Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Baudelaire Charles - Μπωντλαίρ Σὰρλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Baudelaire Charles - Μπωντλαίρ Σὰρλ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Νοεμβρίου 2018

Κάρολου Μπωντλαίρ, «Ταξίδι στα Κύθηρα»


Σαν το πουλί περίχαρη πετούσε και η καρδιά μου
κι ελεύτερη τριγύριζεν ανάμεσα απ' τα ξάρτια.
Κάτου απ' τον ξάστερο ουρανό κυλούσε το καράβι
σα μεθυσμένος άγγελος από λαμπρότατο ήλιο.

Το μαυρονήσι ποιο είν' αυτό το θλιβερό; Μας είπαν:
— Τα Κύθηρα· των τραγουδιών η φημισμένη χώρα,
των γεροντοπαλίκαρων η χιλιοπατημένη
παράδεισο· και μ' όλα αυτά φτωχή του η γη, για κοίτα!

Για τα γλυκά τα μυστικά, για όσες γιορτές γιορτάζει,
νησί, η καρδιά, νά! της αρχαίας το φάντασμα Αφροδίτης
απάνου από τα κύματά σου υπέρκαλο αρμενίζει,
γιομίζοντας τους λογισμούς λαγγέματα και αγάπες.

Ωραίο νησί με τις χλωμές μυρτιές, μυριανθισμένο,
κι απ' όλα τα έθνη δοξαστό στων αιώνων τους αιώνες,
που σ' εσέ φέρνουν οι καρδιές τ' αναστενάσματά τους,
σαν της λατρείας το λιβάνι απάνου από 'να κήπο

ρόδων ή σαν περιστεριού παντοτινό το βόγγο!
Τα Κύθηρα δεν ήταν πια παρά χωράφι χέρσο
και μια ερημιά κακοτοπιά που την αναταράζαν
στριγγιές φωνές. Μα ξάνοιγα παράξενο εκεί κάτι.

Ναοί δεν ήταν που ίσκιωνα τα δεντρολίβανα, όπου
η νέα ιέρεια των ανθών η ερωτεμένη ερχόταν
με το κορμάκι από κρυφές φωτοκαμένο φλόγες,
σε φόρεμα μισανοιγμένο από διαβάτρες αύρες.

Μα νά! Καθώς πλευρώνοντας άκρη-άκρη το ερμονήσι,
ξαφνίζαμε και τα πουλιά με τ' άσπρα τα πανιά μας,
που ήταν είδαμε στητή κρεμάλα από τρεις κλάδους·
ξεχώριζε μαυριδερή σα να ήταν κυπαρίσσι.

Όρνια άγρια στο ταΐνι τους σκαρφαλωμένα απάνου
με λύσσα τρώγανε ώριμο πια κάποιον κρεμασμένο·
και το καθένα φύτευε τη βρωμερή του μύτη,
χώνοντάς τη, σα σύνεργο, παντού μέσ' στη σαπίλα.

Τρύπες τα μάτια του, κι απ' την αδιάντροπη κοιλιά του
βαριά τ' άντερα χύνονταν απάνου στα μηριά του,
κι από γλυκάδες βδελυρές χορτάτοι οι δήμιοί του,
δέρνοντάς τον, ολότελα τον είχαν ευνουχίσει.

Κάτου στα πόδια του αγριμιών ζηλιάρικα κοπάδια,
με μούρες ανασηκωτές, γυρίζαν τριγυρίζαν,
και ζώο πιο μεγαλόκορμο στη μέση τους κουνιούνταν
από τους παραστάτες του τριγυριστός, ο μπόγιας.

Στα Κύθηρα που κάθισες, παιδί ουρανού πανώριου,
αμίλητος υπόμενες βρισιές, χτυπιές, ω φρίκη!
για να πλερώσεις άτιμες λατρείες σου κι αμαρτίες
που σου το απαγορέψανε το μνήμα.
Ω κρεμασμένε

ρεζιλεμένε, οι συφορές σου, οι συφορές σου, και όταν
είδα να ρεύει το κορμί σου, αιστάνθηκα ώς απάνου
στα δόντια μου, σαν εμετός, να μου ξανανεβαίνει
των πόνων του παλιού καιρού το φαρμάκι, ποτάμι.

Μπροστά σ' εσέ, φτωχέ άμοιρε και πόσο αγαπημένε!
όλα τα ράμφη αιστάνθηκα των που τρυπούν κοράκων
και που πονούν, και τα σαγόνια των παρδάλεων όλα
που άλλοτε τόσο ορέγονταν τη σάρκα μου να τρίβουν.

— Ωραίος ήταν ο ουρανός και η θάλασσα καθρέφτης,
για μένα αιματοσπάραχτα μαύρα στο εξής τα πάντα,
και νά! την είχα, αλίμονο! σα σε χοντρό σουδάρι
σ' αυτό το παραμάντεμα θαμμένη την καρδιά μου.

Δεν ηύρα στο νησί σου ορθό, Αφροδίτη, ή μια κρεμάλα,
ένα σημείο, και κρέμοταν η εικόνα μου από κείνη.
Το θάρρος και τη δύναμη, Θεέ μου, ν' αντικρύσω
το σώμα μου και την καρδιά μου δίχως ν' αηδιάσω.

μτφ. Κωστής Παλαμάς

[πηγή: Παγκόσμια Ποιητική Ανθολογία, τ. Α', επιμ. Δημ. Γιάκος & Μαν. Γιαλουράκης, Εκδόσεις Αυλός, Αθήνα 1977, σ. 265-266]
http://photodentro.edu.gr/photodentro/baudelaire5_pidx0049422/

Δευτέρα 31 Αυγούστου 2015

Πριν τη λευκή σελίδα Τα Άνθη του Κακού, Σαρλ Μπωντλαίρ




Πριν τη λευκή σελίδα Τα Άνθη του Κακού, Σαρλ Μπωντλαίρ

Γράφει: Αλέξανδρος Στεργιόπουλος - 21/08/2014 http://www.toperiodiko.gr/

Τι υπάρχει στο «πριν» κάθε συγγραφέα, κάθε ποιητή; Σαν αναγνώστες βρισκόμαστε πάντα στο «μετά», στη στιγμή που «περπατάει» το έργο του κάθε λογοτέχνη. Τη στιγμή που κατεβάζουμε το βιβλίο από το ράφι και το ξεσκονίζουμε, ο δημιουργός «ξεσκονίζει» τις σκέψεις του, τις προσλαμβάνουσες και τα ερεθίσματα που θα οδηγήσουν το χέρι του στο χαρτί για να γράψει κάτι καινούριο. Η διαδικασία ίσως είναι επίπονη και κοπιαστική πνευματικά για τον ίδιο, όμως θέλουμε να συμμετάσχουμε. Το διάβασμα είναι απόλαυση, αλλά τι ήταν αυτό που άναψε τη σπίθα για να πάρει φωτιά η πένα και να «ζωντανέψει» η λευκή σελίδα; Ποια ήταν η αφορμή για να «γεννηθούν» τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Ψάχνουμε, βρίσκουμε και απαντάμε.

Τα αναστημένα άνθη περιμένουν εμάς

Η Ποίηση δεν ζητά τίποτα από τον αναγνώστη. Μόνο μια απαίτηση έχει: Να τη δεχτούμε όπως είναι. Έτσι σκαμμένη, ιδρωμένη, ματωμένη και ολόφωτη, όπως βγαίνει από τη μήτρα-μυαλό του ποιητή. Κάθε άλλη παρέμβαση πλην της ανάγνωσης, συνιστά αλλοίωση, προσβολή, ύβρι. Η ανάγνωση πρέπει να κατευθύνει τη δέσμη φωτός των ματιών πάνω στις λέξεις. Να αποκαλυφθούν τα ατσαλένια, ανάλαφρα φτερά τους και με την αγωνία μας να ανυψωθούν και να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Οι ήχοι των φθόγγων να γίνουν γέφυρα και να ενώσουν τα αναστημένα άνθη της άχρονης και ασύνορης ύπαρξης μας. Αυτό περιμένουν και τα αμάραντα άνθη του σκοτεινού Δανδή Σαρλ Μπωντλαίρ.



Πώς «γεννήθηκαν» Τα Άνθη του Κακού

Ο Μπωντλαίρ ολοκλήρωσε δύο ποιητικές συλλογές. Αυτή που εξετάζουμε κυκλοφόρησε το 1857 και αμέσως καταδικάστηκε, διότι αποτέλεσε προσβολή για τα ήθη της τότε κοινωνίας. Το ίδιο έγινε και με την Μαντάμ Μποβαρύ του Φλωμπέρ.Βέβαια, η νουβέλα του τελευταίου βρήκε δικαίωση, τα «Άνθη» όχι. Εξαφανίστηκαν. Τέσσερα χρόνια αργότερα επανεμφανίστηκαν, αλλά με έξι ποιήματα αποκομμένα. Αρκετά προστέθηκαν. Έξι χρόνια αργότερα, έξι χρόνια έκλυτου βίου, ο ποιητής πέθανε. Στο Παρίσι. Αύγουστος ήτανε.

«Δέκα μόλις μέρες μετά την έκδοση, δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Figaro», 5 Ιουλίου 1857, άρθρο κάποιου Γκυστάβ Μπουρντέν που στηλιτεύει με τρόπο σκαιό την ανηθικότητα της συλλογής: «Είναι στιγμές που αμφιβάλλει κανείς για τη διανοητική κατάσταση του κ. Μπωντλαίρ. Το βρομερό παραγκωνίζει το χυδαίο και ενώνεται με το αισχρό. Ποτέ δεν είδαμε να δαγκώνονται τόσα στήθη σε τόσο λίγες σελίδες. Ένα όργιο από δαίμονες, έμβρυα, γάτες, διαβόλους. Ένα νοσοκομείο για κάθε παραφροσύνη του πνεύματος»» (από το http://ritsamasoura.blogspot.gr/2011/01/blog-post_13.html)

……

«Πράγματι το 1861 κυκλοφορεί η νέα έκδοση του βιβλίου χωρίς τα συγκεκριμένα ποιήματα. Όμως ο Μπωντλαίρ είναι συντετριμμένος. «Στη βλασφημία αντιτάσσω την ανάταση στον ουρανό. Στην αισχρότητα αντιτάσσω πλατωνικά λουλούδια» είχε πει στην απολογία του στο δικαστήριο. Η δίκη στάθηκε για τον ποιητή η αρχή του τέλους.» (ο.π.)



Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν έγραψε γι’ αυτόν: «Τίποτα δεν πλησιάζει περισσότερο το εγχείρημα του αρχαίου ήρωα στην μπωντλερική αίσθηση, πέρα από το να δοθεί μορφή στη νεωτερικότητα». Ο Μπωντλαίρ έδειχνε να συμφωνεί εκ των προτέρων με τον Μπένγιαμιν. Αναρωτιόταν: «Ποιος από μας, στις φιλόδοξες στιγμές του, δεν ονειρεύτηκε μια ποιητική πρόζα, μουσική, χωρίς ρυθμό και χωρίς ρίμα, αρκετά εύπλαστη και τραχιά, ώστε να προσαρμόζεται στις λυρικές παρορμήσεις της ψυχής, τους κυματισμούς της ονειροπόλησης, τους σαρκασμούς της συνείδησης;» Η απορία αυτή καρφώθηκε απευθείας στην αστικοποιημένη αίσθηση της εποχής με τις νέες αποξενώσεις και τους παλιούς της λαβύρινθους. Και συνεχίζει ο Μπωντλαίρ. «Αυτό το στοιχειωμένο ιδανικό γεννήθηκε μακριά από την εξερεύνηση μεγάλων πόλεων, μακριά από τους αναρίθμητους συσχετισμούς».

Τον Φεβρουάριο του 1848, η Ευρώπη συνταράσσεται από την Άνοιξη των Εθνών ή αλλιώς το Έτος της Επανάστασης. Ο Μπωντλαίρ βρίσκεται στα οδοφράγματα κρατώντας ένα κλεμμένο τουφέκι. Κατηγορείται για τον πυροβολισμό του στρατηγού Απικ. Μήνες αργότερα τα βάζει με τους εξεγερμένους και υπερασπίζεται το νέο συντηρητικό καθεστώς! Τότε και στη διάρκεια της μεγάλης ανοικοδόμησης του Παρισιού άρχισαν να σχηματίζονται Τα Άνθη του Κακού.

Τα ποιήματα ανακαλύπτουν εικόνες της εισβολής της μοντέρνας ζωής, αλλά η μορφή τους μένει κλασική. Η παραδοξότητα έχει την εξήγησή της. Για κάθε ριζική αλλαγή στην πόλη, υπήρχαν παλαιότερες κοινωνικές επιταγές που προσπαθούσαν να επιβάλλουν τη δύναμη τους. Τα ποιήματα του Μπωντλαίρ εισέρχονται σε αυτό το δραματικό πλαίσιο με απαράμιλλη μελαγχολική απόγνωση.

Διείσδυση στη δέσμη της φευγαλέας λάμψης

Ο Μπωντλαίρ είχε απαυδήσει με την πολιτική. Έτσι, οδηγήθηκε στην απόρριψη της πραγματικότητας. Συνέταξε, λοιπόν, ένα βασανιστικό δικό του κόσμο. Εμπνευσμένο από τα ναρκωτικά, την εξωτική ομορφιά της Μεσογείου και την αναζήτηση της αγάπης. Επηρεάστηκε έντονα, όχι μόνο από τις εμπειρίες του στη Μεσόγειο, αλλά και από τον Έντγκαρ Άλλαν Πόε, τα γραπτά του οποίου μετέφραζε. Γοητευόταν από την επίκληση του Πόε στην σκοτεινή πλευρά της φαντασίας. Παράλληλα, του ασκούσε έλξη η μοχθηρή γοητεία των έργων τωνΝτελακρουά και Μονέ. Όπως και η μουσική του Βάγκνερ. Οι επιρροές αυτές έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη σύνθεση της πασίγνωστης, πια, συλλογής του. Σε αυτήν αντιπαραθέτει τα αρνητικά θέματα της εξορίας, της αποσύνθεσης και του θανάτου με ένα ιδανικό σύμπαν ευτυχίας.

Ο Μπωντλαίρ είναι παρακμιακός στη δημιουργία, αλλά κλασικός στη στιχουργία. Η δομή σφιχτοδεμένη. Τα περισσότερα ποιήματα απλώνονται σε τετράστιχα. Ο ρυθμός είναι σταθερός. Στιβαρός. Αυτό που τον κάνει ξεχωριστό είναι η διείσδυση στη δέσμη της φευγαλέας λάμψης που ραγίζει την ψυχή από μέσα. Την κάνει εύθραυστη.

[…]

Θεριό πιο βρόμικο, κακό, την ασκήμια να δείξει!

Κι αν δε σαλεύει κι ούτε ακούει κανένας το ουρλιαχτό του,

όλη τη γης θα ρήμαζε, και στο χασμουρητό του

θα ’θελε να κατάπινε τον κόσμο˙ αυτό ΄ναι η Πλήξη,

Με αλληγορικό, συμβολικό λόγο αποκαλύπτει τη μοναχική, βασανισμένη περσόνα του Ποιητή στοΆλμπατρος. Γι’ αυτόν, η Σκέψη είναι μεταφραστής της γλώσσας των βουβών πραγμάτων, των ανθών. Η τρέλα οδηγεί στην Ανάταση. Η ρευστότητα της ύλης τον απασχολεί. Παραθέτει πεζολογική παραβολή για την αρετή της ταπεινότητας. Πειθαρχημένος στη φόρμα, όμως οι λέξεις αποκτούν το βάρος της πυρωμένης σκέψης του. Στο ποίημα Σισίνα φιλοτεχνεί πάνω στο μουσικό ποτάμι των λέξεων ένα μοναδικό πορτραίτο. Ο Μπωντλαίρ είναι εικονοποιός και σχηματίζει ξεκάθαρα την Αγωνία. Αυτή που μας κρατά ζωντανούς.

Το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό

Ο ίδιος είχε ξεκαθαρίσει την πρόθεση του λέγοντας:

Ένδοξοι ποιητές έχουν ήδη καταλάβει, εδώ και καιρό, τους πιο ανθηρούς τρόπους της Ποίησης. Από την πλευρά μου, θεώρησα ότι θα ήταν ευάρεστο –και μάλιστα, όσο πιο δύσκολο, τόσο πιο ευχάριστο- να συλλέξω το Ωραίο που ενυπάρχει στο Κακό. Το βιβλίο αυτό, κατά βάσιν άχρηστο και απολύτως αθώο, γράφτηκε αποκλειστικά και μόνο για να με διασκεδάσει και να ασκήσει το πάθος μου για τους σκοπέλους.

Αν θέλουμε να συνοψίσουμε τι εστί Μπωντλαίρ και Άνθη του Κακού τα λόγια του Γκυστάβ Φλωμπέρπρος αυτόν είναι η καλύτερη κατακλείδα:

Αγαπητέ μου φίλε. Διάβασα πρώτη φορά μονορούφι τα Άνθη του Κακού, καταβροχθίζοντάς τα, όπως η μαγείρισσα τα ρομάντσα του σωρού, κι είναι τώρα οκτώ μέρες που τα ξαναδιαβάζω, στίχο στίχο, λέξη λέξη. Ναι, μου αρέσουν πολύ. Και με μαγεύουν. Είσθε σκληρός σαν μάρμαρο και διαπεραστικός σαν την εγγλέζικη ομίχλη.

Ακολουθεί απόσπασμα από το «Σε κάποια πολύ πρόσχαρη», ένα εκ των απαγορευμένων ποιημάτων της συλλογής. (Μετάφραση Ερρίκος Σοφράς, εκδόσεις Μεταίχμιο)

Κάποια νυχτιά πώς θα “θελα να έρθω,
Οταν της ηδονής ηχήσει η ώρα,
Στ” ασύγκριτα του σώματός σου δώρα
Αθόρυβα, σαν το δειλό, ν” ανέβω,

Το χαρωπό κορμί να τιμωρήσω,
Το στήθος σου να κάνω να πονέσει,
Και ξάφνου, στην ανύποπτή σου μέση,
Βαθιά λαβωματιά να σου ανοίξω,

Τι ζάλη ηδονική, μέθη δική μου!
Και μες σε τούτο το καινούριο στόμα,
Το πιο όμορφο και δροσερό απ” όλα,
Θα χύσω το φαρμάκι μου, αδερφή μου!

Πηγές

-Μπωντλαίρ, Τα άνθη του κακού, μτφρ. Γιώργης Σημηριώτης, εκδ. γράμματα

-nytimes, book review

Παρασκευή 29 Αυγούστου 2014

Μεθύστε, Μέθα Charles Baudelaire Σὰρλ Μπωντλαίρ (9 Απριλίου 1821-31/08/1867)



Μέθα

Ἂν κάποτε στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, στὸ πράσινο γρασίδι
μιᾶς τάφρου, στὴ μουντὴ μοναξιὰ τοῦ δωματίου σου,
ξυπνήσεις ξεμέθυστος πιά, ῥώτα τὸν ἄνεμο, ῥώτα τὸ κύμα,
τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, κάθε τι ποὺ φεύγει,
κάθε τι ποὺ στενάζει, κάθε τι ποὺ κυλάει, ποὺ τραγουδάει,
ποὺ μιλάει· ῥώτα τί ὥρα εἶναι;
Κι ὁ ἄνεμος, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ῥολόι, 
θὰ σοῦ ἀπαντήσουν: Εἶναι ἡ ὥρα τῆς μέθης!
Γιὰ νὰ γίνεις ὁ μαρτυρικὸς σκλάβος τοῦ χρόνου,
μέθα· μέθα ἀδιάκοπα!
Ἀλλὰ μὲ τί; Μὲ ῥακή, μὲ κρασί, μὲ ποίηση, μὲ ἀρετή...
-Μὲ ὅ,τι θέλεις, ἀλλὰ μέθα!...

Μεθύστε

Πρέπει νά ῾σαι πάντα μεθυσμένος. 
Ἐκεῖ εἶναι ὅλη ἡ ἱστορία: εἶναι τὸ μοναδικὸ πρόβλημα. 
Γιὰ νὰ μὴ νιώθετε τὸ φριχτὸ φορτίο τοῦ Χρόνου 
ποὺ σπάζει τοὺς ὤμους σας καὶ σᾶς γέρνει στὴ γῆ, 
πρέπει νὰ μεθᾶτε ἀδιάκοπα. Ἀλλὰ μὲ τί; 
Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει. 
Ἀλλὰ μεθύστε.

Καὶ ἂν μερικὲς φορές, στὰ σκαλιὰ ἑνὸς παλατιοῦ, 
στὸ πράσινο χορτάρι ἑνὸς χαντακιοῦ, 
μέσα στὴ σκυθρωπὴ μοναξιὰ τῆς κάμαράς σας, 
ξυπνᾶτε, μὲ τὸ μεθύσι κιόλα ἐλαττωμένο ἢ χαμένο, 
ρωτῆστε τὸν ἀέρα, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, 
τὸ κάθε τι ποὺ φεύγει, τὸ κάθε τι ποὺ βογκᾶ, 
τὸ κάθε τι ποὺ κυλᾶ, τὸ κάθε τι ποὺ τραγουδᾶ, 
ρωτῆστε τί ὥρα εἶναι, 
καὶ ὁ ἀέρας, τὸ κύμα, τὸ ἄστρο, τὸ πουλί, τὸ ρολόι, 
θὰ σᾶς ἀπαντήσουν:

-Εἶναι ἡ ὥρα νὰ μεθύσετε!

Γιὰ νὰ μὴν εἴσαστε οἱ βασανισμένοι σκλάβοι τοῦ Χρόνου, 
μεθύστε, μεθύστε χωρὶς διακοπή!

Μὲ κρασί, μὲ ποίηση ἢ μὲ ἀρετή, ὅπως σᾶς ἀρέσει.








http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/charles_baudelaire_poems.htm

Πίνακας
Η μέθη του Νώε Μιχαήλ Άγγελος - Βικιπαίδειαel.wikipedia.org539 × 340

Δευτέρα 14 Απριλίου 2014

Σὰρλ Μπωντλαίρ Charles Baudelaire (1821-67): Γάλλος ποιητὴς καὶ αἰσθητικός




Σὰρλ Μπωντλαίρ - Ποιήματα



Charles Baudelaire (1821-67): Γάλλος ποιητὴς καὶ αἰσθητικός



Ὕμνος

Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου
ποῦ φῶς γεμίζει μου τὴ καρδιά,
στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,
ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!

Δρυσοξεχύνεται μέσ᾿ στὴ ζωή μου
σὰν ἕνα ἀγέρι θαλασσινὸ
καὶ τὴν ἀχόρταγη φέρνει ψυχή μου,
σ᾿ ἀθανασίας πόθο τρανό.

Σὰ μυροφόρι πάντα σκορπίζει
στὴν ἀτμόσφαιρα γλυκιὰ εὐωδιά,
σὰ θυμιατήρι κρυφὰ καπνίζει
λησμονημένο μέσ᾿ στὴ νυχτιά.

Ἔρωτα ἀμόλυντε πῶς νὰ σοῦ γράψει 
ὁ νοῦς τὶς χαρές της ἀληθινά;
Σπόρος τοῦ μόσχου ῾ναι ποὺ ῾χουνε θάψει
μέσα στοῦ τάφου μου τὴ σκοτεινιά.

Στὴ πολυαγάπητη, στὴ πιὸ ὄμορφή μου
πού ῾ναι ἡ χαρά μου κι ὅλη μου ἡ ὑγειά,
στὸ ἀθάνατο εἴδωλο, στὸ σεραφείμ μου,
ἕνα μου «χαῖρε» παντοτινά!

Τὸ δηλητήριο

Τὸ κρασὶ ντύνει καὶ τὴ πιὸ ἄθλια τρώγλη
μὲ λαμπρὴ πολυτέλεια,
τὴ μεταμορφώνει σὲ χρυσὸ παλάτι
μὲ τὶς χρυσές, τὶς πορφυρὲς λάμψεις του
ποὺ μοιάζουν ἥλιο ποὺ δύει στὴν ὁμίχλη.

Τὸ ὄπιο μεταμορφώνει τὸ ἀπέραντο
μεγαλώνει τὸ ἀέναο 
μακραίνει τὸν καιρό,
ἐπιμηκύνει τὸν καιρό, 
βαθαίνει τὴ λαγνεία
καὶ τὶς σκοτεινές,
τὶς ἐρεβώδεις ἡδονὲς
ὁδηγεῖ τὴ ψυχὴ πέρα ἀπ᾿ τὰ σύνορα.

Ὅμως ὅλα τοῦτα εἶναι χλωμὰ
μπροστὰ στὸ δηλητήριο ποὺ κυλᾶ
ἀπὸ τὰ μάτια σου -τὰ πράσινά σου μάτια λίμνες
καὶ μέσα τους ριγεῖ ἡ ψυχή μου καὶ ταράζεται
οἱ σκέψεις μου ὀρυμαγδὸς κι ὑψώνονται 
πάνω ἀπὸ τὶς πικρὲς ἀβύσσους.

Ὅμως ὅλα τοῦτα εἶναι χλωμὰ
μπροστὰ στὸ θαῦμα τὸ ὑπέροχο
τοῦ σάλιου σου ποὺ μὲ σπαράζει
ποὺ ρίχνει στὴ λήθη τὴ ψυχή μου 
στὸν ἴλιγγο τὴν παρασύρει δίχως τύψεις
κι ἄπνοη τήνε σέρνει
στὴν ὄχθη τοῦ θανάτου...

Ὁ βρυκόλακας

Καθὼς οἱ δαίμονες μὲ τ᾿ ἄγριο μάτι,
θὰ σοῦ ξανάρθω σιγὰ στὸ κρεβάτι
καὶ θὰ γλυστρήσω κοντά σου ἀχνός,
σὰν τὰ φαντάσματα τῆς νυκτός.

Ξανὰ θὰ σοῦ δώσω μελαχροινή μου
σὰν τὸ φεγγάρι ψυχρὸ τὸ φιλί μου
καὶ χάδια τέτοια σὰν τοῦ φιδιοῦ
ποὺ σέρνεται πλάι σὲ τάφο νεκροῦ.

Καὶ μόλις φέξει ἡ αὐγὴ πελιδνὴ
τὴ θέση μου θὰ ῾βρεις ἐκεῖ ἀδειανὴ
καὶ κρύα ὡς ποὺ νὰ ῾ρθει πάλι τὸ βράδυ.

Ὅπως οἱ ἄλλοι μ᾿ ἀγκαλιὲς καὶ χάδι...
στὴ νιότη σου καὶ στὴ ζωή σου ἐδῶ
θὰ βασιλέψω μὲ τὴ φρίκη ἐγώ.

Ὁ θάνατος τῶν ἐραστῶν

Κρεβάτια θὰ ῾χουμε ἄνθινα γεμάτα αἰθέρια μύρα·
ντιβάνια ὁλοβελούδινα σὰ μνήματα βαθιά·
στὶς ἐταζέρες λούλουδα παράξενα τριγύρα,
ποὺ ἀνοίξανε μόνο γιὰ μᾶς σὲ μέρη μαγικά.

Καὶ ποιὰ τὴν ἄλλη νὰ ὑπερβεῖ στὴν ὕστατη φωτιά τους,
οἱ δυὸ καρδιές μας -σὰ τρανὲς λαμπάδες δυό- μαζί
θὰ διπλοκαθρεφτίσουνε τὸ διπλοφώτισμά τους
στὰ πνεύματά μας ποὺ ῾ναι δυὸ καθρέπτες ἀδερφοί.

Καὶ μία βραδιὰ ὁλογάλανη, ρόδινη, μυστικὴ
θὲ ν᾿ ἀνταλάξουμε ἄξαφνα τὴν ἴδια ἀναλαμπή,
σὰν ἕνα μακροθρήνημα ποὺ φέρνει ὁ χωρισμός·

κι ἀργότερα ἕνας Ἄγγελος θά ῾ρθει φῶς νὰ χύσει,
-τὶς πόρτες μισανοίγοντας πιστὸς καὶ χαρωπός-, 
στοὺς δυὸ καθρέπτες τοὺς θαμπούς, 
στὶς φλόγες ποὺ ῾χαν σβήσει.

Ἡ ψυχικὴ αὐγή

Ὅταν τὸ φῶς της ρίχνει ἡ αὐγὴ τὸ λευκορροδισμένο
στοὺς γλεντοκήπους καὶ γροικοῦν σὰν τύψη τὸ Ἰδεῶδες,
κάτι τὸ ἐκδικητικὸ καὶ τὸ μυστηριῶδες,
ἕν᾿ ἄγγελο στὸ κτῆνος τους, ξυπνᾷ, τὸ ναρκωμένο.

Τῶν ψυχικῶν τότε οὐρανῶν τ᾿ ἄφθαστο γαλανό,
γιὰ κεῖνον ποὺ ρεμβάζει ὠχρὸς καὶ ποὺ ὑποφέρει ἀκόμα,
ἀνοίγεται καὶ τὸν τραβᾷ καθὼς βαράθρου στόμα.
Ἔτσι, γλυκιὰ Θεά μου, ἁγνὸ Πλάσμα καὶ φωτεινό,

στὰ καπνισμένα ἐρείπια τῶν ἠλιθίων γλεντιῶν,
πιὸ φωτεινή, πιὸ ρόδινη, πιὸ ὡραία ἡ θυμησή σου,
ἀδιάκοπα στὰ ἐκστατικὰ μάτια μου φτερουγίζει.

Ὁ ἥλιος ἐσκοτείνιασε τὴ φλόγα τῶν κεριῶν·
ἔτσι νικήτρα πάντοτε, μοιάζει ἡ σκιὰ ἡ δική σου
μὲ τὸν ἀθάνατο ἥλιον, ὦ ψυχή, ποὺ φῶς σκορπίζει!

Τὸ παλιὸ μπουκαλάκι

Σὰ σεντούκι ἀνοίξεις παλιό, ἀπ᾿ τὴν Ἀνατολὴ φερμένο 
ποὺ ἡ κλειδαριά του μορφάζει, τρίζοντας φρικτὰ 
κι ἀπ᾿ αὐτὸ ξεχυθοῦν, μύρια ἀρώματα βαριὰ ποὺ ζαλίζουν

ἢ σὲ σπιτιοῦ ἐρημωμένου ντουλάπα παμπάλαιη
Σκονισμένο καὶ μαῦρο ξεβιδώσεις μπουκαλάκι
κι ἀπ᾿ αὐτὸ ἀναπηδήσει μία ψυχὴ μὲ λαχτάρα νὰ ἐπιστρέψει

Χίλιες σκέψεις ποὺ κοιμόνταν στὰ βαριὰ τὰ ἐρέβη, ἐπιστρέφουν 
-χρυσαλίδες ποὺ ἀστράφτουν, μὲ ὁρμὴ 
τὰ γαλάζια καὶ ρὸζ σὰ μὲ γλάσο φτιαγμένα 
φτερὰ τοὺς τινάζουν

ζαλισμένος τὰ μάτια σου κλείνεις 
τὴ ψυχή σου ὁ ἴλιγγος νικημένη ἀδράχνει 
μὲ ὁρμὴ τὴ σκουντᾶ σὲ βάραθρο μαῦρο 
σκοτεινό, ἀπὸ ἀνθρώπινα μιάσματα γεμάτο

Στὴν ἄκρη τοῦ γκρεμοῦ τήνε σπρώχνει 
κεῖ ὅπου ὁ Λάζαρος ζέων, τὸ σάβανό του 
μὲ δύναμη σκίζει καὶ τὸ πτῶμα ξυπνᾶ
γοητευτικὸ μὰ καὶ πένθιμο, μιᾶς ἀγάπης παλιᾶς ξεχασμένης

Κι ἐγὼ ἔτσι, ὅταν θὰ ῾χω ἀπ᾿ τὴ μνήμη τῶν γύρω χαθεῖ 
καὶ θὰ μ᾿ ἔχουν πετάξει ραγισμένο, εὐτελὲς μπουκαλάκι
στὴ γωνιὰ μιᾶς ἀπαίσιας ντουλάπας λυπημένο καὶ βρώμικο
θολό, σκονισμένο

Τὸ φέρετρό σου θὰ ῾χω γίνει ἀγαπημένη μου ἀνομία,
μάρτυς ολεθριας δύναμης ποὺ πάνω μου, κάποτε ἀσκοῦσες 
προσφιλὲς δηλητήριο ἀπὸ ἀγγέλους φτιαγμένο 
ἡδύποτο ποὺ μοῦ κατέτρωγε τὴ καρδιὰ καὶ τὸ αἷμα.

Βραδινὴ ἁρμονία

Νάτοι, ξανάρθαν οἱ καιροὶ ποὺ στὸ κλαδὶ ἀνοιγμένο,
τ᾿ ἄνθος τρεμίζει, ἀχνοβολᾷ σὰ θυμιατήρι·
τὰ μύρα κι οἱ ἦχοι, ποὺ ἡ πνοὴ τοῦ ἀπόβραδου ἔχει σπείρει,
κυλᾶν σὲ βὰλς μελάγχολο, τρελὸ καὶ λαγγεμμένο!

Τ᾿ ἄνθος τρεμίζει, ἀχνοβολᾷ σὰ θυμιατήρι·
καὶ τὸ βιολί, σὰ μιὰ καρδιὰ ποὺ θλίβουν, δονησμένο,
ξεσπᾶ σὲ βὰλς μελάγχολο, τρελὸ καὶ λαγγεμμένο!
κι ὥρια ἔχει θλίψη ὁ οὐρανὸς σὰ μέγα θυσιαστήρι.

Ξεσπάει τὸ βιολὶ ὡς καρδιὰ ποὺ θλίβουν, δονισμένα
καρδιὰ ὅλο ἀγάπη ποὺ μισεῖ τὸ μαῦρο κοιμητήρι!
ὥρια ἔχει θλίψη ὁ οὐρανὸς σὰ μέγα θυσιαστήρι
κι ὁ ἥλιος μὲς τὸ αἷμα του, πνίγηκε, τὸ πηγμένο...

Καρδιὰ ὅλο ἀγάπη ποὺ μισεῖ τὸ μαῦρο κοιμητήρι,
ζεῖ μόνο ἀπ᾿ τὸ παρελθόν, ρημάδι φωτισμένο·
ὁ ἥλιος μὲς τὸ αἷμα του, πνίγηκε, τὸ πηγμένο ...
Μέσα μου ὡς ἅγιο, ἡ μνήμη σου, λάμπει δισκοποτήρι!

Spleen

Εἶμαι σὰν ἕνας βασιλιὰς σὲ βροχερὸ ἕνα μέρος,
πλούσιος μὰ χωρὶς δύναμη, νιὸς κι ὅμως πολὺ γέρος,
ποῦ στοὺς σοφούς του ἀδιάφορος ποὺ σκύφτουνε μπροστά του,
πλήττει μὲ τὰ γεράκια του, τ᾿ ἄλογα, τὰ σκυλιά του.
Κυνήγι, ζῶα, τίποτα πιὰ αὐτὸν δὲν τὸν φαιδρύνει,
οὔτε ὁ λαός του ποὺ μπροστὰ στ᾿ ἀνάκτορα τοῦ φθίνει.

Μὰ καὶ τ᾿ ἀστεῖα ποὺ ὁ τρελὸς παλιάτσος κάνει ἐμπρός του,
δὲ διώχνουν τὴ βαρυθυμιὰ τ᾿ ἄκαρδου αὐτοῦ ἀρρώστου·
τάφο τὴ κλίνη τοῦ θαρρεῖ, ποὺ ῾χει κρινένιαν ἅρμα
κι οἱ αὐλικὲς ποὺ βασιλιὰ σὰν δοῦν τὸν βρίσκουν χάρμα,
δὲν ξέρουν πιὰ μὲ τί ἄσεμνες στολὲς νὰ φιγουράρουν,
ἴσως ἀπ᾿ τὸ κουφάρι αὐτό, χαμόγελο ἕνα πάρουν.

Κι ὁ ἀλχημιστὴς ὅπου μπορεῖ χρυσάφι νὰ τοῦ κάνει,
δὲ μπόρεσε ἀπὸ μέσα του τὸ μαρασμὸ νὰ βγάνει,
κι οὔτε μὲς στὰ αἱμάτινα ρωμαϊκὰ λουτρά,
ποῦ τὰ θυμοῦνται οἱ ἄρχοντες πάνω στὰ γηρατειά,
δὲ μπόρεσε τὸ πτῶμα αὐτὸ τὸ ἠλίθιο ν᾿ ἀναστήσει,
ποῦ ἀντὶς γιὰ αἷμα μέσα του, τῆς Λήθης τρέχει ἡ βρύση.

Στὸν ἀναγνώστη

Ἡ ἀνοησία, τ᾿ ἁμάρτημα, ἡ ἀπληστία κι ἡ πλάνη 
κυριεύουνε τὴ σκέψη μας καὶ φθείρουν τὸ κορμί μας, 
κι εὐχάριστα τὶς τύψεις μας θρέφουμε στὴν ψυχή μας, 
καθὼς ποὺ θρέφουν πάνω τους τὶς ψεῖρες οἱ ζητιάνοι.

Στὰ μετανιώματα ἄναντροι κι ἁμαρτωλοὶ ὡς τὴν ἄκρια, 
ζητᾶμε πληρωμὴ ἀκριβὴ γιὰ κάθε μυστικό μας 
καὶ ξαναμπαίνουμε εὔκολα στὸ βοῦρκο τὸν παλιό μας, 
θαρρώντας πὼς ξεπλένεται μὲ τὰ δειλά μας δάκρυα.

Πάνω ἀπ᾿ τὸ προσκεφάλι μας ὁ Σατανᾶς γερμένος 
πάντα στὰ μάγια τοῦ κακοῦ τὸ νοῦ μας νανουρίζει, 
τὴ πιὸ ἀτσαλένια θέληση μεμιᾶς τὴν ἐξατμίζει, 
αὐτὸς ὁ Μέγας χημικός, ὁ Τετραπερασμένος.

Ὁ Διάολος, τὸ νῆμα αὐτὸς κρατᾶ ποὺ μᾶς κουνᾶ! 
Τὰ πράματα τὰ βρωμερὰ πιότερο τ᾿ ἀγαπᾶμε, 
κι ὅλο καὶ πρὸς τὴ Κόλαση κάθε στιγμὴ τραβᾶμε, 
μὲ δίχως φρίκη, ἀνάμεσα στὸ σκότος ποὺ βρωμᾶ.

Σὰν τὸ φτωχὸ ξεφαντωτὴ ποὺ πιπιλᾶ μὲ ζάλη 
μιᾶς παλιᾶς πόρνης ἀγκαλιὰ πολιομαρτυρισμένη, 
κλεφτάτα ἁρπάζουμε κι ἐμεῖς καμιὰ ἡδονὴ θλιμμένη, 
ποὺ τήνε ξεζουμίζουμε σὰ σάπιο πορτοκάλι.

Σὰν ἕνα ἑκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας, 
μὲς στὸ μυαλό μας κραιπαλοῦν τοῦ Δαίμονα τὰ πλήθη, 
κι ὅταν ἀνάσα παίρνουμε, ὁ Θάνατος στὰ στήθη 
σὰν ἄϋλος ποταμὸς κυλᾶ, σιωπηλὰ θρηνώντας.

Ἂν τὸ φαρμάκι κι ἡ φωτιὰ κι ἡ βιὰ καὶ τὸ μαχαίρι 
δὲν ἔχουνε τὰ φανταχτὰ κεντίδια ἀκόμα κάνει 
στὸ πρόστυχο τῆς μοίρας μας ἄθλιο καραβοπάνι, 
εἶναι ποὺ λείπει ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ τὸ θάρρος κι ἀπ᾿ τὸ χέρι.

Μὰ μὲς στὶς σκύλες, τοὺς σκορπιούς, τὰ φίδια, τὰ τσακάλια, 
τοὺς πάνθηρες, τοὺς πίθηκους, τοὺς γύπες, τὰ θηρία 
ποὺ γρούζουν, σέρνουνται, ἀλυχτοῦν κι οὐρλιάζουν μὲ μανία 
μέσ᾿ στῶν παθῶν μας τὸ κλουβί, προβαίνει ἀγάλια,
θεριὸ πιὸ βρώμικο, κακό, τὴν ἀσκημιὰ νὰ δείξει!

Κι ἂ δὲ σαλεύει κι οὔτε ἀκούει κανένας τὸ οὐρλιαχτό του, 
ὅλη γῆς θὰ ρήμαζε, καὶ στὸ χασμουρητό του 
θὰ ῾θελε νὰ κατάπινε τὸν κόσμο -αὐτὸ ῾ναι ἡ πλήξη!- 
πού, μ᾿ ἕνα δάκρυ ἀθέλητο στὰ μάτια τῆς κοιτάζεις, 
καθὼς καπνίζει τὸν οὐκᾶ, κρεμάλες νὰ στυλώνει.

Καὶ ξέρεις, ἀναγνώστη, αὐτὸ τὸ τέρας πῶς δαγκώνει! 
Ὦ ἀναγνώστη ὑποκριτή, ἀδέρφι ποὺ μοῦ μοιάζεις!

Albatross

Πολλὲς φορὲς οἱ ναυτικοί, τὴν ὥρα νὰ περνᾶνε,
πιάνουν τοὺς ἄλμπατρους -πουλιὰ τῆς θάλασσας τρανά-
ποὺ ράθυμα, σὰ σύντροφοι τοῦ ταξιδιοῦ, ἀκλουθᾶνε
τὸ πλοῖο ποὺ μὲς στὰ βάραθρα γλυστράει, τὰ πικρά.

Μὰ μόλις σκλαβωμένα κεῖ στὴ κουπαστὴ τὰ δέσουν,
οἱ βασιλιάδες τ᾿ οὐρανοῦ, σκυφτοὶ κι ἄχαροι πιά,
τ᾿ ἄσπρα μεγάλα τους φτερὰ τ᾿ ἀφήνουνε νὰ πέσουν,
καὶ στὰ πλευρά τους θλιβερὰ νὰ σέρνουνται κουπιά.

Αὐτοὶ ποὺ ῾ν᾿ τόσον ὄμορφοι, τὰ σύννεφα σὰ σκίζουν,
πὼς εἶναι τώρα κωμικοὶ κι ἄσκημοι καὶ δειλοί!
Ἄλλοι μὲ πίπες ἀναφτὲς τὰ ράμφη τους κεντρίζουν,
κι ἄλλοι, γιὰ νὰ τοὺς μιμηθοῦν, πηδᾶνε σὰ κουτσοί.

Μ᾿ αὐτοὺς τοὺς νεφοπρίγκηπες κι ὁ Ποιητὴς πὼς μοιάζει!
δὲ σκιάζεται τὶς σαϊτιές, τὶς θύελλες ἀψηφᾶ·
μὰ ξένος μὲς στὸν κόσμο αὐτὸ ποὺ γύρω του χουγιάζει,
σκοντάφτει ἀπ᾿ τὰ γιγάντιά του φτερὰ σὰ περπατᾶ.

Συνομιλία

Εἶσαι ὄμορφη σὰ ρόδινο τοῦ φθινοπώρου δείλι!
μὰ ἡ λύπη ὡς κύμα μέσα μου φουσκώνει σκοτεινό,
κι ἀφήνει ὅταν πισωδρομᾶ στὰ ράθυμά μου χείλη,
τῆς θύμησης τῆς πιὸ πικρῆς τὸν κατασταλαγμό.

Μάταια γλυστρᾷ τὸ χέρι σου στοῦ στήθους μου τὰ ψύχη·
καλή μου, κεῖνο ποὺ ζητᾶ ρημάδι ἐγίνη πιά,
ἀπ᾿ τῆς γυναίκας τ᾿ ἄγριο τὸ δόντι καὶ τὸ νύχι.
Μὴ τὴ καρδιά μου πιὰ ζητᾶς, τὴ φάγανε θεριά.

Εἶν᾿ ἡ καρδιά μου ἀνάκτορο, ἀπ᾿ ὄχλους ρημαγμένο·
μεθοῦν ἐκεῖ, σκοτώνονται, τραβιοῦνται ἀπ᾿ τὰ μαλλιά!
Μ᾿ ἀπὸ τὸ στῆθος σου ἄρωμα βγαίνει, τὸ γυμνωμένο!...

Ὢ τῶν ψυχῶν κακιὰ πληγή! Τὸ θὲς κι ἐσὺ Ὀμορφιά!
Μὲ τὰ λαμπρά, τὰ φλογερά σου μάτια ὡς φωταψία,
κάψε καὶ τὰ ρημάδια αὐτὰ π᾿ ἀφῆσαν τὰ θηρία!

Semper Eadem

-«Ποῦθ᾿ ἡ ἀλλώτικη», ἔλεγες, «ἡ θλίψη αὐτὴ σὲ πιάνει,
ποὺ λούζει σὰ τὴ θάλασσα τὸ βράχο τὸ γυμνό»;
Ἅμα ἡ καρδιά μας μιὰ φορὰ τὸ τρύγημά της κάνει,
καὶ ζεῖ κανεὶς εἶν᾿ ἄσκημο! τὸ ξέρουν ὅλοι αὐτό·

εἶν᾿ ἕνας πόνος ξάστερος, δὲν εἶναι κρύφιος! ἔλα!
σὰ τὴ δική σου τὴ χαρά, φαίνεται στὴ στιγμή.
Πάψε λοιπὸν νὰ μὲ ρωτᾶς, περίεργη κοπέλα,
κι ἂν κι ἡ φωνή σου εἶναι γλυκιά, σώπα, ὡραία μου σύ.

Σώπαινε, ἀνίδεη ψυχή, μ᾿ ὅλα ξετρελαμένη!
στόμα μὲ γέλιο παιδικό! Οἱ ἄνθρωποι εἶναι δεμένοι
πιότερο μὲ τὸ Θάνατο παρὰ μὲ τὴ Ζωή.

Ἄστη καρδιά μου, ἄστηνα στὸ ψέμα νὰ μεθύσει!
στοῦ ὥριου ματιοῦ σου τ᾿ ὄνειρο τ᾿ ὡραῖο ν᾿ ἀρμενίσει,
καὶ στῶν βλεφάρων σου τὴ σκιὰ πολὺ νὰ κοιμηθεῖ!
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/poetry/charles_baudelaire_poems.htm

φωτογραφία του Nadar.
O Μπωντλαίρ πηγή 
https://el.wikipedia.org/wiki/