Ο ΠΕΡΙΠΑΤΟΣ
μνήμη Ἄρη Κωνσταντινίδη
Βάδιζα κατὰ μῆκος τῆς ἀκτῆς
μιὰ βαριὰ συννεφιὰ σκέπαζε τὸν οὐρανὸ
τὰ κύματα γκρίζα κι ἀνατριχιαστικὰ
κύματα γκρίζα σκάζαν στὴν παραλία
μιὰ δύναμη μ᾿ ἔσπρωχνε νὰ κάνω στροφὴ
ν᾿ ἀρχίσω νὰ περπατάω πάνω στὰ κύματα
μαῦρες γάτες περπατοῦσαν πάνω στὰ γκρίζα
κύματα
καὶ ἡ ψυχή μου ἦταν νεκρή.
Ὅμως ξαφνικὰ ἕνας ἥλιος ἔσκισε τὰ
σύννεφα.
ἡ θάλασσα ἔγινε πάλι γαλάζια
ζωντάνεψε πάλι ἡ ψυχή μου
κι ἐξακολούθησα τὸν περίπατό μου. Mίλτος Σαχτούρης
Η ΛΑΜΨΗ
– Πετᾶς; τὸν ρώτησε αὐτὸς ποὺ κρατοῦσε τὸ μαχαίρι.
Ὁ ἄλλος σιγὰ σιγὰ δὲν πάταγε πιὰ τὸ χῶμα, σιγὰ σιγὰ
εἶχε σηκωθεῖ κάπου μισὸ μέτρο πάνω ἀπὸ τὴ γῆ.
– Ὅμως - εἶπε ὁ πρῶτος:
Ἐγὼ μπορῶ κι ἔτσι ποὺ ἀνεβαίνεις νὰ σ᾿ τὸ
καρφώσω τὸ μαχαίρι.
Καὶ τότε μὲ μιὰ λάμψη ὁ ἄλλος καὶ μ᾿ ἕνα
σφύριγμα ἐκκωφαντικὸ σὰ σφαίρα πυροβόλου
χάθηκε, ἐξαφανίστηκε μέσα στὸ διάστημα.
Ἔκπληκτος κοίταζε ὁ ἀπομείνας
τὸ ἄχρηστο πιὰ χέρι του.
Ὁ Ἐλεγκτής
Ἕνας μπαξὲς γεμάτος αἷμα
εἶν᾿ ὁ οὐρανὸς
καὶ λίγο χιόνι
ἕσφιξα τὰ σκοινιά μου
πρέπει καὶ πάλι νὰ ἐλέγξω
τ᾿ ἀστέρια
ἐγὼ
κληρονόμος πουλιῶν
πρέπει
ἔστω καὶ μὲ σπασμένα φτερὰ
νὰ πετάω.
Μακάρι νὰ βρεῖ πέννα καὶ χαρτὶ ἐκεῖ ποὺ πάει...
Ο ΧΟΡΟΣ
Ἀπὸ τὶς πόρτες ἔμπαιναν εὐτυχισμένοι στολισμένοι
ἄλλοι φορούσανε σπαθιὰ κι ἄλλοι μαχαίρια
κρατοῦσαν ὄνειρα ζεστὰ στὰ παγωμένα χέρια
ὄνειρα ποὺ ἔκαιγε ὁ πυρετὸς λουλούδια
πρόβαλαν στοὺς καθρέφτες μενεξέδες
ὡραῖα πρόσωπα μὲ σταγόνες ἀσήμι
στὸ μέτωπο καὶ στὰ μάγουλα
κόκκινα χέρια καὶ τριαντάφυλλα πηχτὰ
ὁ ἔρωτας ποὺ ἔκαιγε ψηλὰ στὶς καπνοδόχες
ὁ ἔρωτας ποὺ ἔσταζε στοῦ δρόμου τὸ αὐλάκι
ὁ ἔρωτας ποὺ βογγοῦσε κάτω ἀπ᾿ τὰ πατήματα
τῶν παπουτσιῶν
ὁ ἕνας νὰ κατέβει τρέμοντας ἑτοιμόρροπες σκάλες
ὁ ἄλλος νὰ τὶς ἀνέβει τρέχοντας
γιὰ νὰ προφτάσουν τὸ αἷμα νὰ μὴν παγώσει
καὶ τὴν καρδιὰ νὰ μὴ σκιστεῖ
ὥσπου τὰ φέρετρα νὰ γίνουν αὔριο ἄσπρες βάρκες
καὶ μέσα νὰ τραγουδᾶνε εὐτυχισμένοι οἱ νεκροί
Ἡ νοσταλγία γυρίζει
Ἡ γυναίκα γδύθηκε καὶ ξάπλωσε στὸ
κρεβάτι
ἕνα φιλὶ ἀνοιγόκλεινε πάνω στὸ πάτωμα
οἱ ἄγριες μορφὲς μὲ τὰ μαχαίρια ἀρχίσαν
νὰ ξεπροβάλλουν στὸ ταβάνι
στὸν τοῖχο κρεμασμένο ἕνα πουλὶ πνίγηκε
κι ἔσβησε
ἕνα κερὶ ἔγειρε κι ἔπεσε ἀπ᾿ τὸ καντηλέρι
ἔξω ἀκούγονταν κλάματα καὶ ποδοβολητά
Ἄνοιξαν τὰ παράθυρα μπῆκε ἕνα χέρι
ἔπειτα μπῆκε τὸ φεγγάρι
ἀγκάλιασε τὴ γυναίκα καὶ κοιμήθηκαν μαζὶ
Ὅλο τὸ βράδυ ἀκουγόταν μιὰ φωνή:
Οἱ μέρες περνοῦν
τὸ χιόνι μένει
Ἡ πηγή
Φεγγάρι πεθαμένο μου
γιὰ ξαναβγὲς καὶ πάλι
θέλω νὰ δῶ τὸ αἷμα σου
δὲν ἔκαιγες λυχνάρι
φώτιζες
τὸ φοβισμένο πρόσωπο
θέλω νὰ δῶ
τὸ φοβισμένο πρόσωπο
τώρα
πάλι καὶ πάλι
τότε
ὅλο τὸ σῶμα μου ἦταν
μιὰ πληγὴ
φεγγάρι
μιὰ πηγὴ
καὶ φώτιζε
τῆς νύχτας τὸ σκοτάδι
Φεγγάρι πεθαμένο μου
θέλω νὰ δῶ τὸ αἷμα σου
τώρα
πάλι καὶ πάλι
Τὸ μαρτύριο
Μοσχοβολοῦσε τὸ φεγγάρι
σκύλοι μ᾿ ἄσπρα λουλούδια στὸ κεφάλι
περνούσανε στὸ δρόμο ἐκστατικοὶ
κι ὁ δρόμος κάτω ἔφεγγε ἀπὸ κρύσταλλο
καὶ μέσα φαίνονταν
τὰ σφυριὰ καὶ τὰ μαχαίρια
Μέσα στὰ χέρια μου ἔσπασα τὸ κρύσταλλο
Καὶ τότε εἶδα τὸ κόκκινο τὸ σύννεφο
νὰ μεγαλώνει ν᾿ ἀνάβει τὴν καρδιά μου
καὶ τ᾿ ἄλλο τὸ γκρίζο σὰν καπνὸς
ν᾿ ἀδειάζει ἀπὸ μέσα μου νὰ φεύγει
Ο ΑΓΓΛΟΣ ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΟΙΗΤΗΣ
DANTE GABRIEL ROSSETI
ΓΡΑΦΕΙ ΜΕ ΤΟ ΧΕΡΙ ΜΟΥ ΕΝΑ ΠΟΙΗΜΑ
Ἄκου!
Σοῦ ἔλεγα τότε τὴν ἀλήθεια
τὴν ἤξερα τότε τὴν ἀλήθεια
– Ὄχι, μοῦ ἔλεγες
τὰ πουλιὰ φυτρώνουν
τὰ γουρούνια πετᾶνε
τὰ λουλούδια περπατᾶνε
οἱ ἄνθρωποι, λένε πάντα ψέματα
σοῦ ἔδειχνα ἕνα πουλὶ
ἔλεγες – Εἶναι λουλούδι
σοῦ ἔδειχνα ἕνα λουλούδι
ὄχι, ἔλεγες – Εἶναι πουλὶ
κι οἱ ἄνθρωποι λένε πάντα ψέματα
τώρα ἐγὼ βλέπω τὸ φεγγάρι
αὐτὸ τὸ σπασμένο σπαστικὸ
παιδὶ
ποὺ ὁ Ἰούλιος Βὲρν
ἔλεγε κάποτε:
– Οἱ ἄνθρωποι θὰ τὸ κατοικήσουν
βλέπω
αὐτὸ τὸ μεγάλο χιονισμένο φέρετρο
ποὺ ρίχνουν κάθε μέρα μὲ κρότο
πάνω του πρόκες
κι ἐπιμένουνε
νὰ τ᾿ ὀνομάζουν
ΓΗ
ἴσως νὰ εἶχες δίκιο τότε
γι᾿ αὐτὸ μπόρεσες καὶ ἔζησες
γι᾿ αὐτὸ μπόρεσα καὶ ἔζησα
ΑΥΓΗ
Ο ΠΕΙΡΑΣΜΟΣ
Πίσω ἀπὸ τὶς μαυροφορεμένες γριὲς
πίσω ἀπὸ τὴν πλάτη τους
τὸ ἄσπρο κρεβάτι
καὶ πάνω καταμόναχο τὸ μῆλο
ὅπως καὶ πρὶν ἀπὸ τὸ μῆλο
καταμόναχο ἦταν τὸ ἄνθος τὸ λευκὸ
τὸ σκίσαν μὲ μαχαίρια καὶ ψαλίδια
μ᾿ αἷμα τὸ πότισαν
καὶ τώρα πάνω στὸ κρεβάτι
κείτεται σάπιο μῆλο
γι᾿ αὐτὸ ὁ ἄγγελος στὴν ἄκρη κάθεται
τοῦ κρεβατιοῦ
πίσω ἀπὸ τὶς μαυροφορεμένες γριὲς
πίσω ἀπ᾿ τὴν πλάτη τους
ἀνοίγει τ᾿ ἄσπρα του φτερὰ
τὸ χέρι ἁπλώνει πρὸς τὸ μῆλο
ΟΠΩΣ ΤΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΑ
Δύσκολα χρόνια
τρομαγμένα παιδιὰ
σιάχνουν μὲ χαρτὶ κοκοράκια
τὰ βάφουν μαῦρα
σὰ σβησμένα κεριὰ
τὰ βάφουν κόκκινα
σὰ ματωμένα λουλούδια
κι ἀποροῦν οἱ μανάδες
ποὺ ὕστερα ἔρχεται
ὁ μεγάλος φίλος
ὁ κατάμαυρος φίλος
μὲ τὰ χρυσὰ χέρια
καὶ τὰ παίρνει
ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ
Μέσ᾿ τὸ δωμάτιο
μιὰ βροχὴ ἀπὸ κάτουρο
πετοῦν ἁγνὲς κοπέλες μὲ φτερὰ
ψοφίμια μὲ ρὸζ στὴν καρδιά τους οὐρανὸ
κι ἄνθρωποι μ᾿ οὐρανὸ γεμάτο σάπιο αἷμα
κρέμονται κι ἀνεμίζουν τ᾿ ἄσπρα πόδια τους
ἀπὸ τὰ μάτια τους βγαίνουνε μαχαίρια
τεράστιες μαῦρες ἀνεμῶνες φυτρώνουνε
στὸ στῆθος τους
καθὼς πετᾶνε σφάζουν κι ἀγκαλιάζονται
οἱ ἁγνὲς κοπέλες τὰ ψοφίμια οἱ σάπιοι
ἄνθρωποι
κάτω ἀπὸ ἕναν κατουρημένο οὐρανό
*
Δάσος παράξενο μαγεύει τὴ φωνή μου
κάθε μου λέξη μία σταγόνα αἷμα
ὅλο μου τὸ τραγούδι ἕνα δέντρο
ἀπὸ τὸ αἷμα ποτισμένο τῶν φονιάδων
χίλιοι φονιάδες χίλια ἄγρια δέντρα
δάσος παράξενο ποὺ μαγεύει τὴ φωνή μου
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου