Νοσταλγία της βροχής: «Να μου κρατάς το χέρι στη βροχή / να χύνονται τρελά τα δάκρυα  / της υπόσχεσης / Να μου φιλάς τα μάτια μου / με αστραπές χαράς».
     Γέλασε θλιμμένα. «Δυστυχώς δεν μπορούμε να κάνουμε αυτή τη στιγμή τέτοια όνειρα. Κι αυτά που συζητάμε τώρα, αρκετά μάς είναι… Μίλα μου κι άλλο για τη βροχή, μ’ αρέσει όπως τα λες».
     Της ανέφερα το σκηνοθέτη-ποιητή των νερών, τον Αντρέι Ταρκόφσκι. Παντού στις ταινίες του πέφτουν νερά, στάλες χοντρές, ρυάκια που τρέχουν, αλλά και η σιωπή τους σε ακίνητες λίμνες και γαλήνιες θάλασσες. Λες και θέλει να ξεδιψάσει τη δίψα του ανθρώπου με το αρχέγονο στοιχείο της δημιουργίας, δηλαδή άμα αγαπήσεις το νερό είσαι ήδη σωσμένος… Μέσα από το νερό ξεχύνει τη νοσταλγία, τη δίψα για ζωή. Συχνά οι ήρωές του πίνουν νερό με τις χούφτες, σαν να κρατάν την ίδια τη ζωή στα χέρια τους, πως άμα δεν πιουν νερό εκείνη τη στιγμή, θα πεθάνουν για πάντα την ίδια στιγμή.
     Συζητήσαμε κι άλλα πολλά, πάντα με τα μάτια καθαρά, όχι μόνο από την αγάπη μας, αλλά και από τη βροχή που μας συντρόφευε αδιάκοπα. Μίλησα για τα νερένια μου όνειρα, μίλησε για τα ατέλειωτα ταξίδια της που ξεκίναγαν από το μικρό ποταμάκι. Και να ’μαστε τώρα οι δυο, μεγάλοι πλέον αλλά με τη γεύση μιας μικρής δικαίωσης της ονειρικής αθωότητας. Μπροστά μας μικρά ποταμάκια έτρεχαν στους δρόμους, πηγές νερού ανάβλυζαν στις πληγές της ζωής μας. Η νεράιδα καθόταν δίπλα μου, έξω ο ήχος των νερών ηρεμούσε τις αγωνίες μας κι οι αστραπές που έβλεπα ήταν από τα μάτια της. Τώρα οι εραστές του νερού συναντήθηκαν στο ίδιο όνειρο, σαν να έκρυψε η βροχή τον κόσμο γύρω μας και μας έκανε αόρατους. Να ξαναζήσουμε πραγματικά όσα ονειρευτήκαμε κάποτε σαν παιδιά στο θαυμαστό ήχο της βροχής. Ο κόσμος της κι ο κόσμος μου, μια νοσταλγία του δικού μας παραδείσου. Έξω ο δρόμος είχε γίνει το δικό μας ποτάμι κι εμείς ταξιδεύαμε μαζί.
     Απόψε με άφηνε να μιλάω συνέχεια. Να την ταξιδεύω ατέλειωτα με τη γλώσσα του έρωτα, να την πηγαίνω εκεί που φοβάται να πάει μόνη της. Να της φτιάχνω φτερά με την μουσική της βροχής για να ξεπερνάει τα εμπόδια του κόσμου, λες κι είχα γίνει ο βροχοποιός της ζωής της. Όταν είμαστε μαζί γίνεται τελείως ρευστή, με αφήνει να την πηγαίνω παντού, είναι η νερένια μου ύπαρξη που ξεπήδησε από το ποταμάκι της για να συναντήσει τα πιο τρελά μου όνειρα. Για να ομορφύνει και τα πιο τρελά της όνειρα.
     Τρεις ώρες κοιτούσαμε μόνο τα νερά, πώς κατέβαιναν από τους ουρανούς και γέ­μιζαν τους δρόμους, πώς έτρεχαν οι αλλόφρονες άνθρωποι ν’ αποφύγουν την επαφή με τ’ όνειρο. Πώς θα καταφέρουμε όμως να επιζήσουμε σ’ έναν κόσμο ξερό, που δεν ονειρεύτηκε με τη βροχή, που δεν ταξίδεψε πάνω σε χάρτινες βαρκούλες; Εμείς ξέ­ρουμε πως αυτός είναι ο μονόδρομος της ελπίδας, αλλά οι άλλοι εξακολουθούν πά­ντα να απειλούν με θεϊκές φοβέρες, να φρουρούν τις εξόδους προς το όνειρο. Εξα­κολουθούν να πουλάν ομπρέλες και σ’ εκείνους που δεν τις χρειάζονται. Ήμασταν παιδιά που φοβούνται ακόμα τους μεγάλους, ήμασταν δυο παιδιά που νοσταλγούσαμε ακόμα το μέλλον που ονειρευτήκαμε.
     Κάποτε έπρεπε να φύγουμε. Προχωρήσαμε για λίγο μαζί, αλλά δεν εκτεθήκαμε σχεδόν καθόλου στη βροχή μας γιατί ακόμα κυκλοφορούσαν οι μεγάλοι γύρω μας. Αφού δεν μπορούσαμε να κρατηθούμε χέρι-χέρι, προχωρούσε αυτή μπροστά κι εγώ ακολουθούσα. Ύστερα εγώ πήγα να συναντήσω το μεταλλικό ήχο των νερών στο βραδινό μου ύπνο κι εκείνη να μπει με τη δική της βαρκούλα στο ποταμάκι, να συνεχίσουμε εκεί τη μυστική ζωή μας. Στη βαρκούλα πάνω έχει γραμμένο το όνομά της, όπως μου είπε κάποτε η νεράιδα της βροχής.

                                                Αλέξης Σταυράτης
Δημοσιεύτηκε στον «Πόρφυρα» τεύχος 104, Ιούλιος-Αύγουστος 2002
[Ο Πόρφυρας είναι λογοτεχνικό περιοδικό που βγαίνει στην Κέρκυρα και έχει πανελλαδική κυκλοφορία]