Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

«Χώμα και Ουρανός στη Γη των Απολαύσεων» Μυθιστόρημα της Ελευθερίας Κουντούρη - Ομιλία του Ιωάννη Καρακώστα στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών


«Χώμα και Ουρανός στη Γη των Απολαύσεων» Μυθιστόρημα της ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ ΚΟΥΝΤΟΥΡΗ






Ομιλία του κ. ΙΩΑΝΝΗ ( ΙΩΝ ) ΜΙΧ. ΚΑΡΑΚΩΣΤΑΣυγγραφέα, Λογοτέχνη και Στοχαστή
στην αίθουσα της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, την 25η Φεβρουαρίου 2013 ώρα 18.30 μ.μ.

Ο συγγραφέας Ιωάννης Καρακώστας είναι γέννημα της Ρούμελης, με Νομική και Πολιτική Παιδεία. Έχει συγγράψει πολλά βιβλία νομικού, πολιτικού και φιλοσοφικού περιεχομένου. Είναι ιδρυτικό μέλος και μέλος του Δ.Σ. Της «Ένωσης Αιτωλοακαρνάνων Λογοτεχνών». Από τις άλλες πνευματικές και συγγραφικές του δραστηριότητες τον έχει απορροφήσει ιδιαίτερα η φιλοσοφία, η ποίηση και το θέατρο. Έχει εκδόσει επτά (7) συλλογές ποιημάτων, εκ των οποίων το ποίημα του «Ο έρωτας του καλού και του αγαθού», βραβεύτηκε στο 21ο Πανελλήνιο Συμπόσιο Ποίησης και πεζογραφίας, έτους 2005.

Κύριε Πρόεδρε,

Κυρίες και κύριοι Συνάδελφοι,
Αγαπητοί μας προσκεκλημένοι.

Απόψε είναι μια βραδιά ξεχωριστή για μένα, για όλους εμάς, που βρισκόμαστε εδώ μέσα στην αίθουσα και για εκείνους που δεν είναι εδώ, είναι έξω, μέσα στην κοινωνία, στον κόσμο. Η παρουσίαση ενός βιβλίου, ιδία στις κολασμένες τούτες μέρες που βιώνουμε, ως λαός και ανθρωπότητα, είναι ένα μεγάλο γεγονός και μια ευκαιρία θα έλεγα, για ν' αποδράσουμε απ' την καθημερινή τύρβη του χυδαίου «ΕΓΩ» μιας γελοίας και απάνθρωπης εξουσίας, για να ζήσουμε,
έστω και νοερά προς στιγμήν, σ' έναν άλλο κόσμο, στον κόσμο του πνεύματος, της δημιουργίας και του πολιτισμού, που είναι ο κόσμος της ανθρωπιάς, της φιλαλληλίας, της συλλογικής ευθύνης και της μαζικής δράσης, ο κόσμος του «ΕΜΕΙΣ».
Το πνευματικό τούτο διάλειμμα είναι απαραίτητο, για ν' απελευθερωθούμε απ' τα δεσμά της εξουσίας και τον καθημερινό ψυχικό βιασμό που υφιστάμεθα, ως άτομα, οικογένειες και κοινωνία, το έχουμε όλοι ανάγκη αυτό το διάλειμμα, μήπως και ξαποστάσουμε για λίγο, ώστε, οπλισμένοι με δύναμη πνευματική, να συνεχίσουμε τον κακοτράχαλο κι ανηφορικό δρόμο του Σίσυφου.
Όμως, αυτό το κλίμα της ψυχικής γαλήνης, ανάτασης και βλέψης μέσα στον κόσμο, μας το δίνει αυτήν την ώρα το βιβλίο, μιας μεγάλης δημιουργού, που έχω την εξαιρετική τιμή να σας παρουσιάσω και που είναι η ερίτιμος Κυρία Ελευθερία Κουντούρη με το υπέροχο μυθιστόρημά της:
«Χώμα και Ουρανός στη Γη των Απολαύσεων».
Το βιβλίο τούτο είναι το τρίτο που ολοκληρώνει την τριλογία, που την συνθέτουν:



I) «Οι Εποχές της Ιδανικής Αυταπάτης»,



II ) «Το Τέλος των Ημερών» και

III) «Χώμα και Ουρανός στη Γη των Απολαύσεων»,

τα οποία τρία αυτά βιβλία είναι διαλεκτικά δεμένα μεταξύ τους.



Στο εν λόγω έργο της, η Κυρία Κουντούρη, έχοντας αποκτήσει βαθιά συνείδηση της κοινωνίας, όπως αυτή έχει διαμορφωθεί στις μέρες μας, μέσα από τις συντελούμενες ραγδαίες και βίαιες μεταβολές της και βιώνοντας με τις μεγάλες ανησυχίες της για το αύριο των επόμενων γενιών της ανθρωπότητας, αντιμετωπίζει τη σκληρή αυτή πραγματικότητα με το πνεύμα της Αντίστασης και

Ανθρωπιστικής αντίληψης, που μάς δείχνει το δρόμο του εναγώνιου και διαχρονικού αιτήματος επιστροφής της παραπαίουσας και θνήσκουσας σημερινής ανθρωπότητας στους Δελφούς, στο
πανάρχαιο σύμβολο της ενότητας και αίγλης των Ελλήνων,που ενσαρκώνει το όραμα για ειρηνική συνύπαρξη όλων των ανθρώπων σε μια παγκόσμια οικουμενική και χωρίς πολέμους κοινωνία.

Δεν ξέρω, αν είμαι ο πιο κατάλληλος να παρουσιάσω ένα βιβλίο τόσης μεγάλης Αξίας και σπουδαιότητας σε πνεύμα, ουσία και περιεχόμενο, με μια πλοκή που σε κρατάει όμηρο έως την τελευταία σελίδα του. Πάντως, θα προσπαθήσω να κάνω μια βυθοσκόπηση στις μύχιες και βαθυστόχαστες πνευματικές συλλήψεις και σκέψεις της συγγραφέως μας και να σας δώσω ορισμένες πτυχές από το έργο της. Οι τρεις συνυπάρχουσες ιδιότητες στο πρόσωπο της Κυρίας Ελευθερίας Κουντούρη, ήτοι: α)Λογοτέχνης (Ποιήτρια και Πεζογράφος), β) δημοσιογράφος και γ) Ζωγράφος, συνθέτουν μια πολυτάλαντη προσωπικότητα.
Ως ιέρεια της ποιητικής τέχνης - ποιήματά της μεταφράστηκαν σε έξι ξένες γλώσσες - και με το λογοτεχνικό της ταλέντο μεταποιεί τοδημοσιογραφικό (πολιτικό και κοινωνικό) ρεπορτάζ σε λογοτεχνική δημιουργία, εξιστορώντας τα γεγονότα και ζωγραφίζοντας, ως ζωγράφος, τα βιώματα με ανάγλυφα χρώματα, αφήνοντας ανεξίτηλα τ' αποτυπώματα μιας βάρβαρης εποχής από τις πολεμικές συγκρούσεις –μεγάλες και μικρές– σε έκταση και θύματα.
Η Κυρία Κουντούρη, καθώς βγαίνει μέσα από το παρουσιαζόμενο έργο της, είναι η συγγραφεύς της πνευματικής Αντίστασης ενάντια στο αιματοβαμμένο χτες, το κολασμένο σήμερα και το χαοτικό αύριο.
Η συγγραφεύς είναι ο αντιπροσωπευτικός τύπος, που την εκφράζει η ηρωϊδα του έργου της, που είναι η Κράνα, η οποία, ως εθελόντρια νοσοκόμος είναι ενταγμένη στις ομάδες Αντίστασης και ως Διαγραμμένη και Εκείνη προσφέρει τις πολύτιμες υπηρεσίες της στους Διαγραμμένους συναγωνιστές της, δηλαδή στους γραμμένους σε λίστες και στιγματισμένους από τις κυρίαρχες δυνάμεις των καθεστωτικών και υπεύθυνων για την καταστροφή και τον όλεθρο, με τίμημα τη θανατική καταδίκη όλων των Διαγραμμένων από μια διεφθαρμένη καθεστωτική «Δικαιοσύνη», που την εκπροσωπούσε ο αντιπροσωπευτικός τύπος της, ο δικαστής, κτήνος, Ερμόλαος Γεδών.
Εκτός από τη βασική στο έργο της ηρωϊδα, την Κράνα, άλλο πρόσωπο Αντιστασιακής δράσης, ενταγμένο στους Διαγραμμένους, είναι και ο διαχρονικός σύντροφός της,Αμφικτύων, ο οποίος μαχόμενος ενάντια στους κυβερνητικούς εξουσιαστές, σκοτώθηκε και μεταφερόμενος στο νοσοκομείο του Δάσους της Λησμονιάς, όπου υπηρετούσε, ως εθελόντρια νοσοκόμος η σύντροφός του Κράνα, υπέκυψε στα τραυματά του και ενταφιάστηκε εκτός της πατρίδας του, εκεί στο κοιμητήριο του Δάσους της Λησμονιάς. ΄Ετσι, δεν πραγματοποιήθηκε το μεγάλο όνειρό τους –Αμφικτύονα και Κράνας– ώστε, μετά τη συντριβή των κυβερνητικών, να συμβιώσουν ευτυχισμένα σ' έναν ειρηνικό κόσμο, στο σπίτι τους, όπου γνώρισαν τα πρώτα χρόνια της ερωτικής τους ζωής και αγάπης. Ας σημειωθεί ότι ο Αμφικτύων του μυθιστορήματος είναι ο αντιπροσωπευτικός τύπος του Αμφικτύονα, γιου του Δευκαλίωνα και της Πύρρας, ο οποίος (Αμφικτύων) υπήρξε ο δημιουργός της κατάργησης των πολέμων και της ειρηνικής συνύπαρξης όλων των ανθρώπων, όλων των λαών και όλων των πολιτισμών, ανεξάρτητα από χρώμα, φυλή, γλώσσα, θρησκεία ή άλλη ιδεολογία.
Και τώρα, ας ξεφυλλίσουμε το βιβλίο της γνώσης και των αναμνήσεων, που ανοίγεται μπροστά μας, για ν' αντλήσουμε μέσα από τις ενδόμυχες σκέψεις της συγγραφέως, πολύτιμα διδάγματα και χρήσιμες συμβουλές, διότι διαβάζοντας το βιβλίο της ΚυρίαςΚουντούρη ένιωθα πως η σκέψη μου πετούσε μέσα σ' ένα λιβάδι με πολύχρωμα λουλούδια και, σαν τη μέλισσα, συνέλεξα τη γύρη τους, για να την μετουσιώσω σε γλυκεία έκφραση και να σας καταστήσω κοινωνούς της.
Από την πρώτη ακόμα σελίδα του βιβλίου της, διαβάζουμε :
«Μην αφήνετε κανέναν, μα κανέναν, να σας κλέψει τη ζωή! Μη παραχωρείτε το Δικαίωμα της ΑυτοδιάθεσηςΕσείς -και μόνο, Εσείς- να ορίζετε το μέλλον σας!».
Τι υπέροχη, με λεβεντιά και ανδρεία, προτροπή Αντίστασης! Αν όλοι συνειδητοποιούσαμε αυτή τη βασική αρχή και την εφαρμόζαμε, ως βασικό κανόνα στη ζωή μας, θα μας ξευτέλιζαν τόσο πολύ τα τα χθεσινά... τα σημερινά... και τα αυριανά... κνώδαλα της εξουσίας;
Η συγγραφεύς, μέσα από τις βιωματικές της αναμνήσεις, βαθιά ανησυχεί για το μέλλον των σημερινών και αυριανών γενιών και συνεχίζει να τονίζει:
• «Δεν πρέπει με τη δειλία, την ανοχή, το βόλεμά μας να επιτρέψουμε να γεννηθούν άλλοι δυνάστες.»
• Αδελφωμένοι, ίσοι, θα φτιάξουμε έναν κόσμο αγάπης.»
• Θα καταργήσουμε διακρίσεις και ηγεμονικές επιδιώξεις.»
• Δεν θα σηκώσει κανένας όπλο ενάντια στον άλλον.»
• Θα ξεριζώσουμε το ένστικτο του θηρίου, για να μηδενίσουμε τις πιθανότητες μιας νέας σύγκρουσης ανάμεσά μας.»
• Θα αφορίσουμε μια για πάντα έναν καινούργιο πόλεμο».
Πόσο σημαντική και επίκαιρη είναι η παραπάνω διαπίστωση της συγγραφέως μας. Με τηδειλία, την ανοχή και το βόλεμά μας γεννήθηκαν οι σημερινοί δυνάστες μας, που έφεραν τη Χώρα και το λαό στο σημερινό κατάντημα, στην εσχάτη ένδεια και την εξαθλίωση και κατέστρεψαν το μέλλον των παιδιών μας. Οι τύραννοι, σήμερα, δολοφονούν εν ψυχρώ τους λαούς. ΄Ομως , ο φόβος της πείνας είναι πιο ισχυρός από τον φόβο των νόμων με τις απάνθρωπες ντιρεκτίβες που μας επιβάλλει μια διεφθαρμένη διεθνής σπείρα απατεώνων.
Ως πότε θα ανεχόμαστε τους τυράννους να μας δολοφονούν;
Η συγγραφεύς μάς δείχνει το δρόμο της Αντίστασης των πολλών ενάντια στους λίγους, που δολοφονούν τους λαούς, διότι:
ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ σημαίνει ΥΠΑΡΞΗ και «ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΑΝΥΠΑΚΟΗ».
Ας ακούσουμε και πάλι την ίδια τη συγγραφέα, τι γράφει σε τούτο εδώ το βιβλίο της, μέσα από τις αποτυπωμένες αναμνήσεις και εμπειρίες για το σύστημα:
«Με λίγα λόγια, μάς απέκλειαν από τις κρίσιμες αποφάσεις, μας χρέωναν αχρηστία κι αμορφωσιά, μάς σκλάβωναν στις προσωπικές τους επιλογές, μάς χειραγωγούσαν αυτοί... αυτοί που τους είχαμε εμπιστευτεί με την ψήφο μας. Τα συλλαλητήρια, οιπορείες διαμαρτυρίας, οι απεργιακές μας κινήσεις κατέληγαν πάντα στο να βάφεται με αίμα η άσφαλτος.
Μάς αντιμετώπιζαν πολύ σκληρά, προωθώντας ρομπότ αστυνομικούς, ως ομάδες καταστολής.
Μεταχειριζόντουσαν κάθε τρόπο, για να μας φιμώσουν και ν' αποσιωπήσουν τα αιτήματά μας.
Μέσα σ' όλα αυτά τα δεινά, είχε φουντώσει κι η ασυδοσία στις πολιτείες.
Αρπαγές, δολοφονίες παιδιών και νέων, για εμπόριο οργάνων,ναρκωτικάπαιδεραστίαπορνείααισχροκέρδεια!..
Η ανεργία και η χωρίς όρια φτώχεια, αναμμένο φυτίλι πυροδοτούσε την εγκληματικότητα.
Το σύστημα Τραπεζών είχε υποθηκεύσει τους πάντες και τα πάντα. Οι αντιθέσεις πλήθαιναν. ΄Εσφιγγε –ημέρα με την ημέρα– όλο και περισσότερο ο κλοιός της αδικίας.
Ολόκληροι ήπειροι, πολλά χρόνια πριν τον Μεγάλο Πόλεμο, είχαν μπει στο περιθώριο. Τους πληθυσμούς τους αποτελούσαν εξαθλιωμένα Έθνη.
Ικέτευαν τις Διεθνείς Οργανώσεις Αλληλεγγύης κι Ανθρωπιστικής βοήθειας για μια σταγόνα γάλα. για λίγο ψωμί, για φάρμακα. Η πείνα και οιεπιδημίες αποδεκάτιζαν τις φυλές του πλανήτη μας.
«Γη της Επαγγελίας» αποκαλούσαν οι άνθρωποι, όσα κράτη διέθεταν ισχυρό νόμισμα. Η μετανάστευση δε μπορούσε, ούτε να εμποδιστεί, ούτε να ελεγχθεί.
Η επίδειξη δύναμης του κεφαλαίου δεν άργησε να εμφανιστεί... με το πλάνο μεταβίβασης του παγκόσμιου πλούτου στα χέρια των ολίγων.
Οι πλούσιοι πλουσιότεροι και οι φτωχοί μυριάδες!..»
Αυτά γίνονταν πριν το Μεγάλο πόλεμο μάς εξιστορεί η συγγραφεύς. Μήπως τα ίδια δεν γίνονται και σήμερα; Τα ίδια κι απαράλλακτα, δυστυχώς, γίνονται. Τότε πόλεμος άλλης μορφής... σήμερα πόλεμος οικονομικός... πόλεμος συστηματικής γενοκτονίας των λαών. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, η ανθρωπότητα αργοπεθαίνει. Τα ερωτήματα που μπαίνουν είναι:
• Πού είναι η σημερινή παγκόσμια διανόηση; Η λεγόμενη ιντελιγκέντσια; Υπάρχει; Τι κάνει; Η συγγραφεύς μάς δίνει την εξήγηση:
«Οι άνθρωποι που ελέγχουν τώρα την εξουσία, το χρήμα, τον τύπο, την επιστήμη και την τέχνη... είναι αυτοί που δεν έχουν διαγραφεί.΄Ατομα απόλυτης εμπιστοσύνης.
Διαλέχτηκαν από τα μεγάλα αφεντικά τους. Αυτοί διαχειρίζονται τον κόσμο μας μετά την έξοδο από τα καταφύγια πόλεις
Τί μας λέει η συγγραφεύς; Η διανόηση σήμερα είναι, δυστυχώς, συμβιβασμένη με την εξουσία. Άρα, δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διανόηση, διότι, αν υπήρχε, οι διανοούμενοι όλου του κόσμου δεν θα έπρεπε να χαϊδεύουν τα αυτιά της εξουσίας, οποιασδήποτε μορφής και χρώματος είναι αυτή, δεδομένου ότι, όταν δίνονται εύσημα στην εξουσία, είναι σαν να δίνεται το σχοινί, για να μας σφίγγουν περισσότερο τη θηλιά στο λαιμό ή και να το χρησιμοποιούν για να μας κρεμάσουν.
Συγγραφείς, του μεγέθους της Κυρίας Κουντούρη, είναι ελάχιστοι, που έχουν την τόλμη, την αρετή και την ανδρεία να γράφουν ενάντια στο απάνθρωπο και εκμεταλλευτικό σύστημα.Ας σημειωθεί ότι η αντρεία και κατά τον Αριστοτέλη, δεν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα μόνο των ανδρών, αλλά και των γυναικών εκείνων που έχουν αντρειοσύνη, δηλαδή την ιδιότητα του αντρείου, της γενναιότητας, της παλικαριάς.
Η Ελληνίδα συγγραφεύς, με τη γραφίδα της επιδιώκει να αφυπνίσει τις υπνωτισμένες συνειδήσεις των ανθρώπων και σηκώνει το λάβαρο της Αντίστασης, διατυπώνοντας τον αντιστασιακό της λόγο
ενάντια στην ολιγαρχία του κεφαλαίου,ενάντια στους συνειδητούς εγκληματίες, που διαπράττουν κακουργήματα σε βάρος της ανθρωπότητας. Σήμερα, χρειαζόταν μια Δίκη, σαν εκείνη της Νυρεμβέργης, για να δικαστούν οι σημερινοί εγκληματίες του παγκόσμιου οικονομικού κατεστημένου, για εγκλήματα οικονομικού πολέμου ενάντια στην ανθρωπότητα.
Και η συγγραφεύς μας συνεχίζει να σφυροκοπά το κατεστημένο, ντόπιο και ξένο, πολιτικό και οικονομικό σύστημα, που είναι παχύδερμο, αδιάφορο και υποκριτικά κάνει πως δεν βλέπει, τι συμβαίνει γύρω του, που, όμως, η συγγραφεύς με έντονα χρώματα περιγράφει στο βιβλίο της:
«Καθημερινό φαινόμενο τ' ανθρώπινα κοπάδια πεινασμένων. ΄Εψαχναν απεγνωσμένα μέσα στους κάδους των απορριμάτων, για να βρουν κάτι φαγώσιμο. Τίποτα, όμως, δεν συγκινούσε τους κυβερνητικούς. "Δεν υπάρχουν χρήματα" επισημαίνουν κοφτά. Απόλυτη σιγή, όμως για τις κομπίνες τους. Τα Δημόσια Ταμεία άδεια, όπως πάντα. Τά ξάφριζαν οι ίδιοι, στέλνοντας τα χρήματα σε πληρωμένες Τράπεζες του Εξωτερικού. Επίσης, ορισμένοι από τους πολιτικούς που ήταν στην Κυβέρνηση, μαζί με τους συνεργάτες τους μοιράζονταν υπέρογκα ποσά από παράνομες μίζες στις δοσοληψίες τους μ' εγχώριες και ξενόφερτες κολοσσιαίες επιχειρήσειςΣκάνδαλα!.. Σκάνδαλα!..
Σκάνδαλα!.. Το ένα μετά το άλλο. Η σήψη είχε προχωρήσει πολύ. Τοψοφίμι της εξουσίας, λίγο πριν την έναρξη του Μεγάλου Πολέμου, βρωμοκοπούσε απελπιστικά στην αποσύνθεσή του.»
Η Συγγραφεύς μας, με τον αιχμηρό, αληθινό, πολύχρωμο και πολύ ανθρώπινο λόγο της,προφανώς, είναι η αλογόμυγα που με τη βουκέντρα κεντρίζει και ενοχλεί το σύστημα, όπως ήταν και ο μεγάλος φιλόσοφος Σωκράτης, ο οποίος τελικά δολοφονήθηκε από τους εχθρούς μιας Δημοκρατίας βρισκόμενης στην παρακμή της, πίνοντας, όμως, τοκώνειο της αθανασίας. Αυτή, δυστυχώς, είναι η μοίρα των μεγάλων, να θυσιάζονται με τις ιδέες τους για τους πολλούς ενάντια στους λίγους, που σκοτώνουν τον άνθρωπο και τις αξίες του.
΄Ενα άλλο πρόσωπο, σημαντικό στη ζωή της Κράνας του μυθιστορήματος, είναι μια νεαρή κοπέλα,η Πανδώρα, από τα τελευταία παιδιά που είχε γεννηθεί στο Μεγάλο πόλεμο, το όνομα της οποίας θυμίζει την αρχετυπική μορφή της ελληνικής μυθολογίας, γνωστή από το «κουτί της Πανδώρας»,
ορθότερα «ο πίθος ή το πιθάρι της Πανδώρας». Την Πανδώρα του μυθιστορήματος η Κράνα γνώρισε, στην 4η Μονάδα Υγείας νοσηλευομένων Αντιστασιακών, όπου μεταφέρθηκε, ως βαριά τραυματισμένη σε σύγκρουση Διαγραμμένων με τους κυβερνητικούς. Η Πανδώρα, το παιδί του πολέμου, είναι το τραγικό κορίτσι, που έμεινε ορφανό από γονείς, όπως πολλά άλλα παιδιά του πολέμου και που, μέσα από τις περιγραφές της συγγραφέως μας, έρχονται στη μνήμη μας οι τραγικές εκείνες εικόνες, αφενός της εννιάχρονης Φαν Κιμ του Βιετνάμ, που έτρεχε γυμνή στους δρόμους,
φοβούμενη από τις βόμβες Ναπάλμ στον πόλεμο του Βιετνάμ, το 1972, σύμβολο του άγους και της αιώνιας ντροπής και αφ' ετέρου μάς θυμίζει ακόμα την πεντάχρονη, το 1993΄Ιρμα του Σεράγιεβο, θύμα μιας ανίερης των "μεγάλων" συναλλαγής.
Η Κράνα συμπαραστάθηκε πολύ στη δοκιμασία και στον πόνο της Πανδώρας και την αγάπησε τόσο πολύ, που τη θεωρούσε, ως κόρη της και αντίστοιχα Εκείνη, ως Μάνα της. Η ελπίδα της Κράνας,
μετά το θάνατο του Αμφικτύονα ήταν η Πανδώρα, την οποία αναζητούσε να την ανταμώσει και ύστερα από την εξαφάνισή της επί μακρόν, τελικά ανταμώθηκαν με την Κράνα, οπότε και πραγματοποιήθηκε το μεγάλο όνειρό τους. Αλλά για την τελευταία (Κράνα) το όνειρό της να ζήσει μαζί με το σύντροφό της σ' έναν ειρηνικό κόσμο έμεινε απραγματοποίητο, διότι είχε φύγει απ' τη ζωή το λατρευτό της ταίρι, ο διαχρονικός σύντροφός της, Αμφικτύων.
Με αυτή τη θέση, που παίρνει στο βιβλίο της η συγγραφεύς μας, γίνεται φανερό ότι η αγάπη ανάμεσα στην Κράνα και τον Αμφικτύονα ήταν τόσο δυνατή, που, παρά τις αντιξοότητες, τις τραγικές περιπέτειες και τους αναγκαστικούς χωρισμούς, εξαιτίας των πολεμικών συγκρούσεων, δεν βρήκε μια νέα αγάπη. ΄Εμεινε πιστή στον Αμφικτύονα και δεν έσβησε, αλλά διατηρήθηκε άσβεστη και αειθαλής, όπως είχε αναπτυχθεί στις πρώτες ημέρες της ερωτικής τους ζωής και μόνο ο άδικος σκοτωμός του Αμφικτύονα τους χώρισε για πάντα.
Το βιβλίο της συγγραφέως: «Χώμα και Ουρανός στη Γη των Απολαύσεων», που σας παρουσιάζω, σήμερα, θα πρέπει να αποτελέσει, μαζί με τα άλλα δυο της τριλογίας, αντικείμενο μελέτης απ' όλους εκείνους που θέλουν να μάθουν και να οπλιστούν με γνώσεις, ώστε να μπορούν να αντιστέκονται
στις δυσκολίες της ζωής και να ζουν, αν θέλουν, σε μια κοινωνία ΑγάπηςΑλληλεγγύης,Ισότητας και Ευημερίας με ΕιρήνηΔημοκρατίαΑξιοπρέπειαΑνθρωπιά. Γι' αυτό, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όλοι μας ότι ένα βιβλίο δεν το διαβάζεις για να περνάς την ώρα σου ευχάριστα,
αλλά για να οπλίζεσαι με γνώσεις και δύναμη, ώστε να αντιστέκεσαι απέναντι στους εξουσιαστές, τυράννους σου, οι οποίοι σου αφαιρούν ακόμα το δικαίωμα να υπάρχεις. Το δικαίωμα της ύπαρξης το υπερασπίζεσαι με ένα άλλο δικαίωμα, το δικαίωμα και συνάμα καθήκον της Αντίστασης.
Το μήνυμα είναι: ΥΠΑΡΞΗ=ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ, που συνοψίζεται στο εξής φιλοσοφικό Αξίωμα:
«΄Οσο υπάρχω αντιστέκομαι
και όσο αντιστέκομαι υπάρχω και δημιουργώ».
Αυτό μάς τονίζει έντονα και περγραφικά, όπως προκύπτει από το βιβλίο της, η ΚυρίαΚουντούρη, η οποία έχει στη γνώση της, με τον βαθύτερο στοχασμό της, το αληθινό νόημα και το πλατύ περιεχόμενο της έννοιας της ελευθερίας για αυτοδιάθεση και πολιτική αυτονομία, κάθε Λαού και ΄Εθνους, που αυτές οι Αξίες επιτυγχάνονται με γερή θέληση, δυνατούς Αγώνες και πολλές θυσίες. Η αμφισβήτηση είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ελευθερίας και ταυτόχρονα το αναγκαίο εργαλείο αναζήτησης της αλήθειας και καταπολέμησης ταυτόχρονα της άγνοιας.
Το πραγματικό πρόβλημα είναι:
Πώς θα αυτοκυβερνιέται ένας λαός και πώς οι λαοί θα φτάσουν να θεωρούν τον εαυτό τους σαν μια πολιτική ανθρωπότητα με Αυτοδιάθεση και πολιτική αυτονομία.
Βέβαια, στόχος των διανοουμένων δεν είναι να δημιουργούν καλούπια εξουσίας, αλλά να καταθέτουν τις πολύτιμες γνώσεις τους, οι οποίες να κινούν τις σκέψεις των ανθρώπων, για να μπορούν να καταστούν ικανοί ν' αλλάζουν μόνοι τους τη μοίρα τους, για έναν καλύτερο τρόπο ζωής, για έναν κόσμο δικαιότερο και ανθρωπινότερο.
΄Ομως, για να μπορεί κάποιος να έχει τη δύναμη να αντιστέκεται χρειάζεται να αποκτά γνώσεις, διαβάζοντας βιβλία, που σήμερα, δυστυχως,όπως και η συγγραφεύς μας διαπιστώνει:
«Ελάχιστοι αγαπούν τη μάθηση... τα βιβλία...», οι πιο πολλοί δεν διαβάζουν βιβλία. Και αυτό κυρίως οφείλεται στο γεγονός ότι στην αγορά δεν κυκλοφορεί το βιβλίο που μορφώνει, αλλά το βιβλίο που τυφλώνει, διότι η γνώση είναι υπό συγκαλυμμένο διωγμό από το κατεστημένο σύστημα κυριαρχίας.
Τα Μέσα Μαζικής Αποχαύνωσης, όπως χαρακτηρίζονται, τα οποία είναι στην υπηρεσία της οικονομικής και πολιτικής ολιγαρχίας, προπαγανδίζουν και προωθούν, συνήθως, τα βιβλία που είναι κιτς, που σημαίνει το φτηνιάρικο, το κακόγουστο, το σκουπίδι της συγγραφικής παραγωγής και πνευματικής παρακμής.
Το κιτς είναι το αντιαισθητικό, το αντίθετο της αισθητικής κατηγορίας του υψηλού, του κλασικού.
Πολλοί λίγοι ή και ελάχιστοι είναι εκείνοι οι εκδότες που αναλαμβάνουν την έκδοση ενός βιβλίου γνώσης και αμφισβήτησης του κατεστημένου συστήματος. Στην εξαίρεση αυτή συγκαταλέγεται, προς τιμήν της και η εκδότρια των βιβλίων της ΕλευθερίαςΚουντούρη, η Κυρία Βογιατζή.
Πολλά θα ήθελα να πω για το βιβλίο της εκλεκτής συναδέλφου Κυρίας Ελευθερίας Κουντούρη, αλλά δεν αρκεί ο λίγος χρόνος για να αναπτύξει κανείς τόσα πολλά και ωφέλιμα που γράφονται από μια συγγραφέα του μεγάλου διαμετρήματος. Προσπάθησα να αναδείξω κάποιες πτυχές του συγκεκριμένου έργου της και δεν επεκτάθηκα στην ταλαντούχο συγγραφέα και προσωπικότητα
Ελευθερία Κουντούρη, με την τόσο πλούσια εργογραφία της και τα διεθνούς αναγνώρισης βραβευμένα ποιήματά της, πολλά από τα οποία μεταφράστηκαν σε έξι ξένες γλώσσες. Η Κυρία
Ελευθερία Κουντούρη έχει καταφέρει να πάρει μια θέση στο πάνθεο των μεγάλων συγγραφέων, στο έργο της οποίας μπορεί ο καθένας να βρει ένα κομμάτι από τον εαυτό του, το πιο ανθρώπινο, διότι πιστεύει επίμονα στον άνθρωπο και γι' αυτό δεν παύει να είναι μια συγγραφεύς αμφισβητίας και
πολέμια του κατεστημένου συστήματος, το οποίο στρέφεται ενάντια στις πανανθρώπινες αξίες και προσβάλλει βάναυσα την Αξία των Αξιών, που λέγεται ΑΝΘΡΩΠΟΣ.
Ας είμαστε, λοιπόν, και εμείς περήφανοι, για την Κυρία Ελευθερία Κουντούρη, γιατί περιποιεί μεγάλην τιμήν και σε μάς, που είμαστε συνάδελφοί της και που διακονούμε στην ίδια πνευματική στέγη, στην Εταιρία Ελλήνων Λογοτεχνών. Πάντως, ό,τι κι αν σας είπα για το βιβλίο της Κυρίας Κουντούρη, είναι ελάχιστα μπροστά σ' εκείνα που θα αντλήσετε,αν το διαβάσετε εσείς οι ίδιοι, οπότε θα νιώσετε το πραγματικό μεγαλείο της σκέψης της, που συγκλονίζει κάθε, ελεύθερα σκεπτόμενο, ΄Ανθρωπο.
Θα κλείσω την παρουσίασή μου με την ακόλουθη διαπίστωση και συγχρόνως πρόκληση και πρόσκληση για μαζική δράση και λαϊκή εξέγερση, προκειμένου να απαλλαγούμε από τα δεσμά
της νομοθετημένης δουλοπαροικίας, που μας επιβάλει η Τρόϊκα, μετους εγκάθετους κυβερνητικούς υποτακτικούς της. Διαβάζοντας το βιβλίο της Κυρίας Κουντούρη, άναψε μέσα μου η επαναστατική
φλόγα, φέρνοντας στη μνήμη μου δυο μεγάλες προσωπικότητες της Παγκόσμιας Ιστορίας, οι οποίες μάς εμπνέουν και μας δείχνουν το δρόμο από τον τάφο τους. Η μία είναι η μεγάλη επαναστάτρια, η ποιήτρια Ντολορές Ιμπαρούρι, η γνωστή ως (Πασιονάρια) η οποία είχε διακηρύξει : "No pasaran" (Ο φασισμός δεν θα περάσει!..), λέγοντας και εκείνο το περίφημο:
«Καλύτερα να είσαι γυναίκα ήρωα παρά η γυναίκα ενός δειλού». «Καλύτερα να πεθάνεις όρθιος παρά να ζεις γονατιστός».
Εγώ προσθέτω, παρά να είσαι πεινασμένος.
Η άλλη προσωπικότητα είναι ο Ερνέστος Τσε Γκεβάρα, που είναι το ίνδαλμα του επαναστάτη της ανθρωπότητας, ο παγκόσμιος Επαναστάτης, ο οποίος μας προτρέπει:
«Ας είμαστε ρεαλιστές! Ας κυνηγήσουμε το ακατόρθωτο!»
«Η Κυρία Κουντούρη μας υπενθυμίζει στο έργο της ότι:
«Ο Τσε και η Πασιονάρια είναι εδώ!
Είναι ανάμεσά μας, στις διαδηλώσεις, στις συγκρούσεις, στο φτωχικό τραπέζι του εργάτη. Το Επαναστατικό Φως που εκπέμπει όπου οι άνθρωποι εξεγείρονται ανάβει παντού καινούργιες ανθρακιές, κάνοντας να ξεπηδούν παντού σπινθήρες. Βρίσκεται σ' ολόκληρο τον πλανήτη και στις σημαίες του αγώνα, καθοδηγώντας τους λαούς, σαν πυρσός μέσα στη νύχτα. Και το φως αυτό δεν μπορούν να το σβήσουν, ό,τι και να κάνουν οι κυρίαρχοι αυτού του κόσμου».
Στη σημερινή δεινή οικονομική, κοινωνική και ανθρωπιστική κρίση, που βιώνει ο Ελληνικός Λαός,
μαζί με τον Αντιστασιακό Λόγο της Κυρίας Κουντούρη, ας ηχήσει απ' άκρο σε άκρο της Χώρας και ο Λόγος της Λευτεριάς του Σικελιανού:
«Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές, δονήστε σύγκορμη τη Χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου...
Οι φοβερές σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα».
Άλλα έργα της Ελευθερίας Κουντούρη από τις Εκδόσεις Βογιατζή.











Πηγή :
http://metarrythmisis1904-2014.blogspot.gr/2013/11/blog-post.htmlhttp://sofigraf2009.blogspot.gr/2013/11/blog-post.html?spref=fb

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δωδέκατο)

Οι φλανερίες του γιού του μπέη (κεφάλαιο δωδέκατο)
9 Νοεμβρίου 2013 στις 1:02 π.μ.


Με το καλό και έφεξε η μέρα, άνοιξε τα ματάκια της εκείνη η Εσθήρ - και μονολόγησε (αφού πρώτα τσιμπήθηκε γιατί ήτανε όλα του δωμάτιου που την είχαν κοιμίσει κατακόκκινα), σαν το κακογατί και έπεσα στα τέσσερα και άκρως ασφαλώς επροσγειώθηκα. Και τώρα, κάποιοι θα ανέβηκαν και κάποιοι θα κατέβηκαν, και με το τσα το πρωινό και τα φρυγανισμένα γλυκανισόψωμα, και τα γλασέ φρουτάκια ότι ζαχαρωμένα, μα θα μπορούσα και να την καλοσυνήθιζα μια ζήση τέτοια, σκεφτότανε καθώς τη στούμπωνε η Αειπάρθενος ωσάν καλή η κλώσσα, και ο Ντημίτ και άλλο που δεν ήθελε, θα του αρέσει να 'ναι και λίγο γεματούλα, ειδάλλως πώς να τηνε κάμει ζάφτι, μπας και έσπαγε. Ε, μάτια μου καλά, και δεν είχε προσέξει ακόμα πως ευρέθει εις εύτακτο στρατώνα! Διότι, την ημέρα του θεού μόλις ανατέλουσα, είχε βαλθεί η Αειπάρθενος να οργανώσει μια απόβαση άνευ προηγουμένου: Και κατεβήκανε οι υπηρετριούλες κι οι πλύστρες και οι παραμαγείρισσες εν τάξει και ευταξία - και να ασπρίσουμε τους περσινούς σοβάδες, και να φτιάξουμε λίστες από πιοτά και φαγητά, και τα ορεκτικά και τα μπινελικάκια και τα κυρίως πιάτα και τις σούπες , τα επιδόρπια (μέχρι και πέντε διαφορετικά, γιατί οι καλεσμένοι θα είναι απο διάφορες κουλτούρες και πρέπει όλοι να ευχαριστηθούν). Και να μην ξεχαστούμε και μην τυχόν και να μην αγοράσουμε και μερικά παγώνια, να φωτίσουνε τη νύχτα τη γαμήλια με τις ματοουρές τους. Κι εσύ, Εσθήρα μου, να είσαι και να στέκεσαι μέσα εις τη σκιά να μη σε κάβει ο ήλιος. Και, να σου πω καλέ, μην τυχει και πρέπει τίποτα και τι ακριβώς ιδιαίτερο να κάμουμε για να τιμήσουμε και την καταγωγή σου, αυτά βεβαίως πρέπει και να κανονιστούν με τρόπους δικολάβικους, με εννοείς (βεβαίως και την εννοούσε, μα στο περίπου), είχε όμως γλυκάνει κι η ψυχούλα της Εβραιοπούλας μας, να γίνεται τόσο μεγάλος χαλασμός περί το άτομό της, την είχε συγκινήσει - και είχε μία δύναμη θελήσεως η ανδραδέλφη της η μέλουσα, μια μύτη εντελώς ελληνική κι ίσια και σθεναρώς δε αποφασισμένη να φέρει τέτοια επιχείρηση εις πέρας, ήξερε η Εσθήρ από στρατάρχες, μέχρι ίσα και χθες τέτοια ήτανε και ελόγου της. Μα, σε αυτό το σπίτι, ήταν σα να το είχε είδει καθαρά, ήτανε της κουζίνας και της οργάνωσής του περιττή: ήξερε πως η θέση της θα ήτανε μοδέστη, να κάνει μοναχά το θαύμα του Σαμπάτ, από το βράδυ της Παρασκευής και έως το απόγευμα Σαββάτου, να παιζει την οικοκυρά και να ανάβει τη μενορά επταλυχνίως, και ίσως το κρεβάτι, να βρει πρώτα και ύστερα να δείξει την αγάπη, πρώτα του άντρα της, κατόπι των δικών του, ύστερα του θεού, κι ίσως στο τέλος και σε μια γωνιά, και τη δικιά της. Στο μεταξύ, τσουπτσούπ, να πάρουνε οι τσούπρες δρόμο, να δούνε, έχουμε σταφίδες; Και έλα συ εδώ, καλέ που σε εβρήκε μια τέτοια κούκλα, και ούτε του φαινότανε πως ήξευρε εκείνος να διαλέγει! Έλα καλή μου, κάτσε απο δω, όλα να μου τα πεις, χαρώ σε. Όχι, σα δε θες, να μη μου είπεις τίποτα, άχουμε αγάλι το φιλί να σ΄έχει νοστιμάδα. Να κανονίσουμε, να μη συναντηθείτε μέχρι το γάμο, όλα να γενούν κατά πώς πρέπει, να μην υπάρχει καμμιά γρουσουζιά, κι ας είσαι σώνυφη, εγώ θα μεριμνήσω να μη σ' έδει. Τώρα, φαντάσου και εσύ που το διαβάζεις, ήτανε η κοπέλα μας να μην εφοβηθεί, που η άλλη είχε πάρει φόρα κι έτρεχε, αλλά κι απο την έτερη μεριά, και τέτοιο ολοδώσιμο ποτέ δεν είχε ξαναματαπάθει να το ηβλέπει να της τρέχει καταπάνω της - σκιάχτηκε λιγάκι στην αρχή μήπως και μπήκε εις το σπίτι των μουρλών, ξέρει ποτέ κανείς και με τους Χριστιανούς; Μα είχε και ο καλός της (ούτε που τον ήξερε), φίλο Μεμέτη - δεν το γινότανε να ήταν κι ολοκούνιστος! Και, όσο και να πεις, αυτή η παλαβιάρα, ήξερε να διοικεί καλό στρατό, όλο το σπιτικό ήτανε του λαμπίκου, και άμα είχε καμουτσίκι και στα χέρια της, ωχού Γιαχβέ μου, θα ΄κανε τις στράκες! Κι η άλλη, με ς στη φούρια, πολυβόλο - έκοβε -έραβε η γλώσσα της γιατί κόντευε να της έρθει ένα τί, χλώμιαζε και πρασίνιζε (ένεκα που είχε το χρώμα της σταρένιο), έτρεμε και την έπιαναν τα γέλια, ιδρώνανε τα χέρια της και ίσιωνε το γιλεκάκι που είχε να ηφόρει. Και δώστου, κι άλλο δώστου. Και τη βαλίτζα σου την έχω φυλαγμένη, περιστεράκι μου, τι έχεις εκεί μέσα, να μας το δείξεις; Μα, πόσο ωραίο, σε το δώκαν απέ το σπίτι σου; (Έγνεψε ναι - δεν ήθελε ακόμα να πει τα πιο δικά της, ίσως να μην τα έλεγε ποτέ, ίσως και όχι, μπορεί και ναι - γιατί κάνει κακό να διαφυλάτει κανείς κρυφό του το αμάρτημα - πως είχε κιόλας μάθει και να διαβάζει από το Ταλμούδ, την είχε μάθει τα ανομήματα που λέγαν οι Ραββίνοι). Όποιος μάθει στην κόρη του τον Νόμο είναι σαν να της έμαθε αισχρότητα. Και άμα είχε μοναχά εκείνος σταματήσει εις το νόμο, άντε και να το πεις ότι την αγαπούσε και την ήθελε για γιο - μα για γυναίκα; Έτσι είχε βρεθεί να έχει ούτε νόμο, ούτε στέγη - και να τη λέει η μάνα της αλήτισσα, σιγά και μην της είχανε προικώο το ασημικό της - και ευτυχώς το είχε αγορασμένο από μόνη, και δεν εχρώσταγε τα φώτα του Σαμπάτ της εις σε κανέναν. Όμως, ετούτη η κυρά, που είχε μια ομοιότη και με τη Σεκινά, όταν η Εσθέρ μικρούλα την είχε φανταστεί, μια αρχοντογυναίκα, όμως του πόνου προσηνής - να έρχεται και να την παίρνει από το χέρι, να τη βοηθάει να ανεβαίνει στο βουνό - κι εκεί μαζί να βρίσκουνε τη φλεγομένη βάτο, πλάκες με άλλες εντολές λίαν απάνθρωπες - που καταργούσανε τις στέγες και τους νόμους: το πετρωμένο το φαγί αδύναμο, το νεκρωμένο το φιλί αδύνατο, υπέροχες Σοφίες... Και ξαφνικά, φωνή μεγάλη εν τη ερήμω της ούτε εντελώς άδειας αυλής: αμάν αφέντη Δημητράκη μου, για πάαινε πουλέκι μου απέκει, να μην την εσταυροματιάσεις, καλέ σου λέγω, απέ την άλλη πόρτα. Κι εκείνος, ούτε να της πει καμμιά κουβέντα, σοι λέγου - πάνε επαέ ρε διάολε, να τη σταυρώκεις θες μωρέ την τύχη σας, οπού 'ναι σαν τα χλία τα νερά, άειντε μανάρι μου και πάγαινε να κανονίσεις αμέ τα πούρα, και τα καπνά του ναργιλέ, και ν΄αγοράθεις και μερκούς ακόμε, να μήναμας ειπούνε και τσιφούτηδες - εδώ θα είναι, και δε θα τη χάσεις. Σε λέω, ήρθε μόνη η πουλάδα, σιγά και θα σε φύγει; Ματέλια μου, εμένα θα μ΄ηκούς που είμι κι αδρεφή σου, διατανόσπερμα, άμα να παντρευείς να ησυχάσου, αλλά μέχρι την τότενη ημέρα - κάνου κουμάντου εγού, έχουμε και κορίτσι εις το σπίτι, παθές να το ντροπιάσεις. Κι έφυγε κι ο Ντημίτ ωσάν δαρμένος, είχε και δίκιο η μεγαλοκοπέλα, και πρώτη του φορά την είδε έτσι αλλού ν΄αστράβει κι αλλού να βροντά, αυτό να δγεις το πήρε από τη μάνα μας, και ευτυχώς δεν ξέρει για τις σαντέζες, μη μου ξύριζε και τ' αχαμνά σε λέγω, έλεγε του ΧατζηΡεΐς, εγώ την κάμω ικανή. Και τώρα, δεν καλοθυμάμαι και πώς τα άκουσα, μη και να έμενε και όλη τη βδομάδα στο γυαλί, παρέα του φίλου του, μην τύχει και την έγλεπε σε μια στροφή στο διάδρομο και γρουσουζεύετο ο γάμος - μα δεν καλοθυμάμαι. Όμως, θυμάμαι ότι κάπως κάπου άκουσα ότι την έπιασε με τούτα και με κείνα μιαν αγωνία την Εσθήρ, και ήπρεπε να πάει ευθύς αμέσως και πριν απ' τις παστάδες να βρει τη Βαρντανούς αλλιώς Αλμάστ, την Αρμεναία. Γιατί έπρεπε να τονε πει κι αυτή τον πόνο της, να βρει ένα ματζούνι, μια οδηγία μία σπουδή - γιατί μαθές, είχαμε και τη δοκιμασία του σεντονιού, και ΄κει τι θα γινότανε; Πώς θα το έβγαζε η ανδραδέρφη της να το ΄χει στο μπαλκόνι την άλληνα τη μέρα, και να φανεί ωραίο άσπρο, και η Εσθήρ και τι να πει, τόση καθαριότη; Που έπρεπε, το ήξερε, το ήξερε - να έχει φραουλένια σμέουρα, να έχει ρόδια και κεράσια και τη ντροπή όλων των φρούτων από τα δασιά τα δάση τα φορέστικα, να ευχαριστηθεί κι η λεγομένη Ευταξία, ότι βάλανε εις το σπίτι τους βασίλισσα μια κόρη. Έτσι χτυπούσε η καρδιά της, όχι από ντροπή για τον που έφτυνε το όνομα στον τάφο του, ούτε από την πονηρία προς το ΝτημίτΕφέντη - μα από την αγάπη προς εκείνη τη γυναίκα που τηνε περιμάζεψε μια νύχτα πριν, και σήμερα, φρουτφρούτ, κανόνιζε τα όργανα στο γάμο της εκείνης, της μιας Εσθήρ ατιμασμένης από μέσα απ΄το αίμα της το ίδιο - πώς και να μην την είχε αγαπήσει, και σε μια μέρα μέσα, τέτοια αρχιστράτηγη καρδιά; Βγήκε, με μια δικιολογία καταγέλαστη, της δώσαν ένα γάιδαρο να τηνε πάει καβάλα, ένα καλό ζαγάρι με τα μάτια του σαν καστανομελένια νυχτερινά, λίγο και θα ομίλαγε να πει το Καλωσήρθες. Και πήγε στης Αρμένισσας και γύρισε, μ' ένα μπουκάλι άρωμα γαρδένιας αποστάξιμο, και ένα καταπότι - κι έτσι το είπε: για το κακό στομάχι, σα σπαθόλαδο. Μα είχε ψεύτικα τα λόγια, κι ας μη φάνηκε - και το πατζαροζούμι, κάνει λεκέδες σαν αιμοβόρους - της είπε την αλφάβητο η Αλμάστ κι εξίσου Βαρντανούς, θα είσαι σαν καινούργια, και θα σε δώκουνε την άλλη μέρα ένα πανέρι μήλα (πάντα τα μήλα, και να δεις, έτσι με κυνηγούσε η μοίρα μου μ' αυτόν, απ' την αρχή), έτσι το κάνουμε εμείς στην Αρμενιά άμα βρεθείς ιντάκτη. Και (λέω τώρα πια εγώ, κατόπιν εορτής), πως θα το έκρυψε για μία νύχτα εύκαιρη, ότε θα χρειαζόταν.

(συνεχίζεται)

© Ολβία Παπαηλίου, 2013






Με αναποδογυρισμένο το καλαθάκι, όμως γεμάτο μήλα, κατά την Αρμεναϊκή παράδοση - αυτό ευχόταν η Εσθήρ, για να μη ντροπιαστεί η ανδραδέλφη της.




Αλεξάνδρου Ιόλα: Η Ζωή μου απο τον Νίκο Σταθούλη Κεφάλαιο πρώτο


Αλεξάνδρου Ιόλα: Η Ζωή μου
απο τον Νίκο Σταθούλη
συνέχεια διαδικτυακης δημοσίεσης της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα η οποία κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις "Οδός Πανός"
Σε στιγμές κρίσης δεν αξίζει να δίνετε 18 ευρώ να το αγοράσετε και ο συγγραφέας να μη παίρνει γρόσι. Η τέχνη για να είναι για όλο τον κόσμο, πρέπει να είναι ΔΩΡΕΑΝ!!!
Για να γίνει κτήμα περισσότερων χρηστών εντελώς δωρεαν ΔΙΑΔΩΣΤΕ το.... Nikos Stathoulis
Φωτογραφία του Αλέξανδρου Ιόλα από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη που δημοσίευσε τις 8 Νοεμβρίου 2013
Κεφάλαιο πρώτο

- Είκοσι-πέντε χρόνια μετά! Εσύ… απέναντι σε έναν άνθρωπο πλούσιο από τη φύση του. Να αποτιμήσεις. Να εκτιμήσεις. Να αποκαταστήσεις.
Ήξερε καλά αυτή την ιδιαίτερη φόρμουλα ασχήμιας στην οποία ήταν αναγκασμένος να ζει ο Έλληνας! «Μια γκρίζα ατμόσφαιρα απειλεί ό, τι φωτεινό πάει να προκύψει.»
Πλούσιος είναι ο άνθρωπος που αψηφάει τους κινδύνους. Αυτός που πάει κόντρα… «Αυτός που χαστουκίζει τα αγελαία ένστικτα, τις αγελαίες συμπεριφορές.».
Ήταν μια περιπέτεια ζωής η γνωριμία μου με τον Αλέξανδρο Ιόλα. Η οποία με ακολουθεί , με έχει στιγματίσει, αλλά δε θέλω να ξέρω. Είμαι τόσο μεθυσμένος από το κοκτέιλ της τέχνης στην οποία με μύησε. Προτιμώ την ωραία αφροσύνη της παρά τον υπολογισμό.
Να εξηγηθώ! Θα υπάρξουν σχολαστικοί που θα πουν τη δική τους λέξη. Θα υπάρξουν θεωρητικοί που θα σκιρτήσουν και επιμελητές τέχνης που θα σκαρφιστούν. Αδιαφορώ. Όπως αδιαφόρησαν όλοι τους, καλλιτέχνες, πολιτικοί και άνθρωποι της τέχνης. Ανάθεμά τους!
Όταν ο ίδιος αψήφησε έναν Χίτλερ, παίρνοντας μαζί του στην Αμερική την τέχνη των Σουρεαλιστών φίλων του, επιβάλλοντάς τους, ποιος θα υπολογίσει τους μικρούς καθημερινούς Χιτλερίσκους οι οποίοι τον τσάκισαν.
Έζησε. Ένοιωσε. Ερωτεύτηκε. Τσαλαπατήθηκε. Τιμήθηκε. Αναγνωρίστηκε. Tι διάολο θέλουν δηλαδή για να πεισθούν. Όταν ξεκινάς ως χορευτής για να γευθείς τον κόσμο και επιβάλεις θεατρικά τον πρωταγωνιστικό σου ρόλο στον κόσμο της Σύγχρονης Τέχνης σε ανταμείβει η εποχή σου. Ποτέ οι φίλοι σου, ακόμη περισσότερο ,οι εχθροί σου.
«Ζωή χωρίς εχθρούς δεν έχει μυστήριο». Όπως και στη ζωή του Αλέξανδρου Ιόλα. Δεν εξιχνιάζεται αλλά αφήνεσαι να σε μαγέψει!

Μεγάλωσα. Ήμουν στη δεύτερη δεκαετία της ζωής μου όταν γνώρισα τον Αλέξανδρο Ιόλα. Έναν Μαικήνα της τέχνης. .Ραδιούργο. Είρων. Οξυδερκή. Αυθάδη. Τολμηρό Εκρηκτικό. Αδίστακτο.
Όπως ο Σωκράτης στους μαθητές του, εκμαίευε από μένα ό, τι καλύτερο. Όπως ακριβώς συνέβαινε και με τους καλλιτέχνες του. Τους οποίους ωθούσε να δημιουργήσουν συγκεκριμένα έργα τέχνης που εκείνος «έβλεπε» και «ζούσε», πριν εκείνοι αρχίσουν να δουλεύουν τα υλικά τους.
Τυχοδιώκτης. Που ανήκε στο 2050 και μετά. Φίλος. Πολυτιμότερος και από ένα πανάκριβο κόσμημα. Πνευματικός πατέρας.
Δε μου πήρε πολύ χρόνο να αναγνωρίσω τη πραγματική μεγαλοφυΐα του. Με πήγε στο Λούβρο. Στο ΜΟΜΑ. Στο Μπομπούρ. Στεκόταν μπροστά στα έργα και μου έλεγε να κοιτάξω. Η σιωπή του μου δίδαξε πολλά περισσότερα απ’ ότι θα μου έλεγε το πιο σοφό κουβεντολόι. Σχεδόν σε όλους τους φίλους του το ίδιο έκανε… Τους πήγαινε στα μουσεία και τους έλεγε να κοιτάζουν τα έργα και να μη μιλούν...
Υπήρχαν σχεδόν κοινότοπα στοιχεία που καθόριζαν το στυλ του και τη ζωή του. Οι άντρες με τους οποίους ήταν ερωτευμένος, οι καλλιτέχνες οι οποίοι λειτουργούσαν καταλυτικά στη δημιουργικότητά του, το σπίτι του στην Αγία Παρασκευή Αττικής, οι φίλοι του και η «αυλή» του η οποία ήταν γενναιόδωρη σε θαυμασμό και κατανόηση, ιδίως τη περίοδο του διασυρμού του και τα σκυλιά του η Φρύνη και η κόρη της Αυγή που τον συντρόφευαν στις βόλτες του στου στους κήπους του σπιτιού του.
Φωτογραφία του Αλέξανδρου Ιόλα από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη που δημοσίευσε τις
 
8 Νοεμβρίου 2013

Ένας πνευματικός και ένας κοινωνικός περίγυρος ήταν η ιδιωτική του ζωή. Από τη μια οι καλλιτέχνες, οι ποιητές, οι συνθέτες, οι συγγραφείς. Από την άλλη συλλέκτες, εφοπλιστές, αρχηγοί κρατών, πρίγκιπες, βασιλείς, χρηματιστές, διευθυντές μουσείων…
Τον γνώρισα πάνω στο θόρυβο που είχε ξεσπάσει μετά την συνέντευξη του στην δημοσιογράφο Όλγα Μπακομάρου για το περιοδικό «Γυναίκα» η οποία είχε προκαλέσει πάταγο , δύο χρόνια σχεδόν μετά την επικράτηση του ΠΑΣΟΚ και του Ανδρέα Παπανδρέου στη διακυβέρνηση της χώρας.

Φωτογραφία του Αλέξανδρου Ιόλα από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη που δημοσίευσε τις 8 Νοεμβρίου 2013

2 Η συνέντευξη
Η συνέντευξη στην Όλγα Μπακομάρου κράτησε τρεις μέρες στην Ελλάδα ενώ είχε ξεκινήσει μέρες πριν στην Νέα Υόρκη, και παρά την υπόσχεσή της να τη δει ο Ιόλας πριν δημοσιευτεί, τη δημοσίευσε ως είχε, γεγονός που στάθηκε μοιραίο για τον Ιόλα, του οποίου το χιούμορ δεν το είχε αντιληφθεί κανείς μέχρι εκείνη τη στιγμή που δέσποζε ο λαϊκισμός και ο «Αυριανισμός» , ένα νέο σύστημα διαπαιδαγώγησης του ελληνικού λαού τότε.
-«Το δικό σας όνομα, κύριε Ιόλα, δύσκολα μπορεί να το ξεχάσει κανένας… Σε μένα τουλάχιστον, ενώ δε σας είχα συναντήσει ποτέ κι ενώ δεν ήξερα για σας παρά ελάχιστα, ασκούσε μια γοητεία, νομίζω ότι ήταν κάποιο «συν» στο οικοδόμημα του μύθου σας. Είναι το πραγματικό σας όνομα;»
-«Κατά το ήμισυ. Το όνομά μου ήταν Κωνσταντίνος Ιόλας, μου το άλλαξε όμως σε Αλέξανδρο η Θεοδώρα Ρούσβελτ, εγγονή του Θεόδωρου Ρούσβελτ, όταν πήγα στις Ηνωμένες Πολιτείες το 1935 και αποφάσισα να πάρω την αμερικάνικη υπηκοότητα. Ήταν να παντρευτούμε με τη Θεοδώρα, αλλά τελικά δεν έγινε. Δόξα τω Θεώ, πολλές φορές γλίτωσα την παντρειά. Μανία μου, ξέρετε, είναι να παντρεύω και να βαφτίζω άλλους.»
-«Στην πραγματικότητα, ελάχιστα πράγματα γνωρίζω για σας, κύριε Ιόλα, όπως κι ο περισσότερος κόσμος, φαντάζομαι. Και πρώτα- πρώτα, τι δουλειά κάνετε ακριβώς;»
-«Ενδιαφέρομαι για τόσα πολλά πράγματα, που δεν μπορώ να κολλήσω στον εαυτό μου ένα τίτλο, μια ετικέτα.»
-«Γιατί όχι; Το ένα δεν αποκλείει το άλλο. Οι περισσότεροι θα σας θεωρούν γκαλερίστα.»
-«Οι γκαλερίστες είναι έμποροι. Ενδιαφέρονται ν’ αγοράσουν, να πουλήσουν, να κερδίσουν χρήματα, χωρίς να τους απασχολεί η πραγματική αξία του αντικειμένου.»
-«Μπορούμε να πούμε ότι εσείς είστε ένα έμπορος έργων τέχνης, με τη διαφορά ότι σας απασχολεί η αξία του αντικειμένου; Γιατί και αγοράζετε και πουλάτε και χρήματα βγάζετε.»
-«Πείτε το όπως θέλετε. Κι ο Μιχαήλ Άγγελος πουλούσε τα έργα του κι ο Ραφαήλ κι ο Λεονάρντο.»
-«Ήταν όμως δικά τους έργα.»
-«Κοιτάξτε, ένα πράγμα που το θέλετε, το πληρώνετε. Είναι απλούστατο. Λοιπόν, ούτε εμπόριο κάνω ούτε τίποτα. Εγώ ψάχνω να βρω πράγματα καταπληκτικά που δεν μπορούν να τα βρουν άλλοι, και τα’ ανεβάζω στη θέση τους. Ξέρω ποια είναι η αξία ενός πράγματος μέσα στην ιστορία της τέχνης.»
-«Τι πάει να πει η αξία ενός πράγματος;»
-«Βλέπω πόση τέχνη έχει μέσα του ένα έργο και βάζω την τιμή του επάνω, παίρνοντας την ευθύνη, ανεξάρτητα από το πόσα χρήματα έδωσα για να το αγοράσω.»
-«Να πούμε ότι είστε ένας εκτιμητής έργων τέχνης, λοιπόν;»
-«Σας παρακαλώ, μη με βάζετε εκεί. Αυτοί είναι επαγγελματίες, εγώ όχι.»
-«Μιλάτε τόσο επαγγελματικά όταν αναφέρεστε στα χρήματα.»
-«Μα όλα είναι χρήμα, κυρία μου. Το παν είναι το χρήμα.»
-«Δε θα σας ρωτήσω πόσο σας εντυπωσιάζει. Είναι φανερό.»
-«Ω το χρυσό μου το χρήμα, τι θαύμα που είναι! Τόσο γλυκό, τόσο ωραίο, μπορείς να κάνεις τα πάντα με αυτό!»
-«Σας αποδίδουν τις ικανότητες μεγάλου μπίζνεσμαν, ξέρετε. Έχω ακούσει μάλιστα ότι σας παραλληλίζουν με τον Ωνάση.»
-«Δε θέλω συγκρίσεις με κανέναν και προπαντός με εφοπλιστές και τέτοια πράγματα. Τρείς απ’ αυτούς με είχαν πλησιάσει και ήθελαν να με βάλουν να τους αγοράσω βαπόρια. Δε μ’ ενδιέφεραν τα βαπόρια. Μ’ ενδιέφερε οτιδήποτε έχει σχέση με την τέχνη. Τώρα, αν κέρδισα εκατομμύρια, δισεκατομμύρια, μόνα τους ήρθανε.»
-«Ήταν θέμα ταλέντου;»
-«Ίσως να χρειάζεται και ταλέντο…»
-«Συνέβη ποτέ να πέσετε έξω στις εκτιμήσεις σας;»
-«Όχι, ποτέ»
-«Έτσι πήρατε το τίτλο του «ρυθμιστή» μέσα στο διεθνές χρηματιστήριο της τέχνης;»
-«Δεν υπάρχουν χρηματιστές στην τέχνη.»
-«Μα πως, το βλέπουμε κάθε μέρα, η τέχνη έχει γίνει σα χρηματιστήριο.»
-«Τι κρίμα!»
-«Έχει ή δεν έχει γίνει;»
-«Δε ξέρω. Για μένα, η τέχνη ήταν πάντα ανώτερη από το χρυσάφι, το ασήμι, τις μετοχές που ανεβαίνουν και κατεβαίνουν. Την τέχνη, τη μεγάλη τέχνη, τίποτα, ούτε ο χρόνος δε μπορεί να την πειράξει. Εκεί, στην τέχνη, βλέπουμε ότι η λέξη «αιωνιότητα» υπάρχει…»
-«Ναι, πολύ ωραία όλα αυτά, αλλά και χρήμα πολύ υπάρχει.»
-«Πάντοτε υπήρχε το χρήμα στην τέχνη. Νομίζετε ότι πρώτα οι καλλιτέχνες δεν πληρωνόντουσαν; Ο Πραξιτέλης δεν ήταν πιο ακριβός από τον Μύρωνα;»
-«Η τέχνη πρέπει να πληρώνεται, λοιπόν.»
-«Αν θέλεις την έχεις.»
-«Είναι αξίωμα αυτό;»
-«Βεβαίως. Αν έχω χρήματα από εδώ και τέχνη από εκεί, ας αποφασίσω τι αγαπώ περισσότερο. Υπάρχουν άνθρωποι που μισούν την τέχνη ή αδιαφορούν γι’ αυτήν. Ο Ωνάσης μου έλεγε ότι προτιμάει τα ψεύτικα έργα, γιατί είναι καλύτερα ζωγραφισμένα και πιο φτηνά. Και είχε πραγματικά όλο ψεύτικα έργα.»
-«Κι αν κάποιος δεν έχει χρήματα, αλλά αγαπάει την τέχνη και θέλει να αποκτήσει έναν πίνακα;»
-«Ένας φτωχός δηλαδή; Αν έχει μυαλό και θέληση, θα τα βρει. Θα πάει να δουλέψει, να δανειστεί.»
-«Μιλάτε σοβαρά ότι μπορεί να εξοικονομήσει τόσα χρήματα δουλεύοντας;»
-«Ε τότε ας τα κλέψει!»
-«Αξίζει, δηλαδή να κλέψει κάποιος προκειμένου ν’ αποκτήσει ένα έργο τέχνης;»
-«Βεβαίως, και να σκοτώσει κι απ’ όλα. Εδώ σκοτώνουν για βλακείες και να μην σκοτώσουν για την τέχνη; Αλλά κοιτάξτε, ο πόθος για την τέχνη δεν έχει ούτε τόσο μεγάλη έκταση ούτε τόσο μεγάλη ένταση στους ανθρώπους. Είναι ένα πράγμα μαγικό η τέχνη –είναι η ουσία όλης της ζωής, ιστορικά, πολιτικά, τα πάντα-, γι’ αυτό και δεν είναι προσιτή στους πολλούς.»
Φωτογραφία του Αλέξανδρου Ιόλα από το αρχείο του Νίκου Σταθούλη που δημοσίευσε τις 8 Νοεμβρίου 2013

«Η ιστορία αυτού του κόσμου ή κομμάτια της ιστορίας έχουν εναποτεθεί σ’ αυτό το τεράστιο, σ’ αυτό το περίφημο σπίτι του Ιόλα, που σχεδιάστηκε από τον Πικιώνη. Στις τριάντα μαρμάρινες αίθουσές του, φυλάει, εδώ και μερικά χρόνια, ένα μέρος από τα 10.000 κομμάτια της συλλογής του, που βρίσκονται άλλα στην Ελλάδα και άλλα στο εξωτερικό. Περνώντας πόρτες, ανεβαίνοντας και κατεβαίνοντας σκάλες, ανάμεσα σε πίνακες, γλυπτά, έπιπλα, αντικείμενα, με τη Σούλα μπροστά να ανοίγει και να κλείνει τα φώτα, σκέφτεσαι πως οι ανθρώπινες φιγούρες χάνουν την σημασία τους εδώ μέσα.
-«Έχετε αποτιμήσει σε χρήμα τα 10.000 κομμάτια σας;»
-«Όχι, χρυσή μου, δε μ’ ενδιαφέρει αυτό το πράγμα. Τα έργα με ενδιαφέρουν, τ’ αγαπώ πολύ, είναι για μένα το παν.»
-«Γίνατε όμως εκατομμυριούχος απ’ αυτό…»
-«Α, δε ξέρω τίποτα. Εγώ έχω ανάγκη δέκα δραχμές τη μέρα για να ζήσω.»
-«Η συντήρηση αυτού του σπιτιού δεν είναι μέσα στις ανάγκες σας;»
-«Το σπίτι είναι άλλη δουλειά…»
-«Τέλος πάντων, υπάρχει η άποψη ότι επηρεάσατε τα ρεύματα της σύγχρονης τέχνης. Πώς το ακούτε αυτό;»
-«Αυτά ας τα πούνε οι άλλοι. Βλακείες εγώ δε λέω.»
-«Γιατί Είναι βλακείες;»
-«Η τέχνη δεν εξαρτάται από κανένα. Ίσως εγώ είδα πιο μπροστά από κάποιον άλλο ένα πράγμα, αυτό όμως δε σημαίνει πως επηρέασα. Τους μεγάλους ανθρώπους –κι εγώ γνώρισα όλες τις γενιές του αιώνα μας –δεν μπορείτε ούτε να τους επηρεάσετε ούτε τίποτα. Να σας επηρεάσουν εκείνοι, μάλιστα.»
-«Καλά όλα αυτά, αλλά είναι θεωρητικά κι αόριστα. Το όνομά σας έχει τέτοιο κύρος, ώστε θα μπορούσατε να είστε ένας δικτάτορας στο χώρο της τέχνης.»
-«Τι πάει να πει δικτάτορας της τέχνης; Αν είστε μάνατζερ της Γκάρμπο ή της Ντίτριχ ή της Γκλόρια Σβάνσον και ζητάτε ένα εκατομμύριο για ένα φιλμ, είστε δικτάτορας;»
-«Δεν είναι το ίδιο πράγμα. Εσείς μπορείτε να επιβάλετε έναν καλλιτέχνη άγνωστο, ακόμα και ατάλαντο, αν το θελήσετε. Ποιος θα αμφισβητήσει την αξία του, αφού την υπογράφει ο Ιόλας;»
-«Για να κάνω κάτι τέτοιο, πρέπει να είμαι βέβαιος ότι αυτός εκφράζει μια αλήθεια μέσα από την τέχνη.»
-«Εσάς σας αρέσει να πειράζετε λίγο. Ας πούμε ότι θέλετε να κάνετε ξαφνικά ένα αστείο.»
-«Δεν κάνω αστεία με την τέχνη εγώ»
-«Ένας άλλος στη θέση σας, θα έμπαινε στον πειρασμό να το κάνει. Κι όχι για να γελάσει απλώς…»
-«Εγώ δεν είμαι στη θέση κανενός, είμαι στη δικιά μου θέση. Λοιπόν, ποτέ μου δε θα έκανα κάτι τέτοιο, γιατί δεν θα ήμουν ευτυχής.»
-«Ώστε ποτέ δεν προβάλατε κάτι που δεν άξιζε;»
-«Συνέβη, αλλά για άλλους λόγους και με άλλο πνεύμα απ’ αυτό που λέτε εσείς. Θέλοντας να κάνω προπαγάνδα για την Ελλάδα, πήρα και πρόβαλα μερικούς καλλιτέχνες που δεν ήταν μεγάλοι, που δεν έβγαιναν από τα σύνορα της χώρας τους, δηλαδή που ήξερα, όπως ξέρω και τώρα, ότι αν φύγουν από δω δε θα κάνουν τίποτα, ούτε ένα γρόσι…»
-«Ποιοι ήταν αυτοί οι καλλιτέχνες;»
-«Γουναρόπουλοι, Τσαρούχηδες, Μαυροειδήδες….»
-«Με τον Τσαρούχη έχετε, νομίζω, μια ιστορία…»
-«Παλιά, όταν τον είδα για πρώτη φορά, μου άρεσε. Ήταν ένας από αυτούς τους τύπους τους ελληνικούς, τους λαϊκούς, που εγώ δεν τους ήξερα διόλου. Τα έργα του ήταν αντιπροσωπευτικά του λαού. Τον πήρα λοιπόν και του έκανα μια έκθεση στην Αμερική, του έδωσα ένα είδος συμβολαίου, έφτιαξε το «Καφενείον Το Νέον» στο Σύνταγμα, του είπα να κάνει και μερικά αρχιτεκτονικά πράγματα στον Πειραιά, πλήρωνα και τα ναύλα του να πηγαίνει και να ‘ρχεται εκεί κάτω, κι αυτό ήταν όλο. Είπε πως έγινα πλούσιος απ’ αυτόν! Είχα καμιά πενηνταριά έργα του που τα χάρισα στην ανιψιά μου. Εγώ τώρα δεν έχω ούτε ένα δικό του και ούτε θέλω να έχω…»
-«Αυτό σημαίνει τον απορρίπτεται εντελώς;»
-«Δεν τον θεωρώ ούτε μεγάλο ούτε σπουδαίο ζωγράφο. Απλώς, είχε ορισμένες ποιότητες σε ορισμένες εποχές. Στο παρελθόν. Ποιος αγοράζει σήμερα Τσαρούχη στο εξωτερικό;»
-«Θεωρείται ένα από τα πρόσωπα της σύγχρονης ελληνικής κουλτούρας.»
-«Ποια είναι η ελληνική κουλτούρα; Εσείς τα ξέρετε αυτά, για μένα είναι μυστηριώδη πράγματα. Εγώ γνωρίζω για την ποίηση μερικά πράγματα, ξέρω για την αρχιτεκτονική του Πικιώνη, αγαπώ τον Θεόφιλο πάρα πολύ.»
-«Είχατε κάνει έκθεση και στον Γουναρόπουλο. Τι σκέφτεστε για τον Γουναρόπουλο;»
-«Δεν είμαι κριτικός… Σέβομαι το ότι ο Γουρανόπουλος πούλησε το οικόπεδό του για να κάνει στην Αμερική μια έκθεση. Αλλά αν έλεγα ότι είναι μεγάλος ζωγράφος, θα ήμουν βλάκας…»
-«Καλός ζωγράφος, έστω;»
-«Ούτε καλός, ούτε μεγάλος…»
-«Ο Βασιλείου;»
-«Ούτε καλός, ούτε μεγάλος…»
-«Ο Μόραλης;»
-«Είναι φίλος μου ο Μόραλης.»
-«Δεν θα μου πείτε;»
-«Ούτε καλός, ούτε μεγάλος…»
-«Ο Χατζηκυριάκος- Γκίκας;»
-«Είναι φίλος μου ο Γκίκας, του έχω κάνει εκθέσεις, έχω έργα του, που τα ‘χω χαρίσει στην αδερφή μου, έχει πολύ ταλέντο, είναι σοβαρός άνθρωπος, σοβαρός ζωγράφος, αλλά δεν μπορώ να πω ότι είναι genie. Πάντως, τον προτιμώ χίλιες φορές από τον Τσαρούχη. Δεν κάνει φασαρίες, κι επιπλέον δεν ανοίγει το στόμα του να λέει βλακίες, όπως ο Τσαρούχης, που έχει καταντήσει πλέον μια Πυθία στο σούπερ μάρκετ…»
-«Για τον Φασιανό τι γνώμη έχετε;»
-«Αχ, Θεέ μου, μη με τυραννάτε! Απαίσιος είναι.»
-«Μα εσείς τον βοηθήσατε να επιβληθεί…»
-«Τον είδα φτωχό στο Παρίσι. Με πήγαινε σε κάτι ελληνικά εστιατόρια εκεί πέρα, μ’ άρεσε η ζωή που μου έδειχνε. Ασήμαντοι Έλληνες, μικρούληδες, φτωχούληδες, είχαν ενδιαφέρον για μένα. Τους εκατομμυριούχους και τους δισεκατομμυριούχους τους είχα γνωρίσει. Αυτό που έκανα για τον Φασιανό, δεν το έκανα γιατί ήταν μεγάλος καλλιτέχνης. Το έκανα γιατί ήταν Έλληνας και για να του δώσω μια βοήθεια. Και μ’ αυτό τι έγινε; Έγινε μεγάλος καλλιτέχνης ο Φασιανός; Μπόρεσα να τον κάνω μεγάλο εγώ; Χειρότερος έγινε…»
-«Υπάρχει κάποιος Έλληνας καλλιτέχνης που θα τον χαρακτηρίζατε μεγάλο ανεπιφύλακτα;»
-«Βεβαίως. Ο Τάκις. Είναι ανώτερος απ’ όλους, ο καλύτερος γλύπτης του κόσμου, κι αυτό το λέω, το υπογράφω και κόβω το κεφάλι μου.»
-«Από τους παλιούς ζωγράφους μπορείτε να αναφέρετε κάποιον που, έστω, να ξεχωρίζει;»
-«Γκύζηδες, Βολανάκηδες, Μαλέας; Αυτά είναι πράγματα λοκάλ… Αν μου στείλετε έναν Παρθένη, έναν Βολανάκη, θα σας τον στείλω πίσω.»
-«Απ’ τους νεότερους;»
-«Μ’ αρέσει πολύ ο Ακριθάκης, ο Τσόκλης, ο Παύλος, η Καρέλα, ένα παιδί που λέγεται Λαζόγκας. Υπάρχουν πολλά πράγματα να δει κανείς σ’ αυτούς.»
-«Για την Κατερίνα Μαρούδα δε μου είπατε… Πήγατε στην γκαλερί όπου έγινε η έκθεσή της, αγοράσατε έργα, κάνατε και μια δεξίωση στο σπίτι σας προς τιμήν της…»
-«Κατά τύχη ασχολήθηκα, κάποιος φίλος μου ζήτησε να πάω στην έκθεση, κι αγόρασα ένα πίνακα.»
-«Σας άρεσε τόσο πολύ;»
-«Ακολουθεί τις κατευθύνσεις της καινούργιας ιταλικής ζωγραφικής, βρίσκεται, μου φαίνεται, στο σωστό δρόμο, είναι νεότατη, δε μπορώ να πω τίποτε περισσότερο. Η Κατερίνα Μαρούδα είναι μια πολύ καλή κυρία.»
-«Μιλάμε για τους καλλιτέχνες. Ήθελα να μου πείτε, εσείς τι νομίζετε ότι προσφέρατε στην τέχνη;»
-«Αυτό δε μ’ ενδιαφέρει. Όσα κι αν έδωσα, δεν είναι τίποτα μπροστά σε εκείνα που πήρα.»
-«Τι πήρατε;»
-«Τα πάντα. Έχω την τέχνη και είναι γεμάτη η ζωή μου. Ευτυχώς που δεν έγινα εκατομμυριούχος βαμβακέμπορος. Θα μπορούσα βέβαια να έχω γίνει, αφού ο πατέρας μου ήταν από τους γνωστότερους κλασιφικατέρ βαμβακιού στην Αλεξάνδρεια…
Αλλά η τέχνη ήταν μέσα μου, αγαπούσα και το θέατρο και τη μουσική , έπαιζα πιάνο από μικρός κι ήταν σαν να ανοίχτηκε ο κόσμος μπροστά μου, όταν παιδάκι, δώδεκα χρονών, σκαστός από το σπίτι μου, αντίκρισα για πρώτη φορά την Κοτοπούλη να παίζει «Κλυταιμνήστρα» στην Αλεξάνδρεια. Ποτέ δεν έχω δει τέτοια ποιότητα, ήταν πιο σπουδαία κι από τον Παρθενώνα…»
-«Είναι σχήμα λόγου ή το εννοείται;»
-«Το εννοώ βεβαίως. Ο Παρθενώνας ήταν μια μικρή έκφραση του 5ου αιώνα και της παρακμής του. Ήταν γελοίος. Σήμερα είναι καταστραμμένος, γι’ αυτό είναι πιο ωραίος. Δυστυχώς όμως του έχει μείνει το όνομα, όχι η ουσία….»
-«Φαντάζομαι ότι θα ξενίσει αυτό που λέτε για τον Παρθενώνα…»
-«Έχω δει ναούς χίλιες φορές ανώτερους απ’ αυτόν. Αλλά οι Έλληνες νομίζουν ότι η ελληνική τέχνη είναι η μεγαλύτερη.»
-«Ενώ δεν είναι;»
-«Ποτέ μην έχετε το κακό γούστο να πέσετε σε παραβολές. Οι αληθινές κυρίες, οι αριστοκράτισσες, ποτέ δε λένε ότι ένα φόρεμα του Ντιόρ είναι καλύτερο από ένα του Σεν Λοράν.»
-«Μιλούσαμε για τον Παρθενώνα…»
-«Ναι αυτή είναι η άποψή μου, κι ας ελπίσουμε πως δε θα του ξανακολλήσουν τα μάρμαρα εκείνα πάνω του…»
-«Για τα Ελγίνεια λέτε;»
-«Τα κακόμοιρα!»
-«Τι γνώμη έχετε γι’ αυτήν την εκστρατεία που έχει γίνει σχεδόν εθνικό μας θέμα;»
-«Μου είπε να υπογράψω η Μελίνα, αλλά γιατί να βάλω υπογραφή για αυτές τις ανοησίες. Φανταστείτε να ζητήσει η Ιταλία τα αριστουργήματά της από το Λούβρο, η Αγγλία τα δικά της κτλ…»
-«Την έχετε παρακολουθήσει ως υπουργό την κυρία Μερκούρη;»
-«Αυτό μου έλειπε τώρα, ν’ αποστραβωθώ. Η Μελίνα δεν είναι παρά μια γυναίκα που έχει το σεξαπίλ του παλιού καιρού και το εκμεταλλεύεται τώρα, το 1983. Με τα Ελγίνεια της κάνουν κροκοδειλίσιες ενέσεις και της πληρώνει ο Παπανδρέου το τικέτο της για να πηγαίνει εδώ κι εκεί…»
-«Για την πολιτική τι σκέφτεστε;»
-«Τη μισώ. Μ’ έχει επηρεάσει πολύ ο Μαρλό πάνω σ’ αυτό. Η πολιτική είναι ένα πράγμα το οποίο δοκιμάζεται σαν ένα μεζές… Η πολίτική μαγειρεύεται, και ή πετυχαίνει ή δεν πετυχαίνει…»
-«Είναι αναγκαία όμως, δεν είναι;»
-«Δε ξέρω. Όταν έχετε βρώμικα χέρια είναι αναγκαία. Ούτε οι πολιτικοί μ’ ενδιαφέρουν, εκτός κι αν έχουν άλλα χαρίσματα, όπως η Γκόλντα Μέιρ που τη θαύμαζα πολύ, ή αν είναι όπως ο Ρούσβελτ ή ο Ντε Γκολ, δηλαδή άνθρωποι του πεπρωμένου…»
-«Έλληνες πολιτικοί υπήρξαν άνθρωποι του πεπρωμένου;»
-«Α, ο Βενιζέλος. Ήταν καταπληκτικός.»
-«Ο Καραμανλής;»
-«Είναι φίλος μου, τον αγαπώ πολύ, τον ξέρω από το Παρίσι. Τον γνώρισα σε κάποια έκθεση που είχα κάνει και είχε έρθει μαζί με κάποιο κύριο Λαμπρία . Μου άρεσε ως άνθρωπος, είναι ηθικός, έχει ένα λαϊκό στοιχείο, αλλά δεν μ’ αρέσει όταν γίνεται Παριζιάνος. Μου φαίνεται ότι διαθέτει μεγάλο κύρος, έχει καταφέρει πολλά για ένα λαό πολύ δύσκολο, ανυπόμονο, ανυπότακτο και τυραννισμένο, όπως είναι ο ελληνικός, και για την Ελλάδα είναι απαραίτητος. Ελπίζω να ζήσει.»
-«Για την αλλαγή του ΠΑΣΟΚ τι σκέφτεστε;»
-«Στην ανθρωπότητα συντελείται σήμερα μια τέτοια αλλαγή, που δεν έχει τίποτα να κάνει με τις αλλαγές που ετοιμάζουν οι πολιτικοί. Όλα στέκονται με το ζόρι, βρισκόμαστε στο τέλος ενός πολιτισμού, ο άνθρωπος αλλάζει, όχι πολιτικά, αλλάζει ιστορικά, τα άλλα είναι ένα τίποτα, κι είναι γελοίο να πιανόμαστε από τα φιλιά του Αραφάτ από τη Νικαράγουα. Έχουμε όμως, δυστυχώς, τυφλωθεί από το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, τις εφημερίδες. Δεκαπέντε ελληνικές εφημερίδες και η μία διαψεύδει την άλλη.»
-«Λοιπόν, δεν έχετε αντιληφθεί καμία αλλαγή με το ΠΑΣΟΚ;»
-«Δε ξέρω τίποτα. Η μόνη αλλαγή που βλέπω ότι είναι τώρα στις πρεμιέρες και στις δεξιώσεις πάνε άλλοι, οι καινούργιοι, οι παλιοί χαθήκανε…»
-«Για τον κύριο Παπανδρέου ποια είναι η γνώμη σας;»
-«Δεν τον ξέρω πολύ, ούτε και μ’ ενδιαφέρει. Τον είδα για πρώτη φορά σε μια δεξίωση με την Μάργκαρετ. Δε φαινόταν τίποτε το αμερικάνικο επάνω του, αλλά και τίποτα το ελληνικό. Βεβαίως, μιλάει καλύτερα από τον Ράλλη – ο Ράλλης δεν ξέρει να μιλήσει καθόλου. Αλλά δεν είναι τίποτα το εξαιρετικό, ως πολιτικός είναι μέτριος.»
-«Πείτε μου κάποιο πολιτικό εξαιρετικό…»
-«Δεν τους ξέρω. Τους ξέρω ως το σημείο που έρχονται εδώ στο σπίτι μου για να φάμε και να μιλήσουμε όταν έχω πάρτι.»
-«Για τον κύριο Αβέρωφ τι σκέφτεστε;»
-«Είναι ένας τζέντλεμαν με μικρό ταλέντο συγγραφέως. Μου στέλνει πάντα βιβλία του με μεγάλες dedicaces.»
-«Ως πολιτικός;»
-«Δε μ’ ενδιαφέρουν οι πολιτικοί σας είπα. Ο μόνος που μου χτυπάει στο μάτι είναι ο Μητσοτάκης, είναι πιο καπάτσος, έχει πιο πολλή στόφα γι’ αυτό το επάγγελμα. Α, ο Παπανδρέου μου φάνηκε συμπαθέστερος απ’ τη μέρα που υπέγραψε για τις Βάσεις.»
-«Είστε αμερικανόφιλος;»
-«Ένα δισεκατομμύριο τοις εκατό…»
-«Γιατί;»
-«Γιατί εκεί έμαθα τα πράγματα που δεν τα άκουσα σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου. Για μουσεία, για τέχνη, για όπερα, για ελευθερία σκέψεως. Η Αμερική είναι ένα μέρος όπου αν έχετε ταλέντο αναγνωρίζεται και σας προωθούν τρομακτικά, όχι μόνο για το χρήμα, αλλά για να μπει στο χώρο μια καινούργια αξία. Στην Ευρώπη είναι διαφορετικά. Χρειάζονται πολλοί μόχθοι και άλλα πράγματα: ομορφιά, μόρφωση, αυθάδεια, απληστία. Λοιπόν, είμαι πολύ ευτυχής που έχω αμερικάνικο διαβατήριο και λυπάμαι που δεν είμαι αληθινός Αμερικάνος. Αληθινός είναι μόνο ο Ιόλας.»
-«Τι πάει να πει αυτό;»
-«Τι πάει να πει αυτό; Ένα μηδενικό, αλλά είμαι αυτό που είμαι…»
-«Είστε αντικομουνιστής, κύριε Ιόλα;»
-«Πως σας ήρθε αυτή η ιδέα, ότι εγώ θα μπορούσα, έστω και κατά φαντασία, να αγαπώ τον κομουνισμό;»
-«Θα ‘ταν πολύ πρωτότυπο…»
-«Δώστε μου 300 ή 400 εκατομμύρια δολάρια και τρείς μεγάλες τράπεζες, όπως είχε ο Πικάσο, και γίνομαι αμέσως κομουνιστής. Όλοι οι μεγάλοι φίλοι μου, ο Ελιάρ, ο Σαρτρ, ο Μπρετόν ήταν κομουνιστές και σήμερα οι ιδέες τους είναι νεκρές. Κομουνιστής είναι και ο Μάτα, φίλος του Μιτεράν, κι έρχεται εδώ πέρα με το μαύρο χαβιάρι του και τα κρασιά του τα γαλλικά, όλοι οι μεγάλοι κομουνιστές που γνώρισα είναι πραγματικά πολύ σικ, εκτός από τους Ρώσους.»
-«Ως ιδεολογία, ξέρετε τι λέει ο κομουνισμός;»
-«Δε με ενδιαφέρει διόλου τι λέει ο κομουνισμός…»
-«Εν πάση περιπτώσει, ποιο πολιτικό σύστημα θα δεχόσασταν;»
-«Η σκλαβιά είναι το ωραιότερο πράγμα. Θυμάμαι στην Αίγυπτο τις σκλάβες- ιέρειες, του πέντε μαύρους σκλάβους που είχαμε και η γιαγιά μου τους έπλενε κάθε Σάββατο στην ταράτσα με σαπούνι και ζεματιστό νερό για να ασπρίσουν. Εμείς τους βλέπαμε σαν σε θέατρο, ολόγυμνους, ήταν καταπληκτικοί, ωραίοι σαν αγάλματα, όλοι οι σκλάβοι γίνονται τότε πιο λογικοί και πιο ανθρώπινοι, ξέρετε. Κατάλαβα τότε ότι μόνο με τη σκλαβιά μπορεί κανείς να προχωρήσει στη ζωή του. Όλοι οι μεγάλοι καλλιτέχνες που έχω γνωρίσει ήταν σκλάβοι. Είμαστε σκλάβοι, να το ξέρετε, και πολλοί λίγοι είναι ελεύθεροι άνθρωποι.»
-«Ποιοι είναι οι ελεύθεροι;»
-«Κανείς. Δεν τους ξέρω… Πολύ λίγοι…»
-«Τι σκέφτεστε όταν ακούτε τη λέξη, δημοκρατία;»
-«Α, η ανύπαρκτη δημοκρατία!»
-«Είστε δημοκράτης;»
-«Διόλου…»
-«Τι είστε; Φασίστας;»
-«Ούτε φασίστας. Μπορεί να φλερτάρισα με τον Μουσολίνι γιατί τον είδα στη Βενετία, αλλά μετά είδα στο μπαλκόνι του και τον Χίτλερ!... Οι πολιτικοί είναι για λύπηση, καταλάβετέ το.»
-«Τέλος πάντων, αν ψηφίζατε στην Ελλάδα, τι θα ψηφίζατε;»
-«Καραμανλή.»
-«Δεν μπορείτε. Είναι Πρόεδρος της Δημοκρατίας τώρα. Εννοούσα κόμμα.»
-«Η φτερού να μας κυβερνήσει.»
-«Ωραία!»
-«Κοιτάξτε, μ’ αρέσουν οι άνθρωποι που δημιουργούν. Αυτοί πάντοτε υπάρχουν, είναι ανώτεροι από τα συστήματα, δημιουργούν πράγματα, βλέπουν ζωή. Ν’ αφήσω εγώ τώρα την τέχνη και να λέω για τον Παπανδρέου και για τον ένα και τον άλλο; Ε όχι!»
Ώσπου να τελειώσει το γυμνάσιο, ο Αλέξανδρος Ιόλας «έκανε ό, τι του έλεγαν, αλλά ούτε κατά διάνοια δεν πίστευε ότι θα ασχοληθεί με αυτά τα πράγματα».
Πουλώντας ένα μεγάλο χρυσό σταυρό που του είχε χαρίσει ο Τσαλδάρης, το γραμμόφωνο και τους δίσκους του, για να μεγαλώσει το ποσόν των δέκα χρυσών λιρών που ήταν η περιουσία του, το ‘σκασε κρυφά από το σπίτι, αφήνοντας μόνο ένα γράμμα στη μητέρα του. Με μοναδικό εφόδιό του τρείς συστατικές επιστολές, μία για τον Παλαμά, μία για τον Μητρόπουλο και μία για τον Σικελιανό, έφτασε στην Αθήνα, ταξιδεύοντας στο κατάστρωμα της τρίτης θέσης του πλοίου «Ιφιγένεια».
Έμενε σε ένα δωμάτιο στη οδό Αριστοτέλους. Είχε την τύχη να γνωρίσει από κοντά την καλλιτεχνική και πνευματική Αθήνα της εποχής, τον Παλαμά, τον Άγγελο Σικελιανό, που τον πήρε μαζί του στη Συκιά για να τον μυήσει στην ποίηση του –ήθελε μάλιστα να τον βάλει να παίξει τον Ερμή στις Δελφικές γιορτές-, τον Μητρόπουλο, τον Βάσο Κανέλλο και την γυναίκα του Τανάγρα, που τον φώναζε χαρακτηριστικά «ο κύριος». Στο στούντιό τους πήρε τα πρώτα του μαθήματα, μια που τα’ όνειρό του ήταν να γίνει χορευτής. Φορούσε έναν κοντό χιτώνα και χόρευε επηρεασμένος από την Ισιδώρα Ντάνκαν.
Μια απόπειρα του πατέρα του να τον επαναφέρει στις επιχειρήσεις απέτυχε. Ο νεαρός Ιόλας έφυγε για την Ιταλία αναζητώντας καινούργιους ορίζοντες. Μετά την «καταπληκτική τέχνη» της Αιγύπτου, τη «φιλήδονη τέχνη» της αρχαίας Ελλάδας, η «μεγαλειώδης τέχνη» που αντίκρισαν τα μάτια του εκεί υπήρξε το «μεγάλο σοκ» της ζωής του.
Με το βιβλίο στο χέρι, έπαιρνε το τρένο και πήγαινε να δει από κοντά τα μεγάλα μνημεία, τα οποία θαύμαζε «σαν μεθυσμένος». Έτρεχε στα θέατρα, και στην Όπερα πήγε για πρώτη φορά στη Σκάλα του Μιλάνου.
-«Αισθανόμουν σαν εκατομμυριούχος… Ήμουν ο πιο ευτυχής άνθρωπος στον κόσμο. Μετά πήγα στη Γερμανία. Το Βερολίνο έλαμπε εκείνη την εποχή, ήταν το πιο ζωντανό μέρος της Ευρώπης. Σπούδασα χορό και έγινα πρώτος χορευτής στο Σάλτσμπουργκ. Το 1932 έφτασα στο Παρίσι και έγινα ο πρώτος χορευτής στο μπαλέτο του Μόντε Κάρλο. Γνώρισα μεγάλους καλλιτέχνες, όλοι ήθελαν να ποζάρω γι’ αυτούς… Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πήγα τον καιρό της μεγάλης κρίσης, 1935. Ήταν αριστούργημα. Έξω βλέπατε μόνο εκατομμυριούχους, ο λαός είχε χαθεί εντελώς. Είναι αρκετά ευγενής ο λαός, ώστε να μην κάνει ούτε θόρυβο ούτε τίποτα.»
-«Τι συνέβη και εγκαταλείψατε το χορό;»
-«Η ζωή με τους χορευτές είναι το χειρότερο πράγμα. Πολύ λίγες φορές έχουν ανατροφή. Έτσι το 1944 χόρεψα για τελευταία φορά. Ως τότε, ποτέ δεν είχα πάψει να αγοράζω έργα τέχνης, κοσμήματα, πίνακες, γούνες, ταπισερί. Μου άρεσαν πολύ τα παλιά πράγματα. Αλλά ένας πίνακας του Ντε Κίρικο μ’ έκανε το 1931 να ανακαλύψω τη μοντέρνα τέχνη, αυτή που πήγαινε στο σουρεαλισμό, αυτή που λατρεύω πάντα.»
-«Κι αποφασίσατε να ανοίξετε γκαλερί;»
-«Μια φίλη μου, η πριγκίπισσα Ρούσπολι, με σύστησε στη Ελίζαμπεθ Άρντεν και προσλήφθηκα ως υπεύθυνος για τα μπουκάλια, τα κουτιά της πούδρας κτλ. με 100.000 δολάρια το χρόνο. Ένα μήνα έμεινα εκεί. Η δουλειά μου φάνηκε φρικιαστική, και, με την προτροπή της πριγκίπισσας Ρούσπολι και πάλι με δέκα δολάρια στην τσέπη, τα τελευταία μου, άνοιξα την γκαλερί στους 55 δρόμους στον αριθμό 23, στη Νέα Υόρκη. Εκείνη έβαλε το όνομά της κι εγώ τη δουλειά μου. Παρουσίασα για πρώτη φορά Shagal, Miro, Μax Ernst. Η πρεμιέρα ήταν ένα θρίαμβος. Οι Ρολς Ρόις παρέλαυναν μπροστά στη γκαλερί μου, κι εγώ από χορευτής έγινα γκαλερίστας. Μετά ακολούθησαν κι άλλοι. Ο Μagritte, ο Brauner… Έφερα τους κυβιστές στην Αμερική, μετά τους φοβ, φυσικά. Ύστερα έκανα την πρώτη έκθεση του Andy Warhol, παρουσίασα τον Cornell, τον Duchamp, τον Stevenson, και μετά ήρθε η σειρά των Γάλλων –Yves Klein, Niki de Saint Phalle, Riis, Jean Pierre Reno.»
-«Πως κάνατε αυτές τις εκθέσεις; Αγοράζατε τα έργα ή είχατε ποσοστά από τις πωλήσεις;»
-«Όλα τα αγόραζα.»
-«Που βρίσκατε τα χρήματα;»
-«Να είστε βέβαιη ότι δεν τα έκλεψα…»
-«Που τα βρίσκατε;»
-«Είχα credit, μπορούσα να πάρω εκατομμύρια δολάρια, μια βαλίτσα χρήματα, χωρίς να υπογράψω ποτέ κάποιο χαρτί ότι χρωστάω.»
-«Μου φαίνεται περίεργο που σας έδιναν τόσα χρήματα.»
-«Το συμφέρον τους ήταν να με βοηθήσουν.»
-«Ποιο συμφέρον;»
-«Αυτό είναι ένα μυστικό που δεν θέλω να το βγάλω στη φόρα. Καλό είναι να μην τα λέει κανείς όλα.»
-«Τόσο φοβερό είναι αυτό το μυστικό;»
-«Βοηθούσα τους εκατομμυριούχους να κάνουν τις συλλογές τους. Η συλλογή ντε Μενίλ για παράδειγμα, αυτή η συλλογή με τα 3.000 έργα που θα εκτεθεί του χρόνου στο Παρίσι, είναι έργο δικό μου. Λοιπόν, έβρισκα έργα γι’ αυτούς τους εκατομμυριούχους, ήξερα ότι θα τα αγοράσουν και έβαζα πάνω την τιμή που ήθελα, δηλαδή την τιμή που έπρεπε, άσχετα με το πόσα είχα δώσει εγώ για να το αγοράσω…»
-«Μετά την Νέα Υόρκη ανοίξατε κι άλλες γκαλερί;»
-«Ναι, στη Γενεύη, στο Παρίσι, κι από εκεί στο Μιλάνο, στη Μαδρίτη, στη Ρώμη, στη Βηρυτό.»
-«Και στην Ελλάδα;»
-«Όταν ήρθα στην Ελλάδα δεν υπήρχε τίποτα. Γνώρισα κάποιον Ζουμπουλάκη που πουλούσε κομπολόγια, κασέλες και τέτοια, και του είπα να φτιάξει μια γκαλερί. Του έδινα έργα, έδινα και σε άλλες γκαλερί, για να δούνε οι Έλληνες την τέχνη που υπάρχει σ’ άλλα μέρη του κόσμου και που δεν έχουν την τύχη να βλέπουν.»
-«Αυτές τις γκαλερί τις έχετε τώρα;»
-«Όχι, τις έκλεισα όλες. Δε μ’ αρέσει να έχω πια γκαλερί. Όπως σταμάτησα το χορό μια μέρα, έτσι τις άφησα κι αυτές. Θα κάνω άλλο επάγγελμα…»
-«Το έχετε βρει;»
-«Το μόνο που θα μου ‘κανε χαρά είναι να έχω ένα πανέρι και να πηγαίνω στο καμπαρέ να δίνω λουλουδάκια στους πελάτες.»
-«Απλό δεν είναι;»
-«Απλό; Πρέπει να βρεις ωραία λουλούδια, να κάνεις ωραία μπουκετάκια, να ξέρεις πώς θα τους χαμογελάσεις για να τους πείσεις να πάρουν, πώς θα τους επιστρέψεις τα ρέστα. Δύσκολο επάγγελμα, αλλά ωραιότατο…»
-«Δεν έχετε παρά να δοκιμάσετε.»
-«Μακάρι… Ξέρετε κανένα κέντρο να με πάτε; Εγώ δεν ξέρω. Παλιά είχα πάει σε μερικά. Είχα ακούσει και τη Μοσχολιού να λέει τον «Αλήτη»… Είναι η βιογραφία μου αυτό το τραγούδι, ξέρετε. Ούτε μάνα έχω ούτε πατέρα ούτε σπίτι…»
-«Σωστά. Ανάκτορο έχετε…»
-«Αναγκαστικά το έφτιαξα. Που να μείνω, στο δρόμο;»
-«Ασφαλώς….»
Η υπόγεια γκαρνταρόμπα του Ιόλα είναι ένα μεγάλο δωμάτιο με ντουλάπια σε όλους τους τοίχος, με εκατοντάδες πουκάμισα, πουλόβερ, μπλουζάκια, κοστούμια, αμέτρητα παπούτσια, γούνες καφτάνια σε όλα τα σχέδια, σε όλα τα χρώματα…
-«Κάθε άνθρωπος περνάει εποχές που τον πιάνει τρέλα για το ντύσιμο. Με το ντύσιμο δείχνεις τι έχεις μέσα σου. Εγώ πέρασα από αυτήν την εποχή. Έχω 400 κοστούμια, 3.000 πουκάμισα. Άλλαζα πέντε φορές τη μέρα… Στην Ελλάδα όμως δεν μπορώ να κάνω αυτή τη ζωή… Γίνομαι χτυπητός, γελοίος, θα με περνάγανε για παλιάτσο… Ο ίδιος ο Καραμανλής τόλμησε να με παρατηρήσει σε μια δεξίωση, γιατί τάχα το μαντίλι μου φαινόταν περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, και το έβαλε στη θέση του. Και σε μια άλλη, που τα μαλλιά μου είχαν ανακατωθεί γιατί τα ‘χε φυσήξει ο αέρας, μου είπε να χτενιστώ γρήγορα. Του μήνυσα τότε να κοιτάζει τη δουλειά του, το δικό του ντύσιμο. Λοιπόν, και να ντυθώ, που να πάω, σας παρακαλώ, εδώ πέρα;»
-«Ποιο είναι το καλό ντύσιμο κατά τη γνώμη σας;»
-«Να μην είσαι κακοντυμένος. Το 95% των Ελλήνων είναι κακοντυμένοι…»
-«Δε μου απαντήσατε.»
-«Το καλό ντύσιμο είναι θέμα καλού ράφτη.»
-«Πόσοι άνθρωποι έχουν τη δυνατότητα να πάνε σε καλούς ράφτες;»
-«Ε, τότε ας βγαίνουν γυμνοί.»
-«Ωραία τα λέτε!»
-«Τι να σας πω τώρα. Που να ξέρω πόσοι μπορούν να πάνε σε ένα καλό ράφτη. Εκείνο που ξέρω είναι ότι όταν φοράτε ένα φόρεμα της μαντάμ Γκρε ή του Μπαλεσιάνγκα, δεν μπορείτε να χαχανίζετε ή να κοιτάτε τα χέρια σας ή να μην ξέρετε να καθίσετε σε μια καρέκλα. Κάποτε ήταν αλλιώς η ζωή. Σήμερα, βλέπετε, όλες, είτε είναι τραγουδίστριες είτε κοκότες είτε κυρίες είτε υπουργίνες, είναι το ίδιο. Όλες χαμογελούν, όλες δείχνουν τα δόντια τους. Μια κυρία πρέπει να είναι προσεκτική, δεν είναι ανάγκη να είναι φανταχτερή, να ξεχωρίζει, για να είναι ωραία. Οι ωραιότερες κυρίες που γνώρισα στη ζωή μου είναι αυτές που τις ανακαλύπτατε.»
-«Πείτε μου μερικές γυναίκες που σας εντυπωσίασαν ως προσωπικότητες.»
-«Ως μαγικό πρόσωπο θα σας πω την Γκρέτα Γκάρμπο. Πολύ απλή, πολύ σιωπηλή, έβγαινε έξω από την πραγματικότητα. Η Τζάκι Ωνάση είναι μια καταπληκτική γυναίκα. Σας μιλάει και το πρόσωπό της παίρνει το χρώμα της φράσης που λέει. Η πριγκίπισσα Ρούσπολι είναι η πιο σικ γυναίκα της ανθρωπότητας. Η μαντάμ Ασλάν, τίμια γυναίκα, μ’ εντυπωσίασε. Ξέρετε, το θεωρώ μεγάλη τύχη στη ζωή μου που συνάντησα τις πιο σημαντικές γυναίκες του αιώνα μας και έγινα φίλος μαζί τους.»
-«Ποιους θα ξεχωρίζατε;»
-«Ο πιο έξυπνος άντρας που γνώρισα στη ζωή μου ήταν ο Στραβίνσκι.»
-«Θεωρείτε τον εαυτό σας ιδιοφυία;»
-«Τι είπατε παρακαλώ; Πείτε μου έναν άνθρωπο που θα απαντούσε σε αυτό, εκτός από τους πολιτικούς. Αλλά ποιος τους παίρνει στα σοβαρά αυτούς;»
-«Τους παίρνει ο κόσμος.»
-«Όχι ο κόσμος. Ο κοσμάκης.»
-«Αν κάποιος σας έλεγε ότι είστε ιδιοφυία τι θα του λέγατε;»
-«Η ιδιοφυία μου είναι ότι είμαι ευτυχέστατος άνθρωπος, και θέλω να κάνω ευτυχείς και όσους δεν είναι.»
-«Ζείτε αρκετό καιρό στην Ελλάδα, εδώ και μερικά χρόνια. Αισθάνεστε Έλληνας;»
-«Έχω βέβαια κάτι το ελληνικό μέσα μου, αλλά είμαι ξένος όσον αφορά τη νοοτροπία. Έχω τη δική μου νοοτροπία, ξέρετε -ν’ αγαπάς, να είσαι ευτυχής, να βοηθάς, να κάνεις ό, τι μπορείς για το καλύτερο- , που την έφτιαξα μόνος μου και μου επέτρεψε να κάνω εκείνο που ήθελα στη ζωή μου χωρίς να προσβάλλω κανένα.»
-«Τι θέλατε να κάνετε;»
-«Ήθελα να είμαι στα μουσεία, στις μεγάλες συλλογές, στους πολυεκατομμυριούχους, στους μεγάλους ανθρώπους.»
-«Ποια πρόσωπα της ελληνικής πνευματικής ζωής θεωρείτε σημαντικά;»
-«Τι πρόσωπα;»
-«Τον Χατζιδάκι τον γνωρίζετε;»
-«Τον Μάνο; Πώς, τον αγαπώ πολύ. Μ’ αρέσει ο Χατζιδάκις, τα τραγουδάκια του. Αγαπώ και τον Θεοδωράκη, όχι τόσο τη μουσική του, όσο αυτόν ως προσωπικότητα.»
-«Άλλους συνθέτες ξέρετε;»
-«Ξέρω κάποιον Μικρούτσικο. Έχω φάει μαζί του στου Βαρδινογιάννη το σπίτι. Δε μ’ ενδιαφέρει διόλου.»
-«Το ελληνικό θέατρο το παρακολουθείτε; Τον Κουν τον ξέρετε;»
-«Είδα δύο παραστάσεις δικές του, κι είναι από τις λίγες φορές που σηκώθηκα κι έφυγα από το θέατρο. Η μία στο Παρίσι, η «Επτά επί Θήβας», με κάτι κουστούμια φρικτά που είχε κάνει κάποιος Φωτόπουλος. Τραγωδία ελληνική χειρότερα ανεβασμένη δεν έχω ξαναδεί στη ζωή μου. Η άλλη ήταν η «Κλυταιμνήστρα» με τη Μερκούρη στην Επίδαυρο. Σηκώθηκα κι έφυγα πριν τελειώσει.»
-«Μου κάνει εντύπωση ο τρόπος που μιλάτε γι’ αυτούς τους ανθρώπους, που είναι από τις προσωπικότητες της σύγχρονης πνευματικής και καλλιτεχνικής μας ζωής…»
-«Να σας ζήσουν. Να τα χιλιάσετε αυτά τα πρόσωπα.»
-«Τελευταία σας είδα σε μία δεξίωση της Βουγιουκλάκη. Σας αρέσει η Βουγιουκλάκη;»
-«Πως δε μ’ αρέσει. Είναι χαριτωμένη.»
-«Ο τρόπος ζωής σας, το πώς ντύνεστε, οι δεξιώσεις σας, είναι κάτι που συζητιέται.»
-«Από ποιους συζητιέται;»
-«Από τον κόσμο…»
-«Γιατί οι άνθρωποι δεν έχουν ανατροφή.»
-«Εν πάση περιπτώσει, ως πριν από μερικά χρόνια ήσασταν κάτι το απρόσιτο που δεν μπορούσε εύκολα να δει κανείς. Έχει κανένας άλλος τέτοια αίγλη;»
-«Τώρα είμαι πολύ προσιτός, έγινα κομουνιστής.»
-«Είναι φανερό ότι σας αρέσει η κοσμική ζωή.»
-«Κοσμική ζωή δεν υπάρχει στη Ελλάδα ούτε κατά φαντασία, κυρία μου. Αυτή που λέτε είναι κοσμική ζωή του σούπερ μάρκετ. Η πραγματική είναι αυτή που γίνεται στο Παρίσι, στη Νέα Υόρκη, και βέβαια μ’ αρέσει, τρελαίνομαι! Υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από ένα καλό πάρτι; Είναι γεγονός! Εδώ δεν ξέρω γιατί πηγαίνω –κι αν δεν πάω το ίδιο μου κάνει.»
-«Ξέρετε, μερικοί σας χαρακτηρίζουν «σκοτεινό πρόσωπο» και διάφορα άλλα παρόμοια. Ποια είναι η ηθική σας κύριε Ιόλα;»
-«Α, η ηθική μου. Βεβαίως, θα έχω και μια ηθική, δεν μπορεί να μην έχω. Και μια ανηθικότητα επίσης.»
-«Ποια είναι η ηθική σας λοιπόν;»
-«Δεν την ξέρω γιατί δεν της δίνω πολύ μεγάλη σημασία…»
-«Η ανηθικότητά σας όμως;»
-«Επίσης δεν της δίνω μεγάλη σημασία. Την ξεχνάω ίσως.»
-«Πείτε μερικά πράγματα στα οποία πιστεύετε.»
-«Η φιλία, η καλοσύνη, μ’ αρέσουν οι άνθρωποι οι ευαίσθητοι, οι έξυπνοι, οι σικ. Προσπαθώ να μην βλέπω τα ελαττώματα των ανθρώπων, γιατί αν κάνεις κάτι τέτοιο, δηλητηριάζεσαι εσύ. Κατά βάθος μου έχει γίνει ένα Ευαγγέλιο αυτό.»
-«Επομένως, να μην σας ρωτήσω για τα ελαττώματά σας…»
-«Τα ελαττώματά μου προτιμώ να τα βλέπω σαν προτερήματα.»
-«Μπορούμε να πούμε ότι ήσασταν τυχερός στη ζωή σας; Πιστεύετε στην τύχη;»
-«Αν υπάρχει αυτή η λέξη, είμαι ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου.»
-«Σας αρέσει κατά βάθος να σας συζητάνε;»
-«Όχι δε με ενδιαφέρει καθόλου.»
-«Νομίζω ότι σας αρέσει να πειράζετε λίγο και να προκαλείτε.»
-«Ίσως να λέω πράγματα ιδιότροπα για να διασκεδάζω…»
-«Για να ξαφνιάζετε;»
-«Όχι. Αυτό το κάνουν οι θεατρίνοι.»
-«Έχετε κάτι το θεατρικό πάνω σας.»
-«Πολύς καλής ποιότητας όμως. Το θέατρο είναι αριστούργημα. Θα ήθελα να ήμουν ένας μεγάλος ηθοποιός, αλλά δεν έχω φωνή.»
-«Αν σας λέγανε ότι ο χρόνος μπορεί να γυρίσει πίσω, τι θα αλλάζατε στη ζωή σας;»
-«Να αλλάξω; Η Ελλάδα έχει ανάγκη από αλλαγή, εγώ δεν έχω ανάγκη από τίποτα.»
Έξω από την αυλή περνάνε με φόρα τα αυτοκίνητα. Το πάρκο είναι δροσερό μέσα στο καλοκαίρι και τα αγάλματα μακρινά, σιωπηλά, καθώς με συνοδεύει ως την καγκελόπορτα. Είναι ανοιχτή τις περισσότερες ώρες τις ημέρας, αφήνει να περνούν γνωστοί και άγνωστοι, περίεργοι και φίλοι, καλλιτέχνες και αδέσποτα, άρρωστα σκυλιά, που ο Ιόλας τα περιμαζεύει, τα ταΐζει και προσπαθεί να τα γιατρέψει.»
Αύριο η ΣΥΝΕΧΕΙΑ...

Nikos Stathoulis τις 8/11/2013