Ο Ιωάννης ακούμπησε με θάρρος το πέλμα του στην ξύλινη αποβάθρα. Το βλέμμα του ζορίστηκε.Ο ήλιος στο νησί καταμεσής στη θάλασσα της Μεσόγειου του φάνηκε ανελέητος. Έκαμε μιαν αβέβαιη προσπάθεια να πάρει ανάσα.
Τρελός ο νοτιάς, νταβρατισμένος από την κάψα της Αφρικής ανακάτεψε τα κατάμαυρα μαλλιά του, εισέβαλε στα ρουθούνια του και χαλάρωσε τον κόμπο στο μαντίλι που είχε περασμένο για γραβάτα. Έτσι τον έδενε και ο πατέρας του.
Έτσι του είπε να τον δένει και ο θειός του.
Θεσσαλονίκη, Σμύρνη, Αλεξάνδρεια...
Τρία λιμάνια είχε γευτεί μα κανένα δεν τον κράτησε.
Όλα τον έδιωχναν.
Έκαμε ένα ακόμα βήμα με λιγότερο θάρρος αυτή τη φορά. Ακάλεστη και φορτική η υγρασία που κόλλησε πάνω του κι έγινε ένα με το δέρμα του. Ο ίδρως κατρακύλησε αλμυρός...
Τραγουδιστές λαλιές τον περικύκλωσαν. Φασαρία και κακό... ή για καλό...ψιθύρισε.
Κανείς όμως δεν τον άκουσε. Κανείς δεν κατάλαβε τι ξεστόμισαν τα χείλη του. Πίεσε το λαρύγγι του για λίγο σάλιο... Η γλώσσα των εμπόρων θα γινόταν πια η μοναδική του λαλιά...
Και ο Ιωάννης γίνηκε Giovanni....
Μ.Π 07/06/16
Μάρθα Πατλάκουτζα
7/6/2016 ·

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου