Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωακείμ Παπαχρόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ιωακείμ Παπαχρόνης. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Ιωακείμ Παπαχρόνης, Τινάζω φτερών απομεινάρια από τα λιανισμένα όνειρα...


Τινάζω φτερών απομεινάρια από τα λιανισμένα όνειρα και σηκώνομαι από ένα στρώμα με μαχαίρια. Φορώ πουκάμισο λευκό με τέλεια λαιμόκοψη, λεπίδα. Το μαύρο μου κουστούμι καλοραμμένο στα σπλάχνα μου. Άψογα δεμένη η θηλειά, σε κόμπο διπλό να συγκρατεί τις ανάσες μη γίνουν αναστεναγμοί. Σ’ ένα ποτήρι συγκατάβαση, στιλβώνεται αποβραδίς το χαμόγελό μου. Το φορώ και δοκιμάζω χαμόγελα. Με λίγες επικύψεις γυμνάζω την ηθική μου. Με τη γνωστή κασέτα τεστάρω την φωνή μου: ναι, ναι, ναι, ναι, ναι, ναι. Όλα εντάξει. Με περιμένει μία καινούργια ημέρα. Κοιτάζω αδιάφορα το είδωλό μου στον καθρέφτη

" Μην κάνεις τον κόπο. Δεν έχεις αλλάξει στο ελάχιστο από την τελευταία φορά που μ αντίκρυσες. Καινούργια ημέρα,το ίδιο ψέμα. Στην κούφια πλευρά των ονείρων σου ξυπνάς ένας άγνωστος. Η μάσκα στο πλάι περιμένει. Απλώνεις την ψαρόκολλα. Τη φοράς. Και έτσι επανέρχεσαι. Οικείος, έτοιμος, καθημερινός. Βεβαίως, δεν καλύπτονται τελείως τα μάτια σου - σκαμμένοι, έτοιμοι λάκκοι που περιμένουν τους νεκρούς της ημέρας-, τα λασπωμένα χαρακώματα των χειλιών με τις σαρωμένες λέξεις. Και κάνεις πως ξεκινάς.Φυσικά με το προσωπείο σου για πρόσωπο. Βέβαια είναι λιγάκι υγρή η μασκούλα σου στην κοίλη πλευρά της, από τα μύχια δάκρυα που χύνεις και χύνεις. Μα εσύ συνεχίζεις. Ως αυτός που δεν ήσουν. Αυτός που δεν είσαι. Κι ίσως αυτός που ποτέ δεν θα 'σαι. Αξιοπρεπής πάντως. Καλοσιδερωμένος. Σαν κόψη ξυραφιού. Εκεί που βαδίζεις. Διακριτικά. Μη τύχει και φανούν οι σπάγκοι που σου χαρίζουνε τις στάσεις σου -συσπάσεις αισθημάτων-. Εκεί ισορροπείς. Εξωστρεφής. Γιατί αν σκύψεις μέσα σου, θα δεις να σαλεύουν οι πνιγμένοι. Εκεί αγωνιάς για να συρθείς.Προσεχτικά. Γιατί έχεις απομείνει μια επιφάνεια από λεπτό γυαλί. Και ξεραμένο χώμα. Αργά -αργά. Προσεχτικά, μη γείρεις και κοπείς. Και συντριβείς και σωριαστείς σε σβώλους. Χτυποκάρδια στην κόψη του ξυραφιού. Εκεί πρέπει να ζήσεις. Για τα απομεινάρια μιας ημέρας. Για μιαν ολόκληρη ζωή."

Κλείνω τα μάτια. Σφιχτά, αρνούμενος να δω άλλο. Κι ακόμη πιο σφιχτά τα δόντια να πνίξω την κραυγή που με πνίγει. Xέρια πιέζουν σα μέγγενη τους κροτάφους μου και με κρατούν καθηλωμένο. Δεν ξέρω αν είναι δικά μου ή του καθρέφτη.

" Ξέρω, το αληθινό –όσο κι αν είναι γεμάτο αγκάθια – μας είναι γνώριμο στα βάθη μας. Και κάθε υποψία πως έρχεται στην επιφάνεια μας τρομάζει, σαν κύμα που απειλεί να μας παρασύρει απ τη σιγουριά της άμμου που πιστεύουμε για στέρεη. Αλλά μέσα σου έχω αρχίσει να ασφυκτιώ. Ανυπόφορα πια. Γιατί πρέπει να κρύβεις το πρόσωπο σου κάθε που κάποια αλήθεια αντιφεγγίζει στις κουβέντες μας; Δες με και δες με καλά. Δεν είμαι εχθρός σου. Δε σου κανα τίποτε εγώ."

Ό,τι με έκαναν, ό,τι μου άφησα, μοιάζει στη μάνα μου την επιβίωση. Η μάσκα είναι κι αυτή μια λύση. Πώς θα διακινούμασταν με ραγισμένα πρόσωπα; Να τρομάζαμε και τους εαυτούς μας; Δε βλέπεις πόσοι γρονθοκοπούνε τον καθρέφτη μου, θέλοντας να εισχωρήσουν, ψάχνοντας μια θέση στην πίσω του όψη; Να επικρατήσουν, να διεκδικήσουν ένα κομμάτι μου από το σπασμένο μου είδωλο. Τι θες από μένα; Καλά συνηθίσαμε τη μάσκα. Άντε και γαμήσου, ανεύρετο μου είδωλο και καθρέφτισμα. Δεν είσαι παρά παραισθησιογόνο όνειρο, στις πυρετώδεις υποτροπές μου. Χτίζεις ένα γεφύρι κάθε βράδυ που καταρρέει ξυπνώντας στην πραγματικότητα. Μάρτυρας αυτόπτης του χαμού μου είσαι. Αν έχεις κότσια, θάψε με επιτέλους μέσα στα θεμέλια να στεριώσεις. Άντε πηδήξου λοιπόν ως τότε.

"Εγώ;;…"

Εσύ ναι, εσύ κι όλοι οι άλλοι. Εσύ, οι άλλοι και η Κόλαση σας. Άντε γαμηθείτε θεοί του φόβου και του θανάτου, μάσκες στην απελπισία μας, τρόμοι σκαλισμένοι στο μυαλό μας, δεν θέλω έναν τυφλό κυνηγό του κακού, τιμωρό ενός ανύπαρκτου παράδεισου. Θέλω τη ζωή μου εδώ. Επί της γης. Αντε γαμηθείτε ποιήματα, χάρτινα καραβάκια σέρνεστε στων δρόμων τα ρείθρα με το αίμα που κυλάει. Άντε γαμήσου αδηφάγε, που αλέθεις το μέλλον μας για να ταΐσεις τα γουρούνια σου, που στοιβάζεις τα όνειρα σε τρένα αόρατα οδηγώντας τα σ’ αθέατο θάνατο. Γαμήσου κι εσύ με την άπλετη θέα στην επαναστατική σου ομίχλη, όλοι οι ιδεολογικοί τραβεστί με σώμα από οιστρογόνα απληστίας, τέκτονες συνειδήσεων με ιδέες προκάτ γυψοσανίδες. Άντε γαμήσου πολιτικάντη, καρέκλα με δυο πόδια και πουγγί για ψυχή, που βγαίνεις στους δρόμους μας πρεζόνι για τη δόση εξουσίας σου, με στοκ ψεμάτων για κάθε περίσταση, να ξεπουλάς και τα παιδιά σου. Και συ το ίδιο, οπαδέ βολεμένε, με ορίζοντα την τρύπα του λαγουμιού σου, που από το σύρσιμο έχεις χωθεί βαθιά μέσα της. Άντε γαμήσου κατατρεγμένε Ελληναρά, κάθε εσύ και μια κερκόπορτα του Εφιάλτη, μοίρασες την πατρίδα σου λάφυρο σ' αιώνιους Πέρσες, κι ό,τι απέμεινε το λεηλάτησες κι αυτό μονάχος σου, νικητής της ήττας σου, μα τώρα που ο καθρέφτης σου ράγισε με πάταγο ψεμάτων, βλέπεις πόσο γνωστοί είμαστε εμείς οι άγνωστοι εισβολείς - καταπατητές του μέλλοντός σου. Και γαμηθείτε κι εσείς, φύλακες του ονειροκομείου που βιάζατε κρυφά στο άσυλο μια καθυστερημένη ελλαδίτσα, γελώντας που γένναγε παιδιά που δεν μπορούσε να τα θρέψει. Άντε γαμήσου φακελάκια, πιστέ στον όρκο του πλουτοκράτη, στρατηγέ, φορτωμένε κομματικά παράσημα, κι εσύ παροξύτονε άνθρωπε που αποθεώνεις το τεράστιο ξύλινο άλογο του προαναγγελθέντος χαμού σου έξω από την πύλη της ζωής σου, κι εσύ αργυρώνητε χαφιέ που εμπορεύεσαι τις τυφλές κραυγές της αγωνίας μας, κι εσύ αυτιστικέ καλλιτέχνη, που παίζεις το βιολί σου στην ορχήστρα του Τιτανικού μας. Γαμήσου κι εσύ μισαλλόδοξε πνευματικέ ταΐστρα του δικού σου φυράματος, μαύρε φάρε που ρίχνεις μαύρο φως, στη μαύρη θάλασσα αφήνοντας καράβια λευκά να τσακίζονται σ όλα τα αύριο. Άντε γαμήσου αντιδραστικέ μπαχαλάκια, κοπρόμυγα δραστήρια μονάχα στη σαπίλα που σε τρέφει. Άντε γαμήσου μπάτσε απόφυση του κλομπ σου, κι εσύ και όλα τα κουφάρια πρησμένα πνιγμένων συνειδήσεων.

"Μην παραπήρες φόρα και ξέχασες κανέναν άλλον να σου φταίει; Μην κρύβεσαι πίσω απ’ το θυμό σου κακομοίρη μου, κρυφέ ασφαλίτη του εαυτού σου, στη μούχλα του μυαλού που πουλάς προστασία στους εκπορνευμένους εαυτούς σου και χαίρεσαι να πνίγεις το άρωμα γιασεμιών καρδιών στη στυφή σου βαρβατίλα. Τι να πεις όμως όταν ποτέ δεν είσαι εσύ; Όταν όλα τα ψέματα σου έχουν ειπωθεί, όταν κατάντησες την αλήθεια σου κωφάλαλη; Άντε γαμήσου λοιπόν ΕΣΥ μαλάκα μπάτσε εαυτέ μου, που ενεδρεύεις στων ματιών τη γωνιά κάθε μου χτυποκάρδι, απαθή κλεπταποδόχε του κενού, συνωμότη του τίποτα, όταν άλλοι καταδικάζονται ερήμην σου σε θάνατο αργό εσύ είσαι ο δωσίλογος, φυγόδικε δραπέτη της μοίρας μου, τώρα που οι τοίχοι πλησιάζουν, νομίζεις θα ξεφύγεις; Άντε γαμήσου είδωλο και καθρέφτισμά μου, συνεπέστατο άδειο, λαθρεπιβάτη της ζωής σου, εσύ η παγίδα σου εσύ και το τυρί που σου έβαλες για να πιαστείς. Η εμποροπανήγυρη σου ήσουν. Που τέλειωσε. Θα αντέξεις το αβίωτο στη ζήση σου; Είσαι κουρασμένος, λες. Ναι. Σε καταλαβαίνω.Είναι εξαντλητικό να σκηνοθετείς τον ίδιο εφιάλτη κάθε μέρα. Να αναπαριστάς τη δολοφονία του εαυτού σου μπροστά στους μάρτυρες σου. Πώς τώρα να πάρεις στα χέρια τη σκιά του εαυτού σου; Που σπαρταράς κρεμασμένος στο στήθος εσύ από τη θηλιά των δικών σου χεριών. Και απ το ταβάνι τα κομμένα σου δάχτυλα να δείχνουνε εσένα. Να ξεκινήσεις σκέφτεσαι τη μέρα σου; Να πας πού ρε στον ύπνο σου; Με ποιον; «Χέρι με χέρι» με ποιους ρε αυτοακρωτηριασμένε; Α, ναι .. Να παραιτηθείς… Είναι ανώδυνο φαντάζεσαι με τη δικό σου απάθεια να υποφέρει ένας άλλος; Ανώδυνο νομίζεις μέσα στον ύπνο σου, τα παιδιά σου να ζούνε εφιάλτες; Αν ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΙΣ,τότε ναι. Να παραιτηθείς. Κι εκείνα τα φτερά που τινάζεις κάθε πρωί απ’ τη μνήμη σου μην τυχόν και σου θυμίσουν ουρανό, ξέχνα τα οριστικά. Δεν είσαι εσύ για ύψη. Τρομάζει το πέταγμα βλέπεις. Σε ρίχνει ο αέρας. Σε προσ-γειώνει. Απότομα φορές. Μια ακόμα πέτρα, ανάμεσα στις πέτρες. Ακίνητη. Βαριά. Που σταθερά βυθίζεται στο χώμα. ΑΝ ΕΤΣΙ ΝΟΜΙΖΕΙΣ, να παραιτηθείς. Γιατί η ζωή δε θέλει ψίχουλα να ζήσει . Αλλά ψυχή. "

Δευτέρα 4 Αυγούστου 2014

Ιωακείμ Παπαχρόνης, Μια κοινωνία που τρώει τις σάρκες της, μάσησε κι εμένα....



 Ας ξεκινήσω απ αυτό.. απ το πώς νιώθω ..

«Μια κοινωνία που τρώει τις σάρκες της, μάσησε κι εμένα, τώρα είμαι χαμένος κάπου σκοτεινά, βιοδιασπώμενος μέσα στο χυλό. Θα γίνω περίττωμα; Λιποκύτταρο του σώματος της; Τοπικό αλλεργιογόνο;» Δεν ξέρω..
Πάλι βγαίνω από το δάσος του μυαλού μου, κουβαλώντας στους ώμους μου πεθαμένα ζαρκάδια ..

Αφήνομαι στις σκέψεις μου περί κοινωνικού αναβρασμού. Γράφω, αβίαστα: «Αναβρασμός: στάδιο παραγωγής μεθυστικού κρασιού από πατημένο μούστο ανθρώπων σε καζάνι που βράζει, που προηγείται το στάδιο της επεξεργασίας σε κομματικά βαρέλια όπου με την προσθήκη ζυμομυκήτων παραγόντων θα γίνει έτοιμο προιόν προς εμφιάλωση»

Πάλι τα ίδια… Ξύδι το κρασί απ’ τις κοινωνικές ζυμώσεις. Προσπαθώ ξανά. Αναγραμματίζω σκέψεις, αναγραμματίζω εαυτόν.
Χέρια χρεία, ένα αγαπώ σε απάγω, χάος γεννάει ο αχός, η προς-φορά πέφτει σε τοίχο με φόρα προς. Ελπίδες λεπίδες κι ηδονές οδύνες. Άνθρωποι μισοί, σε μίση κλουβιά...

Ίσως να γράψω κάτι σχετικό με την αλληλεγγύη. Να ευαισθητοποιηθώ. Να συμμετέχω κι εγώ με τη συγκίνηση μου σε ένα φλέγον κοινωνικό ζήτημα ενεργοποιώντας τους αδένες μου. Φυσικά και νιώθω φιλάνθρωπος αλλά περισσότερο θα μετρήσει τελικά ότι είμαι φυλλάνθρωπος. Κατ’ ουσία, με μια ριπή πραγματικότητας μου θα σκορπίσει η ψυχή μου σε φύλλα ξεραμένα και άιντε να βρούνε οι άστεγοί απανταχού θαλπωρή σ’ αυτό το σκορποχώρι!!
Όχι. Να γράψω ένα οικονομίστικο status. Να αναρτηθεί αγέρωχο απέναντι από το οικονομικό status quo. Κάτι σαν: «Φοβού τους Τροϊκανούς και τη δορά του ήλιου μας φέροντες». Σκέψη εξυπνακίστικη μεν, αληθινή δε, άσχετα που μοιάζει σκέψη-αερόστατο μεγέθους μπαλονιού προς αναχαίτιση βομβαρδιστικών. Δεν είμαι βέβαιος… άλλωστε, εγώ δεν μπορώ να διαχειριστώ ούτε το χαρτζιλίκι του γιού μου. Τι ξέρω από οικονομικά; Εγώ δεν ξέρω το PSI του προστάτη μου, θα ξέρω από τα PSA των προστατών μας; Αν κάτι μπορώ να πω επ’ αυτού, είναι πως όταν φτάσεις σε σημείο να ολοκληρώνεις ικανοποιημένη τις …διμερείς επαφές με τον νταβατζή σου, πρέπει να το ψάξεις. Κάτι σάπιο υπάρχει στο βασίλειο της ΔουΝουΤουμαρκίας σου. Κλασσικό. Απ αυτά που οφείλουν ν΄αποτελούν οδηγό στις πράξεις μας. Αλλά…

Αλλά...στις εξυπνάδες καλός είμαι. Εγώ, όμως, θέλω αλήθειες.
Kαι η αλήθεια δεν είναι μελοποίηση της αυταπάτης μας φαντασιωνόμενοι χορδές στη θέση του πλέγματος της εξουσίας. Άλλο είναι.

Ο δικός μας ύπνος είναι, που μέσα του άλλοι μας δείχνουν εφιάλτες.
Τοίχοι βαμμένοι γκρι σιωπή
Παράθυρα θλιμμένα
σ ενός λεπτού σιγή
αιώνιου λεπτού, για το χαμένο ουρανό

Ρο-λόγια καρφωμένα
Στην ώρα καμία. Ακριβώς.
Μυρωδιά φορμόλης ημερών
έρχεται από το μέλλον.
Η συναίνεση σαρώνει αδιάφορη
πατημένες γόπες ονείρων.
Στα δωμάτια μάτια
Παίζει αδιάκοπα η ίδια διαφήμιση:
"Κορυφαίοι κατασκευαστές ψυχής
συνιστούν Λήθη.
Βγάζει όλους τους λεκέδες απ' τη μνήμη"


Παίρνουν έναν τρελό που ενοχλεί.
Τις νύχτες –λένε- στάζουν τα μάτια του
επίμονα όνειρα.
Σσσστ! Σιωπή! Θέλει τη γαλήνη της η πλάνη.
Στο εντευκτήριο όλοι σκυμμένοι στον εαυτό τους.
Ακαμψία ενός είδους.
Θανάτου ενεστώτως
Χέρια τυφλά ζωγραφίζουν στους τοίχους ορίζοντες
Χέρια ατροφικά
γράφουν αγγελίες πεινασμένων
που πουλούνε το νεφρό τους.
Οι μελλοζώντανοι ενδόμυχου θανάτου
χειροτεχνούν μια χάρτινη επινόηση.
Εγώ
αυτιστικός
χαρακώνω άδειες φλέβες
να κυλήσει η σιωπή μου...
-συνεχίζεται -

Δευτέρα 16 Ιουνίου 2014

Ιωακείμ Παπαχρόνης, Η μέρα τρέμει από την ταπεινή χαρά του ήλιου που ακραγγίζει όνειρα στα βλέφαρα παιδιών…

Η μέρα τρέμει από την ταπεινή χαρά του ήλιου που ακραγγίζει όνειρα στα βλέφαρα παιδιών… τρέμει να αρχίσει…. Λες και μάζεψε όλες τις λάμψεις από τα πεφταστέρια και μας τις προσφέρει στις ανοικτές της παλάμες…. ρευστή χαραυγή για την καθημερινή κοσμογονία... Με όλα τα παράθυρα του στήθους ανοιγμένα, ανασαίνω τη αύρα του απροσμέτρητου… ολόκληρος μια δέηση, με ρίγη συνδιαλέγομαι το αχανές.
Ο κόσμος είναι όμορφος… και γίνεται πιο όμορφος γιατί πλάι μου υπάρχεις εσύ… Θάλασσα μου, φεγγοβολάς τη γαλήνη των ονείρων σου… κυματίζεις με ρυθμικές αναπνοές… πουλιά τα βλέμματα μου σε αγγίζουνε πετώντας….. θα μπορούσα να σε κοιτώ μέχρι να μην είμαι παρά η πνοή για να προφέρω το όνομα σου… διάβασε το στα χείλη μου… κάλεσμα στην απεραντοσύνη, μέχρι που να λάμψει ο αέρας γύρω απ το πρόσωπο σου…. ένθεος μπρος στην εικόνα σου, φιλάω την ιερότητα της ζωής -σε φιλώ… Ω!! Ανέτειλες στα μάτια μου! Χάρισες το φως σου στον κόσμο. Καλημέρα αγάπη μου!! Με κοιτάς κι υπάρχω. Χάδι-χάδι συνάζω τη χαραυγή από το κορμί σου. Μου χαμογελάς και κατεβαίνουν δροσερά νερά από ένα ποτάμι μέσα μου. Ω!! πόσο αγαπώ!! Ένα φιλί σου ανάσα απείρου… Ω!! πόσο αγαπώ τη ζωή… ολόκληρο τον κόσμο…
Κοίτα τον κόσμο!!! Είναι ένας καταρράκτης λάμψεων!!! ΚΟΣΜΟΣ!!! ας τον προφέρουμε σαν την πρωινή προσευχή των ψυχών μας!!. Όλα τα γράμματα, ένα προς ένα. Νιώσε το Κ σαν τα κλαδιά μιας λεμονιάς που μεγαλώνει μέσα μας, το Ο σαν αφωνο δέος, το Σ σαν χέρια απλωμένα σε όλες τις λάμψεις, το Μ κορυφογραμμές νοήματος. Κι όλο μαζί, φωτεινή έκρηξη μέσα στα στήθια…

΄Ελα, να σε πλύνω στην κολυμβήθρα του γέλιου μου… Ναι! γέλα μου κι εσύ! Γέλα!! Ας αφεθούμε στη ζωή!! Πηγάζουμε από τη δίψα. Είμαστε η ροή, είμαστε η βοή!! Του ποταμού της η αλήθεια!! Πλατυνόμαστε στους στήθους μας το δέλτα και χυνόμαστε στο απέραντο!!! … έλα! με όλα τα πανιά του στήθους φουσκωμένα να ταξιδέψουμε μες στο γαλάζιο κόσμο… Γεννιόμαστε κάθε πρωινό, θαμπωμένοι απ το φως!!! Και κάθε μέρα βαφτιζόμαστε μες στο ποτάμι της ζωής!! Δες!! Στάζουμε διάφανο φως απ τα νερά της… η κάθε μέρα είναι ένας μικρός παράδεισος όπου γεννιόμαστε αδιάκοπα, ξαναγεννιόμαστε πρωτόπλαστοι, γυμνοί στα ρίγη των αισθημάτων, που τρέμουνε στο χώμα μας σα λάμψεις καθώς οι αχτίδες του πρωινού διαπερνούνε τα φύλλα των κορμιών μας


Κι όλα μας τα όνειρα, δέντρα που θα καρπίσουνε στο φως… Κράτα μου το χέρι να μετρήσω τούτο το φως με το άνοιγμα των φτερούγων, από τον μικρό στεναγμό των μπουμπουκιών ίσαμε το ένστικτο της ρίζας που βαθαίνει στο χώμα πλεγμένη μαζί σου και πίνει από θαμμένους αμφορείς λάδι ονείρων και μέλι αισθήσεων…. ΄Ετσι είναι η ζωή… παντού σφραγισμένοι αμφορείς που μας περιμένουν να γευτούμε το κρασί τους… Γεμάτη απροσόρατα δέντρα που απλώνεις και γεύεσαι. Δες, άκου, νιώσε, μύρισε!! Πόσο Απλά πράγματα…. Φως, αέρας, χρώματα… μαγεία της ζωής…τα επτά θαύματα της: οι πέντε αισθήσεις μας, ο κόσμος κι η αγάπη…. Η αγάπη!!!
Ας απλώσουμε την καθαρότητα του βλέμματος μας σαν ένα λευκό τραπεζομάντηλο στο αχανές… Έλα, ξεφλούδισε τούτη την πρώτη ώρα και γεύσου φέτα-φέτα τις στιγμές, άπληστα να στάζει η ζωή πάνω στα κορμιά μας… μέλι, βούτυρο, ψωμί, οπός από μυριάδες δώρα!!! εσύ απλώνεις το χέρι κι εγώ προσφέρομαι, κόβω ψίχα από τα μάτια σου, πιες γάλα απ’ τα δικά μου…


Πλέκω τον ήλιο μας με αχτίδες απ τα μαλλιά σου…. χώμα αθώας καρδιάς και της αγάπης μας νερό χρειάζεται μονάχα για τη ζωή. Τα πλάσματα των όψεων μας θα τα εμφυσούμε πνοές από τη ψυχή μας. Πνεύσε!!! Ναι!!! Με ρίγη μαθαίνεται η ζωή. Ω!! πως χλόισε το στήθος! Είμαι αυλός κι άπειρες πνοές. Χορδές κι αόρατα χέρια. Με νιώθω στους βλαστούς να μεγαλώνω. Κι η ζωή δροσερό αεράκι στις κορφάδες. Από λευκό χάος, σαν μουσική γεννούμε τις μορφές… τα σώματα μας κοσμογονούνε την Εδέμ… εμείς θαυματουργούμε κι όλα τα ελάχιστα πληθύνονται , όλα τα πουλιά μας επιστρέφουν σε μια κατάφαση ζωής, κοπάδια αισθημάτων βόσκουνε γαλήνια στην χλόη , διακόσιοι βίσωνες σφυγμοί στις όχθες μας σβήνουνε τη δίψα τους, λιβάδια ηλιοτρόπια τα μάτια μας στραμένα σε όλους τους ήλιους …κι εμείς με τη γύμνια της αθωότητας, ανοιχτές φτερούγες του έρωτα να αγκαλιάζουνε τα πλάτη… είμαστε μια προσευχή που ανεβαίνει να αγγίξει το θεό της,

Τι κι αν το φως τροχίζει λεπίδες εικόνων… τι κι αν αποσπάσματα ανθρώπων κυκλώνουνε με τα μάτια τους τα στόχαστρα την αθωότητα των ελαφιών. Με φυλακτό στον κόρφο μου την αγάπη, κινώ να συναπαντήσω τον κόσμο!!! Χαιρετώ σε, κόσμε… Σου φωνάζω… Καλημέρα! ΄Ετσι να ξεκινά η μέρα σου, κόσμε μου… Γάργαρα να λες την καλημέρα. Σαν άφατο ευχαριστώ για το δώρο που μας χαρίστηκε.


Σου απλώνω το χέρι μου αγιόκλημα, άπλωσε μου το δικό σου, να πλέξουμε πύρινο κύκλο να σφίξουμε γερά, θηλιά στο λαιμό της αποξένωσης.. τώρα… πάντα το τώρα είναι η στιγμή να αγγίξουμε το χέρι του διπλανού μας… τώρα… τρυφερά… φαντάσου κόσμε… μια αδιάρρηκτη ανθρώπινη αλυσίδα…. Να σπέρνουμε σπίθες κι ο χρόνος θα θερίσει τις φλόγες… να μοιράζουμε τη φωτιά σε όλους, να πάρουν οι ψυχές το ανθρώπινο σχήμα τους… της φλόγας που είμαστε. Ο ουρανός υπάρχει ψηλά για τα πουλιά. Με σώματα ιπτάμενα, από όνειρο σε όνειρο θα δούμε τον κόσμο με τα μάτια του θεού. Ελα, φίλε μου, μελωδούμε σε κάθε μας άγγιγμα!!
Κάθε μέρα είναι μια πορεία από φως. Εμείς είμαστε η πόρτα στο αχανές. Η αγάπη μας καλεί τους δρόμους που ονειρεύεται… Κι ο δρόμος που είμαστε, να συναπαντήσουμε την άνοιξη που πάντα περιμένει, ξεκινάει απ τα σπλάχνα μας. Με το τραγούδι των πλεγμένων μας χεριών. Με εκρήξεις λευκότητας διανοίγουμε περάσματα στη ροικότητα, κι όπου υπήρχε τίποτα γεννιούνται μονοπάτια, πηγές ορατότητας που αναβλύζουν δέος….
Όλοι ενωμένοι με μυριάδες αόρατους λώρους, ο ένας τον άλλο θρέφει, ο ένας δίνει στον άλλον την ανθρώπινη μορφή του, τη μορφή που μας δόθηκε να υπάρξουμε. Μην αφήσεις το χέρι μου… γέφυρα από φως να μας ενώνει και το ποτάμι που κατεβαίνει από τα σπλάχνα μας , ανάμεσα μας να περνά , να τραγουδάει τη ζωή… άνοιξε την καρδιά σου κόσμε. Η ζωή αξίζει μονάχα αν την προσφέρεις…. Αίμα, καρδιά, ψυχή….. όλοι οι άνθρωποι είμαστε ίδιοι… Μας ενώνει η κοινή μας μοίρα…. Ένας να πονάει, πονάμε όλοι μας. Ας μοιραστούμε ….
Έλα !!! σαν ένα να προφέρουν τα σώματα μια μια τις λέξεις από τη γλώσσα των ονείρων, να μαθητεύσει η φλόγα με ανάσες πουλιών στο παραμύθι της ζωής. Το φως της η λαβή βαθιά μπηγμένη στο είναι μας κι η λάμψη κυλώντας στο χάρτη των κορμιών μας, χαράζει την πορεία για την ενδοχώρα των ονείρων… Έτσι να σταθούμε απέναντι στο θάνατο, φλεγόμενοι από ζωή. Ας ζήσουμε κόσμε μου… είμαστε όλοι αθάνατοι όσο ζούμε… γέλα όσο ζεις… Κι άνοιξε την αγκαλιά σου, πάλι. Τώρα… στον διπλανό σου… δες τον!! είναι κομμάτι της κοίτης σου … να κυλήσει γάργαρο το φως… Με τα τραγούδια της ζωής είμαστε ευτυχισμένοι… με τα ζωντανά μας σπλάχνα… Με τους ανθρώπους μας…»


Κι εγώ με εσένα… Επιστρέφει η μέρα μου κοντά σου με πνεύμα προσκυνηματικό … με ένα φιλί… και κάθε φορά, είναι το πρώτο… συλλαβίζεται το άπειρο στα χείλη μας… κι η αγκαλιά σου ανάπαυση… σε κρατώ σφιχτά, κουλουριασμένοι στη μήτρα μας, ενωμένοι με πλακούντες από φως…
'Ολο το πρωί, η ζωή ανάσκαβε το σώμα μου και φύτευε φωτόδεντρα. Τώρα, οι καρδιές μας πάλλονται σαν μία, καθώς τρέχουμε γυμνοί σαν ιαχή στο λιβάδι με τις ανθισμένες μας καρδιές….
Το φως της ζωής νούφαρα που πλέουνε στη λίμνη της ψυχής μας. Αναπαυόμαστε χλωροί πάνω σε μία αιώρα από πόες. Νιώθω άνοιξη ανάμεσα στις καρπισμένες σου ροδιές. Το σώμα μου τρέμει να ανθίσει εκατόφυλλα όνειρα. Ένα μελίσσι η ζωή στη γύρη του κορμιού σου.
Το πύρωμα του καταμεσήμερου με λιώνει, με χύνει φως σε άπειρα πουλιά που από έκσταση σε έκσταση αξιώνονται τοπία αισθημάτων.
Ω ζωή!! Θρησκεία των σπλάχνων μας!!!
Κάθε μέρα μαθαίνω να προφέρω τα χέρια μου. Μαθαίνω την ορθή στίξη της ματιάς, να αρθρώσω τη ζωή σε όλα μας τα όνειρα… δώσ’ μου σάρκα και αίμα, να γίνω ένα ζωντανό ποίημα αληθινό, μια λάμψη στα άπαντα της ζωής. Ένα παλίμψηστο με φως δυνατοτήτων είναι η ζωή, ζωή μου….. μια αέναη συμφωνία. Άκου την!! στη γλώσσα των καταρρακτών… με νότες σμήνη πουλιών που επέστρεψαν από τα ρίγη του αίματος ….απ τη πηγή των προσευχών ανέρχονται γίνονται μεγάλες κόκκινες φτερούγες… έτσι είναι η ζωή

Έλα να παίξουμε!!! Θα κάνω πως σε κυνηγάω, να κάνεις τάχα πως θέλεις να ξεφύγεις… να ξεκαρδιζόμαστε στα γέλια… πάντα θα σε πιάνω… σε τραβάω πάνω μου… και βρίσκουν όλα τη θέση τους… κατά πως έπρεπε από πάντα να είναι….
Αγκάλιασε με… δώσε μου την ευχή του κορμιού σου …ρόδι τινάξου πάνω μου να σκορπίσεις μυριάδες κόκκινες στιγμές. Να πυρωθούμε μαζί… σπουδή στην ανεξάντλητη θάλασσα του κορμιού…. κάθε στιγμή είναι μια νεογέννητη αιωνιότητα…. Νησιά που αναδύονται στο ρόχθο του ωκεανού… Στιγμές… λευκές στιγμές…. Λευκοί λαιμοί κύκνων που σαλεύουν και υψώνονται…. Κοίτα τους ύπερους μέσα στα βάθη των στιγμών…. Θα πνεύσουμε για την επικονίαση του απείρου. Κάθε στιγμή και μια μετάσταση φωτός… Κάθε στιγμή κι ένα νιογέννητο θαύμα… ένας ακόμα τρόπος να αγαπάω τον κόσμο… Σούρουπο, περπατάμε στη θάλασσα. Χέρι χέρι πιασμένοι, κρατιόμαστε και βαθαίνουν οι γραμμές ζωής στις παλάμες μας… μονάχα έτσι.. Χαρίζω σε ένα αστέρι το όνομα σου. Και κάθε νύχτα θα το αναζητώ… Κάθε νύχτα… μέχρι να γίνουμε φωτοστέφανο του αγγέλου μας…

Να πλύνω τα πόδια σου… ταπεινά .. να σε χτενίσω, και να φυλάξω τα αποχτενίδια… να πιεις κρασί από το στόμα μου… Κι ώρα θα είναι πάντα η ώρα της καρδιάς μας ακριβώς….
Διάβασε με τα ακροδάχτυλα τους στίχους που γράφτηκαν με τα αποτυπώματα των άστρων που τρυφερά απόθεσες στο δέρμα μου… στη διάλεκτο του αίματος έχουμε 40 λάμψεις για τη φλόγα, μοναχά το δόσιμο για όλες τις καταφάσεις… έλα, μετάγγισε μου φως, να πλάσουμε καινούργιες έννοιες στη μητρική γλώσσα της ψυχής… Θέλω τόσα ποιήματα να σου γράψω με το σώμα. Ποιήματα στη γλώσσα των χεριών. Θέλω να ομοιοκαταληκτήσω με το άπειρο μέσα σου σώμα σου το διάπυρο. Αλλη μου κοίτη, ακολουθούμε το ποτάμι μας, κυλούμε τη χαρά μας ως την άκρη του κόσμου μας… … έλα! είμαι αφημένος στη ροή που εκβάλλει στη θάλασσα σου… θα γίνω πλώρη αιχμηρή να σχίζω τα νερά…. Και ένα πέλαγος θα πάρει το όνομα μας
… Ω! φλεγόμενο μου όνειρο, να η εύφλεκτη θάλασσα του πόθου μας. Οι λάμψεις μας έφεραν το όραμα στο γόνο των δρομώνων, τη μακρά πορεία για Σαργάσσες. Τα δελφίνια μεσοπέλαγα στα μάτια το φως μας ακολουθούσανε στο αχανές. Κι μια ολόκληρη θάλασσα πήρε το χρώμα του πάθους μας…
Αχνίζουμε αγάπη… το δωμάτιο γέμισε πουλιά…. Κοιμάσαι αγκαλιά μου… μονάχα η ανάσα σου και η φεγγοβολή σου… γέρνεις πάνω μου με όλο το βάρος των τσαμπιών σου κι απλώνουμε καταβολάδες φωτός κάτω από το δέρμα… από το πύρωμα διαστέλλεται ο πόθος του απέραντου και γεννιέται στα πλευρά μας η μήτρα των φτερών. Κι όλη η λάβα μας που ζητάει διέξοδο, γεννάει εκεί δύο αχτίδες από φως. Και σαν ποτάμι που πλάθει την κοίτη του, αναβλύζει το νόημα της ύπαρξης και τα ρίγη του πλάθουνε μικρά τρυφερά φτερά τριγύρω από την αχτίδες. Από όλες τις μικρές ευλογίες που ανασταίνονται στη ψυχή, ο άγγελος που υπάρχει μέσα στον καθένα μας κερδίζει τα φτερά του… γίναμε άγγελοι φωτός!! αξεδιάλυτα ενωμένοι, μια ψυχή σε μια διαρκή στιγμή και ζούμε φεγγίζοντας μέσα σε όλα τα θαύματα του κόσμου μας.
Η νύχτα τρέμει…. Βλέπει το φως των ονείρων να ανεβαίνει σαν μονοπάτι ψηλά στ αστέρια…τις προσευχές παιδιών σαν σπέρμα τιναγμένο μες στη νύχτα. Τη μαρμαρυγή από τις περιπόλους της αγρύπνιας…. Γαληνεύει. Η νύχτα κοιμάται με τα φτερά της διπλωμένα… όνειρα πουλιά στη φωλιά των βλεφάρων της…

(πίνακας του Odillon Redon)



Ioakim Papachronis
9 Ιουνίου 2014

Ιωακείμ Παπαχρόνης, "....η "Fantasia for strings and piano σε λα ελάσσονα", του Μπαχ...."


Στις ακτές των αυτιών μου φτάνει από τα ακουστικά του i-pod η "Fantasia for strings and piano σε λα ελάσσονα", του Μπαχ. Στην παραλία των ματιών μου...η φαντασία από στρινγκ και πιάνω σε ε-λα ελα-να..., του Αχ!
Πενία τέχνας κατεργάζεται! Έχω τυλίξει με επιδέσμους τα χέρια μου ώστε να μου είναι αδύνατον να αλειφτώ με αντηλιακό. Η πονηρά επιλεγμένη, ασυνόδευτη και κούκλα διπλανή μου- αχ καλή μου κυρία, έχω φωτοευαίσθητη δερματίτιδα στα άκρα, η έκθεση τους στον ήλιο θα την επιδεινώσει- προσφέρεται να με βοηθήσει στην αδυναμία μου. Το κόλπο έπιασε κι εγώ απολαμβάνω!
«Η ιπτάμενη μηχανή αεροβιντεοσκόπησης χρησιμοποιείται για τη δημιουργία του νέου βίντεο κλιπ του Σάκη Ρουβά. Ζητούμε την κατανόηση σας και την ένθερμη συμμετοχή όλων των γυναικών», ακούστηκε το ηχογραφημένο μήνυμα από το μηχανικό ζουζούνι που έκανε την εμφάνιση του στην παραλία. Η συσκευή, που πετούσε αργά κατά μήκος της ακτής, ακινητοποιήθηκε σε αιώρηση στο ύψος των γυναικείων θαυμάτων, συνεχίζοντας να καταγράφει τα καλλίγραμμα πιπίνια που χοροπηδούσαν μ’ ενθουσιασμό και φουσκωμένα στήθη απ την υπερηφάνεια της συμμετοχής τους.
Πού να φαντάζονταν ότι ο τύπος που χειριζόταν τη συσκευή μέσω του I-pad του –ο υπογράφων δηλαδή- καθόταν χαλαρός και τάχα μου αδιάφορος για τα τεκταινόμενα στην αναπαυτική ξαπλώστρα του λαμβάνοντας την εικόνα κατευθείαν στα μαύρα μουράτα γυαλιά του.
Βλέπετε φέτος ήρθα οργανωμένος σε high τεκνο-logy έκδοση, αποφασισμένος να ρουφήξω τη ζωή με τα μάτια… σιγά μη χάσω το δάσος κοιτάζοντας μονάχα τα κοντινά μου δέντρα … και βέβαια λίγο πιο συγκρατημένος από πέρσι που, όντας μόνος, κόντεψα να πνιγώ τρις μόνο και μόνο για το φιλί της Ζωής, της όμορφης ναυαγοσώστριας που στη συνέχεια πήγε να με πνίξει η ίδια. Εφέτος όμως αποφάσισα. Προέχει η σοβαροφάνεια.


Η μπαταρία της συσκευής μου άρχισε να εξαντλείται και, πριν αποκάμει εντελώς και προδωθώ αναγκασμένος να τη μαζεύω από χάμω, την τηλεκατευθύνω στο στρατηγείο μου.
Ανοίγω το βιβλίο που θα με βοηθήσει στην εργασία μου «ανίχνευση θηλυκών σωματιδίων του θεού (γλουτιόνια) εντός ημισφαιρικών τοπολογικών χώρων οριοθετούμενων από υπερχορδές (super strings)». Βιβλίο επιλεγμένο με τη σοφία που με διακρίνει: αρκούντως ελαφρύ για να μπορείς να το κρατάς επί ώρες προσποιούμενος ότι διαβάζεις χωρίς να κουράζει τα χέρια , αρκούντως μεγάλο ώστε να αποτρέπει το ξε-μάτιασμα απ’ όσους τυχόν αντιληφθούν πως έχεις ματιάξει μια αιθέρια ύπαρξη και αρκούντως σοβαρό για να βάζει σε σκέψεις τους άλλους αν πρέπει να σε διακόψουν απ αυτό που πιστεύουν πως κάνεις.
Κι εγώ το μόνο που δεν μπορώ να κάνω στην παραλία είναι να διαβάζω. Το βλέμμα μου τρεμοπαίζει αριστερά-δεξιά σαν να παρακολουθεί έναν πολύωρο αγώνα τένις με βιολογικές μπάλες. Φυσικά, πίσω από γυαλιά-καθρέφτες ενισχυμένα με πλευρικές καλύπτρες που αγκαλιάζουν τα μάτια μου και αποκρύβουν από τα κακόβουλα βλέμματα τις διαρκείς κινήσεις πλαγιοκόπησης που εκτελούν.
Το γυμναστήριο δεν κατάφερε μεν και φέτος να με κάνει sixpack από τετρα-παχ(ο), αλλά εντελώς χαμένο δεν πήγε… Οι τρομεροί απαγωγοί που έκανα στα μάτια είναι τόσο δυνατοί, που απέκτησα την ικανότητα να βλέπω ταυτόχρονα διπλά ζεύγη από τα στήθη που κοσμούν τις δύο άκρες της πλαζ.


Όταν κουράστηκαν τα μάτια μου, με απορροφούνε τα σχέδια μου για το προσεχές μέλλον. Με ποιον τρόπο - όταν πάω πολυήμερες διακοπές- θα προσαρμόσω μικροκάμερες με ενσωματωμένο σκληρό στο πρόσθιο τμήμα του σκελετού σε όλες τις ξαπλώστρες. Να γίνω το κέντρο ελέγχου των καμερών παρακολούθησης σε όλες τις διασταυρώσεις μηρών- λεωφόρων του βλέμματος. Βέβαια, θα προκύψει και άχρηστο υλικό με γκρο (και gross-αηδία) πλαν ανδρών, αλλά θα πρέπει να αρκεστώ στο εφικτό. Μέχρι να αναπτυχθεί η τεχνολογία σε βαθμό που να είναι ικανή να μου προσφέρει τα μέσα για να κάνω το επιστημονικό μου όνειρο πραγματικότητα: τη δημιουργία έξυπνου σμήνους γυναικειοφερορμονοπροσελκυόμενων νανορομπότ, με τη φυσική μορφή πασχαλίτσας (που η συμπαθής στις γυναίκες εμφάνιση τους, σε αντίθεση π.χ με τις μέλισσες, αποτρέπει την εκδίωξη τους), εξοπλισμένων με μοριακής κλίμακας καταγραφικές κάμερες , με ενσωματωμένο αλγόριθμο βασισμένο στη βιομιμητική, ως παράγοντα κατανομής κάθε μέλους του σμήμους σε κάθε γυναικείο μέλος ξεχωριστά.
Artificial intelligence swarm of female ferormone attracted nanorobots, with the physical appearance of ladybags, equipped with molecular scale cameras, with biomimicry based algorithm as a “distributing agent” of every individual member of the swarm to every individual woman’s body member separately. From theory to practical application in beaches during Greek summers (Dr. Papachronis Ioakim, Prof. of Ophthamoloutry, Journal of Peeping-Toms 2014)(Bibliography: Swarm Intelligence in Autonomous Collective Robotics. From Tools to the Analysis and Synthesis of Distributed Control Strategies (2009) Thèse N , Alcherio M , Dott L, Gambardella M)
Ώστε να είμαι πάντα ένα βήμα πιο μπροστά από τους διώκτες μου, στο δρόμο της αυτοδιάθεσης της προσωπικότητας μου. Στο πεδίο του τσαχπίνικου ματιού, τουλάχιστον. Γιατί τους πραγματικούς διώκτες της ζωής, τους αφήνω να με χουφτώνουν μπροστά στα μάτια μου





Ioakim Papachronis
16/6/2014


Πέμπτη 9 Ιανουαρίου 2014

Λένε για τη Θεσσαλονίκη πως «είναι ο κόσμος όλος σε μία πόλη…»... Ιωακείμ Παπαχρόνης


Ioakim Papachronis


Λένε για τη Θεσσαλονίκη πως «είναι ο κόσμος όλος σε μία πόλη…» …γητεύτρα μάγισσα που αλλάζει όψεις μα πάντα μοναδική μένει . Το πόσο δίκιο έχουν έρχεται η ίδια η πόλη να το δικαιώσει στο πλήρωμα του χρόνου όπως και όλα όσα έχουν ειπωθείγι αυτήν. Η πόλη που γίνεται Βενετία όταν βρέχει , με τα νερά στο χρώμα του φραπέ να πλημμυρίζουνε τα ρείθρα. Η πόλη που αν και ανέκαθεν κουβαλούσε μια εσάνς Ανατολής, έχει μετατοπιστεί τελευταίως προς την άπω -Άπω Ανατολή – βλέπε Πεκίνο μεριά και με την αντίστοιχη εσάνς αιθάλης…. Η πόλη που δεκάδες ποιητών ύμνησαν την αίγλη της κι εκατοντάδες εξ αυτών προσπάθησαν να καθηλώσουν ποιητικά το κλίμα …..όχι εκείνο το στραβό που έπεσε τελικά στα δόντια του γαιδάρου, αλλά το άλλο, το πλανευτικό.

Στο πρώτο φως της μέρας, διασχίζω Εγνατία και έγνοιες μπερδεύοντας ήχους και στίχους: ‘’στη Σαλονίκη ξημερώματα’’ ( γνωστού αοιδού ), όπου
Αρχίζει να χτυπά η μηχανική καρδιά της πόλης.
Εμφανίζονται εικόνες από το αρνητικό της αποξένωσης.
Δέντρα ξεραμένα
δείγματα στο ανατομείο.
Μάτια
λογότυπα της ιδιοτέλειας.
Δρόμος χαμαιλέοντας
αλλάζει χρώματα στη ράχη του
να διαφύγει από τη γκρίζα απογύμνωση. (και αγνώστου ποιητού . εμού δηλαδή )
Σκοταδιασμένη θέαση στην υποσυνείδητη προσπάθεια μου να προσεγγίσω τον αξεπέραστο και προφητικό «Σκοταδόψυχο» του μέγα ποιητού Φανφάρα – σκέφτομαι, όπου με απαράμιλλη ενάργεια στη συλλογή με τον σημαίνοντα τίτλο «Λαίλαπες» μίλησε σε ανύποπτο χρόνο για την υπό παγίωση ατμόσφαιρα της πόλης και την στάση των συμπολιτών μου :



‘’φαρμάκι έχω στη ψυχή (σαφέστατος υπαινιγμός της οικονομικής μας κατάστασης)
‘’φέρνει μαυρίλα θολερή / στα στήθια μου’’ (προφητεύοντας την αιθαλομίχλη μισόν αιώνα πριν..)
‘’νύχτα αξημέρωτη ξανά / με το ποτό της με κερνά / εβίβα μου’’ (πώς να μη θαυμάσεις τον ειρωνικό πυρήνα που ενυπάρχει εδώ της παραισθησιακής ευφροσύνης που συντηρεί μια γλεντοκόπο συλλογική διάθεση , και που αναιρείται με μαεστρία στον επόμενο στίχο)
‘’σκοτάδι πίνω για πιοτό / πωπωπωπω-πωπωπωπω’’
(εκπληκτική μεταφορά για την πίσσα και τον καπνό που καταπίνουμε ολημερίς κι ολονυχτίς )
‘’ Ντέφι της λύσσας μου κρατώ (εξαίρετη η υποστασιοποίηση της κρυφής οργής των θεσσαλονικέων)
‘’πωπωπωπω - πωπωπωπω…./ και το μυαλό μου είναι θολό’’
Καταλήγοντας , να πέφτει ως λαιμητόμος ο τελευταίος στίχος , δηλωτικός μεν της οργής μας μα φευ, η συλλογική θολούρα να κλείνει σαν αυλαία το έργο
‘’ και το μυαλό μου είναι θολό / και το τοπίο πιο θολό /
πωπωπωπω-πωπωπωπω/πωπωπωπω- πωπωπωπω ‘’
(με το εντυπωσιακό επαναλαμβανόμενο επιφώνημα , να χρησιμοποιείται σαν επωδός, με την ίδια ποιητική δύναμη που Ποετικού νεβερμόρ .. )

Στρίβω στην πλατεία δικαστηρίων έχοντας βγάλει απόφαση :
Η συμ-βασιλεύουσα αδράνειας, όπου τίποτε πια δεν κινείται, θα μετονομαστεί σε Θεσσαλομίχλη… και από χωνευτήρι πολιτισμών θα μείνει σκέτο χωνευτήρι. Των πολιτών της. Το μέγεθος άλλωστε του Π.Ε.Ο.Σ (Περιβαλλοντική Επιβάρυνση Ολέθριων Σωματιδίων) που διογκώνεται αστραπιαία, κάνει την όποια επαφή επώδυνη.

Στην Αριστοτέλους κοντοστέκομαι . Τι κι αν ο άμοιρος φιλόσοφος είπε πως η δυστυχία δημιουργεί στάσεις κι επαναστάσεις και πως μονάχα ασκούμενοι στο δίκαιο γινόμαστε δίκαιοι και στο ευτυχείν ευτυχείς.. Η διαχρονικότητα της πόλης και της φιλο-σοφίας της συνίσταται στα χιλιάδες φαντάσματα του παρελθόντος μας που έχουν συγχωνευτεί σε μία στάσιμη απειλή…. Ή για να γίνω πιο επίκαιρος, θα περιέγραφα την διαμορφωθείσα ατμόσφαιρα ως το μαύρο κουτί μιας πτήσης που μόνο πέφτοντας θα φωτίσει τα αίτια συντριβής της….

Homo Erevus περιφέρομαι
ηχώ μιας τέλειας απογύμνωσης.

Κατηφορίζω την Ερμού με τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες και το γιακά σηκωμένο, μικρή αντίσταση στον θεριστή βαρδάρη που φυσά παγωμένος, ένα βουβό αναφιλητό από σβησμένες ανάσες .. Κι είναι σαν που έχει αποκτήσει υπόσταση αυτή η πόλη… Περπατάς και νιώθεις ότι κάποιος σε πλησιάζει… σε πλησιάζει ολοένα… και περιμένεις από λεπτό σε λεπτό να νιώσεις τα δάχτυλα του – παγωμένα κι αυτά- να σου σφίγγουν το λαιμό.

Υπάρχουν συμπολίτες μας που, αυτές τις γιορτινές μέρες, όχι μόνο δεν τολμούν να ανοίξουν τα παράθυρα της ψυχής τους, αλλά και τα παράθυρα του σπιτιού να κάνουν πως ανοίγουν, έρχονται αντιμέτωποι με την αιθαλομίχλη, σαν έναν ορίζοντα τόσο κοντινό και κάθετο μπροστά στη μοίρα τους. Δεν χρειάζεται να είσαι καθηγητής ιατρικής για να προβλέψεις το μέλλον. Κι ένας απλός σπλαχνοσκόπος πολίτης να είσαι, παρατηρώντας τα πνευμόνια σου ως δείγμα τυχαίο θύματος, μπορείς να προβλέψεις τη συλλογική μας μοίρα . .

Σαρωτικά τα μαύρα πιόνια του τσιμέντου.
Απόμειναν απ' τα λευκά
ο Πύργος
κι ο βασιλιάς Θερμαϊκός.

Και τι μ αυτό ; .. εμείς δεν πτοούμαστε ! Σουλατσάρουμε στην παραλία που ξεχειλίζει σαν δαντελένιοι φραμπαλάδες από το σατινέ υπόστρωμα του φέρετρου όπου κείται η νύφη του Θερμαϊκού…. Τι κι αν το στήθος μου το νιώθω τασάκι με δεκάδες σβησμένα τσιγάρα ονείρων; Αισιοδοξία πάνω απ όλα .. Αφήνοντας πίσω μου την πλατεία της Αγίας Σοφίας – άραγε κάπως έτσι με μια απλή στροφή αφήσαμε πίσω μας και τις τρεις κόρες της ‘’αγίας’’ σοφίας μας .. την ελπίδα, την πίστη, την αγάπη ..- στρίβω να συναντήσω την πάντα ζωντανή Τσιμισκή, όπου τα μίνι φορέματα των πανέμορφων Θεσσαλονικιών υποστηρίζουν τη .. θετική μας ματιά . Είναι όλα τους μισογεμάτα! Κι εμείς σταθερά αιθαλομιχλοβατούντες, ταϊζουμε τα μάτια ψάρια και τη λεπτή μας όσφρηση με Τερκενλή .. Γωνία Μητροπόλεως αυτός όπως αρμόζει στη μητρο-πολιτική γαστριμαργική μας παράδοση και στις γκουρμέ συνήθειές μας .. γευόμαστε την ατμόσφαιρα που είναι τόσο πηχτή που άνετα μπορούμε να φαντασιωνόμαστε ότι την κόβουμε σε φέτες παστουρμά… Είναι αυτή η εγγενής αισιόδοξη πρόσληψη της ζωής που ίσως μας προσφέρει και μια προοπτική ανάπτυξης προς την κατεύθυνση της καταπολέμησης της σαρωτικής ανεργίας που μαστίζει την πόλη μας: μετατρεπόμενη σε ένα τεράστιο θάλαμο κάπνισης, μπορούμε δίχως λειτουργικά έξοδα να παράγουμε καπνιστά προϊόντα με την απλή έκθεση τους στο περιβάλλον..

Νενικήκαμεν συμπολίτες μου , σκέφτομαι με το που πατάω τη λεωφόρο Νίκης. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο – καπνιστό δηλαδή – θα συνεχίσουμε να συντηρούμε και το μύθο μας ως κατοίκων της πλέον ερωτικής πόλης.. Η Θεσσαλονίκη μου, σε νύχτες που σαρώνουν αναπάντητες προσευχές , χαυνωμένη ολοκληρωτικά μπροστά σ ένα τεράστιο αόρατο τζάκι όπου σιγοκαίνε ερωτικά κούτσουρα πάλαι ποτέ ζωντανών πόθων … με τα παγκάκια της έρημα να ονειρεύονται κάτω απ το στοιχειωμένο φεγγαρόφωτο…. Με σώματα τυλιγμένα στην ομίχλη να φαντάζουν και φαντάζονται πως αχνίζουν από μια ζεστασιά ανάμνηση .. με τα ζευγάρια, απομονωμένα μέσα σ έναν κλοιό θολούρας, κρυμμένα απ τον υπόλοιπο κόσμο, να μη ζούνε παρά μονάχα για το τώρα του έρωτα τους – μιας και δε διακρίνεται άλλωστε και πολύ καθαρά το ΄αύριο΄ ..Χώρια που, αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, η ιστορία μας θα έχει Κ-αίσιο τέλος …σε λίγα χρόνια, κάθε χειμώνα, θα δημιουργείται μια μαγική χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, με δεκάδες σπίτια να φωσφορίζουνε σα ραδιενεργές φάτνες, προσελκύοντας δεκάδες τουρίστες στη Φιλανδία του νότου…

Όμως ..
Όμως δεν κρατάμε τυχαία τα σκήπτρα της μαγείας σε τούτη την πόλη , σκέφτομαι, φτάνοντας μπροστά στο γκρίζο Πύργο μας που επιμένουμε να λέμε και να βλέπουμε λευκό ..
Ίσως ..
ίσως τούτος ο τόπος , ο τόπος του ΄χαβαλέ΄ -μια λέξη που το αρχικό της νόημα είναι παραπομπή και μετάθεση- και που έμβλημά του έχει το ‘χαλαρά’ με όλα τα λάμδα που χρειάζεται για να χαλλλαρώσει τον κλοιό που τον έχει τυλίξει ,
ίσως κουβαλάει αιώνες τώρα σ αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά του και το μεγάλο μυστικό ..

Πως όταν ακόμα υπάρχει μια πόλη που το κουλούρι της δεν έχει να ζηλέψει κανένα εισαγόμενο και επιβαλλόμενο ΄κρουασάν΄,
όταν ακόμα υπάρχουν άνθρωποι που μπορούν να ατενίζουν χαλλλλαρά τα κύματα που σπάνε μανιασμένα στις προκυμαίες της καθημερινότητας ,
όταν υπάρχουν νέοι που μπορούν με εκείνο το μοναδικό τους μειδίαμα να μελώνουν τους όλο και πιο σκληρούς ρυθμούς που μας τρέχουν,
όταν βρίσκουν τον τρόπο να κάνουν το βαρδάρη του φόβου σύμμαχο στη μάχη τους με τις παντός είδους ομίχλες που τους πνίγουν ,
τότε ..
τότε ναι ..μπορώ ν αφήσω τα σκοτάδια στους φανφάρες και να κρατήσω ένα μονάχα χαμόγελο ..
γιατί έχει ακόμα μπόλικο ΄λευκό΄ κι ο πύργος μας και όλα μας τα κάστρα ..
Άλλωστε τούτη η σκακιέρα που ζούμε .. ένα χρώμα έχει …
Το χρώμα που της δίνουμε ..