Τρίτη 31 Δεκεμβρίου 2013

ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ (1991) Οδυσσέας Ελύτης



ΤΑ ΕΛΕΓΕΙΑ ΤΗΣ ΟΞΩΠΕΤΡΑΣ

(1991)



ΑΚΙΝΔΥΝΟΥ, ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΟΥ, ΑΝΕΜΠΟΔΙΣΤΟΥ

Τώρα, στη βάρκα οπού κι αν μπεις αδεία θα φτάσει

Εγώ αποβλέπω· σ' έναν μακρύ θαλασσινό Κεραμεικό

Με Κόρες πέτρινες και πού κρατούν λουλούδια. Θα 'ναι νύχτα και

Αύγουστος
Τότε πού αλλάζουν των αστερισμών οι βάρδιες. Και τα βουνά

ελαφρά
Γιομάτα σκοτεινόν αέρα στέκουν λίγο πιο πάνω άπ' τη γραμμή του

ορίζοντα

Όσμές εδώ ή εκεί καμένου χόρτου. Και μια λύπη άγνωστης γενεάς
Πού από ψηλά

κάνει ρυάκι πάνω στην αποκοιμισμένη θάλασσα

Λάμπει μέσα μου κείνο πού αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει

"Αχ ομορφιά κι αν δεν μου παραδόθηκες ολόκληρη ποτέ

Κάτι κατάφερα να σου ύποκλέψω. Λέω: κείνο το πράσινο κόρης

οφθαλμού πού πρωτο-
Είσέρχεται στον ερωτά και τ'άλλο το χρυσό, πού δπου κι αν το

τοποθετείς ίουλίζει.
Τραβάτε τα κουπιά οί στα σκληρά εθισμένοι. Να με πάτε κεϊ πού

οι άλλοι παν

Δε γίνεται. Δεν έγεννήθηκα ν'ανήκω πουθενά
Τιμαριώτης τ'ούρανοϋ κει πάλι ζητώ ν'αποκατασταθώ
Στά δίκαια μου. Το λέει κι ό αέρας
^Από μικρό το θαύμα είναι λουλούδι και άμα μεγαλώσει θάνατος



Αχ ομορφιά συ θα με παραδώσεις καθώς ό Ιούδας
Θα 'ναι νύχτα και Αύγουστος. Πελώριες άρπες που και πού

θ' ακούγονται και

Με το λίγο της ψυχής μου κυανό ή Όξω Πέτρα μέσ'άπό τη μαυρίλα
Θ'αρχίσει ν'αναδύεται. Μικρές θεές, προαιώνια νέες

Φρύγισσες ή Λυδές με στεφάνι άσημ'ι και με πρασινωπά πτερύγια

γύρω μου άδοντας θα συναχτούν

Τότε πού κα'ι του καθενός τα βάσανα θα εξαργυρώνονται
Χρώματα βότσαλου πικρού: τόσα
Με περόνες πόνου όλες σου ο! αγάπες: τόσα
Του βράχου ή τύρφη και του άφραχτου ύ'πνου σου ή φρικαλέα

ραγισματιά: δυο φορές τόσα



"Ωσπου κάποτε, ό βυθός μ' δλο του το πλαγκτόν κατάφωτο
Θ'αναστραφεί πάνω από το κεφάλι μου. Κι αλλά ως τότε

άνεκμυστήρευτα

Σάν μέσ'άπό τη σάρκα μου ιδωμένα θα φανερωθούν
Ιχθείς του αιθέρος, αίγες με το λιγνό κορμί κατακυμάτων

κωδωνοκρουσίες του Μυροβλήτη

Ενώ μακριά στο βάθος θα γυρίζει ακόμα ή γη με μια βάρκα μαύρη
κι άδεια χαμένη στα πελάγη της.



ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ

"Ιδιος ό βράχος κι δλο ευσέβεια
Περιπατούν τα κύματα στα σκοτεινά. ΟΙ άσφόδελοι
Και οί νάρκισσοι κι εκείνοι αποκυήματα
Της φαντασίας των νεκρών παν κατά νέφη και ύπνους

Προχωρώ από ένστικτο μην ξέροντας ποια μέρα

Μυρίζει ευγένεια ξύλου παλαιού
Ή ζώου ταπεινωμένου. Και βέβαια
Κάπου εδώ πρέπει να υπήρξα· τόσο γρήγορα
Πού ξημερώνει και σας ξαναβρίσκω

Βάσανα μου ίερά χορταριασμένα σπίτια κεραμιδιά μέσα στα
λεμονόδεντρα

Τόξα, καμάρες οπού έστάθηκα κι ανοιχτές βρύσες
Που ν'άγγιξε άγγελος; Τί να 'μεινε; Ποιος τώρα;

Μισοσβησμένος φτάνω από της πολιτείας τα μέρη
"Οπως από της εκκλησιάς την πυρκαγιά το εικόνισμα
Κόκκινα της φωτιάς και μαϋρα του δαιμόνου
Πού μες στη δρόσο του πρωιοϋ

σιγά σιγά διαλύονται



Ξέφτιος κι δλο χαρακιές, με τη λέξη ακόμη σ'άγαπώ ευδιάκριτη

επάνω του

Ό τοίχος! Και της κλίμακας ή κουπαστή κι εκείνη
"Αβαφη κι από τις πολλές απαλές πού πέρασαν παλάμες λεία!
Φορτωμένος γηρατειά και νεότητες πάλι ανεβαίνω
Ξέροντας πού το παλιό σανίδωμα θα τρίξει, πότε
Θα με κοιτάξει από το κάδρο της ή θεία Μελισσινή
Και αν αύριο θα βρέξει

"Ισως κάτι πού μου ανήκει ανέκαθεν να διεκδικώ
Μπορεί και απλώς μια θέση μες στα Ερχόμενα
Πού είναι το Ί'διο· ένδυμα καμωμένο από φωτιά ψυχρή
Πράσινα του χαλκού και βυσσινιά βαθιά της Παναγίας

Στέκω με το δεξί μου χέρι στην καρδιά

Πίσω μου δύο ή τρία κηροπήγια

Το μικρό τετράγωνο παράθυρο πάνω στην καταιγίδα

Τα Πέραν και τα Μέλλοντα.



«ΕΡΩΣ ΚΑΙ ΨΥΧΗ»

"Αγρια μαύρη θάλασσα χτυπιέται πάνω μου
Ή ζωή των άλλων.Ότιδήποτε μέσα στη νύχτα ισχυρίζεσαι
Ό Θεός το μεταβάλλει. Ελαφρά πάνε τα σπίτια
Μερικά φτάνουν κι ως την προκυμαία μ'αναμμένα φώτα
Ή ψυχή πηγαίνει (λένε) των άποθαμένων

"Α τί να 'σαι πού σε λεν «ψυχή» αλλά πού μήτε αέρας
Έσωσε ύλη να σου δώσει μήτε χνούδι ποτέ
Στό πέρασμα να σου αποσπάσει
Τί βάλσαμο ή τί δηλητήριο χύνεις έτσι πού

Σέ καιρούς παλιούς ή ευγενική Διοτίμα
Νοερά τραγουδώντας έφτασε να μεταβάλει
Το νου του ανθρώπου και τον ρου στης Σουαβίας τα ϋδατα*
"Ωστε κείνοι πού αγαπιούνται να 'ναι κι εδώ κι εκεί

Των δύο αστέρων και του ενός μονάχα πεπρωμένου

Ανύποπτη μοιάζει να είναι αν και δεν είναι
Ή γη. Χορτάτη από διαμάντια και άνθρακες
"Ομως ξέρει να ομιλεί κι από κει πού ή αλήθεια έκβάλλει
Με κρουστά ύποχθόνια ή πηγές μεγάλης καθαρότητας
"Ερχεται να σ'τό επιβεβαιώσει. Ποιο; Τί;

Το μόνο πού ισχυρίζεσαι κι ό θεός δεν μεταβάλλει

Κείνο το κάτι ανεξακρίβωτο πού υπάρχει

Παρ' δλα αυτά μέσα στο Μάταιο και στο Τίποτα.

* Επειδή από τέκνο του Διός εκείνος
Μες στης "Αρποιας τις άρπαγες πά).ευε
Κι ευλαβέστατα υπογραφόταν: 5ί'ακ1αιΐ£ΐ1ί.



ΕΛΕΓΕΙΟ ΤΟΥ ΟΚΪΙΝΙΝΟΕΝ

Μνήμη Ρή



Δάση της Ρηνανίας πριν καιρό πολύ σταματημένα μέσα μου

Και ξανά τώρα σαν από κέρας κυνηγετικό ερχόμενα

Οίκόσημα και δέντρα γενεαλογικά πού δωδεκαετής άθελα μου
ανακάλυπτα

Εκ \ν3Γ άετ εκίε είηζίβε τγ&ιιιή

δδίαίιεη μου σένα εννοώ

Σάν να σε βλέπω ακόμη να περιδιαβάζεις κάτω άπ'τίς δεντροστοιχίες
"Η και καμιά φορά στο φως με προσοχή να υψώνεις

Θραύσμα γαλαζωπό από πέτρωμα πού φαίνονται οί ραβδώσεις του

οπόταν
"Ολες ίριδωμένες οί ώρες του έτους αρχινούν με βόμβο

Να στροβιλίζονται γύρω άπ'τό κεφάλι σου (Τα μάτια μου
'Λσταμάτητα προσηλωμένα στο φκιτεινό σημείο του κέντρου)
"Ετσι πού πάλι σήμερα να γίνεται και να 'ναι

Δεκαεννιά Μαρτίου του χίλια επτακόσια ενενήντα επτά



Τόλμημα πρώτο αυτό. Και δεύτερο: να σ' άποκαθηλώσω από τους
αριθμούς της νύχτας



9: έφιππος φτάνει εκείνος πού θα κοιμήσει τον άγγελο στο

στήθος σου
10: με χωνάκια λιλά μυριάδες το αναρριχητικό κατακαλύπτει

πόρτες και παράθυρα

11: βαρύς, πεσμένος ό ουρανός πιο κάτω κι άπ' τις καπνοδόχους
12: γέρνει από το 'να μέρος το κρεβάτι σου
13: κάνει κύμα τρίτο ή ειμαρμένη

14: και χωρίς εσένα, ύποχθόνια ή άνοιξη προωθεί τα καρποφόρα της
15: πώς κυνηγιούνται τα νερά κάτω από τα χορτάρια!
16: ακου, άκου ομορφιά! Δες, δες ακόμα κάτι!

17: μέσ' από της ψυχής σου τη σχισιματιά ωραιότερος δείχνει τώρα

ό τάφος
18: δπου να 'ναι φτάνει ό πιο μαύρος δυνατός αέρας των μαλλιών

της "Ισιδας
19: τόσο μεγάλος ό ουρανός και τόσο ή γης μικρή για δύο ανθρώπους

μόνον



Μικρά χρυσά πετούμενα μωράκια της αναπνοής σου ακόμη
Πάνε κι έρχονται πάνω στην πέτρα και τις νύχτες παίζουνε φεγγάρι
Άλλ' εκείνος πού σαν γλύπτης ήχων μουσική από μακρινούς

αστερισμούς συνθέτει

Νύχτα-μέρα εργάζεται. Και τί ντο φαιά τί σολ ιώδη ανεβαίνουν
Στόν αέρα. Πού κι οί βράχοι πιο ιερείς τέτοιο κλάμα το εύλαβοΰνται
Και τα δέντρα πιο πουλιά συλλαβές ομορφιάς ανερμήνευτης
Όμολογοϋνε/Ότι ό ερωτάς δεν είναι αυτό πού ξέρουμε μήτε αυτό

πού οί μάγοι διατείνονται
Άλλα ζωή δεύτερη άτραυμάτιστη στον αιώνα



Έαρ έλα. Συνένοχος αφού είσαι. Κοίτα:

Τί βαθύ πράσινο τώρα τους ώμους της καλύπτει

Καί πώς εκείνος την κοιτάζει! Πώς, υστέρα πού έπάλεψε να βγει

Μέσ' από τους ανθώνες ένα θάμβος μώβ τους άναρπάζει λίγο
ψηλότερα άπ'τό έδαφος

Καταμεσής Μαΐου αυτά θελήσανε οί θεοί

Κι άλλα πού αγνοώ. Άλλ'αν ατυχής υπήρξε ή φορά των πραγμάτων
Έκτοτε, μέγιστον ήταν το μάθημα. Επειδή
Αφότου δωδεκαετής μόλις σας έγνώρισα για μένα γίνατε

Δάση της Ρηνανίας ποταμοί των κοιλάδων άμαξες ιππείς αυλές
με κρήνες κι αετώματα



Ή καθημερινή πρώτη σελίδα του μετα-θανάτου.



ΣΟΛΩΜΟΥ ΣΥΝΤΡΙΒΗ ΚΑΙ ΔΕΟΣ

Μισόβγαινε άπ'τόν ύπνο ή πολιτεία. Των καμπαναριών αιχμές

Κοντοί σημαιών και κάτι πρώτα πρώτα τριανταφυλλιά

Στοϋ μικρού παραθύρου σου —πού ακόμη φώταγε— το μαρμαράκι

Ά κει μονάχα να 'ταν

"Ενα κλωνάρι με δαφνόκουκα να σου άφηνα για καλημέρα
Πού τέτοιας νύχτας την αγρύπνια πέρασες. Καί τη γνωρίζω
Πάνω σ'άσπρα χαρτιά πιο δύσβατα κι άπ'τοϋ Μεσολογγίου
τις πλάκες



Ναί. Γιατί σ' είχε ανάγκη κάποτε τα χείλη σου χρύσωσε ό Θεός



Και τί μυστήριο να μιλάς κι οί φούχτες σου ν' ανοίγονται
Πού κι ή πέτρα να ποθεί ναού νέου να 'ναι το αγκωνάρι
Καί το κοράλλι θάμνους λείους να βγάνει για ν'απομιμηθεί
το στέρνο σου



"Ομορφο πρόσωπο! Καμένο στης λαλιάς πού πρωτάκουσες
την αντηλιά και ανεξήγητα τώρα

Γινωμένο μέσα μου δεύτερη ψυχή. Τη στιγμή πού ή πρώτη

Σέ μια γη μπλε της βιολέτας μ'άγριες χαίτες τρικυμίας
Όστρακα κι άλλα του ήλιου ευρήματα να γυαλίζει καταγίνονταν
Ωσάν τα εκμαγεία του νου σου να μην είχαν κιόλας

Φύση βγάνει περασμένη άπ'δλες του θυμού των θεών τις άστραψιές
Ή για λίγο να μην είχε από δική σου χάρη μέσα μου

Μισάνοιχτο μείνει το Άκοίταχτο!

Άλλ'ό λέων περνάει σαν ήλιος. Οί άνθρωποι μόνο ιππεύουν

Κι άλλοι πεζοί πάνε· ώσπου μέσα στις νύχτες χάνονται. Παρόμοια



Κείνα πού σκυφτός επάνω στο γραφείο μου ζητούσα να διασώσω

άλλ'
Αδύνατον. Πώς αλλιώς. Πού και μόνο ή σκέψη σου γινομένη από

καιρό ουρανός

Και μόνο ή σκέψη σου μου 'καψε δλα τα χειρόγραφα
Και μια χαρά πού ή δεύτερη ψυχή μου

Πήρε σκοτώνοντας την πρώτη κίνησε με τα κύματα να φεύγει
Ό άγνωστος πού υπήρξα πάλι ό άγνωστος να γίνω
Φοβερά μαλώνοντας οι άνεμοι

Ενώ του ήλιου ή λόγχη πάνω στο σφουγγαρισμένο πάτωμα οπού
Σφάδαζα

μ'αποτελείωνε.



ΕΑ ΡΑΕΕΙΟΑ ΜΟΚΤΕ

"Αοσμος κι όμως πιάνεται

"Οπως άνθος από τα ρουθούνια

Ό θάνατος. Μεσολαβούνε κτίρια σιωπηλά, τετράγωνα

Με απέραντους διαδρόμους άλλ' επίμονα

Ή οσμή περνά πτυχές από λευκά σεντόνια ή βυσσινιά

Παραπετάσματα σ' δλο του δωματίου το μάκρος

Κάποτε μία ξαφνική αντανάκλαση φωτός
"Υστερα πάλι μόνον οι τροχοί από τ' άμαξίδια

Κι ή παλιά λιθογραφία με την εικόνα

Του Ευαγγελισμού όπως φαίνεται μέσ'άπ'τόν καθρέφτη



Όπόταν, με το χέρι απλωμένο Εκείνος
Πού δπως άγγέλλει σιωπά, όπως μοιράζει παίρνει
Χλωμός και με υφός ένοχο (σαν να μην ήθελε άλλα πρέπει)
Πιάνει και σβήνει ένα ένα τα ερυθρά
Αιμοσφαίρια μέσα μου."Ιδια ό νεωκόρος τα κεριά την ώρα
Πού έχοντας πάρει τέλος οι δεήσεις όλες
Υπέρ ευκρασίας αέρος και του σύμπαντος κόσμου ή
Προπαντός, υπέρ ων έκαστος κατά διάνοιαν έχει
Το εκκλησίασμα διαλύεται



Ώ και αν έχω! 'Αλλά πώς με τι

Γίνεται τρόπο να φανερωθεί το «μη λεγόμενον»
Πού ενώ με τις ίριδες και με τ'άνεμοκλείτια εύλαλοϋν οί Μάιοι
Και με χλόες πάν κατεβατές έως τη θάλασσα
Τη στιγμή πού κι εκείνη ψιθυριστά κάτι άπ'τ'αρχαία της μυστικά
Όλοένα εκμυστηρεύεται, άφωνος μένει ό άνθρωπος

Ή ψυχή μόνον. Αυτή

Σάν μητέρα νεοσσών δπου κίνδυνος κάνει φτερούγα
Και από τις καταιγίδες μέσα λίγα ψίχουλα
Γαλήνης υπομονετικά συνάζει· ώστε αύριο, μεθαύριο
Κείνα πού κατά διάνοιαν έχεις με καινούριο στιλπνό πτίλωμα
Στούς αιθέρες ν'ανοιχτούν κι ας άνοιγοκλειοΰν οί θύρες άδικα
Στά ουράνια κατοικητήρια



Ξέρει ό "Αγγελος. Και δειλά το δάχτυλο αποσύρει

Πού ξανά κυανό το χρυσό γίνεται και μια ευωδιά

Σμύρνας καιούμενης ανεβαίνει ως τον ρόδινο θόλο

Μονομιάς ανάβουν τα κεριά σ'δλα τα μανουάλια
"Υστερα δλοι ακολουθούν. Πατημασιές επάνω στα βρεμένα φύλλα
Επειδή και οί άνθρωποι αγαπούν τους τάφους και με ευλάβεια

σωρεύουν όμορφα λουλούδια εκεί
"Ομως άπ'αυτούς, ό θάνατος, κανένας δεν γνωρίζει τίποτε να πει

Μόνον ό ποιητής. Ό Ιησούς του ήλιου. Ό μετά κάθε Σάββατο
ανατέλλοντας

Αυτός. Ό Είναι, ό ΤΗταν και ό Ερχόμενος.





ΠΕΡΑΣΜΕΝΑ ΜΕΣΑΝΥΧΤΑ



Περασμένα μεσάνυχτα σ'δλη μου τη ζωή



Σάν σε χαμηλωμένο Γαλαξία το κεφάλι μου βαρύ

Κοιμούνται οί άνθρωποι με τ'ασημένιο πρόσωπο· άγιοι

Πού άδειασαν από τα πάθη κι ολοένα τους φυσάει ό αέρας μακριά

Στόν κάβο του Μεγάλου Κύκνου. Ποιος ευτύχησε, ποιος δχι

Και υστέρα;

"Ισα τερματίζουμε δλοι στερνά μένουν
"Ενα σάλιο πικρό και στο αξύριστο σου πρόσωπο
Χαραγμένα ψηφία ελληνικά πού το ένα στο άλλο ν'αρμοστούν

αγωνίζονται ώστε
Ή λέξη της ζωής σου ή μία εάν...



Περασμένα μεσάνυχτα σ'δλη μου τη ζωή



Περνάν τα οχήματα της Πυροσβεστικής, για ποιάν από

τις πυρκαγιές
Κανείς δεν ξέρει. Σ' ένα δωμάτιο τέσσερα επί πέντε ντουμάνιασε

ό καπνός. Προεξέχουν μόνον

Ή κόλλα το χαρτί και ή γραφομηχανή μου. Πλήκτρα
Χτυπά ό Θεός και αμέτρητα είναι τα βάσανα έως το ταβάνι
Κοντά να ξημερώσει

μια στιγμή φανερώνονται οί άχτές με κάθετα
Πάνω τους τα βουνά σκούρα και μώβ. Αλήθεια θα 'ναι φαίνεται δτι
Ζω για τότε πού Οέν θα υπάρχω



Περασμένα μεσάνυχτα σ'δλη μου τη ζωή



Κοιμούνται οί άνθρωποι στο 'να τους πλευρό, τ'άλλο τους
Ανοιχτό να βλέπεις πού ανεβαίνει κύματα
Κύματα ή ζωή και να 'ναι τεντωμένο το χέρι σου
Σάν του νεκρού τη στιγμή που του παίρνεται ή πρώτη αλήθεια.





ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΠΟΥ ΠΑΝΤΑ ΒΡΕΧΕΙ



Τι, παλαιότερο άπ'το χρόνο σαν χρυσού κοίτασμα
Μες στην ίλύ του νου σου πιθανόν έλαμψε ώστε
"Ασταλτα κι άπιαστα ορατά γίνονται τώρα
Και χωρίς έτος να έχουν χρώματα ή οσμές

Ή ζωή σου λες αρχίζει, να:
Σάββατο Κυριακή Δευτέρα Τρίτη



Μα γαλάζιο το πιο συγκινητικό, Τετάρτη Πέμπτη
Φτάνει ό ήχος άπ' τα ζώα πού πίνουν προχωρεμένα μέσα

στο χρυσάφι

Κει βάλλει Μυκηναίος Θεός

Μια πυρκαγιά ομορφιάς λευκής υστέρα πού οί "Ηρωες έφυγαν
Και οί φθόγγοι άτεγκτοι φθάνουν
Σάββατο Κυριακή Δευτέρα Τρίτη



Χλωρής της ουράνιας Μέδουσα και Γη

Σάν άτρακτος από άνθη μες στα κύματα

Των μουσικών φωνών ή αγάπη τρέμει

Το ένα ή δύο πού χάνονται κι άπρακτος μένει ό αέρας

Πριν σε κάμινο ϋσγινη ακουσθεί

Σάββατο Κυριακή Δευτέρα Τρίτη



Πλην οί χρησμοί. Τετάρτη Πέμπτη, δρουν με ασήμι της Μαρίας
και όστρακα

Τις νύχτες πού έχουν το ελεύθερο οί αισθήσεις
"Ιδιες νόμοι του σύμπαντος πιστεύεις είναι

Δω ή εκεί το μεγάλο κεφάλι του Ιερέα και υστέρα
Ή καμπάνα της σελήνης πάνω άπ' τα κιγκλιδώματα
"Ομικρον άλφα κι εψιλον άπ'τα Παντοτεινά.





ΑΣΗΜΟΝ



"Εντεκα του Αυγούστου απόκρημνες κι άνθρωπος κανείς
Μήτε και σπίτι. Μόνο βοές, βοές και μία
Θάλασσα πεινασμένη πού ορμάει να φάει μαράζι άπ'τα παλιά

ορυχεία σου
Κείνα των κίτρινων καιρών με τον μεγάλο μαύρο σκύλο

Γάβ ή αγάπη· γάβ ή άπάρνηση· γάβ ή Μαρία και ή
Προσκύνησις των Μάγων γάβ δλα σου τα υπάρχοντα
Γεννηθείς; Εν; "Ετος; Θρήσκευμα; Κενό.

Ενώ

Κάτω από τα σαν παλαιά παλίμψηστα
Κάθετα τείχη οπού δυό-τρεΐς ακόμη θυρεοί διακρίνονται
Περνάν οι Ούγοι με τις Άουγκουστίνες τους και με τα
κυνηγετικά τους

κουδουνάκια ή άλλα χωρικών παιχνίδια
Στόν πλαγίαυλο. Και στρατός πολύς υστέρα, μαύρος
Σειρήνες. Το νοσοκομειακό. Και δεξιά στο βάθος ένα
Μέγα πετρελαιοφόρο με δάσος γερανούς
Πού πλέει κατά τα δυτικά και απομακρύνεται



Κάπως έτσι κι εμείς. Κι άλλοι επιστρέφουν. Άλλ'
Οίπ' ενός το άηχο σώμα με τ'αγγίγματα δσα
Γνώρισε να συνωθούνται μέσα του δεν φανερώνεται
Μονομιάς να πέσει

όπως πέφτει το κακό

ή αλήθεια



"Ομως φαίνεται δτι σαν αποσπασμένες
Από κοίλα παλαιών νεκρών ακόμη και όταν

Φως φέρνουν, σκοτεινές είναι οι θεότητες

Και ποτέ κανενός (δπως των ερωτευμένων κάποτε πού εγγίζονται
τα ματοτσίνορα

Μια στιγμή τους έφάνηκε είδανε την ύφανση του πεπρωμένου)

Δεν έδόθηκε κάτι να διακρίνει
Όμορφο κι δλο ερείπια δπως ό πρώτος ερωτάς



"Α τι να πεις πού κι έναν μόνον

Αναστεναγμό ν'ανοίξεις θα σε ρίξει χάμου ό άνεμος



Γάβ ή αγάπη· γάβ ό Ιούδας με το φυγαδευμένο βλέμμα του

Γάβ του κόσμου όλου οι αποστάσεις και οι μακρύτατοι καιροί
Δεν ακούγεται πια τίποτε. Κείνο πού 'θελε ό Θεός
Ή ψυχή μου, ή προς στιγμήν αιώνια, το 'νιωσε
Και ξανά βρήκε το νόημα της ύλακής του ό σκύλος



Να τες τώρα πού σιγά σιγά

Επιστρέφουν οί στεριές. Υπόσταση λαβαίνουν οι άνθρωποι

Στήν παλιά του θέση ξαναρχινάει ν'αναβοσβήνει ό φάρος

Και το σπίτι το κόκκινο άργοπορεμένο

Στ'ανοιχτά του κάβου στέκει άρόδο μ'αναμμένα φώτα

Μασουλάνε χόρτο σκοτεινό τα περιβόλια

Και θολή θωρείς μες στους αιθέρες να

Κατεβαίνει μ' ένα δίσκο φρέζιες τρέμουσες

Ή γυναίκα πού τη λεν Γαλήνη.





Η ΧΑΜΕΝΗ ΚΟΜΜΑΓΗΝΗ



Αλλάζοντας πλευρό μέσα στον ύπνο μου ήχησαν
"Αξαφνα μου έφάνηκε, παράφωνες

Καιρών άλλων σάλπιγγες δπως μέσα στα έργα

Κάποτε του κινηματογράφου πού καλπάζοντας
Ακολουθούν ιππείς άλλοι με δόρατα

Κι άλλοι κραδαίνοντας τριγωνικά σημαιάκια



Μες στις ακαθαρσίες

Του καλοκαιριού τη λάβρα και τις καβαλίνες
"Αγγελοι προ Χριστού

άπιθώνανε πουλιά στοές και φοινικόδεντρα
Πάνω στην άμμο· ξέροντας πώς αυτά δλα ένα όνειρο είναι
Πού θα το δω μια μέρα κουρασμένος και σε άκρα απόγνωση



"Ομως δεν είναι πάντα σε όνειρο πού όλοι μας γυρεύουμε
Από μια σ' άλλη γενεά κείνο το ήλεκτρο

Πού έκανε των ανθρώπων πράους τους δεσμούς

Την άγνωστη φαιά ουσία πού ήξερε

Νόμους διαφανείς να διατυπώνει· ώστε ό ένας του άλλου

Τις κοιλάδες τις μέσα του, εϊτε με νέφη

Καλυμμένες εϊτε σε ήλιο εκτεθειμένες, ασκεπής ν'ατενίζει



Ναί, κανείς δεν ξέρει. Μια υπόθεση δλα καί συγνώμην

Άλλα χρόνους πολλούς μετά πού οί άνθρωποι συνοίκησαν

Είμαστε ακόμη στα δεσμά. Λοξές περνάν οί αχτίδες

Από τα ματόκλαδα κι ίριδα πάνω στ' αρμυρό

Το δάκρυ βγάνουν. Από κει το φως των Μάγων

Κι ή πορεία για κει οπού ή Προσκύνησις άλλο νόημα

Ν' αποκτήσει γίνεται



"Αλλοι ας ψάχνουνε για λείψανα κι ας δοκιμάζουνε
Φτυαριές μέσα στης Ιστορίας τα χώματα. Ή πραγματικότητα

Ωφελεί εάν έπεται. "Ομως το πριν, το είδωλο, μόνον αυτό
Σημαίνεν πού ό χρόνος πάνω του δεν πιάνει



"Α γυναίκες γλιστερές όπως το ψάρι και ασημένιες εάν
Σάς αγαπάν."Εφηβοι με τα ξανθωπά μπουκλάκια πού
Δικαιωματικά τον άλλον χαροποιείτε. Δωμάτια σκιερά
Στή θέση οπού υπήρχανε παρθένα δάση

Πέτρες και άλλα υλικά

Ή ψυχή γίνεται, ωσάν άλλος Ευπαλίνος, μιαν
Επικράτεια μικρή πέραν του πόνου να εδραιώσει
Μικρή δσο κι ή παλαιά Κομμαγηνή. Χαμένη δσο κι εκείνη
Καί απλησίαστη



Προηγούνται οί Μονήρεις καί μαζί τους, πίσω τους
Αιώνες τώρα για το Μη Εφικτό εξορμούν έθνη φυλές
Μ'αντανάκλαση μετάλλου στο τυραγνισμένο μέτωπο
Πού ό ήλιος την τρισμεγεθύνει.Ασταμάτητα τρέχουν
Τρέχουν καί κατευθείαν στο θάνατο εισβάλλουν

Οί ανυπεράσπιστοι

Ξέροντας δτι θα χαθούν αλλά δτι κάπου —



Τότε ακούστηκαν ιππείς."Υστερα σάλπιγγες

Κι όλες μαζί σε μέγα βάθος ήχησαν ήησαν σαν ααν αν αν.





ΤΑ ΕΙΣΟΔΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΘΑΝΑΤΙΣΜΕΝΟΥ

(ΕΝΥΠΝΙΟΝ)



Όλοένα πιο σιμά ολοένα πιο ψηλά
Όλοένα οί άχτές απομακρύνονται
Βουνά μεγάλα με βουνά μικρά στην αγκαλιά τους
Καί μια παλάμη λιβαδάκι μια παλάμη θάλασσα



Στερνές πουλιών περιπολίες ελέγχουν τα περάσματα
Φωτεινά φραγκοστάφυλα καί σκοτεινές φυκιότρυπες
"Οπου μόλις άγγιχτος περνώ

αποβάλλοντας έρματα ένα ένα



Κι είναι τόσο ή μουσική αθέατη

Κατασταλαγμένη ευδαιμονία μέσα μου ώστε

Μήτε λύπη καν εϊτε χαρά να δοκιμάζω δεν υπάρχει άλλ'

Ευλογημένος από τα φιλιά πού ακόμη επάνω μου έμειναν

Κι ελαφρύς πιότερο ανεβαίνω

Περιχυμένος κυανό χρυσάφι από τον ρτά Αη^οΐίοο



Κι όπως μέσα στα σκοτεινά του αμίλητου νερού
Περνάει μορφή να τη συλλάβουν μόνον
Οί παρθένες πού μέλλει ν'αγαπήσουν
"Ετσι από μια σ'άλλην εικόνα γης μεταμορφωμένης
Να φανεί γίνεται

Βαθιά μέσα στο πράσινο του αιθέρος
Πώς από το πολύ της πίκρας έσωσε να βγάλω ένα χαμόγελο

Κι άπ'τόν ΐαγουάρο του ήλιου ένα πουλάκι
Πού σαν διάκος άγνωστων θαλασσινών τόπων
Λατρείας νυχτόημερα να κελαηδεί



Όλοένα πιο σιμά ολοένα πιο ψηλά

Πέρ'άπ'τά πάθη πέρ'άπ'τά λάθη των ανθρώπων

Λίγο ακόμη λίγο ακόμη

Μ'όλους τους ήχους των ερώτων έτοιμους ν'ανακρουστούν

Το ουράνιο αρχιπέλαγος:



Να ή Κιμμώνη! Να το Λιγινό!

Το Τριαινάκι! Ό Άντύπνος! Ό Άλογάρης!

Ή Εύβλωπούσα! Ή Μάισσα!

Θάμβος! Πού ακούω μώβ και γίνονται δλα

Ρόδινα με κατάσαρκα του αιθέρος το ύφασμα

Θροώντας

κλαίω' πού ξανά μου δίνεται

Να πατήσω χώμα υπέροχο καστανό τριγυρισμένο θάλασσα
"Οπως των ελαιώνων της μητέρας μου καθώς
Το βράδυ πέφτει και μια μυρωδιά
Χόρτου πού καίγεται ανεβαίνει αλλά
Φεύγουν κρώζοντας με λίγη
Στό ράμφος τους στρειδόφλουντζα οί άγριοι γλάροι



Στήν κορυφή του λόφου ό "Αγιος Συμεών
Λίγο πιο πάνω οί βάρκες των νεφών

Και ακόμη πιο ψηλά ό Αρχάγγελος με το βαθύ του βλέμμα δλο
συχώρεση.





ΙΟΥΛΙΟΥ ΛΟΓΟΣ



Μετρημένο τόπο έχουν οί άνθρωποι

Και στα πουλιά δοσμένος είναι ό ίδιος άλλ'

Απέραντος!

Απέραντος ό κήπος δπου μόλις άπο-

Χωρισμένος άπ'τόν (πριν και πάλι μεταμφιεσμένος μου αγγιχτεί)
Θάνατο, έπαιζα και μου έφταναν εύκολα δλα έως την άπαλάμη



Ό ιππόκαμπος κείνος! Και της φυσαλίδας τσιούπ το σπάσιμο!
Του βατόμουρου το βαποράκι μες στα βαθιά των φυλλωμάτων
Ρεύματα! Κι ό πρωραίος ιστός δλο σημαίες!



Τί τώρα μου ήρθαν. Άλλα σαν χθες υπήρξα

Κι υστέρα ή μακριά μακριά ζωή των αγνώστων ή άγνωστη

Έστω. Και μόνο να τα λες ώραϊα ξοδεύεσαι1 δπως του νεροΰ ή ροή
Πού ψυχή την ψυχή δένει τις αποστάσεις
Κι από 'να σ' άλλον Γαλαξία βρίσκεσαι να σχοινοβατείς

Ενώ κάτω άπ'τά πόδια σου βοούν τα βάραθρα. Κι ή φτάνεις ή δχι



"Αχ αχνά σχεδιασμένες πάνω στα σεντόνια μου πρώτες ορμές.

Θήλεις άγγελοι

Πού από ψηλά μου ένεύατε άφοβα να προχωρώ μες στα δλα
Μιας πού κι από το παράθυρο να πέσω, ή θάλασσα
Πάλι θα μου κάνει το άλογο

Το πελώριο καρπούζι δπου κάποτε ανίδεος έκατοίκησα
Κι οί μικρές εκείνες παρακόρες, το μαλλί τους λυτό πού
Με τη νοημοσύνη ανέμου γνώριζε να ξετυλίγεται πάνω από

τις καμινάδες!

Τέτοια του κίτρινου στα μπλε αρμοσιά πού αλήθεια να σαστίζεις
Και γραφές πουλιών πού ό άνεμος τις μπάζει άπ'τό παράθυρο
Την ώρα πού κοιμάσαι και παρακολουθείς τα μέλλοντα

Ξέρει ό ήλιος. Κατεβαίνει μέσα σου να δει. Επειδή τ'απέξω
Είναι καθρέφτης. Μες στο σώμα ή φύση κατοικεί κι από κει

εκδικείται

"Οπως σε μιαν αγριότητα ιερή σαν του Λέοντα ή του Αναχωρητή
Το δικό σου λουλούδι φυτρώνει

πού το λένε Σκέψη

("Αλλο αν, και μελετώντας, πάλι βγήκα εκεί
Πού το κολύμπι μ' έβγαζε άπ' ανέκαθεν)





Μετρημένο τόπο έχουν οι σοφοί
Και στα παιδιά δοσμένος είναι ό ίδιος άλλ'
Απέραντος!

Απέραντος ό θάνατος δίχως μήνες κι αιώνες
Τρόπος κι εκεί να ενηλικιωθείς κανένας· ώστε
Στίς ίδιες κάμαρες ξανά στους ίδιους κήπους θα γυρνάς
Κρατώντας το τζιτζίκι πού είναι ό Δίας και πάει από 'να
Σ' άλλον Γαλαξία τα καλοκαίρια του.





ΡΗΜΑ ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟΝ



Είμαι άλλης γλώσσας, δυστυχώς, καί Ηλίου του Κρυπτού ώστε
Οί δχι ενήμεροι των ουρανίων να μ'αγνοούν. Δυσδιάκριτος
Καθώς άγγελος επί τάφου σαλπίζω άσπρα υφάσματα
Πού χτυπιούνται στον αέρα και μετά πάλι αναδιπλώνονται
Κάτι να δείξουν, ίσως, τα θηρία μου τα χωνεμένα ώσπου τελικά
Να μείνει ένα θαλασσοπούλι τ'ορφανό πάνω άπ'τα κύματα



"Οπως καί έγινε. "Ομως χρόνια τώρα μετέωρος κουράστηκα
Κι έχω ανάγκη από γης πού αυτή μένει κλειστή καί κλειδωμένη
Μάνταλα πόρτες κρυφακούσματα κουδούνια· τίποτε.Ά
Πιστευτά πράγματα μιλήστε μου! Κόρες πού εμφανιστήκατε κατά

καιρούς
Μέσ'άπ'τό στήθος μου κι εσείς παλαιές αγροικίες

Βρύσες πού λησμονηθήκατε ανοιχτές μέσα στους αποκοιμισμένους

κήπους

Μιλήστε μου! "Εχω ανάγκη από γης
Πού αυτή μένει κλειστή καί κλειδωμένη



"Ετσι κι εγώ, μαθημένος οντάς να σμικρύνω τα ιώτα καί να

μεγεθύνω τα δμικρον

"Ενα ρήμα τώρα μηχανεύομαι· όπως ό διαρρήκτης το αντικλείδι του
"Ενα ρήμα σε -άγω ή -άλλω ή -εύω

Κάτι πού να σε σκοτεινιάζει από τη μία πλευρά έωσότου
Ή άλλη σου φανεΐ.'Ένα ρήμα μ' ελάχιστα φωνήεντα όμως

Πολλά σύμφωνα κατασκουριασμένα κάπα ή θήτα ή ταυ
Αγορασμένα σε συμφερτικές τιμές από τις αποθήκες του "Αδη
Επειδή, από τέτοια μέρη ευκολότερα
Υπεισέρχεσαι σαν του Δαρείου το φάντασμα ζωντανούς καί
πεθαμένους να κατατρομάξεις



Εδώ βαρεία μουσική ας ακούγεται. Κι ανάλαφρα τα δρη ας
Μετατοπίζονται."Ωρα να δοκιμάσω το κλειδί. Λέω:

καταρκνθμεύω

Εμφανίζεται μεταμφιεσμένη σε άνοιξη μια παράξενη αγριότητα
Με παντού βράχια κοφτά κι αιχμηρά θάμνα
"Υστερα πεδιάδες διάτρητες από Δίες κι Έρμήδες
Τέλος μια θάλασσα μουγγή σαν την Ασία
"Ολο φύκια σχιστά καί ματόκλαδα Κίρκης



"Ωστε λοιπόν, αυτό πού λέγαμε «ουρανός» δεν είναν «αγάπη» δεν

«αιώνιο» δεν. Δεν
Υπακούουν τα πράγματα στα ονόματα τους. Πλησιέστερα του

σκοτωμού
Καλλιεργούνται οι ντάλιες. Κι ό βραδύς κυνηγός μ'αιθέριου

θηράματα

Επιστρέφει κόσμου. Κι είναι πάντοτε —φευ— νωρίς.Αχ
Δεν υποψιαστήκαμε ποτέ πόσο ύπονομευμένη από θεότητα είναι

Ή γή· τί χρυσός ρόδου αέναου της χρειάζεται ν'αντισταθμίζει
Το κενό πού αφήνουμε, όμηροι όλοι εμείς μιας άλλης διάρκειας
Πού ή σκιά του νου μας αποκρύπτει. "Ας είναι



Φίλε συ πού άκοϋς, άκοΰς της ευωδιάς των κίτρων
Τις μακρινές καμπάνες; Ξέρεις τις γωνιές του κήπου οπού
Εναποθέτει τα νεογνά του δειλινός ό αέρας; "Ονειρεύτηκες
Ποτέ σου ένα καλοκαίρι απέραντο πού να το τρέχεις
Μη γνωρίζοντας πια Ερινύες; "Οχι. Να γιατί καταρκυθμεύω
Πού οι βαριές υποχωρούν αμπάρες τρίζοντας κι οί μεγάλες θύρες

ανοίγονται
Στό φως του "Ηλιου του Κρυπτού μια στιγμούλα, ή φύση μας ή τρίτη

να φανερωθεί

Έχει συνέχεια. Δε θα την πω. Κανείς δεν παίρνει τα δωρεάν
Στόν κακόν αγέρα ή πού χάνεσαι ή πού επακολουθεί γαλήνη



Αυτά στη γλώσσα τη δική μου. Κι άλλοι άλλα σ'άλλες.Άλλ'
Ή αλήθεια μόνον έναντι θανάτου δίδεται.





ΤΟ ΥΣΤΕΡΟ ΤΩΝ ΣΑΒΒΑΤΩΝ



Σσσς... πια τίποτε1 τίποτε άσπρο ή λείο πια τίποτε

Μεθυστικό, μελωδικό, τίποτε1 κανένα φωτισμένο από το πίσω μέρος

Νέφος ή συντροφιά του ανθρώπου έστω

Κάτι πένθιμο, λιποθυμιστικό, υστέρα πού ή μέρα των Παθών

Πήρε να γέρνει με το πλάι αργά και να βυθίζεται



Ποια ψυχή να φεύγει και μυρίζει

Τόσο δυνατά ό αέρας κι άλλο δεν αντέχω



Σσσς... μέσα στα σκοτεινά κανείς δεν ξέρει1 παρεχτός
Καταπάνου στις κροκάλες, άκου, γδούποι απόκοσμοι δπως των
ψαράδων ή

Σωμάτων πού εισχωρούν το ένα στο άλλο ενώ τρέμει όλος ψυχή
Ό αιθέρας

κι ένα αστέρι αδόκητα βρίσκει το θάρρος με το μέτωπο σου

ν'αγγιχτεί



"Ολος λάθη φεύγω· φιλιά πού επάνω μου έμειναν
Και τί ουραία στο ύψωμα τα κυπαρίσσια



Τί ωραία και πάλι ν' αποχτούν αρχίζουν υπόσταση άλλη

Τα ουράνια γεγονότα. Των άστρων τα διατσέντα, οί λύπες, οί ευωδιές

Κι οί άλλες πού απώλεσες παλαιές αισθήσεις επάνω στ'ουρανού

την ύλη
Να τες τώρα πού διαγράφονται: ό λίθος και το μνήμα κι ό

στρατιώτης

Οί λευκές των γυναικών καλύπτρες κι ή μακρά
Συνοδεία των αδικοχαμένων



Καιροί που πριν πολύ από τους γονιούς μου
Μ "ορφανέψατε κι άποκούμπι άλλου δε βρήκα



Σσσς... μα κανείς, κανείς δεν ξέρει. Μήτε αέρας καν
Αν είναι αυτός πού όταν στοχάζεσαι, τρελαίνει. Πιστευτός γίνεσαι

από μόνου σου
Επειδή

τα χέρια σου ήταν μαθημένα σε δεντρόκηπους οπού
Ή θάλασσα εισχωρεί και τραβιέται γεμίζοντας μικρά λουλούδια
Φυσάει, φυσάει και λιγοστεύει ό κόσμος. Φυσάει
Φυσάει και μεγαλώνει ό άλλος1 ό θάνατος ό πόντος ό γλαυκός

κι ατελεύτητος
Ό θάνατος ό ήλιος ό χωρίς βασιλέματα.

Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν - Τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα

The Little Match Girl Bayes1889


Χὰνς Κρίστιαν Ἄντερσεν - Τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα


Ἦταν Δεκέμβριος, ἡ τελευταία ἡμέρα τοῦ χρόνου. Χιόνιζε ἀσταμάτητα καὶ ἡ μεγάλη πόλη εἶχε σκεπαστεῖ μὲ ἕνα κατάλευκο πέπλο, ἐνῶ τὸ σούρουπο ἔπεφτε μουντό. Στοὺς χιονισμένους δρόμους, χαρούμενοι διαβάτες βάδιζαν βιαστικά, φορτωμένοι μὲ φανταχτερὰ πακέτα καὶ δῶρα. Μὰ κανεὶς δὲν ἔδινε σημασία στὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα! Ἄδικα ἡ μικρὴ ὀρφανὴ διαλαλοῦσε τὴ φτωχικὴ πραμάτεια της καὶ σίμωνε δειλὰ τοὺς περαστικούς, ζητώντας μὲ σβησμένη φωνὴ νὰ ἀγοράσουν ἕνα κουτὶ σπίρτα. Ἄδικα ψιθύριζε ἀχνὰ πὼς δὲν ζητιάνευε, πῶς πουλοῦσε σπίρτα γιὰ νὰ ζήσει, ἀφοῦ δὲν εἶχε κανένα στὸν κόσμο. Δὲν εἶχαν ὥρα γιὰ μία πλανόδια πωλήτρια. Νύχτωνε καὶ ὅλοι βιάζονταν νὰ ἐπιστρέψουν στὰ ζεστά τους σπίτια, στὴν οἰκογενειακὴ θαλπωρή, στὸ γιορτινὸ τραπέζι μὲ τὶς χίλιες λιχουδιές, στὸ καταστόλιστο χριστουγεννιάτικο δέντρο.


Οἱ διαβάτες, τυλιγμένοι στὰ ζεστὰ πανωφόρια τους, μὲ τὰ μάλλινα καπέλα κατεβασμένα ὡς τὰ αὐτιὰ καὶ τὶς ἐσάρπες γύρω ἀπὸ τὸ λαιμό, ἔτρεχαν κρατώντας πακέτα στὰ γαντοφορεμένα τους χέρια, ἐνῶ ἡ ζεστὴ ἀνάσα τους ἄχνιζε στὸν παγωμένο ἀγέρα. Οἱ καρότσες περνοῦσαν βιαστικὰ καὶ οἱ ρόδες τους ἄφηναν βαθιὲς αὐλακιὲς στὸ χιονισμένο δρόμο. Τὰ ἄλογα ρουθούνιζαν καλπάζοντας ρυθμικὰ πάνω στὸ λιθόστρωτο καὶ τὰ πέταλά τους τίναζαν λάσπη καὶ μισολειωμένο χιόνι.


Ξαφνικά, μιὰ ἅμαξα πέρασε τόσο γρήγορα ποὺ ἡ μικρούλα μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ τραβηχτεῖ στὴν ἄκρη τοῦ δρόμου. Καὶ ὅπως ἡ παιδούλα γλιστροῦσε στὸ χιόνι, τὸ ἕνα της ξύλινο τσόκαρο τινάχτηκε πέρα μακριά, ἐνῶ τὰ σπίρτα ξέφυγαν ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ σκορπίστηκαν δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ στὸν ὑγρὸ δρόμο.


Τὸ κοριτσάκι γονάτισε στὸ χιόνι καὶ ἄρχισε νὰ μαζεύει ἕνα-ἕνα τὰ μουσκεμένα σπίρτα. Αὐτὰ ἦταν ὅλο τὸ βιὸς καὶ ὅλος ὁ κόσμος της. Γονεῖς, σπίτι, οἰκογένεια δὲν ἦταν παρὰ μία μακρινὴ ἀνάμνηση γιὰ τὴ φτωχὴ ὀρφανή. Μόνη της περιουσία, τὰ νοτισμένα ἀπὸ τὸ χιόνι ξυλάκια, τὰ μουσκεμένα σπίρτα.


Τρέμοντας ἀπὸ τὸ κρύο μέσα στὰ φθαρμένα ρουχαλάκια της, μὲ τὰ ποδαράκια γυμνὰ μέσα στὸ χιόνι, ἡ μικρούλα μάζευε μὲ τὰ ξυλιασμένα ἀπὸ τὸ κρύο χεράκια ἕνα-ἕνα τὰ σπίρτα καὶ τὰ ξανάχωνε προσεκτικὰ στὸν κόρφο της. Τὸ χιόνι ἔπεφτε πυκνὸ πάνω στὰ ἁπαλὰ μαλλάκια, βρέχοντας τὶς πυρόξανθες μποῦκλες ποὺ κολλοῦσαν στὸ ὠχρὸ προσωπάκι της.


Καὶ ὅπως μάζευε βιαστικὰ τὰ σπίρτα, ἕνα ἀγόρι κουκουλωμένο ζεστά, πέρασε σιμά, εἶδε τὸ ξύλινο τσόκαρο, ἔσκυψε, τὸ πῆρε καὶ ἔφυγε γοργά, πρὶν ἡ μικρούλα προλάβει νὰ μιλήσει.


Ἀναστενάζοντας ἀπογοητευμένη, ἡ μικρούλα με τὰ σπίρτα ἀνασηκώθηκε καὶ ξαναπῆρε τὴ στράτα, σέρνοντας βαριὰ τὰ βήματά της. Ἔνιωθε πιὰ βασανιστικὰ τὸ κρύο, τὴν κούραση, τὴν πείνα, μὰ δὲν εἶχε πουλήσει οὔτε ἕνα κουτὶ σπίρτα ἀπὸ τὸ πρωί. Πῶς νὰ γυρίσει νηστική, χωρὶς οὔτε ἕνα ξεροκόμματο, πίσω στὴν παγωμένη τρώγλη;


Ἀλλὰ πάλι, ποιὸς θὰ ἀγόραζε σπίρτα τὴ νύχτα τῆς παραμονῆς τῆς Πρωτοχρονιᾶς; Ὅλοι εἶχαν τὰ πάντα περισσά. Οἱ δρόμοι εἶχαν τώρα ἐρημώσει. Ἀπὸ τὶς σφαλιστὲς ἐξώθυρες ἀκούγονταν κάλαντα, τραγούδια καὶ γέλια καὶ πίσω ἀπὸ τὰ φωτισμένα παράθυρα φάνταζαν πανέμορφα τὰ στολισμένα δέντρα.


Τὸ κοριτσάκι προχώρησε στὴ γωνιὰ τοῦ δρόμου καί, μαγεμένη λές, κοντοστάθηκε κάτω ἀπὸ τὸν ἀναμμένο φανοστάτη. Ἀπὸ τὸ παράθυρο κάποιου σπιτιοῦ ἔβλεπε ἕνα δωμάτιο μὲ χριστουγεννιάτικες γιρλάντες καὶ στολίδια καὶ μία τρυφερὴ μανούλα νὰ ταΐζει μὲ στοργὴ καὶ ἀπέραντη ἀγάπη τὴν κορούλα της.


Τὰ ματάκια της βούρκωσαν. Ἀποκαμωμένη καὶ μελαγχολικὴ κούρνιασε στὸ πλατύσκαλο τῆς βαριᾶς πόρτας, ποὺ τὴ στόλιζαν στεφάνια καὶ γιρλάντες ἀπὸ γκὶ καὶ οὔ. Τότε κοντοζύγωσε δειλὰ ἕνα ἀδέσποτο σκυλάκι. Ἡ καρδιὰ τῆς μικρῆς σπάραξε. Δὲν εἶχε τίποτε νὰ τὸ φιλέψει, οὔτε μία μπουκιὰ φαγητὸ νὰ μοιραστεῖ μαζί του. Μόνο χάδια μποροῦσε νὰ τοῦ δώσει καὶ λόγια παρηγοριᾶς. Ἡ ὥρα περνοῦσε καὶ τὸ κρύο γινόταν ὅλο καὶ πιὸ διαπεραστικό. Κανεὶς δὲν θὰ ἀγόραζε πιὰ σπίρτα. Ἂν ἄναβε ἕνα, ἕνα μονάχα, γιὰ νὰ ζεστάνει στὴ φλογίτσα του τὰ ξυλιασμένα δάχτυλά της;


Καθὼς ἄναψε τὸ σπίρτο, μὲ τὰ μάτια τῆς φαντασίας της ἡ μικρούλα εἶδε μὲς στὴ λάμψη του, μιὰ εἰκόνα γεμάτη ὀμορφιά, ζεστασιὰ τρυφερότητα καὶ εὐτυχία.


Καταμεσῆς τοῦ δρόμου, λέει, ἀνάμεσα στὰ ψηλὰ σπίτια μὲ τὶς χιονισμένες στέγες καὶ τὶς καμινάδες ποὺ καπνίζουν, ἔστεκε ζεστὴ καὶ πυρακτωμένη μία ἀναμμένη σόμπα ἀπὸ μαῦρο μαντέμι. Οἱ φλόγες φάνταζαν κατακόκκινες καὶ πελώριες μέσα ἀπὸ τὴ μισάνοιχτη πορτούλα καὶ μία τσαγιέρα μὲ εὐωδιαστὸ τσάι ἄχνιζε στὴ φωτιά, ἐνῶ μία τρυφερὴ γατούλα μισοκοιμόταν γουργουρίζοντας πάνω στὸ μαλακὸ χαλάκι. Ὕστερα ἡ φλόγα τοῦ σπίρτου τρεμόπαιξε κι ἔσβησε. Ἡ μικρούλα δὲν δίστασε διόλου. Πῆρε ἕνα δεύτερο σπίρτο, τὸ ἔτριψε μὲ δύναμη καὶ στὰ μαγεμένα μάτια της παρουσιάστηκε ἕνα πλούσια στρωμένο γιορτινὸ τραπέζι. Πάνω στὸ φρεσκοσιδερωμένο κεντητὸ λινὸ τραπεζομάντηλο, ἡ ροδοκόκκινη καλοψημένη γαλοπούλα εὐωδίαζε στὴν πιατέλα, ἡ σούπα ἄχνιζε στὴ σουπιέρα καὶ τὰ ἀφρᾶτα ψωμάκια μοσχομύριζαν γλυκάνισο καὶ μυρωδικά.


Στὸ φῶς τοῦ φανοστάτη τοῦ γκαζιοῦ οἱ κοῦπες μὲ τὰ γλυκίσματα γίνονταν ἀκόμα πιὸ λαχταριστές, ἐνῶ κάπου ἀπὸ τὸ βάθος ἔφθανε λιγωτικὴ ἡ εὐωδιὰ ἀπὸ τὰ τσουρέκια. Ὥσπου ἡ φλογίτσα ἔσβησε ἤρεμα καὶ τὸ ξυλάκι στὸ παγωμένο χέρι τῆς μικρούλας ἀπέμεινε μαῦρο, καρβουνιασμένο.


Χωρὶς χρονοτριβή, τὸ κοριτσάκι πῆρε ἕνα ἀκόμα σπίρτο καὶ τὸ ἄναψε μὲ λαχτάρα. Καὶ ἡ μαγική του φλόγα φώτισε γιὰ λίγο ἄλλη μιὰ ὀπτασία. Στὴν ἔρημη πλατεία τῆς πόλης ὑψώθηκε ξαφνικὰ ἕνα τεράστιο καταπράσινο καὶ φουντωτὸ ἔλατο. Ἐπάνω στὰ κλωνιά του ἄστραφταν δεκάδες πολύχρωμα κεράκια καὶ στὸ φῶς τους οἱ βελόνες τοῦ δέντρου ἔλαμπαν. Γιρλάντες ἁπλώνονταν μὲ χάρη στὰ κλαριὰ καὶ χρωματιστὲς μπαλίτσες ἰρίδιζαν στὸ μισόφωτο. Ἐδῶ κι ἐκεῖ μικρὰ δωράκια, τυλιγμένα σὲ γυαλιστερὸ χριστουγεννιάτικο χαρτί, περίμεναν νὰ ἁπλώσεις τὸ χέρι καὶ νὰ τὰ πάρεις... Μὰ σὰν ἔσβησε τὸ σπίρτο, χάθηκε μονομιᾶς ὅλη τούτη ἡ ὀμορφιά.


Τὸ κοριτσάκι δὲν ἄντεξε. Πῆρε ὅλα τὰ σπίρτα ἀπὸ τὴν ποδιά της καὶ ἕνα ἕνα ἄρχισε νὰ τὰ ἀνάβει. Τότε, τὰ ἀναμμένα ξυλάκια ξέφυγαν ἀπὸ τὰ παγωμένα δάχτυλά της, τινάχτηκαν στὸ νυχτερινὸ ἀγέρα καὶ ἄρχισαν νὰ διαγράφουν μικρὲς φωτεινὲς τροχιές, ποὺ σπίθιζαν σὰν πυροτεχνήματα ἢ σὰν ἀναρίθμητα ἀστεράκια στὴν οὐρὰ ἑνὸς τεράστιου κομήτη. Καὶ σὲ λίγο ὁ κομήτης ἦρθε καὶ καρφώθηκε στὸ βελούδινο οὐρανό, πελώριος, ὁλόφωτος, ἐκτυφλωτικός...


Ὥσπου τὸ πελώριο ἀστέρι σιγὰ-σιγὰ μεταμορφώθηκε. Τὸ ἐκτυφλωτικὸ φῶς τοῦ γέμισε σκιὲς ποὺ πῆραν σχῆμα καὶ μορφὴ καὶ ξαφνικὰ ὁ κομήτης ἄλλαξε ὄψη καὶ ἔγινε μία γριούλα μὲ τρυφερὸ πρόσωπο καὶ ζεστὸ χαμόγελο, μὲ γελαστὰ μάτια καὶ μία ὀρθάνοιχτη στοργικὴ ἀγκαλιά. «Γιαγιά!» ψιθύρισε ἐκστατικὴ ἡ μικρούλα, ἀναγνωρίζοντας τὴ σεβάσμια γυναίκα. «Πολυαγαπημένη μου, γλυκιὰ γιαγιούλα! Ἐσὺ εἶσαι, ποὺ μοῦ ἕψηνες πίτες καὶ χίλιες ἄλλες λιχουδιές, ποὺ μοῦ σιγοτραγουδοῦσες νανουρίσματα καὶ μὲ κοίμιζες μὲ παραμύθια γιὰ νεράιδες καὶ ξωτικά, ποὺ μὲ σκέπαζες στοργικὰ κι ἕγιανες τὸ λαβωμένο γόνατό μου! Μὴ μὲ ἀφήσεις μόνη ἄλλο πιά. Πάρε με κοντά σου!».


Καὶ ἡ γιαγιά, σὰν ὅλες τὶς γιαγιάδες τοῦ κόσμου, ἄνοιξε τὴ ζεστὴ ἀγκαλιά της κι ἔκλεισε μέσα σφιχτά τη μονάκριβη ἐγγόνα της. Καὶ ὅπως τὴ γλυκοφιλοῦσε, τὴν πῆρε καὶ πέταξαν ψηλὰ στὰ οὐράνια, πάνω στὰ σπίτια καὶ στὰ δέντρα. «Κοίτα!» εἶπε ἡ γιαγιά. «Κάθε σπιτικὸ εἶναι καὶ μία οἰκογένεια καὶ τὸ κάθε παραθύρι φωτίζει ὄχι τὸ φῶς μιᾶς λάμπας, ἀλλὰ ἡ ἀγάπη ποὺ ἑνώνει τὴν οἰκογένεια. Μὲ τὴν ἀγάπη μπορεῖς νὰ φωτίσεις καὶ νὰ ζεστάνεις τὸν κόσμο ὅλο! Μὴ διώξεις ποτὲ τὴν καλωσύνη ἀπὸ τὴν καρδιά σου καὶ τότε θὰ βρίσκεις, μὰ καὶ θὰ χαρίζεις πάντα τὴν ἀγάπη».


Σὰν ξημέρωσε ἡ Πρωτοχρονιά, οἱ περαστικοὶ εἶδαν ἀπορημένοι μία γλυκιὰ φτωχοντυμένη παιδούλα νὰ κοιμᾶται γαλήνια στὸ πλατύσκαλο ἑνὸς σπιτιοῦ ἐπάνω στὸ χιόνι, τριγυρισμένη ἀπὸ ἀναρίθμητα καμένα σπίρτα. Καὶ σὰν ἄνοιξε ἡ ἐξώθυρα καὶ βγῆκαν οἱ νοικοκυραῖοι τοῦ σπιτιοῦ, συγκινήθηκαν. Ἄνοιξαν ὀρθάνοιχτη τὴν ἀγκαλιά τους καὶ πῆραν κοντὰ τοὺς τὸ κοριτσάκι μὲ τὰ σπίρτα καὶ μαζὶ τὸ φτωχὸ ἀδέσποτο σκυλάκι. Καὶ στὸ σπιτικὸ αὐτὸ δὲν ἔπαψε ποτὲ νὰ βασιλεύει ἡ ἀγάπη, ποὺ ζέσταινε καὶ φώτιζε ὅλους γύρω.




Παραμονή Πρωτοχρονιάς.
Απόψε μες στο χιόνι
σπίρτα στο δρόμο εσύ πουλάς,
και είσαι τόσο μόνη.
Χρόνια πολλά, χρόνια καλά,
χρόνια ευτυχισμένα,
κι αν περισσεύει μια δραχμή,
σκεφτείτε με και μένα.

Μα ποιος να σταθεί να κοιτάξει, τα σπίρτα σου ποιος να σκεφτεί;
Νυχτώνει σε λίγο, νυχτώνει, διαβάτες περνούν βιαστικοί.

Ένα σπιρτάκι άναψε
μέσα στ άσπρα δάχτυλα της,
πορτοκαλένιο άστραψε
το χιόνι ολόγυρα της.
Και ξάφνου, μπρος στα πόδια της,
μια σόμπα ασημένια
είδε να καίει μια φωτιά
ζεστή μαλαματένια,
και το ποτάμι το βαθύ
που ήταν παγωμένο,
έλαμψε σαν παράθυρο
τη νύχτα φωτισμένο.

Και μες στο βυθό εκεί κάτω, νεράιδες αρχίσαν χορό.
Μα σβήνει το σπίρτο και πέφτει σιωπή και σκοτάδι λευκό.

Ανάβει ολόκληρο κουτί,
κι ακούστηκε κιθάρα,
κι έσταζε φως του γεφυριού
η πέτρινη καμάρα.
Και ήρθε μέσα από το φως,
όπως στα όνειρα της,
η μάνα της με τα φιλιά
και τη ζεστή αγκαλιά της.

Μανούλα κι εσύ, μη μ αφήσεις μονάχη τη νύχτα αυτή.
Φοβάμαι κρυώνω εδώ πέρα. Αχ, πάρε με τώρα μαζί.

Παραμονή Πρωτοχρονιά.
Τώρα ποιος τη θυμάται;
Αχ, δε τη σκέφτηκε κανείς,
μοιάζει σα να κοιμάται.

πιστεύετε στα θαύματα; Τόλης Νικηφόρου


πιστεύετε στα θαύματα;



ρώτησε το φεγγάρι στο μπαλκόνι μου

σκορπίζοντας ανταύγειες τα μεσάνυχτα



ψιθύρισε η γαρδένια στο περβάζι μου

με το λευκό της άρωμα



απόρησε μες στις πευκοβελόνες το σπουργίτι

ραμφίζοντας τα ψίχουλα του ανέμου



εγώ κι εσείς

κι όλα όσα βλέπετε είναι θαύματα

τους χαμογέλασε δειλά η άνοιξη τριγύρω

και θαύματα όσα ποτέ σας δεν θα δείτε



με θαύματα γεννιέται πάντα και πεθαίνει ο κόσμος

με θαύματα που κρύβονται μέσα στο φως

πριν απ’ το φως

πέρα απ’ το φως



από τη συλλογή Το μυστικό αλφάβητο, 2010

30 Δεκεμβρίου 2013 στις 11:24 π.μ.

Δευτέρα 30 Δεκεμβρίου 2013

Στον τάφο μας θα έπρεπε να γράψουν μια επιγραφή Γιώργος Σαραντάρης

Στον τάφο μας θα έπρεπε να γράψουν μια επιγραφή:
Εδώ σ' αυτό το μνήμα κείται κάποιος
που ο φόβος οι άλλοι τι θα πουν και η ματαιοδοξία να αρέσει
τόσο του έκλεψαν ό,τι είχε πιο δικό του
που σχεδόν δεν κείται εδώ κανείς...

Γ. Σαραντάρης

Στο δρόμο προς την επίτευξη των στόχων μας...

https://www.facebook.com/
https://www.facebook.com/gbasileiades1

Κοντά στο τζάκι Κώστας Κοφινιώτης







Κοντά στο τζάκι
πάλι θα `μαστε αλήθεια
θα σε χαϊδεύω
θα σου λέω παραμύθια

Κοντά στο τζάκι
με φιλιά θα σε κοιμίζω
κι ως το πρωΐ σαν πρώτα
θα σε νανουρίζω

Έξω ο αέρας κι αν σφυρίζει
τι μ’ αυτό;
κι αν παίζουν τ’ άστρα
με τα σύννεφα κρυφτό

Κοντά στο τζάκι
αγκαλιά στην πολυθρόνα
θα `χουμε άνοιξη
στις νύχτες του χειμώνα

Έξω ο αέρας κι αν σφυρίζει
τι μ’ αυτό;
κι αν παίζουν τ’ άστρα
με τα σύννεφα κρυφτό

Κοντά στο τζάκι
αγκαλιά στην πολυθρόνα
θα `χουμε άνοιξη
στις νύχτες του χειμώνα





Στίχοι: Κώστας Κοφινιώτης

Μουσική: Νινή Ζαχά
Ερμηνεία  Νινή Ζαχά





ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ (1998) Οδυσσέας Ελύτης


ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ (1998)



ΕΚ ΤΟΥ ΠΛΗΣΙΟΝ

Αλλά χωρίς να χάνεις ποτέ την εικόνα του συνόλου. Και η πιο απλή
παράγκα θέλει το ρήμα της, τα ουσιαστικά και τα επίθετά της, όπως
κάθε πρόχειρη γραφή τον Πικιώνη της. Η αφέλεια δεν δίδεται δω-
ρεάν· σκηνοθετείται και παίζεται· εάν είσαι ο ένας από τα ελάχιστα
εκατομμύρια που δικαιώνουν την ανθρωπότητα.

ΤΩΝ ΘΕΣΠΕΣΙΩΝ ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ ΑΣ ΠΕΝΟΜΑΙ
ΓΛΥΚΙΑ Η ΖΩΗ ΚΑΙ Ο ΘΕΟΣ ΑΝΕΜΟΚΥΚΛΙΣΤΟΣ

ΜΕ ΚΑΤΙ ΑΠΟ ΤΗ ΓΗΣ οι ουράνιες δυνάμεις ανεβαίνουν
Συλλαμβάνεις εδώ ή εκεί ψίχα βασιλικού ή πυρκαγιάς το απόσπιθο
Που μέλλει ν' αποκαλυφθεί χρόνους πολλούς μετά το πρώτο σου

άγγιγμα

Καίει από τη μία όψη το ψευδές αλλά απ' την άλλη
Του καθρέφτη γίνεται ύδωρ

Ξέρει ο εύθεος. Βγάνει απ' τον κορυδαλλό κλώνους δεκάφυλλους
Κι από τις λίμνες των σκιών όλων μυριάδες μινυρίσματα
Κάποιος πέφτει σαν λαχνός νάρκισσος
Αλλ' ακόμη κι αν λανθασμένος πρέπει να είναι
Δεν η θέση του κενή μένει. Σαν παρατεταμένο
Παράπονο ήχος άναξ από ρικνή βάρβιτο
Της μνήμης τ' ατημέλητα διευθετεί. Και ιδού!

Μήνις παλαιών άθλων εκ νέου ξεσπά και ο νους ημίβροτος αγωνίζεται
Ή δώθε το άδικο εις χρυσόν ή κείθε το χαμένο αλλ' όχι
Ευτύχημα. Συνεχίζεται και από την αντίθετη φορά των υδάτων ο ρους
Μ' ευρήματα σελήνης και μικρής Υακίνθης παρειών θραύσματα
Τα πάντα εντέλει ανάγνωση επιδέχονται
Του μύρμηγκα η μυστηριώδης διαδρομή και της μελίσσης

το βόμβισμα

Ε, τι! Συμπληγάδες όλοι μας περνούμε
Άλλες του κίτρινου στενές κι όλες του κόκκινου κατάμαυρες
Στηθήτω μία Παρθένος κατάστικτη φιλιών η αμώμητος.

*

Εγώ στη θέση της Παρθένου θα 'βαζα κληματόφυλλα!
Και μιαν ιδέα ελαίας.

Κλωνάρια λέξεων αδημονούν για Μάιο. Καθώς δραπέτες φωτοστέ-
φανων του Angelico μια θέση αγίου διεκδικούν μέσα στο ίδιο ποίημα.

Διαβάζοντας Αθηνά αισθάνεσαι πόσο απέραντο χώρο καταλαμβά-
νει το άσκοπο στη ζωή σου και πόσο μια διαφορετική μέτρηση θα
κατάφερνε να προσδώσει στα γεγονότα του βίου σου τη συντομία
ονείρου.

ερευνασάτω

μεγαλάνορος Ησυχίας το φαιδρόν φάος

Φτάσε να συλλαμβάνεις αισθήσεις όσες και τα μουστάκια της γά-
τας σου.

Μεγάλα πιθάρια όπως τα ξέρουμε, βαριές ξυλοδεσιές γυαλισμένες
με βερνίκι ελιάς και παλαιού καθρέφτη ξανθάδα.

Μπορεί να φαίνεται παράξενο αλλά είναι αλήθεια. Οι πιο μεγάλες
στιγμές στην ιστορία των εικαστικών τεχνών σημειώθηκαν διττώς
και κατ' αντινομίαν:

- Τη στιγμή που η καμπύλη γραμμή πήρε την απόφαση να μεταβλη-
θεί σε ορθή γωνία και τετραγωνίστηκε ο υλικός κόσμος.
- Πολύ πριν το δισταγμό που προκαλεί η άνισος αναλογία των
πραγμάτων μια συνοικία ολόκληρη τοποθετήθηκε σ' ένα προαύλιο
σπιτιού μαζί με το κεφάλι της Θεοτόκου.

-Η πιο δροσερή και γεμάτη ζωντάνια παρουσία του φυτικού κό-
σμου αναδύθηκε απ' τους τάφους των Αιγυπτίων και των Ετρούσκων.
-Από την άκρα σοφία του Henri Matisse ως την άκρα αφέλεια του
Θεόφιλου Χατζημιχαήλ απέκτησε το πρώτο της μπλε η Μεσογειακή
θάλασσα.

Όπως ο στάχυς μεταβάλλει τη σοφία του σε άρτο, έτσι κι ο ποιητής
την αφροσύνη του σε πικρόν υδράργυρον, αλλ' αγάπης.

Κι ένα δωμάτιο μ' επένδυση θωπείας που επαναλαμβάνεται.

Κοιμήσου καραμέλα μου για να σε πιπιλήσω.

Κείνες οι ξαφνικές λιακάδες μες στο καταχείμωνο δεν είναι παρά οι
προσπάθειες που κάνει ένα παραπλανημένο περσινό τζιτζίκι να ξα-
ναβρεί τον προσεχή του Ιούλιο.

Αλλ' ο ήλιος τυγχάνει και αργυραμοιβός. Οπόταν, ευκαιρία να προ-
βείς σε ανταλλαγές:

- Ένα ψιλόβροχο στην Αίγινα μ' ένα πέρασμα στα σκοτεινά της
Gît-le-Cœur

- Της Τζοκόντας το χαμόγελο με μια σκέτη καρέκλα του Braque
- Ένα μεγάλο ναυτικό φανάρι με την Aube του Rimbaud

- Ένα κομμάτι ακατέργαστης υπομονής με οποιοδήποτε ρυάκι βα-
σιλικού κήπου.

Θαυμάσια που τρέχει ο ουρανός, αν κρίνεις απ' τα σύννεφα.

Σε απόσταση παραμένουν στα κλεφτά υπνάκου το καταμεσήμερο οι
πέτρες της Ολυμπίας· με λίγο χρυσομώβ στις τελειώσεις τους τεί-
νουν να πάρουν κάτι από την καλύπτρα της Μεγαλόχαρης.

Από παιδιά και μόνον φτιάχνεις Ιεροσόλυμα.

Πέριξ, δεξιά κι αριστερά περιστεριών κι άλλων ψυχών ψεκάδων.
Αλλ' εμπρός μια χαμηλή εκκλησία μ' έναν Θεό πανύψηλο.

Με την προϋπόθεση ότι και οι έννοιες έχουν τη δική τους ύλη θα
'ταν επίτευγμα μέγα να φτάσει κανείς ως το Αγαθόν και να επιτύχει
τη διάσπαση του ατόμου του. Ο αέρας απ' την έκρηξη θα αρκούσε να
σαρώσει και φυλακές και νοσοκομεία.

Αν αντέξεις να φανείς αντί Ιώβ θ' ακυρώσεις αν όχι όλους τουλάχι-
στον τους αυτόχειρες των περιστάσεων. Για ν' αλλάξει το βάρος στο
ζύγι της τυχαιότητας.

Κάποτε πρέπει και να παίρνει ανάσα ο άνεμος.

Μην ανησυχείς. Υπάρχει πάντα μια δεύτερη τύχη που ακολουθεί πί-
σω απ' την πρώτη. Αρκεί να ξέρεις να περιμένεις παρά έναν ή δύο
αιώνες, ενίοτε.

Φθόγγοι Πομπηίας υποχθόνιοι μαζί με κατά καιρούς καταρρέουσες
λέξεις από τον Δάντη έως τον Ungaretti σ' ένα εικοσιτετραώρου
διαρκείας ηλιοβασίλεμα, παρισταμένης πάντοτε και της σελήνης,
γίνονται τα προσκόμματα στην απόφαση της ανθρωπότητας να θέσει
τέρμα στην ιστορία της.

Μες στον βαθύ ουρανό

Κάθε βουνό κι η υπογραφή του.

Το νερό της ομοιότητας δεν άλλαξε, ούτε το δέρμα της ηλικίας. Ο
Ξενοφών τυγχάνει εξάδελφός μου και η μικρή Ασία ομοεθνής. Κατά
τ' άλλα, πραγματικά τρώω περγαμόντο για να ξημερώσει και γράφω
ποιήματα ώστε να ερωτεύομαι σωστά.

Να χαράζεσαι στη ζωή τόσο προσεκτικά, που να μη ματώνει ποτέ η
ευλάβεια.

Στις σαρανταεννέα ημέρες του χρόνου οι βερβένες του κήπου μου
έχουν πανσέληνο. Σβήνουν τα πάντα κι απομένουν αναμμένα μονά-
χα τα ερημοκλήσια. Είναι φορές που παρουσιάζονται άξαφνα, και
για λίγο μόνον, ρολόγια πανσέδων και κάμποσοι χαρτοπόλεμοι χα-
μομηλιών. Όλα τους ώσπου να εμφανιστεί στον αέρα το πρώτο κλε-
φτοφάναρο. Τότε είναι η στιγμή να προσμετρήσει κανείς πραγματι-
κότητα.

Γενού φυτό τριών γενεών και συνάμα παρθένος.

Γρατζουνάει το πρώτο σου φιλί, όπως το πρώτο σου ποίημα. Κι είναι
οι δυο αυτές αγριμάδες που, αν συμπέσουν και κάνουν καινούριο
φεγγάρι, μπορεί να ξαναγραφτεί απαρχής η ιστορία του κόσμου.

Μια δεύτερη μέρα μέσα στην πρώτη διπλωμένη σε φάκελο φεύγει
συνεχώς για να τοποθετεί εν αγνοία σου μικρούς φλόκους στα γύρω
υψώματα και χρυσά συννεφάκια στην άκουα μαρίνα της μονίμου κα-
τοικίας σου.

Α! να 'χα ένα δικό μου αμπέλι πάνω σε ακρωτήριο, που η κάθε του
ρώγα να τρίζει στο κύμα και ο οίνος του να 'ναι Μυρτώος ή και Καρ-
πάθιος.

Τι εύκρατη που γίνεται η σκέψη όταν τα μπλε σου βγαίνουν περίπατο!

Ν' ακούς αγάλματα πέτρινα και ρυάκι Εμπεδοκλέους είναι μαγεία.
Προπαντός αν περπατείς γυμνόπους.

Κι όσα η άμυαλη γραφή σου που υφαρπάζει
Από μια, σε αποδρομή, μεγάλη στενοχώρια· που
Του μικρού σου Νοέμβρη το καλύβι άπονα έπληξε.

Κείνο το εν είδει ρόδου δώρο που δεν έκανα.

Πεύκα. Η λαμαρίνα η ασημιά
Το «μη» του ενός δακτύλου. Αργά τα μαλλιά
Κολυμπητά στον ήλιο. Και κατασυντριμμένη
Της οργής των αρχαίων καιρών η μαύρη σφήκα.

Στη βρύση του ύπνου κάνει ουρά με τον τενεκέ του στο χέρι το τε-
λευταίο μου όνειρο.

ΤΗΣ ΛΕΠΡΑΣ ΠΡΩΤΟ ΣΥΜΠΤΩΜΑ ΤΟ ΧΡΗΜΑ. ΣΩΡΕΥΕΙ
Ο ΦΙΛΑΡΓΥΡΟΣ ΑΝΥΠΑΡΞΙΑ ΚΑΙ ΧΑΙΡΕΤΑΙ

ΛΥΠΗΡΑ ΤΑ εγκόσμια. Και τα εκτός επίσης
Έλλειψη έχει ως φαίνεται από ζωντανούς ο Θεός και σ' ένα

μοναστήρι μικρό

Σαν σε ορνιθώνα μας έχει κλείσει μην και του φύγουμε. Αλλ'
Εμείς φεύγουμε. Λίγη τύρφη φθοράς καταλείποντας
Οι με τις εικασίες εξακολουθητικά διαιτώμενοι και ποτέ ναι
Λέγοντες άνθρωποι του ενός αιωνίου παρ' ολίγον
Ποιας εντούτοις παραδείσιας χρυσαλλίδας τα ίχνη στα χειρόγραφά

μας άλλο νόημα δίνει

Και στ' αμάργαρο ύδωρ μπλουμ ζουμπούλι στάζει
Παρόμοια κάτω απ' τους τουφεκισμούς ο εκτελεσμένος ή
Πίσω απ' τα φύλλα η θάλασσα
Περαστικές ραγδαίες φυλλίδες μετατοπίζουν το άγνωστο

Κυανότερο το κυανό γίνεται και μια τελεία γλάρου μένει επάνω του
Ράκη φαντασίας ο αιώνιος δήθεν. Κι ας αρκέσει ο μέσα μας ανθώνων

Άθως

Όπου πηγή λαλεί και ο ελεύθερος που δεν μετα-
Γλωττίζεται. Ρείκια σφένταμα λουίζες πολυσύλλαβα της

συντροφιάς μου

Αέρας μου χρειάζεται για να νυχθημερόν νυμφεύομαι.


*

Φανού πρίγκιπας πριν την ώρα σου

Αλλιώς θα 'ναι αργά ως και για τον διωγμό σου.

Τα ορθογραφικά λάθη στη γεύση τα διορθώνεις με λίγο πετραδάκι
άμπωτης και πολύ νερό της λουίζας.

Καθ' οδόν βρίσκεις τον Οδυσσέα σου, και πάλι ζήτημα είναι. Θέλει
να κοιμάσαι μ' ανοιχτά πανιά και μ' ανεβασμένη την άγκυρά σου.

Εξαποθρησκευμένος ο χώρος όπου ακεραιώνεται η τελειότητα, θα
μπορούσε να ονομασθεί Παράδεισος. Με την ίδια έννοια που η με-
ταξύ τιμονιέρη και Ικτίνου ακριβής στιγμή θα μπορούσε να ονομα-
σθεί δικαιοσύνη.

Για να τις φθάσει να λάμπουν ο χρυσοχόος τις λέξεις του, προηγου-
μένως τις βουτά στο φαρμάκι. Γι' αυτό καθετί πικρό γοητεύει. Όπως
η άγουρη ελιά και του Εμπεδοκλέους το ήτορ.

Πιο κοντός απ' τη λύπη του ο άνθρωπος.

Όμορφα δειλινά με κομμάτια Μυκήνες ως τον ουρανό και λαμπερά
υποσύννεφα.

Στις Κυκλάδες οι μικρές εκκλησίες αφθονούν και λάμπουν όπως τα
βότσαλα. Αλλού πουθενά χριστιανοί δεν εφάνηκαν ποτέ τόσο ειδω-
λολάτρες. Και είναι με το μέρος τους ο Θεός.

Το πινέλο του ζοφερού δεν πιάνει ποτέ στο μαύρο
Χρειάζονται αλήθειες, ακόμη και για να πεις ψέματα.

Παρά λίγα σκαλοπάτια οι κουτοί των αισθήσεων θα μπορούσαν να
γεννήσουν σαν μικρό αγοράκι μιαν ολόκληρη άνοιξη.

Μην ακούτε τον Armstrong. Η μυρωδιά του φεγγαριού θα πρέπει να
είναι κάτι ανάμεσα παλαιό φιλί και αιθέριο έλαιο κυπαρισσώνων.

Οι ιδέες είναι σαν τα φαντάσματα, περνάς ανάμεσά τους κι αυτά εξα-
κολουθούν να υπάρχουν. Τις κλοτσάς, κι εκείνες δεν σαλεύουν! Εάν
δεν τους λείψεις εσύ, δεν πρόκειται να λείψουν ποτέ.

Η ελευθερία έχει δύο κοφτερές όψεις, όπως τα παλιά ξυραφάκια.

OIL SARDINEN!

Όπως και να το κάνεις, και από απόσταση πιάνεται η αλήθεια και σε
καιρούς πολέμου, προπαντός τότε, όπου τραβάς το σπίρτο σου στην
Basel και το βλέπεις ν' ανάβει στη Φραγκφούρτη. Πού να 'σαι τώρα,
φροϋλάιν Keller, που θα σ' έβλεπα σαν Αρχίλοχο αν είχα να συναν-
τηθώ με αιγύπτιο ιερέα. Όλα πρέπει να τ' ακούει κανείς, άσχετα αν
ολίγα μόνον φτάνουν στο ους του Beethoven. Και ο πόλεμος, πόλε-
μος. Ίδια ηλιθιότητα θεωρώντας την ειρήνη τη δική τους μια ομάδα
επαναστατημένων, εάν όχι για τον ίδιο λόγο, για κάποιον παραπλή-
σιο -την ασφυξία μπροστά σε μια σταματημένη εποχή-, νέων
όπως ο Hugo Ball, ο Richard Hülsenbeck, ο Hans Arp και ο Tristan
Tzara οργανώνουν στο Cabaret Voltaire της Ζυρίχης μερικές ταραχώ-
δεις και εξωφρενικές βραδιές και διατυπώνουν αποφθέγματα όπως το
περίφημο εκείνο: τον αέρα να τον διπλώνετε και να τον τοποθετείτε
στην ντουλάπα σας, απαγγέλλοντας Όμηρο από την ανάποδη. Λίγο
δεν είναι. Και ν' αθανατίζει και να θανατώνει γίνεται η νεότητα. Είτε
την έχουν σε στρατώνες είτε σε καλλιμάρμαρα μέγαρα. Όπως καλη-
ώρα στο μεγάλο Kaiserhof με τους πυργίσκους, τις μαρμάρινες στοές
και τα ενδιάμεσα παρτέρια όλο γλυσίνες. Να δρέψω ένα χαμόγελο
από τη Lotte Begel, που λέει ότι μ' αγαπάει κι ας είμαι δώδεκα
χρονών! Γιατί όχι; Το μάθημα το 'χα μάθει: Ich bin nicht mehr klein.

Σωστός σίφουνας οι δεκάξι έλληνες σπουδαστές που δεν είχαν προ-
φτάσει την επιστράτευση και τώρα δεν ξέρουν τι να την κάνουν τη
ζωτική τους ορμή, αλλά δημιουργούν έναν αδικαιολόγητο θόρυβο
ανεβοκατεβαίνοντας συνεχώς τις πλατιές μαρμάρινες γυριστές σκά-
λες, βάζοντάς με πρώτο στη γραμμή και χειρονομώντας, προς με-
γάλην έκπληξη των ολίγων συγκεντρωμένων στο ίδιο ξενοδοχείο
Αμερικανών. Αδιάκοπα γυρνώντας και αδιάκοπα φωνάζοντας το
σύνθημα Oil Sardinen! Ανήκουστο! Oil Sardinen! Μία επιγραφή, ή
αλλιώς ένα κλειδάκι που μπορεί ν' ανοίξει τις σαρδέλες αλλά και τις
πραγματικότητες ενός καινούριου κόσμου που γεννιέται. Τόσο που

νιώθεις το καπάκι των γεγονότων έτοιμο να εκραγεί. Ρωτιέμαι κι εγώ
ο ίδιος! Δεν το έχω πληροφορηθεί ακόμη, εγώ με τα κοντά παντελό-
νια μου, αλλά όπου να 'ναι θα το μάθω, πως είναι αυτό το '23 που
εγγράφει στο Παρίσι όλα τα 23. Donner à voir! Όλες τις επιταγές θα
τις εξαργυρώσει η επόμενη εικοσιπενταετία! Τα μανιφέστα του
Breton, τα ποιήματα του Paul Éluard και του René Char, τους πίνακες
του Yves Tanguy και του Max Ernst, τις φωτογραφίες του Man Ray,
και πάει λέγοντας. Ίσως βρω το δωματιάκι όπου θα ζήσω με τις αγά-
πες μου και θα περάσω μια ζωήν ολόκληρη διατυπώνοντας, αναλύον-
τας και ερμηνεύοντας το δήθεν Oil Sardinen.

Ναι, αυτό είναι που ανακάλυψε η νεότητα εκείνη, κι ας μην το διάβα-
σε ποτέ της σωστά, παρεχτός κι αν ήταν στον έρωτα κατά τύχην, και
που μήτε, δυστυχώς ή ευτυχώς, συνειδητοποίησε ποτέ της. Oil
Sardinen λοιπόν! Επειδή το κόκκινο δεν είναι πάντοτε η προτεραία
του μαύρου. Επειδή ως και η ευλάβεια σε ρευστή κατάσταση μπορεί
να προκαλέσει ανίατα εγκαύματα. Oil Sardinen ως απαραίτητη καθη-
μερινή προσθήκη στο πιπέρι, στο θυμό, στον έρωτα, προπαντός εκεί,
στις υλακές, στ' αποχωρητήρια. Oil Sardinen επειδή δεν το ανέχεται
κανείς να 'ναι απλώς κείνο που είναι. Επειδή απ' τα είκοσι στα τρι-
άντα σου ο δρόμος είναι πολύ πιο μακρύς απ' ό,τι απ' τα τριάντα σου
στα ενενήντα σου. Επειδή το μωβ περιλαμβάνει όλα τα χρώματα
πλην ενός, που καλείσαι να το βρεις και δεν το βρίσκεις ποτέ σου.
Oil Sardinen επειδή στο εξοχικό του καθενός μας ενδημεί ένας εύρω-
στος αίγαγρος, που συντηρείται με τα όσπρια των ρεμβασμών μου.

Να διπλώνετε καλά τον αέρα στο ντουλάπι σας.

*

Εάν υποθέσουμε για μια στιγμή ότι όλα τα ευγενή μέταλλα και οι πο-
λύτιμοι λίθοι μεταβληθούν σε απλό μόλυβδο, πού και σε ποια βάση
θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η έκδοση χαρτονομίσματος; Στις
ηθικές αξίες ή μήπως στα ειλικρινή αισθήματα; Τι θα μπορούσες να
προμηθευτείς με δύο κιλά Heidegger; Με λίγη καλοσύνη πόσα κερά-
σια; Στο θέμα της αντιπαροχής δεν ευτύχησε η ανθρωπότητα.

Εκείνο που μας χρειάζεται είναι ένας μινωικής ή και θηραϊκής πε-
ριόδου Mallarmé δακτυλιολίθων.

Μες στους πολλούς γάμους των αρωμάτων οι αιμομιξίες αφθονούν.
Δεν σημειώνεται όμως ποτέ διαζύγιο

Έχει κι ο νους Λιτόχωρο
Με διαβαστές πλαγιές κι εύφορα μπλε θαλάσσης.

Κάποτε νιώθω να 'μαι ανάμεσα σ' αυτούς που δε γνώρισα ποτέ.

Από τ' αποτυπώματα του ανέμου πάνω σου καταλαβαίνεις αν πέρασε
Κόρη με δυνατούς γλουτούς και συνείδηση διάφανη.

αίνιγμα παρθένον εξ αγριάν γνάθων

Με λίγα σπουργίτια, μία βρύση και κανέναν άνθρωπο, μ' αυτά μόνον,
γίνεται να φτιάξεις το μοναστήρι πασών των θεοτήτων.

Για να φτάσεις στον οργασμό δεν σου χρειάζεται Shakespeare.

Κάθε τόσο μου στέλνουν ένα μπουκετάκι με μισοσπασμένες λέξεις
δυο μακρινές ξαδέλφες μου από την εποχή της Σαπφώς. Τη μια τη λέ-
νε Αστρινή και την άλλη Λεμονέσσα..

Και καλό και κακό γίνεται να 'ναι το απροσδόκητο. Και το πριν μετά
σαν γίνει. Ας γίνει. Τα πάντα προσπαθώ προς χάριν του ένα. Ποδή-
λατο για τρεις. Ή τρεις για τον Βορρά του ανέγγιχτου.

Στα ερείπια συχνάζουν οι μέλισσες και οι πρώην ιδέες.

Ύστερα και τα πιο μικρά πουλάρια της λαγνείας μου θ' αναπηδήσουν.

Ελεατών ελληνικά και Μακεδόνων διττά Δία! Αναφέρονται στιχο-
μυθίες, ψαύσεις ακρομηροφιλείς, ενεστώτες του ρήματος της δίψας.

ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗ ΓΙΑ ΣΥΚΙΑ ΣΤΗ ΣΚΥΡΟ Ή ΣΤΗ ΣΙΚΙΝΟ

Επιλέγετε μία θέση πλάι σ' έναν χαλασμένο μαντρότοιχο που το
άνοιγμα του μπάζει αεράκι γιομάτο μνήμες του '21 και ψεκάδες θα-
λάσσης. Η παρουσία στη γειτονιά μιας αίγας θα ήταν ευκταία. Με-
ρικές νύχτες τ' αφήνετε κάτω από τρία τέταρτα σελήνης και τριζόνια
μυριάδες. Με τα πρώτα του όρθρου και λίγη αδημονία πριν το δάγκω-
μα δοκιμάζετε αν διαστέλλονται τα ρουθούνια σας, και αφήνετε να
διαρρεύσει κάτι μενεξεδί με υγρόν ώχρας εωσότου νιώσετε το γάλα
της νέας ημέρας. Τότε απλώνετε το χέρι σας.

ΑΜΑΘΟΣ ΕΙΝΑΙ ΑΚΟΜΗ ΤΟΥ ΝΕΣΤΟΥ Ο ΠΑΡΑ
ΠΟΤΑΜΟΣ ΓΙ' ΑΥΤΟ ΚΙ ΑΡΓΕΙ ΝΑ ΦΤΑΣΕΙ

ΣΤΟΝ ΑΚΑΛΥΠΤΟ ΧΩΡΟ ΜΑΣ στάσιμα τα νερά

Λιμνάζουν. Ωμές τρώνε τις αλήθειες οι άνθρωποι

Και κουκιά βγαίνουν τα θεοΰφαντα. Μείνε κοντά μου μύρτον

του Αρχιλόχου

Είσαι της γης ο γόης και της Αίθρας ο κότινος
Αυτά που γράφω δεν «γίνονται» ούτε «παίζονται». Αλλά
Υπάρχουν στο ους του Διός εάν όχι στ' αζήτητα
Πένες χθεσινές πτέρυγες κυκλαμινίσκοι του αφελούς βιολέ
Στάχυς θα υπάρχει ακόμη σιτίζοντας τους πληθυσμούς. Αλλ' ο
Ένας όσο κι αν από μαΐστρο έμπλεος είναι στον ενεστώτα του καιρού

λιμώττει

Παίζουν οι ευωδιές τυφλόμυγα και σαστίζει της νύχτας τ' αλογάκι
Μπρος, ας διαγράφουν οι Αντιγόνες και ας
Αντικατασταθούν δικαίως οι Κρέοντες όλοι
Αδιάκοπα να ευδοκιμεί ο ηδύοσμος ως νους μονογενής. Και

οι λοιποί ερρέτωσαν.

ΥΓ. Ας σημειωθεί ότι ακόμη και όσοι πέτυχαν απ' την
Κακοτυχία να επιστρέψουν δεν χαμογέλασαν ποτέ. Όπως
Δεν χαμογελούν ποτέ τους τα έντομα.

*

Όπως και να το κάνεις, ένα κομμάτι «πάντοτε» στον άνθρωπο θα
υπάρχει.

Ελθεδέτε Κύνθια

πρόσμερο και αθιβαδίτες του έννερον
υφαλίσκου άλλωστε και τα ένδενδρα καιρός να περιβραχίσουνε

και ας φιλεί το κύμα και ας ευνοοιωνοεί ο αν άνεμος.

Επειδή και της βροχής

είναι σκέψη ο νους κι ελάσσονος χρυσού το πολύ πολύτιμο.
Καιρός του μάνια και του λεβαντείν.

Κάθε τόσο μου ξανάρχεται μία σύνθεση από γης ηλιοκαμένη για δύο
μπλε κολπίσκων κι ένα του μάκρους ώχρας ακρωτήριο.

Τράβα μόνος σου ο ίδιος κι όσο πιο δυνατά μπορείς το σχοινί που
ανεβάζει το καλαθάκι σου στα πιο εμπιστευτικά σου Μετέωρα.

Ως κι ο καημός εάν τον ταξιδεύεις χρειάζονται όκια.

Κι ένα τέταρτο μητέρας αρκεί για δέκα ζωές, και πάλι κάτι θα περισ-
σέψει. Που να το ανακράξεις σε στιγμή μεγάλου κινδύνου.

Ω δύσβατη, δύσβατη ζωή, από ποιο σοκάκι γίνεται κανείς να σε πε-
ράσει!

Επειδή και η φύσις δίγλωσση μοιάζει να είναι, και με τη λέξη θάνα-
τος πεθαίνουν όλοι, αλλά στα ψέματα.

Ο καλύτερος αγωγός θερμότητας είναι η λύπη. Γι' αυτό βλέπεις να
καίνε κάθε μέρα οι καμινάδες, χωρίς να φαίνεται πουθενά καμιά
φωτιά.

Των καλογέρων ελάχιστες ελιές κι η αγρυπνία.

Και δύο βυζαντινής τεχνοτροπίας εικόνες που δεν έπρεπε να παρα-
λειφθούν:

1. Κοίμησις του Γεωργίου Νόελ Γόρδον Μπάυρον, των ευζώνων

Αγγέλων προσκυνούντων, εν Μεσολογγίω τη 19η Απριλίου 1824.
2. Βαϊφόρος με την είσοδο του πρώτου Κυβερνήτου της Ελλάδος
κόμητος Ιωάννου Καποδιστρίου, των κωδώνων χαρμοσύνως ηχούν-
των και κροτουσών των ελλιμενισμένων ναυαρχίδων, εν Ναυπλίω τη
8η Ιανουαρίου 1828.

Ο τρόπος να μετράς σύνολα αστερισμών είναι απαράλλαχτος με τον
τρόπο που μετράς σύνολα λέξεων συν ένα. Αυτό το συν αποτελεί,
όσο μικρούτσικο και αν είναι, ακόμη και δισύλλαβο, τη μόνη μας
υπεροχή απέναντι στον απέραντο όγκο του υλικού κόσμου.

Οι κακοί ποιητές τρέφονται από τα γεγονότα, οι μέτριοι από τα
αισθήματα, και οι καλοί από τη μετατροπή του τίποτε σε κάτι. Το εκ
του μη όντος ον λογαριάζει.

Να πετύχεις μονόλογο σε όλες τις διαλέκτους του τρεχούμενου νερού.

Σαν ποταμός εξ αίματος εξάδελφος του Ευξείνου.

Θα μπορούσε και ο ευγενούς καταγωγής Juan Grís να κυκλοφορεί πό-
τε πότε μ' ένα φευγάτο του Max Ernst φεγγάρι.

Αν έφτανε ο άνθρωπος να μεταστοιχειώσει την ορθή δίκη σε βερίκο-
κο ακμής, θ' αρκούσε για να κατεβεί μερικά σκαλοπάτια ο θάνατος.

Κάτι κόκκινο πριν απ' το αίμα

Μόλις φτασμένο απ' το παρ' ολίγον μέλλον.

τότε βάλλεται, τότ' επ' αμβρόταν χθόν' εραταί
ιών φόβαι, ρόδα τε κόμαισι μείγνυται

ΣΤΑ ΕΠΕΙΤΑ ΤΟΥ ΑΙΩΝΟΣ

Από τα στιγμιότυπα που πρόφτασε να πάρει ο χρόνος και να εμφανί-
σει σε κατοπινούς αιώνες, επέτυχα να συγκεντρώσω μερικές μαθή-
τριες του Γυμνασίου της Σαπφώς:

-Εξακολουθεί να μετατοπίζεται σαν σκιά στο σεληνόφως της Λυ-
δίας η Ατθίς, με ανασηκωμένο από το αριστερό πόδι το χιτώνα της.

- Με μια καρότσα φτάνει καλεσμένη απ' τη δούκισσα του Κεντ η
Γυριννώ να πιει το τσάι της, ανυποψίαστη για το τι τεκταίνεται στη
Μικρά Ασία.

- Ναυτόπαις η Γογγύλα δουλεύει σε κορβέτα αγκυροβολημένη στα
νερά των βραχονησίδων της Νύμου και άγαμος.

-Η τύχη της Ανακτορίας αγνοείται. Τα ως τώρα δεδομένα συγκλί-
νουν με την άποψη ότι έχει απολεσθεί από αβλεψία του τυπογράφου.

-Όσο για την Αριγνώτα υπάρχουν διαφωνίες. Σύμφωνα με μιαν
άποψη διέφυγε στην Αίγυπτο τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Κατ' άλλους επιβιοί και στις μέρες μας με το ψευδώνυμο Κυρά Πανα-
γιά ή Μαρία.

*

Να ταΐζεις την άνοιξη με απόσταγμα κυτίσου και βαθύ μπλε Veronese.

Αν είσαι γεννημένος για τα τέτοια, φύλαχ' τα. Δεν ήρθε η ώρα ακό-
μη. Κάτι σαν βρυχηθμών βροχή διατρέχει το διάστημα τελευτώντος
του εικοστού αιώνος.

Και διαμάντι στα δύο φτάνει να κόψει ένα μαχαίρι, αρκεί να 'ναι από
συμφέρον.

Για τα κακά σημάδια υπάρχουν τα καλά λημέρια. Να πιάνεις κάθε
ορτύκι από τη σκιά του ή στην ανάγκη να ζουπάς τα σκάγια στην πα-
λάμη σου όπως κουκούτσια. Σ' ένα τέτοιο κυνήγι ο σκύλος σου να
'ναι από ευγενές μέταλλο.

Πήρε τα φύλλα κίτρινα ο αέρας βροχερές κιθάρες.

Μάργαρον ύδωρ.

Αν ο ύπνος σου είναι κατά το ένα τέταρτο Vermeer μη σε νοιάζει·

μετά μία ή δύο χιλιετίες θα σου φανερωθεί ολόκληρος.

Της ευτυχίας ισχύουν όλα τα κρατούμενα μείον
Που είναι αδύνατον να τα προσθαφαιρέσεις.

Και η τελειότητα ένας είναι Παράδεισος που δεν εγνωρίσαμε ποτέ.
Μόνο που την ιχνηλατούμε. Με κάτι αγριμόνια μικροσκοπικά ή χα-
δάκια γάτας κι αλλά πολλά ωραιούλια επιστρέφουμε και την ακινη-
τούμε.

Κρίνα, γιούλια και μαγνόλιες σωρεύει ο θερίζων
Και ποτέ προσκομίζων πλούτη Κύριος.

Στα καταστήματα των νεοτερισμών τα έτοιμα ποιήματα στοιχίζουν
τρεις ή δέκα λέξεις φθηνότερα, όσες ακριβώς θα χρειαζόντουσαν για
να γίνει το ναι ίσως και το ίσως πάντα· χώρια εάν είσαι αγοραστής
Μαΐου σ' εκείνες τις κατά την περίσταση ομοβροντίες πάνω σε τάπη-
τα χλόης, όπως φρέσκες παπαρούνες.

Κι ένα άστρο που σου κρύβεται, μην τύχει κι είσαι ο ιδιοκτήτης του.

Σύκα της ωρίμανσης στο βυθό του Αυγούστου και πουλιά μη μου
άπτου, σταλτά χωρίς καμιάν διεύθυνση.

Αν θες να ωτακουσθείς του ίδιου σου του εαυτού, φρόντισε να 'χεις
περάσει μια πλήρη ζωή μικρού Βοτανικού Κήπου.

Για κάτι πιθανόν καλύτερο, που εάν δεν έσωσε να βγει
Πάλι ο κόπος μαρτυριέται

οποσακισούν.

ΒΑΡΥ ΤΟ ΧΩΜΑ ΚΙ ΑΓΝΩΣΤΟΣ Ο ΛΟΓΟΣ ΠΟΥ
ΜΕΤΑΤΟΠΙΖΕΤΑΙ ΤΟ ΚΩΔΩΝΟΣΤΑΣΙΟ

ΧΕΡΙ ΚΑΙ ΠΕΤΡΑ τόσο πλάι παραπλανούν το θάνατο

Οι μπεγκόνιες του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών στενάζουν

Λίγο ακόμα και θα παίξουμε Παρασκευή για όργανο

Πλησίον μια μικρή βροχή μ' όλους των άκοπων ακόμη οπωροφόρων

Τους στενούς συγγενείς και τα παιδιά μαζί

Μωβ ανθύλλια όλα στραμμένα

Δυτικά της Λύπης

Ντανγκ ίσως και να σημαίνει εγώ ίσως εσύ. Στο ένα πόδι
Ξεκινήσαμε όλοι μας αλλά για δυο περπατηξιές. Μια του απάτητου

όρθρου

Και μια του δίχως τέλους δειλινού της Οίας. Όπου σημαίνει
Μέσα μας συμπυκνωμένα ημερονύχτια δρουν τα πιο πολλά

εν αγνοία μας
Και τι πράο το χόρτο τι τραχιά η σπασμένη άδικα πέτρα

Έτσι ο κόσμος ο Ελευθέριος ο Μάρτης ο Ιωσήφ η Άρτεμις ο Κήρυκος

Η Μελισσινή και τ' άγουρο εγγόνι της Βατάνας

Η ακή του χρόνου φτάνει έως τον Ήφαιστο.

Στο αγώνισμα των πέντε δυσκολιών έχασες τη μία για πάντα.

Σαν την απωλεσμένη καθ' οδόν μέλισσα που θυσιάζεται. Πλησιάζει
ο χρόνος και την τρώει με βουλιμία.

Το κατά λάθος λάθος μπορεί να σε οδηγήσει και σε αλλά επόμενα,
δεν σε επαναφέρει όμως στο σωστό ποτέ.

Η τρέχουσα ευφυΐα είναι μια ισορροπία ανάμεσα στο χείριστο και το
βέλτιστο.

Η καταιγίδα που κατά καιρούς ξεσπά μ' αστραπόβροντα και μουγ-
κρητά προς στιγμήν σε απόσταση από τη Βρετανία είναι η φύσις που
για λογαριασμό της ανθρωπότητας επίμονα ζητά να της επιστραφεί
το κεφάλι της Μαρίας Στιούαρτ.

Κοίτα να κόβεις κάθε τόσο τα νύχια της Ιστορίας, επειδή έτσι και
μεγαλώσουν θα πνίξουν κι εσένα και την αλήθεια.

Κάπου θα συνεχίζεται το είδωλο που έβλεπε στις διόπτρες του ο
Ναύαρχος Νέλσων. Μένει ωστόσο ακόμη απ' έξω μια κραυγή που
ξέφυγε απ' την ακατέργαστη ανθρωπότητα.

Κανείς δεν μπορεί να φαντασθεί τι άσμα περιέχει ο θόρυβος προτού
μεταφραστεί σε κατάλευκο ατίθασο άτι.

Οι δυνάμεις που απαιτούνται για να ολοκληρωθεί ένα καρπούζι τον
Αύγουστο είναι κατά πολύ ανώτερες απ' τις άλλες που συντρέχουν
για να συντελεσθεί ένα κακούργημα σε οποιαδήποτε στιγμή του
χρόνου.

Κουράγιο χρειάζεται. Ανάμεσα στον δείκτη του χεριού σου και την
άκρη του τετραδίου σου απλώνεται τεραστίου μήκους έκταση που
έχεις να διανύσεις.

Αποτελώ ένα εύδρομον που συγκρούεται συνεχώς με το κοινό αίσθη-
μα των μελετητών. Ποιος υποβαθμίζει τον άλλον θα φανεί κάποτε.
Για την ώρα χάνω πάντα από την έλλειψη στις μέρες μας καταλλή-
λων οργάνων ναυσιπλοΐας.

Στον Εύξεινο των δημητριακών άμε να ζέψεις θύελλες.

ΔΡΩΜΕΝΑ ΤΗΣ ΜΙΚΡΗΣ ΤΡΙΤΗΣ

Αέτειος τύχη φυσάει κι ολοένα πιο φθοροποιά παρουσιάζονται τα
ερείπια. Εγώ τα βλέπω καινούρια με στολή αετού, μεγεθυμένα μες
στο μέλλον. Μια γυναίκα ξετυλίγει τον ήχο και τον στρώνει στο δά-
πεδο. Τα δύο πόδια που φαίνεται να προχωρούν προς τα πίσω εξακο-
λουθούν να έρχονται καταπάνω μου. Ξάφνου ανάβουν τα φώτα και
βλέπεις την ηρωίδα του έργου με τα καθημερινά της.

Μυρίζει κλεισούρα εδώ μέσα. Φαίνεται πως ο μικρός του εικοσιεν-
νέα είναι που σκηνοθέτησε την κλοπή. Στην αίθουσα του δικαστη-
ρίου οι δύο γυναίκες από την πολλή προσπάθεια έγιναν τρεις. Ο
αγκώνας της μιας είναι συνάμα και κρύπτη. Στο βάθος υπάρχει κι
ένας ανδριάς αορίστου εποχής έφιππος. Βουίζει κι ακούς τα γεγονό-

τα να τρέχουν. Είναι χρόνια τώρα που περιμένω μιαν απόφαση. Μα
δεν παρουσιάστηκε κανείς.

Κείνοι που κάναν την παρέλαση θα 'χουν κιόλας τώρα φτάσει στην
εκκλησία. Μια κυρία με σταματά και μου ζητάει λίγο νερό. Μια
άλλη με κοιτάζει απ' απέναντι. Φορά μια πλατιά κι ανάλαφρη ψάθα,
προσπαθώντας να χωρέσει μέσα της όλον τον ήλιο. Δίπλα της μια μι-
σάνοιχτη πόρτα. Κι η θάλασσα. Μια ελαφριά τρικυμία όπου κυριαρ-
χούν εναλλάξ τ' αρώματα της μπανάνας και της βιολέτας. Κλυδωνί-
ζομαι κι επιμένω. Έχουνε δίκιο. Το μεγάλο μας όφελος είναι από τις
πολλές μικρές καταστροφές. Έτσι εξηγείται πως οι τοίχοι όλοι και-
νε και βγάζουν καπνούς, χωρίς να φαίνεται πουθενά φλόγα. Που ση-
μαίνει ότι ο ήλιος ταξιδεύει, και όχι πάντοτε.

Ούτε ξέρει κανείς πως βρέθηκε εδώ. Διαθέτει μια πελώρια κινηματο-
γραφική μηχανή και ίπταται. Με κάθε κλικ εκτινάσσει μικρά καθη-
μερινά αντικείμενα, σφυρίχτρες, χτενάκια, μολύβια, βούρτσες. Μου
μπαίνει ο πειρασμός και πλησιάζω. Βάζω με το νου μου ένα παλιό
εγγλέζικο τραγούδι για την άνοιξη και περιμένω με δυσπιστία. Πρώ-
τα αισθάνομαι να πέφτει χωρίς λόγο μια λεπτή βροχούλα, και σε λί-
γο βλέπω από ψηλά λουλούδια πολλά, σκόρπια, σε μπουκέτα, και σε
ολόκληρα στεφάνια. Σωστός κατακλυσμός. Την ίδια στιγμή που μή-
τε ακούς μήτε οσφραίνεσαι τίποτε· αλήθεια θα 'ναι, φαίνεται, και το
ύψος του Κρόνου και το βάθος του Τάμεση.

Αν δεν σου λείψει ένα κομμάτι ζωής, όνειρα μην περιμένεις. Του χα-
μού πάντοτε είναι ιδιοκτήτης ο καιρός, κι εμείς σχεδόν σοφοί αλλ'
ως γέροντες, που ο ύπνος μας μαθαίνει ολόκληρους απέξω. Μας απο-
στηθίζει. Το εικοσιτετράωρό μας είναι μια συνεχής ανάκριση. Είναι
χρόνια τώρα που περιμένω μιαν απόφαση. Στην πραγματικότητα
όμως δεν υπάρχει τίποτε. Κάθε καθρέφτης έχει κι από 'να δικό του
είδωλο που, μόλις πάω να κοιταχτώ, με αλλοιώνει. Κατά λάθος μα-
θαίνει κανείς και μυστικά που περνούν γι' αλήθεια. Μολονότι τόσο
εκτεθειμένη στο φως δεν ξεβάφει.

Η παρέλαση ακόμη συνεχίζεται. Μπρος πάνε οι σαλπιγκτές και πί-
σω τους οι βαθμοφόροι με τα διακριτικά τους. Από το πλάι στη δια-
δρομή προφταίνουν να ιδρυθούν ζαχαροπλαστεία και ζυθοποιεία.
Σκέφτεσαι τι σπουδαίο θα ήταν να μπορούσε όλος ο τελευταίος πό-
λεμος να χωρούσε σ' αυτό το τετραγωνάκι. Τώρα οι πρώτοι θα έχουν
φτάσει κιόλας στη στροφή του δρόμου και θα πλησιάζουν στο λιμά-
νι. Με το που αρχίζει να σκοτεινιάζει, ο καφετζής της γωνιάς σκαρ-
φαλώνει σ' ένα τραπέζι για να κρεμάσει ένα φαναράκι. Μόλο που δεν
έχει δεύτερη παράσταση απόψε. Ετοιμάζομαι να τρομάξω.

Ακούγεται μια βοή. Θα 'ναι τα γεγονότα που ολοένα τρέχουν. Με-
ρικά παραχαραγμένα σαν χαρτονομίσματα. Ζητώ ν' αγοράσω αξιο-
πρέπεια σαν αυτή των ελεφάντων που απομακρύνονται για να πεθά-
νουν. Είναι μέρες τώρα που ανεβοκατεβαίνω σκαλιά χωρίς να βρί-
σκω το σπίτι μου. Θα πρέπει να γραφτεί και το τελευταίο κεφάλαιο
της ιστορίας για να δω αν ανήκω στη φυλή σας. Δε μου αρέσει. Όλα
τελειώνουν κάποτε.

Ένας κλητήρας απλώνει τον τάπητα της δικαιοσύνης.

*

Και μετά που δάκρυσα είδα τα βουνά
Γινωμένα ιερά να βασιλεύουν
Πίσω από τον ήλιο.

Το θαύμα είναι πάντοτε μονογενές. Η παραμικρή προσθήκη ευφυΐας
Μαγιού το μεταβάλλει σε γεωμετρημένο λαχανόκηπο.

Οι πενταροδεκάρες της ατιμίας που μήτε τις παίρνεις είδηση αποτε-
λούν εντούτοις, όπως το αντίστροφο ενός εράνου, την απώλεια του
μισού κεφαλαίου σου.

Φορβάδες θέλει το κριθάρι κι αναιδείς αναβάτες οι φορβάδες.

Αν καταφέρεις να βγάλεις Blake απ' τον Shelley και Shelley απ' τον
Blake έχεις ήδη γίνει η αρχή ενός νέου Vasco da Gama.

Αιολεύς έβαινε Δωρίαν κέλευθον ύμνων

Από τις παράνομες σχέσεις ανάμεσα στα άλογα του Paolo Uccello
και τα νούφαρα του Claude Monet πρέπει να γεννήθηκαν τα πιο καθα-
ρόαιμα μονόχρωμα του Rothko, ή αλλιώς η απόλυτος ζωγραφική.

Άπαξ και φτάσει να θεωρείται αλάνθαστο ένα χρώμα, δεν υπόκειται
πλέον στην εξέλιξη, ακριβώς όπως ένας τέλειος στίχος. Μάθε
ν' αγοράζεις πάντοτε από την ίδια -όσο μεγάλη κι αν είναι- ποσό-
τητα του ελαχίστου.

Κι αυτό που θα το λέω «αείπηγον», εννοώντας κάτι μικρά πατήματα
βρυσούλας κει που διάβηκε Όλυμπος.

Αν δεν έχεις κάνει έρωτα ποτέ σου με τα μαθηματικά, δε θα μπορέ-
σεις ν' αποδείξεις ότι τα γραφτά σου τους μοιάζουν.

Είναι τόσο σχετικά τα μεγέθη, που αυτοκαταργούνται. Ένα ικανό
μυρμήγκι βαρύνει -σε απόλυτο αξία- περισσότερο από έναν μέ-
τριο πρωθυπουργό.

Άσπρα κομματάκια σύννεφο έδειχναν
Τι λογής φυσάει στον κόσμο εκείνον.

Ο βήχας του Ιουστινιανού δεν έχει μεταφραστεί ακόμη. Εξού και
η δυσκολία να κατανοηθεί ως τις μέρες μας η δημιουργία του Βυ-
ζαντίου.

Και ως γη και ως ώρα, η μεσημβρία σημαίνει την ίδια σου την καμ-
πάνα.

Τόσο το θέρος, τόσα τα πουλιά, και σε μέγα βάθος
Η πάντων και πασών Ελληνίς θάλασσα.

ΟΣΟ ΠΙΟ ΤΑΧΥΝΕΤΑΙ Η ΠΕΡΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΓΗΣ
ΜΙΚΡΑΙΝΕΙ ΤΟ ΠΕΡΙΟΥΣΙΟ ΣΥΝΟΛΟ

ΜΙΚΡΗ ΤΗ ΛΕΝ παρόλον που μ' αφειδείς πόταμους και βουνά

Ημιάγρια πυρός έμπλεα μοιάζει να είναι

Για μας τους άλλους η γαλάζια υδρόγειος. Χαϊδεμένο το άδικο

Αενάως ασχημονεί και οι πέτρες από ένστικτο

Προς κάτι τ' ορθογώνιο κατατείνουν. Ας δείξει πυγμή το

οποιοδήποτε τριαντάφυλλο
Δεν είναι ποτέ του έξω απ' το παιχνίδι
Θα περάσουν χρόνοι πολλοί και ακόμη θα λυπάται που δεν
Του 'τυχε να γεννηθεί στ' αλήθεια ο άνθρωπος
Όσο για μένα με τον ρου του πόταμου πηγαίνω και σε ξανθές ή
Μαύρες όχθες μήπως μ' αποθέσει. Κοιμάται μέσα μου
Μια μέρα που η μισή της δεν έσωσε να πήξει ακόμη
Τρίτη θα γίνει και Τετάρτη επίσης με πουλιών και βοτάνων

εορτολόγια. Επειδή

Τρώγοντας από σένα τον ίδιο επιβιώνεις
Και η κάθε στιγμή την άλλη ωσάν να εκδικείται υπάρχει
Αργότερα θ' αρχίσουν των Παναθηναίων οι θεωρίες
Με ροδίτες βότρεις κάνιστρα κι ακριβά του Ζήνωνος ρήματα
Ευοί ο διάττων άνθρωπος ευάν ο νιόνυμφος της Μοίρας
Λίγο ακόμη και θα συνουσιαστούν ανδρεία και κάλλος.

Την άνοιξη αν δεν τη βρεις τη φτιάχνεις. Και ή πάς να παίξεις τρικυ-
μία ή πνίγεσαι.

Με δυο κεράσια ιππαστί στ' αυτιά

Τελάλης του έαρος να συνεγείρω τ' αντανακλαστικά

Του ποτέ παλαιού La Bruyère

Μετέωρου του πελάγους προβαίνω.

Και στον ενεστώτα του αρέσει να ξενοπλαγιάζει ο έρωτας και στον
παρακείμενο. Με λίγο παραπάνω πιπέρι κατά την περίσταση.

Μια εξίσωση από κολοκύθια που βράζουν χωρίς κανέναν προορισμό
είναι η ζωή. Αμέτε να μετρηθείτε, αχθοφόροι του ονόματός σας.

Η σκέψη ξεβάφει, ο νους ποτέ.

Σ' ένα τετράγωνο αιγιαλού βότσαλο ροζ-βιολετί κίτρινα του κηρού
και άγριου πρασίνου τοποθετημένα με τάξη μαθηματική εξορκίζουν
την αταξία των νοημάτων, επαυξάνοντας το επιπλέον τρωτόν του
τρωτού.

ΜΠΟΛΕΝΑ Ι

1. Τόσον ωραία που δεν την έχει δει κανείς ποτέ του. Άλλωστε
με το πρώτο φως γίνεται άγαλμα με λευκά μάτια και μένει ανεπηρέα-
στη απ' τις εκρήξεις σε βαθύ φαράγγι πλάι σ' έναν σταματημένο
υδρόμυλο.

2. Μαθημένη στην ένδεια η πέτρα δεν ζήτα ούτε να φέρει πίσω τη
μέρα ούτε να την ωθήσει μπροστά.

3. Σχεδόν είναι ίδιοι, φοράνε μεταλλικά κουμπιά και κράνη. Προ-

χωρούν μες στο σκοτάδι, σπρώχνονται ανάκατα να μπουν: ο Φορλεό-
νι, ο Γκίζι, ο Καράγιωργας, ο Πρανπολίνο, ο Παππάς, ο Χαρώνης, ο
Περτίνι, ο Ζώης, ο Μπουρνάζι. Για μισή ώρα τα παιδιά των αγγέλων
κρατώντας της αγαπημένης τους το χαμόγελο.

Από την τρέχουσα πραγματικότητα στην απώτατη προφταίνω να κα-
ταλάβω ποιος είμαι.

Η ίδρυση της προσωπικής σου πρεσβείας πλησίον των αλλοεθνών
πουλιών θα συντελούσε στη διεθνή συνεννόηση. Όχι τόσο μέσω των
κρωγμών όσο μέσω των σκιρτημάτων, που η έλλειψή τους στις ημέ-
ρες μας δημιουργεί τον κίνδυνο αληθινού λιμού.

Έχω πει τόσες πολλές αλήθειες, που μοιάζει με ψέματα.

έμοι δ' ολίγον δέδοται
θάμνος δρυός· ου πενθέων δ'
έλαχαν, ου στασίων

Περιβρέχει με χόρτα τη μισοκαμένη γης που αφήσανε όσα δεν έσω-
σε ποτέ αδαμαντερά λόγια να γίνουν.

ΜΠΟΛΕΝΑ II

4. Μπολένα, Μπολένα, είσαι του κατά λάθος θανάτου το θύμα και
τ' αυριανό νεογέννητο. Σε τρέφει το γάλα των στρατιωτών και το δά-
κρυ των μαρτύρων.

5. Η νεότητα μπορεί να εκτελεί των άλλων διαταγές, για δικό της
όμως λογαριασμό ένα και μόνον κράτος αναγνωρίζει.

6. Τρέμει στην παγωνιά με χείλη μπλάβα και δεμένα τα χέρια
στον κορμό μιας ανύποπτης βελανιδιάς ο χθεσινός λοχίας. Τόσο
πληρώνεται στη γης αυτή η εκ γενετής πραγματικότητα.

7. Κι έναν πόντο πιο ψηλά να πάτε, άνθρωποι, ευχαριστώ θα σας
πει ο Θεός.

Θέλει τουφέκι ο χρόνος, αν επιθυμεί να γίνεις μια σκέτη ανάμνηση.

Από το πορτοκαλί στο κόκκινο και από τον ίασμο στο γιασεμί το πως
προφέρεις δείχνει το πόσο αρέσκεσαι στην ύλη. Ένα ρω που τρως
και σου εμφανίζεται άγιος.

Άδικο κι ανεπίτρεπτο είναι οι Ταξίαρχοι της Μουσικής ή της Ζω-
γραφικής να περνούν τα σύνορα με τον ίδιο βαθμό, και οι ποιητές
υποβιβασμένοι στο βαθμό του λοχία. Εκτός κι αν η τέχνη του λόγου
σκοπίμως κρύπτεται από τις δυνάμεις της αντικατασκοπίας.

ΜΙΚΡΟ ΠΑΙΓΝΙΟ ΓΙΑ ΜΕΓΑΛΟΥΣ

Όσο κι αν μειώνω αυτά που σημειώνω

πάντα κρατώ τον όνο

Που θα με φέρει πίσω σ' όσα δεν

έσωσε να λύσω.

Κάλλιο να δίνει της γαλήνης προσάναμμα κανείς μ' ένα σκέτο ελαιό-
δεντρο.

Το διαμάντι δεν είναι παρά το προϊόν της μακρόχρονης και πεισμα-
τικής προσπάθειας ορισμένων ανθρώπων ν' απαλείψουν το μαύρο μέ-
ρος της μοίρας τους. Eξού και είναι τόσο σπάνιο.

Τα ποτήρια του Mozart και του Haydn εγγίζονται τόσο πολύ που κιν-
δυνεύουν να σπάσουν.

Όσο πιο κακός καμαρώνεις ότι γίνεσαι τόσο περισσότερα κιλά χά-
νεις από το βάρος της δοσμένης ευφυίας σου. Κουτή μέλισσα που με
το κεντρί σου χάνεσαι.

Υπερεκχείλιση στη στεναχώρια πάει να πει αμολήστε τα σκυλιά.
Κάπου στον κόσμο των κλειδιών θα υπάρχει κάποια παρατεταμένη
λύση.

Σε μιαν άλλη διάσταση την ώρα που εγώ κοιμούμαι ακούω από τον
κάτω όροφο τον εξάδελφο του νου μου ν' αφηγείται το πως τη βασι-
λεία των Περσών παρέλαβεν ο Δαρείος Υστάσπου. Πραγματικά,
όπου να 'ναι θα μπει ο υπηρέτης του, εκτός κι αν εγώ ξυπνήσω.

Και το ένα σ' άλλο απανωτά κοπάδια του ύπνου ροζ
Ή γκρι με βούλα. Τα για σφάξιμο.

Σε μεσιανό δάχτυλο ο ευφυής διακρίνεται και ο άτυχος.

Και συνήθως πλέον εύδρομος ο ενάντιος είναι.

Η ασχήμια δεν άφορα την δράση, όσο τη συμπεριφορά. Ένα βάναυ-
σο σκούντημα τοποθετείται στον αντίποδα της Femme-Fleur του

Picasso.

Η απόσταση ανάμεσα στο τίποτε και το ελάχιστο είναι κατά πολύ
μεγαλύτερη απ' ό,τι ανάμεσα στο ελάχιστο και το πολύ.

Φαντασία ψυγείου δεν μας χρειάζεται ούτε διαλογισμός καπνιστός.
Χρειάζεται να 'ναι η σκέψη σου πέστροφα και να μη φτάνει ποτέ της
ως τη φωτιά.

Σε όλα τα δέντρα θα πρέπει να υπάρχει το όνομα κείνο που σε ένα
μόνον άπαξ εχάραξες.

Γιατί και ο έρως μια θαυματουργία είναι.

Τον κορυδαλλό τον ακούς μόνον όταν δεν τον βλέπεις, όπως την
έμπνευση τη βρίσκεις μόνον όταν δεν την κυνηγάς.

Της Κρήτης είναι και της Αττικής τα γονικά μου:

-Εάν τρως του παραθαλασσίου σου αμπελώνα ροδίτη κι είναι η
ίδια η Αφροδίτη που σε συντροφεύει, καταντά καθαρή αιμομειξία.

-Εάν το σταφύλι σου είναι μαύρο, σκόρπισε μικρές και μεγάλες
άρκτους στον ουρανό ή στη συνείδηση σου.

-Ένα πανέρι με καθαρή κέρινη σουλτανίνα θα βοηθούσε στον και-
ρό του να βγει διαφορετική απόφαση για τον Σωκράτη.

-Η φράουλα είναι της Τετάρτης με λιγάκι συννεφιά.

-Όσο για τα ροζακιά, είναι φρεγάτες για πορθμούς ευρύστερνους.

Το πλην του ενός με αγγίζει.

Που θα 'λεγε τινάς τις Πυθαγόρειος.

Και ζηλεύει σμαράγδι το πιο σπάνιο των παιδικών μου χρόνων δάκρυ.

Λιόφυτα λιωτά σε Ιούλιο και στριγκή μάγγανου ήχησις
Λάχεσιν έχει το νόημα του φωτός εκνοεμβρίσει.

Η απόδοση ενός πατρογονικού ελαιόδεντρου δεν είναι το λάδι του
αλλά το καθαρό νερό της σοφίας.

Εύφορες που 'ναι οι πεδιάδες και από δυνατό στάρι οπλισμένες, κά-
ποτε μάλιστα πάνω στην ώρα που με ροζ και βιολετί ένα δεύτερο
νόημα το πρώτο παίρνει.

ΣΤΡΙΦΤΑ ΜΥΤΕΡΑ ΚΕΡΑΤΑ Η ΕΥΝΟΙΑ ΕΧΕΙ
ΦΟΒΟΥ ΛΑΧΝΟΥΣ ΚΙ ΕΧΕ ΝΟΥ ΜΟΝΟΝ ΓΙ' ΑΓΑΠΗ

ΠΕΡΙΣΣΕΥΜΑ ΕΙΧΕ Η ΤΥΧΗ ως φαίνεται

Και με χέρι μακρύτατο μεσοχείμωνα φτάνει ο Αύγουστος

Να μας αγγίζει. Αλλ' εμείς αλλού αποβλέπουμε

Κάνει πλώρη κι ας δαρτεί στην τρικυμία η πρώτη ζωή

Σ' ένα μεγάλης διαρκείας εναντίον έζησα μες στην ευμάρεια

Κυκλάδων χρυσοκύανων και πνοών Αιολίδας

Λείχοντας λέξεις κι άλλες των κλώνων συλλαβές διέφυγα

Κι από την Εσθονία ως το Ιράκ επήγα κι από το Ισραήλ έως

Την Κολομβία. Μόνος. Κι ως προς τα της χρείας ανένδυτος

Βρήκα βροχές κρυφές και νύχτες από γιούσουρι

Και νήμα δωρεάν του εάν και του όχι

Πού λοιπόν σε ποιου μαντείου τα μείον δωροδοκείται ακόμη

τ' άγνωστο

Ποιας τρυγόνας άλμα ελευθερώνει κι ασημένιο ρίχνει
Μες στη νύχτα ιχθύν να σαλέψουν της θαλάσσης τα θήλεα
Καιρός να εικονιστούν τα είδωλα και στον ύπνο και πάνω μας
Είναι από τ' αποτυπώματά μας που θα υπάρξουν του έαρος οι επίγονοι
Κανείς άλλος δεν εξέρχεται σώος από τέτοιων αιώνων το άθροισμα.

Πολύεδρα του αδάμαντος εστέ η ζωή μας.

Ακόμη και στα βάθη ενός τρομακτικού θορύβου, ένας Ήφαιστος
εξακολουθεί να κοιμάται πιστεύοντας ότι με την αύριο αυτός είναι
που θα γεννήσει τον αληθινό θόρυβο.

Όπως η γεύση με τη μετατόπισή της από τον ουρανίσκο στην άκαν-
θα του βλέμματος μεταβάλλει μια φράουλα, και δη con limone e
zucchero, σε κόρη δεκαοχτώ ετών και εικοσιδύο καρατίων, έτσι και
η σκέψη από απλός ερεθισμός κάποιου κέντρου του εγκεφάλου με-
ταβάλλεται σε θάλασσα ηδονικών αισθήσεων, που να ξετρελαθούνε
οι Θαλήδες όλοι του κόσμου.

Δεν είναι το φως που σε βοηθεί να διαβάσεις αλλά της πηγής του η
σεξουαλική δύναμις.

Η ομορφιά μπορεί να πουλιέται. Στις τράπεζες όμως δεν κατατίθεται
ποτέ. Ο τόκος θα ήτανε μια φθορά επιπλέον στο υποτιθέμενο κεφά-
λαιο.

Στο μυαλό του καθενός περιμένει μια κότα.

κείνον, ος Ζεφύρου τε σι-
γάζει πνοάς

αιψηράς -οπόταν τε χει-
μώνος σθένει

φρίσσων Βαρέας επι-

σπέρχη, πόντον τ' ωκύαλον

ριπαίσι ταράξη

ΤΡΙΝÁΚΡΙΑ

Με λίγη ακόμη αφή και πολλήν όραση ο χάρτης ολοκληρώνεται. Κι
άξαφνα ντανγκ! Ο ήχος της καμπάνας που βουτάει ολόισια, διψα-
σμένος θα 'λεγες για γνώριμα κι από καιρό χαμένα ύφαλα κει που
λευκάζουν ίσως ακόμη τα καμπύλα και γλιστερά μιας Αφροδίτης,
ν' ανεβάσει και να σκορπίσει στον αέρα πραγματικότητες παντοτι-
νές, ει δυνατόν σ' ένα είδος μετάφρασης των Εβδομήκοντα· όπως ως
τώρα γινόταν με τον χρυσό του χαλκού που φύλαγαν για μας οι κώδω-
νες των ορθοδόξων, αν όχι και με την οξύτητα στη γεύση των καρ-
πών της μεσημβρίας, ή με τις απόπνοιες της σταματημένης θάλασ-
σας σ' εκείνα τα δειλινά που φτάνουν να μυρίσουν καρπούζι, κάπου
δυτικά της Αιολίδας. Από κάτι τέτοια είναι που πλάθονται οι αλη-
θινές πατρίδες. Από τις μαγνητικές ιδιότητες που ακτινοβολεί ωσάν
ήλεκτρον η αγάπη κι επιλέγει κομμάτια ύλης που είναι στερεοποιη-
μένες αισθήσεις για να ζήσει: αν όχι με το δοσμένο απλώς αλλά με
το φωτάκι που ανάβει στην άκρη των δαχτύλων μας κάθε φορά που
χτυπάμε πλήκτρα για να 'ρθουμε σε επαφή με τη γνωριμία ενός βαθύ-
τερου κόσμου.

Η επιστροφή από την εξορία ορισμένων αγαπητών πραγμάτων και
η επανεμβάπτιση μέσα στον φυσικό τους χώρο συντάσσουν και τον
καταστατικό χάρτη ενός ετερογενούς κράτους. Ο απόηχος του ναϋ-
δρίου που ξαναβρήκε το δρόμο του μέσα στα σύσκια δάση, ο αιφνιδια-
σμός πορτοκαλεώνων πέραν οιασδήποτε Λακωνίας ή Κρήτης με όλα
τους τα επακόλουθα και η ανακυάνωση του πελάγους κατά μήκος Λέ-
σβου, ευθύς που ξύπνησε κι αρχίνησε ν' αγριεύει, δανείζουν το ένα
στο άλλο ιδιότητες που ασκήθηκα να γυμνάζω και να προπονώ σ' όλη
τη διάρκεια της ζωής μου. Πορτοκαλί να 'ναι το μπλε και ελαιώδες το
πράσινο. Για να τραγουδάει τα βραδάκια η Ελπινίκη και να πλέκει
αιωνίως καταπιστευμένη στην τύχη της η μικρή Θέκλα.

Όλα να είναι άγουρα, όλα στην προπαραμονή τους. Ο παπάς στον

βασιλικό του, ο ξένος στο σπιτάκι του κηπουρού, και τ' απειράριθμα
μικροσκοπικά πουλάκια στη διαρκή έναρξη μιας καινούριας ημέρας.
Τι μικροψιλοψελλίσματα είναι αυτά, που λες και κάτω απ' τα δοκά-
ρια με την ίδρυση κάθε νέας ημέρας επαληθεύεται το ελληνικό αλ-
φάβητο. Επειδή εδώ, σ' αυτά τα μέρη, το παν ομιλεί, ο κισσός, η βρύ-
ση, το αγροκήπιο, και οι άκρες των τριών ακρωτηρίων, έτσι που ο-
πως και να το κοιτάξεις καταλαβαίνεις ότι ce jardin donnait sur la
mer. Ένας κήπος όπου μου έπεσε ο λαχνός να μπω κι εγώ σπώντας
βέργες ανεμώδεις, όπως μπήκε ο Matisse με τα χρωματιστά χαρτιά, ο
Βενιζέλος με τα αντιτορπιλικά του, και ο Μακάριος με την ευστρο-
φία του. Μιλώ για ένα επ' ακρωτηρίου ακρωτήριο, μοναδικό απ' όσο
γνωρίζω σε όλον τον κόσμο, και που ορίζει χωρίς καν ποτέ σου να το
έχεις παραδεχτεί μιαν εξουσία υπερπλήρη, που κάτω από άλλες συν-
θήκες θα 'χε η άνευ ανταμοιβής αγάπη απορρίψει.

Ναι, θα πεθάνουμε από μιαν άποψη όλοι μας. Αλλά όμως θα εξακο-
λουθούμε να 'μαστε της ίδιας μας της ύλης ο συνεχής κι ατέρμονος
όρθρος.

*

Ολίγου νου η βαθύοργη βροντή.

Κι ένα κουρέλι οσμής παλαιού σανού στο ράμφος πελεκάνου ανέμου.

Η εξ απροσεξίας ανορθογραφία στα νοήματα μπορεί κάποτε να βγά-
ζει σε Martin Heidegger, όπως και στη μουσική σε Carl Maria von
Weber. Η εκ προμελέτης όμως μόνον στον Picasso και εναντίον
εκείνου του «όχι πάντοτε» που είπε κάποτε ο ίδιος.

Το πείσμα είναι υγεία. Είναι μια πρωινή γυμναστική που πρέπει να
την κάνουμε κάθε μέρα εάν θέλουμε να κρατήσουμε την επαφή μας
με το ζωντανό μέρος των πραγμάτων.

Στον αγώνα της μικρής ευτυχίας ευδοκιμούν κατεξοχήν οι μεταξετα-
στέοι. Με κανέλα και ζάχαρη ως και οι πτωχότεροι τη γνώσει επι-
βιώνουν κηφήνες.

Έχε το νου σου μην και χαθεί το δοχείο της φαντασίας σου.
Δε θα σου μείνει μήτε Αϊνστάιν μήτε άγιος Χαράλαμπος.

Σταγόνα τη σταγόνα ο χρόνος. Βρύση ποτέ
Υποχθόνιοι ψίθυροι όμως κατά καιρούς προ-
Πορεύονται των ημερών, κι ένας
Φεψάλυξ πυρ δίδει στων εγκόσμιων τ' άπτερα.

Από κίτρινο σε κίτρινο το μπλε σου ξεφεύγει σαν χαρταετός. Βάλε
μπρος τον άνεμό σου προτού χάσεις και τα προστάγματα της αυτο-
κρατορικής μοναξιάς σου.

Α, δώστε μου να φάω νεότητα σαν κρέας ωμό και ευρύστερνα τριαν-
τάφυλλα για να θωπεύω.

Μεγάλα δέντρα της γενιάς του Εμπεδοκλέους.

Ψελλιστί παίρνεται ο υπνάκος μέσα σ' ένα στεντόρειο μεσημέρι, γε-
μάτο από τζιτζίκια που μαίνονται. Ιούλιος. Α, να 'ρθει η ώρα που θα
δαγκώνεις το περγαμόντο και που ύστερα θα πίνεις πίνεις πίνεις δρο-
σερό νερό, καφέδες, και τσιγάρο ατελεύτητο σαν την Ελλάδα.

Αν είσαι άμοιρος της λατινικής σου χρειάζεται μια κούρα συνεχών
sine qua non, όπως αν είσαι κουφός των γεύσεων σου χρειάζεται δίαι-
τα με μουσική πικρής σοκολάτας.

Η φθήνια φτάνει κάποτε να στοιχίζει τόσο ακριβά, που ανάγκη πάσα
να γίνεις μέγας επιφυλλιδογράφος.

Από πραγματικότητα φτιάχνεσαι κατά λάθος και κανείς πλέον δεν
μπορεί να σου αλλάξει όνομα. Αυτό έχει σημασία. Επειδή τ' άλλα
σβήνουν και χάνονται σαν μέτρια ποιήματα.

Σε δύο μόνον πράγματα χρησιμεύουν οι λεγόμενοι συγγενείς: να πί-
νουν το λικέρ της γιορτής σου και τον καφέ της κηδείας σου.

Τρέφομαι απ' αυτά που οι άλλοι νηστεύουν για να σώσουν την ψυχή
τους. Χρειάζεται κάποτε να γίνεται παρά ένα φωνήεν αισθηματικό το
στομάχι μας.

Να φωτογραφίζεις αν γίνεται τη στεναχώρια σου την ώρα που περ-
νάει το τρένο κι αστραποβολούν τα παραθυράκια της.

Ενόσω δεν φτάνει να γίνει στενογραφία η ζωγραφική θα παραμείνει
απλώς μία δημοσιογραφία της εικόνας.

Χρειάζεται και να ντρέπονται μερικές συμπτώσεις.

Θάμαρις ερημονίας η ομβρία και άτυπτος που ενδεώς τα πάντα βρώ-
σεται. Διακομιστί παν το ευ και το ουν επιδαψίλως προς με ύσγισε τα
ευσήμαντα. Πάλιον το βιείν. Έλα πολυγλυκιλιά μου, σεντόνισε τη
θλίψη σου, και τι χαρμός ν' ανθώνεις γύρω σου όλα τα!

Ύδωρ Κολονίας υπάρχει και εκ του φυσικού, αλλά για μας τους α-
δαείς της ευδαιμονίας απαιτούνται τρία πράγματα: παντελής απουσία
ψυχολογικών προβλημάτων, οξύ κίτρου 90° και αθωότητα νηπίου αι-
γάγρου. Προσοχή, το βάρος πέφτει όχι τόσο στη λέξη όσο στη χη-
μεία και τα παράγωγα της.

ισοδένδρου τέκμαρ αιώνος λαχοίσα

Αν είναι κάλιον χρυσού ή περιστεριού πετάρισμα που καθορίζει
τους δείχτες του ωρολογίου σου, εξαρτάται από τας οφρύς του Διός.

Μια χορεύτρια που διετέλεσε χορτάρι στο έβγα του φεγγαριού με
μνημονεύει. Μου 'χει μείνει κάτι από την κίνηση των φυτών την ώρα
του θανάτου.

ΟΣΟ Γ1Α ΤΕΛΟΣ ΝΑΙ ΔΙΚΑΙΩΣ ΕΠΑΙΡΟΝΤΑΙ
ΚΑΙ Η ΠΕΤΡΑ ΚΑΙ ΤΟ ΚΥΠΑΡΙΣΣΙ

ΟΛΑ ΦΑΙΝΟΝΤΑΙ και οι τρύπες από το σφουγγάρι

Που υπήρξε τοίχωμα σπηλαίου και τώρα εκ των πλαγίων

Με πλησιάζει. Όμως το μάτι του βυθού καιρών άλλων στιγμιότυπα με

τα σημερινά συν-
Δυάζει. Έτσι που να μαθαίνεις μέλλον από πριν και δίχως γήρας

νεότητα

Πρίγκιπες των κυμάτων για χάρη ενός κακότυχου
Αναπηδήσατε. Θ' ακολουθήσουν γαίες με γιαλού γιασεμιά και
Γι' αλλού τρίτροχα. Ναι

Κάπου και για μας θα υπάρχει ένα ωραίο παράνομο
Σοφία σοφία του κόσμου τι μονόπτυχος είσαι ή με ναι
Ή με όχι τα λες όλα και τριγύρω σου συντηρείς τρικυμία
Περνάω αγρίμης και στα χείλη μου μόλις αγγίζουν
Διάττοντες μιας γεύσης μακρινής πίκρας και ταξιδιού ανέφικτου
Υπάρχουν ως και στο κενό γαζίες για τους αλιείς
και τους φιλέρημους. Ένας προς έναν όλοι μας περνούμε
Και από την καταστροφή και από της σωτηρίας το στέγαστρο
Κοίτα να συντομεύεσαι σαν χρυσαλλίδα επτάπτερος ω φίλε!
Οπόταν συναινούν και η γη και το ύδωρ μέσα σου.

ΤΩΝ ΘΕΣΠΕΣΙΩΝ ΟΜΗΡΟΣ ΚΙ ΑΣ ΠΕΝΟΜΑΙ
ΓΛΥΚΙΑ Η ΖΩΗ ΚΑΙ ΠΑΤΡΟΣ ΑΓΝΩΣΤΟΥ Ο

ΘΑΝΑΤΟΣ

Και να! Μια ημικατεστραμμένη Θήρα που ως Νίσυρος επανακτίστη-
κε με γεράνια τεράστια και νερά κυλιόμενα παλαιάς Ιλιάδας κελα-
ρύσματα. Όπου σημαίνει του βαρβάρου δεύτερη άνοιξη, νόμος δεν
γράφει, και πάσα του ηλίου ακταιωρός δεκτή, το άλκιμον ήμαρ και το
εξ όλων των χρωμάτων εν και πάλλευκον, το αχνάρι της μέλισσας
κει που δεν ετελειώσαμε ποτέ. Φιλιά που δόθηκαν κι άλλα που δεν.
Χαρέτωσαν.

Ανθ' ημών η αγάπη.