Τρίτη 12 Ιανουαρίου 2016

Κουκάκης Γιάννης, ΤΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΜΕ ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ




ΤΟ ΑΕΡΟΠΛΑΝΟ ΜΕ ΤΑ ΣΠΑΣΜΕΝΑ ΦΤΕΡΑ

Όλη την νύχτα τραγουδούσα,
μόνο για εκείνη,
σαν ένα αεροπλάνο χωρίς φτερά,
πιάστηκα από τον βράχο της ελπίδας,
όλα τ΄αστέρια άκουγαν,
το μελωδικό τραγούδι, ..

Αν και δεν μπορώ να πετάξω μακριά,
θα πάω μέχρι το τέρμα,
να παίξω με τα σύννεφα,
δάκρυα να βρέχει ο ουρανός,
η μέρα να γίνει νύχτα, ..

Στη ζωή μπορεί να προσποιούμαστε,
να κοιτάμε αλλού όταν μας κοιτάζουν,
να κρύβουμε τον πόνο μας,
να μην τρομάζουν οι άλλοι,
αλλά σήμερα ξέρω,
ότι δεν μπορώ να σταθώ στα πόδια μου,
σαν μπαλαρίνα που γέρασε,
δεν θα χορέψω μαζί της, ..

Ω, .. η καταιγίδα έρχεται,
και η νυχτιά ήταν μεγάλη,
άκουγα με υπομονή τον άνεμο να φυσάει,
απόψε άλλαξα ζωή,
άλλαξα και κρεββάτι,
σταμάτησα τα χαμόγελα,
κοιμήθηκα επάνω στο πιάνο,
κι εσύ διαβάτη,
ακίνητο όταν με βρεις,
να παίξεις με φυσαρμόνικα,
τραγούδια μόνο για μένα, ..

Είμασταν δυο πουλιά χωρίς φτερά,
και η ζωή μας τσάκισε,
μα μόλις θα ξαναγεννηθώ,
να ξέρεις άγνωστε,
πάλι θα τραγουδώ,
τραγούδια μόνο για εκείνην, ..

© Yannis Koukakis

Παρασκευή 8 Ιανουαρίου 2016

Παρουσίαση του βιβλίου " Γιώργος Κριμιζάκης... Ο ποιητής της μελωδίας", Από τις εκδόσεις ''Αρναούτη'


ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ '' ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΡΙΜΙΖΑΚΗΣ - Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΛΩΔΙΑΣ''
ΣΑΒΒΑΤΟ 9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 2016 ΣΤΙΣ 9.00 μμ ΣΤΟ HILTON
...................................................................................
Περάσαμε στην Β' έκδοση !!! Ελάτε λοιπόν να το γιορτάσουμε !!! Είσαστε όλοι σας ευπρόσδεκτοι... Ελάτε να φάμε, να πιούμε και να τραγουδήσουμε μαζί με τους κορυφαίους του τραγουδιού μας...
Το Σάββατο στις 9 Ιανουαρίου, 2016 στις 9.00 μ.μ. στήν αίθουσα ''Γαλαξίας'' του ξενοδοχείου Hilton, θα πραγματοποιηθεί η παρουσίαση του βιβλίου " Γιώργος Κριμιζάκης... Ο ποιητής της μελωδίας", Από τις εκδόσεις ''Αρναούτη''...

Η οργάνωση τελεί υπό την αιγίδα τής ''Unesco Πειραιώς και Νήσων'' κάτω από την προσωπική φροντίδα τού προέδρου της κου Ιωάννη Μαρωνίτη
Και των στελεχών της οργάνωσης, Αντωνία Φούντη και Μαρία Μαρωνίτη..

Ομιλητές μεταξύ άλλων, θα είναι ο διακεκριμένος νομικός και βουλευτής Βασίλης Καπερνάρος,

 ο βετεράνος εκδότης και δημοσιογράφος Δημήτρης Ρίζος και

 ο συγγραφέας Πάνος Καλουδάς
Ενώ χαιρετισμό θα απευθύνουν :
 ο συνθέτης Γιώργος Κριμιζάκης, 
ο κος Ιωαν. Μαρωνίτης, 
ο Κώστας Βενετσάνος και 
ο δημοσιογράφος Σπύρος Μεταξάς
Αποσπάσματα από το βιβλίο, θα διαβάσει η θεατρολόγος Τόνια Παπαδάκη.
Θα ακολουθήσει δεξίωση και τραγούδι...
το πιάνο ο συνθέτης των επιτυχιών, Γιώργος Κριμιζάκης, πού συνοδεύει στο τραγούδι, τον Γιάννη Πετρόπουλο, τον Κώστα Βενετσάνο, τον Μιχάλη Βιολάρη, τον Τάκη Κωνσταντακόπουλο, την Πέρσα Σέργη, τον Γιάννη Ταννή και άλλους εκλεκτούς καλλιτέχνες...
....Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΗ....
....Ελάτε να απολαύσουμε από εκεί ψηλά, από τον ''ΓΑΛΑΞΙΑ'' τού ΧΙΛΤΟΝ την φωτισμένη νυχτερινή Αθήνα, υπό τους μελωδικούς ήχους τού Γιώργου Κριμιζάκη και τών σπουδαίων ερμηνευτών πού θα είναι μαζί του...
....το ΣΑΒΒΑΤΟ 9 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ στίς 9.00 μ.μ.

Πέμπτη 7 Ιανουαρίου 2016

Παρουσίαση του βιβλίου-CD «Και εσείς καλύτερα» Λίλιαν Τσατσαρώνη & Γιώργος Καγιαλίκος εικονογράφηση Ζωής Νικητάκη



Οι εκδόσεις Μετρονόμος και ο IANOS παρουσιάζουν το νέο βιβλίο-CD «Και εσείς καλύτερα». Οι πιο γνωστές μορφές από αγαπημένα παραμύθια, όπως ο Πινόκιο, η Σταχτοπούτα, ο κακός Λύκος, έρχονται να μοιραστούν την ιστορία τους.
Ερμηνεύει η μέτζο-σοπράνο Λίλιαν Τσατσαρώνη, τη μουσική έχει συνθέσει ο Γιώργος Καγιαλίκος και η εικονογράφηση είναι της Ζωής Νικητάκη.

Παίζουν ζωντανά οι μουσικοί: Δήμητρα Κακάκη (πιάνο), Διονύσης Βερβιτσιώτης (βιολί), Μαρίνος Γαλατσινός (κλαρινέτο).

Συμμετέχει η εικονογράφος και αφηγήτρια παραμυθιών Ζωή Νικητάκη

Είσοδος ελεύθερη

Για παιδιά και… όσους αισθάνονται παιδιά

Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο ΙΑΝΟS CAFÉ

H εκδήλωση θα μεταδίδεται ζωντανά από το ΙΑΝΟS RADIO


Λίγα λόγια για το βιβλίο-CD:

Γνωστές μορφές από αγαπημένα παραμύθια έρχονται να μοιραστούν την ιστορία τους στο νέο βιβλίο-CD που μας παρουσιάζουν οι εκδόσεις Μετρονόμος με τίτλο «Και εσείς καλύτερα».

Η μέτζο-σοπράνο Λίλιαν Τσατσαρώνη ξεδιπλώνει τις ερμηνευτικές της ικανότητες υποδυόμενη τους αγαπημένους ήρωες με λυρισμό και θεατρικότητα και ο συνθέτης Γιώργος Καγιαλίκος πλησιάζει με σεβασμό το παιδικό κοινό παρουσιάζοντας τραγούδια φτιαγμένα με μεράκι και φαντασία. Η εικονογράφος Ζωή Νικητάκη ολοκληρώνει την καλαίσθητη έκδοση δημιουργώντας έναν φανταστικό κόσμο γεμάτο χρώματα και… το παραμύθι ξεκινά!

Ο Πινόκιο, το Ασχημόπαπο, ο κακός Λύκος, ο Δον Κιχώτης, το αηδόνι του αυτοκράτορα, η Νεράιδα του φεγγαριού αλλά και η Σταχτοπούτα εξιστορούν μελωδικά τα παθήματα τους και μας υπενθυμίζουν ότι τα παραμύθια δεν είναι μόνο για παιδιά αλλά και για όσους αισθάνονται παιδιά.

Οι εξαίρετοι μουσικοί Δήμητρα Κακάκη (πιάνο), Διονύσης Βερβιτσιώτης (βιολί), Μαρίνος Γαλατσινός (κλαρινέτο) αποδίδουν άριστα τις λιτές ενορχηστρώσεις του Γιώργου Καγιαλίκου και μας μεταφέρουν σε έναν μαγικό, μουσικό παραμυθόκοσμο.






To προηγούμενο σχετικό μου άρθρο : http://tehneskaigrammata.blogspot.gr/2015/11/blog-post_98.html


Περισσότερα :
https://www.ianos.gr/events/lilian-tsatsaroni-giorgos-kagiakos-kai-eseis-kalitera-ekd.html
https://www.facebook.com/events/198296520512116/

Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2016

Κατάθεση ψυχής .. της ρομαντικής ποιήτριας και εικαστικού, Χριστίνας Μυτιληναίου Ιακωβίδου




Φωτογραφία από την έκθεση καλλιτεχνών της ART WAY στο Artville Πολυχώρο Γλυφάδας και την Παρουσίαση του βιβλίου ''Κατάθεση Ψυχής'' της Χριστίνας Ιακωβίδου-Μυτιληναίου εκδόσεων Αρναούτης. Από αριστερά ο ο διοργανωτής των εκθέσεων της Art Way και εικαστικός Γεώργιος Σάρδης ο οποίος προλόγισε την έκθεση και μας παρουσιάζει εδώ... και τον ευχαριστούμε !,η ποιήτρια εικαστικός Χριστίνα Μυτιληναίου Ιακωβίδου, η ηθοποιός Αγιογράφος Μαριλένα Φωκά, ο Ιστορικός Θεωρητικός Τέχνης Λεόντιος Πετμεζάς*, η οικονομολόγος Πετρούλα Σίνη, και η ποιήτρια -ηθοποιός Αφροδίτη Δρακοπούλου - Σάρδη .

*Ο Ιστορικός Θεωρητικός Τέχνης Λεόντιος Πετμεζάς προλογίζει την ποιητική συλλογή "Κατάθεση Ψυχής" της Χριστίνας Μυτιληναίου - Ιακωβίδου διαβάστε την κριτική του στο λινκ που ακολουθεί  http://poihtikakailogotexnikaanalogia.blogspot.gr





Γράφει η Πετρούλα Σίνη





ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ
 Το ταξίδι της αναζήτησης επίπονο κι’ επίμονο..
 Σ’ του νου τους δύσβατους τους δρόμους!..... 
Ομιχλώδη τοπία, φωτερές αχτίδες… 
Ποτέ δεν τελειώνει ένα τέτοιο της σκέψης ταξίδι!... 
23/11/2005 "Κατάθεση Ψυχής" της Χριστίνας Μυτιληναίου - Ιακωβίδου

Κατάθεση ψυχής .. μιας ψυχής που αναζητά, που πρέπει να βασιστεί...  όταν τα κεριά αγαπημένων της προσώπων έσβησαν ...

Θυμίζοντας μας "Τα Κεριά" στην Καβαφική ποίηση και τη "Λήθη" του Λορέντζου Μαβίλη!
Αλλά και τη δική της αφιέρωση στην πρώτη της σελίδα ξεκινώντας με τους στίχους του Κωστή Παλαμά :
"Εμέ δεν με βυζάξανε 
στον Ελικώνα οι Μούσες
Ε΄μέ με πικροανάθρεψαν
οι πόνοι κι'οι καυμοί"
"Το βιβλίο αυτό το αφιερώνω στη μνήμη της αδελφής μου που παίρνοντας με παιδούλα, χέρι, χέρι με οδήγησε στα μονοπάτια του λόγου"

 Τη ζεστή προστατευμένη ζωή, με τους δικούς της ανθρώπους νοσταλγεί που την άφησαν, σε έναν κόσμο άχαρο, αφιλόξενο, άκομψο, χωρίς ουσία και ξένο προς εκείνη, που σπούδασε να ομορφαίνει και διακοσμεί τους χώρους που κατοικεί η ψυχή μας...

Κι εκείνη έχει τόσα πολλά να πει... Οι μνήμες... πότε έρχονται και πότε πότε φεύγουν...γυρνά πίσω θυμάται....ξαναγίνεται παιδί και νοσταλγεί όλες τις στιγμές που έζησε...

ΤΡΕΧΩ 

Στις ανθισμένες ακακίες τρέχω των δεκάξι μου χρόνων,
 όπου σιγομουρμούριζαν ερωτικά Ολάνθιστα τραγούδια!.. 
Σαν άλλη άνοιξη μαζί τους χόρευα 
κι’ αυτές με έραναν με το θεσπέσιο άρωμά τους!...
23/11/2005 "Κατάθεση Ψυχής" της Χριστίνας Μυτιληναίου - Ιακωβίδου


 Θύμησες... και είναι τα μάτια του πατέρα αγνά καθάρια θάλασσες, που στο γαλάζιο τους του ουρανού και της θάλασσας τα ξαναβλέπει και την γαληνεύουν,  δείχνοντας της το δρόμο για το επίμονο ταξίδι της αναζήτησης, της ύπαρξης .. Η συνομιλία με τον εσώτερο εαυτό της, της κρατά συντροφιά. Στα κύματα των λέξεων, βρίσκει το απάγκιο κοιτώντας με τη διερευνητική ματιά της, την πλάση γύρω της και την καταγράφει...με τη γοητεία της ωριμότητας και σοφίας!

ΦΟΡΕΣ 
Φορές που η ψυχή βυθίζεται
 σε σύννεφα μέσα ονείρων 
ταξιδεύοντας να ‘βρει τον εαυτό της 
κι’ άλλες φορές που χάνεται 
στα βάθη τα δολερά του ιλίγγου.....
 Φορές, που ατενίζει το Θεό με τα φτερά της σκέψης,
 κι’ άλλες φορές βυθίζεται στην πεζή ανθρώπινη αθλιότητα....
 Φορές, που με βλέμμα κρυσταλλένιο 
κοιτάζει μέσα της να ‘βρει το θείο, 
κι’ άλλες, πολλές φορές, 
ω, ναι, κολυμπάει στην άβυσσο του νου την απροσπέλαστη..... 17/8/2002

Είναι κάποιες στιγμές που περνά από τη σκέψη της να αναζητήσει την αδελφή ψυχή της να μοιραστεί τον κόσμο της αλλά ύστερα το μετανιώνει βλέποντας την ομορφιά των δικών της λιβαδιών, η συνεσταλμένη ποιήτρια. Και που να βρεις κάποιον που να τον χαρακτηρίζει η άμεση έκφραση του αισθήματος, η τάση εξιδανίκευσης, η πλούσια φαντασία και η ονειροπόληση ;! Ήτοι τα στοιχεία που συνθέτουν τον ρομαντισμό... Και που να βρει ανθρώπους που κοιτούν πέρα από την επιφάνεια* των πραγμάτων και να συζητήσει, όπως έκανε με την αδελφή της και που αφιερώνει τούτη εδώ την ποιητική συλλογή.

Η ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ 
Χάθηκαν όμορφες πολλές στιγμές! 
Τη ματαιότητα βλέπεις. 
Τα εγωϊστικά μονομάτια που μέσα τους χανόσουν,
 Ξεφεύγοντας από την ουσία. -τη πεμπτουσία- της ζωής! 
Χάνοντας την άδολη, αγνή, ομορφιά της ψυχής……. 11/2/2013

Ψάχνει να βρει την γαλήνη, να μην πονά, στην ομορφιά του σύμπαντος κι αυτή αποτυπώνει στο χαρτί... Μας κάνει συμμέτοχους στις βόλτες της, με την εξασκημένη ματιά μιας εικαστικού και ποιήτριας που παρατηρεί την κάθε λεπτομέρεια, γεμίζοντας μας με τις λυρικές ενορχηστρώσεις της πανδαισίας χρωμάτων από την παλέτα της φύσης!  

Μόνο κάποιες φορές ο άνεμος σαν άλογο που τρέχει, είναι που την παρασέρνει στην αγκαλιά του και την αναστατώνει...Εκείνος την προστάζει να χορέψουν οι λέξεις με μουσικότητα, στο αντάριασμα... 
ΞΕΣΗΚΩΜΑ 
Τ’αγέρι δυνατά χτυπάει στα παραθύρια.
 στα δεντρά του κήπου παραδέρνει, 
κι’ αφουγκράζεται μονάχα το χτύπο της καρδιάς!
 Ξεσήκωμα, σαν τ’ αγεριού τη λύσσα.
 φουσκονεριά του ποταμού που ξεχειλίζει,
 κυλώντας μέσ’ από την κοίτη…… 
Κροτάλιασμα από βότσαλα
 στους λυσσαλέους κτύπους των κυμάτων.
 Η φύση ωρύεται παραδερμένη….
 Το ίδιο αναστατωμένη κι’ η ψυχή!!..

ΑΤΙΑ
 Άτια καλπάζουνε στους δρόμους του ξέφρενου νου.
 Στις βαθιές της ψυχής χαράδρες.
 απέλπιδα, χαρούμενα, θλιμμένα, με θυμό και προσμονή καλπάζουν….
 Καφετιά, μαύρα, λευκά, 
άτια κόκκινα των ονείρων φτερωτά, εικόνες της όποιας χαρμολύπης!
 Καλπάζοντας περνούν τα αιμάτινα του κορμιού ποτάμια,
 στις όχθες για να φτάσουν, εκεί, που απλώνεται γαλήνης γρασίδι……. 4/7/2011

ΩΔΗ ΣΤΗ ΜΑΝΑ ΓΗ Ι 
Κι’ είναι ο καημός μεγάλος και βαθύς.
 Στα μάτια καθρεφτίζεται το παράπονό της…. 
Τρίσβαθη λαβωματιά που ρέει αίμα κλάμα βουβό…
 Αγκομαχάει και θλίβεται… 
Κόκκινες πληγές, λαβωματιές αφήνουν.... 
Πονάει και κλαίει για το κακό που προκαλεί τον πόνο…
 ΙΙ Φυλάξτε λίγη γης ανέπαφη να στρώσει το κορμί της.
 να κοιμηθεί, να μην πονά. να ονειρευτεί δέντρα, φύλλα κι’ ανθούς στα σπλάχνα να φυτρώσουν....... 1/9/2010
Η σκέψη τρέχει συνέχεια σαν ά-λογο φτερωτό που πετά δεν σταματά και η γραφή της πλημμυρίζει τις άψυχες γραμμές, με χρώμα... Το κόκκινο της παπαρούνας, του ονείρου, του φεγγαριού σαν αίμα της καρδιάς που πάλλεται για ζωή, κοιτώντας το πράσινο...Γνωρίζοντας από τις σπουδές τη, πως θεραπεύει τα τραύματα του παρελθόντος...ενώ το μαύρο της νύχτας περνά από μπροστά μας φευγαλέα αφού το φωτίζει το φεγγάρι...σαν την μαγεία καλοκαιρινής βραδιάς κι είναι η αγαλλίαση που νιώθουμε, πως μόλις σταματήσαμε το κλάμα κι έχει μείνει το παράπονο και μόνον.
 ΓΑΛΗΝΗ 
  Στην ησυχία τ’ ουρανού της νύχτας, 
Στο λαμπρό πρόσωπο του φεγγαριού.
 Στα λευκά σύννεφα που τρέχουν στο ατέρμονο ταξίδι τους,
 μέχρι σταγόνες να γεννούν, να πέσουν…
Ταξιδεύεις στην απόλυτη του σύμπαντος γαλήνη…….. 11/7/2011

Με ρομαντισμό, όπως ανέφερα παραπάνω λοιπόν, η ποιήτρια-εικαστικός ... ξαναζωντανεύει με τις χρωματικές τις λέξεις, το άψυχο χαρτί ή με την σιωπηλή ποίησή της τον καμβά, φέρνοντας την άνοιξη, στις δικές μας ψυχές με τα ποιήματα και τα έργα της! Κατάθεση ψυχής σαν ένα μελωδικό νανούρισμα, με εικόνες σαν αυτές που ζωγραφίζει...να ζεστάνει τις καρδιές με θετικότητα. Μας ταξιδεύει όπως τα σύννεφα κινούνται αέναα στο φως του πρωινού και δίνουν το άσπρο τους στο δυνατότερο σημείο του, σε παλ όμορφα vintage χρώματα, να δημιουργήσει χαρούμενη ατμόσφαιρα να φύγει, η θλίψη, με εκλεπτυσμένη αισθητική και μοναδική αρμονία, δίνοντας απλόχερα με την ποίηση, μια άδολη αγκαλιά αγάπης, για να φύγει ο πόνος της μοναξιάς ... Σταλάζοντας λόγια παρηγοριάς στους μοναχικούς ανθρώπους


Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ

 Μόνος κάθεται κοιτάζοντας στο δρόμο τους ανθρώπους 
που περιδιαβαίνουν βιαστικοί ή νωχελικοί περιπατητές!.... 
Αφηρημένα, νοσταλγικά ανοιγοκλείνουν τα μάτια 
κι’ ένα δάκρυ σταλάζει στα μακρόχρονα μάγουλά του!
 Μειδίαμα θλίψης, ειρωνείας, ευτυχίας, χαράζεται στα χείλη
 αναπολώντας τα περασμένα χρόνια….. 
Τώρα, αναρωτιέται…. 
περιμένω τη στερνή συντροφιά μου, την ύστερη της ζωής μου!...... 7/6/2013



Δια του λόγου του αληθές και η παραπάνω φωτογραφία μπροστά στον υπέροχο πίνακά της -με τα παλ ρομαντικά χρώματα που δείχνει την λεπτότητα του χαρακτήρα της καθώς επίσης γνωρίζει ως διακοσμήτρια πως αυτά τα καταπραϋντικά χρώματα με το 65% λευκό ενδείκνυνται για εσωτερικούς χώρους διότι χαλαρώνουν σαν το φως του πρωινού-  και την κατάθεση ψυχής της στα χέρια του εκδότη της κυρίου Δημητρίου Αρναούτη!

Τα μάτια ... τα μάτια λένε πάντα την αλήθεια και σε κοιτά στα μάτια, η ποιήτρια με τα δικά της ειλικρινή τόσο γεμάτα από συναίσθημα μάτια της, ψάχνοντας να εξερευνήσει εάν λες αλήθεια...
Ή είναι γεμάτα ερωτήματα για τις κακίες του κόσμου και τόσο συμπονετικά ....
ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ 
Τα μάτια βουρκώνουνε στη θέα βρώμικων,
 άπλυτων πεινασμένων παιδιών, 
Σ’ του χεριού το απεγνωσμένο άπλωμα…
… Ερωτήματα που θλίψη σε γεμίζουν στάζουν δάκρυ, ματώνουν…… 16/11/2005

ΤΟ ΦΟΡΕΜΑ ΤΟΥ ΦΕΓΓΑΡΙΟΥ 

Ντύθηκα το φόρεμα του Φεγγαριού, 
για να γιορτάσω ελεύθερη τη μοναξιά μου…. 
Να ταξιδέψω στα ύψη τ’ουρανού 
ανάμεσα στ’ αστέρια 
και στον αγέρωχο αγέρα ! 

Ντύθηκα το φόρεμα του Φεγγαριού… 

να ταξιδέψω μακριά στον κόσμο.
 να ‘δω, πως ζούνε οι άνθρωποι σ’ αυτόν!....

 Στολίστηκα στο κόκκινο του Φεγγαριού, 

να δείξω τη χαρά μου,
 μ’ αυτό, αμέσως άλλαξε , 
ταξίδεψε μέσα στα σύννεφα με θλίψη γεμισμένο ,
 γι’ αυτό που γίνεται στη γη κι’ ο κόσμος όλος κλαίει…
 που τα παιδιά κοιμούνται νηστικά...
. Κλαίει η γη, οδύρεται
 Για τους χαμένους παραδείσους!
Ο κόσμος θλιμμένος δεν χαμογελά! 
Βυθίζεται σε σκέψεις!.....
 Ντύθηκα τη μορφή του Φεγγαριού
 Μα δε θέλω άλλο ταξίδι....
 Αρκεί που βρίσκομαι εδώ...
 Μου αρκεί η τόση δυστυχία Δίπλα!.... 
Κατάθεση Ψυχής της Χριστίνας Μυτηλιναίου - Ιακωβίδου

Μας μυεί τελετουργικά να βγούμε από το σκοτάδι. Όχι δεν θα μας πάρει στα βάθη του ! Έχει φτιάξει τον κόσμο της και μας καλεί να συμπορευτούμε μαζί της
"Έχεις τα πινέλα, έχεις τα χρώματα, ζωγράφισε τον παράδεισο και μπες μέσα. " Ν. Καζαντζάκης
Με μια συνεχή κλιμακωτή πορεία -κι ας μας σταυρώνουν κάθε μέρα- εις τα άνω με μια πρόοδο συνεχή,  με τις περίτεχνες υφάνσεις των ιστών της, ώστε να διασταυρωθείς με τις ακτίνες του φωτός που ζεσταίνει και φέρνει χαρμόσυνα το μήνυμα της ελπίδας! 
"ΣΚΟΤΕΙΝΑ ΠΗΓΑΔΙΑ 
Σκοτεινά πηγάδια μέσα μας Ανοίγουν,
 Προσπαθώντας στα βάθη τους
 Να μας τραβήξουν…
 Προσπαθεί η ψυχή
 Να κρατηθεί, πονάει
 Από την πίεση που φέρνει Το σκοτάδι!...
 Ανάσα βαθιά , πόνος, Που φέρνει δάκρυ…. 
Βυθίζεται, πέφτει, προσπαθεί, Βοήθεια ζητάει!....
 Κράτα ψυχή, Μην πέφτεις στα πηγάδια Της αβύσσου.
 Κοίτα ψηλά τον ουρανό, Τα φεγγερά αστέρια!.
 Τον ΄Ηλιο κοίτα, Που ζεσταίνει τις καρδιές Με χαμογέλιο Κι’ ελπίδα!!!.. "


ΤΡΕΧΑ ΨΥΧΗ ΜΟΥ 


Τρέχα ψυχή μου στα βουνά που ανθίζει η ανεμώνα. 
τρέχα σε δάση ολόδροσα πυκνά..... 
Τρέχα καρδιά μου εκεί, 
που τ’ όνειρο πλανιέται εκεί,
 που τ’ αϊδόνια κελαϊδούν
 κι’ οι λεύκες ψιθυρίζουνε
 αργόσυρτα της φύσης το τραγούδι!...
Τώρα που ξαναδιάβασα τα ποιήματα της Χριστίνας Μυτηλιναίου - Ιακωβίδου  μου έφτιαξαν τη διάθεση όπως όταν την πρωτοδιάβασα.... μου αφήνει δε, μια αίσθηση να βγω έξω από την κατάθλιψη που με κρατά και να συναντήσω τη φύση ... και θα κλείσω με τους στίχους του Roberto Benigni όπως ξεκίνησα να διαβάζω την παρουσίασή μου εάν και όχι ολοκληρωμένη...



"Αυτούς που ονειρεύονται τους αναγνωρίζεις,
έχουν στα μάτια ένα πέπλο θλίψης. 
Έχουν τη μελαγχολία αποκοιμισμένη στην άκρη των χειλιών, 
έχουν το ύφος ανθρώπου που κάτι ψάχνει απελπισμένα.
Το ονείρεμα είναι κουραστικό, δεν είναι για τον καθένα. 
Είναι για τους θαρραλέους όπως η θάλασσα και η αγάπη."
Roberto Benigni.

Και αφιερωμένο επίσης το La Vita e bella






Γεννημένη η ποιήτρια την ημέρα των Αγίων Επιφανίων και της εύχομαι Χρόνια πολλά Φωτεινά και υφασμένα* περίτεχνα πάντα, με τα χρώματα της ψυχής της!
*Επιφάνια  < ἐπιφαίνω < φαίνω = φωτίζω (ιδιωματικό:  υφαίνω)



Αναμνηστική φωτογραφία από την παρουσίαση της ποιητικής συλλογής τις 13/06/2015 "Κατάθεση ψυχής"  της ποιήτριας εικαστικού Χριστίνας Μυτηλιναίου Ιακωβίδου πλαισιώνοντας το έργο της από αριστερά ο εκδότης του βιβλίου Δημήτριος Αρναούτης, η γράφων Πετρούλα Σίνη, η Αγιογράφος Μαριλένα Φωκά - Πετμεζά, η Χριστίνα Μυτηλιναίου - Ιακωβίδου, ο ιστορικός τέχνης Λεόντιος Πετμεζάς, η ποιήτρια ηθοποιός φωτογράφος Αφροδίτη Δρακοπούλου - Σάρδη και ο εικαστικός και διοργανωτής της έκθεσης Γεώργιος Σάρδης  

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ ΤΗΣ ΜΑΙΡΗΣ ΓΚΑΖΙΑΝΗ


Η Ελληνική Ακαδημία Τέχνης και Πολιτισμού και οι Εκδόσεις ΟΣΤΡΙΑ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου ΤΑ ΠΛΗΚΤΡΑ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ της Μαίρης Γκαζιάνη, στις 8 Ιανουαρίου 2016, ημέρα Παρασκευή και ώρα 12 το μεσημέρι, στο ξενοδοχείο Χίλτον, στην αίθουσα ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ, στα πλαίσια του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ - Money Show Greece.

Για το βιβλίο και όλο το λογοτεχνικό έργο της συγγραφέως θα μιλήσει :
Σάντι Νικολαρέας- ιδρυτής της Ακαδημίας Τέχνης και Πολιτισμού, εικαστικός και συγγραφέας
Αφήγηση : Όλγα Μουργελα-ηθοποιός

Κριτικές για το βιβλίο :
Άννα Μητσοπούλου-συγγραφέας
Τελειώνοντας «Τα πλήκτρα της σιωπής» της Μαίρης Γκαζιάνη τολμώ να πω ότι ένιωσα περίεργα- δεν είναι πλεονασμός αυτό- και πολύ όμορφα. Όλες οι αισθήσεις μου ήταν στο ζενίθ, κάτι που σπάνια νιώθω τον τελευταίο καιρό. Μα όταν το νιώσω καταλαβαίνω ότι άξιζε ο χρόνος που αφιέρωσα διαβάζοντας το. Ταξίδεψα νοερά στον κόσμο της μουσικής με τα πλήκτρα του πιάνου ζωντανά να με συνοδεύουν, νιώθοντας το απόλυτο πάθος των πρωταγωνιστών. Η ιστορία μου θύμιζε σκηνές όπερας και εγώ θεατής παρακολουθούσα με αγωνία όσα διαδραματίζονταν μπροστά μου. Δεν ξέρω πως να χαρακτηρίσω την γραφή της, αλλά είμαι σίγουρη ότι είναι μοναδική! Η ποίηση υπάρχει διάχυτη παντού και κάνει όλο το έργο ξεχωριστό! Η συγγραφέας κατάφερε με επιτυχία να με αποπλανήσει...

Ελευθερία Μεταξά-συγγραφέας
Όταν γνώρισα την Μαίρη Γκαζιάνη, μου έκανε εντύπωση η ευαισθησία και η γλυκύτητα που εκπέμπει. Όταν διάβασα το βιβλίο της, αναγνώρισα αυτή την ευαισθησία και την γλυκύτητα και στη γραφή της. Η γλώσσα της, καθαρά ποιητική, αιχμαλωτίζει τον αναγνώστη και τον ταξιδεύει σε μια ερωτική ιστορία με δύο ήρωες γοητευτικούς, την Αλέξια και τον Νικολάι. Αυτό που κυριαρχεί μέσα στο βιβλίο είναι η μουσική, έτσι όπως αναδύεται μέσα απ' τις νότες του πιάνου που παίζει ο Νικολάι. Διαβάζοντας το βιβλίο είναι σαν να ακούς αυτή τη μουσική, που σε παρασύρει στην ιστορία της Μαίρης και σε κάνει κοινωνό της αγάπης, του πόνου, της τρυφερότητας, της αγωνίας για την έκβαση του έρωτα. Ένα κρεσέντο συναισθημάτων, που αξίζει να το νιώσουν όλοι, διαβάζοντας αυτό το βιβλίο. Μαίρη μου, σ' ευχαριστώ γι' αυτό το αισθαντικό ταξίδι που μου χάρισε η πένα σου!

Άννα Λαγογιάννη-αναγνώστρια
Η ΓΡΑΦΗ ΣΟΥ ΜΕ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΣΕ ΜΕΡΗ ΜΑΚΡΙΝΑ Κ ΣΕ ΠΑΘΗ ΦΛΟΓΕΡΑ Κ ΑΤΕΛΕΙΩΤΑ ! ΤΟ ΔΙΑΒΑΣΑ ΣΕ ΔΥΟ ΜΕΡΕΣ ! ΑΥΤΟ ΘΑ ΣΟΥ ΛΕΕΙ ΠΟΛΛΑ

Γιώτα Τσερτεκίδου-ποιήτρια
τελείωσα το βιβλίο σε ευχαριστώ για το ταξίδι Μαίρη μου... κλαίω κλαίω κλαίω...και νιώθω υπερηφάνεια που θα το παρουσιάσω...ανάμικτα συναισθήματα... Περιττό να σου πω πως όλο το βράδυ θα είμαι στο ταξίδι των πρωταγωνιστών...

Eleni Lenio-αναγνώστρια
Υπεροχο το βιβλιο..μολις το παρελαβα..το αρχισα με λαχταρα...το διαισθανθηκα πως θαναι..υπεροχο..καταρχην απο τον τιτλο κι το εξωφυλλο...κι στη συνεχεια...ο τροπος..κι χρωματισμος..της γραφης.....σ'ευχαριστω..για το ομορφο ταξυδι..Μαιρη μου..νασαι παντα καλα..κι να εμπνεεσαι..να γραφεις..να σε απολαυβανουμε..κι εμεις


Πετρούλα Σίνη Υπεύθυνη Δημοσίων Σχέσεων της Ελληνικής Ακαδημίας Τέχνης και Πολιτισμού διαβάστε το άρθρο :

... "συγγνώμη, πεινάμε" ...Μην κοιτάς το καμηλό παλτό ...



Η κυρία στεκόταν όρθια έξω από έναν μεγάλο φούρνο στην Κηφισιά. Ήταν ντυμένη απλά αλλά καλόγουστα και φαινόταν σαν να περίμενε κάποιον. Προσπερνώντας, την άκουσα να μου ψιθυρίζει: «Συγγνώμη, πεινάμε». Σταμάτησα κατάπληκτη, βέβαιη πως δεν είχα ακούσει καλά. Όμως η κυρία, με χαμηλωμένο βλέμμα, επανέλαβε τη φράση. Μπήκα βιαστικά στον φούρνο, αγόρασα, έκανα ψιλά και, φεύγοντας, της έβαλα στο χέρι ένα μικρό χαρτονόμισμα. Δεν μου πήγε να δώσω κέρμα. Πρόσεξα το χέρι. Ήταν περιποιημένο. Το ψιθυριστό «ευχαριστώ» της σχεδόν, δεν ακούστηκε.

Το συναπάντημά μου μαζί της ήρθε σαν γροθιά που εκτοξεύτηκε στο στομάχι μου. Σίγουρα κάθε φτώχεια είναι οδυνηρή, αλλά η φτώχεια του νεόπτωχου αξιοπρεπούς αστού, είναι πιο σκληρή. Δεν έχει μάθει την ένδεια, ζούσε μια καλή ζωή, και ξαφνικά τα έχασε όλα. Ο άλλος, που ζει χρόνια στη φτώχεια, έχει επινοήσει μια ζωή τώρα στρατηγικές και άμυνες τις οποίες ο νεόπτωχος δεν υποψιάζεται καν.

Ξαφνικά ο νους μου πήγε πολλά χρόνια πίσω. Στο τέλος της φοιτητικής μου ζωής όπου σαν εργαζόμενη φοιτήτρια είχα συνεργαστεί σε μια διαφήμιση και είχα κερδίσει κάποια λεφτά ικανά να μου επιτρέψουν να αγοράσω μεταξύ άλλων κι ένα καμηλό παλτό. Τη χρονιά εκείνη ο πατέρας είχε μια ατυχία και λίγο αργότερα όλη η οικογένεια βρέθηκε μέσα σε μία οικονομική δυσπραγία με αποτέλεσμα να πρέπει πάραυτα να κερδίσω τα προς το ζειν. Όχι μόνο για μένα αλλά και για να βοηθήσω κάπως και τους δικούς μου. Πέρασα δύσκολα εκείνο τον χειμώνα κρυώναμε τα βράδια θυμάμαι και συχνά κοιμόμασταν σχεδόν νηστικοί. Χτυπούσα παντού πόρτες για δουλειά. Έκανα τα πάντα για να επιζήσω: μεταφράσεις, μαθήματα, κείμενα, αλληλογραφία, δακτυλογραφήσεις. Θυμάμαι τι ζημιά μου είχε κάνει το καμηλό παλτό. «Μα, τι ανάγκη έχεις εσύ;» ο ένας, «Α, θα παίρνεις ακριβά!» ο άλλος, «για να φοράς καμηλό παλτό δεν έχεις ανάγκη εσύ από δουλειά» ο πάρα πέρα.

Μέχρι που το χειμώνα εκείνο τρίφτηκε το παλτό, πάλιωσε από τα πολλά τα πήγαινε έλα, κι ησύχασα! Μαζί με όσα ξεπουλήσαμε τότε -χαλιά, σερβίτσια, κοσμήματα- έφυγε κι αυτό! Λες κι ήταν κατάρα επάνω μου. Στην επόμενη συνέντευξη έσκασα μύτη με το φοιτητικό μου ημίπαλτο. Μια βδομάδα αργότερα έπιασα την πρώτη μου δουλειά. Επιλέχθηκαν 12 ανάμεσα σε 120. Πριν ίσως και να έφταιγε το καμηλό παλτό!

Προσέξτε, λοιπόν:

- Η νέα φτώχεια φοράει συχνά ... «καμηλό παλτό». Και ξεγελάει. Αφήστε που κρύβεται γιατί ντρέπεται - δεν έχει το θάρρος της ανάγκης της.

Αναζητήστε την εκεί που δεν την περιμένετε.

Δεν ζητιανεύει στις γωνίες, ούτε επαιτεί φανερά. Ψάχνοντας όμως εύκολα θα μάθετε για την οικογένεια του απολυμένου πενηντάρη πρώην στελέχους που στερείται, που κρυώνει γιατί δεν μπορεί να πληρώσει θέρμανση, που δεν έχει για το χαράτσι και κινδυνεύει να μείνει χωρίς ρεύμα.

Κι αν μπορείτε, βοηθήστε.

Διακριτικά ...
---
πηγή: xeimwniatikhliakada.wordpress.com

Τρίτη 5 Ιανουαρίου 2016

Παρουσίαση του βιβλίου της Παναγιώτας Μπλέτα "UNFUCK GREECE"


Η Ελληνική Ακαδημία Τέχνης και Πολιτισμού και οι Εκδόσεις ΑΛΔΕ σας προσκαλούν στην παρουσίαση του βιβλίου της Παναγιώτας Μπλέτα "UNFUCK GREECE", στις 8 Ιανουαρίου, ημέρα Παρασκευή και ώρα 17:30 μμ, στο ξενοδοχείο Χίλτον, στην αίθουσα ΘΑΛΕΙΑ 4, στο πλαίισιο του Διεθνούς Οικονομικού Φόρουμ - Money Show Greece.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν :
Τάσος Λέρτας -Διδάκτωρ Παντείου Πανεπιστημίου/ Σκηνοθέτης/Ηθοποιός/Συγγραφέας,
Σμαράγδα Μιχαλιτσιάνου -Δημοσιογράφος/Μέλος της ΕΣΗΕΑ
Απαγγελίες θα κάνουν : Μαίρη Γραμματικάκη-Ποιήτρια/Εκπαιδευτικός, Ηλίας Παπακωνσταντίνου-Ποιητής/Συγγραφέας, Μαρούσα Στρογγύογλου-Ηθοποιός.
Θα παίξουν μουσική και θα τραγουδήσουν : Πάνος Μπούσαλης, Theo &amp; The Boogie Sinners, Νίκος Πατσιαούρας -Γιάννης Απόδιακος.
Την εκδήλωση θα προλογίσει ο ιδρυτής της Ακαδημίας , εικαστικός και συγγραφέας Σάντυ Νικολαρέας.
Χορηγός Επικοινωνίας : ΕΝΑΤΗ ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

https://www.facebook.com/events/148408815527961/


ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΜΠΛΕΤΑ - Unfuck the world

Από την Σοφία Στρέζου http://sioualtec.blogspot.gr/2015/05/unfuck-world.html



Από τις ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΛΔΕ κυκλοφόρησε το 2013, η ποιητική συλλογή της Παναγιώτας Μπλέτα, με ξενόγλωσσο και αιχμηρό τίτλο, Unfuck the world.

Αναζητώντας τη μορφολογική ταυτότητα των ποιημάτων, θα τολμούσα να χαρακτηρίσω τη γραφή της ως μικτή ποίηση. Πρόκειται δηλαδή, για μια διαλεκτική ανάμεσα στον αφηγηματικό πεζόμορφο λόγο, που όμως εμπεριέχει σπέρματα ποιητικά, που κατευθύνουν την λυρική αλλά και ταυτόχρονα αφαιρετική γραφή στις περιοχές της ποίησης.

Με την πρωτότυπη απεικόνιση των ποιητικών σωμάτων της, η ποιήτρια ανοίγει και παράγει έναν ενδιαφέροντα διάλογο για τον τρόπο της εκφραστικής της. Τούτη η αμφίδρομη διαλεκτική με άλλους ποιητές αλλά και αναγνώστες, θεωρώ πως πλουτίζει και βαθαίνει την αισθητική και τους κώδικές της.

Η ποιητική θεματολογία εκτείνεται από τα πολιτικά ζητήματα ως τις παρυφές του έρωτα. Με μια προσωπική τεχνική μετατρέπει τον πολιτικό στοχασμό και τους λαβύρινθους των σκοπιμοτήτων σε ποιητική πολιτική πράξη. Αναλαμβάνει να εξορκίσει πότε αλληγορικά και πότε ουσιαστικά την αδυναμία της εξουσίας, με ομόκεντρα νοήματα σε γραμμές που αναλύεται η θεματική των ποιημάτων.

Κοινός παρανομαστής σε τούτο το εγχείρημα είναι η ίδια η ζωή και οι διακλαδώσεις της, που εμπεριέχουν χρόνο και θάνατο. Μικρά και μεγάλα μηνύματα ενοικούν αποσπασματικά στις ορθολογιστικές και μηρυκαστικές εκμυστηρεύσεις της ποιήτριας, θέτοντας σκωπτικά ερωτήματα. Τούτα τα ερωτήματα θα τα μετασχηματίσει σε αισθητικό λογοτεχνικό συναπάντημα της αλήθειας, με την πραγματικότητα της άσκησης μιας εξουσίας, που δεν αφορίζει αλλά ούτε αφορίζεται από τις πράξεις της.

Καταγγελτική όσο χρειάζεται, θα πει στην προμετωπίδα του βιβλίου της: «Προβάρω την ποιητική αντιλογία. Δεν υπακούω σε συστήματα που γίνανε νόρμες και με πνίγουν». Έτσι, η Παναγιώτα Μπλέτα τολμά να εισχωρεί στην πολυσύνθετη κοινωνική πραγματικότητα, διευρύνοντας τις δυσκολίες και τις κατευθύνσεις της.

Με πιλοτικές πτήσεις νομιμοποιεί λογοτεχνικά την ιδεαλιστική αλήθεια της. Για τούτο και ιχνηλατικά την αμνηστεύει στα επίκεντρα της παραλλαγμένης εξουσιαστικής ροής. Θα κολυμπήσει στις φανερές και υπόγειες αρτηρίες της, με την ελπίδα πως θα αναστρέψει ανετεκμήριες τεκμηριώσεις, στην απατηλότητα της εξουσίας.

Η δημοκρατία που τόσο αγάπησε φαλκιδεύεται. «Κυλιέται ανυπόληπτη» σε σύγχρονους Καιάδες. Χαλκευμένοι ηνίοχοι διαδραστικά προσπαθούν να τιθασεύσουν το νου και τη σκέψη, για να διαιωνίζεται η κυριαρχία του κατακτητή, στις ψυχές των ανθρώπων. Τους διαφεύγει πως ο πατερναλισμός έπαψε να αναισθητοποιεί και να καταστέλλει τη βούληση όσων επιθυμούν να αναχωρήσουν με αίσθημα για τη νέα Ιθάκη!

ΛΕΡΩΜΕΝΗ ΣΑΡΚΑ

Στα χρόνια της καταστροφής, το άρωμα της λερωμένης σάρκας σέρνεται επάνω στον αέρα. Και σου φαίνεται πιο επιθυμητή από ποτέ αυτή η άγρια συνουσία του μυαλού και της σκόνης από τα ανθρώπινα ερείπια.

Στα σύγχρονα στρατόπεδα συγκέντρωσης κυλιέται ανυπόληπτη η Δημοκρατία και αυτό γιατί στήνονται εντόπια από έναν κατακτητή που ασκεί διαδραστικά τον έλεγχο του νου.

Οι θάλαμοι αερίων γίνανε θάλαμοι παραισθησιογόνων ουσιών, ικανών να κρατούν σε καταστολή την ψυχή.

Έτσι πληρώνεται πιο εύκολα το αντίτιμο της υπερηφάνειας…

ΙΛΙΓΓΙΩΔΗ ΑΙΜΑΤΑ

Ενέδρα
Μου ’στησε
Ο χρόνος
Σαν χτες
Ήτανε
Που σάλπαρα
Στη βάρκα
Του Οδυσσέα
Μέρες, καιρούς
Ανέβαινα
Κατέβαινα
Μιζέριες
Αφρισμένες
Αίμα
Μου παίρνανε
Από την καρδιά
Για να ταΐσουμε
Τα ψάρια
Αυτά
Θα θρέψουν
Τα παιδιά
Που
Θα γεννήσω
Στα σωθικά μου

Μέσα
Ξεκίνησε
Ο αγώνας
Ρίζες
Απλώνει
Στην Ιθάκη
Στα σκάμματα
Θέλει
Να δειπνήσω
Τους μνηστήρες…
Ιλιγγιώδη αίματα
Βουτάνε
Μέσα στα χώματα
Ποτίζουνε
Τα κλήματα
Πηχτό κρασί
Για φέτος
Θα κεράσω
Χορεύουνε
Οι πρόγονοι
Με Τόμαχοκ
Τη ράτσα
Να τιμήσω…


Αφετηρία μιας Ανάστασης, θα μπορούσε να είναι ο αλληγορικός μύθος του Κάιν και του Άβελ. Άλλωστε, η Ανάσταση είναι ένα δικαίωμα για τις ψυχές που ακόμα αντέχουν. Επειδή, το ανομολόγητο όριο επιβίωσης ο καθένας το θέτει μόνος του, στην πολιτισμική και πολιτική του διάσταση.

Και καθώς, η ποιήτρια νιώθει πολίτης του κόσμου, ταλανίζεται από την αδάμαστη εξουσία που επιδιώκει να δαμάσει τις εύκρατες περιοχές του νοείν ανθρώπων που αντιστέκονται.

Για την ίδια, θύτης και θύμα είναι οι δύο πόλοι της ψυχής, που το βάθος και η επιφάνειά της συνθέτουν επιλεγμένες διαδρομές. Επιδιώκει την σύγκλιση με επεξεργασμένες νοητικές και συναισθηματικές διεργασίες, τοποθετώντας τον εαυτό της στον συλλογικό ορίζοντα και το υποσυνείδητό του.

«Γενιέμαι Κάιν. Κι ανασταίνομαι Άβελ», θα πει στις διακλαδώσεις των κινήτρων, που ωθούν στην πτώση ή στην ανάταση και στον απρόσπακτο διαποτισμό της ιδεατής συγκρότησης της σκέψης.

Συναισθηματικά, αιωρείται στη συνισταμένη των κριτηρίων με στοχαστική βαρύτητα. Έτσι, η ψυχή μειλίχια και γαλήνια πια οντολογικά, τοποθετείται απέναντι στον μοιραίο όλεθρο του αφανισμού της. Είναι η προσωπική νίκη της αυτογνωσίας, έξω από καθεστωτικές εξουσίες, που αναδομεί διανοητικά και συναισθηματικά «την τέχνη του ζην»!

ΑΝΑΣΤΑΣΗ

Επιφάνεια της ψυχής μου.
Γενιέμαι Κάιν.
Κι ανασταίνομαι Άβελ.

ΑΔΕΛΦΟΣ ΚΑΪΝ

Αγαπημένε μου
Αδελφέ
Σήμερα με βαφτίσανε
Κάιν
Με κλείσανε
Σ’ ένα κλουβί

Που
Το ονομάσανε
Ψυχή
Κι
Εγώ
Αντέχω
Ακόμη…


Σε ανυπότακτους ύπνους τα όνειρα αξύπνητα μένουν. «Φοβούνται μη γίνουνε λυγμοί» κατά την εποπτεία των πολλαπλασιαστικών αισθήσεων. Η ιερότητα συναντά τη λογική κι η λογική αναγνωρίζει τον φόβο, με σεβασμό απέναντι στην ιερότητα.

Υπερρεαλιστικές καταβολές αναγνωρίζουν τον τρόμο, μπροστά στη μέδουσα που πέτρωνε τους εχθρούς με το βλέμμα της, στη διαλεκτική των αντιθέσεων της Θείας Χάρης και της αγάπης του Θεού.

Η ανυπόκριτη ευλάβεια γίνεται προσευχή στα χείλη της ποιήτριας, που φθάνει ως τα σύννεφα κοιμισμένων λυγμών. Με ρέουσες σταγόνες δακρύων βαπτίζει εμπειρίες και ανυπότακτα πάθη, για να τα σκορπίσει ο άνεμος στη λυτρωτική θάλασσα και στις αμμουδιές της.

ΛΥΓΜΟΙ
Τα όνειρά μου δεν ξυπνάνε πια.
Φοβούνται να μη γίνουνε λυγμοί…
Η προσευχή μου συναντά τη λογική.
Με τρόμο μ’ αντικρίζει κι ο Θεός…

ΑΝΥΠΟΤΑΚΤΑ ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ

Κυλιέται
Η θάλασσα
Στην άμμο
Μαδάει
Τα ανυπότκτα
Λουλούδια
Ο άνεμος
Πελώρια
Όνειρα
Χορεύουν
Δώθε
Κείθε
Και πέφτουν

Απ’ τα σύννεφα
Λυγμοί
Η Μέδουσα
Ξυπνάει
Και
Κάνει
Μια ευχή
Κάθε λυγμός
Και μια ζωή…
Κερνάει
Αρσενικό
Και ένα γλυκό
Κεράσι.



Η Παναγιώτα Μπλέτα, με εικονοποιητικούς στίχους αποσυμβολίζει και παράλληλα στοιχειοθετεί την κοινωνική λειτουργία της ποίησης. Αποκαλύπτει τη μυστική κληρονομιά των δακρύων στην αυθεντικότητα της κάθαρσης, που στο χώμα της θα φυτρώσουν άγρια πεύκα.

Τι κι αν ανίεροι χαμαιλέοντες - εθνοσωτήρες - θα προσπαθήσουν να ρημάξουν, να κόψουν και να κάψουν τα δέντρα της λύπης;

Ήδη ψηλά στα νεφελώματα, ο αετός πετάει κουβαλώντας «στα πέτσινα φτερά του» την εξαίσια μουσική της ποιήτριας.

Οι λέξεις της συναθροίζονται στα «αέτινα δοκάρια», κληρονομώντας νέα γεννήματα ιδεών και αποφάσεων σε ερείπια ανωφέλετου θρήνου. Έτσι απλά κι όμορφα, για να φανούν ξανά τα ανείδωτα και να ειπωθούν ξανά τα ανείπωτα εκεί, που αλμύρα ανθίζει το πιο γλυκό παραμύθι στον κοχλασμό του ανοιχτού ορίζοντα.

ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ

Η μυστική μου κληρονομιά είναι να θάβω τα δάκρυά μου στο χώμα για να φυτρώνουν άγρια πεύκα.
Μα πετάνε καυτή ρετσίνι όταν πάνε να τα κόψουν.
Όταν το δάσος κινδυνεύει από τους χαμαιλέοντες…
ΑΕΤΙΝΑ ΔΟΚΑΡΙΑ

Τη μουσική μου
Κουβαλάει
Ο αετός
Στα πέτσινα
Φτερά του
Δοκάρια
Από αυλούς
Και άρπες
Παίζουνε
Στα σύννεφα
Υψίπεδα
Πηδάει

Σκοτώνει
Του αέρα
Τη μιλιά
Βαρβάρους
Συναντάει…
Στον ουρανό
Τον βρήκα
Ξαπλωμένο
Ανάποδα
Για μένα
Να πονάει…

Τα ποιητικά συναισθηματολόγια γράφονται με αναπνοές χεριών, τις νύχτες που μυρίζουν αγιόκλημα.

Τότε, που το πένθος μαρτυρά την κατάφαση της ζωής, σαν πλένει το σώμα με χώμα.

Τότε, που το μελάνι χαρακώνει το χαρτί με την πένα, γιατρεύοντας πληγές ανεπούλωτες στη ρωγμή του χρόνου.

Πόσες φορές σε τραυμάτισα και πόσες φορές σε σκότωσα «Ειρήνη»;

Αν και αιμορραγείς, εξακολουθείς να μυρίζεις υπόσχεση, στην καλά φυλαγμένη ψυχή των ανθρώπων.

Για την Παναγιώτα Μπλέτα δεν υπάρχει ο εφησυχασμός της ψυχής και του νου στα συνθηματικά ευχολόγια.

Έτσι, αλληγορικά αποκρυσταλλώνει με στίχους τον συναισθηματικό, αλλά και κοινωνικοπολιτικό προβληματισμό της.

Με την γραφή προσπαθεί να αφυπνίσει άφιλες συνειδήσεις και να τις στρέψει υπέρ των αθλίων του κόσμου.

Γι’ αυτό κι ο λόγος της ανθίζει σε αιματηρές στιγμές με προσκυνητάρια λέξεων, στις αντιφωνήσεις λυτρωτικών νοημάτων που ανασαίνουν αλήθεια… την Αλήθεια της!
ΕΡΩΤΙΚΕΣ ΜΕΤΑΛΛΑΞΕΙΣ

Απαλές αναπνοές αφήνουνε τα χέρια μου.
Χαϊδεύουν τη μητέρα ηδονή.
Υφαίνουνε με αγιόκλημα τις νύχτες να είναι ερωτικές.
Μαζεύουνε τα πένθη σου από το πάτωμα.
Σηκώνουνε τα χείλη σου ψηλά στον ουρανό.
Πλένουν το σώμα σου με χώμα.
Χορεύουνε οι πελαργοί στις θάλασσες και στις στεριές.
Σου εμπιστεύομαι «Ειρήνη».
Να τη φυλάξεις στην ψυχή.
Είσαι η μόνη ηδονή που αιμορραγεί…

ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ

1 πένα
2 μελάνια
Μια αυλακωτή
Χαρακιά
Πάνω
Στο χαρτί
Τρέχει
Κάνει
Ρωγμές
Πόσο
Μελάνι

Να στοκάρω
Για να γιατρέψω
Τη σχισμένη
Καρδιά
Του χαρτιού…
Στον τοίχο
Το ρολόι
Δείχνει
12
Συναισθήματα
Άργησες…


Από το Αισθητικές Αναλύσεις Ποιητών

Το σύνθημα «UNFUCK GREECE» της Παναγιώτα Μπλέτα στις συναυλίες των U2
Αναδημοσίευση από http://sioualtec.blogspot.gr/2015/05/unfuck-greece-u2.html



Το σύνθημα “UNFUCK GREECE” που κυριάρχησε στις συναυλίες των U2 σε ΗΠΑ και Καναδά, αποτελεί πλακάτ της αρθρογράφου μας Παναγιώτας Μπλέτα, με το οποίο διαδήλωνε στις συγκεντρώσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Σύνταγμα το περασμένο Φεβρουάριο και είναι εμπνευσμένο από το ομώνυμο βιβλίο της “UNFUCK THE WORLD”.




Η συγγραφέας Παναγιώτα Μπλέτα κρατάει το πλακάτ της. Το σύνθημα της έκανε το γύρο του κόσμου



Η Παναγιώτα Μπλέτα κατάφερε να τραβήξει το ενδιαφέρον των media διεθνώς με ένα σύνθημα που μπορεί να ακούγεται τολμηρό στην γλώσσα, πλην όμως απηχεί τα συναισθήματα όχι μόνο του Ελληνικού λαού, αλλά και όλων των λαών που αδικούνται...



To σύνθημα, προερχόμενο από το ομώνυμο βιβλίο της “UNFUCK THE WORLD”, αποτελεί πλέον αγωνιστικό moto, όχι μόνο για την Ελλάδα που αγωνίζεται υπερήφανα να επιβιώσει, αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο που θέλει να αλλάξει …









ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Γεννήθηκα στη Λακωνία από όπου και πήρα το μαχητικό πνεύμα του Λεωνίδα που εμφανίζεται πιο έντονα στο δεύτερο βιβλίο μου “UNFUCKTHEWORLD” σε ελεύθερη μετάφραση «ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΤΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ». Είμαι πολύ περήφανη για τη γενέτειρά μου γι’ αυτό και ξεκίνησα την... παρουσίαση του δεύτερου βιβλίου μου από τη Λακωνική γη. Μεγάλωσα σε... έναν άλλο επίσης ιστορικό τόπο το Χαλάνδρι κοντά στο περίφημο αρχαίο θέατρο της Ρεματιάς. Eίχα την τύχη να κάνω εξαιρετικές σπουδές και στο πρώτο πτυχίο αλλά και στο μεταπτυχιακό σε μεγάλα πανεπιστήμια της Νέας Υόρκης καθώς επίσης και να ζήσω την έντονη πολυεπίπεδη Νέα Υόρκη, την Μέκκα της επιχειρηματικότητας αλλά και της τέχνης σε όλο της το μεγαλείο, να γνωρίσω πολλούς και διαφορετικούς ανθρώπους να κάνω υπέροχους φίλους και να ανταλλάξω κουλτούρα, παράδοση, ιδέες… Στην επαγγελματική μου και πολιτική μου πορεία δραστηριοποιήθηκα στο χώρο της Τοπικής αυτοδιοίκησης όπου και διακρίθηκα: • Αντιδήμαρχος Χαλανδρίου - Πρόεδρος των Δημοτικών Επιχειρήσεων Πολιτισμού και Ανάπτυξης στο Δήμο Χαλανδρίου • Δημιούργησα το πρώτο Δημοτικό Κ.Ε.Π. –Κέντρο Εξυπηρέτησης του Πολίτη στην Ελλάδα –Κ.Ε.Π. Χαλανδρίου • Υποψήφια Νομάρχης-Nομός Λακωνίας. Επικεφαλής Νομαρχιακής Παράταξης • Εξέδιδα πρότυπο Newsletter με τα Ευρωπαϊκά προγράμματα που αφορούσαν ανέργους, αγρότες, ελεύθερους επαγγελματίες, επιχειρηματίες κτλ. και προώθησα την απορρόφησή τους στην περιφέρεια. • Συνεργάστηκα επαγγελματικά με μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους που δραστηριοποιούνται στο χώρο της έρευνας , επικοινωνίας, των call centers ,των συμβουλευτικών υπηρεσιών, της επαγγελματικής εκπαίδευσης καθώς και της εστίασης αναλαμβάνοντας υψηλές διοικητικές θέσεις. • Σχεδίασα και υλοποίησα προγράμματα με σημαντικά ωφέλιμη αξία για το Ελληνικό κοινό –Γραμμή Ενημέρωσης σεισμόπληκτων 0800-18000, Γραμμή Εξυπηρέτησης Πολιτών 1464 κτλ Το έτος 2011 ανακαλύπτω τον ποιητικό εαυτό μου και έτσι εκδίδεται το πρώτο μου ποιητικό πόνημα οι «ΓΥΜΝΕΣ ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΕΙΣ» . • Οι «Γυμνές Εξομολογήσεις» αποτελούν μία βιωματική αλλά και φαντασιωτική διαδρομή αισθήσεων και συναισθημάτων σε διαφορετικές αλλά και ταυτόχρονα αλληλουχικές περιόδους έμπνευσης και ερωτικού ύφους. Στόχος είναι η άναρχη ένωση του έρωτα και της ποίησης σ’ ένα γάμο ενάντια σε taboo, δοξασίες, και κατεστημένες ιδεοληψίες. Το βιβλίο φέρνει στο φως ερωτικές σκέψεις και εμπειρίες του μέσου ανθρώπου ακριβώς όπως τις όρισε η φύση. • Το «UNFUCK THE WORLD» σε ελεύθερη μετάφραση «ΕΛΕΥΘΕΡΩΣΤΕ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ» πραγματεύεται τον άνθρωπο και τα προβλήματα του στην σύγχρονη πολύπλοκη πραγματικότητα μέσα από τριάντα επτά συναπτά φιλοσοφικά κείμενα συνοδευόμενα από αντίστοιχα ποιήματα βυθισμένα στα βάθη των συναισθημάτων και των νοητικών προβληματισμών μου και στόχο έχει να διευρύνει τις διαστάσεις της σκέψης μας , να σπάσει τις σιωπές, να βάλει το δάχτυλο στις πληγές για να τις ξύσει. Το συγκεκριμένο βιβλίο έχει μεταφραστεί στα Αγγλικά και κυκλοφορεί από την Ιαπωνία μέχρι την Αφρική ενώ διατίθεται στα μεγαλύτερα βιβλιοπωλεία του κόσμου. • Το τρίτο μου βιβλίο «ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΗΣ ΦΤΩΧΕΙΑΣ» -ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΔΟΚΙΜΙΟ αποτελεί μια προσπάθεια να αφυπνίσουμε όχι μόνο τους Έλληνες αλλά το μέσο διεθνοποιημένο πλέον πολίτη απέναντι στην πείνα , τη καταστροφή, τα ανθρώπινα δικαιώματα, τις σύγχρονες αδικίες στο όνομα της παγκοσμιοποίησης καθώς στηρίζει τις όποιες θεωρίες ή απόψεις που τεκμαίρονται σε επιστημονικά εργαλεία κυρίως οικονομικά , ανατρέποντας και υφιστάμενες ακόμη οικονομικές θεωρίες όπως την μονεταριστική. Η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι ότι η εξυγίανση ουδέποτε πρόκειται να συμβεί σε καμιά ελλειμματική οικονομία , αν στην εξίσωση έξοδα=έσοδα δεν συμπεριλαμβάνεται ο ανθρώπινος παράγοντας και δεν υπολογίζεται μάλιστα με απόλυτη «μαθηματική ακρίβεια». Οι χώρες και οι οικονομίες που αναπτύσσουν, στηρίζονται κυρίαρχα πάνω στις βασικές κοινωνικές παροχές που διασφαλίζουν για την εξέλιξη του ανθρώπου, προκειμένου να βάζουν τη σφραγίδα τους στο μέλλον.

- See more at: http://panagiotableta.blogspot.gr/2014/02/blog-post_4570.html#sthash.EuQfSmiO.dpuf

Δευτέρα 4 Ιανουαρίου 2016

Μουσικοποιητική βραδιά παρουσιάζοντας το βιβλίο του Χρήστου Ζάχου Χ - έγερση υποσυνειδήτου


Στο Βιβλιοπωλείο των Εκδόσεων των Συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια) σας προσκαλούν σε μια βραδιά ποίησης και μουσικής την Τρίτη 5/1/2016 στις 7:30 μμ
Θα διαβάσει ποιήματά του ο Χρήστος Ζάχος, από την τελευταία του λογοτεχνική δουλειά
"Χ-έγερση Υποσυνειδήτου"
και θα τον συνοδέψει με την κιθάρα του ο Γιάννης Ισαακίδης



Χρήστος Ζάχος
Χ - έγερση υποσυνειδήτου*
(ποιήματα και πεζά)
εκδόσεις των συναδέλφων 2014

Περιέχει CD με μουσικές απαγγελίες

http://czachos78.blogspot.gr/2014/05/x.html

Διαβάστε πατώντας στο παρακάτω λινκ :
Χρήστος Ζάχος : Ευθεία ( απόσπασμα από το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου" )

Βιογραφικό (αναδημοσίευση από το ΠΟΙΕΙΝ http://www.poiein.gr/archives/10016)
Ο Χρήστος Ζάχος γεννήθηκε το ‘78 στην Αθήνα. Παρακολούθησε μαθήματα ηλεκτρολογίας και σπούδασε στο τμήμα μουσικής τεχνολογίας και ακουστικής.

Μη αντέχοντας να κρατάει το βάρος των γραπτών του, αποφασίζει να το μοιραστεί εκδίδοντας τη δουλειά του, προσδοκώντας να εκφράσει και να εμπνεύσει τους αναγνώστες του.

Έως σήμερα, έχει εκδώσει 2 ποιητικές συλλογές: «Η Νόσος της Ποίησης» (2009) και «Κραταιά ως θάνατος Αγάπη» (2010), από τον εκδοτικό οίκο: ΙΑΜΒΟΣ.

(Το πραγματικό του όνομα είναι Χρήστος Ζαχόπουλος. Χρησιμοποιεί το Χρήστος Ζάχος ως καλλιτεχνικό ψευδώνυμο)
Το προφίλ του στο fb : Χρήστος Αντισθένης Ζάχος

Τα ιστολόγια του Χρήστου Ζάχου :
Το έργο που κοσμεί το εξώφυλλο του βιβλίου Χ - έγερση υποσυνειδήτου του Χρήστου Ζάχου είναι του ίδιου

Περισσότερα έργα του στο ιστολόγιο του http://zachospaintings.blogspot.gr/


Σκίτσο του Γιώργου Μικάλεφ για την παρουσίαση!


Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!

Έξι η ώρα το πρωί
με τους αδειανούς της δρόμους,
τα άθλια κτίσματα που μοιάζουν τώρα
μικρές ζεστές φωλιές...
Τη βροχερή ημέρα αυτή
που την κάνει τόσο μελαγχολική, τόσο όμορφη,
που ξεπλένει τους δρόμους της
τα σπίτια τ' αυτοκίνητα,
που ξεπλένει τη μαυρίλα όλων των κατοίκων της!
Την πόλη αυτή
που είναι εκεί για να μας διασκεδάζει,
με εκθέσεις, μουσικές και θέατρα,
με βραδιές ποίησης και φιλοσοφικές διαλέξεις
"ανεπίσημων" πολιτών στα καφενεία και στα μπαρ,
στα πορνεία και στις αίθουσες τέχνης...
Mε τους δήθεν, τους μικροαστούς
και τους άλλους, τους έτσι, τους "αναρχικούς",
με τις επετείους δολοφονημένων νεαρών,
από τις σφαίρες της "εξουσίας"
και τις εξεγέρσεις, τις σπίθες, τις φωτιές,
φωτιές των πολιτών της απ' αγάπη
να ομορφύνει, να μας ζεστάνει, να αλλάξει κάτι,
να γίνει η πόλη που ονειρευόμαστε
ή να καεί ολοσχερώς!
να μας απαλλάξει από το βάρος της,
να ελαφρύνει,
να γίνει πούπουλο,
να πετάξουμε μαζί της!
Φωτιά και βροχή και ποίηση και μελαγχολία...
Ω, τι όμορφη πόλη που είναι η Αθήνα!
Μακράν, η πιο ποιητική!

Η βροχή της λήθης

Πάλι βρέχει μέσα στο δωμάτιο
και ο χαμηλός φωτισμός δε βοηθάει,
ούτε που έχω κρεμάσει το κεφάλι μου πάνω απ' το γραφείο
σαν κορνίζα πεθαμένου.
Θα μουσκέψει όλους μου τους πίνακες
θα λιώσει το μελάνι από τα γραπτά μου
θα καταστρέψει την κιθάρα μου και όλα τα βιβλία
θα αχρηστέψει όλη μου τη μουσική.

Πώς θα αντιμετωπίσω αυτή την απώλεια;
Και δε με νοιάζει για μένα,
αλλά για όλα τα ίχνη της ανούσιας ύπαρξής μου
που μάταια προσπαθούσα να σώσω από τη λήθη.

Συνεχίζει να βρέχει.
Το νερό έχει φτάσει ως τα γόνατα ,
θα περιμένω λίγο ακόμα.
Το ξέρω, θα μου κάνει τη χάρη,
δε θα με αφήσει έτσι.
Θα με πλύνει,
θα καθαρίσει κάθε ίχνος,
θα με βουλιάξει σε μια απέραντη λησμονιά
να με λυτρώσει

Κι έπειτα
με βεβαιότητα θα πω
πως δεν υπήρξα ποτέ.


Απόσπασμα από την μουσικοποιητική βραδιά στο χαλικούτι (Ρέθυμνο) στα εγκαίνια της έκθεσης ζωγραφικής του Χρήστου Ζάχου 29/11/12

http://czachos78.blogspot.gr/
"Οι γελωτοποιοί σήμερα λέγονται ποιητές
και μαραίνονται στα σκυθρωπά δωμάτιά τους
για να ανθήσουν μολυσμένα άνθη"

Διαβάστε επίσης : 



*Το βιβλίο “Χ – έγερση υποσυνειδήτου” μπορείτε να το βρείτε από τις εκδόσεις των συναδέλφων (Καλλιδρομίου 30, Εξάρχεια) στέλνοντας ένα email στο syneditions@gmail.com ή τηλεφωνικά στο 2103818840.
Επίσης μπορείτε να το βρείτε στα κεντρικά βιβλιοπωλεία της Αθήνας, Πρωτοπορία, Πατάκης, Πολιτεία και στο Ρέθυμνο στο συνεταιριστικό καφενείο Χαλικούτι και στα βιβλιοπωλεία Πλαίσιο και Κλαψινάκης.

1. ΠΟΛΙΤΕΙΑ (ΑΘΗΝΑ)
2. Ποτέ πια στον Ιανό...
3. ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑ (ΑΘΗΝΑ-ΠΑΤΡΑ-ΘΕΣ/ΚΗ)
4. ΠΑΤΑΚΗΣ (ΑΘΗΝΑ)
5. ΑΚΥΒΕΡΝΗΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ (ΘΕΣ/ΚΗ)
6. ΚΕΝΤΡΙ (ΘΕΣ/ΚΗ)
7. ΠΑΠΑΣΩΤΗΡΙΟΥ (ΑΘΗΝΑ - ΚΑΤΑΣΤΗΜΑ ΤΗΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ)
8. ΠΛΑΙΣΙΟ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
9. ΚΛΑΨΙΝΑΚΗΣ (ΡΕΘΥΜΝΟ)
10. ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΤΩΝ ΣΥΝΑΔΕΛΦΩΝ (φυσικά)
11. ΤΟ ΒΙΒΛΙΟΠΩΛΕΊΟ ΤΗΣ ΓΕΙΤΟΝΙΑΣ ΣΑΣ (Κατόπιν παραγγελίας)

Χρήστος Ζάχος : Ευθεία ( απόσπασμα από το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου" )





Πίνακας του Jeremy Man




Περπατούσαν στον κεντρικό δρόμο. Ήταν τέσσερις τα ξημερώματα. Υπήρχε κόσμος τριγύρω. Μεθυσμένοι όλοι. Ένα παλούκι πεταμένο κάπου στο πεζοδρόμιο. Ένα φανάρι μπροστά τους. “Γιατί να υπάρχουν φανάρια;”, σκέφτεται ο ένας και πιάνει το παλούκι και σπάει το κόκκινο και λίγο από το πορτοκαλί. Πιάνει ο άλλος το παλούκι και σπάει το πράσινο και αποτελειώνει το πορτοκαλί. Ήταν πραγματικά φίλοι.
Αρχίζουν και τρέχουν. Τρέχουν ανάμεσα στο πλήθος. Ένα ψυγείο με μπύρες και αναψυκτικά βρίσκεται στο δρόμο τους. Έτσι όπως τρέχουν, ο ένας από τους δυο, του ρίχνει μια και το σωριάζει κάτω. Ο άλλος του ρίχνει μια κλωτσιά και σπάει το τζάμι.
Συνεχίζουν να τρέχουν. Στα μάτια τους η καταστροφή. Δε θα γλιτώσει τίποτα που θα βρεθεί στο δρόμο τους. Δεν τολμάει να τους επιπλήξει κανείς. Δεν τολμάει να τους πλησιάσει κανείς.
Είναι νέοι. Ο ένας με μακριά καμπαρτίνα, μπότες και μαύρο τζιν. Ο άλλος με καφέ δερμάτινο μπουφάν, μπότες και μπλε ξεθωριασμένο τζιν. Ο ένας, ψηλός, μελαχρινός με κοντό μαλλί. Ο άλλος, λίγο πιο κοντός με καστανό μακρύ μαλλί.
Χάνονται στα στενά. Δεν τους ακολουθεί κανείς. Πρέπει να φύγουν. Φθάνουν στο αμάξι. Οδηγεί ο ψηλός. “Γρήγορα, πάμε!”, του φωνάζει ο άλλος. Ξεκινούν. Πορεία ευθεία. Ευθεία. Αριστερά και δεξιά, παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ευθεία. Ευθεία παρεκκλίνουσα. Χτυπάει έναν καθρέπτη από τα παρκαρισμένα. Μετά δεύτερο. Μετά τρίτο. Μετά τέταρτο. Μετά πέμπτο. Μετά όλους. Σπάει και ο δικός τους δεξής καθρέπτης. Σκάει και το μπροστινό δεξί λάστιχο. Συνεχίζουν.
«Πρέπει να αλλάξουμε λάστιχο»
«Μη σταματάς τώρα»
«Λίγο πιο κάτω. Θα μπω σε άλλο στενό»
Σταματάνε σε κάποιο φανάρι. Κάτι τους λένε δυο τύποι από ένα διπλανό αμάξι. Κατεβαίνουν κάτω. Περιμένουν ουρά τα αμάξια. Δεν κορνάρει κανείς. Λογομαχούν, αλλά δεν πέφτει ξύλο. Οι άλλοι, υποχωρούν. Οι δικοί μας, μπαίνουν στο αμάξι και απομακρύνονται δίχως να κοιτάξουν φανάρι.
Πρέπει να αλλάξουν λάστιχο. Στρίβουν σε ένα στενό και σταματάνε. Φαίνεται ήσυχα εκεί. Σκοτεινά. Βγάζουν το γρύλο, τη ρεζέρβα κι αρχίζουν να ξεσφίγγουν τα μπουλόνια. Σε λίγο ο τροχός πέφτει κάτω και τοποθετούν τη ρεζέρβα. Δεν τους παίρνει πάνω από πέντε λεπτά. Το δεξί φτερό, πόρτα, καθρέπτης και γενικά, όλη η δεξιά μεριά του αυτοκινήτου, είναι κατεστραμμένη.
«Θα μπορέσεις να οδηγήσεις μέχρι το σπίτι;»
«Θα μπορέσω»
«Είσαι σίγουρος;»
«Σίγουρος είμαι»
«Πήγαινε αργά και μην κάνεις άλλη μαλακία»
«Μη φοβάσαι, δε θα πάθουμε τίποτα»

Μπαίνουν στο αμάξι και συνεχίζουν ευθεία στον κεντρικό δρόμο. Μόνο κάτι παρκαρισμένα. Ο δρόμος είναι πλατύς. Τρέχουν χωρίς να σταματάνε σε φανάρια. Τρέχουν σε ευθεία, όλο ευθεία. Πάνω σε ένα πεζοδρόμιο, πλατύ πεζοδρόμιο, είναι παρκαρισμένο ένα αμάξι. Πηγαίνουν ευθεία, ευθεία στη μέση του δρόμου. Η πορεία τους αρχίζει και πάλι να παρεκκλίνει. Πιο πολύ. Πιο πολύ. Χάνουν τον έλεγχο. Καβαλάνε το πεζοδρόμιο με ταχύτητα μεγάλη και παρασέρνουν το παρκαρισμένο αμάξι. Αυτή τη φορά σκάνε και τα δυο λάστιχα από τη δεξιά πλευρά. Το αμάξι δεν μπορεί να συνεχίσει, αλλά ούτε κι αυτοί.

Το πρωί, απεγκλώβισαν τα πτώματα κι έγραψαν οι εφημερίδες για κάποιο ατύχημα δυο μεθυσμένων. Δεν υπήρχαν μάρτυρες. Κανείς δεν έμαθε τι πραγματικά έγινε. Δεν τους αναγνώρισε κανείς. Ούτε αυτούς, ούτε το αμάξι. Σαν να μην υπήρξαν ποτέ.




απόσπασμα από το βιβλίο "Χ-έγερση υποσυνειδήτου"

Χρήστος Ζάχος : Οι αρουραίοι που κρύβονται κάτω από τις χαραμάδες της συνείδησης









Είναι κάποιες φορές που το μυαλό παίζει περίεργα παιχνίδια. Λίγο η κούραση, λίγο να αφαιρεθείς, λίγο να μην προσέξεις, το φως, οι σκιές και κυρίως η φαντασία. Κυρίως η φαντασία; Δεν ξέρω.
Περπατούσα στο δρόμο, όταν άξαφνα, ένα αλλόκοτο πλάσμα ξεπρόβαλε από μια βιτρίνα και χάθηκε ευθύς αμέσως. Θα έπαιρνα όρκο πως το είδα, αλλά η λογική προστάζει πως δεν υπάρχει. Οπότε το απορρίπτω. Και μετά αυτός ο μεγάλος αρουραίος που μόλις πέρασε κάτω από τα πόδια μου. Να υπήρξε άραγε ή να είναι κι αυτό κατασκεύασμα της φαντασίας;
Κάποια σκιά μες το σκοτάδι, με ακολουθεί. Γυρνάω αιφνιδιαστικά. Δεν υπάρχει κανείς. Νιώθω συνεχώς πως κάτι με παρακολουθεί. Δεν ξέρω αν είναι άνθρωπος, ζώο ή κάτι άλλο. Τις περισσότερες φορές, το αγνοώ. Κάποιες φορές όμως, όχι.
Εκείνο το βράδυ που βγήκα στο μπαλκόνι για τσιγάρο, έστεκε απέναντί μου μια λευκή κουκουβάγια και με κοιτούσε. Δεν ήταν για μια στιγμή. Κάπνιζα και την κοιτούσα κι εγώ. Έπειτα, άπλωσε τα φτερά της και πέρασε με φόρα πάνω από το κεφάλι μου. Πάγωσα. Μετά τίποτα. Κανείς. Υπήρξε όντως ή ήταν οπτασία; Δεν μπορώ να πω με σιγουριά.
Μετά απ’ αυτό, αποφάσισα να μπω μέσα και να αρκεστώ στις σκιές που με παρακολουθούν υπό το φως των κεριών. Εκεί έχω άλλη τακτική. Δεν παραξενεύομαι, τις αφήνω να φέρνουν βόλτες γύρω μου και το πνεύμα της λογικής, έρχεται πάντα να μου πει πως δεν υπάρχουν. Τις αγνοώ. Τι άλλο μπορώ να κάνω; Ακόμα κι αν θέλω να τους δώσω σημασία, δεν μπορώ. Εξαφανίζονται στη στιγμή. Να, τώρα, αυτή η τεράστια κατσαρίδα που περνάει και κρύβεται κάτω από τον καναπέ, ξέρω πως δεν υπάρχει. Άναψα το φως και τράβηξα τον καναπέ. Πουθενά. Γιατί να βασανίζομαι δηλαδή; Μάλλον, δεν υπάρχει λόγος. Δεν υπάρχει τίποτα. Τα πάντα είναι στο μυαλό μου. Ακόμα κι εσύ που υποτίθεται πως διαβάζεις αυτά που γράφω, το ξέρω, δεν υπάρχεις. Αλλά ούτε κι εγώ υπάρχω. Όλα είναι μια ψευδαίσθηση. Ας το προσπεράσουμε λοιπόν και ας κάνουμε τέχνη. Τι άλλο πια μας μένει; Εγώ και οι δαίμονές μου…
Λες τελικά, αυτά να ευθύνονται για όλα; Ποιος νοιάζεται πραγματικά; Τελικά, το μόνο που υπάρχει, είναι ο νους. Κι ό,τι υπάρχει στο νου, δεν είναι ούτε αλήθεια, ούτε ψέμα. Η ροή της σκέψης. Δεν είμαι σίγουρος σε ποιον ανήκουν αυτές οι σκέψεις. Ακόμα κι αυτό το σώμα που λέω πως είναι δικό μου, είναι απλά ο αισθητήρας που θα γίνει αποδέκτης όλων αυτών που ο κοινός νους ονομάζει ψευδαισθήσεις. Μπορεί να έχω και μια μορφή σχιζοφρένειας, αλλά, όπως και να το κάνουμε, όλα αυτά δεν είναι απλά τα εργαλεία ενός συγγραφέα; Ή μήπως όχι; Δεν έχει σημασία καμιά.

Όταν κλείσω το φως, χάνονται όλα. Μάλλον οι σκιές οφείλουν την ύπαρξή τους στο φως. Στο απόλυτο σκοτάδι δεν υπάρχει τίποτα που να με απειλεί, ή έστω να με παρακολουθεί. Γνωρίζω τις αποστάσεις από εμπειρία κι έτσι δεν σκοντάφτω στα αντικείμενα. Καθώς στο δωμάτιο δεν μπαίνει από πουθενά φως, εξασκώ τις αισθήσεις μου σαν τυφλός και βρίσκω το δρόμο για το κρεβάτι. Τότε, όταν κλείνω τα μάτια, δεν υπάρχει σημαντική διαφορά. Ίσα ίσα που με τα μάτια κλειστά, το μαύρο γίνεται πιο βελούδινο, δεν κουράζει το μάτι. Κι αν καταφέρω να κοιμηθώ, δεν βλέπω όνειρα ποτέ. Τα όνειρα όλα γίνονται με το φως της μέρας, ξύπνιος, προχωρώντας, κάνοντας κάτι άλλο. Και οι αλλόκοτες εικόνες, τα ανύπαρκτα ή υπαρκτά πλάσματα, τα πάντα, συμβαίνουν όλα όσο διαρκεί το φως. Έστω, αυτό το φως των κεριών όταν βραδιάζει… αλλά το φως. Πάντα το φως.

Πολλές φορές, ακόμα κι όταν συμβαίνει κάτι το οποίο είμαι σίγουρος πως έχει συμβεί, ακόμα κι όταν υπάρχουν μάρτυρες γύρω μου — όντα που συνηθίζουμε να χαρακτηρίζουμε ανθρώπους — δεν πείθομαι πως όντως έχει συμβεί και δεν είναι ουσιαστικά μια μαζική ψευδαίσθηση. Έτσι αμφιβάλω αν αυτό που έχω ζήσει ανήκει στη σφαίρα της φαντασίας ή κάπου αλλού. Ποιος ξέρεις που;…

Όσο για τους άλλους, σκοτίστηκα. Μπορεί να είναι όντα όμοια με μένα που όμως, δεν έχουν συνειδητοποιήσει αυτό που έχω συνειδητοποιήσει εγώ. Κι εδώ που τα λέμε, ίσως να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί κι εγώ που αντιλαμβάνομαι τα πράγματα διαφορετικά, πέρα από το να βασανίζομαι και να διερωτώμαι, δεν έχω καταλήξει πουθενά. Ίσως λοιπόν, να είναι πιο βολικό και πιο ευχάριστο να μην κατανοείς τα πάντα. Και φυσικά, να μην προβληματίζεσαι, να μη θέτεις ερωτήματα, να μην μπαίνεις καν στον κόπο να αναρωτηθείς γιατί ο ήλιος βγαίνει από την ανατολή και όχι από τη δύση ή πώς προκύπτει αυτή η σκιά στον τοίχο αφού δεν υπάρχει τίποτα που να τη δημιουργεί.
Ίσως λοιπόν, να είναι καλύτερα έτσι, ζώντας μες τις ψευδαισθήσεις, τους θανάτους, τις αγονίες, τους ορίζοντες την ώρα της δύσης και με το γεγονός πως οι περισσότεροι, δεν έχουν καταφέρει να παρατηρήσουν αυτά τα στοιχειά που μας ακολουθούν πάντα κατά τη διάρκεια της μέρας ή έστω, του φωτός, από όπου κι αν πηγάζει.

Είπα να ξεκουραστώ λίγο και να στρίψω ένα τσιγάρο. Άνοιξα το φακελάκι με τον καπνό και 10 κατσαρίδες ξεχύθηκαν στο δωμάτιο. Έβαλα τα χέρια μου μέσα κι αυτό που είχε απομείνει, ήταν το τελείωμα της μεταμόρφωσης του Κάφκα. Έστριψα λοιπόν ένα τσιγάρο με αυτό και το κάπνισα. Ωραίο ήταν, πραγματικά με βοήθησε να ησυχάσω. Ο καπνός που ανέβαινε προς τα πάνω, έπαιρνε συνεχώς και διαφορετική μορφή. Μιας γυναίκας, ενός λουλουδιού, ενός καλικάντζαρου. Έδειξα, φαίνεται πως το απολαμβάνω, κι ίσως για με τιμωρήσει, έγινε σαν καπνός που βγαίνει από το τσιγάρο – χωρίς να παίρνει καμία μορφή. Μη μου πεις γιατρέ μου πως το ξεπέρασα, πως έχω θεραπευτεί. Τι θα απογίνω τώρα;

Ένας τεράστιος αρουραίος εμφανίστηκε πίσω από την κουρτίνα και ήρθε προς το μέρος μου. Ευτυχώς, σκέφτηκα, είμαι καλά, ενώ αυτός είχε ήδη ξεκινήσει να μου ροκανίζει το κεφάλι.



Αναρτήθηκε από Χρήστος Αντισθένης Ζάχος στο μπλογκ του
http://czachos78.blogspot.gr/2014/06/blog-post_26.html

Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2016

Λιάνα Τσιρίδου: Το ρολόι της




Την ξύπνησε μια κορώνα της Τζούλι Άντριους. Είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ, κάτω απ’ την καρώ κουβερτούλα της βυθισμένη γλυκά στη ‘Μελωδία της Ευτυχίας’, μιας ευτυχίας πολυκαιρισμένης, σαν τις δικές της ευτυχίες. Την γαλήνεψαν, φαίνεται, τα βάσανα της οικογένειας Τραπ, έτσι συμβαίνει με τα βάσανα που έχουν ημερομηνία λήξης, γίνονται αναπαυτικά, ένα σκαλάκι πριν το ‘’έζησαν αυτοί καλά…’’ Τινάχτηκε, πώς την πήρε έτσι ο ύπνος, αφύλαχτη την βρήκε, είχε υποσχεθεί στον εαυτό της να γείρει μόνο για ένα τέταρτο, ίσα να ξεκουραστεί από τις πρωινές αλητείες… αχ, Ελεωνόρα, μονολόγησε, χάλασες, ξεμυαλίστηκες, τώρα στα γεράματα… Μα πού είναι τα γυαλιά της; Καλό, χρυσό το ρολογάκι της αλλά όταν της το χάριζε ο Κώστας, τόσες δεκαετίες πριν, κανείς από τους δυο τους δεν σκεφτόταν την πρεσβυωπία. Τώρα σχεδόν χρειαζόταν μεγεθυντικό φακό για να δει την ώρα. Δε βαριέσαι, επικοινωνούσε με το ρολογάκι σαν να της μιλούσε, είχε συνδεθεί με τρόπο αόρατο με το βιολογικό της ρολόι. Ίσως γι’ αυτό δεν μπορούσε να το αποχωριστεί, ας της κουβαλούσαν κάθε τόσο τα παιδιά κάποιο καινούριο. Τα καταχώνιαζε στο συρτάρι της τουαλέτας της μαζί με τα ‘’ευχαριστώ’’ της κι επέμενε στο μικρό ασημί ρολογάκι της με τους λατινικούς αριθμούς και το καθημερινό κούρντισμα. Μ’ αυτό μέτρησε όλη της τη ζωή, τι στο καλό, αν το αποχωριζόταν, θα ήταν σαν να έκοβε το αριστερό της χέρι.

Πέντε παρά τέταρτο; Αδύνατον να προλάβει! Χριστέ μου, θα έρθουν τα παιδιά και θα τη βρουν με τις κατσαρόλες να βροντοχτυπούν και το κρέας ανίκητο ακόμη στο φούρνο, θ’ αρχίσουν πάλι τα ‘’μάνα γέρασες’’, επιλεκτικά της το κοπανούν, όχι όταν είναι να τους εξυπηρετήσει. Τέλος πάντων, δυο γουλιές καφέ μονάχα, αλλιώς είναι αδύνατον να λειτουργήσει, κι όσο να στάξει στην καφετιέρα, χαρτί-μολύβι για την οργάνωσή της, δεν εμπιστεύεται κι η ίδια εντελώς το μυαλό της, αφηρημάδες συνεχώς. Κάποτε μπορούσε να επιβλέπει τρεις και τέσσερις κατσαρόλες ταυτόχρονα. Τώρα πια… καλύτερα να πάει με τη σειρά.

Πρώτα πιάτα. Κρεατόπιτα και λαχανοντολμάδες. Τυλιχτά και γεμιστά την Πρωτοχρονιά φέρνουν ευημερία στο σπίτι, έλεγε το προσφυγόσογο της μάνας της. Κρεμμύδι μπόλικο για τη γέμιση, δάκρυα του κρεμμυδιού και βουρκώματα των αναμνήσεων, καλό σοτάρισμα, λίγο κύμινο, ύστερα ένα εικοσαλεπτάκι θέλει, στο μεταξύ να ζεματίσει το λάχανο. Θυμάται την πρώτη φορά που προσπάθησε να φτιάξει λαχανοντολμάδες, μια σκέτη αποτυχία βγήκαν, στραβοτυλιγμένοι, χαμογελαστοί, είπε ο Κώστας, μια ντροπή της κατσαρόλας, πιο πολύ κρυφτό έπαιζε ο κιμάς με το λαχανόφυλλο παρά να μοιάζει φαγητό αυτό, γελούσε ο Κώστας, δεν πειράζει, Νοράκι, κάνεις όμως ανώδυνες απονευρώσεις, έκαστος με τα ταλέντα του. Τώρα πια το χέρι της τυλίγει με ρυθμό μηχανής, ως πού θα την έφταναν τα ντολμαδάκια της ζωής της αν μπορούσε να τα βάλει το ένα πίσω από το άλλο; Από ποια κορυφή θ’ ατένιζε τον κόσμο, αν έστρωνε σε λόφο τους κεφτέδες της; Ωχ, ανόητες σκέψεις, συμμαζεύει τον εαυτό της, έθρεψα οικογένεια, μεγάλωσα τρία παιδιά και τώρα τρία εγγόνια, πρέπει να είμαι ευχαριστημένη με το κλείσιμο του κύκλου.

Ανυπάκουο μυαλό, την πέταξε πίσω. Παραμονή Πρωτοχρονιάς του 1968, νιόπαντρη, μόλις είχε στήσει το ιατρείο της, χορηγία του πλουσιόσογου, του πατέρα της και συγκεκριμένα της γιαγιάς Πολυτίμης. Δεν ήταν οικονομικά τα άγχη της, επιτυχία ήθελε, επιβεβαίωση των κόπων της, των σπουδών της, της τόλμης της- τρεις κοπέλες ήταν όλες κι όλες στο έτος της, άλλα χρόνια. Εκείνη την παραμονή της χάρισε ο Κώστας το ρολόι της, για να μη χάνεις κανένα ραντεβού, της έγραφε στην κάρτα, και κυρίως όχι τα δικά μας. Κι έγινε το χέρι της ενήλικο, επαγγελματικό. Άρχισε το ρολογάκι να μετράει, στο ακριβώς, στο και μισή, που εναλλάσσονταν κυρίως τα ραντεβού της. Μια ώρα να βράσουν οι ντολμάδες, τι είναι μια ώρα, δυο σφραγίσματα, με σφραγίσματα κι εξαγωγές μέτραγε το χρόνο της εκείνο τον πρώτο καιρό και γυρνούσε στο σπίτι πετώντας, να ετοιμάσει βραδινό για τον Κώστα. Αυγολέμονο, τώρα, καλό χτύπημα το ασπράδι, της το είχε μάθει η πεθερά της, άριστη μαγείρισσα, πριν την απώλεια του κόσμου της.

Έξι και δέκα κιόλας. Ώρα για την κρεατόπιτα. Να προθερμάνει και το φούρνο. Αν καταφέρει να τη βάλει στις εξίμιση, σε μια ώρα θα είναι έτοιμη. Ότι πρέπει, για να προλάβει να κρυώσει κάπως. Να ετοιμάσει μετά τα συκωτάκια για το πατέ, το αγαπημένο της νύφης της, της Μυρσίνης, δεν μπορεί να το παραλείψει. Βιάσου, Ελεωνόρα, τρέχει ο χρόνος. Μόνο στον πόνο μένει ακίνητος. Κι ανίκητος. Την πρώτη φορά που της φάνηκε ότι το ρολόι της είχε χαλάσει, ήταν όταν μετρούσε τις ωδίνες της. Δώδεκα ώρες πονούσε στη γέννα της Αθηνάς. Και το ρολόι της πήγαινε δέκα φορές πιο αργά από την κανονική ροή του χρόνου. Θα πεις, ποια είναι η κανονική ροή του χρόνου; Με το νεογέννητο, για παράδειγμα, δεν υπήρχε για πέντε μήνες η έννοια της νύχτας, της ανάπαυσης, δεν υπήρχε πια δικός της χρόνος, ήταν ο χρόνος του ιατρείου και ο χρόνος της μικρής Αθηνάς. Χαλάλι της. Ο θησαυρός της. Και τα έβγαλε πέρα μια χαρά.

Να βγάλει την πίτα απ’ το φούρνο, ρόδισε όμορφα, να βάλει τώρα το κρέας, να μουλιάζουν στο μεταξύ τα δαμάσκηνα για τη γαρνιτούρα, να ξεφλουδίσει και τα αμύγδαλα. Κα μετά το πιλάφι, τρίχρωμο, με δυο ειδών ρύζι και κριθαράκι να τσιγαρίζονται στο βούτυρο σε διαφορετικούς χρόνους. Πώς δεν το βαρέθηκαν ακόμη, σαράντα χρόνια το ίδιο φαγητό κάθε παραμονή πρωτοχρονιάς, ίσως όχι σαράντα, αλλά παραλίγο, θυμάται την Αθηνά μωρό να είναι στην αγκαλιά του Κώστα και με τεντωμένο δαχτυλάκι να ζητάει ‘μαμάκηνο’. Και σαράντα περίπου χρόνια δεν βρέθηκε ένας να την καλέσει παραμονή πρωτοχρονιάς, ν’ απολαύσει κι αυτή καλεσμένη, στολισμένη, χωρίς σπασμένα νύχια και ξεραμένα απ’ το svelto χέρια. Είναι βέβαια και που έχει τα γενέθλιά της σήμερα, πάντα αυτό ήταν το πρόσχημα, τους κάνει τη γιορτή διπλή. Πολύ περισσότερο απόψε, που κλείνει τα εβδομήντα. Πότε πέρασαν; Μια ανάσα. Ένα ανοιγόκλεισμα του βλέφαρου.

Όταν γεννήθηκαν τα δίδυμα, ο Πέτρος κι η Λένα, το ’76, κόντεψε να μισήσει το ρολογάκι της. Σαν να είχε γίνει εχθρός, να της έκλεβε χρόνο, να της έπαιζε παιχνίδια. Τρία παιδιά, το μεγάλο μόλις έξι χρονών, και γιατρείο κι ο Κώστας εξαφανισμένος, νοσοκομειακός ακόμη εκείνος, αργότερα άνοιξε κι αυτός ιατρείο, αλλά πάντα είχε μια ιδέα υπεροψίας και άρνησης ν’ ασχοληθεί με τα του οίκου του, το επιχείρημα ήταν πάντα ‘άλλο ο βηματοδότης, άλλο το σφράγισμα κι η ουλίτιδα’. Τα χρόνια της μονομερούς κατανόησης. Και των ανέξοδων επαίνων. Μα το δικό της ρολόι μέτραγε ιώσεις, πυρετούς, εμβόλια, μέτραγε ήλιους στις παιδικές χαρές, μέτραγε τόνους άπλυτα κι ασιδέρωτα, κοντορεβυθούληδες, κακές μάγισσες και καλές νεράιδες.

Είκοσι λεπτά μουλιάζουν τα δαμάσκηνα, να τα στραγγίξει τώρα. Είκοσι χρόνια με σιδερένια μέση, εννιά με δύο και πέντε μ’ οκτώ, ανοίξτε, ξεπλύνετε, φτύστε, τροχός στο μυαλό, κλίβανος, κλείδωμα, τακ τακ τα τακούνια της ως το ασανσέρ, κι απ’ την Αγγελάκη ως τη Λασάνη αρπάζει απ’ το δρόμο της, ψωμί, γάλα, μαρούλια, κοτόπουλο, καφέ, σοκοφρέτες, ό,τι θυμηθεί, να φτάσει μια ώρα αρχύτερα κοντά τους, να φύγει η Ρούλα, μαμά Ρούλα τη φώναζαν, πιο πολλές ώρες περνούσε εκείνη μαζί τους. Να φάνε, να πλυθούν, να ελέγξουν διαβάσματα, να γίνει η διαιτησία των απογευματινών διαφορών, να καληνυχτιστούν με σφιχτές αγκαλιές. Ύστερα να βγάλει τα παπούτσια της, να δει λίγο τον Κώστα, να χωθεί στην κουζίνα για το φαγητό της επομένης.

Πριν καλά καλά το καταλάβει, το ρολογάκι μέτραγε φροντιστήρια αγγλικών, ωδεία κι επαναλήψεις στα μαθηματικά και τη χημεία. Κι ύστερα μέτραγε κυκλοθυμίες, εφηβείες, έρωτες και χρόνο λήξης του πάρτυ.

Κι όταν τα παιδιά μεγάλωσαν κάπως κι είπε θ’ ανασάνω, αρρώστησε η πεθερά της. Τα πρώτα συμπτώματα απ’ το ’88, όταν η Αθηνά διάβαζε για το πανεπιστήμιο, το ’90 όμως φάνηκε πως η γιαγιά δεν μπορούσε πια να μένει μόνη. Το πέπλο του Αλτσχάιμερ τα σκέπασε όλα, αδύναμη, ανήμπορη, η θλίψη της Ελεωνόρας για την παρακμή νικούσε και την κούρασή της. Εγκατέστησαν τη γιαγιά Αθηνά στο δωμάτιο της εγγονής Αθηνάς που είχε φύγει για αναμέτρηση με τη Νομική Αθήνας ένα χρόνο πριν. Ο χρόνος πάλι αλλιώς. Με το ρολογάκι σύμμαχο, με το ρολογάκι εχθρό, να τρέξει στο σπίτι για να φύγει η Σνεζάνα, ταΐσματα, φάρμακα, συνεχής προσοχή, μην κάνει τίποτα επικίνδυνο, κι αν προλάβαινε ένα χάδι στο γερασμένο χεράκι, μια αγκαλιά στο απορημένο βλέμμα. Εννιά χρόνια το αμνήμον σώμα της γιαγιάς Αθηνάς διεκδίκησε τη φροντίδα της Ελεωνόρας σχεδόν στο βαθμό που το είχαν κάνει και τα παιδιά της. Μα χωρίς την ανταμοιβή των παιδικών χαμόγελων. Μόνο την ικανοποίηση ότι φροντίζει έναν αγαπημένο άνθρωπο. Έσβησε τουλάχιστον ήσυχα. Κι ευτυχώς χωρίς να καταλαβαίνει όλα όσα γινόταν γύρω της.

Ούτε η Ελεωνόρα καταλάβαινε πάντα βέβαια, απεδείχθη εκ των υστέρων. Να στολίσει τώρα τη βασιλόπιττα, ευτυχώς την είχε ετοιμάσει από χθες, με άχνη και γλάσσο και τρουφάκι, καλλιγραφικό 2014, η πιο πικρή Πρωτοχρονιά της ζωής της αυτή του 1994. Εκείνη την Πρωτοχρονιά προφασίστηκε αρρώστια και τα πήρε όλα, φαγητά και γλυκά, έτοιμα. Δεν είχε κουράγιο για μαγείρεμα, όλη της η ενέργεια έπρεπε να καταναλωθεί στο θέατρο, να μη καταλάβουν τίποτα τα παιδιά. Μεγάλα, βέβαια, η μια στο διδακτορικό κι οι άλλοι φοιτητές. Τι σημασία όμως; Γιατί να τα πληγώσει με το δικό της τραύμα, πώς να τους γκρεμίσει την εικόνα του αξιοσέβαστου πατέρα, του σπουδαίου γιατρού; Δικό της μόνο το άχθος της εικόνας. Κι ας μην την είχε κι η ίδια επιλέξει. Που να φανταστεί; Την είχε χαιρετήσει ο Κώστας από το μεσημέρι, θα έφευγε για συνέδριο στα Γιάννενα. Μα ξέχασε να της αφήσει τα χαρτιά για τον λογιστή. Κι εκείνη πήγε στο γιατρείο του να τα πάρει. Πάντα είχαν δεύτερα κλειδιά, ο ένας από το ιατρείο του άλλου, για ασφάλεια. Τον βρήκε με τα βρακιά κατεβασμένα να πηδάει τη γραμματέα του. Μαρμάρωσε. Δε μίλησε. Μόνο τα βλέμματά τους κονταροχτυπήθηκαν για μια στιγμή. Της χαμηλοβλεπούσας κονταροχτυπήθηκε με το πάτωμα. Ούτε μετά του μίλησε. Καθόλου. Ποτέ. Τουλάχιστον ποτέ όταν ήταν μόνοι. Γιατί έμεινε; Απομεινάρια αγάπης; Κούραση; Αίσθηση του μάταιου; Προστασία των παιδιών; Όλα;

Ο χρόνος άλλαξε από τότε. Όχι στις καθημερινές κινήσεις, όχι στη ρουτίνα του. Άλλαξε στη γεύση και στη μυρωδιά του. Ο χρόνος δεν ήταν πια ποτισμένος με την αγάπη τους. Ήταν χρόνος βουβός, ο χρόνος της σιωπής, για τέσσερα-πέντε χρόνια τη σιωπή τους διέκοπταν μόνο τα ακατάληπτα της γιαγιάς.

Το τηλέφωνο διέκοψε τον κατήφορο της μελαγχολίας. Η καλή της φίλη, η Βεατρίκη, ‘’είπα να σε πάρω τώρα μια στιγμή, να ευχηθούμε το καλή χρονιά, γιατί όταν μας πλακώσουν τα ασκέρια παιδιών κι εγγονών, πού να βρεθεί σειρά…’’ Τα ίδια κι η Βεατρίκη, τραπεζώματα κι εγγόνια sitting κάθε τρεις και μία. ‘’Σε τι φάση είσαι;’’ Τη ρώτησε. ‘’Στα επιδόρπια’’.

Το σαραγλί ήθελε μόνο σιρόπιασμα, η τάρτα σοκολάτας να ενωθούν τα κομμάτια της. Της Ελεωνόρας τα κομμάτια άρχισαν να ξαναδένονται μέσα απ’ τις ζωές των παιδιών της. Το ρολογάκι άρχισε να μετράει καινούριους κύκλους, η Αθηνά πρώτη, φυσικά, ύστερα ο Πέτρος και τέλος η Λένα, γάμοι, γέννες, βαφτίσια, όλα τα χαρούμενα κι η Ελεωνόρα να είναι δίπλα τους, να βοηθάει, να συμπαρίσταται, να εισπνέει τις χαρές τους, να χαϊδεύει τις αγωνίες τους, ξανά τα πάμπερς, οι φρουτόκρεμες κι οι βασιλοπούλες, αλλά και ζωντανοί οι δράκοι της δικής της ζωής.

Ο Κώστας αρρώστησε το 2008. Έπεσε πάνω του να τον σώσει όλος ο ιατρικός κόσμος της πόλης. Αλλά… Τον έβλεπε να λιώνει, της έλιωσε κι ο πάγος τόσων χρόνων μέσα της, τη συνταξιοδότησή της την ξεκίνησε με καινούρια καριέρα, αποκλειστική νοσοκόμα του Κώστα. Σε κάθε περιποίηση της εκείνος βούρκωνε, σε κάθε ενοχή του και σε κάθε φόβο του εκείνη απαντούσε με χαμόγελο. Κουρασμένο. Αλλά χαμόγελο. ‘’Ξέχνα τα’’, του έλεγε, ‘’γαλήνη μας χρειάζεται, μη βασανίζεσαι για να μη βασανίζομαι κι εγώ’’. Δυο χρόνια έλιωνε ο πάλαι ποτέ κραταιός, ο Θεός, ο μάγος της φυλής, που τόσους και τόσους είχε αρπάξει απ’ το χάρο και τους ξαναγύρισε στη ζωή. Τον έκλαψε πολύ. Της έλειπε ακόμη. Της έλειπε η ανάσα του στο σπίτι. Μετάνιωνε για τα χαμένα χρόνια, μετάνιωνε που τόσο άργησε να του δώσει τη συγχώρεση που της ζητούσε κι εκείνη μισή του την έδωσε στο τέλος.

Μισή ώρα της μένει ώσπου να έρθουν τα παιδιά. Κουράστηκε ήδη, τέσσερις ώρες και βάλε ορθοστασία στην κουζίνα. Να στρώσει το τραπέζι. Λευκό τραπεζομάντηλο κεριά και λουλούδια. Αυτά τα λουλούδια την κατέστρεψαν σήμερα, της ανέτρεψαν όλο το πρόγραμμα. Λουλούδια βγήκε να ψωνίσει το πρωί κι είχε τη φαεινή ιδέα να κάνει μια βόλτα πρώτα στην Αριστοτέλους. Να περπατήσει λίγο άσκοπα, χωρίς προορισμό. Πόσα χρόνια είχε να το κάνει; Ήθελε σήμερα να χαζέψει φάτνες και μάγους και μπαλόνια και παιδικά μαγουλάκια κοκκινισμένα από το κρύο και την έξαψη. Κι ύστερα να πάει για λουλούδια στα λουλουδάδικα κι όχι στο ανθοπωλείο δίπλα στο σπίτι της. Κι από εκεί ξεμυαλίστηκε απ’ την ίδια της την πόλη.

Κρίση και φτώχεια αλλά οι πεισματάρηδες αντέχουν. Και γέλια και νταούλια και ζουρνάδες και τσίκνες από πρόχειρες ψησταριές μπροστά στα μαγαζιά και τσίπουρα να νικάνε το ψοφόκρυο και το ρολόι της κρυμμένο κάτω απ’ το γάντι. Έπεσε χωρίς αντίσταση στην πρόσκληση των πρώτων γνωστών της που συνάντησε, παλιοί συνάδελφοι, γλεντζέδες, τους θυμόταν κι απ’ τα ξεσαλώματα των τριών συνεδρίων που είχε καταφέρει να παρακολουθήσει – τα συνέδρια ήταν γενικά προνόμιο του Κώστα. Γλυκόπιοτα τα τσιπουράκια, καλοκαρδίστηκε κι εκείνη, τα τελευταία γέλια της έπεσαν στο τελευταίο φως της Παραμονής κι έφυγε παραπατώντας για το σπίτι της, λέγοντας ‘σκάσε’ στο ρολόι και στην ενοχή της.

Κουδούνι. Τα παιδιά. Αγκαλιές και φιλιά. Επιφωνήματα απόλαυσης στο φαγητό. Όλα τα χατίρια στρωμένα στο τραπέζι, το χοιρινό για την Αθηνά, το πατέ για τη Μυρσίνη, οι ντολμάδες για τον Πέτρο, η κρεατόπιτα για τον Άγγελο, τον άντρα της Αθηνάς, η τάρτα σοκολάτας για τη Λένα, το σαραγλί για τον Κώστα, ναι, και για τους απόντες…

Δώδεκα παραπέντε το ρολογάκι της σταμάτησε. Η τηλεόραση τους έμπασε στον καινούριο χρόνο με προκάτ ευθυμίες, καινούριες αγκαλιές, ευχές και φιλιά μεταξύ τους, αλλά όταν κοίταξε το ρολόι της πηγαίνοντας να φέρει τη βασιλόπιττα, το αντιλήφθηκε. Δεν ήταν η πρώτη φορά που σταματούσε. Μα αυτή τη φορά τη θεώρησε, ανεξήγητα, κάπως σημαδιακή. Κάτι θέλει να μου πει, σκέφτηκε. Το έβγαλε από το χέρι της και το κρέμασε στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο. ‘’Τι κάνεις εκεί, μαμά;’’ ρώτησε γελώντας η Αθηνά. ‘’Νομίζω πως δε μου χρειάζεται πια’’.

Τα παιδιά έφυγαν γρήγορα, να βρεθούν για ποτά με τους φίλους τους. Τα εγγόνια κοιμόντουσαν αγκαλιά με τα δώρα του Αη Βασίλη στα κρεβάτια που παλιά κοίμιζαν τους γονείς τους. Η Ελεωνόρα έβγαλε τα παπούτσια της και δίπλωσε τα κουρασμένα της πόδια στον καναπέ. Δεν είχε κουράγιο να καταπιαστεί με τα άπλυτα πιάτα. Αύριο. Θα ξεκινήσει και το 2014 στο νεροχύτη.

Πήρε το τηλέφωνο.

‘’Βεατρίκη, δεν πιστεύω να κοιμάσαι. Σε παίρνω γιατί έχω να σου κάνω μια πρόταση. Την άλλη εβδομάδα ξεκινάμε οι δυο μας για ένα μεγάλο ταξίδι’’.

‘’Ήπιες πολύ, Ελεωνόρα; Τι σου ήρθε πρωτοχρονιάτικα;’’

‘’Ούτε ήπια πολύ ούτε αντιρρήσεις θα δεχτώ. Ένα μεγάλο ταξίδι, όλη την Ιταλία, από τη Τζένοβα ως τη Σικελία. Χωρίς συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Σταματάμε όπου και για όσο μας αρέσει. Μια ζωή δεν το μελετούσαμε κι οι δυο; Λοιπόν, ήρθε η στιγμή. Έχουμε εκπληρώσει όλες μας τις υποχρεώσεις και με το παραπάνω. Έχουμε και οι δυο μας ωραία Ιταλικά ονόματα. Είμαστε από τους τυχερούς που παρά την κρίση έχουμε ακόμη δυο φράγκα στην άκρη. Και για πρώτη φορά στη ζωή μας λίγο χρόνο μπροστά μας. Λίγο χρόνο δικό μας’’.

*Η Λιάνα Τσιρίδη γεννήθηκε στις Σάπες Ροδόπης το 1958. Μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου και σπούδασε Αγγλική Φιλολογία στο ΑΠΘ.Από το 1989 ζει στην Κέρκυρα και εργάζεται ως καθηγήτρια στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση.Από τις εκδόσεις Ιβίσκος κυκλοφορούν τα μυθιστορήματά της «ΤΕΛΟΣ ΠΑΡΤΙΔΑΣ» (2013) και «ΔΕΚΑΤΡΕΙΣ ΝΥΧΤΕΣ ΠΡΙΝ ΤΟ ΞΗΜΕΡΩΜΑ» (2015)

Πηγή http://parallaximag.gr/parallax-view/to-roloi-tis/
Εικόνα: Ceorge Mekras