Κρυφά καλείς
Ζωγραφίζεις μυσταγωγίες όρασης
Υποδύεσαι υγρές νοσταλγίες αφής
Κατεβαίνεις τη σκάλα
αφήνοντας αποτύπωμα παραπλάνησης
στο λαβύρινθο μιας ραγισμένης επιθυμίας
Αν και γνωρίζεις ότι ο χρόνος
δε λυπάται κανέναν
στέλνεις το δούρειο άρωμά σου
να διασχίσει το αναφιλητό της κλίνης
Με θαμπούς ψιθύρους
κρυφά καλείς
αισθήσεις που απώλεσαν τη μνήμη τους
Η τρυφερότητα της σκιάς σου
ερμηνεύει τους χρησμούς του απρόσμενου
απαλύνει το πένθος των μονολόγων
Εξαλείφοντας με φως τα ίχνη σου
συντρίβεις την περιπλάνηση
αγγέλλοντας θριαμβικά
το τέλος της νύχτας
Ξυπνάω ακρωτηριασμένος
είναι αδιαπέραστο
το ναρκοπέδιο των ονείρων.
(Ο Πειρασμός της Νοσταλγίας)
Άτιτλο
Κι αυτός είπε :
Θα σε πληγώνω
Κάθε μέρα θα σε σκοτώνω
Στην αγκαλιά μου πεθαίνοντας
Θα γράφεις τα πιο ωραία ποιήματα
Κι αυτή είπε :
Καμία λέξη σου
δε συγχωρώ
Πάλι και σήμερα
Με ποίημα
Έβαψες τα χέρια σου.
(Αμαρτολόγιο)
Οι μέρες της βροχής
Οι μέρες της βροχής
είναι η διαδικασία του ερχομού σου
Το μυστικό βάδισμα
Απειροελάχιστη αναμονή
Η απόσταση ενός διαδρόμου
Ύστερα η υγρασία σου πληθαίνει
Μεθώντας τα οράματα του σκότους
Αποδεσμεύοντας εκκωφαντικά
την ύστατη εκβολή μου
Οι μέρες της βροχής
είναι η μισάνοιχτη πόρτα μου.
(Ονειρόδραμα)
Όταν θάρθεις
Όταν θάρθεις
θα σβήσω τα φώτα και τις ώρες
Να αφήσω μονάχα το μωβ
να φωτίζει τα μάτια σου
Θα σε κοιτάζω ασάλευτος
αιμορραγώντας γιασεμί και θέρος
Δε θα μιλάς
Θα γεμίζει το ποτήρι μας
το άρωμα μιας άρρωστης μνήμης
να πίνουμε ατελείωτα
στο μεγαλείο της σήψης
Όταν φύγεις
σε παρακαλώ
μη μου επιστρέψεις την όραση.
(Εξίτηλος χρόνος)
Ψηλαλώνια
Σκοτωμένο απόγευμα
καρφωμένο
στις αιχμές των πεύκων
Αχνίζει πηχτό
το αίμα της δύσης
Ποιο άλλο χρώμα
να συγκριθεί
με το πορφυρό δάκρυ του συντριβανιού;
Κι ο άνεμος σκοτεινός
ξεφυλλίζει τις σελίδες της φοινικιάς
Πέφτουν λυπημένες ιστορίες
σαν αυλαίες μικρών δραμάτων
που ζήσαμε
με αθώους τώρα πια τους απόντες
Περισσότερο από μόνος
Τόσες λέξεις περαστικές
καμία δεν γύρισε
να με κοιτάξει.
(Αμαρτολόγιο)
Ο θρήνος των επιθυμιών
Απ’ όλους τους θρήνους
στη ζωή
ο πιο σπαρακτικός
είναι αυτός της επιθυμίας.
Αν ο χρόνος
δεν έσβηνε τη δίψα του
με τα δάκρυα των επιθυμιών
Το σύμπαν θα είχε πλημμυρίσει οδύνη.
(Ανέκδοτο)
Στη θηρεύτρια των ονείρων
Έπρεπε να έχουμε συναντηθεί
σε εποχές άλλες
Τότε που η δύση
έσπαγε πάνω στα παράθυρά σου
Κι εσύ σε ετοιμότητα λύπης
Σε μια τρυφερή αναμονή δακρύων
Να με γκρέμιζες από τη μοτοσικλέτα μου
Κι από τις τσέπες του δερμάτινου
Να άρπαζες τα ποιήματα.
(Αμαρτολόγιο)
Να πονάς από επιθυμία
Θα αφήσω μέσα σου ένα κεντρί σα χάδι
Να σε κάνω να πονάς από επιθυμία
(Αμαρτολόγιο)
Ματαιωμένος
Οι μέρες του φθινοπώρου
αλυχτούν μέσα στη νύχτα
Αγέλη πεινασμένη
αναμένει να τραφεί με τις σάρκες των ωρών
Περιφέρω τη λύπη μου στα άδεια δωμάτια
Την παρατάσσω απέναντι στο μέτωπο της χαράς
Μπροστά μου το ποίημα
ζητάει άγρια την αφορμή του
Σπάω τις μύτες των μολυβιών πάνω στα τζάμια
Αναιρώ κάθε αξία ποιητική
Κάθε υγρό ελιγμό των λέξεων
που εκβάλλει πάνω στο χαρτί
Δεν επιθυμώ να αποτυπωθώ
Τι θα ωφελήσει αν με δείτε;
(Αμαρτολόγιο)
Η λυσίκομος ποιητική κόρη
Το ποίημα πρέπει να το αφήνεις στο συρτάρι σου
να ωριμάζει
να σιτεύει.
Κάτω από το αδύναμο φως
των νυχτολούλουδων λύχνων
να χτενίζεις τα ξέπλεκα μαλλιά του.
Να αφαιρείς
Να συμπυκνώνεις
Περπατώντας στο δρόμο να φωνάζεις μέσα σου
το ποίημα
Κάθε μέρα
Κάθε στιγμή
Να προσκρούεις αυτοκτονικά
πάνω στους ανέμους των λέξεων
Να καλλιεργείς το μυστικό αριθμό
ακούγοντας τα υγρά σαξόφωνα της βροχής
Μόνο το πέρασμα του χρόνου σου δείχνει
πότε η λυσίκομος ποιητική κόρη
είναι έτοιμη να μας κοιτάξει άφοβα στα μάτια.
(Ανέκδοτο)
2