Τετάρτη 14 Αυγούστου 2013

Εμμανουήλ Ροΐδης, "Πάπισσα Ιωάννα"

Η φιγούρα της Πάπισσας Ιωάννας με παπική τιάρα ως γυναίκα Βαβυλώνα
 της Αποκάλυψης, προτεσταντικό σύμβολο του Αντιχρίστου http://el.wikipedia.org


Εμ. Ροΐδης, "Πάπισσα Ιωάννα" 


Ὀκτῶ ὅλα ἔτη ἐπλανήθη ὁ πατὴρ τῆς Ἰωάννας ὑπὸ τὰ δένδρα τῆς Βεσταλίας, βαπτίζων, διδάσκων, ἐξομολογῶν καὶ θάπτων. Πολυπαθέστερος δὲ γενόμενος καὶ αὐτοῦ τοῦ ἀποστόλου Παύλου πολλάκις ἐρραβδίσθη, δεκάκις ἐλιθάσθη, πεντάκις ἐρρίφθη εἰς τὸν Ῥῆνον καὶ δὶς εἰς τὴν Ἄλυν, τετράκις ἐκάη, τρις ἐκρεμάσθη καὶ μεθ' ὅλα ταῦτα ἐπέζησε τῇ βοηθείᾳ τῆς Θεοτόκου. Τὸν δὲ ὑποπτευόμενον ὅτι ἀπίθανα λέγω, παραπέμπω εἰς τῆς ἐποχῆς ἐκείνης τὰ συναξάρια, ἵνα μάθῃ τίνι τρόπῳ ἡ ξανθὴ Παναγία ὑπεστήριζεν διὰ τῶν λευκῶν αὐτῆς χειρῶν τοὺς πόδας τῶν πιστῶν της, ὁσάκις ἀπηγχονίζοντο, ἔσβηνε τάς φλόγας τῆς πυρᾶς διὰ ῥιπιδίου ἐκ πτερῶν Ἀγγέλου, ὁσάκις ἐκαίοντο, ἢ λύουσα τὴν κυανῆν ζώνην ἔτεινεν αὐτὴν εἰς τοὺς καταποντιζομένους, ὡς ἡ Ἰνὼ τῷ Ὀδυσσεῖ τὸν πέπλον.
Τὰ τόσα παθήματα δεν ἴσχυσαν να ψυχράνωσι τὸν ζῆλον ἢ ν' ἀλλοιώσωσι τὸ φρόνημα τοῦ ἀκαμάτου ἀποστόλου• τὸ σῶμα ὅμως αὐτοῦ κατήντησε βαθμηδὸν ἀγνώριστον, ἀφοῦ οἱ μὲν Φρίσονες τῷ ἀφήρεσαν τὸν δεξιὸν ὀφθαλμόν, οἱ δὲ Λογγοβάρδοι ἔκοψαν τὰ ὦτα τοῦ, οἱ Θουρίγγιοι τὴν ῥῖνα καὶ οἱ ἀνήμεροι κάτοικοι τοῦ Ἐρκυνίου δάσους, θέλοντες να ἐξολοθρεύσωσι τῶν ἱεροκηρύκων τὴν γενεάν, ἐθυσίασαν πρὸ τοῦ βωμοῦ τοῦ Τουίτονος τὰ δύο τέκνα του καὶ ἔπειτα διὰ τῆς αὐτῆς ἀπανθρώπου μαχαίρας ἀπέκοψαν αὐτώ... πᾶσαν πατρότητος ἐλπίδα.
Ἡ Γιούθα, ἥτις καὶ μετὰ τὴν τελευταίαν ταύτην συμφορὰν ἔμεινε πιστὴ τῷ ἠκρωτηριασμένω συζύγω, ἐπειρᾶτο παντοιοτρόπως ν' ἀνακουφίση τάς θλίψεις του. Ὁσάκις ἐξυπνῶν τὴν νύκτα προσήλονεν εἰς αὐτὴν μετὰ ματαίου πόθου τὸν ἕνα ἀπομείναντα ὀφθαλμὸν καὶ ἔκλαιε τὴν στέρησιν τῶν τέκνων του καὶ τῶν πρῴην ἡδονῶν, ἠσπάζετο αὐτὸν λέγουσα, «Καθ' ἡμέραν ἀνάπτω λαμπάδα πρὸ τῆς εἰκόνος» τοῦ Ἀγ. Πατέρνου. Ἴσως ὁ προστάτης οὗτος τῆς εὐτεκνίας ἐφεύρῃ θαῦμα τι, ἵνα ἀπολαύσωμεν καὶ πάλιν τέκνα».
Ἡ εὐχὴ αὔτη τῆς καλῆς Γιούθας ἐπληρώθη μετ' οὐ πολύ• οὐχὶ φεῦ! διὰ θαύματος τοῦ ἁγίου Πατέρνου, ἀλλ' ὑπὸ δύο τοξοτῶν τοῦ κόμητος τῆς Ἐρφούρτης. Οἱ κακότροποι οὔτοι συναντήσαντες αὐτὴν παρὰ τὴν ὄχθην τῆς Φούλδας ἁπλόνουσαν εἰς τὸν ἥλιον τὸν χιτῶνα τοῦ ἀνδρὸς της, ὅστις μὴ ἔχων ἄλλον ἐκρύπτετο ὡς ὁ Ὀδυσσεὺς ὑπὸ σωρὸν ξηρῶν φύλλων, περιμένων να ξηρανθῇ ὁ πλυθεῖς, ἤπλωσαν κἀκείνην ἐπὶ τῆς χλόης καὶ διὰ τῆς βίας τῆς ὑπενθύμισαν τὸν ἀληθῆ ἐπὶ τῆς γῆς προορισμὸν τῆς γυναικός.



Πάπισσα Ιωάννα (μυθιστόρημα)
Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια



Η Πάπισσα Ιωάννα
Συγγραφέας Εμμανουήλ Ροΐδης
Είδος μυθιστόρημα ("μεσαιωνική μελέτη")
Εκδότης Τυπογραφείο Ι. Κασσανδρέως και Σία
Γλώσσα ελληνικά (καθαρεύουσα)
Πρώτη έκδοση 1866

H Πάπισσα Ιωάννα είναι μυθιστόρημα του Εμμανουήλ Ροΐδη που δημοσιεύτηκε το 1866 με το χαρακτηρισμό «μεσαιωνική μελέτη» σύμφωνα με την άποψη του ίδιου του συγγραφέα.[1] Σε αυτό εξιστορείται ο βίος της Ιωάννας, μίας γυναίκας που κατάφερε να αναρριχηθεί στην ιεραρχία της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και να φτάσει μέχρι και το αξίωμα του Πάπα, προσποιούμενη ότι ήταν άντρας. Το μυθιστόρημα βασίζεται στο σχετικό μεσαιωνικό θρύλο της Πάπισσας Ιωάννας, σύμφωνα με τον οποίο μια γυναίκα βρέθηκε στο θρόνο του Βατικανού κατά την περίοδο 855 - 858. Το μυθιστόρημα αυτό θεωρείται το σημαντικότερο από τα έργα του Ροΐδη και ένα από τα σπουδαιότερα ελληνικά μυθιστορήματα, το οποίο τελικά αφορίστηκε "ως αντιχριστιανικόν και κακόηθες", με την υπ' αριθ. 5688/4-4-1866 εγκύκλιο της Ι. Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος, ενώ ο ίδιος ο Ροΐδης διώχθηκε δικαστικά.


Δομή και υπόθεση

Η Πάπισσα Ιωάννα έχει τον υπότιτλο «μεσαιωνική μελέτη»[2] και το βιβλίο, εκτός από την καθαυτό αφήγηση (στην οποία υπάρχουν συχνά υποσημειώσεις με επιπρόσθετο πληροφοριακό υλικό), συνοδεύεται από άλλες τρεις ενότητες: έναν πρόλογο του συγγραφέα προς τους αναγνώστες με πληροφορίες ενημερωτικές για την προϊστορία του έργου, την έρευνα, τις πηγές, το ύφος αλλά και την κριτική διάθεση με την οποία αντιμετώπιζε τα εκκλησιαστικά πράγματα, μία εκτενή εισαγωγή με παρουσίαση όλων των μαρτυριών για την ύπαρξη της Πάπισσας Ιωάννας και την ιστορίας της, και μία ενότητα με εκτενείς σημειώσεις στο τέλος του έργου, όπου παρατίθενται άλλα ιστορικά στοιχεία και σχόλια.

Η κυρίως αφήγηση εξιστορεί τη ζωή της Ιωάννας από τη γέννηση έως το τέλος της ζωής της. Ξεκινά από την ιστορία των γονέων της, δύο ιεραποστόλων και συνεχίζει με την ένταξή της στον βίο της μοναχής σε νεαρή ηλικία, τη γνωριμία και τον έρωτά της για τον μοναχό Φρουμέντιο, τα ταξίδια τους -με την Ιωάννα μεταμφιεσμένη σε άντρα- στη Γερμανία, στην Ελβετία και τη Γαλλία, τη μακροχρόνια παραμονή τους στην Αθήνα και την εγκατάσταση της Ιωάννας στη Ρώμη, την άνοδό της στην εκκλησιαστική ιεραρχία που την οδήγησε τελικά στο παπικό αξίωμα, την ερωτική της σχέση με τον θαλαμηπόλο της, την εγκυμοσύνη και τέλος την αποβολή και τον θάνατό της κατά τη διάρκεια μιας λιτανείας.
Ιστορία του έργου
Μέχρι τοῦδε περιωρίσθην, σεβαστοὶ μοι Ἱεράρχαι, εἰς τὸ νὰ καταστήσω ψηλαφητὸν εἰς ὑμᾶς ὅτι, ὅσον αντιχριστιανι fbκή καὶ ἀν ὑποτεθῇ ἡ «Ἰωάννα», μυριάκης ἀντιχριστιανικώτεραι εἶναι αἱ ὑμέτεραι ὕβρεις, ἀπειλαὶ καὶ ἐπικλήσεις τοῦ εἰσαγγελέως, ἠδη δὲ θέλω ἐξετάσει, μὲ τὴν ἀδειὰν σας, ἄν τῷ ὄντι τὴν θρησκείαν ἤ ἌΛΛΟ ΤΙ ἐχλεύασεν ὁ συγγραφεὺς τοῦ καταδικασθέντος βιβλίου.
Εμμ. Ροΐδης, «Ὀλίγαι λέξεις εἰς ἀπάντησιν ...τῆς ἐγκυκλίου τῆς Ἱερᾶς Συνόδου», σελ. 305


Το πολύκροτο έργο εκδόθηκε στις αρχές του 1866. Ο Ροΐδης στον πρόλογο του έργου ισχυρίζεται ότι άκουσε για πρώτη φορά τον μεσαιωνικό θρύλο για την Πάπισσα Ιωάννα όταν ήταν παιδί στη Γένοβα, όπου ζούσε με την οικογένειά του. Η ιστορία τον εντυπωσίασε και αργότερα κατά την πολύμηνο διαμονή του στη Γερμανία (1855-1856) συγκέντρωσε υλικό για την εποχή, το οποίο συμπλήρωσε ταξιδεύοντας στην Ιταλία αλλά κι επισκεπτόμενος την Εθνική Βιβλιοθήκη στην Αθήνα. Εκεί, οι αδιάκοπες αιτήσεις μεσαιωνικών βιβλίων, «ἅτινα οὔτε ἐγνώριζον οὔτε εὐκόλως ἀνεύρισκον οἱ τότε βιβλιοφύλακες, ἠνάγκασαν μάλιστα τον ἐφορεύοντα Παναγιώτην Σοῦτσον να λύῃ τα ἑκάστοτε ἐγειρόμενα ζητήματα δίδων εἰς τον Ροΐδην μίαν κλίμακα και την ἂδειαν ν’ ἀναζητή ὁ ἳδιος τα συναξάρια».[3]

Ο μύθος της Πάπισσας Ιωάννας ήταν αρκετά διαδεδομένος και είχε απασχολήσει και στο παρελθόν ιστορικούς και λογοτέχνες, επομένως ο Ροΐδης είχε στη διάθεσή του αρκετά κείμενα από τα οποία άντλησε υλικό για το θέμα του. Τα κείμενα που χρησιμοποίησε κυρίως ο Ροΐδης είναι η μελέτη του Fr. Spanheim (1631) Disquisitio historica de papa foemina inter Leonem IV et Benedictum III, για τις ιστορικές πληροφορίες της εισαγωγής, και το έμμετρο αφήγημα Papessa (1804), του Giambattista Casti.

Η δημοσίευση του έργου αντιμετώπισε αμέσως αρνητική κριτική από εκπροσώπους της Εκκλησίας, εξαιτίας της τολμηρότητας κάποιων σκηνών και κυρίως της κριτικής που ασκούσε ο Ροΐδης σε συγκεκριμένες πρακτικές της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Στις επιθέσεις εναντίον του Ροΐδη πρωτοστάτησε αρχικά ο κληρικός Μακάριος ο Καρυστίας, με άρθρα στον τύπο, και αργότερα ενεπλάκη και η Ιερά Σύνοδος που με εγκύκλιό της αναθεμάτισε το έργο ως «κακόηθες και βλάσφημον» και ζήτησε την παρέμβαση του κράτους για την απαγόρευση της κυκλοφορίας του βιβλίου, κάτι που τελικά δεν έγινε. Το θέμα αυτό φαίνεται πως απασχόλησε για αρκετό καιρό τον τύπο της εποχής, αλλά οι απόψεις των αρθρογράφων ήταν διχασμένες.

Ο Ροΐδης απάντησε στις επιθέσεις αρχικά με τα σατιρικά κείμενα «Η Πάπισσα Ιωάννα και η ηθική. Επιστολαί ενός Αγρινιώτου» και στη συνέχεια με το κείμενο «Ολίγαι λέξεις εις απάντησιν της υπ' αρ. 5688 εγκυκλίου της Ιεράς Συνόδου κατά της Παπίσσης Ιωάννας». Στο πρώτο κείμενο εξέταζε την Πάπισσα παράλληλα με άλλα σατιρικά κείμενα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας, με κύριο στόχο να αποδείξει σε όσους επαινούσαν μεν το έργο, αλλά κατηγορούσαν την αθυροστομία του, ότι σε όλα τα σατιρικά κείμενα η αθυροστομία ήταν αναγκαία, ενώ στο δεύτερο ανασκεύαζε τις κατηγορίες της Ιεράς Συνόδου, διανθίζοντας παράλληλα την επιχειρηματολογία του με χιούμορ: για παράδειγμα αναγνώριζε ότι χάρη στην Ιερά Σύνοδο το βιβλίο του αναγνώστηκε και έγινε διάσημο στο ευρύ κοινό, ενώ αλλιώς θα παρέμενε γνωστό μόνο σε κάποιους λογίους.![4]

Βεβαίως, η κριτική στο έργο αυτό δεν ασκήθηκε μόνο από την Εκκλησία, αλλά και από πολλούς λόγιους της εποχής, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Μια από τις πιο χαρακτηριστικές διενέξεις ήταν εκείνη μεταξύ του Γάλλου Jules-Barbey d'Aureville και του Ροΐδη. Ο D'Aureville είχε επιτεθεί εναντίον του Ροΐδη με άρθρο του στην εφημερίδα Constitutionel των Παρισίων (9 Απριλίου 1878). Μεταξύ άλλων, έγραφε:«Ὁ κ. Ροΐδης κάνει τόν ἐλαφρὸ. Εἶναι ὁ ταρτοῦφος τῆς ἐλαφρότητος. Καμώνεται καί λέει ὅτι βασική του ἐπιδίωξις [...] ἦταν τό μυθιστόρημα, ἐνῶ τό κύριο [...] ἦταν ἡ Ἱστορική διατριβή, μέ τήν ὁποία [...] προσπαθεῖ νά ἀποδείξη, ὡς ἀληθινό ἕνα γεγονός [...] ἀνυπόστατο, πού τό ἀρνήθηκαν καί οἱ Διαμαρτυρόμενοι ἀκόμα»..[5]

Σε αντίθεση με την απάντηση του προς την Εκκλησία, η αντίδραση του Ροΐδη περιορίσθηκε σε μια επιστολή προς τον D'Aureville, με ημερομηνία 1 Μαΐου 1878. Χαρακτηριστικό είναι ότι στο γράμμα του αυτό λέει πως η Πάπισσα Ιωάννα είναι νεανικό του αμάρτημα:«Ἐκεῖνο πού σεῖς ἐκλαμβάνετε ὡς ἔργο μίσους, δέν εἶναι παρά ἕνα ξέσκασμα μαθητοῦ, ἕνα νεανικό ἁμάρτημα, καί πρῶτος ἐγώ ἀναγνώρισα τίς ἀτέλειες καί τίς ὠμότητες τοῦ ὕφους»..[6]

Αντιδράσεις για την Πάπισσα δεν έλειψαν ούτε και στον 20ο αι.: το 1940, όταν ετοιμαζόταν έκδοση των Απάντων του Ροΐδη, η κυβέρνηση απαγόρευσε την επανέκδοση του μυθιστορήματος [1].

Η Πάπισσα έγινε δημοφιλές ανάγνωσμα μετά την πρώτη έκδοσή της και άρχισε να μεταφράζεται ήδη από τον 19ο αιώνα, με τις μεταφράσεις της να σημειώνουν εκδοτική επιτυχία και στο εξωτερικό [2].

Ο Ροΐδης αντιμετώπισε αντιδράσεις και για την λογοτεχνική πλευρά του έργου, αφού κατηγορήθηκε για «λογοκλοπή» από τις πηγές που χρησιμοποίησε.[7]Παράλληλα όμως η Πάπισσα Ιωάννα αναγνωρίστηκε ως ένα από τα πιο πρωτοποριακά μυθιστορήματα της ελληνικής πεζογραφίας του 19ου αι. όχι μόνο χάρη στο επιμελημένο ύφος αλλά και εξαιτίας της αντιρομαντικής διάθεσης που θεωρήθηκε πρόδρομος της στροφής προς τον ρεαλισμό που πραγματοποιήθηκε στην ελληνική πεζογραφία μετά την εμφάνιση της γενιάς του 1880.[8]
Μεταγλωττίσεις του έργου στη νεότερη ελληνική

Κατά καιρούς, πολλοί συγγραφείς θέλησαν να αποδώσουν την "Πάπισσα Ιωάννα" στην καθομιλουμένη. Αξίζει να αναφερθεί η απόδοση του Γ. Τσουκαλά το 1954, που γνώρισε πολλές επανεκδόσεις, του Αντ. Σιμιτζή (Λιβάνης 1993), του Μάριου Βερέττα (αντικριστά με το πρωτότυπο) και, πιο πρόσφατα, του Δημήτρη Καλοκύρη (Ελληνικά Γράμματα, 2005).[9] Οι προσπάθειες αυτές, που υπαγορεύονται εξίσου από την υπαρκτή ανάγκη να γίνει προσιτό το κείμενο σε νεότερους αναγνώστες όσο και από την επιθυμία των μεταφραστών να αναμετρηθούν με το πνεύμα του Ροΐδη, έγιναν δεκτές με επιφύλαξη από την κριτική.[10]
Το ζήτημα του αφορισμού
Η υπόθεση του αφορισμού του μυθιστορήματος Πάπισσα Ιωάννα, είχε δημιουργήσει κάποια σύγχυση ως προς το σε ποιον απευθυνόταν ο αφορισμός της εγκυκλίου της Ι. Συνόδου. Για παράδειγμα, στην αθηναϊκή εφημερίδα Σκριπ, φύλλο της 9ης Ιανουαρίου 1904, σελ. 1 αναφέρεται:«Τήν 2 μ.μ. χθές ἔγινεν ἡ κηδεία τοῦ Ἐμμανουήλ Ροΐδου...εἰς τό Ἅ' Νεκροταφεῖον, μία κηδεία σεμνή καί συγκινητική. Προηγεῖτο εἷς ἱερεύς μόνον [... ] οἱ ἀκολουθήσαντες ἐκτός τῶν συγγενῶν καί τῶν φίλων ἤσαν λόγιοι καί δημοσιογράφοι [...] Ὡς γνωστόν, ὁ Ροΐδης, ἀπό τῆς ἐποχῆς καθ’ ἥν συνέγραψε τήν "Πάπισσαν Ἰωάνναν", εἶχεν ἀφορισθεῖ ὑπό τῆς Ἱερᾶς Συνόδου διά θρησκευτικούς λόγους. Προχθές τήν πρωίαν, ἐνῶ ὁ συγγραφεύς ἔπνεε τά λοίσθια, ἡ Ἱερά Σύνοδος προέβη εἰς τήν ἄρσην τοῦ ἀφορισμοῦ μεθ’ ὁ ὁ ἑτοιμοθάνατος ἐκοινώνησε τῶν ἀχράντων μυστηρίων».[11]

Εν τούτοις, για το ζήτημα αυτό, ο βιογράφος και ανεψιός του Ροΐδη, Ανδρέας Ανδρεάδης, αναφέρει:«Ὁ Ροίδης, ἐφ’ ὅσον γνωρίζω, οὐδέποτε ἀφωρίσθη· διά τοῦτο ἐξηκολούθησε τελῶν τά θρησκευτικά του καθήκοντα, ὁσάκις δέ διωρίζετο εἰς δημοσίαν ὑπηρεσίαν ἐφρόντιζε νά ὀμνύη τόν νενομισμένον ὅρκον πρό τοῦ ἱερέως τῆς ἐνορίας του. Διά τοῦτο δ' ἐπίσης δέν ἐδέησε, ὅπως ἀνέγραψαν τινές ἐφημερίδες, ν' ἀρθῆ ὁ ἀφορισμός, ὅπως μεταλάβη τῶν ἄχραντων μυστηρίων καί κηδευθῆ χριστιανικῶς».[12]

Πράγματι, φαίνεται πως η εγκύκλιος στρεφόταν μόνο κατά του βιβλίου και όχι κατά του ιδίου του Ροΐδη.[13]
Χαρακτήρας
Ύφος

Το κυριότερο χαρακτηριστικό των κειμένων του Ροΐδη είναι η ιδιαιτερότητα του ύφους του. Για τον τρόπο γραφής του έχει ειπωθεί «εισήγαγε στη λογοτεχνία το νόημα του ύφους».[14] Τα δύο βασικά στοιχεία του ιδιαίτερου ύφους του, που εντοπίζονται και στην Πάπισσα Ιωάννα αλλά και στα άλλα κείμενά του, με αποτέλεσμα περιπαικτικό και κωμικό, είναι:
η παράθεση ασυμβίβαστων εννοιών: «εἰς Ἀκυΐσγρανον, πόλιν περίφημον διά τά ἅγια λείψανα καί διά τάς βελόνας»[15]
και οι απροσδόκητες παρομοιώσεις: «ὑπέπεσε κατά τάς πρώτας ἡμέρας είς τήν μοναστηριακήν ἐκείνην χαύνωσιν, ἥτις καταλαμβάνει τάς νεήλυδας εἰς τά κοινόβια, ὡς ἡ ναυτίασις τούς κατά πρῶτον πατοῦντας ἐπί πλοίου» [16]

Στον πρόλογο της Πάπισσας ερμηνεύει αυτές τις υφολογικές επιλογές ως τρόπο να διατηρήσει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη:


Ἄγγλος τις συγγραφεύς, ὁ Swift νομίζω, διηγεῖται ὅτι οἱ κάτοικοι, δέν ἐνθυμοῦμαι τίνος τόπου, εἶναι τοσούτῳ ἀπαθεῖς καί ἀπρόσεκτοι, ὥστε ὁσάκις ἀποτείνεταί τις πρός αὐτούς, πρέπει νά κτυπᾷ ἐκ διαλειμμάτων τήν κεφαλήν των διά ξηρᾶς κολοκύνθης, ἵνα μή ἀποκοιμῶνται, ἐνῶ ὁμιλεῖ. Τοιοῦτόν τι ἀνθυπνωτικόν φάρμακον ἐσκέφθην κἀγώ νά μεταχειρισθῶ κατά τῆς ἀπαθείας τοῦ Ἕλληνος ἀναγνώστου˙ ἐν ἐλλείψει δέ κολοκύνθης ἐπροσπάθησα νά ἐξορκίσω τά χασμήματα καταφεύγων ἀνά πᾶσαν σελίδαν εἰς ἀπροσδοκήτους παρεκβάσεις, ἰδιοτρόπους παρομοιώσεις ἤ ἀλλοκότους λέξεων συγκρούσεις˙περιβάλλων ἑκάστην ἰδέαν δι’ εἰκόνος, οὕτως εἰπεῖν, ψηλαφητῆς, καί αὐτά ἀκόμη τά σοβαρώτερα τῆς θεολογίας ζητήματα στολίζω διά κροσσίων, θυσσάνων καί κωδωνίσκων ὡς ποδιάν Ἱσπανῆς χορευτρίας.

Οι παρομοιώσεις και τα άλλα χιουμοριστικά τεχνάσματα του Ροΐδη χαρακτηρίστηκαν συχνά από μελετητές ως επίδειξη πνεύματος,[17] αλλά αναγνωρίζονται από άλλους ως οργανικό στοιχείο της γραφής που εξυπηρετεί συγκεκριμένη λειτουργικότητα, αυτήν της άσκησης κριτικής.[18]
Τεχνική
Ἀλλὰ ν’ ἀνυμνῶσι τὴν «Ἰωάνναν» ὡς εὐφυέστατον καὶ νοστιμώτατον βιβλίον, καὶ ἔπειτα νὰ κατηγορῶσιν ὡς ἄσεμνον, εἴρωνα καὶ σαρκαστικὸν συγγραφέα, ὁμολογοῦντα ἀπερικαλύπτως εἰς τὸ προοίμιόν του ὅτι ἠκολούθησε τὰ ἴχνη τοῦ Ἅινε καὶ τοῦ Βύρωνος, τοῦτο οὔτε νὰ τὸ ἐννοήσω δύναμαι οὔτε νὰ τὸ χωνεύσω˙ εἶναι τὸ αὐτὸ πρᾶγμα ὡς νὰ ἐκατηγόρουν εὐσεβῆ καθολικὸν ὅτι κάμνει τὸν σταυρὸν του μὲ τὰ τέσσαρα δάκτυλα, χορεύτριαν ὅτι δεικνύει τὰς κνήμας της, ταῦρον διότι ἔχει κέρατα ἤ ἱεροκήρυκα διότι λέγει ἀνοησίας
Εμμ. Ροΐδης, «Ἡ Πάπισσα Ἰωάννα καὶ ἡ ἠθική. Ἐπιστολαί ἑνὸς Ἀγρινιώτου» σελ. 342


Εκτός από το ύφος της Πάπισσας, ιδιάζουσα είναι και η τεχνική της. Η αφήγηση ακολουθεί ευθύγραμμη πορεία, από την ιστορία των γονέων της Ιωάννας έως και τον θάνατό της. Σε μερικά σημεία όμως γίνονται κάποιες προδρομικές αφηγήσεις που αναφέρονται στην μελλοντική εξέλιξη της Ιωάννας και την ανάρρησή της στον παπικό θρόνο. Αυτό το γεγονός εξάλλου είναι ήδη γνωστό σε όσους είχαν διαβάσει τον πρόλογο και την εισαγωγή του έργου. Ένα άλλο ιδιαίτερο χαρακτηριστικό είναι η απουσία διαλόγου μεταξύ των προσώπων. Αυτό, σε συνδυασμό με την απουσία πλοκής (αφού το τέλος του έργου είναι ήδη γνωστό) υπονομεύει τις καθιερωμένες λογοτεχνικές συμβάσεις και φέρνει το μυθιστόρημα πιο κοντά στην ιστοριογραφία.[19] Παράλληλα, το μυθιστόρημα παρουσιάζει μια ιδιόρρυθμη σχέση με τις πηγές του. Τα κείμενα από τα οποία άντλησε το υλικό του ο Ροΐδης συμπλέκονται στην σύνθεση τηςΠάπισσας με ποικίλους τρόπους: πολλά σημεία είναι χωρία αυτούσια ειλημμένα από άλλα κείμενα, κάτι που επισημαίνεται από τον Ροΐδη στο παράρτημα με τις σημειώσεις. Πολλές φορές τα λόγια των ηρώων είναι αποσπάσματα λειτουργικών και άλλων θρησκευτικών κειμένων. Ιδιαίτερος είναι και ο ρόλος των υποσημειώσεων, οι οποίες συχνά διορθώνουν ή διαψεύδουν γεγονότα που αναφέρθηκαν στην κυρίως αφήγηση ή συνεχίζουν την εξιστόρηση περιστατικών της κυρίως αφήγησης.[20] Τέλος, πρωτοποριακό γνώρισμα της σύνθεσης του μυθιστορήματος είναι η αυτοαναφορικότητα, δηλαδή η εμπλοκή του συγγραφέα στην αφήγηση με αποστροφές προς τον αναγνώστη και με αναφορές στην διαδικασία γραφής του έργου που διαλύουν την εντύπωση της αληθοφάνειας των γραφομένων, που ήταν κυρίαρχη σύμβαση του μυθιστορήματος.[21] Για αυτές τις ιδιάζουσες τεχνικές αλλά και για το έντονο στοιχείο της παρωδίας η Πάπισσα Ιωάννα έχει χαρακτηριστεί από την κριτική ως «αντιμυθιστόρημα» [22] ή «μεταμυθιστόρημα».[23]
Το αντικείμενο και τα μέσα της κριτικής

Η σημασία της Πάπισσας Ιωάννας μπορεί να ερμηνευτεί μέσα από την εξέταση του πνευματικού κλίματος της εποχής όπου γράφτηκε. Στην ελληνική λογοτεχνία από το 1830 έως το 1880 κυριαρχούσε ο ρομαντισμός και οι κύριες τάσεις της πεζογραφίας της περιόδου αυτής ήταν οι ρομαντικές ερωτικές ιστορίες και τα ιστορικά μυθιστορήματα. Παράλληλα, ο ευρωπαϊκός ρομαντισμός είχε στρέψει το ενδιαφέρον του στον μεσαίωνα, για τον οποίο είχε καλλιεργήσει μία εξιδανικευμένη εικόνα, ενώ τα ίδια χρόνια στην Ελλάδα αρκετοί λόγιοι έθεταν το ζήτημα της «αποκατάστασης» της θέσης του Βυζαντίου στην ελληνική ιστορία, για την οποία διαμορφωνόταν η τριμερής διαίρεση «αρχαιότητα-μέσοι χρόνοι-νεότερη εποχή». Ο Ροΐδης, που ήταν κριτική προσωπικότητα και σε όλα τα κείμενά του σχολίαζε -συχνά σατιρίζοντας- την πνευματική και κοινωνική κατάσταση της χώρας, με την Πάπισσα Ιωάννα εξέφρασε την αντίθεσή του στις κυρίαρχες ιδεολογικές και λογοτεχνικές τάσεις της εποχής.
Το αντικείμενο της κριτικής
Μετὰ τὴν νίκην, φοβούμενος ὁ ἅγιος αὐτοκράτωρ [ενν. οΚαρλομάγνος] μὴ ἀναγκασθῇ καὶ πάλιν ὑπὸ τῶν ἀγριανθρώπων ἐκείνων νὰ διακόψῃ τὰς εὐσεβεῖς αὐτοῦ ἀσχολίας, ἀπεφάσισεν ἤ πάντας τοὺς νικηθέντας νὰ εξολοθρεύσῃ ἤ ἑκόντας ἄκοντας ὅλους νὰ βαπτίσῃ. Οὐδεὶς ποτὲ ἱεροκῆρυξ κατώρθωσε πλείονας ἀπίστους ἐν βραχεῖ χρόνῳ νὰ χριστιανίσῃ• ἀλλ’ ἡ εὐγλωττία τοῦ Φράγκου κατακτητοῦ ἦτο ἀκαταμάχητος. «Πίστευσον ἤ σὲ φονεύω», ἔλεγεν εἰς τὸν δεσμώτην Σάξωνα, εἰς οὗ τὰ ὄμματα ἤστραπτεν ὡς πειστικώτατον ἐπιχείρημα ἡ μάχαιρα τοῦ δημίου, καὶ ὅλος ἐκεῖνος ὁ ὄχλος ἐπήδα εἰς τὴν κολυμβήθραν ὡς αἱ νῆσσαι εἰς τοὺς λάκκους, ἀφοῦ βρέξῃ.
Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα, σελ. 118.



Ήδη από τον πρόλογο ο Ροΐδης προϊδεάζει τους αναγνώστες ότι είναι πιθανό να ενοχληθούν από την ελευθεριότητα κάποιων σκηνών του βιβλίου αλλά κυρίως από την παρουσίαση των αρνητικών πλευρών της μεσαιωνικής εκκλησιαστικής ιστορίας (τις οποίες ονομάζει «εκκλησιαστικόν βόρβορον») και κάποιες κριτικές παρατηρήσεις για την σύγχρονή του Ορθόδοξη Εκκλησία. Διευκρινίζει όμως ότι η διάθεσή του δεν είναι πολεμική εναντίον της Εκκλησίας, αλλά αξιοποιεί οποιοδήποτε περιστατικό θεωρεί αξιοκατάκριτο και σατιρίζει οτιδήποτε είναι δυνατό να προκαλέσει γέλιο, ανεξαρτήτως από το περιβάλλον από το οποίο προέρχεται. Στην συνέχεια παραθέτει κάποιες σκέψεις του για τις πρακτικές της Ορθόδοξης Εκκλησίας, οι οποίες κατά την γνώμη του καθιστούν την άσκηση της λατρείας απεχθή για τους πιστούς.[24]

Στην καθαυτό αφήγηση, ακριβώς όπως είχε προεξαγγείλει στον πρόλογο, παρουσιάζει μία άκρως αρνητική εικόνα του δυτικού κυρίως, αλλά και του ελληνικού μεσαίωνα, καθώς και της σύγχρονης εκκλησιαστικής ζωής. Ένα στοιχείο στο οποίο επιμένει ιδιαίτερα είναι η ερωτική δραστηριότητα των μοναχών: ο πατέρας της Ιωάννας ήταν μοναχός που γνώρισε την μητέρα της όταν τού την πρόσφερε ένας υπηρέτης με αντάλλαγμα το δόντι ενός Αγίου[25]· η Ιωάννα ακολούθησε την μοναστική ζωή επειδή στον ύπνο της εμφανίστηκε μία Αγία που της εκθείασε τα αγαθά της ζωής στο μοναστήρι λέγοντας ότι οι μοναχές απολαμβάνουν τις επισκέψεις εραστών και πολυτελή ζωή, ενώ διαδίδουν το ψεύδος ότι περνούν τη ζωή τους με προσευχές και στερήσεις.[26] Επιπλέον ο Ροΐδης παρουσιάζει τους καθολικούς ιερείς ως αγράμματους,[27] πρόθυμους να παραβιάσουν τη νηστεία βαφτίζοντας ψάρι το κρέας,[28] και τους ανώτερους κληρικούς ενδιαφερόμενους μόνο για ραδιουργίες, υλικές απολαύσεις και απόκτηση δόξας και χρημάτων.[27]

Στο κεφάλαιο όπου αφηγείται την παραμονή της Ιωάννας στην Αθήνα ο Ροΐδης αναφέρεται εκτενώς στην Ορθόδοξη Εκκλησία και με πολλές αφορμές παρουσιάζει και τους ορθόδοξους ιερείς ενδιαφερόμενους μόνο για τα επίγεια αγαθά, επιρρεπείς στην παραβίαση της νηστείας και στις ερωτικές προσφορές της Ιωάννας,[29] κυρίως όμως κατηγορεί την Ορθόδοξη Εκκλησία για τυπολατρία και συντηρητισμό[30] καθώς και για χαρακτηριστικά που κατά τη γνώμη του απομακρύνουν τους πιστούς από την άσκηση της λατρείας, όπως η μεγάλη διάρκεια της λειτουργίας και η αισθητική των αγιογραφιών και της βυζαντινής ψαλμωδίας (την οποία ονομάζει «ρινοφωνία»).[31]

Στην απάντησή του προς την εγκύκλιο της Ιεράς Συνόδου διατυπώνει παρόμοιες απόψεις, υποστηρίζοντας ότι στόχος της κριτικής του δεν ήταν η θρησκεία και η πίστη, αλλά όσες πρακτικές θεωρούσε ότι ήταν διαστρεβλώσεις του νοήματος της θρησκείας.[32]
Ὁ ἥλιος ἀνέτελλεν ὄπισθεν τοῦ Ὑμηττοῦ στιλπνός καὶ ἀνέφελος ὡς ὁ ὡριμάσας τὰ μῆλα τῆς Ἐδέμ, ὅτε οἱ τρεῖς ὁδοιπόροι παραμείψαντες τὸ Ποικίλον εἰσῆλθον εἰς τὴν πόλιν τοῦ Ἀδριανοῦ. Πλῆθος Ἀθηναίων συνέρρεον πανταχόθεν εἰς τὰς ἐκκλησίας, ἵνα πανηγυρίσωσι τὴν «Κυριακήν τῆς Ὀρθοδοξίας» ἤτοι τῆς ἀναστηλώσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων• ὑπὸ τούτων φερόμενοι εἰσῆλθον οἱ τρεῖς ὁδοιπόροι εἰς τὸ Θησεῖον, ὅπερ ἦτο χριστιανικὴ ἐκκλησία, ἀφιερωμένη τῷ Ἁγ. Γεωργίῳ. Ὁ χριστιανισμός κατέπνιξε τὴν εἰδωλολατρείαν καὶ ἐν τούτοις τὸ ἄκακον τοῦτο θῦμα κατέστησε τὸν φονέα του γενικὸν κληρονόμον, κληροδοτῆσαν αὐτώ τοὺς ναούς, τὰς τελετάς, τὰς θυσίας, τοὺς μάντεις, τοὺς ἱερείς καὶ τοὺς ὀνειροκρίτας. Ταῦτα πάντα παραλαβόντες οἱ χριστιανοὶ μετεσχημάτισαν ὁπωσοῦν πρὸς χρῆσιν των, ὡς οἱ λογοκλόποι τὰς ξένας ἰδέας, ὀνομάσαντες ἐκκλησίας τοὺς ναούς, τοὺς βωμοὺς θυσιαστήρια, τὰς πομπὰς λιτανείας καὶ τοὺς θεοὺς Ἁγίους. Ἅγ. Νικόλαον τὸν Ποσειδῶνα, τὸν Πᾶνα Ἅγ. Δημήτριον καὶ Ἀπόλλωνα τὸν Ἅγ. Ἠλίαν• ἀλλ’ εἰς τούτους προσήρτησαν οἱ ἱερεῖς, ἵνα τοὺς καταστήσωσι σεβαστοτέρους, καὶ μακρὰν γενειάδα, ὡς αἱ προαγωγοὶ τῆς Ρώμης ξανθὴν φενάκην εἰς τὰς ὑποτρόφους των, ἵνα ἑλκύωσι πλείονας πελάτας.
Εμμανουήλ Ροΐδης, Η Πάπισσα Ιωάννα, σελ. 188-189.


Όμως η κριτική του Ροΐδη δεν στρέφεται μόνο εναντίον του μεσαίωνα, αλλά κυρίως στοχεύει στην σύγχρονη με αυτόν εποχή. Αντικείμενο της κριτικής του, εκτός από την Εκκλησία, είναι καταστάσεις και προσωπικότητες της σύγχρονης κοινωνικής και πνευματικής ζωής, καθώς και οι συμβάσεις των λογοτεχνικών έργων. Συχνά αντιμετωπίζει ειρωνικά τους αρχαϊστές: «ὁ βήχας, ἤ ὁ βὴξ, ἄν ἀρχαΐζης, ἀναγνῶστα».[33] Εξάλλου ο ίδιος ήταν υποστηρικτής της δημοτικής στα θεωρητικά του κείμενα, αν και έγραφε μόνο στην καθαρεύουσα αφού, όπως τόνιζε, δεν είχε διδαχθεί ποτέ να χρησιμοποιεί τη δημοτική. Με μεγαλύτερη ειρωνεία αντιμετωπίζει τους υποστηρικτές της αρχαΐζουσας στις Επιστολές ενός Αγρινιώτου, στις οποίες χρησιμοποιεί και απλούστερη γλώσσα, υποδυόμενος έναν απλό γιατρό και όχι κάποιον λόγιο. Πολύ συχνά αναφέρεται στο ρομαντικό κλίμα της λογοτεχνίας της εποχής, στις ερωτικές ιστορίες που διάβαζαν με ευχαρίστηση οι αναγνώστες και στις υπερβολές των ρομαντικών συγγραφέων (χαρακτήριζε «δίποδα του ρομαντικού θηριοτροφείου»[34] τους απελπισμένους ερωτευμένους ήρωες) και κυρίως του Παναγιώτη Σούτσου, για τον οποίο έλεγε ότι κατασκεύαζε «ποιήματα ἄνευ ποιήσεως».
Σάτιρα και παρωδία
Η κριτική, εκτός από την άμεση έκθεση περιστατικών, επιτυγχάνεται με τους διαρκείς συσχετισμούς που κάνει ο συγγραφέας ανάμεσα στην εποχή στην οποία διαδραματίζεται το έργο και στο παρόν της συγγραφής του, που εμφανίζονται κυρίως με την μορφή παρομοιώσεων.[35] Για παράδειγμα, σε μία περιγραφή γαλήνιας θάλασσας, γράφει: «ἡ θάλασσα ἐκοιμᾶτο ὡς ἐπίσκοπος μετὰ τὸ γεῦμα»,[36] ενώ εξιστορώντας ένα δύσκολο ταξίδι των ηρώων χαρακτηρίζει τον δρόμο σκοτεινό και δύσβατο «ὡς τὸ ὕφος τῆς Νέας Σχολῆς»,[37] αναφερόμενος στο δοκίμιο Νέα Σχολή του γραφομένου λόγου τουΠαναγιώτη Σούτσου, ο οποίος υποστήριζε την «ανάσταση» της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Μία άλλη ανάλογη λειτουργία των παρομοιώσεων είναι η σύγκριση στοιχείων που προέρχονται από διαφορετικά περιβάλλοντα, με αποτέλεσμα συχνά κωμικό, που γελοιοποιεί το πρώτο σκέλος της σύγκρισης: «Ἡ Ἀγγλία εἶχε τότε τὸ μονοπώλιον τῶν θεολόγων ὡς σήμερον τὸ τῶν ἀτμομηχανῶν».[38]

Παράλληλα με την κριτική μέσω της σάτιρας ο Ροΐδης αξιοποιεί και την παρωδία, με στόχο να ειρωνευτεί τις συμβάσεις των λογοτεχνικών και άλλων κειμένων, την σοβαρότητα των γεγονότων που αφηγείται και κατ' επέκταση και την σπουδαιότητα του ιστορικού παρελθόντος.[39] Ενδεικτικό παράδειγμα είναι η χρήση αποσπασμάτων από θρησκευτικά κείμενα σε τελείως διαφορετικά περιβάλλοντα, όπως σε σκηνές γευμάτων ή σε ερωτικές επιστολές.

Πηγές
Αγγέλου Α., «Η εκκλησία, η Πάπισσα, ο Ροΐδης», περιοδικό Εποχές 47 (1967) σελ. 282- 291
Αφιέρωμα στον Εμμανουήλ Ροΐδη, περιοδικό Χάρτης 15 (Απρίλιος 1985) και 16 (Ιούλιος 1985)
Μπέζας Δ., «Εμμανουήλ Ροΐδης. Παρουσίαση - ανθολόγηση», Η παλαιότερη πεζογραφία μας τόμος Ε΄, εκδ. Σοκόλη, σελ. 8-47
Ροΐδης Ε., Η Πάπισσα Ιωάννα, εισαγωγή-επιμέλεια Δημήτρης Δημηρούλης, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005
Σαχίνης Α., Το νεοελληνικό μυθιστόρημα, Γαλαξίας, Αθήνα 19712
Tonnet H., Ιστορία του ελληνικού μυθιστορήματος, Πατάκης, Αθήνα 2

Παρνασσισμός




Με τον όρο παρνασσισμός (απο τον γαλλικό όρο mouvement parnassien) αναφερόμαστε στην ποιητική σχολή που αναπτύχθηκε στη Γαλλία, στα μέσα του 19ου αιώνα και ειδικά στη δεκαετία 1866 - 1876. Ο όρος χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά το 1866 από τους Κατούλ Μαντές και Ξαβιέ ντε Ρικάρ όταν εξέδωσαν το φιλολογικό περιοδικό Σύγχρονος Παρνασσός που αποτελούσε αναφορά στο ελληνικό βουνό Παρνασσός και την μυθολογική του υπόσταση ως κατοικία των Μουσών. Αργότερα o Αλφόνς Λεμέρ εξέδωσε επ΄ αυτού την ομώνυμη ποιητική ανθολογία του.
Ως λογοτεχνικό ρεύμα, ο παρνασσισμός αποτέλεσε μία αντίδραση στο κίνημα του ρομαντισμού και επανέφερε στην τέχνη στοιχεία του κλασικισμού, ενώ επηρεάστηκε σημαντικά από το έργο του Θεόφιλου Γκωτιέ Η τέχνη για την τέχνη.
Xαρακτηριστικά του Παρνασσισμού

Οι παρνασσιστές, που ήταν περίπου είκοσι σε αριθμό, επιδίωκαν την πιστότητα, τη ρεαλιστική αναπαράσταση και την απάθεια, σε αντίθεση με την υπερπροβολή συναισθημάτων του ρομαντισμού. Χαρακτηριστικό των ποιημάτων τους είναι η στατικότητα, γι' αυτό και παρομοιάζονται με ζωγραφικούς πίνακες. Η πιστότητα στα ποιήματα επιτυγχάνεται με τις ακριβείς περιγραφές και την επιμονή στην αναζήτηση των κατάλληλων λέξεων, ειδικά των επιθέτων. Αντλούσαν την έμπνευσή τους από σκηνές της καθημερινής, κοινωνικής αλλά και ιστορικής πραγματικότητας. Στράφηκαν προς την κλασική (ελληνική και ρωμαϊκή) αρχαιότητα αλλά και προς τον ινδικό πολιτισμό. Ως προς τη μορφή, οι παρνασσιστές επιδίωκαν την απόλυτη τελειότητα. Επεξεργάζονταν πολύ τους στίχους και πειθαρχούσαν απόλυτα στους μετρικούς κανόνες. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο πλεονέκτημα των ποιημάτων, που κατά τ' άλλα θεωρούνται ψυχρά.
Κυριότεροι εκπρόσωποι
Ανάμεσα στους εκπροσώπους της σχολής των παρνασσιστών συγκαταλέγονται οι Λεκόντ Ντελίλ, Πωλ Βερλαίν, Τεοντόρ ντε Μπανβίλ, Κατούλ Μεντές (Catulle Mendès) και Συλί Προυντόμ. Στην Ελλάδα, επιδράσεις του παρνασσισμού υπάρχουν σε ποιήματα του Κωστή Παλαμά (στα πρώτα του ποιήματα), του Γρυπάρη, τουΜαλακάση, του Πορφύρα, του Μαβίλη και άλλων.
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Ιστορία του Παρνασσισμού (γαλλικά)

Α΄ Αθηναϊκή Σχολή


Με τον όρο Α΄ Αθηναϊκή σχολή εννοούμε το σύνολο των ποιητών της περιόδου 1830-1880 που έδρασαν στην Αθήνα. Η ποιητική παραγωγή του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αναπτύχθηκε σε δύο κέντρα με διαφορετικά χαρακτηριστικά, την Αθήνα και τα Επτάνησα. Στην Αθήνα κυριάρχησαν οι Φαναριώτες ενώ στα Επτάνησα ο κύκλος του Σολωμού. Το κύριο χαρακτηριστικό της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής είναι ο ρομαντισμός. Παρ' όλο που και στην Επτανησιακή ποίηση εντοπίζονται ρομαντικές εκδηλώσεις, έχει επικρατήσει χώρος ανάπτυξης του ρομαντισμού να θεωρείται κυρίως η Αθηναϊκή Σχολή.

Ιστορική εξέλιξη

Ορόσημο για την εμφάνιση του ρομαντισμού της Α΄ Αθηναϊκής Σχολής είναι το 1831, έτος δημοσίευσης των ποιημάτων Ο Οδοιπόρος του Παναγιώτη Σούτσου και Δήμος και Ελένη του Αλέξανδρου Ρίζου Ραγκαβή. Τα χρόνια ώς το 1850 ονομάζονται «τα χρόνια της εξόρμησης»[1]. Είναι η περίοδος στην οποία οι ποιητές προσπαθούν να διαμορφώσουν την φυσιογνωμία τους· η Επανάσταση είναι το βασικό γεγονός που τροφοδοτεί την ποίηση, οι λογοτέχνες αναζητούν εκφραστικούς τρόπους και χρησιμοποιούν ακόμα και την δημοτική (ή μία μορφή που την προσεγγίζει) και την καθαρεύουσα. Τα χρόνια 1850-1870 είναι τα χρόνια της ακμής. Οι κυριότεροι εκπρόσωποι (Αλέξανδρος Σούτσος, Π. Σούτσος, Ραγκαβής) έχουν φτάσει στην ωριμότητα, ενώ εμφανίζονται και νεότεροι (Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος,Σπυρίδων Βασιλειάδης). Τα χρόνια αυτά σηματοδοτούνται από την κυριαρχία των Ποιητικών διαγωνισμών του Πανεπιστημίου Αθηνών και την στροφή προς τον αρχαϊσμό, ενώ γίνονται όλο και πιο έντονα τα αρνητικά χαρακτηριστικά του Αθηναϊκού ρομαντισμού (ατημέλητη μορφή, υπερβολική μελαγχολία, στόμφος και ρητορισμός) τα οποία φτάνουν σε ακραίες μορφές (ακυρολεξία, θανατολαγνεία) κατά την τελευταία περίοδο, της παρακμής (1870-1880), όταν έχουν πεθάνει οι κυριότεροι εκπρόσωποι, έχουν παρακμάσει οι Ποιητικοί διαγωνισμοί και κυριαρχεί η μορφή του Αχιλλέα Παράσχου.
Γενικά χαρακτηριστικά
αυστηρή καθαρεύουσα, χρήση δημοτικής κυρίως σε πατριωτικά ποιήματα που απευθύνονταν στον λαό
έμπνευση από τον γαλλικό ρομαντισμό και τον Μπάϋρον
επιδράσεις της φαναριώτικης στιχουργίας
επιφανειακή μίμηση του δημοτικού τραγουδιού, στα πατριωτικά κυρίως ποιήματα
ατημελησία μορφής, φλυαρία, ρητορισμός, ακυρολεξία
ιδίως κατά την τελευταία δεκαετία (δεκαετία της παρακμής), έντονη απαισιοδοξία και πεισιθάνατη διάθεση (Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος)
Θεματολογία
πατριωτικά ποιήματα, με θέματα από την Ελληνική Επανάσταση
ερωτικά, μελαγχολικά και απαισιόδοξα ποιήματα
σατιρικά ποιήματα (κυρίως οι Αλέξανδρος Σούτσος και Θεόδωρος Ορφανίδης)
Κυριότεροι εκπρόσωποι
Παναγιώτης Σούτσος
Αλέξανδρος Σούτσος
Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής
Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος
Σπυρίδων Βασιλειάδης
Θεόδωρος Ορφανίδης
Γεώργιος Ζαλοκώστας
Ιωάννης Καρασούτσας
Ηλίας Τανταλίδης
Δημοσθένης Βαλαβάνης
Αχιλλέας Παράσχος
Ποιητικοί διαγωνισμοί

Από το 1851 ως το 1867 στην πνευματική ζωή της Αθήνας κυριαρχούσαν οι ποιητικοί διαγωνισμοί, οι οποίοι εξελίχθηκαν σε σημαντικό θεσμό, κάτι που αποδεικνύει την εξέχουσαν θέση που κατείχε η ποίηση στην κοινωνία. Ο πρώτος Ράλλειος Διαγωνισμός προκυρήχθηκε το 1851, με στόχο την καλλιέργεια της ποίησης σε καθαρεύουσα γλώσσα, και απέρριπτε όσα ποιήματα υποβάλλονταν σε δημοτική. Το 1861 διακόπηκε ο Ράλλειος Διαγωνισμός και το 1862 προκυρήχθηκε ο Βουτσιναίος.

Κριτές στους ποιητικούς διαγωνισμούς ήταν πανεπιστημιακοί καθηγητές. Οι πιο γνωστοί ανάμεσα σ' αυτούς ήταν οι : Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, Στέφανος Κουμανούδης, Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος και Δημήτριος Βερναρδάκης. Η ανακοίνωση της κρίσης της επιτροπής και του νικητή γινόταν με πανηγυρικό τρόπο κάθε χρόνο στις 25 Μαρτίου και η τελετή ήταν κεντρικό γεγονός της πνευματικής και κοινωνικής ζωής.

Οι κριτές των διαγωνισμών επεδίωκαν να περιορίσουν την επίδραση του ρομαντισμού και επέβαλαν κανόνες που χαρακτήριζαν τον κλασικισμό, όπως η αυστηρή διάκριση των ποιητικών ειδών. Απέρριπταν τις ακραίες εκδηλώσεις του ρομαντισμού κυρίως για πολιτικούς λόγους, και τον κατηγορούσαν ως ξενόφερτο και επικίνδυνο για τα χρηστά ήθη.
Δείτε επίσης[Επεξεργασία | επεξεργασία κώδικα]
Κατάλογος Ελλήνων λογοτεχνών
Αναφορές

 Κ. Θ. Δημαράς, «Η ποίηση στον ΙΘ΄ αιώνα», Ελληνικός Ρομαντισμός, Ερμής, Αθήνα 1994, σελ. 169
Εξωτερικοί σύνδεσμοι
Για τον Αθηναϊκό ρομαντισμό (από τον ιστοχώρο Η πύλη για την ελληνική γλώσσα)
Ανθολογία ποιητικών κειμένων του Αθηναϊκού ρομαντισμού (από τον ιστοχώρο Η πύλη για την ελληνική γλώσσα)

Δοκίμιο


Το δοκίμιο ορίζεται ως πεζό κείμενο περιορισμένης συνήθως εκτάσεως, που πραγματεύεται συγκεκριμένο θέμα χωρίς να το εξαντλεί και το οποίο εκφράζει τις απόψεις του γράφοντος.

Οι Scholes και Klaus στα "Στοιχεία του δοκιμίου" κατατάσσουν το δοκίμιο στα λογοτεχνικά είδη μαζί με το πεζογράφημα, το θεατρικό έργο και το ποίημα, επισημαίνοντας παράλληλα ότι "η πειθώ βρίσκεται στο κέντρο όλων των δοκιμίων", άλλοτε φανερά και άλλοτε συγκεκαλυμμένα. Ορίζουν τέσσερα είδη δοκιμίου, το δοκίμιο πειθούς (αποδεικτικό δοκίμιο), το αφηγηματικό δοκίμιο, το δραματικό και το στοχαστικό δοκίμιο.

Το δοκίμιο γενικότερα είναι ένα μικρό μελέτημα, το οποίο αναφέρεται σε κάποιο θέμα που μέχρι στιγμής δεν έχει λυθεί. Για το λόγο αυτό ο δοκιμιογράφος πρέπει να προσπαθήσει να δημιουργήσει απορίες στον αναγνώστη και να τον ωθήσει να ερευνήσει κι ο ίδιος το θέμα του.

Αν και υπάρχουν πολλά είδη δοκιμίων, συνηθήστηκε να θεωρούνται ως δοκίμια τα μελετήματα που έχουν φιλοσοφικό, κοινωνικό, ηθικό, επιστημονικό, τεχνοκριτικό, θεολογικό και φιλολογικό περιεχόμενο.

Ως σπουδαιότεροι δοκιμιογράφοι της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας θεωρούνται οι: Γεώργιος Θεοτοκάς, Ευάγγελος Παπανούτσος, Αιμίλιος Χουρμούζιος, Άγγελος Τερζάκης, Πέτρος Χάρης, Μάρκος Αυγέρης και Ανδρέας Καραντώνης.

Μυθιστόρημα


Το μυθιστόρημα είναι είδος του λογοτεχνικού πεζού λόγου. Θεωρείται το σπουδαιότερο μαζί με το διήγημα. Ο λογοτέχνης-συγγραφέας μυθιστορημάτων ονομάζεται μυθιστοριογράφος.


Ορισμοί

Μυθιστόρημα είναι το πεζογράφημα, που έχει δημιουργηθεί καθ' ολοκληρία από τη φαντασία, στο οποίο οι χαρακτήρες αλληλεπιδρούν μεταξύ τους σε προκαθορισμένη διάταξη, που ορίζει ο δημιουργός του. Το μυθιστόρημα πρέπει να είναι αξιόλογου μεγέθους και οπωσδήποτε να μην είναι μικρότερο των 50.000 λέξεων . Αν είναι μικρότερο τότε υπάγεται στην κατηγορία της νουβέλας και ακόμα μικρότερο σε εκείνη του διηγήματος. Το είδος έχει τις ιστορικές ρίζες του, τόσο στην περίοδο της μεσαιωνικής και στις αρχές της σύγχρονης εποχής, όσο και στο ρομαντισμό και στην παράδοση της νουβέλας. Ο περαιτέρω ορισμός του μυθιστορήματος ενέχει πολλές δυσκολίες. Τα περισσότερα κριτήρια για τον ορισμό του είναι αυθαίρετα και έχουν σχεδιαστεί για να δημιουργούν περαιτέρω συζητήσεις για τις ιδιότητες που πρέπει να διαθέτουν.

Κατά μία άλλη θεωρία μυθιστόρημα είναι το σύγγραμμα, το οποίο εκτυλίσσεται γύρω από μία συγκεκριμένη ιστορία, την οποία αναπτύσσει σταδιακά ο συγγραφέας. Η πλοκή είναι συνήθως υποθετική με κάποια πραγματικά στοιχεία μέσα της. Αποτελεί λογοτεχνικό είδος γραμμένο σε πεζό λόγο. Η διαφορά του με το διήγημα ή τηνουβέλα έγκειται στην έκταση και στο πλήθος των κεφαλαίων του. Συνήθως ως μυθιστόρημα χαρακτηρίζεται ένα τέτοιο κείμενο όταν ξεπερνά τις 300 σελίδες, νουβέλα όταν βρίσκεται στις 100-300 σελίδες και διήγημα με ως 100 σελίδες.

Τον όρο «μυθιστόρημα» τον χρησιμοποίησε πρώτος ο Αδαμάντιος Κοραής. Οι κατηγορίες του μυθιστορήματος είναι ιστορικό, θρησκευτικό, φιλοσοφικό, ερωτικό,ψυχολογικό.
Φύση του μυθιστορήματος

Το μυθιστόρημα μπορεί να εκτείνεται σ` ολόκληρο βιβλίο και εξιστορεί τη ζωή και τις περιπέτειες ενός ανθρώπου ή μιας ομάδας ανθρώπων, με κεντρικό ήρωα και πλοκή. Υπάρχουν τρεις βασικοί τύποι μυθιστορημάτων: το αισθηματικό, το ψυχολογικό και το κοινωνικό. Το αρχαιότερο στη διεθνή λογοτεχνία είναι ένα αιγυπτιακό, σε πάπυρο του 2000 π.Χ. περίπου, όπου οι τρεις γιοι του Χέοπα διηγούνται γεγονότα του 3000 π.Χ. Στην Ινδία το μυθιστόρημα εμφανίστηκε τον 3ο αιώνα π.Χ. ενώ στην Ελλάδα τον 1ο αιώνα π.Χ. με το έργο του Νίνου, που απόσπασμά του βρέθηκε σε πάπυρο κατά το 1893, και τα Ερωτικά παθήματα του Παρθενίου του Νικαέα, που διασώζονται. Το 2ο αι. μ.Χ. γράφουν μυθιστορήματα ο Χαρίτωνας από την Καρία, ο Ξενοφών ο Εφέσιος, ο Αχιλλεύς Τάτιος, ο Λόγγος (Τα κατά Δάφνιν και Χλόην) και τον 4ο αι. μ.Χ. ο Ηλιόδωρος.
Το μεσαιωνικό και αναγεννησιακό μυθιστόρημα
Κατά τον μεσαίωνα έκανε την εμφάνισή του και το έμμετρο μυθιστόρημα, όπως Το ρομάντζο της Τροίας του Σεντ Μορ (1160). Πλουσιότερη όμως σε παραγωγή μυθιστορημάτων παρουσιάζει η Αναγέννηση. Τώρα κυριαρχεί το βουκολικό μυθιστόρημα, όπως η Αρκαδία (1504) του Ιταλού Σαναζάρο. Το πιο αριστουργηματικό όμως είναι ο Δον Κιχώτης του Ισπανού Θερβάντες (1547 - 1616), που θεωρείται πρωτοποριακό και καινοτόμο. Ακολούθησαν το Γαργαντούας και Πανταγρουέλ του Ραμπελέ (1483 - 1553), Ρόζαλιντ του Τόμας Λοντζ (1558 - 1625) κ.ά. Ο 18ος αιώνας έχει να παρουσιάσει αξιόλογα ονόματα, όπως τον Λε Σαζ, τον Ντάνιελ Ντεφόε, τον Βολταίρο, τον Ζαν Ζακ Ρουσσώ, τον Ντενί Ντιντερό, τον Φρανσουά Πρεβό (Μανόν Λεσκώ), τον Μπερναντέν ντε Σεν Πιέρ.
Η άνθηση του μυθιστορήματος

Ιβάν Τουργκένιεφ

Ο 19ος αιώνας έχει να επιδείξει μεγάλες φυσιογνωμίες, όπως τον Ονορέ ντε Μπαλζάκ (Ανθρώπινη κωμωδία), τον Εμίλ Ζολά(Νανά, 1880), τον Σταντάλ (Το κόκκινο και το μαύρο, 1830), τον Φλομπέρ (Μαντάμ Μποβαρί, 1857), τους δύο γίγαντες της ρωσικής λογοτεχνίας Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι και Λέοντα Τολστόι και τον Ιβάν Τουργκένιεφ. Στην Αγγλία επίσης εμφανίζονται οιΓουόλτερ Σκοτ (εισηγητής του ιστορικού μυθιστορήματος), Κάρολος Ντίκενς, Τζορτζ Έλιοτ κ.ά. Ιστορικό μυθιστόρημα έγραψαν και οι Γάλλοι Βίκτωρ Ουγκώ, Αλέξανδρος Δουμάς (πατέρας) κ.ά., καθώς και Γερμανοί, όπως ο Βίλελμ Χέριγκ κ.ά. Ο 20ός επίσης αιώνας έχει να επιδείξει μεγάλα αναστήματα, όπως τους Φραντς Κάφκα, Τζέιμς Τζόυς, Σόμερσετ Μομ, Βιρτζίνια Γουλφ, Γκράχαμ Γκριν, Ανατόλ Φρανς, Αντρέ Ζιντ, Ρομέν Ρολάν, Αντρέ Μαλρώ, Αλμπέρ Καμύ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ, Τζον Στάινμπεκ, Ουίλιαμ Φόκνερ, Μαξίμ Γκόρκι, Ιλία Έρενμπουργκ, Μπορίς Παστερνάκ, Τόμας Μαν, Λουίτζι Πιραντέλλο, Αλμπέρτο Μοράβια, Κνουτ Χάμσουν κ.ά.
Το νεοελληνικό μυθιστόρημα

Πατέρας του νεοελληνικού μυθιστορήματος φέρεται να είναι ο Στέφανος Ξένος (1821 - 1894), που έγραψε Τον διάβολον εν Τουρκία κ.ά.. Ιστορικά μυθιστορήματα έγραψαν επίσης οι Σπυρ. Ζαμπέλιος και Κ. Ράμφος. Ο Π. Καλλιγάς (1814 - 1896) με τον Θάνο Βλέκα στρέφεται προς τη ζωή και τον άνθρωπο· τον ακολουθούν οι Δημήτριος Βικέλας, Εμμανουήλ ΡοΐδηςΑλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ανδρέας Καρκαβίτσας, Κωνσταντίνος Χρηστομάνος, Γιάννης Ψυχάρης, Γρηγόριος Ξενόπουλος,Παύλος Νιρβάνας κ.ά., στο έργο των οποίων πλεονάζει το ηθογραφικό στοιχείο, ενώ οι Κωνσταντίνος Θεοτόκης, Κ. Παρορίτης και Κωνσταντίνος Χατζόπουλος καλλιεργούν το κοινωνικό μυθιστόρημα.
Η γενιά του 30΄

Οι μυθιστοριογράφοι του μεσοπόλεμου εγκαταλείπουν την ηθογραφία και δίνουν στο μυθιστόρημα πλάτος, βάθος και καθολικότητα, πλαταίνοντας έτσι τα όριά του. Αντιπροσωπευτικοί είναι οι Στρατής Μυριβήλης, Νίκος Καζαντζάκης, Φώτης Κόντογλου, Ηλίας Βενέζης, Άγγελος Τερζάκης,Θανάσης Πετσάλης - Διομήδης, Γεώργιος Θεοτοκάς, Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, Κοσμάς Πολίτης, Παντελής Πρεβελάκης, Μ. Καραγάτσης, Γ. Δέλιος, Λουκής Ακρίτας, Λιλίκα Νάκου, Τατιάνα Σταύρου.
Οι νεώτεροι
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο το μυθιστόρημα γνώρισε θαυμαστή καρποφορία στην Ελλάδα. Έγινε το έπος της σύγχρονης ζωής και αποτελεί τη χαρακτηριστικότερη λογοτεχνική εκδήλωση της εποχής μας. Χαρακτηριστικά του είναι η απαλλαγή από τις γλωσσικές προκαταλήψεις και καλλιέργεια της μορφής, εμπλουτισμός με αφθονότερα εσωτερικά στοιχεία και απόδοση της πολυτάραχης σύνθεσης του σύγχρονου ανθρώπου. Οι ρίζες του είναι ριζωμένες βαθιά στα έδαφός μας, ακολουθεί όμως συγχρόνως και τα ρεύματα που κάθε φορά επηρεάζουν το ευρωπαϊκό μυθιστόρημα, προς το οποίο ποιοτικά είναι ισότιμο και ισάξιο. Μυθιστοριογράφος της περιόδου αυτής με διεθνή απήχηση είναι ο Νίκος Καζαντζάκης, ο οποίος με τις μεταφράσεις του Καπετάν Μιχάλη και του Ζορμπά έσπασε το φράγμα της ελληνικής απομόνωσης από τη διεθνή λογοτεχνία.

Διήγημα

Το διήγημα είναι λογοτεχνικό είδος σύντομης σε έκταση αφηγηματικής πεζογραφίας. Είναι πιο μικρό από τη νουβέλα και πολύ πιο μικρό από το μυθιστόρημα, αν και τα όρια μεταξύ των τριών αυτών κατηγοριών είναι κάπως υποκειμενικά.
Στοιχεία και χαρακτηριστικά
Τα διηγήματα έχουν την τάση να είναι λιγότερο περίπλοκα από ότι τα μυθιστορήματα. Συνήθως επικεντρώνονται σε ένα μόνο επεισόδιο, έχουν μία πλοκή, μικρό αριθμό χαρακτήρων, εκτυλίσσονται σε έναν χώρο, και καλύπτουν σύντομη χρονική περίοδο.

Μεγαλύτερα σε έκταση λογοτεχνικά είδη τείνουν να παρουσιάζουν τα ακόλουθα στοιχεία δομής: έκθεση (η εισαγωγή τόπου, χρόνου και χαρακτήρων), περιπλοκή (το γεγονός της ιστορίας που φέρνει τη σύγκρουση), δράση, κρίση (η καθοριστική στιγμή για τον πρωταγωνιστή και αποφάσεις για περαιτέρω δράση), κλιμάκωση (το σημείο του μεγαλύτερου ενδιαφέροντος σχετικά με τη σύγκρουση και το σημείο της ιστορίας με τη μεγαλύτερη δράση), επίλυση (το σημείο της ιστορίας στο οποίο λύνεται η σύγκρουση) και ηθικό δίδαγμα.

Λόγω της σύντομής του έκτασης, τα διηγήματα σπάνια έχουν την πιο πολύπλοκη δομή των μυθιστορημάτων. Για παράδειγμα, πολλά σύγχρονα διηγήματα δεν κάνουν εισαγωγή στον χώρο και χρόνο που εκτυλίσσεται η ιστορία ή στους χαρακτήρες. Συχνά γίνεται είσοδος εξ εφόδου και η ιστορία αρχίζει με δράση, χωρίς την αναμενόμενη εισαγωγή. Όπως συμβαίνει και με το μυθιστόρημα, η πλοκή του διηγήματος έχει επίσης (συνήθως) κλιμάκωση, κρίση ή σημείο καμπής. Όμως το διήγημα συχνά έχει απότομο και ανοιχτό τέλος, και δυνατό να μην έχει κάποιο ηθικό δίδαγμα.
Έκταση
Όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω, δεν είναι πάντοτε εύκολο να προσδιορίσει κάποιος αν ένα αφήγημα είναι διήγημα ή νουβέλα, ή αν είναι νουβέλα ή μυθιστόρημα. Ένας κλασικός ορισμός του διηγήματος είναι ότι πρόκειται για ανάγνωσμα που μπορεί να διαβάσει κανείς σε μία δόση (άποψη που παρουσιάζεται στο δοκίμιο του Έντγκαρ Άλλαν Πόε Φιλοσοφία της σύνθεσης το 1846). Άλλοι ορισμοί θέτουν μέγιστο αριθμό λέξεων, όμως οι απόψεις ποικίλλουν.

Βυζαντινές μυθιστορίες και επύλλια

Βυζαντινό πιάτο με παράσταση του Διγενή Ακρίτα. Μουσείο Στοάς Αττάλου

Οι μυθιστορίες (romances) είναι ηρωικές διηγήσεις με έκταση υπερβολική, αγάπη για το θαυμαστό, συναρπαστικά περιστατικά και περίτεχνες περιγραφές, συγκινητικές ερωτικές περιπέτειες, γεγονότα φλύαρα και συχνά εξωπραγματικά, που περιγράφουν ηρωικά κατορθώματα, ιστορικά ή φανταστικά, εμπνεόμενα από το ιδεώδες του ρομαντικού έρωτα και τον κώδικα της ιπποτικής αβροφροσύνης. Οι μυθιστορίες είναι γραμμένες σε έμμετρο ή πεζό λόγο και ανάμικτη από λόγια και δημώδη στοιχεία γλώσσα.

Τα επύλλια συμπίπτουν ως τη θεματική και την πλοκή τους με τις μυθιστορίες. Είναι μικρά επικά ποιήματα, με αφηγηματικό χαρακτήρα, συναισθηματικές εντάσεις και λυρικές αποχρώσεις του ερωτικού στοιχείου. Έχουν κατά κανόνα ως κεντρικό θέμα τους έναν ήρωα ή μιαν ηρωίδα, συνδυάζοντας ηρωική ατμόσφαιρα με ευγενικούς έρωτες.


Η αρχαιοελληνική παράδοση
Στους πρώτους βυζαντινούς χρόνους, η επική ποίηση γνωρίζει μεγάλη άνθηση, ακολουθώντας τα πρότυπα του αρχαίου ελληνικού κόσμου. Στα επύλλια και τις βυζαντινές μυθιστορίες γίνεται φανερή η επίδραση του αρχαιοελληνικού στοιχείου.

Ο ποιητής Μουσαίος, ο οποίος έζησε στον 5ο μ.Χ. αιώνα, ύμνησε με τους στίχους του το ερωτικό δράμα των δύο άτυχων εραστών στο "Τα καθ' Ηρώ και Λέανδρον" έργο του και είναι ο πρόδρομος μιας σειράς εμπνεύσεων στα βυζαντινά χρόνια. Μέσα στους 343 στίχους του βρήκε ο ελληνικός κόσμος τον ωραιότερο ίσως ερωτικό θρύλο του. Ο Γερμανός ελληνιστής Καίχλυ το χαρακτήρισε ως "το τελευταίο ρόδο από τον μαραμένο κήπο της ελληνικής ποίησης".

Ηρώ και Λέανδρος. Πίνακας του Πιέρ-Κλωντ Ντελόρμ

Στα ασιατικά παράλια του Ελλήσποντου, εκεί που ορθώνονται η μία απέναντι στην άλλη η Άβυδος και η Σηστός, παίχτηκε ένα από τα πιο όμορφα και πιο συγκινητικά ερωτικά δράματα του αρχαίου κόσμου. Πανηγυρίζει η πόλη της Σηστού, όπου γιορτάζεται η θεά Αφροδίτη. Ο Λέανδρος, που είχε έρθει για προσκύνημα από την αντικρινή Άβυδο, ερωτεύεται παράφορα την Ηρώ, την πιο όμορφη υπηρέτρια της Θεάς, κόρη του άρχοντα Θρασύλλου, την οποία ο πατέρας της την έταξε γυναίκα του Αντίστρατου, ηγεμόνα μιας γειτονικής πολιτείας.

Η Ηρώ ανταποκρίνεται στον έρωτα του Λέανδρου, αρνείται να υποταχθεί στην πατρική θέληση, τελειώνει το έργο της στο ναό και δέχεται στον πύργο της τον αγαπημένο της Λέανδρο και του δίνεται την πρώτη κιόλας εκείνη νύχτα. Κάθε βράδυ βάζει ένα αναμμένο λυχνάρι στο υψηλότερο μέρος του πύργου και ο ερωτευμένος Λέανδρος, έχοντας φάρο του το φως του λυχναριού, κολυμπούσε την απόσταση που χώριζε τις δύο πόλεις και έφθανε στην απέναντι ακτή, όπου τον πρόσμενε η αγαπημένη του.

Κάποτε έφτασε η εποχή του χειμώνα και τότε συνέβη το μοιραίο: Το λυχνάρι βρέθηκε αναμμένο στον πύργο - φαίνεται ότι η γριά τροφός το άναψε από συνήθεια - και ο Λέανδρος πήρε το φωτεινό σημάδι για ερωτικό κάλεσμα, έπεσε στην παγωμένη θάλασσα παλεύοντας με πελώρια κύματα, το κρύο και το πυκνό σκοτάδι. Ο δυνατός όμως άνεμος έσβησε το λυχνάρι και ο Λέανδρος, χάνοντας τον προσανατολισμό του, παρασύρεται από τα κύματα και πνίγεται.

Το πρωινό παρασύρθηκε το πτώμα του στην ακτή. Τρελή από την τρομερή είδηση του θανάτου του Λέανδρου, η Ηρώ ρίχνεται από τον πύργο της και πεθαίνει μαζί με τον αγαπημένο της. Βρήκαν αγκαλιασμένα τα λείψανά τους κι έτσι αγκαλιασμένους τους έθαψαν στον ίδιο τάφο.
Η επίδραση της Δύσης

Στις βυζαντινές μυθιστορίες και τα επύλλια, όπως επισημαίνει ο Ιταλός ελληνιστής Μάριο Βίττι (Mario Vitti), "η βυζαντινή θεωρία του μυθιστορήματος συγχωνεύεται αρμονικά με μερικές δυτικές τάσεις και με την ώριμη λαϊκότροπη αφηγηματική τέχνη". Στις βυζαντινές διηγήσεις, όπως και στις μπαλάντες, τις εποποιίες και τις σάγκες της Δύσης, γίνεται φανερή η επίδραση του ελληνικού στοιχείου.

Η Ευρώπη έδωσε το "Άσμα του Ρολάνδου", το "Τραγούδι των Νιμπελούγκεν", το "Ποίημα του Σιντ", οι σλαβικές χώρες έδωσαν τα νοσταλγικά δημοτικά τραγούδια τους, το Βυζάντιο και η Φραγκοκρατούμενη Ελλάδα έδωσαν το "Διγενή Ακρίτα και το "Χρονικό του Μορέα.

Τραγούδησαν οι τροβαδούροι το θρίαμβο του έρωτα, τα κατορθώματα των ιπποτών, τη χαρά της φύσης, τη μαγεία της σελήνης. Με τον ίδιο τρόπο, οι Βυζαντινοί ύμνησαν τους αγώνες των ακριτών, την πίστη στον αιώνιο έρωτα, τη δροσιά μιας πηγής, το ρομαντισμό της αγνότητας. Οι πράξεις των ηρώων, οι χαρές και οι πόνοι τους, οι νίκες και οι συμφορές τους τρέφουν τη φαντασία του λαού, ενθουσιάζουν την ψυχή, σφυρηλατούν το ήθος, εξυψώνουν τη ζωή, θεμελιώνουν τον πολιτισμό. Αυτό έπραξε και ο άγνωστος ποιητής του "Διγενή Ακρίτα".
Το έπος του Διγενή Ακρίτα

Βυζαντινό πιάτο με παράσταση του Διγενή Ακρίτα. Μουσείο Στοάς Αττάλου

Ο Βυζαντινός άρχοντας Ανδρόνικος Δούκας και η γυναίκα του Άννα απέκτησαν πέντε γιους και μία κόρη, την Ειρήνη. Αστρολόγοι όμως μελέτησαν το ζώδιο της κόρης και προφήτευσαν πως διέτρεχε τον κίνδυνο αρπαγής. Θορυβήθηκαν οι γονείς κι έκλεισαν την κόρη τους σ' ένα κάστρο, που το φρουρούσαν αυστηρά.

Είχε μεγαλώσει πια η αρχοντοπούλα, δεκαπέντε χρόνων, ωραία, αγνή, ποθητή, όταν βγήκε μιαν ημέρα με τις σκλάβες της συντροφιά να περπατήσει γύρω από το καστέλλο. Έτυχε την ίδια ημέρα να περνά από εκεί ο Εμίρης των Σαρακηνών, ο Μουσούρ. Θαμπώθηκε από την ομορφιά της και την άρπαξε μακριά στη χώρα του. Τον κυνηγούν τα αδέλφια της και ο μικρότερος αδελφός της, ο Κωνσταντής, μονομαχεί και νικά τον άγριο Μουσούρ. Τρελά ερωτευμένος, ο εμίρης πείθει τους αδελφούς να γίνει Χριστιανός και να πάρει την Ειρήνη γυναίκα του.

Από το γάμο αυτό γεννήθηκε ο Διγενής Ακρίτας. Ο Διγενής μεγαλώνει, όλοι θαυμάζουν τη λεβεντιά και την παλληκαριά του, γίνεται ο τρόμος των ληστών. Σ' ένα κυνήγι του, βλέπει στο παραθύρι κάποιου πύργου την Ευδοκία, την κόρη του στρατηγού Δούκα, της τραγουδά με την κιθάρα του, κεραυνοβόλα την ερωτεύεται, το ίδιο κι εκείνη, και συμφωνούν να δραπετεύσουν. Τους καταδιώκει ο στρατηγός και οι γιοί του, πολεμούν και νικά ο Διγενής, ενθουσιάζεται ο πατέρας από την ανδρεία του και δέχεται να δώσει την κόρη του.

Μετά το γάμο, ο Διγενής γίνεται ακρίτας, φεύγει να πολεμήσει τους βαρβάρους στα σύνορα. Κατατροπώνει τους Απελάτες, μονομαχεί και νικά την περίφημη Βασίλισσα των Αμαζόνων Μαξιμώ, φονεύει φοβερό δράκοντα και πάνω στο άνθος της ηλικίας του αρρωσταίνει και πεθαίνει στο αρχοντικό παλάτι του στον ποταμό Ευφράτη. Στο στήθος του επάνω ξεψυχά και η Ευδοκία, μη αντέχοντας το θάνατο του αγαπημένου της.

Έτσι έψαλλε η Βυζαντινή Μούσα τα ανδραγαθήματα και τους ηρωισμούς των ακριτών, όπως η ομηρική εποχή εξύμνησε τους ήρωες τους ομηρικούς.
Βυζαντινές μυθιστορίες και επύλλια

Στα τέλη του 12ου μ.Χ. αιώνα εμφανίζεται εντυπωσιακή παραγωγή έμμετρων μυθιστοριών, με περιεχόμενο περιπετειώδεις ιστορίες με περιγραφές ερωτικών σκηνών, αποχωρισμών και αναγνωρίσεων εραστών. Υπάρχουν τέσσερις μυθιστορίες αυτού του τύπου κατά την περίοδο αυτή, που αποτελούν έξοχα δείγματα βυζαντινής μυθιστορίας.

Πρόκειται για τα έργα "Τα κατ' Αρίστανδρον και Καλλιθέαν" του Κωνσταντίνου Μανασσή, "Τα κατά Ροδάνθην και Δοσικλέα" του Θεόδωρου Προδρόμου (Πτωχοπροδρόμου), "Τα κατά Δροσίλλαν και Χαρικλέα" του Νικήτα Ευγενιακού και "Το καθ' Υσμίνην και Υσμηνίαν" του Ευσταθίου Μακρεμβολίτη, τα οποία γράφτηκαν στο πλαίσιο της ουμανιστικής κίνησης που εκδηλώθηκε κατά την περίοδο του Μανουήλ Α' Κομνηνού (1143 - 1180).

Η μυθιστορία "Καλλίμαχος και Χρυσορρόη" αποτελεί έξοχο δείγμα ελεγειακού-ερωτικού ύφους, το οποίο, όπως υποστηρίζει και πάλι ο Μάριο Βίττι, θεωρείται ότι γράφτηκε από τον Ανδρόνικο Παλαιολόγο της αυτοκρατορικής οικογένειας, στα πρώτα χρόνια του 14ου αιώνα.

Το ίδιο αφηγηματικό και λυρικό ύφος βρίσκεται και στη μυθιστορία "Λίβιστρος και Ροδάμνη", που τοποθετείται στον 14ο μ.Χ. αιώνα, με άμεση όμως σχέση με τα δυτικά πρότυπα και τη δυτική θεματολογία, όπως και στα ιπποτικά-ερωτικά μυθιστορήματα "Φλώριος και Πλατζιαφλώρα" και "Ιμπέριος και Μαργαρώνα".

Η πιο γνωστή, κατά την Αναγέννηση, ελληνική μυθιστορία ήταν "Τα κατά Λευκίππην και Κλειτοφώντα", έργο γραμμένο από τον Αχιλλέα Τάτιο, Έλληνα μυθιστοριογράφο από την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου που έζησε τον 5ο μ.Χ. αιώνα, ο οποίος περιγράφει τις περιπέτειες δύο εραστών με ευγενική καταγωγή στην Τύρο, τη Σιδώνα, τοΒυζάντιο και την Αίγυπτο. Το έργο μεταφράστηκε στα λατινικά το 1554, στα ιταλικά το 1550, στα γαλλικά το 1568 και στα αγγλικά το 1594.
Δείτε επίσης
Δημώδης βυζαντινή λογοτεχνία
Πηγές
Mario Vitti: "Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", Εκδόσεις Οδυσσέας, Αθήνα, 1978.
Gilbert Highet: "Η Κλασική Παράδοση: Ελληνικές και ρωμα'ι'κές επιδράσεις στη λογοτεχνία της Δύσης", Μορφωτικό 'Ιδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα, 1988.
"ΕΛΛΑΣ" (Η Ιστορία και ο Πολιτισμός του Ελληνικού 'Εθνους από τις Απαρχές μέχρι Σήμερα), τόμος Α', Εκδοτικός Οργανισμός Πάπυρος, Αθήνα, 1997.
Παγκόσμιον Λεξικόν των 'Εργων, Διεθνής Οργανισμός SPIRITUS MUNDI, Αθήναι, 1965.
Δημήτριος Σφήκας: "Επύλλια και Τραγούδια: Από το Βυζαντινό Μεσαίωνα", Εφημ. ΝΕΑ ΚΑΣΤΟΡΙΑ, φύλλα 18/7/1965, 25/7/1965, 1/8/1965 & 15/8/1965.