Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολβία Παπαηλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ολβία Παπαηλίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 11 Μαΐου 2014

Veneratrice Silenciosa Μέρα που είναι



Μέρα που είναι

"Ωραία λοιπόν, και μέρα τέτοια που ΄ναι, ίσως να το οφείλουμε εντέλει:

προτού να συγχωρήσουμε και να συχωρεθούμε, θα πρέπει

να ειπωθούν οι πόθοι και τα αίσχη: το λένε τα βιβλία και η γνώση, και όλων των γονέων οι σοφίες, κι οι σοφιστείες του κώλου
κι οι θρησκείες: πως τους γεννήτορές μας πρέπει να τιμούμε,

πως δηλαδή πρέπει να αγαπούμε τον κάθε μας πλησίον της αδικίας,

της αμαρτίας, και του φόνου της καρδιάς μας. Στη λοταρία ποιός λαχνός να σου ΄χε πέσει; Καλός γονιός, είναι εκείνος που μπορούσε να είναι αρκετά καλός, και λίγο ακόμα. Αλλά, ποιός είναι εκείνος που ορίζει το μέτρο το αρκετό; Κάποιοι ξεμένουν να γλύφουν τις πληγές τους χρόνια πόσα, κάποιοι άλλοι επιβάλλουν τα ίδια και στα τέκνα τα δικά τους, κι όλοι μαζί χορεύουμε στο βρόντο.

Και ακούω να αναφέρονται κάποιοι στην εποχή τους, την ηλικία

την κρυφή, την παιδική τους - με χρώματα πανέμορφα κι ωραία,

άλλοι με σκόνη, στάχτη και μοιραία. Λέω λοιπόν, πως για να συγχωρήσει

άνθρωπος τ' ασυγχώρητα - θα πρέπει, να ενθυμείται, να' χει

ξεπεράσει ανάγκη των θεσμών και των δεσμών του - να ρίχνει

τις ελπίδες του του ανέμου, να συγχωρεί πρώτα τον εαυτό του -

που κακώς αγαπήθηκε. Και όχι, δικαίωση καλή να περιμένει,

κι απόδοση του δίκιου απ΄τους ξένους: ο μόνος που μπορεί

να συχωρνάει είναι ο θάνατός σου, η ζωή μου - εγώ μονάχα

πιόνι της ερήμου κι ο βάτος που όπως φλέγεται, πυρώνει."

© Ολβία Παπαηλίου, 2014




Veneratrice Silenciosa
11/5/2014 ·

Διαβάστε ότι έχω "κλέψει" από το προφίλ της εδώ http://poihtikakailogotexnikaanalogia.blogspot.gr/search/label/%CE%9F%CE%BB%CE%B2%CE%AF%CE%B1%20%CE%A0%CE%B1%CF%80%CE%B1%CE%B7%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85


Σάββατο 10 Μαΐου 2014

Veneratrice Silenciosa- Ολβία Παπαηλίου,Τα μικρά σχέδια στην άμμο



Veneratrice Silenciosa
9 Μαΐου

Τα μικρά σχέδια στην άμμο

Θα ήθελα, της είχε πει, να σ' έχω ζήσει τις μέρες Κυριακής,

(το έσβησε το κύμα). Και το άλλο. Κάποτε μένει η σιωπή

να σου θυμίζει τα τιτιβίσματα που πλέον δεν ακούγονται.

Το βάρος της κάθε αμαρτίας μας πληρώνουμε: απώλεια ψευτιάς

ελευθερίας, δεν ήθελε και ούτε χρειαζότανε τίποτα περισσότερο

από ένα νανούρισμα, το ξύπνημα στον ήλιο - τα πιο μικρά

τα τίποτα, αυτά τα τιποτάκια που έχει η κάθε πλύστρα,

και κάθε μια κομμώτρια, οι καλοπαντρεμένες με το ζεστό
τον άνεμο που ήρθε και τις έκαψε. Τη φυσικότητα του κύκλου,

όταν κλείνει. Τα χρώματα συζήτησης σ' όλες τις αποχρώσεις.

Δεν ήτανε γραφτό. Είχε τη θέση της, μια γκραντ οριζοντάλ:

κι ο ορίζοντας γελούσε με τη στάση της, τις μαχαιριές του ηλιοβασιλέματος.

© Ολβία Παπαηλίου, 2014



Παρασκευή 24 Ιανουαρίου 2014

Ολβία Παπαηλίου, Τα κατά συρροήν



Veneratrice Silenciosa
23 Ιανουαρίου
Τα κατά συρροήν

Άλλες, έχουνε τρόπους άλλους - εγώ ψεύδομαι.
Γράφω τα ψεύδη καθ΄υπερβολήν, και συρροήν
κι άνευ φόβου - είτε σαν πίστης ευαγγέλια που σκάνε
από τα γέλια, παιχνιδιάρικα - σας έχω πάλι με μια λαχτάρα
κοροϊδέψει, παίζω το ρόλο που κεφάρει να μ' έχει φορεμένη.
Δηλώνω μερικώς αθώα, εν μέρει ένοχη παιγνίου εξαπάτησης -
όμως αποσκοπώ στην αίτηση της χάρης και της συγγνώμης
που ίσως μεγαλόκαρδα μου δώσουνε τα μάτια που δε μ' είδαν:
Κρύβομαι, φανερώνομαι. Και παίζω, με τις σκιές που ολομονάχες
γρατσουνίζουν το γυάλινο του κάθε παραθύρου. Θέλετε να περάσετε,
τους λέω: κι όποια αποτολμά και με ζυγώνει, με έχει και με κάνει
του χεριού της, ημέρα μία, μέρες όσες θέλει. Άδεια σαν το δωμάτιο
περιμένω το νοικοκύρη, είτε το νοικάρη - ένα λαχνό, όποιον
και να μου λάχει - σας λέω ιστορίες, εμπιστευθείτε. Μα πιο πολύ,
ακούσετε το μαύρο - ρυάκι της ψευτιάς όπου μας δένει σα δαχτυλίδι
ενεχυροδανεισμένο: όταν σου εμφανίζομαι να είμαι δήθεν όπως είμαι:
να ξέρεις ψεύδομαι, γιατί δε θα μπορούσα να ξέρω το ποιά είμαι,
ούτε καν και στον καθρέφτη εκείνον που παλιά - με κάθε πίστη -
είχε την πιστοποίηση αναλάβει, μια ψευδομαρτυρία κι οφθαλμαπάτη.
Βλέπω τη δεξιά στ' αριστερά μου, κατοπτρική αλήθεια γυρισμένη
το μέσα έξω, γάντι, μια φόδρα μέσα τσέπης όπου φυλάω χάρτινα μαντήλια
που μοιάζουν με πουλιά τσαλακωμένα, μανόλιες που τις θέρισε αέρας. 
Σας λέω αληθώς το λέγω, ψεύδη - και ψέματα το λέω τι σας λέω: 
είναι προνόμιο της λέξης κάθε ψέμα, μια μερική ανακριβής αλήθεια, 
λίγο να φανερώνει και να κρύβει, λίγο να ξεσκεπάζει - να μη θλίβει. 
Μια ιστορία ήμερη κι αχρεία - δικιά μου η κρυφή μυθιστορία.

© Ολβία Παπαηλίου, 2014


Τρίτη 14 Ιανουαρίου 2014

Ολβία Παπαηλίου Aνασκόπηση των κυριωτέρων

Aνασκόπηση των κυριωτέρων

Ας επικεντρωθούμε στα μικρότερα τα βήματα,
πρώιμα άνθη κερασιάς. Εκεί που οι παλάμες μας
ισιώνουνε μία πτυχή στο κάλυμμα, ν' αφήσουμε
το βλέμμα της αγάπης. Γαλάζιο δάκρυ και καπνός
και είσαι ο σταυρός κι είσαι κι η άγκυρα, άλλοτε 
στις αγιογραφίες θα αναπαρίστασαι όπως ουράνιο 
πλάσμα χράμι ξαγναντό, άλλοτε που θα σ' ονομάζει 
ο Πλάστης κρημνισμένον, και τότε σ' έχει ζωγραφίσει 
αχειροποίητα ωσάν μικρούλι αγγέλι των ελάτων, σαν 
ερημιά του λύκου. Κάποιες φορές, ίσως και πάντα - 
περιμένουμε. Ανάσταση του εσωτερικού νεκρού που 
θα επέλθει πλήρης του κάμπου του μικρού φυτού, 
ανάπαυση καρδίας που καρφώθηκε. Να στέλνουμε 
σήματα Μορς αναπνοής, στην εισπνοή μου σε θυμάμαι, 
στην εκπνοή δε σε ξεχνώ: μια αναπαλαίωση παλινορθούσα 
και ορθόπλωρη, στα κύματα γοργόνα του νοικοκυριού 
του καταστρώματος. Στο Γουίτμπυ να μαζεύει τα καβούρια, 
και στη μικρή Αγγλία να ζεσταίνει τη φουφού αναθυμώμενη 
το εμπριμέ της ζήσης κλαρωμένο. Έχουνε κήπους, έχουνε  
και τ΄άγαλμα σωσμένο από παλιό ναυάγιο κι αλμύρα. Και 
παπαγάλους, βόλτες τις προϊστορικές - ένα κτέρισμα άλογο, 
πλεξούδα σκόρδο το ενάντιο βασκανίας, μικρές μαγείρισσες 
σειρήνες που προσάραξαν στην άμμο κι εκεί ετύχανε κομμάτι 
πορσελάνης που στολισμένο με γιρλάντες μπλε κι αυτές ανθούσες
για να τις ξεφυλίζουνε στο μ' αγαπάς δε μ΄αγαπάς μα μ΄αγαπούσες. 
Ανασκοπώ σημαίνει πως ξανά ίσως σκοπεύω, ότι προσεύχομαι 
τη μυρωδιά του πεύκου, εκείνο το γρατζούνισμα στο γόνατο: 
θυμάμαι και ξεχνάω, να υπάρχω εις το εδώ και τώρα, στο αλλού.

© Ολβία Παπαηλίου, 2014
Aνασκόπηση των κυριωτέρων

Ας επικεντρωθούμε στα μικρότερα τα βήματα,
πρώιμα άνθη κερασιάς. Εκεί που οι παλάμες μας
ισιώνουνε μία πτυχή στο κάλυμμα, ν' αφήσουμε
το βλέμμα της αγάπης. Γαλάζιο δάκρυ και καπνός
και είσαι ο σταυρός κι είσαι κι η άγκυρα, άλλοτε
στις αγιογραφίες θα αναπαρίστασαι όπως ουράνιο
πλάσμα χράμι ξαγναντό, άλλοτε που θα σ' ονομάζει
ο Πλάστης κρημνισμένον, και τότε σ' έχει ζωγραφίσει
αχειροποίητα ωσάν μικρούλι αγγέλι των ελάτων, σαν
ερημιά του λύκου. Κάποιες φορές, ίσως και πάντα -
περιμένουμε. Ανάσταση του εσωτερικού νεκρού που
θα επέλθει πλήρης του κάμπου του μικρού φυτού,
ανάπαυση καρδίας που καρφώθηκε. Να στέλνουμε
σήματα Μορς αναπνοής, στην εισπνοή μου σε θυμάμαι,
στην εκπνοή δε σε ξεχνώ: μια αναπαλαίωση παλινορθούσα
και ορθόπλωρη, στα κύματα γοργόνα του νοικοκυριού
του καταστρώματος. Στο Γουίτμπυ να μαζεύει τα καβούρια,
και στη μικρή Αγγλία να ζεσταίνει τη φουφού αναθυμώμενη
το εμπριμέ της ζήσης κλαρωμένο. Έχουνε κήπους, έχουνε
και τ΄άγαλμα σωσμένο από παλιό ναυάγιο κι αλμύρα. Και
παπαγάλους, βόλτες τις προϊστορικές - ένα κτέρισμα άλογο,
πλεξούδα σκόρδο το ενάντιο βασκανίας, μικρές μαγείρισσες
σειρήνες που προσάραξαν στην άμμο κι εκεί ετύχανε κομμάτι
πορσελάνης που στολισμένο με γιρλάντες μπλε κι αυτές ανθούσες
για να τις ξεφυλίζουνε στο μ' αγαπάς δε μ΄αγαπάς μα μ΄αγαπούσες.
Ανασκοπώ σημαίνει πως ξανά ίσως σκοπεύω, ότι προσεύχομαι
τη μυρωδιά του πεύκου, εκείνο το γρατζούνισμα στο γόνατο:
θυμάμαι και ξεχνάω, να υπάρχω εις το εδώ και τώρα, στο αλλού.

© Ολβία Παπαηλίου, 2014



Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

Η νύφη, πάντοτε φορούσε μαύρα. Ολβία Παπαηλίου











Η νύφη, πάντοτε φορούσε μαύρα. Θρηνούσε, λέγανε -
τα άνθη της πορτοκαλιάς, της λεμονιάς και το νεράντζι.
Ξέρεις, τη μυρωδιά της νεραντζιάς όταν σε έκλαιγε, και
τις μικρές ραφές της λεπτομέρειας στα κτίρια που έπεφταν
περήφανα: ο εικοστός αιώνας θα είχε πια περάσει: από εκείνον
πλέον μονάχα απομένουν τα λίγα ψίχουλα κάτω απ΄το τραπέζι,
να έλκουνε τα πλουμιστά πουλάκια. Ζούμε το τέλος, με την ανεμελιά
του αρχαίου γύψου που θρυμματίζεται σε νοσταλγία πούδρας. Οι τέφρες μας,
ενδέχεται ν' αξίζουν το έλεος του κάθε τριαντάφυλλου που βρέθηκε να 'χει
λοξοδρομήσει, αφού ο δρόμος του θα ήταν πάντα ένας, να ενθυμείται τ' άρρητα.
Όμως, υπήρχε πάντοτε μια γλάστρα με ένα μωβ φυτό, τοιχογραφίες που λέγανε
τα σύνορα του πόθου, και πώς αυτός μέσα στο σώμα ίσως να κατοικεί και να εδρεύει,
ελεύθερης βουλής, αναίμακτης μετάγγισης. Τα απογεύματα ήταν μενεξεδένιων ουρανών
κι η νύχτα έπεφτε όχι πολύ απότομα - όταν οι θύρες έκλειναν εις τα νεκροταφεία και στον κήπο.

© Ολβία Παπαηλίου, 2014

Πέμπτη 2 Ιανουαρίου 2014

Swan Song Ολβία Παπαηλίου



Swan Song

"Ένας μετασχηματισμός από δαντέλα, είναι η μοναχότητα του κύκνου:
Τη νοιώθετε με το ξεφύλισμα των λέξεων της πένας που έχει γράψει
σενάρια για τα παλιά μας όνειρα. Βαραίνουνε όπως τα σύννεφα μελλοντικής
βροχής, γράμματα ανεπείδωτα και αποσπάσματα από τραγούδια άλαλης γλώσσας. Ποιός να θυμάται το χρώμα του χαδιού και πώς να τρίζει, σαν τα φτερά του τζίτζικα πριν γίνει απολίθωμα παλάτι; Θα σας θυμάμαι όταν, έλεγε - πετάξω σε κείνον τον πορτοκαλένιο ουρανό. Θα σας θυμάμαι μετά το θάνατο και πριν από τη σήψη, ένα για πάνταπάντα, ήταν για πάντα. Με το μεγάλο ήχο της σιωπής, ανάμνηση όπως σχηματισμός κρυστάλλων, και όταν σπάνε ανάμεσα στα κόκκινα βελούδα του Όχι του κρασιού - ένας βυθός ποντίζεται η προίκα μου:γεμίζουνε τα κύματα μαχαίρια και πηρούνια του σταυρού, μια δωδεκάδα ποτηράκια για τις ημέρες μας εκείνες που δεν έρχονται, ως τακτικά και με ασφάλεια τυλιγμένες ωσάν εικόνα και ας είν' αχειροποίητη. Η Ελίζα με τα χέρια της γεμάτα με τσίμπημα τσουκνίδας, ήτανε κύκνος - ήτανε κερί κι ήταν βελόνα. Και ο Βασιλικός ο Κήπος, σελίδα από το λεύκωμα το προπολεμικό, που κάπου χάθηκε."

© Ολβία Παπαηλίου, 2014

Κυριακή 1 Δεκεμβρίου 2013

Ολβία Παπαηλίου, Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό ένατο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό ένατο)
30 Νοεμβρίου 2013 στις 12:04 π.μ.


Είχε ο ΧατζηΡεΐσης το δώρο του να ξεμυαλίζει τα πουλάκια και να 'ρχονται να του ετραγουδούνε - και άρα είχε την καρδιά ησυχασμένη ότι η Γαρδενιώ με τον καιρό θα ξεφοβείτο το μουστακάκι του και το μικρό σπαθάκι, και γενικώς θα του 'δειχνε αγάπες - μόνο λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο και πολύ σύντομα θα του ερχόταν ο ένας ο ταμπλάς! Την πρώτη μέρα που την είδε ως η δεσποινίδα (γιατί τις πιο παλιές φορές θυμόντα την που σκλήριζε και μπουσουλώντας επήγαινε επάνω στα χαλιά - και τώρα με τα λουστρινάκια της και τα καλτσούδια της που πέφταν σοσονιστά, και τα τσουλούφια από το καπελάκι εκατέρωθεν των παριών), ήτανε ένα χάρμα! Αλλά, για ντροπαλή και φοβισμένη - μόνο για μερικά λεπτά, και ύστερα - να πιάνει το σπαθάκι, να τον ρωτάγει και μαθές, πόσους καλέ κουρσάρους έχειτε σκοτώσει; Και ήθελε να μάθει - άμα ήξερε εκείνος τη μαμά της, άμα ήτον εκείνη τόσο ωραία σαν που οι όλοι λέγανε, κι αυτό, κι εκείνο - και που τον φλόμωσε: σκεφτόταν πόσο και να την άντεχε η παραμάνα της, αυτή η τουρκοπούλα της Εσθέρας η παλαιά η καμαριέρα - την είχαν φέρει ο Ντημίτ κι η Αταξία - όνομα πράμα, έπρεπε να της το δώσει της μικρής πως ήτανε το μάτι της σαν όπως κοφτερό είναι και αληθές ωσάν το στόμα των ανηλίκων - από τρελό κι από παιδί μαθεύγεις την αλήθεια - και η αλήθεια ποιά να ήτον, αυτή η Ευταξία, σαν κάπως βάδιζε στρατάρχικα, αμέ όμως του άτακτου στρατού, μιας ανταρσίας. Τι να σημαίνει άραγε αυτό; Όμως, την ταλαιπωρημένη Κεριμέ, όπου την είχε η Γαρδενίς η δεσποινίς κατακατσιάσει, και δώστου αγκαλιές δώστου αγάπες, λες και της περισσεύγαν τα μπρατσάκια της και ήθελ' επειγόντως όπως τα μοιραστεί. Έτσι λοιπόν, αφού γαρδέλιζε όλο τιτιβισμούς, κι έτρωγε πεταχτά την Πες Μελμπά της, μετά κάποια στιγμή βαραίναν τα ματάκια της, μισοκοιμότανε πάνω στην Κεριμέ - ενώ οι άλλοι, οι μεγάλοι - συζητούσανε για μετοχές, για το γερμανικό το σιδερόδρομο που υποσχόταν όπως ενώσει την ΕιςτηνΠόλη με τ' Αφιόν Καραχισάρ - και με τη Σμύρνη! Είχαν οι δυο φίλοι ταξιδέψει και με το Οριάν Εξπρές - κι αναρωτιούνταν πίνοντας καφέ και με τα πούρα τους, πότε θα ερχόταν μια τέτοια πολυτέλεια στις πιο κοντινές περιοχές - Ευταξί Χανίμ - θα σε άρεζε να βλέπεις τον κόσμο να προσπερνείται όπως ακουαρέλα - και όπως περνούγαμε από τις εξοχές τις γαλλικές, βαμμένα τα χωράφια από τις παπαρούνες, κατακόκκινα ήταν τα γκελιντζίκια τους, μη βλέπεις που εδώ έχουμε παπαρούνες μπλε, χώρια τις άλλες! Επίσης, για το πώς προχώραγε ο κήπος του Ρεΐση - είχε κι ακόμα πιο πολύ γεμίσει με νεραγκούλες άλλοτε ολόσφιχτες που μοιάζανε ολάνθιστα κρεμμύδια, τροφαντά. Τις πεονίες, που έπεφταν χορεύοντας σα μπαλαρίνες. Τα δέντρα της μαγνόλιας όπου ήτον τα άνθη ωσάν κεριά μεγάλα και όποτε φυλλορόιζαν ήτανε σαν το χιόνι οπού ΄πεφτε σαν τη σιωπή - όμως εκείνες οι σιωπές οι μοιρασμένες, εκεί εις την πατισερία-κομφισερία με το πολίτικο καϊμάκι - ήτανε μια σιωπή της άνεσης, μια διάκριση τίτλων στρατιωτικών, ανήκαν όλοι τους εις το επιτελείο της Γαρδινέλας - που είχε πάρει καλή συνήθεια όπως να κάθεται και να της στερεώνει η Κεριμέ της στα μαλλιά με τσιμπιδάκια δυο γαρδενίτσες αρχικά που ασημόασπρες και που μέσα στ' απόγευμα είχανε πλέον κιτρινίσει μα μύριζαν το ίδιο ή γλυκύτερα - το κομπλιμάν από τον κήπο του Ρεΐς, που ήθελ' η μικρή όπως κουρσέψει - και απαιτούσε: Αυτά είναι δικά μου, να με τα δώκετε. Έτσι λοιπόν είχε συμβεί να γίνει το Σαμπάτ ξανά αλήθεμα, κι ας παίζανε άλλοι οι πρωταγωνιστές τους ίδιους ρόλους! Και μια φορά, τί γέλιο που είχαν κάνει εκείνοι οι μεγάλοι, οι φίλοι και η Ευταξώ, που άρχισε μιαν ημέρα κι εκείνη να φουμέρνει, ήφερε ένα χρυσαφί πλακέ κουτάκι, ήβγαλε κεχριμπάρινο ματσούκι κι ήβαλε το δικό της σιγαρέττο - και ο ουδείς δεν είχε και εμίλησε, μόνο που κόπει ο Ρεΐς - της άναφκε κι επήρε εκείνη μια βαθία ρουφηξιά - και συνεχίσανε τα λόγια τους, περί των τραπεζών και των επιτοκίων, τα νέα χαράτσια εις την τάξην των εμπόρων, πόσο εκόστιζαν οι ποικιλίες της μαργαρίτας και ποιά σκολεία ήτανε της προκοπής, βλέπετε, πρέπει οπωσδήποτε να μάθει ξένες γλώσσες και ευρωπαϊκές, είμαστε μέλη αυτοκρατορίας, όπως και αν το δγείτε - φίλτατε Σελίμ! Βεβαίως, προπαντός αυτό, Αταξί Χανίμ - είχε περάσει βλέπεις ο καιρός - το όνομά της το καινούργιο της έφερν' ευθυμία της Αταξώς - αχ, το γαρδέλι το Γαρδένι, τους ήφερε το γέλιο πάλι πίσω! Κι έπιασε τότε και ο Δημητρός να τους θυμίζει, δύο Σαββάτα πρι - πώς σε κουτούπωσε παλιόφιλε Σελίμ, και που 'σαι και Ρεΐσης και Χατζής, πολύ που κόφτηκε η νεαρά μας, δε σε τα έλεγα εγώ πώς ήτονα σπιρτόζα; Γιατί, εδώ να δγεις! Είχαν ηπάγει με την άμαξα να πάρουνε γαρδένιες και το ΧατζηΡεΐς μες από το γιαλί - και κεί που ήτανε για να τον περιμένουν - βγαίνει αυτός, και λέει ο μπαμπάς της στη νεαρή αντάρτισσα ή μήπως να την πούμε Καντίνα Βαλιντέ σε μινιατούρα; Της λέγει, το λοιπόν - δε θα του δώκεις του αμτζάΣελίμ ένα φιλάκι; Κι απήντησε με φρύδι σηκωμένο - ίδια σου λέγω ήτονα η μάνα της, την είδες; Άμα το θέλει, να έρθει να μου το ζητήσκει, και θα δγιώ. Και ούτε που κουνήθει από τη θέση της - μέχρι που ήρθες και την παρακάλεσες, και επειδή σου έχει μία αδυναμία - άειντε και σε ηλέησ' ο θεός! Η αλήθεια είναι, πώς ξέρει να κρατεύγει τα γκέμια στη Ναζλού, ξέρει και να την κάμνεικαι πώς να ροβολά - ξέρει και να λυγίζει χωρίς να σπα τα μούτρα της σαν πέβει - αλλά έχει μια δυσκολία ως παίξει με τα συνομήλικα παιδιά που με φοβίζει. Έχει πια έρθει ώρα να πάγει σε σχολείο - αλλά δε θέλουμε να πάγει στις καλόγριες, ούτε στο Παρθεναγωγείον του Πετροκόκκινου - υπάρχει βέβαια η σχολή της Μίσσες Γουίλκινς. Αλλά καταλαβαίνετε - Σελίμ, (έπαιρν' εκεί το λόγο η Αειπάρθενος η Αταξώ) πρέπει και να το προφυλάξουμε, τέτοιο το λουλουδάκι μας - γιατί ειν' οι κεράδες του Μπουρνόβα πολύ καλόγνωμες αλλά γλωσσευτικές, μη μάθει για το πώς απόθαν' η μανούλα της! Ενώ, ελέγαμε - αν πάγαινε στη Σμύρνη, ίσως και να το βάζαμε να είναι εσωτερικό, εσείς τί λέγειτε; Μιλάμε να το στείλωμε εις το Ελληναμερικανικόν - έχουν πολύ ωραίο πρόγραμμα, να τες μορφώνουνε τα κοριτσούδια, και μάλιστα ως και λατινικά, και τους αρχαίους! Μα να ηκούστε, ένα έμβλημα που έχουν - θυμάσαι το, μπρέ Δημητρό; Κι έλεγ' αυτός - κάτι για να υπηρετούνε, ποιός θε να γίνει υπηρέτης; Όμως, του άρεσκε και κείνου του Ρεΐση, όσο και νάναι - να είναι μια γυναίκα αρκούντως υπηρετική, κατά πως πρέπει - κι αυτός, από μεριά του, άμα θα ερχόταν ο καιρός - να την υπηρετήσει ως το γαϊδούρι, ήδη όποτε ειχε θέλει, δεν την εσήκωνε στους ώμους; Και να πηγαίνει το παιδάκι στο σχολείο, είναι αλλιώτικοι καιροί - και είναι και ξυπνή, να μάθευγε να κάμει συζητήσεις - να την έχει σα λαμπερή παρέα, και να λύνουνε κουβέντες για το θεό και για τη φύση των υβριδίων και τις τουλίπες και να τη μαθαίνει λύσεις της άλγεβρας, της φυσικής της αλχημείας. Ναι, και θα μπορούσε να την παίρνει να τη βγάζει περίπατο στη Σμύρνη, όταν επιτρέπετο - να έχει έναν εδικό της τώρα που είχανε οι σχέσεις συσφυχτεί - κι αφού ούτε τον εφοβείτο, και να ηρχόνται και οι φίλοι του οι δύο, ο ΝτημίτΜπέης κι η αδρεφή του η Χανίμ - είμαστε όλοι μας εδώ για να την αγαπήσουμε, να πάγει στη ζωή όπως βρατσέρα, καραβέλα - όμορφο πλοιάριο με περηφανοπλώρη. Θα πάγει κιόλας αύριο να μάθει του σχολειού αυτού το έμβλημα - να είναι η Ευταξία πλέον ήσυχη. Και ναι, θα συμφωνήσει με τα όλα, αρκεί να του εκάμνουν τη χαρά να έρχονται να μένουν μεθ' εκείνου, τους ομολόγησε πως έτσι η ζωή, είχε μια χάρη - και πόση είχε πια αυτός φιλοξενία χαρεί όταν στο κονακλί στο Μπουρναμπάτ; Στο μεταξύ, η Κεριμέ είχε κι αυτή γλαρώσει τα ματάκια της, βρίσκονταν το Γαρδενιώ να έχει πέσει κάτω απ΄το τραπέζι και κοιμότανε στο πάτωμα, η άλλη η μεγαλύτερη να έχει κοιμηθεί εκεί ολόρθη και με την πλάτη της στητή - κι οι άλλοι τρεις να λύνουν και να δένουν για τα πολιτικά, και τις τιμές φορολογίας - τις δυσκολίες να βρουν έναν καλό πεταλωτή, πώς φαινόταν δύσκολο να ζούνε σ' αυτόν τη νέα εποχή της ανυπακοής - έλεγε ο ΧατζηΡεΐσης ότι σ' αυτόν τον πόλεμο, είχε ο ίδιος του και οι άλλοι τριακόσιοι κι εννενηντατρείς οι άντρες του Χαμίντιγιε είχανε παρασημοφορηθεί, αλλά και τί; Ο νέος και ο γενναίος ετούτος κόσμος λίγο τον αφορούσε, προτιμούσε τα παλιά μυστικά και τα μυστήρια του κήπου του, και ας τον έλεγαν οπισθοδρομικό. Σ' αυτό, ίσως να συμφωνούσε κι η Ευταξία, η οποία μόλις είχε θελήσει να τους εκμυστηρέψει τί της είχε συμβεί ίσα εκείνη τη βδομάδα, που είχε πάγει ν' αγοράσει ένα καρότσι για τη Γαρδενία. Ότι είχε υπάγει στο εμπορικό του Κεχαγιά, με τα παιχνίδια - πόλεμος για ξεπόλεμος, έπρεπε τα παιδία να μένουνε παιδία - άσχετον ότι είχε μία σφίξη, και δεν ηρχόντανε παιχνίδια όπως πριν, ώστε, καταλαβαίνει ο καθείς - πώς έπρεπε να διεκδικεί κανείς τη θέσην του. Κι είναι που είναι αυτό το κοριτσάκι μας αγρίμι, χρειάζειται να επειγόντως της αγοράσω ένα καροτσάκι, που τις κουκλίτσες της ακόμα δεν τις παίζει, παρά τις έχει και τις σέρνει όπως βρεθεί, ανάποδες, πιασμένες να χαρείς απέ τα πόδια! Και χρειαζόμην να της φέρω το καρότσι, ήτανε όμως βλέπεις, ένα και μοναχό - κι υπάγω να το πιάκω, να το ιδώ - και ήρχεται από το πουθενά κι απ΄την αντάρκαλε μια ύαινα, και με τ' αρπάσκει απέ τα χέρια! Και πώς να το ομολογήσω πως εστηλώθηκα ωσάν τη στήλη άλατος, δεν είναι αυτή η Σμύρνη ως την ήξευρα, έχει αρχίσκει και δε νοιώθειται για σπίτι μου - μα ευτυχώς, ήρθε μία Κερά και μου επρόσφερε το μπράτσο της, με πήρε αλαμπρατσέτα και μου έλεξε - Αφέτε την, Κερά μου - δε συντρέχει ο λόγος για ν' ανησυχεύεισθε - και θα βρεθούνε καροτσάκια άλλα, βεβαίως καλύτερα. Τόσο συγχίστηκα, της έπιακα το χέρι και την εψύχρανα - Ευχαριστώ σας, Δέσποινα, μα δε νομίζω πως σας έχω μία δοσμένη γνωριμία - και να σκεφτεί κανείς, στις άλλες μας συνθήκες, βεβαίως, θα το εχαίρομην - και μάλιστα πολύ. Ειδέτε όμως τώρα, άλλοι οι καιροί, άλλα τα ήθη - και ούτε έμαθα και πώς να τηνε λέγανε - Ω Τέμπορα, Ω Μόρες, έφυγα τόσο μέσα σε μια πίκα - Σελίμ, πάγει και το Χαμίντιγιε, πάγει κι ο κόσμος όλος!

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Γαρδένια όταν ακόμα ροβολούσε στις εξοχές του Μπουρναμπάτ, προτού να γίνει πιθανώς εσώκλειστη σε κείνο το σχολείο που είχε ως έμβλημά του το ευγενές ρητό Non ministrari sed ministrare.


Παρασκευή 29 Νοεμβρίου 2013

Ολβία Παπαηλίου, Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έβδομο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έβδομο)



Πώς άραγε να είναι ο πρώτος χρόνος μιας ζωής σε σπίτι με καθρέφτες καλυμένους; Η Γαρδενία μεγάλωνε σαν κάπως παραμάσχαλη της νεαρής της Κεριμέ, που κάποτε να ήτανε γλυκιά - κι άλλοτε, από την εξάντληση γινότανε μία Τουρκιάν Σοράι και δάγκανε με πίκρα τα σουφρωτά χειλάκια της - είχε πολλές δουλειές, να μη μπορεί ούτε καλώς να κοιμηθεί από του βρέφους κάποιους κολικούς και κλαψονιαουρίσματα - κι αμέ μετά που θα εβγάζε δόντια; Αλλά, όταν την κοίταζε με τα πηγαδομάτια του σαν τις σοκολατένικες ελίτσες - αχ, να χαρώ το, που τότε είναι για το ρούφηγμα! Όσο για το μωρό, τί να γνωρίζουμε να πούμε; Ότι φαινότανε καλό κι όλο καλόχαρο, και ότι έλεγε κι εκείνη η μαγεροΜαριγώ πως - η άσημμ' στην κούνια είν όμορφη στη ρούγα, μηδές και θα ΄καφτε καρδιές! Κι ήτονα σα ζωγραφιστό, το ξάπλωγες και έκλεινε τα κοντηλογραμμένα βλεφαρίδια, κι άμα το σήκωνες - τ' άνοιγε πάλε, σαν την ανατολή! Όμως, δεν είχε μια γλώσσα μητρική, παρά και πόσες! Τα τραγουδάκια που τα άκουγε εντός από τη μάνα του όταν ακόμα ασχημάτιστο ψαράκι την κολυμπούσε και πώς άκουγε το αίμα της και τους ήχους της τους θαλασσινούς, κι ύστερα, πρώτα του επί γης ακούσματα ήτον οι λέξεις που φαινόταν πως ετονίζοντο στη λήγουσα γιαβρούμ, μπαμπά, χαλά, αμτζά - αμπλά - εδώ έδειχνε η Κεριμέ τον εαυτό της - κι έπειτα: Αν-νέ, σενί σεβιόρουμ, Μάνα μου, σ' αγαπώ... Μια γλώσσα που εν τω καιρώ θα θέλει ήτο ξένη. Έτσι, θα ήντονα η Γαρδένια πάντοτε συνεπής ως προς τη μητρική επιθυμία περί καταγωγής της, θα σχηματίζετο το πλέκι της ζωής της ως Σιμπολέθ, σα μια άγνωστη λέξη για να τη δένει και πολλαπλώς Γιαρντίνα κόρη ρέουσα του Ιορδάνη (Κάτω στον Ιορδάνη τον ποταμό, κάθεται η Κυρά μας η Παναγιά. Σπάργανα βαστάει, κερί κρατεί και για τ' ορφανό της παρακαλεί) - κι έτσι μεγάλωνε το κοριτσάκι εν μέσω των τονικοτήτων και των προφορών, και μεταξύ των Γιλεαδιτών και Εφραιμήτων - Αφέτε να περάσω, θα έλεγε στους Εφραιμήτες και θα τη σκότωναν ως ήτο Γιλεάδισσα - και με τους Γιλεαδίτες να βρίσκετο ανεστημένη - θα την πετροβολούσανε νεκρή ως Εφραιμίτισσα. Μα σταναμεταξύ, της τραγουδούσε η Κεριμέ, Παμούκταν κάλμπιν σολμαντάν, χαγιάτ γιουζούνε βουρμαντάν - το νάνι-νάνι το σοφό που έλεγε τις άγριες αλήθειες: Πρωτού η καρδούλα από μπαμπάκι σου ξεφτίσει, πριν η ζωή απέναντι σε στήσει... Γιατί άραγε ήτον αφημένο εκείνο το παιδάκι στα χέρια και στις άγριες αγάπες και στις παραπονέσες της καντίν της Κεριμέ; Δεν είχε και τη θεία του, από τον πατερούλη του - τη Χαλά Ευταξία - σα να το πούμε; Καλά, πως ο μπαμπάς του ήτον σε θέση δύσκολη, μα πώς και πέρναγε η Ευταξία να ακούγει τέτοια τα νανουρίσματα, και να μην το ηπαίρνει το βρέφος, να το έβαζε της αγκαλιάς, να το κοιμίσκε και στην κάμαρή της με τις κότες, να το ξυπνά με τους κορυδαλούς; Μαθές, η Ευταξία πόσο ανταριάστηκε όταν μια ώρα ανύποπτη και μάλιστα κακή και ήτον κρύα - ν΄ακούσει ότι το αεροβαπτισμένο μίλησε, και τί η λέξη ήτον; Αν-νέ! Αν-νέ, λες και δεν είχε μάνα, μάλιστα τι! Αντί να πει μμμμμακαιμμμαμαμα - ένα ψέλισμα τραύλισμα, μια φωνοτακτική, να πει ακούς Αν-νέ! Και στάθει αποσβολωμένη κι επερίμενε, μαθές - αλίμονο! Σε λίγο να ειπεί τη δούλα μας αμπλά και αδερφή της τη μεγαλύτερη - άντε, δε λέγω, όλοι ίσοι να είμαστε στον κόσμο - και δεν ήτανε κι η Ευταξώ καμμιά περίτρανη - αλλά να γίνουμε όλοι μας ένα σόγι - κάτσε αυτό δεν ήτονα πρεπό, τόσοι οι μήνες να περνούν και η ανηψούδα της να απολείπεται μια μάνα! Και πού, μαρή, θα καθρεφτίσειται το μούτρο της; Τα έβαλε γενναία η Αειπάρθενος με το δικό της είδωλο - ήρθε η μέρα να τραβήξουν οι κουρτίνες, να μπει ο ήλιος, να έρθετε να μάσετε τα κρέπια - έξω ο ήλιος κι εμείς όπως γινούμε σαν το χλωμολέμονο! Και να ηπάγετε να καθαρίσκετε την κάμαρη από δεξά της εδικής μου, ναι, μάλιστα εκείνηνα που φύλαε η Ωραία μας τα ρούχα της και τα μυρωδικά της, εκεί να αφήκετε ότι χαρούμενο που είχεται της κατοχής της, αμέ να πάμε να τα ξεσυνάξωμε μαζί. Εσύ, την καθαρίστρα, και το σάρωθρο. Εσύ, να κάμεις τα τζαμένια. Εσύ, να τρέξε και να ηφέρεις τις βελέτζες, εσύ τα πανωκατωσέντουνα και τη μικρή κουνίτσα, τα τριανταφυλλιά καπιτονέ, τρία ανθογυάλια να σταθεί η τρυφερότητα, δυο λάμπες (μια με το ηλεκτρικό και μια του πετρελαίου - αν έχωμε και μία της θυέλλης, να φερε την κι αυτήν). Και να της φτιάχνατε εξέρατε κοκκώνα, με τα πανάκια και σαν παραγεμισμένη με τα κουρέλια. Θε μου ντροπή, που είχε το παιδάκι ούτε παιχνίδι, παρά να παίζει με τους ίσκιους και τα σχεδιακά της αντηλιάς! Αλλά, να μην τη λένε Ευταξία! Αυριο κιόλας, αύριο ακριβώς - να τρέξει και να παραγγείλει κούκλα ντυμένη με τους φραμπαλάδες, να τηνε ακουμπήσει και με τα πόδια ανοιχτά στο ονταδάκι, να περιμένει το κουκλί να μεγαλώσει η κούκλα η πραγματική - ωχού κι αν έμοιαζε στη μάνα της, σπίτια που θα εκλείσει! Ούτε και να πηγαίνει εις το παρχάρι και στην αγορά, να μη μας την εκλέψουν! Αλλά, σε λέγω, μια ξανθή, μια καστανή και μια μαυρομαλούσα, να έχει να διαλέγει πώς θα τις παίξει, μα και να μη με λένε Ευταξώ! Και αρκετά, Κερά μου (είπε στου εαυτού το κάτοπτρο, τραβώντας μανικά ένα κρεπάκι που σαν ακόμα άθιχτο σκέπαζε χρυσοβάλαντο καθρέφτη). Αυτή, και θα την μάθω να ιππεύγει, και θα της πάρουμε και ένα αρκουδάκι να μη φοβείται τα αγρίμια από μικιό. Το αρκουδάκι Τέντη, να της φυλά τα όνειρα. Ακούς εκεί, Αν-νέ! Τι είναι το παιδάκι μας, τουρκοσπορίτικο; Ακούς - ούγιου γιαβρούμούγιου, μπουντούν΄για ντίπσιζ μπιρ κουγιού - ούγιου μέλεκ ούγιου, μπουντούν΄για ντίπσιζ μπιρ κουγιού - κοιμήσου το μωράκι μου κι είν ο ντουνιάς η άββυσο, κοιμήσου αγγελουδάκι μου κι άβυσσος είν΄η πλάση! Ακούτε λόγια, λες και δεν υπήρχε ο θεός, κι η Παναγία με το μέγα έλεός της να του κρατάει τέτοιου αγγελοπρόσωπου τα ρουχαλάκια του να του τα πλέγει μέσα στο Γιορδάνη - θέ μου και φύλαε το στόμα μου, μην πιάκω και να τον ανοίξω - αβυσσοχασιδιάρικοι κι αμαρτωλοί του κόσμου! Αμέσως, δίπλα από την κάμαρή μου, και να εβγάλετε την πόρτα από το μεντεσέ, ξαπαρταλώστε την και άμα δε μπορείτε, να φωναχτεί ο ξυλουργός ο Ιωακείμ, ο Ζεβεδαίος αμέσως τώρα. Και να μου βγάλετε τη Νάζλη και να τηνε καπιστρώσετε, διότι έχουμε κι ένα κορίτσι να το μεγαλώσουμε, όχι μονάχα να το νανουρίζομε. Και να μου φέρετε το φωνογράφο στο κρεβατάκι της απέ τα δίπλα, να τηνε εκοιμίζομε μ΄ωραίες μουσικές τρίτου προγράμματος, αλοίμονο στη μοίρα της, να έχει λέμε κάτι να το θυμάται, όταν οι μέρες της θα φέρουν δυσκολίες. Νεσούν ντόρμα, ω Πριντσιπέσσα - σ' αυτό το σπίτι, έχω αναλάβει τώρα εγώ, ουδείς δε θα κοιμάται και θα σταθείτε όλοι σούζα, αυτό το κοριτσούδι θα έχει ότι και δεν εδέησε η μάνα της. Κι άμα θα λέει πηδήχτε, θα πηδάτε - κι άμα θα λέει να πάτε να πνιγείτε, και όλοι σας στο φούντο, ή αλλιώς να μη με λένε Ευταξία - θα σας γανώσω τον αδόξαστο που θέτε να την κάνετε τουρκάλα. Όχι, καντίνες μου, αυτή, θα τηνε κάνω Βαλιντέ, μην είναι κι απ΄τα ίδια μου τα χέρια, η γελαστή Χιουρρέμ αυτοπροσώπως θα είναι, δε θα μου το μαραζώσετε με τα λυπητερά σας, ή μή - να πάω να φορέσκω γιαταγάνι και να αρχίσκω να ηπαίρνω κεφαλές - να δούμε ποιός θε να λακίσει τότες πρώτος. Και πήρε απ΄τα δίπλα την καημένη την Κεριμέ όπου είχε κερώσει, και της ομίλησε γλυκύτατα - ότι καλά κι έκανε κι εφρόντισε το αρφανό, κι ότι βεβαίως, και η Αν-νέ της ήταν, κι η μάνα της, κι ότι η Γαρδενία είχε ανάγκη από μια αμπλά, μια μεγαλύτερη αδέλφιδα. Αλλά, ήτο η ώρα τώρα να αναλάβει τα γκέμια τα πεσμένα η Ευταξία, να οδηγήσει το ασκέρι με χέρι σταθερό - κι ότι σ΄αυτήν την Κεριμέ -βεβαίως πώς - απέβλεπε, όπως τηνε βοηθήσει, αλλιώς μην πήγαινε όλο το κράτος άπατο, ακούς εκεί, να λέει η μαγέρισσα την ανηψούδα της Κεράς - να τηνε λέει άσκημη - ήτανε λόγια τα αυτά για να ακούγονται; Κι η Κεριμέ, την είδε και την παραδέχτηκε, ήξερε η Κερά ετούτη τα άλλα κόλπα, άλλες τις φωνές από την άλλη, την ψυχομάνα της τη μακαρίτισσα που τραγουδούσε τέτοια όμορφα νανί για νανουρίσματα - αλλά, ωχού! Ετουτη δώ, ωχ Φατιμέ Σουλτάνα! Ήτον αυτή σαν του Προφήτη την προφητεία τη σκοτεινότερη - έπεσε η Κεριμέ στα γόνατα και δόξασε το μεγαλείο όπου κι αν το εγνώρισε, έπεσε και εδώ στην Αειπάρθενο που ήξερε τόσο να έχει επιβάλλον!

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Ευταξία όταν ξαναπήρε το χαλινό - και πριν να ξεκινήσει για το εμπορικό του Kεχαγιά που ήφερνε κούκλες ωραίες από τη Λόντρα και την Αγία Πετρούπολη.
28 Νοεμβρίου 2013 στις 1:43 π.μ.

Τετάρτη 27 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έκτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό έκτο)
27 Νοεμβρίου 2013 στις 2:21 π.μ.


Ο κήπος του ΧατζηΡεΐση, ήτανε ξακουστός σε όλη την περιοχή κυρίως για το θαύμα που επιτελείτο εντός εκείνων των τειχών από ατόφια πέτρα φερμένη από όρη κάποια λέγανε της πιο βαθιάς Ανάντολου: είχε εν μέρει ειπωθεί ότι εάν δεν ήτον τέτοια μια πέτρα αλκαλική, δε θα ημπόρει όπως φυλάξει τις ποικίλες τις τριανταφυλλιές του από τίς άσχημες ασθένειες κάθε θαλασσινού αέρα, που αύξαινε κατακορύφως τις τιμές της αλατότητας στο χώμα πέριξ γειτονείας. Όλα ωραία στα αρχοντικά γιαλιά με τις προσόψεις τους να τις χαϊδεύει ένας φλοίσβος, και με τα εσωτερικά παρτέρια, τα εκτάρια των κήπων στις πλυνθόκλειστες αυλές - αλλά δεν έπιανε λουλούδι για λουλούδι εκτός από τα λίγα τροπικά κι ανθεκτικά του ανέμου όπως ερχόταν και βαρειά επικαθότανε και ασημένωζε η αλισάχνη κάθε φύλλο, έως ότου το μάραζε και να το κάμει του αλατιού. Όμως, εκείνου του Ρεΐση το γιαλί - με τα χοντρά του τείχη - έκρυβε ένα γκιούλμπαξε καθ' όλα όμορφο, καθ΄όλα μυρωμένον και εύκρατο μόνο και ως δροσάτον έως έπρεπε - για να ανθεί ολόγυρα στο χρόνο, να είναι και μεμιάς ένα καμάρι και ένας φθόνος για όλους έτερους περίοικους. Και ούτε ήξερε να πει κι αυτός ο ίδιος τί να υπέθαλπε και τί που ενεθάρρηνε τα ψυχωμένα άνθη - πάντως ήταν αυτός ο κήπος το όγδοο (έως το εικοστό) θαύμα αυτού του κόσμου, όπως τον ξέρουμε εσείς κι εγώ. Και τί τις σεμπρεφλόρενς, και τί τις ενφλορέσσες, τί εκατόφυλλες και τί σαν κάποιες ποικιλίες που ύστερα απ΄ αυτό που θα 'χει λάβει χώρα τώρα και όπου νάναι - θα πάνε να χαθούν και θα τις ξανανακαλύψουνε μετά από αιώνα και θα τις κάμουνε σαν ονοματισμένες μ' ονόματα κατηγορίας αντίκου ρόδου, τα που στο μέλλον και σε έδαφα αμερικανικά, ενδεχομένως, είτε της Αλβιόνος - ώστε θα λέγονται σα Γκάλλικες, Φλοριμπούντες, Σεντιφόλιες και Γκραντιφλόρες. Όμως, σε κείνονα εκεί τον κήπο παραμυθιού δίπλα στη θάλασσα και εις τον κόλπο Σμύρνης, τις έλεγε ο ΧατζηΡεΐς - η Υπομονούλα, η Χαριτόεσσα με τα Πολλά τα Πέπλα, η Ανοιχτόκαρδη και η Φιλοξενίτσα - αυτή, γιατί έμοιαζε με γυναίκα που άνοιγε τα μάτια της κι όλον τον εαυτόν της ως να καλωσορίσει τις μέλισσες και τα πουλιά τ΄αηδόνια. Τώρα, τί και μαθές συνεύκει, και πήγε όλο τόσο άνθος και ποντίστηκε, πετάχτηκε στη θάλασσα συθέμελο κι από την κάτω ρίζα; Καθέτε βολικώς, όπως λυθεί αυτό το εκατόχρονο και πλέον - πάνε τα χρόνια - αχ, δγιε - και που περνάει ο καιρός και πίσω δε γυρίζει - και τα καημένα μας τα νειάτα, τί γρήγορα που περνούν, μελωδικότερα. Λοιπόν, ως θα θυμάστε, γιατί τί είναι μια εκατοστή τα έτη, τί το προχτές - όταν θα έχει η ψυχή τη βασιλεία της, του χρόνου δε θα είναι σκλάβα - και πηγαινόρχεται με ελευθέρας εις το Κε, και εις τα θέατρα, και όπου κι αν ηθέλει, στα πάτρια αλλότρια εδάφη και τα χαμένα, σα να ήτο και εις την πίσω της αυλή και στο δικό της κάθενα ροδώνα. Φάετε, πείετε - μα πιο πολύ μυρίσατε τις ευωδιές που ίσως και η μνήμη σας θυμάται, παιδιώθεν. Είχε παρέλθει η ημέρα η αποφράς, ξανά μανά. Είχε περάσει επίσης κι ένας μήνας, μηθές και δύο; Και ο ΧατζηΡεΐσης είχε αποδεχθεί τα ρόδα ως βροχή εξ ουρανού, και δείγμα της φιλίας και της πίστης εκείνης που δεν έγινε γυναίκα του - αφού ποτέ του δεν την είχε δα ζητήσει (και ποιός να ξέρει, μη κι άμα την είχε πάρει εδική - μη τάχα και θα είχε ακόμα παραμείνει εν τη ζωη - γιατί ίσως τα αίματά των να ήτο πλέον συμβατά, κι αγαπημένα;). Μα, είχε τη δική του την ειρήνη αναπαύσει, βοήθησε και το μικρό Γαρδένι όπου του είχε αφήσει η φευγάτη, ως και σαν το ενέχυρο - γιατί και δεν του έβγαζε κανείς από το νου ότι το ήξερε εκείνη το σχέδιό του, να της ζητήσει εν καιρώ την κόρη της, να τηνε πει μητέρα αφού δεν είχε μπορεθεί να τηνε πάρει ταίρι - ε, ας την έπαιρνε μαμά του, πεθερά - δεν πάει και στον άνεμο, ένα δικό της κομματάκι να το γευότανε, να το 'χε υπερηφανεμένο. Αλλά - ο πόνος είναι πόνος κι ηθέλει μας τα κόκκαλα, και δεν ευχαριστείται με ξεγελάσματα, δη μάλιστα μικρά κι ακόμα βρέφη - θα 'παιρνε χρόνο να ηρεμίσκει το σωθικό - κι εδώ είναι τα δύσκολα κι η άτιμη κατάρα - δε φτάνει που'χε χάσει την πεθερούλα του, είχε χαμένα τα Τζουμάρτεσα, τα πιο μικρά γλυκάκια - κι είχε και πόσα στρέμματα όλο τριανταφυλλιές - και μη δεν είχε τη γυναίκα να της στέλει τις ανθοδέσμες, να την ευχαριστήσει που του έκαμνε κόρη κι όλη για κείνονα και για το χάρισμά του - και όλοι να του ζηλεύγουνε τις τύχες του μυρωδάτου κήπου, κι αυτός να μη μπορεί να δείξει ούτε το πένθος, αλλά ούτε τη χαρά - η Βαλιντέ επέθανε, ζήτω η Βαλιντέ - τί να τα λέμε, α ρε Εσθερώ, τί φίλη μου που ήσουνε, και δε σε γέμιζε το μάτι, και τι δώρο με έδωκες του αποχωρισμού, τέτοιο μπουμπούκι! Πώς να την κλάψει, και πώς να φανεί εις κοινωνίαν με τα μούτρα του ως δαγκωτά του πόνου, και μαραγκιάρα την καρκιάν; Και δεν ημπόραε να βάνει μία λύση - που να τον βγάνει και κομμάτι ασπροπρόσωπον, μη γίνει ο περίγελως είτε αυτός, είτε ο φίλος του αγαπημένος ο Ντημίτ, μηδέ και να της βγούνε τα κούδουνα και της α ποθαμένης - και όχι μόνο ότι ήτανε του άδικου, αλλά και το κορίτσι το μικρό - έπρεπε να προστατευθεί, μη λένε πως η μάνα της τραβγιότανε με δύο - και πάρει κι είτε της μελαγχολίας και της ντροπής, μηδέ να ξεσηκώσει τίποτα σκέρτσα και σχέδια - και θα γινότανε ο ίδιος του περίγελως διπλά - σαν όπως λέγαν βλέπε τη μάνα, σαν άμα παίρνεις κόρη. Και πού λοιπόν να βρει μιαν αφορμή, ένα σουσούμι θλίψης - που να του δίνει και αμόλημα καλούμπας να έχει γκρίνιες, νεύρα, της πριμαντόνας δάκρυα άμα του ήρχονταν το κέφι να δακρύσει, να βγάλει τους λυγμούς, ή τον κακό σκασμό - και να μην έχει όπως κατασκευάζει αν αγαπάς - τίποτα ελαφρυντικά, ακούς που ήπρεπε να δίνει και λογαριασμό για τις ανάγκες του να κλάψει μια κατάρα! Έτσι, αυτός πανούργος και μουστερής και που να στένει μηχανές, να μακινεύεται τις σκοτεινές μασίνες - τη Μαρσανίνα τη Διπλόκαρπη, το μαύρο περονόσπορο και τον τετράνυχο και τη μικρή μελίγκρα! Και πιάνει μέρα μια, ξεπάτωσε τον κήπο του, είχε πληρώσει και κάτι άκληρους εργάτες, πως να μην έχουνε ιδέα με κηπευτική - να ξέρουν μόνο από χαλασμό κι από ερείπια, και σάρωναν και σώριαζαν τα σώματα της Γκιούλμπαχαρ - με πένθιμα τα μωβ είχε φορέσει, όμορφη σα μυθιστορία, πανάκριβη τριανταφυλλιά της πολυτέλειας - μετά της Μομοϊρομπάρα, της Γιαπωνέζας Ροδαλής τριανταφυλλίτσας που έλεγε τραγούδια για την εμπιστοσύνη, για τη χειραψία της ευτυχίας... και η ξαδέρφη της η Κιροϊμπάρα - κονκιουμπίνας θυμωμένης, της κίτρινης της ζήλειας - τσεκουριές πέσανε πάνω στον κορμό της Μπενιμπάρας - που ήταν η αγαπημένη αυτοκρατόρισσας βυζαντινής, μέσα στα πορφυρά και τα βελούδα - κι η πιο φτωχή απ' τις Ασιάτισσες, η άσπρη σκέτη Μπάρα - το Ρόδο το Απλό και το Πολύπλοκο - που ήτανε το πρότυπο της φύσης του Θεού, όσο τον ξέρουμε... όλες ξεπατωμένες, και κομμένες μαθές και στο γιαλό και ποντισμένες, κι άλλες καμμένες - για να έχει μια αιτία, μία αφορμή, μία μικρή ανάπαυλα του πόνου - κι επίσης, για να έχει έναν κήπο που να τον ξαναφτιάξει ως να περάσει ο καιρός, και είτε ν' αποστεγνώσουνε τα δάκρυα, αλλιώς να μεγαλώσει η Γαρδένια. Μα σε καλό σου, όνομα κι αυτό; Και είναι άτιμα φυτά και ασημένια, θέλουν την πιο πολλή αγάπη - κι επίσης γιασεμιά που να τους παρευρίσκονται, αγιόκλιμα και κρίνα και τις μικρές τις καμπανούλες που τις λέγανε μυγκέ, κονβαλλαρίες - και που τις εφορούσανε στις νύφες σε κάτι ξένους τόπους χαρμοσύνης. Κι έτσι, χρειάστηκε όλα τα εργαλεία της σκαφής να ξαναφτιάξει, τα ασημοκαπνίσανε σαράντα μεταλάδες, και ήπρεπε το χώμα ν' ανασάνει, να φουντωθεί, να αναπουπουλιάσει καινουργιωμένο, για να πιάσουν οι φρέσκιες ρίζες και οι άσπρες οι φρέζιες - εκείνου του (εκ νέου) θαύματος της έλλειψης τ' αλάτου - για να ορχηστρωθεί ο κήπος της λευκότητας, Μπεγιάζ - λευκό και Μπενμπεγιάζ - κατάλευκο. Και να σχεδιαστεί ως και στη λεπτομέρειαν το Μπενμπεγιάζμπαξε, ο πλέον λευκός κήπος - προς την τιμή της ελαχίστου Γαρδενίας - της χλωμερής και ορφανής του αγαπημένης, του αγγέλου του του εμπιστευμένου επί γης, όπως ετάχθει.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013




Εν καιρώ, θα είχε μείνει εις τες ιστορίες - εκείνος ο Ρεΐσης, ως όχι του ναυμαχικού αγώνα, αλλά σαν θιασώτης της λευκότητας - και θα επήγαιναν να βλέπουν με κομμένα εισητήρια - το θαύμα Μπενμπεγιάζμπαξε που είχε μηχανουργήσει, ως προς κατάλυση του πόνου - και προς ελπίδας και προσήλωσης εξάσκηση, στο δρόμο που τον πήγε στο Θεό.


Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πέμπτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πέμπτο)
25 Νοεμβρίου 2013 στις 11:09 μ.μ.


Έχουμε πλέον εμπεδώσει ότι ο δρόμος προς - και από τούδε - περνά απ΄τη Φοντένα ντε Σουπίρ, αναστενάξαμε καλώς και εκ βαθέων, μήπως να πρέπει να περάσωμε σε κάποιο παρασύνθημα. Και ορισμένοι εξ ημών θα λέγαν ίσως ναι, και ορισμένοι (ανάλογα με το ταμπεραμέντο) θα λένε όχι. Το θέμα και το ζήτημα ζητούμενο, είναι ότι συνήθως όλα τα του θανάτου τα σκουπίζουμε κάτω απ΄το χαλάκι, ως που να μην εφαίνονται. Μα δεν τα καθαρίζουμε με το καλό φαράσι, μένουν εκεί κακώς παραχωμένα - να μας δαγκάνουνε τις φτέρνες. Όχι, και όχι - και για εκατό φορές να μη συμβεί αυτό, όσο περνάει από το χέρι μας - άσε που δεν το θέλει ο θεός ούτε κι ο ζάβαλης να μην ασχοληθούμε με τον πόνο του αθρώπου που έχασε μεμιάς το κόσμημα μαθές και τη συμβία του και έχει μείνει να ταγίζει το τραύμα του επιζήσαντος. Γιατί, μαζί δεν ήτονε που χαίροντο, που δεν είχον προλάβει ούτε να αδικηθούνε στα αναμεταξύ τους; Και που δεν είχον ανταλλάξει ούτε ακόμα την κακή κουβέντα όπως του την επήρανε μισό γιατρός και χάρος μέσα από τα χέρια του κι απ΄την καλή του βέρα, χρυσή βεργούλα - και να 'μεινε αυτός να αγκαλεύει το προσκεφάλι και να ψάχνει τη σκιά της; Και επειδή ήτο η μακαρίτισσα και μάλλον ντροπαλή και δεν ηφαίνοντο, κανείς να μη γνωρίσκει το πώς μαζί του τραγουδούσε - και σε περικαλώ, να μην υπάρχουνε όπως τον συμπονέσουν ούτε οι τρεις οι μάρτυρες; Αυτό το άδικο, δεν του γινόταν του Ντημίτ να το αφήκει ώστε να πάει καλλιά. Και που γυρνούσε δηλαδή αξούραγος, κι έπειτα τί; Ποιός ημπορούσε καταλάβει και να συνοιώθκει το γδάρσιμο στα φύλλα της καρδίας; Να δγεις, που έφταιγε εκείνος του ο ίδιος! Που τόνε είχε κατηράσθει ο Παντοκράτωρ - και επειδή αν και δεν είχε λόγους! Πλήρωνε ληξιπρόθεσμα παλιές πορνοβοσκές, τα ανομήματά του με τις σουσουράδες τις τραγουδιάρες, τις βόλτες στα άσωτα χαμαιτυπεία, τις κρασοκατανύξεις. (Προς υπεράσπισην να ειπωθεί, και ως προς αρωγή, σιγά καλέ μου σιγά, σιγά τον αραμπά - ούτε πιο λίγο ούτε πιο πολύ παρά του μέσου όρου ήτον εκείνο του Ντημίτ το εξωκοίλισμα - έλα μου για που είχε υποφέρει και κατασκεύαζε την τρίχα για τριχιά). Μαθές, έχει κι ο πόνος περηφάνεια του και ματαιοδοξία, μεγάλη ενοχή και αυτολάκτισμα, μαστιγωμούς, τα πάντα - κι ο Παντοκράτωρ από το μέσα τρούλο εκκλησίτσας τα πανθορούσε και έκαμνε με το χηρευάμενο υπομονή - και δε γελούσε σκωπτικά, παρά με ταπεινά ματάκια ζωγραφισμένα ο θεός, τον συμπαράστεκε. Και τα χερουβικά χερούβιζαν, και τα σεραφικά σεράφιζαν - και μες στη μέση ο Ντημίτ μετανοούσε: ότι δεν ήτονα σωστό που εκοιμότανε μαζί της ενώ ήτον εκείνη και εις την ώρα δύσκολη - άσε οπού τον παρακάλαγε με τα τσακιρομάτια της μάλιστα γλαρά - έπρεπε όπως είχε τραβηχτεί ως απαγγιάσει σε άλλη κάμαρη, να της αφήκει χώρο - αλλά ήτον το σώμα της ζεστό, καλό κορμάκι - και του εθύμιζε μια δόλια του πατρίδα (και τί να σήμαινε αυτό, ούτε κι ο ίδιος ήξευρε, της Σμύρνης ήτον από την αρχή και γέννημα και θρέμμα - τί εκατέβαζε ο νους του, παραλόιστος;). Έβλεπε τα αυτοφυή χορτοζιζάνια, φουντίτσες κίτρινες άλλοτε σα μαβιές των πιο μικρών χρωμάτων - όπως φυτρώνανε στις άκριες των βράχων, σε κεραμύδια άνισα - που πάγαιναν κατά του ύψους - κι ίσως κάποτε να πικρά χαμογελούσε: Για δγιε, αυτά ηπάγουν προς ουρανό, εγώ έχω σκυβεί όπως φιλώ τη γη. Δεν ημπορούσε να χαρεί φαγί, τον έκαιγε το στέρνον - και τις Παρασκευές το βράδυ του ήρχονταν να σπάζει τα τζαμωτά, όποτε δηλαδής δεν ετριγύριζε περί το πάνω-κάτω ωσάν μοχθηριασμένο λεοντάρι. Έπαιζε τάβλι (πόρτες, και πλακωτό και φεύγα - και με ετούτη τη σειρά), μονάχος και αντιπαλούσε τον εαυτόν, και πάντα να ηβγαίνει καταλείσκει να 'ναι χαμένος. Δεν τον εδιάφεραν ούτε κενταύριες, φυτείες - όλα στον άνεμο και του κακού του βρόντου ας πάγαιναν, και στα καλά τσακίδια, μαζί του θα τα έπαιρνε; Και είχε πάρει συνήθειο να σταυροκοπείται - προς αγανάκτησην του φίλου του ΧατζηΡεΐς - είπαμε κι είπαμε, αλλά πια, τέτοιο το χάλι; Βεβαίως, άλλο δράμα και αυτό: που δεν ημπόρει να ανεχθεί ούτε το φίλο του, ούτε και τους γνωστούς και άλλους ξένους. Ποίος έχει χάσει άνθρωπο δικόν του, και δεν εθύμωσε με κάθε διπλανόν; Είχε τολμήσει να του ήπει ουδείς καμμιά γλυκιά κουβέντα, ένα με τον καιρό θα γιάνεις - ε, ρε! Του ήρχετο και μία σκοτοδίνη, μια καταδίκη κατακέφαλη. Όχι, που να παλουκωθείτε ολουνοί, δεν ξεύρειτε εσείς το τί σημαίνει να χάσει κήπος την τριανταφυλλιά, πλατεία το πλατάνι της - να πλακωθείτε από το σεισμό, να κατασκάσετε. Κι εσύ, εσύ που σ' είχα κι σύγαμπρο - τώρα θα σε γωνιάσψ, παλιοκερατά, που είχαμε μια όμορφη γυναίκα μισιακή - αλλά όχι κι ότι την έχασες εσύ, αφού ποτέ σου δεν την είχες! Δώρο στην είχα κάνει, και την έχασα εγώ - να μπούνε και τα πράματα στη θέση τους - και να μην παίρνει το τσερβέλο σου αέρα, ότι μπορείς εσύ - απ΄όλους τους ολόξενους να καταλάβεις - εσύ, πιο λίγο κι απ΄την τέταρτη τη ρόδα - από τους άλλους και λιγότερο ακόμα - εσύ, είχες τί είχες; Τη σκιά της, και θα ΄πρεπε και να ΄χες συνηθίσει - διότι, άμα είναι και να ξεσπαθωθούμε, έλα βρε κακομοίρη, τί είχες - και τί έχασες; Ενώ εγώ! Πάει κι ο ουρανός, εσβήσανε και τ' άστρα. Αυτά, και άλλα τόσα θα του έλεγε. Κι αυτό, δεν ήταν του παρόντος - άσε που είχε βρει τα ξεραμένα τριαντάφυλλα - και ορισμένα ούτε είχανε ακόμα αριθμηθεί απ΄τα καλά χεράκια της που πόσο ξέρανε να του χαϊδεύγουνε την πλάτη, και να του πέρνουν τις βαριές τις σκέψεις, τις ακεφιές - και με τα ίδια χέρια, η αχάριστη, το γύναιο και η παλιογυναίκα - να ημερομηνεύει τα ξένα τριαντάφυλλα, να τα τυλίγει με τουλπάνια, να τα φιλάγει άκουσον-άκουσον μέσα εις τα ντολάπια! Και τώρα, που ήπρεπε να βρίσκεται εκεί και να φασκιώνει την ίδια τους την κόρη - κι αυτό, τι όμορφο παιδάκι, ορφανό! Ίδια η μάνα του, και να το μεγαλώνουν οι δούλες! Όχι , και όχι - δεν το άντεχε αυτό να το αντέχει, ούτε να του τη φέρουνε, δε θέλει να τη βλέπει. Να την κρατήσουν όπου είναι - καημένη Κεριμέ, όλο την έβλεπε να κάνει τις δουλειές και με το μωρουδέλλι να μην την άφηνε να κοιμηθεί, παρά μονάχα όποτε το έδινε στην παραμάνα που το τάϊζε του στήθους, ε, ναι, τον έπιανε η αναγούλα όπως και τα σκεφτότανε - να δώτε μου ένα χαμομήλι για βραδινό, μονάχα με ελιές και παξιμάδι, άειντε, κόψετε βάντε μου και λίγο από τυρί. Και κει, άλλες οι τύψεις - σαν τις οχιές διμούτσουνες! Που όταν ήτανε η μακαρίτισσα ακόμα μεθ' ημών - και επειδή είχε χαλάσει και το σουλούπι της - ήτο αρκούντως όμορφη πεντάμορφη, αλλά - ωιμέ! Την είχε βεβαίως καμωμένη την πενιχρή τη σκέψη την αβάσταχτη - θα ήτονα ξανά η κοπελούδα του, όπως την είχε μάθει, ως δενδρίλιο; Ή αυτό ήτονα και το πουλί μας πέταξε - και τότε, τί; Θα έπρεπε αυτός να μάθει και να αρκείτο σε μιαν όπως κι αν ήτο - μόνο και επειδή την είχε για γυναίκα; Και τότε, νοσταλγούσε αρχικώς όποια παντρεύτηκε, αργότερα μία Πωλέτ, μία Ζοζέτ - μια όποια νάναι - μα όχι - και για το θεό, εκείνην την ανοικονόμητη - τί αμαρτίες είχε δηλαδή για να πληρώνει, όχι - αυτήνε δε θα μπόρειγε να τηνε κάμει ζάφτι, του θύμιζε η μέση της τη μάνα του, θέ μου συχώρα με! Και να, ιδού - τον ετιμώρησε ο σπλαχνικός θεός, καλά του έκαμνε που ήτον ο ίδιος ένα τέρας - μάλιστα - και δεν του έπαιρνε καλύτερα το φως του, μόν' πήγε και του στέρησε το φως των οφθαλμών του, είχε ο κόσμος σκοτεινιάσει, μετά κι αν έσβησε... Άραγε, θα ξαναλιάζονταν στη χάρη του θεού; Και που θ΄ανθίζαν οι σημύδες στο δρόμο για το Κορδελιό, θα τις ξανάβλεπε; Υπήρχαν μέρες που ίσως και να νόμιζε πως ένοιωθε καλύτερα - μόνο για να τον άρπαζε σε λίγη ώρα το σαγόνι του σκύλου Κέρβερου, που φαίνονταν να φύλαε την ξώθυρα του κήπου. Έβγαινε για να πά στον καφενέ, μήπως και για να πιάκει μια κουβέντα με τον ας πούμε Ισηγόνη - κι όπως είχε ντυθεί και βάλει και γραβάτα - πήγαινε ως την πόρτα, διαβαινόταν τα οπωροφόρα - ακόμα ήτανε να λέγεις ο χειμών - κι αυτά φυλλεύοντο; Και κει τον έπιανε το τρέμουλο στα γόνατα, με την ανάσα του πιασμένη και να σκέφτεται, ιδρώνω και πεθαίνω, ήρθε ο άγγελος για να με πάρει - με ζήτησε για συντροφιά η σκύλα η Εβραία - να με φιλήσει το φιλί θανάτου, πως την αδίκησα. Κι έκαμνε τη μεταβολή, με την ουρά στα σκέλια - πήγαινε να ξαπλώσει στο θερμοκήπιο, μες στην ορανζερί - να κλάψει στα κρυφά και να καπνίσει τα σέρτικα τα άφιλτρα - πού πια η όρεξη και η χαρά για ναργιλέ... Και γυάλιζε ο ιδρώτας στο μέτωπό του, και νοτιζότανε η μπριγιαντίνη, κατσαρωμένα πάλι τα μαλλιά του, και ηφαινόταν σαν το μούργο το δαρμένο. Κι ύστερα, μία μέρα - ο πόνος είχε αρχίσει να τρογγυλεύει στις γωνιές, και το αεροβαπτισμένο η Γαρδενία - δγιες πώς εστράβωκε το μούτρο του, ήτανε να το πγιείς το κερατένιο στο ποτήρι - άκουσε το παλιό του γνώριμο το γέλιο να ξεφεύγει από το στόμα του - εκείνο το γελάκι που είχε τρελάνει Γαβριέλες, και Πωλέτες, και Ζοζέτες - κι ήξερε ο ΝτημίτΕφέντης ότι τη μακαρίτισσά του, την είχε σχωρεμένη...

(συνεχίζεται)

Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η προσωπογραφία από τα εσωτερικά τοπία του Ντημίτ, όταν το πένθος ήταν χειμωνιάτικο του κρυοπαγετού.

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τρίτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τρίτο)
24 Νοεμβρίου 2013 στις 12:08 π.μ.


Η μέρα είχε χαράξει με βόλι άδικο. Είχε βρεθεί αποβραδύς σεκλετισμένη η Αειπάρθενος - λίγο όπου την πλάκωναν οι τοίχοι, κι είχε καιρό να καβαλήσει στα ρουμάνια - τη στένευε εκείνη η πραγματικότητα με τις βαρειές κουρτίνες - είπαμε, να τα φτιάξουμε τα ζιπουνάκια, να κόψουμε όλα μας τα προικιά που μας φλομώνουνε ωσά να είν' αχρείαστα - μα δεν ήτον αυτό οπού της είχε φράξει το λαιμό και που την είχε ντερτιλισμένη. Έλα μου, την ανησυχούσε αυτός ο φραγκολεβαντίνος ο γιατρός οπού της είχε γίνει κορσές στενός - και έλεγε ότι υπήρχε μια εύηχη ασθένεια στις μικροπαντρεμένες - με όνομα ουράνιο σα χάρη και λαμπρό, λες και η Εσθερώ της είχε αρχίσει να ανεβαίνει ως προς τους ουρανούς και έβγαζε φτερούδια, μισή αγγελιασμένη και μισή της αναλήψεως. Και την ελέγαν την ασθένεια εκλαμψία - μα είναι όνομα αυτό για μια αρρώστια; Προεκλαμψία, με πιθανότητα να εξελίσονταν κακώς - σε εκλαμψία πλήρη - και τότε - δεν της είπε τί γινότανε - τα είχε ίσως συζητήσει του Δημητράκη, όπως άντρας προς άντρα - κι εκείνη ήθελε βρεθεί απόξω - λες και δεν ήταν το κορίτσι μες στο σπίτι της, λες και οπού δεν είχε και εκείνη δεχτεί το καλό βόλι να την βρει μες στην καρδιά - και τώρα να υποφέρει και να πηγαίνει καβαλώντας στα κυνήγια, μήπως και ξαλεγράρει και της εφύγουν τα ντουζένια. Και τέτοιος ήταν ο βραχνάς που την καπάκωσε με τα εφτά καπάκια - που εκαπίστρωσε με τη λαφριά τη σέλα την όμορφη τη Νάζλη - κι ούτε που πήρε το αμούστακο και το μουγκό αγόρι να τηνε συντροφέψει, παρά εζώστηκε διάφορα φυσεκλίκια σταυρωτά, πήρε και τη ντουφέκα της και άλλη μια για το καλό ή το κακό - και με τις παντελόνες της - ε, άειτε του σιχτίρ, ώρα βραδυάτικη, κι εβγήκε κυνηγιάρα. Δεν κυνηγούσε λαγούς κι ελάφια - μόν' κυνηγούσε την πρώτερη τη λάμψη, τη μαυρομάτα: η Εστερλού της - τον τελευταίο τον καιρό, χανότανε - πρώτα φευγίζανε τα μάτια, μετά σαν που να τρέμιζε το στόμα της - κοκκάλωνε κάποτε το κορμί για δευτερόλεπτα - και έμοιαζε σαν κούκλα που άλλαξε το χρώμα της και γκρίζωνε κάποτε γαλανούτσικα - μα τα καλά της μάτια τα μαύρα της που μοιάζανε γαριφαλλοκαρφούδια - σα να είχανε πάρει το χρώμα του νερού βροχολακούβας, δεν ήτανε αυτό να το αντέχει ο άνθρωπος - και δώστου, γκέμιζε τη Νάζλη και κατέβαινε σαν τη χαροκαμένη απ' τις λοφοπλαγιές - με τη σιωπή την κρύα ενός θυμού φλογάτου και πικρού προς το θεό. Και πού να πήγε - και τί να σκότωσε εκείνο το ξημέρωμα, και μήπως έριχνε στου κουτουρού σε κάθε ίσκιο φαντάσματος - μήπως για να τη φοβηθούν οι βουρκολάκοι που βγαίνουν απ' τους τάφους να επάρουν τις κοπέλες, να τις πάνε στους χορούς ώσπου να λοιώσουν τα γοβάκια τους και να ποθάνουν από την εξάντληση χορεύοντας την πόλκα. Επάνω στο βουνό τη βρήκε το πρωί - και είχε ακόμα σφαίρες - και είχε βγάλει κάτι μπεκάτσες, κάτι μικρούλες πέρδικες - και είδε στο μετερίζι να περνάει μια αστραπή κουνέλικια - και το λιμπίστηκε τσιγαρισμένο και σβησμένο με το κρασί, και με το δεντρολίβανο. Εσένα, θα σε φάγω - του είπε μέσα από τα δόντια της, είχε και το θυμό να την προγκάει, όπλισε, στόχεψε και περίμενε - και είχε τέτοιο ψίχος στις φλέβες, που το άφησε το έρμο το ζωντανό να που χορέψει, να τη χαρεί λιγάκι ακόμα τη σκατοζωή - εδώ καράβια χάνουνται, βαρκούλες ν' αρμενίσκουν. Και μπαμ και μπουμ, και πάρε το κάτω το κονυκλάκι, πήγε μετά να το μαζέψει - και τί να δγει, πως είχ' εσκότωσε μια θηλυκιά, μάλιστα και γεμάτη με τα μωρά της - όταν ξεπέζεψε και πήγε να έπιασκε το θήραμα, το ζύγιασε και το ησθάνθει - και η καρδιά της να έχασε και έναν και δυο χτύπους γιαυτό το άδικο - κι εκάθησε αχάμου, και μην το μάθει και κανείς, αλλά που έβαλε τα κλάματα και τους πικρούς λιγμούς - το είχε δγει σημάδι από κακά μελλούμενα. Εγύρισε στο κονακλί σαν τη δαρμένη - είχε θάψει το κρίμα της με μία προσευχή, πέταξε στο τραπέζι της κουζίνας μια αρμαθιά πουλόπουλα - και πήγε να καθαριστεί, να ξεκινήσει τη μέρα πώς να προσέχει την Εσθερώ που έμενε κληνήρης (της είχε διατάξει ο ντοκτόρ να μένει μέσα εις το κρεβάτι, εις τες ξαπλώστρες - άντε και ίσως και μέχρι το μπαλκονί, να αναπαύεται ανάμεσα εις τα φυλλώματα των δέντρων που ανεβαίνανε από τον κήπο - τις τζανεριές, τις μουσμουλιές και τις κοντούλες). Ώστε άμα και προχωρούσε εκείνη η ουρανοκατέβατη αρρώστεια της λάμψης - να ήτανε τουλάχιστο κομόδικη - να τρέχανε να τον φωνάζανε αμέσως - να διούμε τί θα εμπόραε να κάμει - αλλά να μηνε εστενοχωρούντο και όπως μη ταράσσοντο, υπήρχαν και ακόμα τα χειρότερα. Άρμεγε λαγούς και κούρευγε χελώνες, ήθελε όπως βλαστημήσει η Αειπάρθενος - αλλά έκαμνε την ανάγκη σα φιλοτιμία, και να χαμογελούσε - ως όπως μη τεντώνει τον αέρα που έπαιρνε εντός της η κοπέλα και μη την έπιανε βραχνάς και κακός βρόχος. Κι αρχίσανε με το καλό να αστειεύοντο, αν και κυρίως η ιδία της, η άλλη μήπως και να την άκουε, αλλά φαινότανε αλλού σαλπαρισμένη - μείνε εδώ, είσαι δικιά μου μη μ' αφήνεις - αλλά αυτά δε λέγονται. Και έφερνε κουβέντες από δω - και να τις ταξιδεύει από κει - μήπως της πάρει κάποιο ενδιαφέρο - ένα διάφορο. Στο μεταξύ, ο άλλος ο Ντημίτ - είχε ειδγεί κι αποειδγεί - κι ας ήτο καλημέρα της αναπαύσεως, ημέρα Κυριακάδα - είχε πάρει τους δρόμους για τον όρθρο - έλα Χριστέ και φύλαγε - και ύστερις είχε ειπεί ότι θα πάγαινε έως τον καφενέ της άλλης γειτονίας, στο Κρεμλίν - εκεί που άλλες μέρες πάγαινε τη Ναζλού της η Αειπάρθενος όπως την επιδείξει και να την είχε ταϊσμένη την καφεζάχαρη. Μα είχεν αλλάξει ο αέρας, μύριζε τη βροχή - ανίσως ήθελε να ρίξει το μποξά να τυλιχτεί στους ώμους η Εστερλού; Να σου ηφέρω μάθκια μου το κεντημένο σου των τριαντάφυλλων, μη σε δαγκάσει το κακοαεράκι; Και η Εσθέρ της έπιασε το χέρι, της το εφίλησε - και με το χρώμα των ματιών να της απέλειπε, επαρακάλεσε βραχνά όμως θερμώς την ανδραδέλφη της: Ότι φοβήτο, μήπως και αν το παιδί ήτο κορίτσι, δεν είχανε για όνομα - μηθές και ο ΝτημίτΕφέντης ούτε που να το ηκούσει δεν ηντέχετο - ότι της έλεγε να μην το γρουσουζεύγει, και ότι σους μην είναι ανοιχτοί κατά το λάθος και οι ουρανοί και τους ηβρεί καμμία συφορά, σους που σου λέγω κούκλα μου. Αλλά, κι αν όμως; Έλα μαρή, και πώς να το εβγάλουμε - πήρε να της το χωρατέψει η Αειπάρθενος, και με το αίμα κρύο - γιατί, γιαβρί μας, ετοιμάζεσκαι να φύγεις - και μου τα λες εμού - εσύ πού θέλεις είσαι,μαθές κι αντύχει; Και μόνο αυτό θα είχε να θυμάται η Ευταξία: την πολυτέλεια να της φιλεί το χέρι και να της λέγει το κρυφό όνομα - αλλά το είχε ακουσμένο σαν το λάθος. Γιαρντένα - να είχε είπει η Εσθήρ. Γιαρντένα - αυτή που ρέει προς τα κάτω, και προς τον Ιορδάνη τον ποταμόν. Αλλά την είχε πιάσει ένας σπασμός κι άλλος και άλλος - και άρχισε να βγάζει άσπρους αφρούς μα λαβωμένους, λίγο ακάθαρτους - κι είχε γυρίσει ως κυανή - κι αυτό ήτανε όλο - και μπερδεύτηκε η Αειπάρθενος και άκουσε Γαρδένια - πού να φωνάξουν το γιατρό, πού το ΝτημίτΕφέντη - πώς νακρατεί την Εσθερώ που χόρευε ερήμην το κορμί της, είχανε έρθει να την αρπάξουν να την πάνε κείνοι οι βουρκολάκοι στο χοροστάσι - να μας αφήσετε το έρμο το παιδί μας, παρακαλούσε η Αειπάρθενος ως έπεσε η κορασίς στο κώμα. Και ήρθε πρώτα ο γιατρός και μας την έκοψε - μετά κατεύθασε ως ιδρωμένος ο Δημητράκης - μετά είχε φανεί και ο ΧατζηΡεΐς οπού φρουμάχτηκε, γιατί σαν είχε πάει να δρέψει τα τριαντάφυλλα τα καθιερωμένα από τον κήπο του τον εύκρατο - και τον έρανε λες σα ζωντανή η τριανταφυλλιά - και είχε δει το όνειρο κι ήξερε λέει ότι είχε πάει η Αστερώ στους ουρανός όπως γινεί αστέρι - μα τί να λέγει και ετούτος, λες παλάβωσε; σκέφτηκε στα τυφλά η Ευταξία - κι ακούστηκε κάποτε ένα κλάμα. Και ύστερα και άλλο, κι ένα άλλο - κι ακόμα ίσως να ήταν κι ένα τρίτο, αλλά η Ευταξία δεν είχε άλλα δάκρυα, τα είχε όλα ξοδεμένα το ίδιο το πρωί, στο τάφο της κουνέλας της που σκότωσε. Μετά, όλα γενήκαν γρήγορα, σαν τα ασπρόμαυρα: την έπλυνε, το άδειο σώμα από ανάσα της Εσθήρ, τη μύρωσε - και την απλώσαν με τις ψυχοκόρες στο σαλόνι, ένα κερί στα πόδια, άλλο στην κεφαλή - για να την ξαγρυπνήσουν (στο μεγεριό, ως κι η κουτσοΜαριά, η μαγειρεύτρα - έκλαιγε την Κερά της - Εκομποδέσαν οι κλωστές, μπερδέψανε στο χτένι κι εκόπει η ανυφαντού που έλυνε κι δένει). Και κατά τα ιστάμενα, φωνάξαν το μουσιού Ναζάρ, το φωτογράφο - που ο αδερφός του εφωτογράφιζε τις καλλονές εις Παρισίους - να απομνημονεύσει της Καλής την εμορφάδα, να μην της φάγουσι τη μνήμη τα σκουλήκια. Και παρεγγείλει ο Ντημίτ δύο καρτέλες, μία δια του εαυτού και μιαν για το Ρεΐση - και της Αειπαρθένου δεν της έδωκαν καμμία. Αλλά δεν είχε σημασία - αυτή την είχε πλύνει, το περασμένο σώμα μίας αγάπης, και τη θυμόντανε ως τα ακροδαχτύλια, και πώς να την εξέχναγε ποτέ;

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η νεκρική φωτογραφία (κατά το είθισται) της Εσθήρ Ντημίτ Μπεήνογλου - το σώμα μυρωμένο να έχεις, πονεμένο μου γιαβρί.

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τέταρτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό τέταρτο)
24 Νοεμβρίου 2013 στις 7:16 μ.μ.


Και βρεθήκαμε τώρα να κρατάμε ένα μωρό - και να είναι κοριτσάκι - αλλά προέχουν μέρες σκοτεινές, τελετουργίες μαύρες - ώσπου να μιληθεί ο θρήνος και να ξεσπάσει σαν το χείμαρρο το πένθος κι η ζωή να παίρνει όπως φιδοξετυλίγεται - να πάνε οι καρδιές πάλι στον τόπο τους και να αρχίζουν να ταΐζουν τη Γαρδένια με τη ρούσα την αρχαία τη σκουριά που της χρειάζεται, να έρθει και να ανθίσει με καιρό - και με το χρόνο. Στο μεταξύ, ας δώκουμε ετούτο το χλωμό τσαλακωμένο λουλουδάκι να το τυλίξει η αγαπημένη της μανούλας του της μακαρίτισσας η καμαριέρα, που άμα τη θυμόσαστε, τη λέγαν Κεριμέ - να το φασκιώσει στα στενά-στενά, να μην ακόμα καταλάβει ότι δεν έχει αγκαλιά ζεστή για να το σφίξει και να του μάθει σιγαλά πώς να εχεί περίγραμμα - κι ότι πια λογιάζεται κι αυτό με τους ανθρώπους. Και μεις, να πάρομε τον άχαρο το δρόμο, με την ημέρα - να πάμε κατά τη μεριά του Εβραίικου νεκροταφείου, περνώντας από δω, και απο κεί - πίσω από μία άμαξα νεκρώσιμη με δύο άλογα βεβαίως άσπρα, με μαύρες πλούμες και λοφεία στο κεφάλι. Και να 'ναι και η άμαξα όλη με το γυαλί, και ξαπλωμένη μέσα μια ηλιαχτίδα, να βαστάει τις ματιές και τις καρδιές αυτών που ακολουθούσανε ντυμένοι τα πενθώα: τα μαύρα τα πολύ, και με κοσμήματα της θλίψης - να μην ελείψει τίποτα στην πριγκιπέσσα Αστερώ, μόνο που δεν παράγγελαν της μάνας της να έρθει: η ίδια της και ως ακόμη ζούσε, δε βάστηξε ποτέ να τη φιλιώσει, τώρα να ήταν φάνηκε αργά - και ήτον άγουστο και κακογουστιασμένο - να φέρουνε τη χαλεπή γριέτζω να ήκλαιγε τη φύτρα της - και άλλωστε την εκρατούσε την έχθρητα μονοχερίς πια ο ΝτημίτΕφέντης, ότι δεν τηνε είχε συνδραμέψει τότενες που είχε μεγάλη την ανάγκη - τι δηλαδή να τηνε κλάψει τώρα; Μάνα δεν ήτονα αυτή, ήτο η ύαινα - να μας απέλειπαν τα μούτρα της και που στο γάμο, πόσο πια μάλλον στην κηδεία. Είχαν αποβραδύς τους συνελεύσει: εκείνος, έως σύζυγος - και ο Χατζηρεΐς ως γκαρδιακός του φίλος, κι η αδρεφή του δεσποινίδα Ευταξία - να βρούνε το τί ταίριαζε σε τέτοιαν άκαιρη θανή, ποιό να υπήρχε τυπικό για κατευώδιο. Και πέσανε, μαθές, επάνω στες υφάλους - έτσι το είχε πει ο άλλος, που εμίλαγε όποτε ταραγμένος με όρους ναυτικούς. Γιατί, μαθές - ήτον αυτό μια ανεξιθρησκεία, ένος κουτρούλη γάμος - όλοι μαζί αντάμα και η Εβραία μόνη της μ' όλους τους μακαρίτες - και άλλες οι συνήθειες στα έθιμα του καθενός, και πώς γιαδγιές να γίνει ένα κουμάντο ανθρωπινο, και ούτε να προσβάλλεται η μνήμη της θανούσης, μα και να νοιώσει και κανείς το ειδικόν του πένθος που γίνεται με τρόπους αυστηρώς προσωπικούς ως και κουλτουρικώς αναδειγμένους. Δύσκολο έργο, μα και του σπάνού τα γένεια πες πως γίνονται. Ειδοποιήσαν το ραββίνο - σε τούτο ήτον ολοσώμως σύμφωνοι, επίσης και η Ευταξία. Μάλιστα τον αρχιραββίνο της πάσας Σμύρνης (δεν εμπορέκαμε να τηνε ζήσουμε βασίλισσα, ως να εθάβει όμως να το φροντίκωμε - δε χάσαμε γατίτσα!), ήρθε λοιπόν ο Μπενσενιόρ Γιοζέφ Σμουέλ - τους είπε να ως είθιστε, να κάμουνε κουμάντο. Εμείς, τους λέγει - όλοι οι πένθιμοι φορώντες, αφήνουμε τα γένεια μας αξύριγα. Εσείς είσασθε και οι δυο μουστακωμένοι και γενειοφόροι - τί να ποιηθεί του επί τούτου; Κοιτάχτηκαν κι οι δύο, και ως είχανε μοιραστεί το γάμο τους σε κείνη, βρεθήκαν να μοιράζωσι εν ματαξύ τους και τα κηδευτικά. Εγώ, λέγει ο συντριμμένος ο ΧατζηΡεΐς, να ξυριζόμην, να φανώ μετά αξύριγος - αλλά δεν δύναται αυτό όπως προκύψει, ανήκω στο Σουλτάνο μέχρι τριχός μου τελευταίας, θα με γελούν ως και οι τρίτοι ναύκληροι, να ρεζιλέψω δε δύναμαι προαιρεθώ το σουλτανάτο, ή μη με εσκοτώσουνε κι ημέ. Οπόταν επέφτει ταύτος κλήρος εις το Ντημίτ, που δεν ανήκε ουδέ σε μπέη μήτε σε πασά, μηδέ και σε κανένανε, ούτε καν στη γυναίκα του που πλέον πια δεν είχε. Να ξυριστεί, ώστε να μένει αξούριγος, βεβαίως να το κάνει. Κι ακόμα - ανάβουμε μία μικρή καντέλα - αν ξεστρατίσει ταραγμένο πνεύμα να βρει το δρόμο για το σπίτι του, να έρθει να μας δει ότι πενθούμε - να καλοκαταλάβει ότι έχει πια ποθάνει, να ξαναπάει εν τόπω χλοερό, όσο να γίνεται: είναι τα πνεύματα σε δυσκολία ορισμένως να καταλάβουν ότι ήλθον και παρήλθον, θέλουσι όπως τα τρυφερευτούμε, και ότι να μην κλαίμε το υπερβολικώς, και τα ζορίζουμε στο φεύγειν. Βεβαίως, συμφωνήσανε και ο ΧατζηΡεΐς κι η Ευταξία, να φροντιστούνε τα κεριά να είναι αναμμένα και στα δυο σπίτια, μάλιστα σε κείνο εις το Μπουρνόβα ν' ανάψε και καντήλι, διότι ήτο η κύρια η κατοικία της - στο άλλο μόνο έμενε η της Εσθήρ μεγάλη η λαχταριά, την εκοιμόνταν ο Ρεΐσης στ΄όνειρό του, πάντως ήτον τρόπο τινά δική της κατοικία - πώς να μην ήτον (θα βρίσκανε και όλα τα καλοφυλαγμένα κι αριθμημένα και αποδεγμένα τριαντάφυλλα πόσο τα είχε αγαπήσει η Αστερώ, και έπρεπε βεβαίως να της ανάφτει κι ο Ρεΐσης το κερί της, μην του εστοίχειωνε το σπίτι με το πνεύμα της, και να βαδίζει ως χαμένη και να μην πως αναπαύγειται έως τέλος των χρόνων). Και όπως συνεχίζει ο ραββής, ότι δεν ηφορούν παπούτσια πέτσινα - και τί εδώ να γίνει - λεγ' ο ΧατζηΡεΐς, θα έβαζε άλλα με τσόχα και μπροκάρ και υφασμάτινα - και κει ήτο που θέλησε η τρυφερή καρδία του Ντημίτ όπως δακρύσει - αυτός, να έβγαινε στους δρόμους και με την ξυπολησιά, που έχασε με μια Κερά το βιός του, έχασε και το γιο της και του άφησε την κόρη, μα ψυχραιμώθηκε, εβάσταξε το δάκρυ κι ας ήτο μαύρο και ας ήτο και πικρό, το εκατάπιε σα βουκιά θαρμακωμένη, σα μήλο με σκουλήκι. Και τελευταίοι οι καθρέφτες - να σκεπαγούνε όλοι με το κρέπι, όπως να αναλογιστούν οι ζωντανοί το ζήτημα της ματαιοδοξίας και της εικόνος - και πως ολουνούς και μηδενός εξαιρουμένου, και οι ωραίοι, κι οι μοιραίοι και οι άσκημοι, εκαταλήγουμε σε τόπο βλογημένο, παρά τί θέλατε, να είμαστε αθάναγοι! Εφτά οι μέρες της Σιβάς, το βαρυοπένθος - τριάντα μέρες η Σλοσίμ, της καρτερίας - ένας ο χρόνος της Σανάς - να μπει το φώτο σιγά-σιγά, και ύστερα - ώρα να πάμε γι άλλα, να μην αγκαρευτεί και ο νεκρός μας, συνάνθρωπος που ήτο, το βάρος μιας καρδιάς σακατεμένης. Υπάρχει και ο χρόνος για το πένθος, ο άλλος χρόνος είναι για ζωή, και μη τυχόν και νομιστείτε για ενάρετοι άμα πολυπενθείτε, διότι είν' αυτή μια αμαρτία δη βαριά, και δε σας κάνει τίποτα καλύτερους, παρά φαινόσοαστε το φόβο ότι έχετε και την καρδιά τσουρούτω. Κι εγώ, να έλθω να ταφεί η περιστέρα που κράταγε όπως μου λέτε το Σαμπάτ, καλή γυναίκα ήτανε, το βάρος της χρυσάφι. Λουλούδια μην εστέλετε εις το νεκροταφείον, μη μας χαλνάτε την αισθητική της απουσίας, το μηδέν άγαν μας, αφέτε μας στα έθιμα παλιών κατατρεγμών - αφέτε τις σωσάνες με τους άσωτους πρεσβύτερους, και αναλογιστείτε σε τί σας χρησιμεύγει του άνθεως η σήψις, παρεκτός για να σας ενθυμήσει το χρόνο όπως φεύγει και το πάρωρο της θελκτικής του ευωδιάς και πώς παρήλθε. Με τούτα έφυγε, και εκανόνιζε να στείλει μυνητάδες η αφεντάτη Ευταξία εις τους προσκεκλημένους τεθλημένους, πως να μη παρεγγείλουνε ανθέα, ότι δεν ήτο το πρεπό εις το νεκροταφείον του Σιδή (έτσι το λέγαν, επειδή από τον ευεργέτη βενεφάκτορα Αλέχανδρο - που είχε χαλαλίσει τα λεπτά του ως αγοράσει κτήμα νεκροταφικόν εις την περιοχή), να μη χρειάζειται να φεύγουν οι Εβραίοι του Μπουρναμπάτ με τους νεκρούς τοων, να εθαύγονται αλλού κι αλλού και όπου βγαζ' η άκρη - έφτανε που δεν ανεγνώριζε το κυβερνείο το Τουρκικό τον ίδιον ακριβώς τον Μπενσενιόρ Αρχιραβίνο - δεν τον παραδεχόντανε - κι ας είχε όπως ειδεί η Ευταξία, μιλήσει με τον τρόπο τον πρεπούμενο, και που της είχε αφανεί λιγάκι σαν τον άγιο της πετριάς. Ο εκ Γιαχβέ σαλός, εμονολόγησε. Κι ήρθε η αποφράδα, είχε βαλθεί όλο το υπηρετικό να μάσουνε τα κρέπια, να κεκαλύψουν τους καθρέφτες - και μοναχά αργότερα θα δγιούμε πώς να επιρρέασε η έλλειψη η ενωρίς των κάτοπτρων τον ψυχικό σχηματισμό της Γαρδενίας (σιγά-σιγά μην τρέχωμε, έχωμε και κηδείαν). Και φτάκωμεν, απέξω από του Σιδή, και σταματάγει η αμαξωτή με τα αλόγατα, και ήρθον ούτε έξη φραγκοφόροι, διότι το κιβούρι, ήτανε όσο να πεις, μικρό - ήτανε και η πρώην Εσθερώ κοντούλα, της έλεγε κάποτε η μαμάκα της να μην ανησυχεί, ότι τα πιο βαρβάτα τα αρώματα τα επούλουν σε μικρούλια μπουκαλάκια - τηνε μαζέψανε μα ντηνε πάνε τέσσερις και ήτο ελαφριά, είχε απέλθει αλλιώς εξέλθει εκ κόσμου του ψεύτικου, του μόνου όπως έχομε, αν παρεκτός απ΄την ανάμνηση Εδέμ. Να πούμε, ότι ήλθον εκείνες που ήθελον να γίνουν φιλενάδες της αλλά δεν επροκάμαν. Να πούμε, ότι συμμαζώχτηκαν διάφοροι που θα τη θέλανε στο μέλλον για αγαπητικιά, και οι μεγαλύτεροι οι γιοί καλούτσκων οικογενειών που ίσως να την είχανε ονειρευτεί σε υγρά όνειρα. Να πούμε ότι η μέρα ήτο εν μέρει συννεφιάρα κι είχε στάξει εξ ουρανών μια απαλή ψιχάλα. Και πως πολλά λελούδια στάληκαν στο κονακλί, είχον πια απαυδήσει τα δουλικά να βρίσκουσι τα ανθογυάλια, μα η Κεριμέ κρατούσε το μωρό και τόβρεχε με δάκρυα - γιατί η Κερά της, κάποτε την είχε κοιταγμένη μες στα μάτια και της είχε ειπεί πως θα γενότανε αυτή Κερά μεγάλη, θα της εδίνετο ένα παπόρι βιόλες - και ότι είχε δάχτυλα κρινάτα, σίγουρη ήτο η υπόσχεση πως θάχεν ευτυχίες. Αχ, Κεριμέ - αν ήξερες πόσα ξέρουν να βλέπουνε αυτές που θα πεθάνουν... Κι η Ευταξία, με το μαύρο στην καρδιά της, όταν με τελετή απλή και ούτε που λουσάτη αναλογίζουνταν το βάρος του ανθρώπου εν τη ζωή - είχανε πάρει πλέον να γυρίσουσι στο κονακλί, έπρεπε όπως κανονίσει να σερβιρίσουνε τη σούπα του ψαριού για τους τεταραγμένους, κι απέ τον πιο πικρό καϊφέ παρηγορίας, σχέτο χωρίς τη σεκερίμ τη ζαχαρίτσα, μη λιμπιστεί γλυκό ο χάρος και ξανάρθει - περάσανε με τις βικτώριες, άλλοι πιο παρακατιανοί με αραμπάδες, κάποιοι αργόσχολοι ήρθανε ποδαράτοι να δγιούνε τι γυρεύγανε τόσοι ξενολατρεύτες στο Εβραίικο - πέρασε το λοιπόν η Ευταξία και όλοι οι αποδέλοιποι από ένα κονάκι - που είχε η οικογένεια Γουίταλ την κοπέλα τους με ταραγμένα νεύρα, κι ήτον επί του πιάνου, και τραγούδαγε, σα φόρο της τιμής στην πηγαιμένη με τα αστέρια - το άσμα του πιο τελευταίου ρόδου στο τέλος του καλοκαιριού - και ποίος οφθαλμός δεν έμεινε αδάκρυτος, και θα το επαράγγελνε εν τω καιρώ η Ευταξία για να το παίζει στο γραμμόφωνο - για να τελεί όλο το χρόνο τη Σαννά της - που ούτε είχε να τη δει, το πρώτο της το χτυποκάρδι να σαραντίσει με το μωρό στην αγκαλιά σαν αχλαδίτσα και σα κοντούλα λεμονιά με τα πολλά λεμόνια, το στήθος της γεμάτο με το γάλα - παρά σαράντα μέρες ύστερα να σκέβεται ότι θα απεκόπτετο η κεφαλή της από του λαιμού - να έχουν τα μνημόσυνα κι άντε να φτιάχνουν κόλυβα με ρόδι - δεν ήτο να αντέχεται στον άνθρωπο... Κι έλεγε το τραγούδι (ήτανε όλα τα τραγούδια πιο σοφά, μέσα στο μαύρο πένθος) και τραγουδούσε η πιο μικρή απ΄τις Γουίταλ με τα νεύρα της τα πειραγμένα - αν το αγαπάς: When true hearts lie withered - And fond ones are flown- Oh! who would inhabit - This bleak world alone? Και δεν έμεινε κανένας μες στα μάτια του αδάκρυτος, μπόρεσε με πολλά και έκλαψε κι η χαροκαμμένη της Ευταξίας η καρδιά.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η πένθιμη άμαξα που θα πήγαινε τό σώμα της Εσθήρ στον πιο μεγάλο του χορό.

Σάββατο 23 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό δεύτερο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό δεύτερο)
23 Νοεμβρίου 2013 στις 1:55 π.μ.


Τι να συνέβαινε πίσω από τις κουρτίνες, όσο ο χρόνος πέρναγε; Να είχε ίσως νοσταλγήσει η Εσθερώ τα χρώματα του ουρανού της προκυμαίας στη Σμύρνη; Υπάρχουν μαρτυρίες απ΄τις κεράδες στα παλιά τα μέγαρα τα λεβαντίνικα,

ότι μετά τον πέμπτο μήνα της έμπαινε η γυναίκα σέ ένα είδος μιας ανυπαρξίας - δεν ήτον θεμιτό να ειδωθεί σε κοινωνία και εκδήλωση, παρά τη βλέπανε στο ίδιο της το σπίτι μονάχα οι πολύ γνωστές της, οι φίλες της και οι συγγένισσες και μόνο οι εξ' αίματος συγγενικοί της άντρες, βαθμού πρώτου συγγένειας. Οπότε, η Εσθήρ - ήτον εν μέρει ανακουφισμένη, γιατί τους πρώτους μήνες είχε νοιώσει βαρείς ταλαιπωρίες - ήτανε σε εμπόλεμη κατάσταση, ένας εμφύλιος είχε αρπάξει το κορμί της και δε μπορούσε ούτε καλή βουκιά ψωμί να καταπγεί, μόνο παρακαλούσε τη μαγείρισα - αν τύχως και να έστελε για βρούβες, πικροράδικα, δαντελωτά - αυτά τα χόρτα του βουνού βραστά και με λεμόνι - αυτά μονάχα μπόρεγε να τρώγει, όλο σε μι' ανακατωσούρα το στομάχι της - έφταιγε μάλλον, έλεγε η Ευταξία - ότι ήταν μικρή σε μέγεθος και ο Ντημίτ ήτανε πιο σωματικός, θωρητικός - και το μωρό δεν ήξευρε πόσο ν' αποφασίσει να μεγαλώσει - και σε ποιόν να μοιάσει - και γιαυτό ετσακωνόταν με τη μάνα του και την ετάραζε και την ταλαιπωρούσε. Όμως, εδώ και λίγες μέρες, όλα φαίνονταν να έχουν ησυχάσει και η Εσθήρ χαιρόταν το φαγί της καλύτερο - και που της είχε έρθει η όρεξη κιόλας να τραγουδάει! Την άκουγαν οι ψυχοκόρες από την αυλή - να τραγουδεί σε μία γλώσσα άγνωστη - με ένα κέφι κι άλλοτε σαν το πικρό παράπονο που έχει βάλει το κουστούμι της χαράς της άδολης, να πάγει στη βεγγέρα. Κι άμα καμμιά δεν ήξευρε τα λόγια, ξέρανε και καταλαβαίνανε απ΄τα τσακίσματά της τους καημούς μες στη φωνή, κουτσομαθαίνανε κάπως να μουρμουρίζουν κι όλες θυμόντανε το σπίτι τους και να τις είχε πιάσει νοσταλγία: Χίτζα μία, μι κερίντα - αμάν αμάν αμάν - νο τε έτσες α λα μαρ, κε λα μαρ εστά εν φορτούνα, μίρα κε τε νε γιεβάρ. Κε με γιέβε ι κε με τράιγκα - αμάν αμάν αμάν - σιέτε φούντας ντε οντόρ, κε μ' ενγκλούτα πρέζε πρέτο - παρά σάλβαρ ντελ αμόρ. Και σε κάποιες έμοιαζε σα ρυθμικό ταχτάρισμα, σε άλλες

σα νανούρισμα (θα ετοιμάζεται, λέγανε, για το μωρό της) - και σε άλλες, ακουγόταν σα μοιρολόι: της καθεμιάς κατά την όρεξή της και κατά το μέτρο της, ίσως όμως και να το τραγούδαγε με διάφορο τον τρόπο. Το ζήτημά μας είναι - πως θα της έδωσε μι' ανάσα, μιαν ανάπαυλα - μετά παραπονιόταν στην Αειπάρθενο για κράμπες, ζήταγε να της φέρουνε μυρωδικά, να βράζουνε στο τετζερέδι πάνω σε μια φουφού που είχανε φερμένη στο σαλονάκι της - φύλλα από ευκάλυπτο γιατί πιαγόταν η αναπνογή της - και τις Παρασκευές έμενε πια κι η Ευταξώ και δε να παίρνει το αλογάκι την Ναζλού που μοναχή χρεμέτιζε και χτύπαε τα πεταλάκια της στο χώμα, πολύ γκρινιάρα. Κι ήρχονταν λέει στο κονακλί και ο ΧατζηΡεΐς, κι εφτάνα τα πανέρια με τα ρόδα και της τα πάαιναν κι ας μη εφαίνοτον του κόσμου, έιχε να πάγει στα θεάματα από πολούς τους μήνες πλέον - μάλιστα και την τελευταία τη φορά είχαν ιδεί το έργον για τον Έμπορα της Βενετιάς (ακούς μία λίβρα το κρέας και όχι αίμα - κόσερ να γένει, και κρέας το αναίμακτο). Και την είχεν ηπιάσει το κακό, που η φυλή της φαίνονταν να είναι μοχθηροί κι ανέντιμοι και χάσικοι - ενώ είχε μια ηθική ο άνθρωπος, ακραίος ίσως, μα που δεν ήτο μασκαράς! Ενώ οι άλλοι, οι καλοί να λέμε - απατεώνες ποταποί μέσα στην κομπορυμοσύνη, ακόμα και η αρχοντοπούλα τους η Πόρσια, μια κακοχρόνο ψεύτρα! Την είχε πιάσει φούρκα και κακό - και είχε ο Ντημίτ πιστέψει πως φταίγανε τα νεύρα της λόγω της καταστάσεώς της - έτσι της είπε - μήπως να μη βαρύνεται να βγαίνει σε τέτοια πια κατάσταση! Και τί κατάσταση, της ήρθε να του πει, η πρώτη είμαι - για η τελευταία; Άντε και κλείσε με - να τριγυρνάς ελεύθερος. Πράγμα που όπως το ακούγει κανείς, μονάχο δηλαδή αποδυκνεύει - ότι είχε τα νεύρα πειραγμένα, να θέλει να γλωσσεύγει τέτοιες λέξεις. Κι έτσι, η καρδερίνα εμπήκε στο κλουβί και μανταλώθει - και ευτυχώς την συνεπόνεσε η ανδραδέλφη της, αχ Ευταξώ μου, μ' αγαπάς; Και που την αγαπούσε, ήτο το πράμα σίγουρο, γιατί και πώς της έτριβε τις γάμπες να φεύγουνε οι κράμπες, και το λαιμό να μη μαζεύει κούραση, και που της άλοιφε και την παλιοκοιλιά αυτή με καλά λάδια για να μην εραγίσει - και όταν ωχού πως πόναε το ένα της κοκκάλι που σαν αποχωρίστηκε το άλλο - και της εφάνει πως από εσκάφτει η λεκάνη της και δε μπορούσε να καλοπατήσει, έχανε μονομιάς τα βήματά της και παραμπάριζε να πέσει και όπως να τσακιστέι - η άλλη τη βοηθούσε να περπατάγει λίγο μες στον κήπο να παίρνει τον αέραν της. Μα επίσης, για να έχει κι ένα δίκιο να δίνει και στον άντρα της, δεν της κακοφερόταν μόνο που διαρκώς την εβασάνιζε να του ειπεί τι όνομα να δώκουνε εις το γιο - και ήθελε του είπει: Δικός σου είναι, τόσο που τον θέλεις, πάρε τον το λοιπόν κι αμέτε κι οι δυο σας στη Σχεόλ και εις τη Γέενα, αφέτε με στην ησυχία μου να τρέφω μαύρους τρόμους. Μα ο ΧατζηΡεΐς -αυτός εκεί, αμέτι μουχαμέτι τα λελούδια, και τον είχε ιδεί κι εκείνον πως εκοίταζε πιο πριν, γιατί τώρα εμφανιζόταν με τα μαύρα όποτε έμπαινε για να τους χαιρετήσει και έμενε το λίγο, είχε ιδεί όμως κι αυτός πώς την εκοίταζε - λες και του είχε κάτι χρεωστούμενο. Λοιπόν, τρωγόταν με τα μαύρα της τα ρούχα, της έρχονταν μια τρέλα και να μηνε ηξεύρει με ποίον να τα βάλει - μα ησθάνετο ότι της είχε καμωθεί μια αδικία, την είχε αρνηθεί η μέρα και η Σεκινά, και περπατούσε εν τη σκοτία, σαν τυφλή εσκόνταβγε - και απ΄τη μια, είχε την Ευταξώ να την κρατάει και όπως προσπαθεί να την παρηγορεί - αλλά ακόμα κι έτσι, της ερχόταν το κακό: Μαρή, εσύ κι εγλύτωσες, μην κάμνεις ότι ξέρεις το τι τραβώ, τη μαύρη μου τη μοίρα. Και έτσι, ένοιωθε στιγμές-στιγμές να της τραβούνε τα μάγουλα και γύρω από το στόμα - οι δέκα χίλιοι δαίμονες που παρατρέχουν γύρω από την Αρχιδαιμόνισσα Αγκράθ μπατ Μαλαχάθ που φροκαλίζει και ριπιδίζει και στοιχειώνει τον αέρα - εκεί βρισκόταν παραπέρα ξέπνοη η Αστερώ - κι η Ευταξία να της τρίβει τα διάφορα σημεία του κορμιού που φαίνεται πως είχαν κάπως σα βγει από την τάξη των πραγμάτων, σαν είχε υποστεί σεισμό όλος ο τόπος. Μετά, κοιμόταν μέρες, ερχότανε κι ένας με το κουστούμι του και μίλαγε σιγά - και τότε, μερικές φορές θυμότανε σαν ένα όνειρο παλιό της η Εσθήρ - ότι κάτι της έλεγε η μάνα της κι η Αρμεναία η με τα πολλαπλά ονόματα, αυτή καλέ, που ήξερε να λέει τον καφέ - ότι θα χόρευγε μαζί με έναν ταύρο, θα πήγαινε με τα στεφάνια ρόδα σε τελετή - και ότι δε θα χόρταινε μες στη ζωή της δάκρυα - μα θα τα κέρναγε σε άλλους και απλόχερα. Αυτό, όσο να πεις, καλό. Κι αποκοιμούντο ήσυχη ότι την έβλεπε το μάτι του Γιαχβέ - και πώς να της φαινότανε πως είχε αρχίσει το κορμί της να παίρνει ένα χρώμα κυανόχρωο - σα να γινότανε η ίδια μία θάλασσα κι ένα μακρύ ταξίδι.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013


Η Εσθήρ με τη μπόσικη καμιζόλα και το μαύρο καφτάνι το ντεζαμπιγιέ - για να κάμνει μιαν άνεση που της πιαγόταν ο αέρας.

Παρασκευή 22 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πρώτο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο εικοστό πρώτο)
22 Νοεμβρίου 2013 στις 12:42 π.μ.


Αμάν, γιαβρούμ... Είχε ξυπνήσει εκείνη τη μέρα ο ΧατζηΡεΐς με ένα όνειρο παράταιρο - τόσο ωραίο που σχεδόν πένθιμο, είχε ονειρευτεί την-πώς-τη-λένε την Εσθήρ να στέκεται κάτω από την τριανταφυλλιά του και θα μπορούσε να μας ορκιστεί ότι την άκουσε και όλας να του λέει πως θα του έστελνε επί θανάτου της μία βροχή από πέταλα τριαντάφυλλων μόνο για τη δική του αφεντιά - και ξύπνησε κι αυτός χαμογελώντας και με το μαξιλάρι του λιγάκι λεκιασμένο από μια γλύκα που κυλούσε απ΄το στόμα του. Και σκέφτηκε αμέσως, πως φυσικά - τι άλλο παρά με τριαντάφυλλα ότι που θα την έβλεπε στον ύπνο του, που ήτανε δεμένος μαζί της με τον όρκο και τα ρόδα, οπότε τι να μιλούμε για το θάνατο, λόγια της νύχτας - μάλιστα την Κυριακή το όνειρο βγαίνει προφητικά μονάχα ως το μεσημέρι. Και δεν εσκέφτει παραπάνω, ιδιαίτερα επίσης που είχε μάθει τις προάλλες ότι ανέμενε η Όμορφη παιδι, και αναγάλιαζε να σκέφτεται ότι σε μιάμιση σχεδόν δεκαετία θα σταματάγανε τα μαύρα βάσανά του, άντε και πες και δυο χρόνια να ρίξει στο καπάκι - θα έπαιρνε την κόρη της με χορδές και με τύμπανα και ήτον κυριολεκτικώς ευτυχισμένος, εμέτραγε και όλας τα πρόσοδά του, ως η ξεμυαλισμένη γαλατού που λέγει και ο μύθος - μόνο να μην κλωτσούσε από τη χαρά του την καρδάρα - και πιο συγκεκριμένα, πως να κρύβει τέτοια λόγια μπρος στον ΝτημίτΕφέντη που τον είχε βάλει κάτω και όλο τον ταλάνιζε τί όνομα να δώκουνε στο γιο του - μωρέ ποιόν γιο, και πράσινα αλόγατα - αφού κόρη θα έκαμνε η μορφονιά, δε βλέπει να σκαμπάσει ο τζαναμπέτης, που τον τρώγανε τα ρούχα του - και δηλαδή, τί γιο; Αφού ήτανε σα φανάρι αναμένη στην ομορφάδα - οι γιοί, τι ξέρει ο ανήκουστος - οι γιοι τις ασκημαίνουνε τις μάνες τους, πρι να γεννηθούν, τις ομορφαίνουν ύστερα - το ξέρει αυτό ο κάθε αστοιχείωτος αγροίκος, ενώ μαθές οι κόρες! Σα φαναράκια τις ανάφτουνε στην ωραιότητα, γίνεται η γυναίκα σαν το γκιούλμπαξε άμα προσμένει κόρη, μετά τη γέννα είναι που ασχημαίνει, να βλέπει το μπουμπούκι της κόρης της και έτσι που ανοίγει, να νοιώθει το δικό της πως μαραίνεται. Και να 'χει και να τον ακούγει - να τον πουνε λέει Μηκαάλ, Μιχαλιό, να μη χαλνάει. Γιά να τον πούνε δα Τζιμπρήλ, Γαβρίλη Γαβριλάκο, σαν τον ωραίο άγγελο. Ορίστε, να του λέει - πες ντε και συ! Και τί να απαντήσει ο Ρεΐσης, έπιανε τα μουστάκια του, σήκωνε το ποτήρι με το τσαγάκι, συγκατένευε - τι να του πει; Βάστα καλέ το άλογο και να μη μας οβιάζεις - να δεις και πόσα απίδια βάνει ο σάκος, μονοφαγά, που πήρες τη μανούλα, άσε με τώρα να χαρώ εγώ την κόρη; Δε λέγουνται τα τέτοια λόγια, αμέ και όχι σίγουρα του μέλλοντος του πεθερού, πρέπει να δείχνει σέβας, πώς να του δώσει εν καιρώ ο άλλος το κορίτσι του; Και έκρυβε τα λόγια, αλλά τον έβλεπαν τα δέντρα απ΄τον κήπο και οι κουρτίνες πως είχε αίμα φουντωμένο και αψύ κι έπρεπε να κρατιότανε μην του εξέφευγε καμμιά βαρειά βλαστήμια, να χάσει εντελώς την ψυχραιμία του. Ανάπνευε και μέτρα έως το πέντε - μπιρ, ικί, γιούτς, ντουρτ, μπες - έμπαινε τώρα με το χαμόγελο. Ορίστε, και τι γυναίκα να ηπάρει, έτσι μαθές όπως το πάμε - αυτός να δγεις, θ' αγιάσει σούφικα, γαμώ τα μπινελίκια μου. Τώρα, τι να τα λέμε - δεν είχε μπορέσει να ζητήσει να ιδεί και την κοιλιά της - λες και δεν είχε το δικαίωμα να βλέπει και βεβαίως, μάλιστα, κάθε εβδομάδα - την πρόοδο του ίδιου του σχηματισμού του όνειρού του! Πάμε εντελώς κατά το βρόντο, να έχουμε και να παρακαλάμε για λίγη ευτυχία τους απίστους. Και έτσι, δε μπορούσε να ελέγξει πώς ήτανε εκείνη η κοιλίτσα - γιατί αν ήταν σαν τους μιναρέδες, άσε με-πιάσε με, θα έκαμνε αγόρι - άμα από την άλλη να ήταν στρογγυλή ωσάν τη σκέπη της Αγιασοφγιάς - έ, μα σε λέγω, τί θα ήτον, με τέτοια λάμψη εφταφαναριώτικη; Κορίτσι, σίγουρο για σίγουρο. Κι ευλόγαγε τα γένεια του, Γιάννης για να κερνά, Γιάννης να πίνει. Βεβαίως, άμα είχε και τρόπο, να τη βάλει να ξαπλώσει και να κρατήσει εν εκκρεμές αλυσιδάκι με πέτρα από τη Μέκκα, τη Μεδίνα - και άμα άρχιζε αυτό να κάμνει κύκλους σαν το αρπακτικό γεράκι και τον αητό πάνω από το βουναλάκι που κλωσούσε εκείνη τη δική του την περιστέρα, μα να πεις - κορίτσι! Μην τύχαινε όμως και να πηγαίνει πέρα δώθε σε μια γραμμή μαχαίρικη - ωχού καημός -τότε θα πρέπει να περιμένει κι άλλο - ακόμα ένα χρόνο, ίσως δύο - και γίνονται έτσι τα δεκαπέντε - είκοσι χρονάκια - και όχι πως δε θα είναι κοτσωνάτος, ντερτιλής - αλλά πού θα την έβρει τόση κι ακόμα τόση την υπομονίτσα, μηδέ κρεπάρει. Κάμε κουράγιο, κάμε προσευχή - και μια στιγμή, επήγε να ρωτήσει - καλά, σαν ήτον γιος, πέσανε οι Αρχάγγελοι κι όλοι οι μυνητάδες - μα άμα ήτανε ο μπουναμάς και το πεσκέσ' αλλοιώτικο; Και κει να ΄σαι να βλέπεις, του αλλουνού - έ, ρε, τρέλλα βαστεί με το καντάρ' - του γύρισε μαθές ο οφθαλμός, ότι του θίξανε το ξέρω γω το τί - πρωτότοκο κορίτσι, να μας γελούν κι οι κότες. Ε, άντε βγάλε άκρη με τέτοιο παλαβό - είπε και ο ΧατζηΡεΐσης που την αναγνώριζε τη μούρλα, άμα βεβαίως δεν τον κοίταγε μέσα απ΄τον καθρέφτη -έλα, σε χωρατεύω, κέρνα μας, κέρνα μας - κέρνα μας να γελάς και να καλοπερνάς. Κι εκεί σταμάτησε εκείνη η κουβέντα, και λίγο είχε λείψει πως να πιαστούν στα χέρια - μα δε θα ήξευρε κανείς να πει το λόγο - κι η Εσθερώ ήτανε χάρμα λάμψης, πραγματικά - και έκαιγε το λάδι στο καντήλι της, αργά ακόμα, όμως ίσως να ήθελε καινούριο λουμινάκι, μήπως κι αν έσβηνε: ήταν το αεράκι φθινοπωρινό, προχωρημένο - μα ήταν μέσα στα γυαλιά σα φαναράκι, σα ροζ καντήλι δίπλα στα παλιά τα εικονίσματα, που από την καταβολή του κόσμου παρηγορούν τους ηλικιωμένους μας συγγενείς, και όλους τους ανθρώπους που γερνούνε σαν τα φύλλα, μοναχοί τους. Και είχε γύρω της βελούδα να την προφυλάγουνε από το αεράκι που τρύπωνε λιγάκι ψυχραμένο - και μια στιγμή ενόμισε την είχε ακούσει ο Ρεΐς να τραγουδεύει - με το χεράκι της επάνω εκεί που του κρατούσε το κοριτσάκι του - εχω κι εγώ κι ορίζω, ένα κλωνί βασιλικό νερό να το ποτίζω - και σαν του φάνηκε πολύ γλυκή κι ωραία - σαν ξύλινη κουνίτσα χειροποίητη, σαν την καλή βαρκούλα - ωχ αμάν, η μαύρη η χανούμ!

(συνεχίζεται)

Ολβία Παπαηλίου, 2013


Ο σκύλικος κι υπομονετικός ΧατζηΡεΐς, όπως περίμενε δίπλα στην άδεια κούνια έως γεμίσει με πέταλα από ωραία ροδάτα τριαντάφυλλα.

Τετάρτη 20 Νοεμβρίου 2013

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο ένατο)


Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δέκατο ένατο)
20 Νοεμβρίου 2013 στις 1:32 π.μ.


Της άρεσαν πολύ της Αστερώς τα θέατρα, και τα τραγούδια τα αμανέδικα - κι επίσης οι οπερέττες και αν είχε κουράγιο, θα την πήγαινε ο ΝτημίτΕφέντης και στα καφέ σαντάν, αλλά κάπως μπορείς να πεις πως τη ντρεπότανε: ότι θα έπρεπε να της παραδεχτεί και εντελώς στα ανοιχτά για τις σαντέζες - που τις είχε λουσμένες με τα αρώματα που ήτανε της μόδας, τις κενταύριες - το Δάκρυ του Κενταύρου που του' χε φέρει τόση πια μονέδα και παρά, που να λογιάζεται μες στο Μπουρνόβα κύριος τρανός - και του ανοίγανε τις πόρτες τις διπλές και τις κρυστάλινες να μπαίνει εις την τράπεζαν, μάλιστα εκείνη στην προκυμαία, εις το Κε - και να τονε χαιρετάνε όλοι σαν υποτακτικοί, και να του φέρουνε τ' ωραίο τσα, με τις γεύσεις των φρούτων: να έχει να ευφραίνεται όταν του εμετρούσαν τις καλές του μοίρες - που άνθια εφύτευε και μάζευγε τις λίρες και τα άσπρα. Πίσω μονάχα στις σαντέζες - και θα του είχαν λείψει, ενδεχομένως, και με τον καιρό - αλλά πως για τα τώρατώρα, του άρεζε που ήτο παντρεμένος και που νεμόταν τέτοιας δορκάδος τα καλά - και είχε και τη γλύκα του να την φανερώνει στον κόσμο, να τηνε κρύβει - κατά το κέφι του την είχε όπως την αγαπούσε - και του άρεζε που ήτο άλλοτε ντροπαλή και άλλοτε θεριό ανήμερο και σα βασίλισσα να τον έχει στα πόδια της, και κείνη επί θρόνου. Όλα ήτον όπως τα είχε θέλει ο θεός, έβγαινε ο ήλιος από τας ανατολάς, και έδυε στας δύσεις - ε, πια - και τί να θέλει και ο άντρας μέσα στο σπίτι του, παρά να τον έχουνε ωσάν μωρό και ωσάν δερβέναγα; Και να το πούμε - του άρεζε εκείνου να τρώγει και να πίνει - και δεν της εζητούσε παρά μονάχα αυτό που θα της έκανε κι εκείνης ευχαρίστηση: να του ανάβει ένα ναργιλέ, με τα καπνά άλλοτε τα σέρτικα, και άλλοτε εκείνα που ευωδίαζαν το μήλο, το ρόδι - να τραβάει με τα χειλάκια της ένα - Φύσα-ρούφα-τράβα τονε - μωρέ κι ας τονε πάταγε με τέτοιο ποδαράκι - κι άμα τον άναβε -ποιόνα τώρα, το ναργιλέ; Και πέντε, και δεκαπέντε χρόνια να τον είχε δικάσει ο καδής, και στο Γεντίκουλε κι όπου στο διάτανο! Χωρίς και να το ξέρει, η Εσθερώ μας - τον είχε παρμένο από τις Γαβριέλες, τις Αντριάνες και τις Αντέλες (με, είτε δίχως με τις δαντέλες τους). Βεβαίως, ήτο καινούργιο το κοσκινάκι του, και πού να το εκρέμαε; Καμμιά φορά, αναρωτιόταν και αυτός - αν ήτανε να ζήσει έτσι, μέσα στις δίπλες τις δικές της την όλη τη ζωή - ή να αλλάζουνε άραγε και οι γυναίκες, να τις βαριέσαι, όλο την ίδια - να σε βαριέται ίσως και αυτή; Μα προς το τώρα, ήτανε παντελώς ξεμυαλισμένος: κι έπρεπε να τ' ομολογήσει πως ήτανε ωραία η μυρωδιά απ΄τις κομμένες και τις αιθεραποσταγμένες τις κενταυρίτσες - τί λουλουδάκι ταπεινό - μα τα δικά της λάδια, τα γαρδενόλαδα! Και η γυναίκα που βάζει λάθος μυρωδιά είναι του παρελθόντος - το μέλλον του το ήθελε να είναι μεθυστικό, να μοιάζει σαν τις νύχτες της Σμύρνης, και το Κορδελιό και το Μπουρνάμπασι, ανάθεμά με - γυρνάγαν κεφαλές όποτε την επήγαινε στο θέατρο της προκυμαίας, και γιατί καλέ μου όχι, αφού είχε στο βάδισμα μιαν αρχοντιά, στο μπράτσο της εκείνον και πάνω στα μαλλιά της τα τριαντάφυλλα! Έτσι, κουκλίτσα μου να σ' έχω - και να σε ξεφλουδίζω να τρώγω το πιο μέσα σου καρπό, να ευωχένομαι - κι οι άλλοι ας κοιτούνε, και φάτε μάτια ψάρια και η κοιλιά περίδρομο! Κι άμα μιλούσε για κοιλιά, τον έπιανε και μια χαρά - ή μια ανησυχία - μήπως άμα θα του 'καμνε το γιο, μήπως τον αποέδιωχνε; Γιατί ακούς και τέτοια, πως γίνονται γυναίκες νευρικές που ήτον ωσάν μαξιλαράκια να τις τινάζεις, και γίνοντο - αν αγαπείς - τιτίζες! Και φέρνανε διάφορο αντιρρήσεις, και τους κακοκαρδεύανε τους άντρες τους - κι εκείνοι, τί να κάμνουν - που ήπρεπε και στο δικό τους το ίδιο το κονάκι να γίνουνται σκυλάκια καναπέ να τους βιτσίζουν και να τους στέλουνε στα μαγερειά, κι απέ στον κήπο έξω - μετά στα καφενεία - και να γυρνούνε να κοιμούνται, σε λέγω - νηστικοί! Α, όχι, αυτό δε θα επιτραπότανε - διότι έχει κι υπομονή τα όριά της - εγώ, σε θέλω στο κρεβάτι το δικό μου - κι ας είναι και ο μήνας σου. Αυτά της έλεγε - και κείνη άλλοτε να του αναστενάζει - και άλλοτε να του γελάζει, μάλιστα στα κατάμουτρα, και να του κάνει χαρές και χάδια - ότι κι αυτή χωρίς εκείνον ποιόν θα είχε να της κρατεί το χέρι και να τη ζεσταίνει μέσα στη νύχτα - και ότι δε θα έφευγε καθόλου, μόνο άμα ότι θα την αηδίαζε να είναι έτσι και να τη βλέπει - και θα την έδιωχνε μονάχος του να πάγει να κοιμάται αλλού, σαν ορφανή - και άλλοτε την έπιαναν τα κλάματα - κι ευρίσκουνταν αυτός να την παρηγοράει, που ήτανε ίσα και ίσα του εκείνος που ήθελε να παρηγορηθεί: έτσι τα γύριζε - γιατί ήτο δαιμόνισσα και κάλτσα του διαβόλου και άλλοτε τον είχε να της μιλάει και σαν πατήρ κι αφέντης και άλλοτε σα να ήτο μπακαλόπαιδο, και αυτή μια νταμιζάνα με κρασί του αμπελώνος. Κι αυτό το άλλο - που τον είχε στα σεντόνια της (για πότε έγινε το σπίτι του δικό της, κι αυτός - ανάθεμά την ώρα μου, εγίνηκα ζητιάνος;), τον είχε στα σεντόνια της και του ΄λεγε το ποίημα της - και του το τραγουδούσε - κι αυτός σα να τα ήξερε τα λόγια, και πότε θ' ανασάνει, πότε θα κοπεί, πότε θα τραγουδήσει - και να την αφουγκράζεται σαν το πουλί το αηδόνι - να μη μπορεί να κάνει ένας άντρας τη δουλειά του, παρά να είναι με το κασκέτο εις το χέρι - και να ζητά όπως ελεηθεί - και όπως να δοθεί ο οβολός του στην όμορφη, και κει να πιάσει τόπο. Αυτό, ετούτο πια! Και όταν την επήγαινε στη Σμύρνη, στο θεωρείο του της Κυριακής απογευματινά - κι ύστερα για να πιούνε ένα γλυκαντικό, ή για να παραγγέλουν τις εντράδες στο Χοτέλ - καμμιά φορά, νοίκιαζε το δωμάτιο να κάμουν τις κατλέγιες και τον έρωτα - του άρεζε σε κείνο το Σεσίλ κι ας είχε πάει με τις παρδαλές - δεν τον επείραζε να παίρνει εκεί και το στεφάνι του - βεβαίως, γιατί όχι; Και με το βέλο στολισμένη και την κάπα της - και δεν την ανεγνώριζε κανένας - κι είχε κι η Κυριακή τη χάρη της - και τώρα, που δεν είχε παρά μιαν επίπεδη κοιλίτσα, τώρα να τη χαρεί, πρωτού τον διώξει σαν το μπακαλόγατο. Γιατί την είχανε αρέζει τα θεάματα - και ο Αρρεβωνιαστικός της Βοσκοπούλας, κι ο Εξηνταβελόνης, κι η Γκόλφω, κι η Γενοβέφα, που την είχε μα άδικα κατηγορήσει ο άντρας της πως είχε ξαπλωθεί με κάποιον άλλον και που την έδιωξε στα δάση και έφερε στον κόσμο ένα γιο - τάχα του άλλου - και πώς που δεν τη σκότωσε ότι την είχε πάρει για το ελάφι - και μετά όλοι είχανε βρεθεί, κρεμάστηκε ο συκοφάντης, πήγανε όλοι οι ζωντανοί μαζί εις την ακρογυαλιά κι αγαπηθήκανε, και της εγύρισε το στέμμα, την ξαναπήρε για βασίλισσα. Έτσι θα σ' έχω και ησένανε, της έλεγε εκείνη την εσπέρα - και είχε βάλει να κοιτάζει το λιμανάκι και τη θάλασσα, είχανε καπαρώσει το δωμάτιο για να την απολαύσει - και δε θα ξαναγύριζε ποτέ του στις σαντέζες - αφού πια είχε ονοματίσει εαυτόν υπήκοό της, κύριο κι υπηρέτη της - ποιός πάγει στα ζυθεστιατόρια, ιδίως άμα σπίτι του έχει καλή μπριζόλα - και δεν τον ένοιαζε η Σμύρνη αν εκαίγουνταν, μόνο ότι την είχε και που ήξερε πώς να την απολαύνει.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013




Το Θέατρο της Σμύρνης, ως ήτο πριν απ΄την καταστροφή - ενδεχομένως την επομένη της μέρας που η Εσθήρ απήλαυσε επί σκηνής να παίζεται η Γενοβέφα της Μπραμπαντίας - κι αργότερα θα είχανε ιδεί από το διπλανό χοτέλ τον κόλπο της Σμύρνης να αντιφέγγει το φεγγαρόφως, ίσως που ήταν Αύγουστος.