Παρασκευή 10 Απριλίου 2026

Αλέξης Σταυράτης - Απόσπασμα από το βιβλίο: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ [Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, 2007]

 


Απόσπασμα από το βιβλίο: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ


……........………….Όλος ο κόσμος ήσουν εσύ κι εγώ ολόκληρη μια προσδοκία. Είχα ξεχάσει την ιερή σου αποστολή και αγωνιούσα για την ώρα τη δική μου.

…………………………….

Τι έρωτας ήταν αυτός που ένιωσα για σένα, τι αγάπη φύτρωσε στην έρημη καρδιά μου; Κι έφτασα πού ακολουθώντας την καρδιά μου; Σ’ ένα λόφο σπαρμένον κόκαλα, σ’ ένα σταυρό που μ’ έχει κι εμένα σταυρωμένη. Ο έρωτας που σου μιλά και ο σταυρός σου που με θανατώνει.

[Ο τόνος της φωνής της πέφτει πάλι, σταματάει τους βηματισμούς. Μοιρολογεί].

Αγαπημένε μου, σαν φύγει η μέρα, θα σβήσει και το φως σου. Εγώ κλεισμένη στη δική μου σιωπή θα φαίνεται πως αναπνέω ακόμα. Ο θάνατος δεν είναι μόνο ανάμεσά μας, κι οι δυο κατοικούμε στη σκιά του. Δεν είναι δύσκολο να σε ακολουθήσω ως το μνήμα, μήπως μπορέσω εκεί να σ’ ανταμώσω, εκεί να σου εξομολο­γηθώ τον έρωτά μου.

[Ξαφνικά η φωνή της βγαίνει πεισματική].

Όχι όμως, θα μείνω εδώ, να ζω και για τους δυο μας την αγάπη μας. Ίσως γιατί ελπίζω πως περι­μένοντας αιώνια θα κουραστεί ο θάνατος να σε κρατάει μακριά μου…

Δίπλα η μητέρα σου θρηνεί και οδύρεται για τη χαμένη άνοιξη του γιου της. Κι αυτή θα ζήσει με τον πόνο της, θα σε κρατάει ζω­ντανό σα να μπορούσε να σε γεννήσει πάλι απ’ την αρχή. Έτσι κι εγώ, θα σε κρατήσω ζωντανό στα ερωτευμένα φυλλοκάρδια μου. Θα σου λέω ‘καλημέρα’ το πρωί, θα σε φιλώ για καληνύχτα αργά τα βράδια. Γιατί, αγαπημένε μου Ιησού, η αγάπη δεν πεθαίνει.

…………………………….

[Γονατίζει εκεί που βρίσκεται, ενώ οι λέξεις βγαίνουν αργά, σχε­δόν τρέμοντας, από το στόμα της. Ίσως κλαίει].

Σε σταύρωσαν γιατί μ’ αγάπησες, Ζωή μου; Πόσο πονάω που ο έρωτάς μου έγινε μια αιτία που σ’ έφεραν εδώ… Και τι να κάνω τώρα; Δεν πρόλαβα να πω πως είσαι αθώος, να πω πως δε μ’ αγάπησες εσύ, μήπως και καταφέρω να σε σώσω. Δεν πρόλαβα να σε γλιτώσω απ’ το σταυρό, και να ’μαι εδώ μαζί σου μια σταυρωμένη της αγάπης.

Ποια ελπίδα, ποια παρηγοριά μπορεί να με κρατήσει ζωντανή; Η αγάπη μου σταυρώθηκε γιατί πολύ αγάπησε. Ας λένε οι άλλοι ό,τι θέ­λουν, …… Εσύ για την αγάπη πέθανες, πλήρω­σες, γιατί κι εσύ πολύ αγάπησες.

[Σηκώνεται, υψώνει τα χέρια, τόσο που εάν καθόταν κάποιος πίσω της, ίσως δεν θα έβλεπε την κίνησή τους]

Χριστέ μου, αγαπημένε μου, θεέ μου! Πώς να πενθήσω την αγάπη μου αφού για μένα δεν πεθαίνει; Τούτη την ώρα την πικρή τα μάτια μου γέμισαν με θάνατο, όμως άλλα η καρδιά προστάζει. Όσο εγώ είμαι ζωντανή, θα ζεις μες στην καρδιά μου. ……….. Φτά­νει που σ’ αγαπούσα σα θεό και σαν θεό θα σε κηρύξω στους αιώνες. Δε σε μοιρολογώ που σ’ έχασα, γιατί θα σ’ έχω πάντα στην καρδιά μου. Θρηνώ που δεν κατάφερα να πω το ‘σ’ αγαπώ’ μπροστά σε όλους. Να είναι μέρα και με φως, να είναι αιώνιο Πάσχα. Όμως δεν ήξερα αν θα σ’ έβλαφτα, αν θα σε πρόσβαλε η αγάπη τής Μαγδαλη­νής.

…………………..

[Η Μαρία στρέφεται προς το χορό, μοιάζει να την διαπερνά ελαφρό ρίγος. Τα χείλη της τρέμουν, κινούνται σε ρυθμό τραγουδιού].



Για ελάτε εδώ συντρόφισσες κι εσύ η μαύρη μάνα,

η μάνα να κλάψει τον υγιό κι η έρμη την αγάπη

κι οι πιο πολλές την άνοιξη που σήμερα πεθαίνει.

Μέρα λαμπρή δεν έρχεται, αυγή δεν καρτεράω

σκοτείνιασαν τα μάτια μου, μαύρισ’ ο τόπος όλος,

σήμερα πέθανε ο Χριστός, η αγάπη η εδική μου.

Ο κάτω κόσμος χαίρεται, ο χάρος τραγουδάει

κι εγώ να ζήσω δεν μπορώ χωρίς τα μαύρα μάτια,

γιατί ούτε χήρα θα γενώ ούτε καλή νυφούλα.



[Μες στο κεφάλι της σαν έκρηξη. Από­τομο και γρήγορο τίναγμα της κεφαλής. Φωνάζει αλλά η κραυγή δε βγαίνει τόσο δυνατά προς τα έξω όσο ακούγεται μέσα της].

Ιησού, Ιησού μου!

[Κάνει 1-2 βήματα μπροστά, η φωνή της τώρα είναι πιο δυνατή, λίγο απέχει από ουρλιαχτό. Είναι η κραυγή του πένθους, όταν αρνείσαι να δεχτείς το τετελεσμένο στη ζωή. Η καρδιά της χτυπάει δυνατά, το στήθος της ανεβοκατεβαίνει, είναι τύμπανο έτοιμο να σπάσει από τα χτυπήματα].

Δε θέλω να πεθάνεις, δε θέλω να σε χάσω, αφήστε με να τον φι­λήσω για στερνή φορά.

[Δυο δυνατά χέρια την εμποδίζουν να προχωρήσει παραπέρα. Αυτή χτυπιέται ολόκληρη, σκίζει με μανία τα ρούχα της. Πέφτει καταγής, τα νύχια της μπήγονται βαθιά στο χώμα. Στο βάθος κά­ποιοι στρατιώτες γελάνε. Στον ουρανό δυναμώνουν οι αστραπές κι ο ουρανός πλημμυρίζει τη γη με δάκρυα].

Θεέ μου, θέλω ν’ αναστηθείς! Πώς να κρατήσω στην καρδιά μου τόση αγάπη, πώς να αντέξω τόση ευθύνη… Χριστέ μου, εί­πες θ’ αναστηθείς. Ιησού μου, θέλω ν’ αναστηθείς. Αν μ’ αγαπάς, δείξτο μου μια φορά κι εσύ με την ανάστασή σου. Μονάχα η πίστη στην ανάσταση μ’ αφήνει ν’ ανασαίνω. Θα έρθω ξανά με μύρα να σ’ αλείψω, να επαναλάβω την πράξη της αγάπης μου. Να εί­σαι όρθιος, να γονατίσω άλλη μια φορά, να σκουπίσω με φιλιά το αίμα των πληγών σου…

[Οι στρατιώτες την τραβάν με τη βία μακριά απ’ το σταυρό, τώρα κουνάνε σκυθρωπά τα κεφάλια τους για τη γυναίκα που ‘τρελάθηκε’].

Σ’ αγαπάω, ψυχή μου, σ’ αγαπάω Ζωή μου…

……………………………..

[Η βροχή συνεχίζεται, το σκοτάδι πυκνώνει, το κλάμα της έχει λιγοστέψει. Ξεκινάει να φύγει, μα όπως δε βλέπει πού πατάει, σκοντάφτει και πέφτει στη γη. Ακούγεται ο ήχος της πτώσης, τραντάζεται ολόκληρη. Ψάχνει από κάπου να κρατηθεί, τα χέρια της κινούνται τυφλά. Χωρίς να το έχει καταλάβει πώς, κρατάει ένα κρανίο. Είναι βουτηγμένη στις λάσπες. Οι σταυροί ξεχωρίζουν στο φως των αστραπών. Από εκεί, όμως, φαίνεται μόνο το άνω μέρος των σταυρών. Κοιτάζει με απορία, τη μια το κρανίο που κρατάει, την άλλη τους σταυρούς. Έχει καταρρεύσει τελείως, δε βρίσκει δύναμη να σηκωθεί. Σκύβει το κεφάλι από ντροπή].

Ιησού μου, Ιησού μου, συγχώρεσέ με! Τώρα αμάρτησα, τώρα που πήγα να φύγω απ’ την αγάπη.…

………………………………..

[Ξεσπάει σε δυνατά αναφιλητά, σφίγγει ασυνείδητα τη νεκροκεφαλή πάνω της].

Άνθρωπος είμαι και δεν άντεξα τη σκέψη πως σε χάνω. Πώς να γεμίσει η αγκαλιά με μνήμες, πώς ν’ αναθρέψεις τα νεκρωμένα όνειρά σου;

Πώς έφτασα να θρηνώ μια τέτοια αγάπη; Κι εγώ τι έκανα γι’ αυτήν; Μόνο σού το ’δειξα και περίμενα σιωπηλά την ώρα σου. Αχ, γιατί να μη τολμήσω περισσότερο, γιατί να μη σου πω ξανά πόσο σ’ αγαπάω;

Ο έρωτας δε γίνεται σταυρός χωρίς και τα δικά μας λάθη…

Τώρα θα ήμασταν αλλού. Μπορεί στην Αίγυπτο ή και στη μακρινή Ινδία, όπου κι αν ήταν, δε θα ’σουν τώρα σταυρωμένος… Πώς να ζήσω η δύστυχη σαν με βαραίνουν τέτοια λάθη, όταν θα σκέφτομαι πως εγώ σε σκότωσα, αφού μπορούσα να σε σώσω; Δος μου την ελπίδα σου, καλέ μου, δώσε μου την ανάστασή σου. Άλλη παρηγοριά δεν έχω.

[Κάποιοι διαβάτες κοιτούν με απορία το ζωντανό κουφάρι που είναι αγκαλιασμένο με τη νεκροκεφαλή. Ένας σταματάει για ν’ ακούσει το μοιρολόι της. Ασυναρτησίες τού μοιάζουν, κουνάει το κεφάλι του κι απομακρύνεται κι αυτός. Είναι ο τελευταίος από το σταυρωτή όχλο. Εκείνη ακόμα μουρμουρίζει].

Ήμουν η πιο ευτυχισμένη γυναίκα στον κόσμο επειδή εσύ με κοίταξες. Όσο αργούσε το ‘σ’ αγαπώ’ σου, τόσο και σ’ αγαπούσα πιο πολύ. Και νεκρό θα σ’ αγαπάω, Ζωή μου, γιατί ’μαι κι εγώ νεκρή απ’ την αγάπη.

Αλλά τι λέω, η αγάπη είναι θεός και δεν πεθαίνει, η αγάπη είναι ο Θεός.

Η αγάπη και νεκρούς ανασταίνει. Κι εσύ, κι εσύ…, θα περιμένω την ανάστασή σου, την ανάστασή σου…

[Τα μαλλιά της ξέπλεκα ανεμίζουν, το πρόσωπό της στραμμένο ακαθόριστα προς τους σταυρούς. Τα μάτια πρησμένα από το κλάμα, τα χείλη της μόλις κινούνται].



Ιησού μου, σ’ αγαπάω…

Σ’ αγαπάω…

Σ’ αγαπάω…



[Τα τελευταία λόγια, ανακατεμένα με λυγμούς, μόλις ακούγονται, ξεψυχάνε στον ήχο του ανέμου που σφυρίζει σκορπίζοντας την παγωνιά στην κορυφή του λόφου, στις πλαγιές του Γολγοθά, στην καρδιά του σύμπαντος και των ανθρώπων].




Απόσπασμα από το βιβλίο: Ο ΕΡΩΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ [Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ, 2007]

----------------------------------------------------------------

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου