Σάββατο 11 Οκτωβρίου 2014

Γιώργος Κιουρτίδης, Ένας πρόθυμος Ιούδας (Προδημοσίευση κι απόσπασμα από το αφήγημα)



Ένας πρόθυμος Ιούδας (Αφήγημα)

Αντί προλόγου


Τυραννιέμαι κάθε μέρα.

Προσπαθώ να καταγράψω όλα αυτά που έζησα.

Δεν μπορώ! Αντιδρά η ύπαρξή μου. ΄Ισως γιατί

η γραφίδα μου ακουμπώντας στο χαρτί, τρυπάει

το παρελθόν και φτάνει βαθιά μέσα στα σοκάκια

εκείνου του εφιάλτη.

Σε κάθε λέξη, σε κάθε αράδα, ανασαίνω και πάλι

εκείνον τον εξευτελισμό. Ματώνω!

Δεν θέλω να τα ξαναζήσω...

Μα πως αλλιώς να λυτρωθώ;

Έρχονται πληγωμένες οι ζωές μας... Ικετεύουν!

Ζητούν πίσω ξανά... την αξιοπρέπειά τους.

Το ξέρω...

Αυτά που έζησα, δεν είναι δικά μου. Δεν μου ανήκουν.

Ανήκουν σε όλους!

Θα κλείσω τα μάτια και θα συρθώ στην κόλαση ξανά.

Και τότε, ας γίνουν αυτές οι λέξεις της αλήθειας,

μνήμης σταυρός,

πάνω στα κομμάτια της ζωής μας που χάθηκαν!






Κεφάλαιο: Ο Θάνατος ενός συμβόλου

(απόσπασμα)

[...]

Πέρασα κάθετα την Πανεπιστημίου και

προχώρησα προς την Ακαδημία. Χωρίς να το

συνειδητοποιήσω, βρέθηκα να κάθομαι κάτω

από το άγαλμα του Σωκράτη. Στα πόδια του!

Η σκιά μιας νεραντζιάς με προστάτευε απ' την

πυρωμένη κόλαση του ήλιου. Το βλέμμα μου,

έτρεξε στην απέναντι μεριά. Στα κτίρια της

Πανεπιστημίου. Καρφώθηκε στο νεοκλασικό

κτίριο με τα πράσινα παραθυρόφυλλα και τις

πράσινες σιδερένιες πόρτες' στο αρχοντικό

Σερπιέρη. Εκεί που έζησα τα τελευταία δέκα

εργασιακά μου χρόνια. Προσπάθησα

να διαβάσω τη χαραγμένη επιγραφή στη

μαρμάρινη πρόσοψη. Δεν τα κατάφερνα!

Δεν φαινόταν καλά... Ίσως και να ξεθώριαζε!

Εκείνο που σίγουρα δεν θα ξεθώριαζε ποτέ,

ήταν η πολιτιστική κληρονομιά που

κουβαλούσε αυτό το κτίσμα. Μέσα του

σέρνονταν απομεινάρια από τα Λαυρεωτικά

και ανάσαινε, εδώ και περίπου έναν αιώνα,

όλη η αγροτική πίστη της πατρίδος μας.

Ένα κτίριο σύμβολο!

[...]




Κεφάλαιο: Αρουραίοι

(Απόσπασμα)

[...]

Κάτι που δεν θέλεις, είπα μέσα μου, που δεν είναι

χρήσιμο, η που μπορεί να σου δημιουργήσει μόνο

προβλήματα, το πετάς. Εμείς γι' αυτούς, σκεφτόμουν,

στην καλύτερη περίπτωση, ήμασταν αναλώσιμοι και θα

μας πετούσαν όπως τα περισσεύματα. Στη χειρότερη,

στα μάτια τους φαντάζαμε ενοχλητικοί αριθμοί στα

εργασιακά κατάστιχα και με μια κίνηση θα μας

έσβηναν, θα μας ακύρωναν.

[...]




Κεφάλαιο: Έξοδος

(Απόσπασμα)

[...]


Θα έφευγα! Ήταν το μόνο σίγουρο. Ας υπήρχαν τόσα

και τόσα αρνητικά.

Ο Θεός να βάλει το χέρι του, παρακάλεσα μέσα μου.

Να μην αρρωστήσουμε!

Δεν είχαμε πλέον τίποτα. Μας τα είχαν πάρει

όλα. Δουλειά, ταμείο υγείας, αξιοπρέπεια, όνειρα!

Όλα σταμάτησαν, εκείνη την μαύρη Παρασκευή

του Ιουλίου, του 2012. Είκοσι επτά έδειχνε το

ημερολόγιο. Εκεί έμεινε απολιθωμένη και η ανάσα

μας. Σε κείνη την ημερομηνία. Μετά δεν υπήχαμε!

Ούτε η τράπεζα, ούτε και μεις.

Ο απόλυτος παραλογισμός!

Δεν θα έμενα λοιπόν.

Θα έφευγα! Θα έφευγα να σωθώ.

[...]


Επίμετρο (Απόσπασμα)

[...]

Το γράμμα της Δώρας, με συγκλόνισε.

Το κοιτούσα για ώρα...

Όλα θα γίνουν μνήμες! σκέφτηκα.

Έρχονται στιγμές, που θέλω να σκύψω

σε μια γωνιά και να κλάψω.

Για ότι έχασα...

Για ότι άφησα να χαθεί.

Για τη ζωή μου!

Έφυγα!...

Μα η ψυχή μου, με παράπονο, πάντα πίσω κοιτάζει...


(Προδημοσίευση)

Σημείωση του συγγραφέα:

Το αφήγημα έχει ολοκληρωθεί

και κατοχυρωθεί νομικά.

Θα εκδοθεί, το 2015.

Χολαργός, 26.7.2014
Γιώργος Κιουρτίδης 
Πηγή :
http://www.gkiourtidis.gr/

φωτογραφία από http://atheatos.blogspot.gr


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου