Σάββατο 24 Ιουνίου 2023

Γεώργιος Σεφέρης -Φωτιές του αϊ-Γιάννη

 

Η μοίρα μας, χυμένο μολύβι, δεν μπορεί ν’ αλλάξειδεν μπορεί να γίνει τίποτε.Έχυσαν το μολύβι μέσα στο νερό κάτω από τ’ αστέρια κι ας ανάβουν οι φωτιές.

Αν μείνεις γυμνή μπροστά στον καθρέφτη τα μεσάνυχτα βλέπεις5βλέπεις τον άνθρωπο να περνά στο βάθος του καθρέφτητον άνθρωπο μέσα στη μοίρα σου που κυβερνά το κορμί σου,μέσα στη μοναξιά και στη σιωπή τον άνθρωποτης μοναξιάς και της σιωπήςκι ας ανάβουν οι φωτιές.

10Την ώρα που τέλειωσε η μέρα και δεν άρχισε η άλλητην ώρα που κόπηκε ο καιρόςεκείνον που από τώρα και πριν από την αρχή κυβερνούσε το κορμί σουπρέπει να τον εύρειςπρέπει να τον ζητήσεις για να τον εύρει τουλάχιστο15κάποιος άλλος, όταν θα ’χεις πεθάνει.

Είναι τα παιδιά που ανάβουν τις φωτιές και φωνάζουν μπροστά στις φλόγες μέσα στη ζεστή νύχτα (Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)και ρίχνουν αλάτι μέσα στις φλόγες για να πλαταγίζουν Πόσο παράξενα μας κοιτάζουν ξαφνικά τα σπίτια, τα χωνευτήρια των ανθρώπων, σαν τα χαϊδέψει κάποια ανταύγεια).

Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχοτο βράδυ που έπεσε η γαλήνη20άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπήςμέσα στο κορμί σουτη νύχτα εκείνη του αϊ-Γιάννηόταν έσβησαν όλες οι φωτιέςκαι μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ’ αστέρια.

ΛονδίνοΙούλιος 1932

Κυριακή 19 Φεβρουαρίου 2023

Πάνος Σταθογιαννης "Ο πιο δικός μου άνθρωπος"

Ο ΠΙΟ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ο πιο δικός μου άνθρωπος πληθαίνει στη σιωπή. Κανείς δεν ξέρει τι υπομένει. Ποια προσβολή τον άφησε αχαμνό, τα μέλη του να ρίχνει ένα ένα στη φωτιά. Να αποσύρεται χαράματα στο ψέμα. Να κοιμάται. Ακόμη κι ο βυθός του είναι διάτρητος, γι’ αυτό και δεν του δίνω το άλογό μου να καλπάσει.
«Κοίτα», του λέω. «Κοίτα. Τόσον καιρό και τίποτα δεν έμαθες. Μια ενόχληση του σκότους είναι το φως. Το χάδι, πένθος. Φόβος, το φιλί».
Όμως αυτός σιωπά. Κοιτάζει πέρα τα καράβια που φεύγουν για τον πόλεμο. Κοιτάζει τους λυράρηδες που ξεφωνίζουν. Λέξη δεν λέει.
Κάποτε θα πεθάνει με τόση χάρη, που ούτε τα γιασεμιά δεν θα το αντιληφθούν. Μονάχα ο θεός του θα τον λυπηθεί, έτσι όπως θα εμφανιστεί μπροστά του κρατώντας κάτι τρομερό κι εφήμερο στα λιγνά του χεράκια.
Ο πιο δικός μου άνθρωπος δεν μένει πια μαζί μου. Μονάχα στη σιωπή του εγκαταβιώνει και πληθαίνει. Όμως εγώ εξακολουθώ να τον παρηγορώ. «Κοίτα», του λέω. «Κοίτα».