Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Αλέξης Σταυράτης - Απόσπασμα από το βιβλίο: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ [Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, 2007]

 


Απόσπασμα από το βιβλίο: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ


……........………….Όλος ο κόσμος ήσουν εσύ κι εγώ ολόκληρη μια προσδοκία. Είχα ξεχάσει την ιερή σου αποστολή και αγωνιούσα για την ώρα τη δική μου.

…………………………….

Τι έρωτας ήταν αυτός που ένιωσα για σένα, τι αγάπη φύτρωσε στην έρημη καρδιά μου; Κι έφτασα πού ακολουθώντας την καρδιά μου; Σ’ ένα λόφο σπαρμένον κόκαλα, σ’ ένα σταυρό που μ’ έχει κι εμένα σταυρωμένη. Ο έρωτας που σου μιλά και ο σταυρός σου που με θανατώνει.

[Ο τόνος της φωνής της πέφτει πάλι, σταματάει τους βηματισμούς. Μοιρολογεί].

Αγαπημένε μου, σαν φύγει η μέρα, θα σβήσει και το φως σου. Εγώ κλεισμένη στη δική μου σιωπή θα φαίνεται πως αναπνέω ακόμα. Ο θάνατος δεν είναι μόνο ανάμεσά μας, κι οι δυο κατοικούμε στη σκιά του. Δεν είναι δύσκολο να σε ακολουθήσω ως το μνήμα, μήπως μπορέσω εκεί να σ’ ανταμώσω, εκεί να σου εξομολο­γηθώ τον έρωτά μου.

[Ξαφνικά η φωνή της βγαίνει πεισματική].

Όχι όμως, θα μείνω εδώ, να ζω και για τους δυο μας την αγάπη μας. Ίσως γιατί ελπίζω πως περι­μένοντας αιώνια θα κουραστεί ο θάνατος να σε κρατάει μακριά μου…

Δίπλα η μητέρα σου θρηνεί και οδύρεται για τη χαμένη άνοιξη του γιου της. Κι αυτή θα ζήσει με τον πόνο της, θα σε κρατάει ζω­ντανό σα να μπορούσε να σε γεννήσει πάλι απ’ την αρχή. Έτσι κι εγώ, θα σε κρατήσω ζωντανό στα ερωτευμένα φυλλοκάρδια μου. Θα σου λέω ‘καλημέρα’ το πρωί, θα σε φιλώ για καληνύχτα αργά τα βράδια. Γιατί, αγαπημένε μου Ιησού, η αγάπη δεν πεθαίνει.

…………………………….

[Γονατίζει εκεί που βρίσκεται, ενώ οι λέξεις βγαίνουν αργά, σχε­δόν τρέμοντας, από το στόμα της. Ίσως κλαίει].

Σε σταύρωσαν γιατί μ’ αγάπησες, Ζωή μου; Πόσο πονάω που ο έρωτάς μου έγινε μια αιτία που σ’ έφεραν εδώ… Και τι να κάνω τώρα; Δεν πρόλαβα να πω πως είσαι αθώος, να πω πως δε μ’ αγάπησες εσύ, μήπως και καταφέρω να σε σώσω. Δεν πρόλαβα να σε γλιτώσω απ’ το σταυρό, και να ’μαι εδώ μαζί σου μια σταυρωμένη της αγάπης.

Ποια ελπίδα, ποια παρηγοριά μπορεί να με κρατήσει ζωντανή; Η αγάπη μου σταυρώθηκε γιατί πολύ αγάπησε. Ας λένε οι άλλοι ό,τι θέ­λουν, …… Εσύ για την αγάπη πέθανες, πλήρω­σες, γιατί κι εσύ πολύ αγάπησες.

[Σηκώνεται, υψώνει τα χέρια, τόσο που εάν καθόταν κάποιος πίσω της, ίσως δεν θα έβλεπε την κίνησή τους]

Χριστέ μου, αγαπημένε μου, θεέ μου! Πώς να πενθήσω την αγάπη μου αφού για μένα δεν πεθαίνει; Τούτη την ώρα την πικρή τα μάτια μου γέμισαν με θάνατο, όμως άλλα η καρδιά προστάζει. Όσο εγώ είμαι ζωντανή, θα ζεις μες στην καρδιά μου. ……….. Φτά­νει που σ’ αγαπούσα σα θεό και σαν θεό θα σε κηρύξω στους αιώνες. Δε σε μοιρολογώ που σ’ έχασα, γιατί θα σ’ έχω πάντα στην καρδιά μου. Θρηνώ που δεν κατάφερα να πω το ‘σ’ αγαπώ’ μπροστά σε όλους. Να είναι μέρα και με φως, να είναι αιώνιο Πάσχα. Όμως δεν ήξερα αν θα σ’ έβλαφτα, αν θα σε πρόσβαλε η αγάπη τής Μαγδαλη­νής.

…………………..

[Η Μαρία στρέφεται προς το χορό, μοιάζει να την διαπερνά ελαφρό ρίγος. Τα χείλη της τρέμουν, κινούνται σε ρυθμό τραγουδιού].



Για ελάτε εδώ συντρόφισσες κι εσύ η μαύρη μάνα,

η μάνα να κλάψει τον υγιό κι η έρμη την αγάπη

κι οι πιο πολλές την άνοιξη που σήμερα πεθαίνει.

Μέρα λαμπρή δεν έρχεται, αυγή δεν καρτεράω

σκοτείνιασαν τα μάτια μου, μαύρισ’ ο τόπος όλος,

σήμερα πέθανε ο Χριστός, η αγάπη η εδική μου.

Ο κάτω κόσμος χαίρεται, ο χάρος τραγουδάει

κι εγώ να ζήσω δεν μπορώ χωρίς τα μαύρα μάτια,

γιατί ούτε χήρα θα γενώ ούτε καλή νυφούλα.



[Μες στο κεφάλι της σαν έκρηξη. Από­τομο και γρήγορο τίναγμα της κεφαλής. Φωνάζει αλλά η κραυγή δε βγαίνει τόσο δυνατά προς τα έξω όσο ακούγεται μέσα της].

Ιησού, Ιησού μου!

[Κάνει 1-2 βήματα μπροστά, η φωνή της τώρα είναι πιο δυνατή, λίγο απέχει από ουρλιαχτό. Είναι η κραυγή του πένθους, όταν αρνείσαι να δεχτείς το τετελεσμένο στη ζωή. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά, το στήθος της ανεβοκατεβαίνει, είναι τύμπανο έτοιμο να σπάσει από τα χτυπήματα].

Δε θέλω να πεθάνεις, δε θέλω να σε χάσω, αφήστε με να τον φι­λήσω για στερνή φορά.

[Δυο δυνατά χέρια την εμποδίζουν να προχωρήσει παραπέρα. Αυτή χτυπιέται ολόκληρη, σκίζει με μανία τα ρούχα της. Πέφτει καταγής, τα νύχια της μπήγονται βαθιά στο χώμα. Στο βάθος κά­ποιοι στρατιώτες γελάνε. Στον ουρανό δυναμώνουν οι αστραπές κι ο ουρανός πλημμυρίζει τη γη με δάκρυα].

Θεέ μου, θέλω ν’ αναστηθείς! Πώς να κρατήσω στην καρδιά μου τόση αγάπη, πώς να αντέξω τόση ευθύνη… Χριστέ μου, εί­πες θ’ αναστηθείς. Ιησού μου, θέλω ν’ αναστηθείς. Αν μ’ αγαπάς, δείξτο μου μια φορά κι εσύ με την ανάστασή σου. Μονάχα η πίστη στην ανάσταση μ’ αφήνει ν’ ανασαίνω. Θα έρθω ξανά με μύρα να σ’ αλείψω, να επαναλάβω την πράξη της αγάπης μου. Να εί­σαι όρθιος, να γονατίσω άλλη μια φορά, να σκουπίσω με φιλιά το αίμα των πληγών σου…

[Οι στρατιώτες την τραβάν με τη βία μακριά απ’ το σταυρό, τώρα κουνάνε σκυθρωπά τα κεφάλια τους για τη γυναίκα που ‘τρελάθηκε’].

Σ’ αγαπάω, ψυχή μου, σ’ αγαπάω Ζωή μου…

……………………………..

[Η βροχή συνεχίζεται, το σκοτάδι πυκνώνει, το κλάμα της έχει λιγοστέψει. Ξεκινάει να φύγει, μα όπως δε βλέπει πού πατάει, σκοντάφτει και πέφτει στη γη. Ακούγεται ο ήχος της πτώσης, τραντάζεται ολόκληρη. Ψάχνει από κάπου να κρατηθεί, τα χέρια της κινούνται τυφλά. Χωρίς να το έχει καταλάβει πώς, κρατάει ένα κρανίο. Είναι βουτηγμένη στις λάσπες. Οι σταυροί ξεχωρίζουν στο φως των αστραπών. Από εκεί, όμως, φαίνεται μόνο το άνω μέρος των σταυρών. Κοιτάζει με απορία, τη μια το κρανίο που κρατάει, την άλλη τους σταυρούς. Έχει καταρρεύσει τελείως, δε βρίσκει δύναμη να σηκωθεί. Σκύβει το κεφάλι από ντροπή].

Ιησού μου, Ιησού μου, συγχώρεσέ με! Τώρα αμάρτησα, τώρα που πήγα να φύγω απ’ την αγάπη.…

………………………………..

[Ξεσπάει σε δυνατά αναφιλητά, σφίγγει ασυνείδητα τη νεκροκεφαλή πάνω της].

Άνθρωπος είμαι και δεν άντεξα τη σκέψη πως σε χάνω. Πώς να γεμίσει η αγκαλιά με μνήμες, πώς ν’ αναθρέψεις τα νεκρωμένα όνειρά σου;

Πώς έφτασα να θρηνώ μια τέτοια αγάπη; Κι εγώ τι έκανα γι’ αυτήν; Μόνο σού το ’δειξα και περίμενα σιωπηλά την ώρα σου. Αχ, γιατί να μη τολμήσω περισσότερο, γιατί να μη σου πω ξανά πόσο σ’ αγαπάω;

Ο έρωτας δε γίνεται σταυρός χωρίς και τα δικά μας λάθη…

Τώρα θα ήμασταν αλλού. Μπορεί στην Αίγυπτο ή και στη μακρινή Ινδία, όπου κι αν ήταν, δε θα ’σουν τώρα σταυρωμένος… Πώς να ζήσω η δύστυχη σαν με βαραίνουν τέτοια λάθη, όταν θα σκέφτομαι πως εγώ σε σκότωσα, αφού μπορούσα να σε σώσω; Δος μου την ελπίδα σου, καλέ μου, δώσε μου την ανάστασή σου. Άλλη παρηγοριά δεν έχω.

[Κάποιοι διαβάτες κοιτούν με απορία το ζωντανό κουφάρι που είναι αγκαλιασμένο με τη νεκροκεφαλή. Ένας σταματάει για ν’ ακούσει το μοιρολόι της. Ασυναρτησίες τού μοιάζουν, κουνάει το κεφάλι του κι απομακρύνεται κι αυτός. Είναι ο τελευταίος από το σταυρωτή όχλο. Εκείνη ακόμα μουρμουρίζει].

Ήμουν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο επειδή εσύ με κοίταξες. Όσο αργούσε το ‘σ’ αγαπώ’ σου, τόσο και σ’ αγαπούσα πιο πολύ. Και νεκρό θα σ’ αγαπάω, Ζωή μου, γιατί ’μαι κι εγώ νεκρή απ’ την αγάπη.

Αλλά τι λέω, η αγάπη είναι θεός και δεν πεθαίνει, η αγάπη είναι ο Θεός.

Η αγάπη και νεκρούς ανασταίνει. Κι εσύ, κι εσύ…, θα περιμένω την ανάστασή σου, την ανάστασή σου…

[Τα μαλλιά της ξέπλεκα ανεμίζουν, το πρόσωπό της στραμμένο ακαθόριστα προς τους σταυρούς. Τα μάτια πρησμένα από το κλάμα, τα χείλη της μόλις κινούνται].



Ιησού μου, σ’ αγαπάω…

Σ’ αγαπάω…

Σ’ αγαπάω…



[Τα τελευταία λόγια, ανακατεμένα με λυγμούς, μόλις ακούγονται, ξεψυχάνε στον ήχο του ανέμου που σφυρίζει σκορπίζοντας την παγωνιά στην κορυφή του λόφου, στις πλαγιές του Γολγοθά, στην καρδιά του σύμπαντος και των ανθρώπων].




Απόσπασμα από το βιβλίο: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ [Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, 2007]

----------------------------------------------------------------

Γιάννης Ρίτσος — Εαρινή Συμφωνία



Ι

Θ' αφήσω
τη λευκή χιονισμένη κορυφή
που ζέσταινε μ' ένα γυμνό χαμόγελο
την απέραντη μόνωσή μου.

Θα τινάξω απ' τους ώμους μου τη χρυσή τέφρα των άστρων
καθώς τα σπουργίτια
τινάζουν το χιόνι
απ' τα φτερά τους.

Έτσι σεμνός άνθρωπος ακέριος
έτσι πασίχαρος κι αθώος
θα περάσω κάτω απ' τις ανθισμένες ακακίες των χαδιών σου
και θα ραμφίσω το πάμφωτο τζάμι του έαρος.

Θα 'μαι το γλυκό παιδί
που χαμογελάει
στα πράγματα και στον εαυτό του
χωρίς δισταγμό και προφύλαξη.

Σαν να μην γνώρισα τα χλωμά μέτωπα των χειμωνιάτικων δειλινών
τις λάμπες των άδειων σπιτιών
και τους μοναχικούς διαβάτες
κάτω απ’ τη σελήνη του Αυγούστου.
Ένα παιδί.


ΙΙ


Είχα κλείσει τα μάτια
για ν' ατενίζω το φως.

Τυφλός.
Είχα κάψει τη φλόγα
για ν' αναπνέω.

Τις νύχτες
αφουγκραζόμουν τους θρόους της σιγής
κ' η ανάσα του χαμόγελου
δε γνώριζε τη μετάνοια.

Να δακρύζω
πάνω στα διάφανα χέρια μου
από μια διάφανη χαρά
που δεν επιθυμεί.

Όχι θωπεία. Όχι όνειρο.
Πιο πέρα.
Εκεί που καταλύεται τ' όνειρο
κι η φθορά έχει φθαρεί.

Κ' ήρθες εσύ.

ΙΙΙ


Κοίταξε αγαπημένη
πώς σε κοιτάζουν
τα λυπημένα χέρια μου.

Σα δυο παιδιά ορφανά
που κλαίγαν μες στο βράδυ
χωρίς ψωμί
και κοιμηθήκαν τρέμοντας
πάνω στο χιόνι.
Κρύωναν μα δεν επαιτούσαν.

Κρατούσαν
ένα λουλούδι σιωπηλό
και παίζαν τρυφερά κι αδέξια
στους ραγισμένους δρόμους.

Αγαπημένη
κοίταξε πώς διστάζουν
τα νυχτωμένα χέρια μου.

Πώς μπορεί ν' ανοιχτεί
αυτή η θύρα του φωτός
για μένα που δε γνώρισα
μήτε τον ίσκιο μιας μαρμαρυγής;

Στέκω απ' έξω στο ψύχος δειλός
και κοιτώ τα μεγάλα παράθυρα
τα φωτισμένα ρόδα
και τα κρύσταλλα
κι όλο λέω να κινήσω να φύγω
προς τη γνώριμη νύχτα
κι όλο λέω να' ρθω
κι όλο στέκω
έξω απ' τη θύρα σου.

Μη με καλέσεις ακόμη.
Ας παρατείνουμε
αυτές τις ώρες τις θαμπές
τις υπερπληρωμένες
που δυο κόσμοι
ανταμώνονται
που δυο βαθιές φωνές
ζυγιάζονται
πάνω σε μια χορδή αργυρή
και μια σταγόνα δρόσου
σκιρτά και ταλαντεύεται
στ' άνθος της νύχτας.

Εδώ θα μείνει
εκεί θα πέσει.

Αγαπημένη
τι προετοιμάζεται για μας
μέσα στο βλέμμα των θεών
πίσω απ' αυτή τη φωταψία;

VI

Αγαπημένη
δεν έχω παρά μόνο μιας στιγμής
τη ζωή και το φτερούγισμα.

Δε βλέπεις
πάνω στο δέρμα μου
το πρωτάνοιχτο θάμβος;

Δεν ακούς
μες στις ίνες μου
μύρια φτερά μικρών κορυδαλλών
που μόλις τ’ άγγιξε
η πρώτη ακτίνα
της αυγής;

Πόσο είμαι νέος.
Πόσο είμαι νέος
κάτω απ’ τα βλέφαρά σου.

Τα πολυτρίχια
των αρχαίων πηγών
που συναθροίζουν τ’ αργυρά τους δάκρυα
σε γαλανούς καθρέφτες ουρανού
κοιμούνται πίσω απ’ τα μάτια μου
που σε βλέπουν.

Καμιά διάσπαση.


Η μνήμη των αποχαιρετισμών
δε ρυτιδώνει τα χέρια μου
που όρθρισαν μέσα στα χέρια σου.

Γεύομαι στα χείλη σου
την πρασινάδα της εξοχής
και τους θρύλους της θάλασσας.
Η ζέστα του κορμιού σου
με ντύνει τον ήλιο.

Σφράγισε τις χαραματιές
των παραθύρων.

Οι στοχασμοί και οι στίχοι
μακραίνουν μες τη νύχτα
κ' εμείς απ' την κλίνη μας
μόλις ακούμε τις φωνές τους
σαν ομιλίες μεθυσμένων
που αποτείνονται στη σκιά τους
και στη λυμφατική σελήνη.

Το φως των ηγεμονικών μαλλιών σου
σκεπάζει τους ώμους της νύχτας.

Βυθίζονται τ' άστρα
στους βυθούς των ματιών σου
κι ανθίζουμε εμείς
έμπιστοι κι ωραίοι
καθώς τα πλάσματα
την πρώτη μέρα του Θεού
που δεν είχαν ρωτήσει κι' απορήσει.

X

Αγάπη, Αγάπη,
δε μου'χες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε πού είσαι ω Αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.

Τι ν' απαντήσω, Αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του «αδέσμευτου».

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
«Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα».


Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, Αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες να 'ρθεις, Αγάπη.

Γι' αυτό κ' οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, Αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω Αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, Αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, Αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα να 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω Αγάπη.

XVI

Χαρά χαρά.
Δε μας νοιάζει
τι θ' αφήσει το φιλί μας
μέσα στο χρόνο και στο τραγούδι.

Αγγίξαμε
το μέγα άσκοπο
που δε ζητά το σκοπό του.

Ο Θεός
πραγματοποιεί τον εαυτό του
στο φιλί μας.
Περήφανοι εκτελούμε
την εντολή του απείρου.

Ένα μικρό παράθυρο
βλέπει τον κόσμο.
Ένα σπουργίτι λέει
τον ουρανό.
Σώπα.

Στην κόγχη των χειλιών μας
εδρεύει το απόλυτο.

Σωπαίνουμε κι ακούμε
μες στο γαλάζιο βράδυ
την ανάσα της θάλασσας
καθώς το στήθος κοριτσιού ευτυχισμένου
που δε μπορεί να χωρέσει
την ευτυχία του.

Ένα άστρο έπεσε.
Είδες;
Σιωπή.
Κλείσε τα μάτια.

XXVII

Ξημερώνει.
Η αχλή παραμερίζει.
Τα πράγματα
σκληρά λαμπερά κι αδιάψευστα.

Πόσους μήνες κοιμηθήκαμε.
Ξεχασμένοι ξεχαστήκαμε
σ' ένα θάμβος πυκνό
από νύχτα κι από ήλιο.

Δεν κλαίω
γιατί ο ύπνος μ' αρνήθηκε.
Πίσω απ' τον κήπο μας
υπάρχουν κι άλλοι κήποι.

Ο θάνατος υψώνει
σκαλί σκαλί τη σκάλα
που πάει στον ουρανό.

Φεύγει το θέρος
μα το τραγούδι μένει.

Όμως εσύ που δεν έχεις φωνή
πού θα σταθείς ν' απαγκιάσεις;
Πώς θα σμίξεις το φως με το χώμα;

Άνοιξε τα παράθυρα
να μπει το φως
η ατίθαση ριπή του ανέμου
το αψύ χνώτο
των μεγαλόπρεπων βουνών.

Κοίτα
χαμογελάει το ανεξάντλητο
μπροστά στα σταυρωμένα χέρια.
Λύσε τα χέρια.

Άνοιξε τα παράθυρα
να δεις το σύμπαν ανθισμένο
μ' όλες τις παπαρούνες του αίματός μας
- να μάθεις να χαμογελάς.

Δε βλέπεις;
Καθώς απομακρύνεται η άνοιξη
πίσω της έρχεται η νέα μας άνοιξη.
Νά τος ο ήλιος
πάνω απ' τις μπρούντζινες πολιτείες
πάνω απ' τους πράσινους αγρούς
μες στην καρδιά μας.

Νιώθω στους ώμους
το βαθύ μυρμήγκιασμα
καθώς φυτρώνουν
όλο πιο νέα και πιο μεγάλα
τα φτερά μας.

Ύψωσε τα ματόκλαδα.

Αστράφτει ο κόσμος
έξω απ' τη λύπη σου
φως και αίμα
τραγούδι και σιωπή.

Καλοί μου άνθρωποι
πώς μπορείτε
να σκύβετε ακόμη;
Πώς μπορείτε
να μη χαμογελάτε;

Ανοίχτε τα παράθυρα

Νίβομαι στο φως
βγαίνω στον εξώστη
γυμνός
ν' αναπνεύσω βαθιά
τον αιώνιο αγέρα
με τ' αδρά μύρα
του νοτισμένου δάσους
με την αλμύρα
της απέραντης θάλασσας.

Αστράφτει ο κόσμος
ακούραστος.
Κοιτάχτε.




Γιάννης Ρίτσος

Φίλης Τέλλος, Μεγάλη Παρασκευή

 

Μεγάλη Παρασκευή
"Προσδοκώ Ανάστασιν νεκρών και ζωήν του Μέλλοντος Αιώνος"
Σύλβα , Denis , Βανέσα in memoriam
Τα καρφιά μέτρα. Να είναι πολλά και δυνατά . Κι ο ήχος όταν καρφώνεις να τρυπάει τ’αυτια. Μόνο έτσι αξίζει να σταυρώνεται κανείς. Κοίτα πόσοι σταυροί απόψε στα σταυροδρόμια;
Κι ακόμη πιο ψηλά στις ταράτσες των πολυκατοικιών δίπλα στις κεραίες των τηλεοράσεων.
Τι θέαμα !
Αλλά ποτέ δεν είναι αρκετό αν δεν έχει και λίγο αίμα,
μη ξεχάσεις το ακάνθινο στεφάνι για τις ειδήσεις των οκτώ.
Και τίποτε λαμασαβαχθανι γιατί μια μουσική υπόκρουση τι να σου κάνει;
Για τα άλλα το κοινό είναι προετοιμασμένο καιρό τώρα.
Πάντα έχει μια δυσκολία το ζωντανό.
Τόσα χρόνια σε αρένες, σήμερα από λόφο,
πρέπει οπωσδήποτε να γίνει μια δοκιμή στις κάμερες.
Να παίρνουν όλο το συμβάν.
Μη μας ξεφύγει κάποιο δάκρυ,
λίγο οξος και χολή,
πουλάνε αυτά.
Και ο χιτώνας θα μου πεις.
Καθυστερεί στον εκτελωνισμό των ιδεολογιών
που παραγγείλαμε από το εξωτερικό.
Πήγαινε να λαδώσεις μαζί με τα μανουάλια
και τους Τελώνες και Φαρισαίους.
Με επιταγή να τους πληρώσεις τρίμηνη . Που εποχές για cash.
Θα είναι μια υπερχρεωμένη σταύρωση που θα αφήσει εποχή.
Κι αυτό το εφφέ της Ανάστασης, άστο στα κοινωνικά δίκτυα.
Θα διαδοθεί χωρίς διασταυρώσεις σε χρόνο dt η φετινή η σταύρωση.
Ποιος ασχολείται με τις μετέπειτα διαψεύσεις,
Ποιος έχει καιρό μετά...
Όλοι θα τρων το κατσικάκι προσφορά μαζί με το cd
από τα ειδησεογραφικά έντυπα .
Τα καρφιά έτοιμα.
Ο θάνατος αργεί.
Πρέπει να περιμένουμε τίποτε ηλιοβασίλεμα,
μια ξαφνική βροχή. Χαλάζι έστω.
Ρίξε και μπόλικη λακ στην κλαίουσα,
η υγρασία κατσαρώνει τις τρίχες,
τι κρίμα που δεν τις εξαφανίζει κιόλας.
Αργά, στα καφενεία θα παίξουμε μπαρμπούτι τα κλεμμένα.
Τους άσσους στο μανίκι μη ξεχάσεις.
Τους λαγούς, τα πετραχήλια.
Κερδίζει όπως πάντα ο ανέντιμος,
οι σταυρωθέντες και ποτέ ποιηθέντες είναι για τον όχλο.
Και για το Θαύμα, τσιμουδιά.
Δεν πουλάν, τα "θαύματα", μόνο ο Φόβος.
Φώτα, πόζα, πλατφόρμες, tik tok, instagram, camera, πάμε...
...κι ήρθε μια Παρασκευή
που απο Μεγάλη έγινε ελάχιστη
σαν τα νερά ενός ποταμού που εξαφανίστηκαν
και φάνηκε η γυμνή μας κοίτη
γυμνοί ξεβράκωτοι
Ετσι λοιπόν είναι η Ήττα
και μεις η μεταμοντέρνα εκδοχή της
χωρίς εμφύλιους, ούτε νεκρούς, μηδέ κυνηγημένους
ηττημένοι των πληκτρολογίων και των καναπέδων μας
βολεμένοι, σιωπηλοί, ακίνητοι, απογυμνωμένοι,
μόνοι, άγρυπνοι με πονοκέφαλο και τύψεις
Γιατι ο Πολιτισμός δεν φοβίζει ούτε κραυγάζει
ο Πολιτισμός συνομιλεί
ο Πολιτισμός αφυπνίζει μόνο τους έτοιμους
Οι πολλοί δεν χρειάζονται αφύπνιση
λεφτά και την ησυχία τους θέλουν
-χωρίς μνήμη, ούτε παρελθόν-
δεν θέλουν βάρη
δεν αντέχουν
Κι έτσι απο ευγένεια χάσαμε
κι η βδομάδα
συρρικνώθηκε
ανάμεσα στο φόβο ενός πολέμου
και στην δημόσια εκπόρνευσή μας
δια της σιωπής μας
Γίναμε αυτοί
που δεν θα υπάρχουμε στα βιβλία Ιστορίας του μέλλοντος
ούτε καν το αποτύπωμα μας
εξαφανισμένοι, ανύπαρκτοι, αόρατοι, ανίσχυροι
και μόνοι
ξεχασμένοι ήδη
ξηλωμένοι σαν τα αρχαία μας κι εμείς
αποστραγγισμένοι από συναισθήματα
κι ανθρώπινες ιδιότητες
ανίκανοι να βιώσουμε το θαύμα
μιάς όποιας Ανάστασής μας
edit: Σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, αν δεν υπάρχει Aνάσταση, η Xριστιανική Πίστη είναι μάταιη (Α΄ Κορ. 15,17).
τ.

Αντώνης Σουρούνης "Πάσχα στο χωριό" - Εκδόσεις Καστανιώτης (Απόσπασμα)




".. Πάσχα στο χωριό δε σημαίνει αναγκαστικά άσπρες λαμπάδες, κόκκινα αβγά και σουβλιστό αρνί την εποχή που βγαίνουν οι παπαρούνες. Ούτε και σταυρωτά φιλιά. Παπαρούνες μπορούν ν' ανθίσουν και τον Γενάρη, φτάνει να το θες. Ο καθένας μπορεί ν' αναστηθεί, όπου θέλει κι όποτε θέλει. Θα το καταλάβει όταν ασπαστεί τον εαυτό του. Κι επειδή μόνοι μας ερχόμαστε στον κόσμο και μόνοι μας φεύγουμε, ε, πρέπει, αν θέλουμε ν' αναστηθούμε, να είμαστε κι εκεί μόνοι, ολομόναχοι. "

Αντώνης Σουρούνης "Πάσχα στο χωριό" - Εκδόσεις Καστανιώτης (Απόσπασμα)
Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου https://www.politeianet.gr/el/products/9789600344158-adonhs-sourounhs-kastanioths-pasxa-sto-xorio

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Σοφία Φιλιππίδου, Γυάλινος Πόνος ένα επιθεωρησιακό μελόδραμα (απόσπασμα από ένα τραγούδι του έργου )



ΓΥΑΛΙΝΟΣ ΠΟΝΟΣ
της Σοφίας Φιλιππίδου
ένα επιθεωρησιακό μελόδραμα
απόσπασμα από ένα τραγούδι του έργου
"Θα αδειάσω διψασμένα το λικέρ της λησμονιάς
Που έφτιαξα με δάκρυα της μικρής μου λεμονιάς
Το έχω φυλαγμένο στο μπουκάλι απ’ το ναυάγιο
Θα πίνω δίχως χθες δίχως ελπίδα δίχως αύριο
Και από τις αναμνήσεις τις πικρές όταν μεθύσω
Στην ξύλινη σκηνή του κήπου θα σκηνοθετήσω
Εκείνη την υπόσχεση στις παιδικές τσουλήθρες
Πέντε και τέταρτο μου είπες πως θα ρθεις κι όμως δεν ήρθες
Πέντε και τέταρτο χαράματα μου είπες πριν να φέξει
Άνεμε άστατε δεν ήρθες αχ, έρωτα κλέφτη"


Σοφία Φιλιππίδου
·2 λ. ·



αφίσα Κώστας Φωτόπουλος


Τετάρτη 25 Μαρτίου 2026

Σεφέρης Γιώργος, Ἐπὶ Ἀσπαλάθων...








Ἐπὶ Ἀσπαλάθων...




Ἦταν ὡραῖο τὸ Σούνιο τὴ μέρα ἐκείνη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ.
πάλι μὲ τὴν ἄνοιξη.
Λιγοστὰ πράσινα φύλλα γύρω στὶς σκουριασμένες πέτρες
τὸ κόκκινο χῶμα καὶ οἱ ἀσπάλαθοι
δείχνοντας ἕτοιμα τὰ μεγάλα τους βελόνια
καὶ τοὺς κίτρινους ἀνθούς.
Ἀπόμερα οἱ ἀρχαῖες κολόνες, χορδὲς μιᾶς ἅρπας ποὺ ἀντηχοῦν
ἀκόμη...

Γαλήνη

-Τί μπορεῖ νὰ μοῦ θύμισε τὸν Ἀρδιαῖο ἐκεῖνον;

Μιὰ λέξη στὸν Πλάτωνα θαρρῶ, χαμένη στοῦ μυαλοῦ
τ᾿ αὐλάκια.
Τ᾿ ὄνομα τοῦ κίτρινου θάμνου
δὲν ἄλλαξε ἀπὸ κείνους τοὺς καιρούς.
Τὸ βράδυ βρῆκα τὴν περικοπή:
«τὸν ἔδεσαν χειροπόδαρα» μᾶς λέει
«τὸν ἔριξαν χάμω καὶ τὸν ἔγδαραν
τὸν ἔσυραν παράμερα τὸν καταξέσκισαν
ἀπάνω στοὺς ἀγκαθεροὺς ἀσπάλαθους
καὶ πῆγαν καὶ τὸν πέταξαν στὸν Τάρταρο κουρέλι».
Ἔτσι στὸν κάτω κόσμο πλέρωνε τὰ κρίματά του
Ὁ Παμφύλιος ὁ Ἀρδιαῖος ὁ πανάθλιος Τύραννος

31 τοῦ Μάρτη 1971

Γιώργος Σεφέρης – ΕΠΙ ΑΣΠΑΛΑΘΩΝ
«Επί ασπαλάθων...» είναι το τελευταίο ποίημα του Γιώργου Σεφέρη. Πρωτοδημοσιεύτηκε, σε γαλλική μετάφραση του ιδίου, στην παρισινή εφημερίδα Le Monde, (με τον τίτλο Sur les aspalathes…) στις 27 Αυγούστου 1971.

Η πρώτη δημοσίευσή του στην ελληνική γλώσσα, έγινε στην εφημερίδα «Το Βήμα», στις 23 Σεπτεμβρίου 1971, τρεις μέρες μετά το θάνατο του και την επομένη της κηδείας του, στην περίοδο της δικτατορίας.
Συλλογή – Τετράδιο Γυμνασμάτων Β΄



Τὸ ποίημα βασίζεται σὲ μία περικοπῆ τοῦ Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ. ἑ.) ποὺ ἀναφέρεται στὴ μεταθανάτια τιμωρία τῶν ἀδίκων καὶ ἰδιαίτερα τοῦ Ἀρδιαίου. Ὁ Ἀρδιαῖος, τύραννος σὲ μία πόλη, εἶχε σκοτώσει τὸν πατέρα του καὶ τὸν μεγαλύτερό του ἀδερφό του. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ἡ τιμωρία του, καθὼς καὶ τῶν ἄλλων τυράννων, στὸν ἄλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. Ὅταν ἐξέτισαν τὴν καθιερωμένη ποινὴ ποὺ ἐπιβαλλόταν στοὺς ἀδίκους καὶ ἑτοιμαζόταν νὰ βγοῦν στὸ φῶς, τὸ στόμιο δὲν τοὺς δεχόταν ἀλλὰ ἔβγαζε ἕνα μουγκρητό. «Τὴν ἴδια ὥρα ἄντρες ἄγριοι καὶ ὅλο φωτιὰ ποὺ βρισκόταν ἐκεῖ καὶ ἤξεραν τί σημαίνει αὐτὸ τὸ μουγκρητό, τὸν Ἀρδιαῖο καὶ μερικοὺς ἄλλους ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν τὰ χέρια καὶ τὰ πόδια καὶ τὸ κεφάλι, ἀφοῦ τοὺς ἔριξαν κάτω καὶ τοὺς ἔγδαραν, ἄρχισαν νὰ τοὺς σέρνουν ἔξω ἀπὸ τὸ δρόμο καὶ νὰ τοὺς ξεσκίζουν ἐπάνω στ᾿ ἀσπαλάθια καὶ σὲ ὅλους ὅσοι περνοῦσαν ἀπὸ ἐκεῖ ἐξηγοῦσαν τὶς αἰτίες ποὺ τὰ παθαίνουν αὐτὰ καὶ ἔλεγαν πὼς τοὺς πηγαίνουν νὰ τοὺς ρίξουν στὰ Τάρταρα». (Πλ. Πολιτεία 616).





Πηγή http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/george_seferis/various.htm

φωττογρ https://www.facebook.com/photo/?fbid=1509215767665368&set=pcb.1509215840998694

Σάββατο 21 Μαρτίου 2026

Σοφία Φιλιππίδου - Τα πολύ μικρά τα ουσιώδη

 



Αυτό το παραπάνω που βάζεις πάνω σου 

Το ασήμαντο

Βγαλμένο από την ανάγκη σου για ψήλωμα 

Παίρνει στα μάτια μου μορφή 

Αρχαίου δράκου 

Αυτό το λίγο παραπάνω το ανούσιο

Γλιστράει μέσα μου

-Ενώ βρίσκομαι σε διαδικασία αφαίρεσης- 

Καταλαμβάνει τα κενά προστίθεται 

Γαντζώνεται και αναρριχάται 

Ρουφάει το οξυγόνο των αναπνοών μου

Τις ουσίες από το βρογχικό μου δέντρο 

Το ξεριζώνω τότε και βγάζω μαζί

Βαθιά ριζώματα 

Διαδρόμους διαφυγής 

Κι επιτέλους φτάνω

Στα λημέρια της ποίησης:   

Στην γλάστρα  με την λεμονιά

Που φύτρωσε από το κουκούτσι 

Που φύτεψα μια Άνοιξη 

«Είσαι ακατάδεχτη» την μαλώνω

«όλα τα μπόλια που σου έβαλα τα πέταξες» 

Και εκείνη στην γλώσσα των εσπεριδοειδών 

Αστράφτει «κοίτα» 

Και τότε βλέπω το θαύμα:  

Είναι πράσινα δάκρυα με αιμάτινες ανταύγειες 

Είναι οι πρώτες ανάσες μιας υπόσχεσης: 

«Θα τα γεννήσω μόνη μου» 

Δέκα εαρινές ισημερίες περάσανε να περιμένω 

Της λεμονιάς τα πολύ μικρά 

Τα ουσιώδη

Δώδεκα μπουμπούκια