Πέμπτη 20 Απριλίου 2017

Τάσος Λεβαδίτης - Από την ποιητική συλλογή " Οι τελευταίοι''





Ετούτη τη φορά, καθώς η μάχη θα καθόριζε για πάντα τη ζωή μας, προσπαθήσαμε να τα προβλέψουμε όλα-
στρατηγική και ταχτική, τις εφεδρείες, τις πιθανές κινήσεις του εχθρού,
τη διαμόρφωση του εδάφους, ακόμα και τις καιρικές συνθήκες,
όλα προσεκτικά μελετημένα και, σχεδόν, ευνοϊκά.
Κι όμως ηττηθήκαμε! Τι έφταιξε; Τι μας διέφυγε; Πού ήταν το λάθος;

Προσβολές που κάναμε τάχα πως δεν τις καταλάβαμε
μεγάλες αποφάσεις τη νύχτα, που τις έθαψε σε λίγο ο ύπνος, ένας τυφλός εγωισμός
όταν χρειάζονταν λίγη κατανόηση ή μια ηλίθια συγχώρεση
όταν έπρεπε να τους πιάσεις απ' τον λαιμό. 

Μεγάλα λόγια που φωνάξαμε στους δρόμους
μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτό μας- χιλιάδες ήττες μέσα μας, αναίμαχτες, αόριστες, ασήμαντες,
σαν ένα κοπάδι ποντίκια που ροκανίζουν χρόνια στο υπόγειο
γκρεμίζοντας, άξαφνα, την πρόσοψη ενός σπιτιού
που μέχρι χτες υψώνονταν γεμάτο δύναμη και φώτα και όνειρα και χορούς-
κι ανεξόφλητα χρέη.
«Στέφανος»
Από την ποιητική συλλογή του Τάσου Λειβαδίτη
"Οι τελευταίοι"
(1966).

Τάσος Λειβαδίτης
(1922-1988)

Τάσος Λειβαδίτης, από τη συλλογή Οι Τελευταίοι (απόσπασμα)
μιλάει ο Στέφανος:

Αλήθεια, αν μπει κανείς, ξαφνικά, στο δωμάτιο θα μας
περάσει για θεατρίνους- η Κλυταιμνήστρα, ο Πυλάδης..
Εξάλλου μια σειρά από μάσκες κρέμονται στον τοίχο,που τις χρησιμοποιήσαμε μάσκες άλλοτε για ν' αρέσουμε ή να ωφεληθούμε
κι άλλοτε μονάχα από συνήθεια ή σαν την αυτόματη κίνηση
που κάνει κανείς
για να σωθείς από΄ να κίνδυνο-η μάσκα του ανδρείου,
του κυνικού, του αλαζόνα ή του σεμνού…

Όμως οι μάσκες κάποτε θα τελειώσουν, σαν τα τραγούδια και τις γιορτές,
και τότε θα φανεί αυτό το ανύπαρχτο πρόσωπο που υπήρξαμε…
-------------------------------------------------------------

Οι τελευταίοι Τάσος Λειβαδίτης.... ( απόσπασμα )

«Τώρα τι απόμεινε απ’ τον έρωτα; 
Δίπλα σου ζει μια ξένη,
που δε σε γνώρισε
κι ούτε τη γνώρισες ποτέ σου. 
Τα μαλλιά της γεράσανε
και πάνω στα ωχρά της χείλη
σαπίζουν αρχαία μακρόσυρτα φιλιά
 και παλιά ανοιξιάτικα λόγια.
Ανάμεσά σας, σα μια μεγάλη ξενιτιά, 
έστεκε ο ανίκητος χρόνος.»
-------------------------------------------------------------

Οι τελευταίοι
(απόσπασμα )

Nύχτα. Κι οι δυο σκιές, εκεί, στο ερημωμένο οικόπεδο
σαν δυο μικρά έντομα πιασμένα,
στην πελώρια αράχνη του φεγγαριού.

Κάθε τόσο ακουγόταν πυροβολισμοί στο βάθος.
-Μα δε βλέπεις, χαθήκαν όλα. Φύγε! Είπε εκείνη.
Ο άντρας φόρεσε το κράνος του. Δε μίλησε.
-Λυπήσου τη ζωή σου, του ξανάπε. Σ’ αγαπώ!
Και πάλι ο άντρας δε μίλησε.
Τη φίλησε βιαστικά και χάθηκε μες στο σκοτάδι.
Πολεμούσε.

Τον ξαναντάμωσα έπειτα από χρόνια.
Έβγαινε με τα χέρια στις τσέπες από να σφαιριστήριο.
Με γνώρισε.
«Παρά λίγο να σκοτωθώ τότε» είπε
«Τώρα πάνω σ αυτά τα ξύλινα ανθρώπινα ομοιώματα
προσπαθώ να σκοτώσω ότι απόμεινε από μένα.» Γέλασε...
Κι ύστερα μ έναν άλλο τόνο-σχεδόν εκδικητικό:
«Μου δίνεις πενήντα δραχμές;;; ξέρεις,
έχω δυο χρόνια να κοιμηθώ με γυναίκα.»

Και θυμήθηκα εκείνη τη ραγισμένη φωνή
μέσα στην παγωνιά του φεγγαριού..
«Λυπήσου τη ζωή σου. Σ' αγαπώ !!!»
Και πέφταν πυροβολισμοί και δε μας σκότωναν...

Πηγές
 http://tleivaditis.weebly.com/omicroniota-tauepsilonlambdaepsilonupsilontaualpha943omicroniota-1966.html

http://aromasofias.blogspot.gr/2015/11/blog-post_23.html

http://www.kedros.gr/product_info.php?manufacturers_id=0&products_id=2240

Δευτέρα 17 Απριλίου 2017

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Πάσχα Ρωμέϊκο (1891).






Πάσχα Ρωμέϊκο (1891)

ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΗΘΟΓΡΑΦΙΑ


Ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, εἶχεν ἑπτὰ ἢ ὀκτὼ καπέλα, διαφόρων χρωμάτων, σχημάτων καὶ μεγεθῶν, ὅλα ἐκ παλαιοῦ χρόνου καὶ ὅλα κατακαίνουργια, τὰ ὁποῖα ἐφόρει ἐκ περιτροπῆς μετὰ τοῦ εὐπρεποῦς μαύρου ἱματίου του κατὰ τὰς μεγάλας ἑορτὰς τοῦ ἐνιαυτοῦ, ὁπόταν ἔκαμνε δύο ἢ τρεῖς περιπάτους ἀπὸ τῆς μιᾶς πλατείας εἰς τὴν ἄλλην, διὰ τῆς ὁδοῦ Σταδίου. Ὁσάκις ἐφόρει τὸν καθημερινὸν κοῦκόν του, μὲ τὸ σάλι του διπλωμένον εἰς ὀκτὼ ἢ δεκαὲξ δίπλας ἐπὶ τοῦ ὤμου, συνήθιζε νὰ κάθηται ἐπί τινας ὥρας εἰς τὸ γειτονικὸν παντοπωλεῖον, ὑποπίνων συνήθως μετὰ τῶν φίλων, καὶ ἦτο στωμύλος καὶ διηγεῖτο πολλὰ κ᾽ ἐμειδία πρὸς αὐτούς.


Ὅταν ἐμειδία ὁ μπαρμπα-Πύπης, δὲν ἐμειδίων μόνον αἱ γωνίαι τῶν χειλέων, αἱ παρειαὶ καὶ τὰ οὖλα τῶν ὀδόντων του, ἀλλ᾽ ἐμειδίων οἱ ἱλαροὶ καὶ ἥμεροι ὀφθαλμοί του, ἐμειδία στίλβουσα ἡ σιμὴ καὶ πεπλατυσμένη ρίς του, ὁ μύσταξ του ὁ εὐθυσμένος μὲ λεβάνταν καὶ ὡς διὰ κολλητοῦ κηροῦ λελεπτυσμένος, καὶ τὸ ὑπογένειόν του τὸ λευκὸν καὶ ἐπιμελῶς διατηρούμενον, καὶ σχεδὸν ὁ κοῦκός του ὁ στακτερός, ὁ λοξὸς κ᾽ ἐπικλινὴς πρὸς τὸ οὖς, ὅλα παρ᾽ αὐτῷ ἐμειδίων. Εἶχε γνωρίσει πρόσωπα καὶ πράγματα ἐν Κερκύρᾳ, ὅλα τὰ περιέγραφε μετὰ χάριτος εἰς τοὺς φίλους του. Δὲν ἔπαυσε ποτὲ νὰ σεμνύνεται διὰ τὴν προτίμησιν τὴν ὁποίαν εἶχε δείξει ἀείποτε διὰ τὴν Κέρκυραν ὁ βασιλεύς, καὶ ἔζησεν ἀρκετὰ διὰ νὰ ὑπερηφανευθῇ ἐπὶ τῇ ἐκλογῇ, ἣν ἔκαμε τῆς αὐτῆς νήσου πρὸς διατριβὴν ἡ ἑφτακρατόρισσα τῆς Ἀούστριας. Ἐνθυμεῖτο ἀμυδρῶς τὸν Μουστοξύδην, μὰ δόττο, δοττίσσιμο κὲ ταλέντο!* Εἶχε γνωρίσει καλῶς τὸν Μάντζαρον, μὰ γαλαντουόμο!* τὸν Κερκύρας Ἀθανάσιον (μὰ μπράβο!*), τὸν Σερπιέρρο (κὲ γρὰν φιλόζοφο!*). Τὸ τελευταῖον ὄνομα ἔδιδεν εἰς τὸν ἀοίδιμον Βράιλαν, διὰ τὸν τίτλον ὃν τοῦ εἶχον ἀπονείμει, φαίνεται, οἱ Ἄγγλοι (Sir Pierro = Sir Peter).


Εἶχε γνωρίσει ἐπίσης τὸν Σόλωμο (κὲ ποέτα!*) τοῦ ὁποίου ἀπεμνημόνευε καὶ στίχους τινάς, ἀπαγγέλλων αὐτοὺς κατὰ τὸ ἑξῆς ὑπόδειγμα.


Ὡ σ ὰ ν τὴ σπίθα κρουμμένη στὴ στάχτη
ποῦ ἐκρουβόταν γιὰ μᾶς λευτεριά;


Εἰσὲ πᾶσα μέρη πετιέται κι ἀνάφτει,
καὶ σκορπιέται σὲ κάθε μεριά.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔλειπεν ὑπὲρ τὰ εἴκοσι ἔτη ἐκ τοῦ τόπου τῆς γεννήσεώς του. Εἶχε γυρίσει κόσμον κ᾽ ἔκαμεν ἐργασίας πολλάς. Ἔστειλέ ποτε καὶ εἰς τὴν Παγκόσμιον ἔκταση, διότι ἦτο σχεδὸν ἀρχιτέκτων, καὶ εἶχε μάλιστα καὶ μίαν ἰνβεντσιόνε*. Ἐμίσει τοὺς πονηροὺς καὶ τοὺς ἰδιοτελεῖς, ἐξετίμα τὸν ἀνθρωπισμὸν καὶ τὴν τιμιότητα. Ἀπετροπιάζετο τοὺς φαύλους.


«Ἰλ τραδιτόρε νὸν ἂ κομπασσιόν, ὁ ἀπατεώνας δὲν ἔχει λύπηση». Ἐνίοτε πάλιν ἐμαλάττετο κ᾽ ἐδείκνυε συγκατάβασιν εἰς τὰς ἀνθρωπίνας ἀτελείας. «Οὐδ᾽ ἡ γῆς ἀναμάρτητος, ἄγκε λὰ τέρρα νὸν ἒ ἰμπεκκάμπιλε». Καὶ ὕστερον, ἀφοῦ οὐδ᾽ ἡ γῆ εἶναι, πῶς θὰ εἶναι ὁ Πάπας; Ὅταν τοῦ παρετήρει τις ὅτι ὁ Πάπας δὲν ἐψηφίσθη ἰμπεκκάμπιλε*, ἀλλὰ ἰνφαλλίμπιλε*, δὲν ἤθελε ν᾽ ἀναγνωρίσῃ τὴν διαφοράν.


Δὲν ἦτο ἄμοιρος καὶ θρησκευτικῶν συναισθημάτων. Τὰς δύο ἢ τρεῖς προσευχάς, ἃς ἤξευρε, τὰς ἤξευρεν ἑλληνιστί. «Τὰ πατερμά του τὰ ἤξερε ρωμέικα». Ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος, Κύριος Σαβαὼθ… ὡς ἐνάντιος, ὑψίστοις». Ὅταν μὲ ἠρώτησε δὶς ἢ τρὶς τί σημαίνει τοῦτο τὸ ὡς ἐνάντιος προσεπάθησα νὰ διορθώσω καὶ ἐξηγήσω τὸ πρᾶγμα. Ἀλλὰ μετὰ δύο ἢ τρεῖς ἡμέρας ὑποτροπιάζων πάλιν ἔλεγεν: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος… ὡς ἐνάντιος ὑψίστοις!»


Ἓν μόνον εἶχεν ἐλάττωμα, ὅτι ἐμίσει ἀδιαλλάκτως πᾶν ὅ,τι ἐκ προκαταλήψεως ἐμίσει καὶ χωρὶς ν᾽ ἀνέχηται ἀντίθετον γνώμην ἢ ἐπιχείρημα. Πολιτικῶς κατεφέρετο πολὺ κατὰ τῶν Ἄγγλων, θρησκευτικῶς δὲ κατὰ τῶν δυτικῶν. Δὲν ἤθελε ν᾽ ἀκούσῃ τὸ ὄνομα τοῦ Πάπα, καὶ ἦτο ἀμείλικτος κατήγορος τοῦ ρωμαϊκοῦ κλήρου.


* * *


Τὴν ἑσπέραν τοῦ Μεγάλου Σαββάτου τοῦ ἔτους 188… περὶ ὥραν ἐνάτην, γερόντιόν τι εὐπρεπῶς ἐνδεδυμένον, καθόσον ἠδύνατο νὰ διακρίνῃ τις εἰς τὸ σκότος, κατήρχετο τὴν ἀπ᾽ Ἀθηνῶν εἰς Πειραιᾶ ἄγουσαν, τὴν ἁμαξιτήν. Δὲν εἶχεν ἀνατείλει ἀκόμη ἡ σελήνη, καὶ ὁ ὁδοιπόρος ἐδίσταζε ν᾽ ἀναβῇ ὑψηλότερον, ζητῶν δρόμον μεταξὺ τῶν χωραφίων. Ἐφαίνετο μὴ γνωρίζων καλῶς τὸν τόπον. Ὁ γέρων θὰ ἦτο ἴσως πτωχός, δὲν θὰ εἶχε 50 λεπτὰ διὰ νὰ πληρώσῃ τὸ εἰσιτήριον τοῦ σιδηροδρόμου, ἢ θὰ τὰ εἶχε κ᾽ ἔκαμνεν οἰκονομίαν.


Ἀλλ᾽ ὄχι δὲν ἦτο πτωχός, δὲν ἦτο οὔτε πλούσιος, εἶχε διὰ νὰ ζήσῃ. Ἦτο εὐλαβής, καὶ εἶχε τάξιμο νὰ καταβαίνῃ κατ᾽ ἔτος τὸ Πάσχα πεζὸς εἰς τὸν Πειραιᾶ, ν᾽ ἀκούῃ τὴν Ἀνάστασιν εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ ὄχι εἰς ἄλλην ἐκκλησίαν, νὰ λειτουργῆται ἐκεῖ, καὶ μετὰ τὴν ἀπόλυσιν, ν᾽ ἀναβαίνῃ πάλιν πεζὸς εἰς τὰς Ἀθήνας.


Ἦτο ὁ μπαρμπα-Πύπης, ὁ γηραιὸς φίλος μου, καὶ κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ διὰ ν᾽ ἀκούσῃ τὸ Χριστὸς ἀνέστη εἰς τὸν ναὸν τοῦ ὁμωνύμου καὶ προστάτου του, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα ρωμέικο κ᾽ εὐφρανθῇ ἡ ψυχή του.


Καὶ ὅμως ἦτο… δυτικός.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἦτο Ἰταλοκερκυραῖος ἁπλοϊκός, Ἑλληνίδος μητρός, Ἕλλην τὴν καρδίαν, καὶ ὑφίστατο ἄκων ἴσως, ὡς καὶ τόσοι ἄλλοι, τὸ ἄπειρον μεγαλεῖον καὶ τὴν ἄφατον γλυκύτητα τῆς ἐκκλησίας τῆς Ἑλληνικῆς. Ἐκαυχᾶτο ὅτι ὁ πατήρ του, ὅστις ἦτο στρατιώτης τοῦ Ναπολέοντος Α´, «εἶχε μεταλάβει ρωμέικα», ὅταν ἐκινδύνευσε ν᾽ ἀποθάνῃ, ἐκβιάσας μάλιστα πρὸς τοῦτο, διά τινων συστρατιωτῶν του, τὸν ἱερέα τὸν ἀγαθόν. Καὶ ὅμως ὅταν, κατόπιν τούτων, φυσικῶς τοῦ ἔλεγέ τις: «Διατί δὲν βαπτίζεσαι, μπαρμπα-Πύπη», ἡ ἀπάντησίς του ἦτο ὅτι ἅπαξ ἐβαπτίσθη, καὶ ὅτι εὑρέθη ἐκεῖ.


Φαίνεται ὅτι οἱ Πάπαι τῆς Ρώμης μὲ τὴν συνήθη ἐπιτηδείαν πολιτικήν των, εἶχον ἀναγνωρίσει εἰς τοὺς ρωμαιοκαθολικοὺς τῶν Ἰονίων νήσων τινὰ τῶν εἰς τοὺς Οὐνίτας ἀπονεμομένων προνομίων, ἐπιτρέψαντες αὐτοῖς νὰ συνεορτάζωσι μετὰ τῶν ὀρθοδόξων ὅλας τὰς ἑορτάς. Ἀρκεῖ νὰ προσκυνήσῃ τις τὴν ἐμβάδα τοῦ ποντίφηκος, τὰ λοιπὰ εἶναι ἀδιάφορα.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἔτρεφε μεγίστην εὐλάβειαν πρὸς τὸν πολιοῦχον ἅγιον τῆς πατρίδος του καὶ πρὸς τὸ σεπτὸν αὐτοῦ λείψανον. Ἐπίστευεν εἰς τὸ θαῦμα τὸ γενόμενον κατὰ τῶν Βενετῶν, τολμησάντων ποτὲ νὰ ἱδρύσωσιν ἴδιον θυσιαστήριον ἐν αὐτῷ τῷ ὀρθοδόξῳ ναῷ (Il santo Spiridion ha fatto questo caso*), ὅτε ὁ ἅγιος ἐπιφανεὶς νύκτωρ ἐν σχήματι μοναχοῦ κρατῶν δαυλὸν ἀναμμένον ἔκαυσεν ἐνώπιον τῶν ἀπολιθωθέντων ἐκ τοῦ τρόμου φρουρῶν τὸ ἀρτιπαγὲς ἀλτάρε*. Ἀφοῦ εὑρίσκετο μακρὰν τῆς Κερκύρας, ὁ μπαρμπα-Πύπης ποτὲ δὲν θὰ ἔστεργε νὰ ἑορτάσῃ τὸ Πάσχα μαζὶ μὲ τσοὺ φράγκους.


* * *


Τὴν ἑσπέραν λοιπὸν ἐκείνην τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ὅτε κατέβαινεν εἰς Πειραιᾶ, πεζός, κρατῶν εἰς τὴν χεῖρα τὴν λαμπάδα του, ἣν ἔμελλε ν᾽ ἀνάψῃ κατὰ τὴν Ἀνάστασιν, μικρὸν πρὶν φθάσῃ εἰς τὰ παραπήγματα τῆς μέσης ὁδοῦ ἐκουράσθη καὶ ἠθέλησε νὰ καθίσῃ ἐπ᾽ ὀλίγον ν᾽ ἀναπαυθῇ. Εὗρεν ὑπήνεμον τόπον ἔξωθεν μιᾶς μάνδρας, ἐχούσης καὶ οἰκίσκον παρὰ τὴν μεσημβρινὴν γωνίαν, κ᾽ ἐκεῖ ἐκάθισεν ἐπὶ τῶν χόρτων, ἀφοῦ ὑπέστρωσε τὸ εἰς πολλὰς δίπλας γυρισμένον σάλι του. Ἔβγαλεν ἀπὸ τὴν τσέπην τὴν σπιρτοθήκην του, ἤναψε σιγαρέτον κ᾽ ἐκάπνιζεν ἡδονικῶς.


Ἐκεῖ ἀκούει ὄπισθέν του ἐλαφρὸν θροῦν ὡς βημάτων ἐπὶ παχείας χλόης, καὶ πρὶν προφθάσῃ καὶ στραφῇ νὰ ἴδῃ ἀκούει δεύτερον κρότον ἐλαφρότερον. Ὁ δεύτερος οὗτος κρότος τοῦ κάστηκε* ὅτι ἦτον ὡς ἀνυψουμένης σκανδάλης φονικοῦ ὅπλου.


Ἐκείνην τὴν στιγμὴν εἶχε λαμπρυνθῆ πρὸς ἀνατολὰς ὁ ὁρίζων, καὶ τοῦ Αἰγάλεω αἱ κορυφαὶ ἐφάνησαν πρὸς μεσημβρίαν λευκάζουσαι. Ἡ σελήνη, τετάρτην ἡμέραν ἄγουσα ἀπὸ τῆς πανσελήνου, θ᾽ ἀνέτελλε μετ᾽ ὀλίγα λεπτά. Ἐκεῖ ὁποὺ ἔστρεψε τὴν κεφαλὴν πρὸς τὰ δεξιά, ἐγγὺς τῆς βορειανατολικῆς γωνίας τοῦ ἀγροτικοῦ περιβόλου, ὅπου ἐκάθητο, τοῦ κάστηκε, ὡς διηγεῖτο ἀργότερα ὁ ἴδιος, ὅτι εἶδεν ἀνθρωπίνην σκιάν, εἰς προβολὴν τρόπον τινὰ ἱσταμένην, καὶ τείνουσαν ἐγκαρσίως μακρόν τι ὡς ρόπαλον ἢ κοντάριον πρὸς τὸ μέρος αὐτοῦ. Πρέπει δὲ νὰ ἦτο τουφέκιον.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐνόησεν ἀμέσως τὸν κίνδυνον. Χωρὶς νὰ κινηθῇ ἄλλως ἀπὸ τὴν θέσιν του, ἔτεινε τὴν χεῖρα πρὸς τὸν ἄγνωστον κ᾽ ἔκραξεν ἐναγωνίως:


― Φίλος! καλός! μὴ ρίχνῃς…


Ὁ ἄνθρωπος ἔκαμε μικρὸν κίνημα ὀπισθοδρομήσεως, ἀλλὰ δὲν ἐπανέφερε τὸ ὅπλον εἰς εἰρηνικὴν θέσιν, οὐδὲ κατεβίβασε τὴν σκανδάλην.


― Φίλος! καὶ τί θέλεις ἐδῶ; ἠρώτησε μὲ ἀπειλητικὴν φωνήν.


― Τί θέλω; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Κάθουμαι καὶ φουμάρω τὸ τσιγάρο μου.


― Καὶ δὲν πᾶς ἀλλοῦ νὰ τὸ φουμάρῃς, ρέ; ἀπήντησεν αὐθαδῶς ὁ ἄγνωστος. Ηὗρες τὸν τόπον, ρέ, γιὰ νὰ φουμάρῃς τὸ τσιγάρο σου!


― Καὶ γιατί; ἐπανέλαβεν ὁ μπαρμπα-Πύπης. Τί σᾶς ἔβλαψα;


― Δὲν ξέρω ἐγὼ ἀπ᾽ αὐτά, εἶπεν ὀργίλως ὁ ἀγρότης· ἐδῶ εἶναι ἀποθήκη, ἔχει χόρτα, ἔχει κι ἄλλα πράματα μέσα. Μόνον κόττες δὲν ἔχει, προσέθηκε μετὰ σκληροῦ σαρκασμοῦ, ἐγελάστηκες.


Ἦτο πρόδηλον ὅτι εἶχεν ἐκλάβει τὸν γηραιὸν φίλον μου ὡς ὀρνιθοκλόπον, καὶ διὰ νὰ τὸν ἐκδικηθῇ, τοῦ ἔλεγεν ὅτι τάχα δὲν εἶχεν ὄρνιθας, ἐνῷ κυρίως ὁ ἀγρονόμος διὰ τὰς ὄρνιθάς του θὰ ἐφοβήθη καὶ ὡπλίσθη μὲ τὴν καραβίναν του.


Ὁ μπαρμπα-Πύπης ἐγέλασε πικρῶς πρὸς τὸν ὑβριστικὸν ὑπαινιγμόν.


― Σὺ ἐγελάστηκες, ἀπήντησεν· ἐγὼ κόττες δὲν κλέφτω οὔτε λωποδύτης εἶμαι· ἐγὼ πηγαίνω στὸν Πειραιᾶ ν᾽ ἀκούσω Ἀνάσταση στὸν Ἅγιο Σπυρίδωνα.


Ὁ χωρικὸς ἐκάγχασε.


― Στὸν Περαία! Στὸν Ἁι-Σπυρίδωνα; Κι ἀπὸ ποῦ ἔρχεσαι;


― Ἀφ᾽ τὴν Ἀθήνα.


― Ἀπ᾽ τὴν Ἀθήνα; Καὶ δὲν ἔχει ἐκεῖ ἐκκλησίες, ν᾽ ἀκούσῃς Ἀνάσταση;


―Ἔχει ἐκκλησίες, μὰ ἐγὼ τὸ ἔχω τάξιμο, ἀπήντησεν ὁ μπαρμπα-Σπύρος.


Ὁ χωρικὸς ἐσιώπησε πρὸς στιγμήν. Εἶτα ἐπανέλαβε:


― Νὰ φχαριστᾷς, καημένε…


Καὶ τότε μόνον κατεβίβασε τὴν σκανδάλην καὶ ὤρθωσε τὸ ὅπλον πρὸς τὸν ὦμόν του.


― Νὰ φχαριστᾷς καημένε, τὴν ἡμέραν ποὺ ξημερώνει αὔριο, εἰδεμή, δὲν τό ᾽χα γιὰ τίποτες νὰ σ᾽ ἐξαπλώσω δῶ χάμου. Τράβα τώρα!


Ὁ γέρων Κερκυραῖος εἶχεν ἐγερθῆ καὶ ἡτοιμάζετο ν᾽ ἀπέλθῃ, ἀλλὰ δὲν ἠδυνήθη νὰ μὴ δώσῃ τελευταίαν ἀπάντησιν.


― Κάνεις ἄδικα καὶ συχωρεμένος νά ᾽σαι ποὺ μὲ προσβάλλεις, εἶπε. Σ᾽ εὐχαριστῶ ὣς τόσο ποὺ δὲ μὲ ἐτουφέκισες, ἀλλὰ νὸν βὰ μπένε… δὲν κάνεις καλὰ νὰ μὲ παίρνῃς γιὰ κλέφτη. Ἐγὼ εἶμαι διαβάτης κ᾽ ἐπήγαινα, σοῦ λέω, στὸν Πειραιᾶ.


―Ἔλα, σκόλα, σκόλα τώρα, ρέ…


Καὶ ὁ χωρικὸς στρέψας τὴν ράχιν εἰσῆλθεν ἀνατολικῶς διὰ τῆς θύρας τοῦ περιβόλου κ᾽ ἔγινεν ἄφαντος.


Ὁ γέρων φίλος μου ἐξηκολούθησε τὸν δρόμον του.


* * *


Τὸ συμβεβηκὸς τοῦτο δὲν ἐμπόδισε τὸν μπαρμπα-Πύπην νὰ ἐξακολουθῇ κατ᾽ ἔτος τὴν εὐσεβῆ του συνήθειαν, νὰ καταβαίνῃ πεζὸς εἰς Πειραιᾶ, νὰ προσέρχηται εἰς τὸν Ἅγιον Σπυρίδωνα καὶ νὰ κάμνῃ Πάσχα ρωμέικο.


Ἐφέτος τὸ μεσοσαράκοστον μοὶ ἐπρότεινεν, ἂν ἤθελα, νὰ τὸν συνοδεύσω [ἐφέτος] εἰς τὴν προσκύνησίν του ταύτην. Θὰ προσεχώρουν δὲ εἰς τὴν ἐπιθυμίαν του, ἂν ἀπὸ πολλῶν ἐτῶν δὲν εἶχα τὴν συνήθειαν νὰ ἑορτάζω ἐκτὸς τοῦ Ἄστεως τὸ ἅγιον Πάσχα.


(1891)









ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ

ΑΠΑΝΤΑ

ΤΟΜΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ

ΚΡΙΤΙΚΗ ΕΚΔΟΣΗ

Ν. Δ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΠΟΥΛΟΣ

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΔΟΜΟΣ

ΑΘΗΝΑ 1982

Σελ. 177-182


Πηγή: http://www.papadiamantis.org/works/58-narration/208-02-13-pasxa-rwmeiko-1891

H.D. (Hilda Doolittle) Ευρυδίκη Μετάφραση: Μαρία Λαϊνά



I
Με ξαναπέταξες πίσω λοιπόν,
ενώ μπορούσα να ’χω περπατήσει με τις ζωντανές ψυχές
πάνω απ’ το χώμα,
ενώ μπορούσα να ’χω κοιμηθεί ανάμεσα στα ζωντανά λουλούδια
τελικά·

απ’ την αλαζονεία σου λοιπόν,
απ’ τη σκληρότητά σου
με πέταξαν πίσω
εκεί που οι νεκρές λειχήνες στάζουν
στάχτες νεκρές πάνω σε βάλτο τέφρας·

απ’ την αλαζονεία σου λοιπόν,
έγινα τελικά κομμάτια,
εγώ που είχα ζήσει δίχως να το ξέρω
που είχα σχεδόν ξεχαστεί·

αν μ’ είχες αφήσει να περιμένω
εγώ είχα περάσει απ’ την ατονία
στη γαλήνη,
αν μ’ άφηνες ν’ αναπαυτώ με τους νεκρούς,
εγώ σε είχα ξεχάσει
μαζί και το παρελθόν.

II
Εδώ μονάχα φλόγα πάνω στη φλόγα
και μαύρο ανάμεσα στις κόκκινες σπίθες,
λωρίδες μαύρο και φως
που καταλήγουν δίχως χρώμα·

γιατί να στραφείς
κι εγώ πρέπει ξανά την κόλαση να κατοικήσω
κι έτσι
να με πετάξουνε στο τίποτα;

Γιατί να στραφείς;
Γιατί να κοιτάξεις πίσω;
Γιατί εκείνη τη στιγμή να διστάσεις;
Γιατί να σκύψεις το πρόσωπό σου,
που το κρατούσε η φλόγα τού πάνω κόσμου,
πάνω στο πρόσωπό μου;

Τί ήταν αυτό που έσμιξε το πρόσωπό μου
με του δικού σου τη λάμψη
και το βλέμμα σου;
Τί ήταν που είδες στο πρόσωπό μου;
Τη λάμψη απ’ το δικό σου πρόσωπο,
τη φλόγα της δικής σου παρουσίας;

Τί είχε να προσφέρει το πρόσωπό μου,
εκτός απ’ το καθρέφτισμα της γης,
το χρώμα του υάκινθου
πιασμένο στην κοφτή σχισμή του βράχου
εκεί που έπεφτε το φως,
και το χρώμα των γαλάζιων κρόκων
και των χρυσών τη στιπλνή επιφάνεια
και της ανεμώνης,
γοργό στις φλέβες της σαν αστραπή
κι όμοια λευκό.

III
Σαφράνι από το κρόσσι της γης,
σαφράνι άγριο που έχει λυγίσει
πάνω από την κοφτερή άκρη της γης,
όλα τα άνθη που μέσα απ’ το χώμα περνούν,
όλα, όλα τα άνθη έχουν χαθεί·

όλα έχουν χαθεί,
όλα τα διαπέρασε το μαύρο,
μαύρο πάνω στο μαύρο
και από το μαύρο ακόμα χειρότερα
αυτό το άχρωμο φως.

IV
Κρόσσι πάνω στο κρόσσι
των γαλάζιων κρόκων,
κρόκοι περίκλειστοι πάνω στου εαυτού τους το γαλάζιο,
γαλάζιο εκείνου του πάνω κόσμου,
γαλάζιο του βάθους πάνω στο βάθος των λουλουδιών,
χαμένο·

λουλούδια,
αν έστω μια φορά μπορούσα την πνοή μου απ’ αυτά να πάρω,
κάτι αρκετό από αυτά,
περισσότερο από τη γη,
ακόμα κι απ’ την πάνω γη,
θα περνούσε μαζί μου
κάτω από τη γη·

αν μπορούσα ν’ αρπάξω από τη γη
της γης όλα τα λουλούδια,
αν έστω μια φορά μπορούσα στον εαυτό μου μέσα ν’ ανασάνω
τους κρόκους τους χρυσούς τους ίδιους
και τους πυρρούς,
την ίδια τη χρυσή καρδιά του πρώτου σαφρανιού,
όλο αυτό το χρυσαφένιο πλήθος
την έξοχη την ευωδιά ολόκληρη,
ίσως και να τολμούσα την απώλεια.

V
Λοιπόν απ’ την αλαζονεία σου
απ’ τη σκληρότητά σου
έχασα τη γη
και της γης τα λουλούδια,
και τις ζωντανές ψυχές πάνω απ’ το χώμα,
κι εσένα που πέρασες μέσα απ’ το φως
και ήρθες
άσπλαχνος·

εσένα που έχεις το δικό σου φως,
που είσαι παρουσία για τον εαυτό σου
που άλλη παρουσία δεν χρειάζεται·

όμως για την αλαζονεία όλη αυτή
και για το βλέμμα σου,
σου λέω τούτο:

μια τέτοια απώλεια απώλεια δεν είναι,
αυτός ο τρόμος, το μαρτύριο αυτό, αυτά τα δεσμά,
αυτοί οι λάκκοι μαύρου,
αυτός ο τρόμος, ναι,
απώλεια δεν είναι·

η κόλαση δεν είναι χειρότερη από τη γη σου
πάνω από το χώμα,
η κόλαση χειρότερη δεν είναι,
όχι, ούτε και τα λουλούδια σου
ούτε κι οι φλέβες σου από φως
ούτε κι η παρουσία σου,
απώλεια·

η κόλασή μου χειρότερη δεν είναι από τη δική σου
παρόλο που περνάς μέσα από τ’ άνθη και μιλάς
με τα πνεύματα πάνω από το χώμα.

VI
Απέναντι στο μαύρο
ο ζήλος μου είναι μεγαλύτερος
απ’ ό,τι ο δικός σου μέσα στην αίγλη εκείνου του τόπου,
απέναντι στο μαύρο
και το στεγνό γκρίζο
περισσότερο φως έχω εγώ·

και τα λουλούδια,
αν σου έλεγα,
θα στρεφόσουν τότε εσύ απ’ τα δικά σου βολικά μονοπάτια
προς την κόλαση,
θα στρεφόσουν ξανά και θα κοίταζες πίσω
κι εγώ θα βυθιζόμουν σ’ έναν τόπο
ακόμα πιο τρομερό απ’ αυτόν εδώ.

VII
Τουλάχιστον έχω του εαυτού μου τα λουλούδια,
και τις σκέψεις μου, κανείς θεός
δεν θα μου το στερήσει αυτό·
Έχω τη ζέση του εαυτού μου για παρουσία
και το δικό μου πνεύμα για φως·

και το πνεύμα μου με την απώλειά του
γνωρίζει τούτο:
αν και μικρό απέναντι στο μαύρο,
μικρό απέναντι στους δίχως σχήμα βράχους,
η κόλαση πρέπει να σπάσει προτού χαθώ·

προτού χαθώ
η κόλαση πρέπει ν’ ανοίξει σαν κόκκινο ρόδο
για να περάσουν οι νεκροί.

1917

Hilda Doolittle
Ευρυδίκη
Μετάφραση: Μαρία Λαϊνά


Στο έργο της H.D. βλέπουμε την οραματική χρήση του μύθου και την αυτοβιογραφική χρήση διαφόρων μυθικών προσωπείων. Η ποιήτρια χρησιμοποιούσε τη λυρική μορφή για να εξερευνήσει διάφορους κλασικούς μύθους ως κείμενα πολιτισμού, ως τα κατά κύριο λόγο ανδρικά λόγια που έχουν πει γυναικείες ιστορίες και έχουν κατασκευάσει την έννοια της γυναικείας φύσης.
Τα αρχαιόμυθα ποιήματα της H.D. δίνουν τον λόγο στις σιωπηλές γυναίκες της μυθολογίας, οι ιστορίες των οποίων έχουν ειπωθεί από μια αντρική λογοτεχνική και θρησκευτική παράδοση.

Όπως τονίζει η Rachel DuPlessis, η «Ευρυδίκη» της H.D., για παράδειγμα, αντιστρέφει τον παραδοσιακό θρήνο του Ορφέα για τη χαμένη του αγάπη παρουσιάζοντας μια Ευρυδίκη που καταδικάζει θυμωμένη τον σύζυγό της: «…Λοιπόν απ' την αλαζονεία σου/ απ' τη σκληρότητά σου/ έχασα τη γη/ και της γης τα λουλούδια…». Η Ευρυδίκη μετά μεταμορφώνει την παραμονή της στην κόλαση σε ανεξαρτησία: «…Τουλάχιστον έχω του εαυτού μου τα λουλούδια/ και τις σκέψεις μου, κανείς θεός/ δεν θα μου το στερήσει αυτό·/ Έχω τη ζέση του εαυτού μου για παρουσία/ και το δικό μου πνεύμα για φως…».

«Το ποίημα της Hilda Doolittle «Ευρυδίκη» γράφτηκε το 1916, κατά τον οδυνηρό χωρισμό της από τον σύντροφό της. Εδώ η Ευρυδίκη δεν είναι πλέον σιωπηλή, αλλά μια θεληματική ηρωίδα. Η H.D. όπως επικράτησε να τη λένε, έδωσε φωνή σε μια γυναικεία μορφή που είχε για πολύ καιρό παραμείνει στον πολιτισμό μας άφωνη, μια χαμένη φωνή της αρχαιότητας, και μιλά για την πραγματικότητα μιας γυναίκας που αντιπαλεύει την ανδρική μποέμικη επιθυμία.
Στο ποίημα εκφράζει τη μεγάλη οργή και απόγνωση προς τον σύντροφό της που την οδήγησε στην πρώτη ευτυχία, αλλά μόνο για να γυρίσει να την κοιτάξει, να την αρνηθεί και απορρίψει. Τον κατηγορεί για αλαζονεία κι εγωισμό, και εκφράζει την ευκολία με την οποία καταστρέφει η σκληρότητα.
Αλλά η H.D. στο τέλος επαναλαμβάνει ότι δεν θα χαθεί ποτέ, καθώς δεν υπάρχει μόνο σε σχέση με κάποιον άλλο. Η Ευρυδίκη μεταμορφώνεται από αδύναμη κι εύθραυστη σε ζωηρή και άφοβη.»
(Μπολιάκη 2008:569-570)

Το ποίημα «Ευρυδίκη» της H.D. γράφτηκε το 1916 και δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1917 στο περιοδικό The Egoist. Η ηρωίδα της θέλει να ζήσει, είναι θυμωμένη με τον Ορφέα, και απελευθερώνεται για να αποδεχτεί τη ζωή στον κάτω κόσμο. Ο Ορφέας άμεσα πίσω από το ποίημα είναι ο D.H. Lawrence, ο οποίος εκείνη την περίοδο στρατολογούσε γυναίκες ως μαθητευόμενες, και υπήρξε τυραννικός λογοτεχνικός σύμβουλος της H.D. Ίσως αυτός να ευθύνεται για την εξαφάνιση της φωνής του Ορφέα από το ποίημα, αφού είχε πείσει την H.D. να γράφει μόνο τη γυναικεία φωνή που γνώριζε. Το γεγονός ότι το αποδέχτηκε αυτό, παρά το επιχείρημά της ότι κι εκείνος σκιαγραφούσε πειστικά τις γυναίκες στα μυθιστορήματά του, μας δείχνει ότι η επιθυμία για αυτονομία στο ποίημα περιλαμβάνει την επιθυμία για τη δική της διαφιλονικούμενη καλλιτεχνική ακεραιότητα. Πίσω από τον Lawrence βρίσκονται ο Ezra Pound και ο Richard Aldington, ο σύζυγος που τότε την εγκατέλειπε. Όλοι της έλεγαν τι να κάνει με την τέχνη της και με τη ζωή της και η θέση της ως γυναίκας και ποιήτριας ήταν αμφισβητούμενη και περίπλοκη. Από αυτό το συναισθηματικό μείγμα υποταγής και αντίστασης γεννήθηκε το ποίημα.
Η Ευρυδίκη της H.D. καταδικάζει τον εραστή, ο οποίος, από την αλαζονεία και τη σκληρότητά του, την άφησε και μετά την έστειλε πίσω στον κάτω κόσμο αφού ενόχλησε την ησυχία της. Δεν υπάρχει καμία άλλη πλοκή ή χαρακτήρας πέρα από τη φωνή της Ευρυδίκης. Η συναισθηματική αυθεντία του ποιήματος βασίζεται αποκλειστικά στη γνησιότητα του παραπόνου της. Αλλά, αντί να βλέπει τον εαυτό της ως το αιώνιο θύμα, ανακοινώνει τη νίκη της στα τρία τελευταία μέρη του ποιήματος, όπου αναγνωρίζει τον κάτω κόσμο και τη θέση της εκεί και ότι θα υπάρχει εκεί μέχρι να καταστραφεί ο Άδης.

«Από τις ποιήτριες, κυρίως, συντελέστηκε μέσα σ' αυτόν τον αιώνα η αποκατάσταση της Ευρυδίκης, η φωνή της οποίας είχε ελάχιστα ακουστεί σε άλλες εποχές […]. Πλανημένη σε βουκολικά, ειδυλλιακά τοπία και εκτεθειμένη στην αδιαφορία του Ορφέα, άλλοτε πάλι σε μπαρόκ σκηνές παθητικότητας, απροστάτευτη λίγο πριν και αμέσως μετά το μοιραίο βλέμμα του άντρα της, ήταν πάντοτε ένα περιπαθές ορφικό αντικείμενο: η τέλεια νεκρή αγάπη, ένα ιδανικό γυναίκας μέσα στον πνευματικό και ψυχικό παροξυσμό του Ορφέα, οπωσδήποτε ένα υποκείμενο που, όπως λέει ο Marcel Detienne, «αναλώνεται πλήρως στο εσωτερικό μιας σχέσης έρωτα».
Είναι η ιστορία του Ορφέα και της Ευρυδίκης, εκτός από ιστορία μιας αγάπης που ξεπέρασε το θάνατο, και ιστορία της ανικανότητας του άνδρα να κυριαρχήσει πάνω στην επιθυμία τους; Μήπως ο Ορφέας, που θαύμαζε χωρίς ποτέ να έχει «δει» την Ευρυδίκη και που με το «πρώτο» βλέμμα του τη σκότωσε, είναι ο πρωταγωνιστής σε μια ιστορία προδοσίας, μήπως από τη θέση ενός εγωιστικού, ναρκισσιστικού έρωτα, απαρνήθηκε την Ευρυδίκη καταδικάζοντάς την, τη στιγμή της σωτηρίας της, να ξαναγίνει σκόνη; Την πίκρα της Ευρυδίκης, ενώ ξαναγυρίζει στο σκοτάδι —περισσότερο από τον πόνο, την απελπισία του Ορφέα— αλλά και τη μεγαλοσύνη του δικού της έρωτα επιμένουν να τραγουδούν και να εγκωμιάζουν οι σύγχρονες ποιήτριες.»
(Βαροπούλου 1998: από την εισαγωγή)
Στοιχεία Έκδοσης:

Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. 1998. Ορφέας και Ευρυδίκη στην ποίηση του εικοστού αιώνα. Επιλογή κειμένων Ελένη Βαροπούλου. Αθήνα: Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών.
Βιβλιογραφία-Δικτυογραφία:

Μπολιάκη, Ελένη. 2008. «Η πνιγμένη φωνή της Ευρυδίκης». Στο: Λόγος γυναικών. Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου, Κομοτηνή 26-28 Μαΐου 2006. Επιμ. Βασιλική Κοντογιάννη. Αθήνα: Ελληνικό λογοτεχνικό και ιστορικό αρχείο. 559-571.
Doolittle, Hilda. 1982. Collected Poems 1912-1944. New York: New Directions Publishing Corporation.

Πηγή:

ΨΗΦΙΔΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ, Νόστος. Ο Αρχαιοελληνικός Μύθος στην Παγκόσμια Λογοτεχνία

Φωτογραφία H.D., c. 1921 https://en.wikipedia.org/wiki/H.D.

Κωνσταντίνος Τέλιος Καθήλωση "Το σώμα των γεγονότων, η Ευβοϊκή,1997, Χαλκίδα "






Καθήλωση

σα βάραθρο
και σαν εικόνα
υπερεκχείλισης
του άπειρου
στα ένδον
με μάτια 
που εικάζουν
το ατελέσφορο
ευελπιστώ
στους θάνατους
που θα `ρθουν

Κωνσταντίνος Τέλιος
Ως "Συλλεκτικό" χαρακηρίζει ο ποιητής το παραπάνω ποίημα από την ποιητική του συλλογή
"Το σώμα των γεγονότων / 1997 / Χαλκίδα" και από " τα γραπτά της νεότητας "


Τέλιος Κωνσταντίνος

Ο Κωνσταντίνος Τέλιος, εκπαιδευτικός στο επάγγελμα, γεννήθηκε το 1965 στη Σάμο και κατοικούσε μέχρι την οικειοθελή παράδοσή του στην Αστυνομία, στις 23 Ιουλίου 2002, στη Θεσσαλονίκη. Κατά το σχολικό έτος 2000-2001 εργάσθηκε στο 2ο Δημοτικό σχολείο Ευόσμου, και στις αρχές του καλοκαιριού μετατέθηκε σε σχολείο του Ρεθύμνου. Την εποχή εκείνη, ο Χριστόδουλος Ξηρός, κρατούμενος ήδη ως μέλος της οργάνωσης 17 Νοέμβρη, κατέθεσε ο Κ. Τέλιος με το κωδικό όνομα "Μάρκος" συμμετείχε σε ενέργειες της 17Ν, και συγκεκριμένα στην κλοπή πολεμικού υλικού από το Συκούριο. Στις 22 Ιουλίου η απολογία του Χριστόδουλου Ξηρού είδε το φως της δημοσιότητας, και ορισμένα μέσα ενημέρωσης ανέφεραν το πραγματικό όνομα του "Μάρκου". Την επομένη ο Κωνσταντίνος Τέλιος παραδόθηκε αυτοβούλως στην αστυνομική διεύθυνση Θεσσαλονίκης, δήλωσε ότι είναι μέλος της 17Ν, και προσήχθη στην ΓΑΔΑ. Στις 24 Ιουλίου η ΕΛΑΣ ανακοίνωσε ότι ομολόγησε τη συμμετοχή του στις απόπειρες δολοφονίας του εισαγγελέα Κ.Ανδρουλιδάκη (10.1.89) και του υπουργού Οικονομικών Ιω.Παλαιοκρασσά, με θύμα τον Αθ.Αξαρλιάν (14.7.92), στην κλοπή πολεμικού υλικού από το Συκούριο (24.12.89) και στη ληστεία του υποκαταστήματος της Τράπεζας Εργασίας στην οδό Πατησίων (29.6.89), για τις οποίες του απαγγέλθηκαν κατηγορίες σε βαθμό κακουργήματος. Πριν από την παράδοσή του ο Κ.Τέλιος παραχώρησε συνέντευξη στην εφημερίδα "Μακεδονία", στην οποία ανέφερε ότι φοβόταν για τη ζωή του και της οικογένειάς του, διότι άλλα μέλη της 17Ν τον απειλούσαν. Αρνήθηκε ότι συμμετείχε στην κλοπή των ρουκετών από το Συκούριο, ή σε άλλες αιματηρές επιθέσεις, και χαρακτήρισε τον εαυτό του ως "διακοσμητικό στέλεχος" και "επιχειρησιακά απαράδεκτο", καθώς δεν χειριζόταν όπλα ή εκρηκτικούς μηχανισμούς. Δήλωσε ότι αποσύρθηκε από την οργάνωση το 1992. Στη συνέχεια συνεργάστηκε με τις Αρχές, εκφράζοντας σταθερά τη μεταμέλεια του (αλλά και επικαλούμενος ψυχολογικά προβλήματα) και ζητώντας επιείκεια, γεγονός το οποίο οδήγησε στην αποφυλάκισή του, τελικά, μετά από δέκα χρόνια κράτησης. Έχει εκδώσει, ως συγγραφέας, τρία βιβλία ποίησης.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2009) Χρυσόψαρο στην τσέπη, Στιγμή
(2007) Οι άλλοι δρόμοι, Στιγμή
(2003) Άκυρος λόγος, Δυτικές Ινδίες

Κριτικογραφία

Η μόνη κληρονομιά [Γιώργος Ιωάννου, Η μόνη κληρονομιά], Περιοδικό "Οδός Πανός", τχ. 172, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2016
http://www.biblionet.gr/author/72364/%CE%9A%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CF%82_%CE%A4%CE%AD%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82

Ελένη Μαυρογονάτου: "Φυσάει απόψε περασμένους έρωτες" Εκδόσεις "Άνεμος Εκδοτική" 2011

Φυσάει απόψε περασμένους έρωτες
Ελένη Μαυρογονάτου
Άνεμος Εκδοτική, 2011
64 σελ.
ISBN 978-960-9585-00-2,
Νεοελληνική ποίηση [DDC: 889.1] 

Τώρα ξέρεις, πως για να γράψεις,
για να ζυμώσεις συναίσθημα 
με τις λέξεις σου, πρέπει να ζεις...
Να μοχθείς κάθε μέρα και να μάχεσαι
πότε για τον έρωτα, πότε τον πόνο,
πότε το άδικο, πότε το θάνατο.
Να μη φοβάσαι να γρατζουνίσεις 
τις σάρκες σου και να ματώσεις.
Να μη διστάσεις να δείξεις
το δάκρυ σου, το φόβο σου,
τον τρόπο που ονειρεύεσαι.
Ποτέ η Ποίηση δε γράφτηκε 
εκ του ασφαλούς...




Θέλω τον έρωτά σουστο χρόνο του τον ενεστώτα,
οριστικό και αμετάκλητο,
δίχως υποτακτικές υπεκφυγές,
αμφίβολους αορίστους
και μέλλοντος κατ’ εξακολούθηση.
Θέλω τον έρωτά σου
μικρή παθητική
μετοχή,
παραδομένο
εξαρτημένο
θυμωμένο,
να μεταγγίζεσαι ολάκερη
ως τον τελευταίο σπασμό
και να σου γνέφω
κι άλλο.
Θέλω τον έρωτά σου
εξουσία κι επανάσταση.







































Να βιαστώ να ξεκουμπώσω
το πουκάμισό σου,
να φιλήσω το πρόσωπό σου,
ν’ αγγίξω το σώμα σου.
Να βιαστώ να σ’ αγαπήσω
καταχωρώντας σε
στο μητρώο των άστρων.
Κι αύριο,
σαν ξημερώσει,
να σε κάνω ποίημα.



Μαυρογονάτου Ελένη

Η Ελένη Μαυρογονάτου γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1965 στην Αθήνα. Μέχρι τις δύο πρώτες τάξεις του Δημοτικού γαλουχείται στη Νεμέα Κορινθίας, τόπος ιερός κι αγαπημένος που τη στιγματίζει. Στα οκτώ της μετακομίζει στην Αθήνα. Η αναπόφευκτη αλλαγή στον τρόπο ζωής και η εσωστρέφεια στέκονται αφορμή για τα πρώτα γραπτά της σε μορφή έμμετρων στίχων. Το 1990 διορίζεται στην Ερμούπολη Σύρου ως δασκάλα και πραγματοποιεί το εφηβικό όνειρό της να ζήσει σ' ένα νησί των Κυκλάδων. Η εκπομπή της "Το άλλοθι του φεγγαριού", στον ραδιοφωνικό σταθμό της Σύρου, θα δώσει -τιμής ένεκεν- και τον τίτλο στην πρώτη ποιητική της συλλογή. Από το 1994 ζει μόνιμα στην Αθήνα. Το 1996 μετεκπαιδεύεται για να υπηρετήσει τον ευαίσθητο χώρο της Ειδικής Αγωγής, όπου και εργάζεται μέχρι σήμερα. Είναι μεταπτυχιακή φοιτήτρια στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διευθύνει το ιστολόγιο "Το άλλοθι του φεγγαριού": http://to-allothi-tou-feggariou.blogspot.gr/2012/06/v_01.html.

Βιβλιογραφία:

1. "Το άλλοθι του φεγγαριού", αυτοέκδοση, 2007

2. "Το άλλοθι του φεγγαριού και η μικρή συνωμοσία των άστρων", εκδόσεις Εντός, 2010

3. "Φυσάει απόψε περασμένους έρωτες", Άνεμος Εκδοτική, 2011

4. "Στο ώ της πιο γενναίας λέξης", εκδόσεις Οσελότος, 2013.

Τίτλοι στη βάση Βιβλιονέτ
(2016) Δίσεκτος έρωτας, Οσελότος
(2013) Στο ώ της πιο γενναίας λέξης, Οσελότος
(2011) Φυσάει απόψε περασμένους έρωτες, Άνεμος Εκδοτική
(2010) Το άλλοθι του φεγγαριού και η μικρή συνωμοσία των άστρων, Εντός

Συμμετοχή σε συλλογικά έργα
(2007) Εικονική λογοτεχνία και www.ποίηση.gr, Συμπαντικές Διαδρομές

Πηγές:

https://plus.google.com/+%CE%95%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85/posts/dqhEABe7hpN

https://to-allothi-tou-feggariou.blogspot.gr/2016/04/blog-post_10.html

http://www.biblionet.gr/author/87783/%CE%95%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7_%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85
http://www.biblionet.gr/book/171873/%CE%9C%CE%B1%CF%85%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BD%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85,_%CE%95%CE%BB%CE%AD%CE%BD%CE%B7/%CE%A6%CF%85%CF%83%CE%AC%CE%B5%CE%B9_%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5_%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%85%CF%82_%CE%AD%CF%81%CF%89%CF%84%CE%B5%CF%82

Κυριακή 16 Απριλίου 2017

Ιερά Σύνοψις

Ιερά Σύνοψις

Η Ιερά Σύνοψις είναι ένα μικρών διαστάσεων θρησκευτικό βιβλίο, ιδιαίτερα πολυσέλιδο, που χρησιμοποιείται από τους Χριστιανούς. Δεν ανήκει στα βιβλία λειτουργικής , πλην όμως αναφέρεται σε πολλά εξ αυτών συνοπτικά, χαρακτηριζόμενο ως "Προσευχητάριο".

Η Ιερά Σύνοψις περιλαμβάνει γενικά διάφορες προσευχές παλαιές και νεότερες, εκλεκτούς ψαλμούς, τα βασικά μέρη διαφόρων ακολουθιών, ως Ωρολόγιο και Μέγα Ευχολόγιο, περιληπτικό μηνολόγιο του εκκλησιαστικού έτους κατ' εντομή, ευαγγελικές περικοπές Τριωδίου και της Εβδομάδας των Παθών, τους παρακλητικούς κανόνες του Δεκαπενταύγουστου, τους χαιρετισμούς της Θεοτόκου, Πασχάλιο ετών, ευρετήριο εορτών κ.ά.

Η Ιερά Σύνοψις αποτελεί στην ουσία ένα Μικρό Ωρολόγιο που χρησιμοποιούν οι πιστοί τόσο για την κατ' ιδία προσευχή τους, όσο και εντός των ναών παρακολουθώντας τις διάφορες ιεροτελεστίες, π.χ. Θεία Λειτουργία, Εσπερινός κ.λπ.. Κυκλοφορεί δε σε διάφορες εκδόσεις βασιζόμενες στην έκδοση του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Πηγές
"Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Larousse Britannica" τομ.56ος, σελ.119.

https://el.wikipedia.org/wiki/%CE%99%CE%B5%CF%81%CE%AC_%CE%A3%CF%8D%CE%BD%CE%BF%CF%88%CE%B9%CF%82

Κατηχητικός Λόγος του Ιωάννου Χρυσοστόμου την Κυριακή του Πάσχα


Κατηχητικός Λόγος του Ιωάννου Χρυσοστόμου την Κυριακή του Πάσχα


(Αναγιγνωσκόμενος υπό του αρχιερέως ή του προϊσταμένου)

Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως.

Εἴ τις δοῦλος εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ.

Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον.

Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα.

Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω.

Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω˙ καί γάρ οὐδέν ζημιοῦται.

Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω μηδέν ἐνδοιάζων.

Εἴ τις εἰς μόνην ἔφθασε τήν ἐνδεκάτην, μή φοβηθῇ τήν βραδύτητα˙ φιλότιμος γάρ ὤν ὁ Δεσπότης, δέχεται τόν ἔσχατον καθάπερ καί τόν πρῶτον˙ ἀναπαύει τόν τῆς ἐνδεκάτης, ὡς τόν ἐργασάμενον ἀπό τῆς πρώτης˙ καί τόν ὕστερον ἐλεεῖ καί τόν πρῶτον θεραπεύει˙ κακείνῳ δίδωσι καί τούτου χαρίζεται˙ καί τά ἔργα δέχεται καί τήν γνώμην ἀσπάζεται˙ καί τήν πρᾶξιν τιμᾷ καί τήν πρόθεσιν ἐπαινεῖ.

Οὐκοῦν εἰσέλθετε πάντες εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου ἡμῶν˙ καί πρῶτοι καί δεύτεροι τόν μισθόν ἀπολαύετε.

Πλούσιοι καί πένητες μετ’ ἀλλήλων χορεύσατε˙ ἐγκρατεῖς καί ράθυμοι τήν ἡμέραν τιμήσατε˙ νηστεύσαντες καί μή νηστεύσαντες, εὐφράνθητε σήμερον.

Ἡ τράπεζα γέμει, τρυφήσατε πάντες. Ὁ μόσχος πολύς, μηδείς ἐξέλθῃ πεινῶν.

Πάντες ἀπολαύσατε τοῦ συμποσίου τῆς πίστεως˙ πάντες ἀπολαύσατε τοῦ πλούτου τῆς χρηστότητος.

Μηδείς θρηνείτω πενίαν˙ ἐφάνη γάρ ἡ κοινή Βασιλεία.

Μηδείς ὀδυρέσθω πταίσματα˙ συγγνώμη γάρ ἐκ τοῦ τάφου ἀνέτειλε.

Μηδείς φοβείσθω θάνατον˙ ἠλευθέρωσε γάρ ἡμᾶς ὁ τοῦ Σωτῆρος θάνατος. Ἔσβεσεν αὐτόν, ὑπ’ αὐτοῦ κατεχόμενος. Ἐσκύλευσε τόν ἅδην ὁ κατελθών εἰς τόν ἅδην. Ἐπίκρανεν αὐτόν, γευσάμενον τῆς σαρκός αὐτοῦ.

Καί τοῦτο προλαβών Ἡσαΐας ἐβόησεν.

Ὁ ἅδης φησίν, ἐπικράνθη, συναντήσας σοι κάτω.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ κατηργήθη.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεπαίχθη.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐνεκρώθη.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ καθῃρέθη.

Ἐπικράνθη˙ καί γάρ ἐδεσμεύθη.

Ἔλαβε σῶμα καί Θεῷ περιέτυχεν. Ἔλαβε γῆν καί συνήντησεν οὐρανῷ.

Ἔλαβεν ὅπερ ἔβλεπε καί πέπτωκεν ὅθεν οὐκ ἔβλεπε.

Ποῦ σου, θάνατε, τό κέντρον; Ποῦ σου, ἅδη, τό νῖκος;

Ἀνέστη Χριστός καί σύ καταβέβλησαι.

Ἀνέστη Χριστός καί πεπτώκασι δαίμονες.

Ἀνέστη Χριστός καί χαίρουσιν ἄγγελοι.

Ἀνέστη Χριστός, καί ζωή πολιτεύεται.

Ἀνέστη Χριστός καί νεκρός οὐδείς ἐν τῷ μνήματι.

Χριστός γάρ ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν, ἀπαρχή τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο.

Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.


Νεοελληνική απόδοση


Όποιος είναι ευσεβής και φιλόθεος, ας απολαύσει τούτη την καλή και λαμπρή πανήγυρη.

Όποιος είναι δούλος ευγνώμων, ας μπει χαρούμενος στη χαρά του Κυρίου του.

Όποιος κουράστηκε νηστεύοντας, ας απολαύσει τώρα τον μισθό του.

Όποιος εργάστηκε από την πρώτη ώρα, ας δεχθεί σήμερα ό,τι δίκαια του οφείλεται.

Όποιος ήλθε μετά την τρίτη ώρα, ας εορτάσει ευχαρίστως.

Όποιος έφθασε μετά την έκτη ώρα, ας μην έχει καμιά αμφιβολία, διότι δεν υφίσταται καμιά ζημία.

Όποιος άργησε και έφτασε την ένατη ώρα, ας προσέλθει χωρίς ενδοιασμούς.

Όποιος έφτασε την ενδέκατη ώρα, ας μη φοβηθεί για τη βραδύτητα, διότι ο Δεσπότης είναι φιλότιμος και δέχεται τον τελευταίο όπως και τον πρώτο. Χαρίζει ανάπαυση σε εκείνον της ενδέκατης, όπως και σε εκείνον που εργάστηκε από την πρώτη. Και τον τελευταίο ελεεί και τον πρώτο περιποιείται. Και σε εκείνον δίνει και σε τούτον χαρίζει, και τα έργα δέχεται και τη διάθεση αναγνωρίζει και την πράξη τιμά και την πρόθεση επαινεί.

Μπείτε λοιπόν όλοι στη χαρά του Κυρίου σας. Και οι πρώτοι και οι δεύτεροι απολαύστε τον μισθό σας. Πλούσιοι και φτωχοί μεταξύ σας χορέψτε. Εγκρατείς και ράθυμοι τιμήστε την ημέρα. Όσοι νηστέψατε και όσοι δεν νηστέψατε, ευφρανθείτε σήμερα.

Το τραπέζι είναι γεμάτο, απολαύστε το όλοι. Ο μόσχος είναι πολύς, ας μην βγει κανείς πεινώντας. Απολαύστε όλοι το συμπόσιο της πίστης. Απολαύστε όλοι τον πλούτο της χρηστότητας.

Κανένας να μη θρηνεί για τη φτώχεια του, διότι φάνηκε η Βασιλεία του Θεού.

Κανένας να μην οδύρεται για τα πταίσματά του, διότι ανέτειλε η συγγνώμη από τον Τάφο.

Κανένας να μην φοβάται τον θάνατο, διότι μας ελευθέρωσε ο θάνατος του Σωτήρα.

Τον διέγραψε, ενώ κατεχόταν από αυτόν. Λαφυραγώγησε τον άδη, εκείνος που κατέβηκε στον άδη. Τον πίκρανε, όταν γεύτηκε τη σάρκα του.

Αυτό προβλέποντας ο Ησαΐας φώναξε:

Ο άδης πικράνθηκε, όταν σε συνάντησε κάτω.

Πικράνθηκε διότι καταργήθηκε.

Πικράνθηκε, διότι ξεγελάστηκε.

Πικράνθηκε διότι νεκρώθηκε.

Πικράνθηκε, διότι καθαιρέθηκε.

Πικράνθηκε, διότι δεσμεύθηκε (υποδουλώθηκε).

Έλαβε σώμα και του έτυχε Θεός. Ελαβε γη και συνάντησε ουρανό.

Έλαβε ό,τι έβλεπε και έπεσε όπου δεν έβλεπε.

Που είναι θάνατε το κέντρο σου; Πού είναι άδη η νίκη σου;

Αναστήθηκε ο Χριστός και συ έχεις καταβληθεί.

Αναστήθηκε ο Χριστός και έχουν γκρεμιστεί οι δαίμονες.

Αναστήθηκε ο Χριστός και χαίρουν οι άγγελοι.

Αναστήθηκε ο Χριστός και η ζωή βασιλεύει.

Αναστήθηκε ο Χριστός και δεν υπάρχει νεκρός στο μνήμα.

Διότι με την ανάστασή του ο Χριστός έγινε η αρχή των κεκοιμημένων.

Σε αυτόν ανήκει η δόξα και η εξουσία στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.



Πηγή :
http://2lyk-peir-athin.att.sch.gr/portal/religion/texts/katechetikos.htm

Σάββατο 15 Απριλίου 2017

Τέλιος Κωνσταντίνος -Οι δημοσιογράφοι και το Θείο Πάθος!


Οι δημοσιογράφοι και το Θείο Πάθος!

Σκεφτείτε το Θείο Πάθος να συνέβαινε σήμερα στην πόλη μας. Ο Ιησούς θα ήταν κρατούμενος στις Δικαστικές Φυλακές Διαβατών και θα τον μετέφερε το Μεταγωγών, θα πηγαινοερχόταν στα δικαστήρια στο Βαρδάρη και... Και θα βρισκόταν σίγουρα ένας Πιλάτος, θα υπήρχε σίγουρα ένας Λογγίνος, θα τον αγαπούσε σίγουρα ένας ληστής. Σα να βλέπω μπροστά μου τον δικαστή -ξέρετε με ποιον νόμο φυσικά θα δικαζόταν- που δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια από τη θλίψη του. Σα να βλέπω μπροστά μου τον αρχηγό της πτέρυγας των ποινικών να του φιλάει το χέρι και τους κρατούμενους να κλαίνε κρυφά για εκείνον. Κι αυτός που πρέπει να τον βασανίσει να επιτίθεται περισσότερο στα έπιπλα και τις καρέκλες για να ακούνε από έξω τον θόρυβο, να νομίζουν ότι τον χτυπά. Ο αστυνομικός διευθυντής είναι σε απόγνωση με την κατάσταση. Οι φύλακες είναι πραγματικά λυπημένοι, μα δεν μπορεί να κάνει κανείς τίποτε. Προφανώς θα τον εκτελέσουν κάπου εκεί που σκότωσαν τον Παγκρατίδη. Ο αστυνομικός φρουρός του σκουπίζει το μέτωπο, του κρατά το χέρι, του δίνει νερό που αγόρασε με δικά του χρήματα και δακρύζει μπροστά του. Το υπογράφω αυτό το τελευταίο ότι θα γινόταν! Τη μητέρα του, τη Μαρία Μαγδαληνή, την αποκαθήλωση, όλα μπορώ να τα φανταστώ!
Αυτό που δεν θέλω να φανταστώ είναι η στάση των δημοσιογράφων. Και όσο τους φέρνω στο νου μου έναν έναν ονομαστικά, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, με περικυκλώνει η φρίκη.


Καλή Ανάσταση - Καισαρίων
και

Καισαρίων Ατέλης
15 Απριλίου 2017

Τέλλος Φίλλης Μεγάλη Παρασκευή -της λάθος ματιάς



Μεγάλη Παρασκευή -της λάθος ματιάς

Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Εσταυρωμένος
γωνιά Τοσίτσα με Πατησίων είναι,
στα σύνορα του Έβρου σταυρώνεται τις νύχτες
στης Κακαβιάς τα χιόνια ποτίζεται όξος μουλωχτά
στο Φαρμακονήσι εξαφανίζεται
Στον Άγιο Παντελεήμονα κουβαλά τον σταυρό του μαρτυρίου
στον Δενδροπόταμο ξεψυχά
στο πάρκο της ΧΑΝΘ με τη σύριγγα στο χέρι ψιθυρίζει
«λαμά λαμά σαβαχθανί»
έξω από τα supermarket και στις λαϊκές αγορές
φορά ακάνθινο στεφάνι
βλέπεις το αίμα στο μέτωπο η όχι ακόμη;
Δεν είναι εκεί στις λαμπάδες, στα προαύλια ναών ο επιτάφιος απόψε
είναι κάτω από το σπίτι σου ο κοιμισμένος άστεγος
δεν του αρκεί να τον προσπεράσεις με το κερί στο χέρι
ούτε κάποια νηστεία σου, θα τον σώσει
Οι ολονύκτιες ψαλμωδίες σου δεν θα βρουν δουλειά στον άνεργο
μήτε οι ευχές με τα λαγουδάκια του πάσχα στο διαδίκτυο
θα αναπληρώσουν τα άδεια μάτια των μεταναστών
θύματα του συμμαθητή δουλεμπόρου
που χαιρετάς στα προεκλογικά σαλόνια
με κατάνυξη
Δεν είναι από κει που κοιτάς ο Άγιος που θα σε σώσει με το θάνατο του
κοιτά προσεκτικότερα, σταμάτα να φοβάσαι
και κοίτα
ίσως να μη σωθείς βεβαίως
αλλά τουλάχιστον θα έχεις
νιώσει το "πρώτο βήμα" τι σημαίνει
κι αν μια Ανάσταση έχει λόγο ύπαρξης
η μοναχά σαν αργία των δημόσιων υπηρεσιών
για μια πενταήμερη εκδρομή στην εξοχή μετριέται.
τ.φ.

Παρασκευή 14 Απριλίου 2017

“Άσμα Μικρό” του Νίκου Καρούζου





«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
και τώρα χάθηκε…
αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».
“Άσμα Μικρό” του Νίκου Καρούζου


Φωτό: «Το Κερί της Βλάχας», του Γιώργου Ιακωβίδη
Πηγή :

Γκάτσος Νίκος Μεγάλη Παρασκευή



Στο περιβολάκι
μπρος στην εκκλησιά
έμοιαζες πουλάκι
σ’άγρια φυλλωσιά
δυόσμο κι αγιοκέρι
κράταγες στο χέρι
κι έλεγες: "Ραβί
σώσε μας και πάλι"!
Ήτανε Μεγάλη
Παρασκευή

Νύχτες κι άλλες νύχτες
γύρισε η χρονιά
του πολέμου οι δείχτες
σήμαναν εννιά
κι είδαμε να βγαίνει
μ’όψη κολασμένη
μέσα απ’το κλουβί
το φριχτό τσακάλι
Ήτανε Μεγάλη
Παρασκευή

Τα παιδιά φευγάτα
έρμα τα χωριά
πάλευαν τα νιάτα
για τη λευτεριά
κι όταν ήρθα λίγο
να σε δω πριν φύγω
έκλαιγες βουβή με
σκυφτό κεφάλι
Ήτανε Μεγάλη
Παρασκευή


Στίχοι: Νίκος Γκάτσος

Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος

Ερμηνεία  Βίκυ Μοσχολιού 

Κυριακή 9 Απριλίου 2017

Θοδωρής Βουτσάς" ... στην λαγνεία της αιωνιότητας..."


« Θέλω να βάλω μια φωτιά
στον γκρίζο λόφο απ’ τις παλιές φωτογραφίες
κουρασμένος απ’ το κουβεντολόι τους για θάνατο
που σιωπηλά τρυπάει τ’ αυτιά μου.
.
Ν’ αδειάσω στα σκουπίδια κόκκο με κόκκο
τις στάχτες από τοπία που άλλαξαν,
βλέμματα που έδυσαν, χαμόγελα π’ έσβησαν
ήλιους που εβασίλεψαν, πόλεις που ξεμάκρυναν
Αγκαλιές όπου άδειασαν κι ορφάνεψαν,
ανάσες που ποτέ δεν έφυγαν από κάποιο στήθος.
.
Θ’ ανακατέψω στάχτες από αναμνήσεις,
μ’ ότι απόμεινε από την χθεσινή πίτσα,
μεγάλες στιγμές με κάτι ξεροκόμματα,
δυο φύλλα από μαρούλι μ’ αποκαΐδια στιγμών,
να μάθουν εκείνο που ξέρουν καλά
και μόνιμα μου διαφεύγει.
.
Πως η αιωνιότητα δεν είν' η ψεύτικη ακινησία τους,
αλλά, το τσιμέντο μιας αυλής που αύριο
θα τραβήξει πάνω του το ηλιοβασίλεμα,
οι αγκαλιές, τα χαμόγελα, οι άνθρωποι, που έρχονται,
οι παρέες από πιωμένους ευτυχισμένους
ξελογιασμένους με την ζωή.» (Θ|Β)


Χαρισμένο στην λαγνεία της αιωνιότητας,
με αφορμή την ανάσταση του Λαζάρου, και
τους αναδρομικούς πανηγυρισμούς
μιας νεότητας που έφυγε, μέσα από αναμνήσεις.


Σάββατο 8 Απριλίου 2017

Παντελής Μπουκάλας "Τέλος επισκέψεων" Από την ποιητική συλλογή Ρήματα


"Τέλος επισκέψεων":
Μ' άφησες πια.
Οι επισκέψεις σου αραίωσαν
ως το μηδέν.
Σκοτείνιασαν τα ρήματά σου,
το βλέμμα σου απανθρακωμένο,
το τακερό ως πριν.
Στρώνω τραπέζι,
τροχίζω το μολύβι
στην πέτρα της αναμονής,
καλό κρασί θερμαίνει το γυαλί,
τέλος παγώνει ορφανό.

Άργησες.
Καν δεν ήρθες.
Μάλλον θα το 'νιωσες πώς πια
σε προσκαλεί η πεινασμένη ανάγκη
κι όχι η έφηβη αυτοπεποίθηση
πώς όλα λέξεις
και όλα ξαναγίνονται αποξαρχής.
Και στράφηκες αλλού
με τη φαρμακερή παραμυθία σου.
Δεν σου κρατώ κακία.

Έξω απ το πάθος πια,
όμορφα ηττημένος,
μετρώ τα πράγματα
με τη δικαιοσύνη της παραδοχής.

Έτσι ήταν γραμμένο
κι έτσι γράφτηκε.
Να μου δοθεί ως την εξάντληση
των λογισμών μου δέσποινα ανεξάντλητη.

Είμαστε τα ταξίδια που αρνηθήκαμε.

Ρήματα



Παντελής Μπουκάλας

Άγρα, 2009
116 σελ.
ISBN 978-960-325-813-1, [Κυκλοφορεί]
Τιμή € 11,15

 Κρατικό Βραβείο Ποίησης [2010]


http://www.biblionet.gr/book

https://www.politeianet.gr/books/9789603258131-mpoukalas-pantelis-agra-rimata-197185