Αυτό το παραπάνω που βάζεις πάνω σου
Το ασήμαντο
Βγαλμένο από την ανάγκη σου για ψήλωμα
Παίρνει στα μάτια μου μορφή
Αρχαίου δράκου
Αυτό το λίγο παραπάνω το ανούσιο
Γλιστράει μέσα μου
-Ενώ βρίσκομαι σε διαδικασία αφαίρεσης-
Καταλαμβάνει τα κενά προστίθεται
Γαντζώνεται και αναρριχάται
Ρουφάει το οξυγόνο των αναπνοών μου
Τις ουσίες από το βρογχικό μου δέντρο
Το ξεριζώνω τότε και βγάζω μαζί
Βαθιά ριζώματα
Διαδρόμους διαφυγής
Κι επιτέλους φτάνω
Στα λημέρια της ποίησης:
Στην γλάστρα με την λεμονιά
Που φύτρωσε από το κουκούτσι
Που φύτεψα μια Άνοιξη
«Είσαι ακατάδεχτη» την μαλώνω
«όλα τα μπόλια που σου έβαλα τα πέταξες»
Και εκείνη στην γλώσσα των εσπεριδοειδών
Αστράφτει «κοίτα»
Και τότε βλέπω το θαύμα:
Είναι πράσινα δάκρυα με αιμάτινες ανταύγειες
Είναι οι πρώτες ανάσες μιας υπόσχεσης:
«Θα τα γεννήσω μόνη μου»
Δέκα εαρινές ισημερίες περάσανε να περιμένω
Της λεμονιάς τα πολύ μικρά
Τα ουσιώδη
Δώδεκα μπουμπούκια
