Ο ΠΙΟ ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΣ
Ο πιο δικός μου άνθρωπος πληθαίνει στη σιωπή. Κανείς δεν ξέρει τι υπομένει. Ποια προσβολή τον άφησε αχαμνό, τα μέλη του να ρίχνει ένα ένα στη φωτιά. Να αποσύρεται χαράματα στο ψέμα. Να κοιμάται. Ακόμη κι ο βυθός του είναι διάτρητος, γι’ αυτό και δεν του δίνω το άλογό μου να καλπάσει.
«Κοίτα», του λέω. «Κοίτα. Τόσον καιρό και τίποτα δεν έμαθες. Μια ενόχληση του σκότους είναι το φως. Το χάδι, πένθος. Φόβος, το φιλί».
Όμως αυτός σιωπά. Κοιτάζει πέρα τα καράβια που φεύγουν για τον πόλεμο. Κοιτάζει τους λυράρηδες που ξεφωνίζουν. Λέξη δεν λέει.
Κάποτε θα πεθάνει με τόση χάρη, που ούτε τα γιασεμιά δεν θα το αντιληφθούν. Μονάχα ο θεός του θα τον λυπηθεί, έτσι όπως θα εμφανιστεί μπροστά του κρατώντας κάτι τρομερό κι εφήμερο στα λιγνά του χεράκια.
«Κοίτα», του λέω. «Κοίτα. Τόσον καιρό και τίποτα δεν έμαθες. Μια ενόχληση του σκότους είναι το φως. Το χάδι, πένθος. Φόβος, το φιλί».
Όμως αυτός σιωπά. Κοιτάζει πέρα τα καράβια που φεύγουν για τον πόλεμο. Κοιτάζει τους λυράρηδες που ξεφωνίζουν. Λέξη δεν λέει.
Κάποτε θα πεθάνει με τόση χάρη, που ούτε τα γιασεμιά δεν θα το αντιληφθούν. Μονάχα ο θεός του θα τον λυπηθεί, έτσι όπως θα εμφανιστεί μπροστά του κρατώντας κάτι τρομερό κι εφήμερο στα λιγνά του χεράκια.
Ο πιο δικός μου άνθρωπος δεν μένει πια μαζί μου. Μονάχα στη σιωπή του εγκαταβιώνει και πληθαίνει. Όμως εγώ εξακολουθώ να τον παρηγορώ. «Κοίτα», του λέω. «Κοίτα».