Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Μύθοι και αλήθειες για την ελληνική γλώσσα Νίκος Σαραντάκος


Μύθοι και αλήθειες για την ελληνική γλώσσα

Αναρτήθηκε από τον/την sarant στο 13 Ιανουαρίου, 2014



Την προηγούμενη Τετάρτη (8 Ιανουαρίου) είχα προσκληθεί από τον καθηγητή Αριστείδη Χατζή στο ΜΙΘΕ, στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, να δώσω διάλεξη σε έναν τακτικό κύκλο σεμιναρίων, με θέμα ‘Μύθοι και αλήθειες για την ελληνική γλώσσα’. Η εκδήλωση επρόκειτο να αρχίσει στις 6.15, αλλά, επειδή όλη η Αθήνα ήταν πηγμένη από τα (υπέρ το δέον περιοριστικά, αν με ρωτήσετε) κυκλοφοριακά μέτρα λόγω της τελετής για την ελληνική προεδρία, αναγκάστηκα να πάω από το Φάληρο στα Ιλίσια μέσω Λαμίας και έφτασα ασθμαίνοντας στην αίθουσα γύρω στις εφτάμιση. Περιέργως οι ακροατές με περίμεναν, και έμειναν για την ομιλία και στη συνέχεια για τη συζήτηση. Οι περισσότεροι ήταν φοιτητές, κυρίως προπτυχιακοί, είδα όμως και μερικούς φίλους από το ιστολόγιο ή γενικότερα τη μπλογκόσφαιρα και πολύ χάρηκα.

Πιο κάτω θα παραθέσω το κείμενο της ομιλίας μου, αλλά σε ορισμένα σημεία είπα και πράγματα εκτός κειμένου, ενώ βέβαια λείπουν εντελώς οι (πολλές) ερωτήσεις και απαντήσεις που έγιναν μετά την ομιλία, στη συζήτηση. Ωστόσο, είχα μαζί μου ένα μαγνητοφωνάκι και ηχογράφησα την όλη εκδήλωση, που κράτησε σχεδόν δύο ώρες.



Την ηχογράφηση μπορείτε να την ακούσετε εδώ, αλλά δυστυχώς λείπει η αρχή της παρουσίασης που έκανε ο κ. Χατζής, επειδή ξέχασα να ανοίξω αμέσως το μηχανάκι. Ένα άλλο πρόβλημα είναι ότι κάποιες ερωτήσεις δεν ακούγονται καλά -λυπάμαι.


Μύθοι και αλήθειες για την ελληνική γλώσσα

Ξεκινώντας, θα ήθελα να σας ευχαριστήσω που ήρθατε σήμερα, να ευχαριστήσω και τον κ. Αριστείδη Χατζή και το ΜΙΘΕ για την πρόσκληση που μου έκανε, που είναι τιμή για μένα, να συζητήσουμε για τους μύθους και τις αλήθειες σχετικά με την ελληνική γλώσσα, ένα θέμα πολύ εκτεταμένο, οπότε δεν φιλοδοξώ να το εξαντλήσω· άλλωστε, προτίμησα να αφήσω αρκετό χρόνο για τη συζήτηση, στην οποία μπορούμε να συζητήσουμε οποιοδήποτε σχεδόν γλωσσικό θέμα θέλετε.

Εννοώ τους μύθους με την ευρεία έννοια. Θα ξεκινήσω με μύθους, και μάλιστα από τους πιο εξωφρενικούς, και στη συνέχεια θα αναφερθώ και σε (κατά τη γνώμη μου εσφαλμένες) απόψεις για τη γλώσσα, απόψεις που αξίζει να συζητηθούν και να αντικρουστούν. Δηλαδή, δεν είναι όλα όσα θα πούμε σήμερα της ίδιας τάξεως φαινόμενα. Με τα πρώτα γελάμε, τα δεύτερα τα συζητάμε. Επειδή όμως μερικοί δεν γελάνε με τα πρώτα, αλλά τα πιστεύουν, πρέπει να γίνει και η ανασκευή τους.

Σε ένα πρώτο επίπεδο, έχουμε τους εξωφρενικούς μύθους που διαδίδονται μέσα από το Διαδίκτυο. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα, πριν από 2-3 μήνες, όσοι από εσάς κυκλοφορείτε στα κοινωνικά δίκτυα ίσως θα πήρατε, και ίσως όχι για πρώτη φορά, ένα μέιλ ή ένα λινκ προς άρθρο ιστολογίου, όπου υποστηρίζεται, πολύ σοβαρά, ότι το α-μπε-μπα-μπλομ, η παιδική φράση (λάχνισμα λέγεται στην ειδική ορολογία) με την οποία τα βγάζουμε στο κρυφτό και σε άλλα παιδικά παιχνίδια, έχει, λέει, αρχαιοελληνική προέλευση!

Η όλη στιχομυθία, έρχεται από ένα αρχαίο παιδικό παιχνίδι που έπαιζαν τα παιδιά της Αθήνας, ενώ ταυτόχρονα γυμνάζονταν, στα πλαίσια της προετοιμασίας τους για τα μετέπειτα αληθινά πολεμικά παιχνίδια.
Ετσι λοιπόν, τα παιδιά της αρχαιότητας χωρισμένα σε ομάδες έλεγαν ο ένας στον αλλον:
«Απεμπολών, του κείθεν εμβολών …» (επαλαμβανόμενα με ρυθμό, εναλλάξ από την δείθεν επιτιθέμενη ομάδα), που σημαίνει « Σε απεμπολώ, σε απωθώ, σε σπρώχνω, πέραν (εκείθεν) εμβολών σε (βλ. έμβολο) με το δόρυ μου, με το ακόντιό μου!
Κάπως έτσι και με το πέρασμα των χρόνων, το «Απεμπολών, του κείθεν εμβολών …» παραφράστηκε και έγινε το δικό μας, σχετικά ακαταλαβίστικο «α μπε μπα μπλον, του κείθε μπλον»!

Ίσως είναι περιττό να ανασκευάσω τέτοια εξωφρενικά πράματα, αλλά θα το κάνω σύντομα. Πρώτον, στις πηγές δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ότι τα παιδιά στην αρχαία Αθήνα έπαιζαν ένα τέτοιο παιχνίδι. Δεύτερον, η υποτιθέμενη αρχαία φράση δεν υπάρχει πουθενά στην αρχαία γραμματεία, πού την έμαθε ο συντάκτης του άρθρου; Τρίτο και φαρμακερό, δεν θα μπορούσε να υπάρξει, διότι είναι εντελώς ασύντακτη, μετοχή «εμβολών» και ρήμα “εμβολώ” δεν υπάρχει, απεμπολώ δεν σημαίνει απωθώ, το “του” είναι ξεκάρφωτο -αλλά δεν έχει νόημα να συνεχίσω. Και είναι απορίας άξιο, πώς άνθρωποι μορφωμένοι, με διδακτορικά, πιστεύουν και διαδίδουν τέτοιες μπαρούφες. Άλλοι λένε «μπορεί και να είναι έτσι», άλλοι θέλουν να τις πιστεύουν.

Παρεμπιπτόντως, να πούμε από πού φαίνεται να προέρχεται όντως το «αμπεμπαμπλόμ». Εκ πρώτης όψεως, φαίνεται να είναι ηχομιμητικές συλλαβές, αλλά, με βάση την παρατήρηση ότι το λάχνισμα αυτό δεν ήταν γνωστό στα χωριά, ότι είναι λάχνισμα της πόλης, δεν αποκλείεται καθόλου να είναι φερμένο από τις Γαλλίδες γκουβερνάντες που πρόσεχαν τα παιδιά των εύπορων αστών στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν έπαιζαν κυνηγητό στις πλατείες της Αθήνας, στο Ζάππειο ή στο Σύνταγμα. Ειδικά η φράση «του κίθε μπλομ» φαίνεται να αποδίδει παρεφθαρμένο το tout ce qui est blanc, ή κάτι τέτοιο. Η εικασία μου δεν είναι τόσο απίθανη, αν σκεφτούμε ότι το άλλο παιδικό τραγούδι «κοπερτί το κοπερτί τάπι τάπι ρούσι, κοπερτί το κοπερτί, τάπι τάπι γκρι» εξακριβωμένα προέρχεται από το γαλλικό τραγουδάκι:
Pomme de reinette et pomme d’api
D’api d’api rouge;
Pomme de reinette et pomme d’api
D’api d’api gris.

Ο μύθος του αμπεμπαμπλόμ πρωτοκυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2012 και ένα δεύτερο κύμα διάδοσής του παρατηρήθηκε πέρυσι τον Νοέμβριο. Υπάρχουν όμως πολύ παλαιότεροι γλωσσικοί μύθοι, που γεννήθηκαν και διαδόθηκαν τις μέρες πριν από το Διαδίκτυο. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι παλαιότεροι γλωσσικοί μύθοι είναι αυτά που διέδιδαν στις αρχές του 20ού αιώνα οι οπαδοί της καθαρεύουσας, ότι τάχα οι δημοτικιστές, οι μαλλιαροί όπως τους έλεγαν, αποκαλούσαν «Κώτσο Παλιοκουβέντα» τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο και Κεχριμπάρα την Ηλέκτρα. Το θέμα έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον, έστω και μόνο ιστορικό, μια και το γλωσσικό δεν μας απασχολεί πια με αυτό τον τρόπο, και μην ξεχνάμε άλλωστε πως η Ελλάδα έχει το θλιβερό προνόμιο να έχει θρηνήσει νεκρούς ύστερα από διαδηλώσεις που είχαν αφορμή μια γλωσσικήν αντιδικία, εννοώ τα Ευαγγελικά του 1901 και τα Ορεστειακά του 1903. Ωστόσο, δεν θα σταθώ περισσότερο εδώ, επειδή προτιμώ τον Κώτσο Παλιοκουβέντα, τον ποδαράτο αμανέ (ακάθιστος ύμνος) και το κρυφό τσιμπούσι (μυστικός δείπνος) να τα κατατάσσω στις συκοφαντίες παρά στους καθαρούς μύθους.

Οπότε, ο παλιότερος γλωσσικός μύθος που έχω εγώ υπόψη μου, και που σίγουρα ακούγεται από τα μεταπολεμικά χρόνια, είναι ότι, τάχα, για μία μόνο ψήφο, η ελληνική γλώσσα έχασε την ευκαιρία να αναδειχτεί σε επίσημη γλώσσα των νεοσύστατων Ηνωμένων Πολιτειών, λίγα χρόνια μετά το 1776 που κέρδισαν την ανεξαρτησία τους. Βλέπετε, καθώς τα αγγλικά θύμιζαν την αποικιοκρατία, κάποιοι πρότειναν (λέει ο μύθος) να επιλεγούν τα ελληνικά σαν επίσημη γλώσσα του κράτους, αφού τα ελληνικά ήταν η γλώσσα που γέννησε τη δημοκρατία. Η ψηφοφορία έγινε και για μία μόνο ψήφο τα ελληνικά ηττήθηκαν και προκρίθηκαν τα αγγλικά, λέει ο μύθος, κι έτσι χάσαμε την ευκαιρία να έχουμε τη γλώσσα μας κοσμοκράτειρα κι εμείς να τρώμε με χρυσά κουτάλια σαν προνομιακοί της εκπρόσωποι (αυτό δεν το λέει ο μύθος αλλά το σκέφτονται ίσως μερικοί).

Φυσικά, η αλήθεια είναι ότι καμιά τέτοια ψηφοφορία δεν έχει γίνει· ούτε για τα ελληνικά, ούτε για καμιά άλλη γλώσσα. Τα πρακτικά και τα άλλα επίσημα κείμενα του Κογκρέσου των Ηνωμένων Πολιτειών υπάρχουν στη διάθεση του καθενός και καμιά ψηφοφορία δεν καταγράφεται για την ανάδειξη επίσημης γλώσσας. Στην πραγματικότητα, πουθενά στο Σύνταγμα των ΗΠΑ ή σε άλλο θεσμικό ή νομοθετικό κείμενο της χώρας δεν υπάρχει ορισμός επίσημης γλώσσας. Τα αγγλικά είναι η εκ των πραγμάτων επίσημη γλώσσα, αλλά δεν έχουν θεσμική κατοχύρωση. Βέβαια, στις μέρες μας όντως υπάρχουν προτάσεις να κατοχυρωθούν θεσμικά τα αγγλικά στις Ηνωμένες Πολιτείες, σαν ανάχωμα στη δημογραφική άνοδο των ισπανόφωνων.

Το ενδιαφέρον είναι ότι ο μύθος αυτός, δηλαδή ότι τα ελληνικά έχασαν για μία ψήφο την ευκαιρία να αναδειχτούν σε επίσημη γλώσσα των νεαρών ΗΠΑ, κυκλοφορεί και σε άλλες παραλλαγές, όπου στη θέση της ηττημένης για μία ψήφο γλώσσας είναι τα εβραϊκά (που δήθεν είχαν επιλεγεί ως γλώσσα της Παλαιάς Διαθήκης), τα γαλλικά (ως γλώσσα του ορθού λόγου), τα πολωνικά ή τα γερμανικά, που είναι και η πιο συχνή παραλλαγή.

Στην τελευταία περίπτωση, βρίσκουμε τον κόκκο αλήθειας που υπάρχει στον πυρήνα των περισσότερων μύθων. Στις νεοσύστατες Ηνωμένες Πολιτείες, υπήρχαν πολλοί πολίτες γερμανικής καταγωγής που δεν ήξεραν αγγλικά ή ήξεραν ελάχιστα. Έτσι, τον Μάρτιο του 1794 μια ομάδα Γερμανών που ζούσαν στην πολιτεία Βιρτζίνια υπέβαλε στο Κογκρέσο αναφορά, ζητώντας να μεταφράζονται οι ομοσπονδιακοί νόμοι στα γερμανικά. Η πρόταση αυτή συζητήθηκε στο Κογκρέσο στις 13 Ιανουαρίου 1795· όχι να γίνουν τα γερμανικά επίσημη γλώσσα, αλλά να μεταφράζεται στα γερμανικά το κείμενο των ομοσπονδιακών νόμων για τους πολίτες που δεν καταλάβαιναν αγγλικά. Μια επιτροπή του Σώματος πρότεινε να κυκλοφορεί μια γερμανική μετάφραση των νόμων σε μικρότερο αριθμό αντιτύπων· η σύσταση αυτή της επιτροπής δεν συγκέντρωσε πλειοψηφία. Σε διαδικαστική πρόταση των υποστηρικτών της μετάφρασης, που ζητούσαν να μη λάβει απόφαση αμέσως το Σώμα, η ψηφοφορία έδωσε το αποτέλεσμα 42 κατά και 41 υπέρ (να η περίφημη διαφορά της μίας ψήφου!). Μάλιστα, ο πρόεδρος του Σώματος, ο Φρέντερικ Μούλενμπεργκ, που είχε γεννηθεί στη Γερμανία αλλά ήταν οπαδός της αφομοίωσης και της αγγλικής γλώσσας, αρνήθηκε να την ψηφίσει (όμως ήταν συνηθισμένο να μην ψηφίζει ο Πρόεδρος του Σώματος).

Έτσι γεννήθηκε ο μύθος ότι τα γερμανικά έχασαν για μία ψήφο την ευκαιρία να γίνουν επίσημη γλώσσα και ότι την καθοριστική αρνητική ψήφο την έριξε ο (Γερμανός) Φ. Μούλενμπεργκ.

Για να ξαναγυρίσουμε στα δικά μας, ο μύθος της μίας ψήφου έχει πια ξεθωριάσει. Ούτως ή άλλως, ακόμα και στην εντελώς υποθετική περίπτωση που μια πλειοψηφία αιθεροβαμόνων φιλελλήνων στο Κογκρέσο ψήφιζε να γίνουν τα ελληνικά επίσημη γλώσσα, θα ήταν εντελώς αδύνατο να επικρατήσει κάτι τέτοιο στην πράξη αφού τα ελληνικά ήταν πέρα για πέρα άγνωστα σε όλους τους Αμερικανούς πολίτες (την εποχή εκείνη οι Έλληνες μετανάστες ήταν ελάχιστοι).

Σε μια αντισημιτική παραλλαγή του μύθου, που οφείλεται στον Κώστα Πλεύρη, την καθοριστική μία ψήφο την έριξε ένας «αμερικανοεβραίος μισέλλην», ο «Δανιήλ Γουέμπστερ», ο οποίος βέβαια ήταν οκτώ ή δώδεκα ετών όταν έγινε η επίμαχη ψηφοφορία και… δεν ήταν εβραίος!

Παρ’ όλο όμως που ο μύθος αυτός έχει περιπέσει σε ανυποληψία, κατάφερε να πείσει ακόμα και έναν επιφανή ιστορικό. Στο γνωστό βιβλίο «Συνοπτική ιστορία της Ελλάδας, 1770-2000» του Ρίτσαρντ Κλογκ (στο πρωτότυπο: Richard Clogg, A concise history of Greece), διαβάζουμε, στην πρώτη-πρώτη σελίδα: «Ο σεβασμός που είχε εξασφαλίσει η γλώσσα και ο πολιτισμός του αρχαίου ελληνικού κόσμου σε όλη την Ευρώπη (αλλά και στις τότε νεοσύστατες Ηνωμένες Πολιτείες, όπου τα αρχαία ελληνικά παραλίγο να υιοθετηθούν ως επίσημη γλώσσα)». Το επίμαχο απόσπασμα στο πρωτότυπο: «(and, indeed, in the infant United States where ancient Greek was almost adopted as the official language)». Όταν το είδα, έγραψα στον κ. Κλογκ, και του παρέθεσα τα σχετικά στοιχεία, και με χαρά μου έμαθα πρόσφατα ότι στην 3η έκδοση του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε στα αγγλικά ο μύθος δεν αναφέρεται πια.

Αναφέρθηκα τόσο αναλυτικά σε αυτό τον παλαιό μύθο (υπόσχομαι να μην το κάνω στους επόμενους) για να δείξω κάτι άλλο, ότι η ανασκευή ενός μύθου είναι πολύ πιο χρονοβόρα από την κατασκευή του, ή, όπως λέει η κρητική παροιμία που μ’ αρέσει να επαναλαμβάνω, «έριξε ο κουζουλός μια πέτρα στο ποτάμι και σαράντα γνωστικοί δεν μπορούν να τηνε βγάλουν».

Ωστόσο, ο αρχετυπικός μύθος της εποχής του Διαδικτύου δεν είναι ο Μύθος της μίας ψήφου, αλλά αυτό που εγώ αποκαλώ Λερναίο κείμενο, που το έχω ονομάσει έτσι, θα το καταλάβατε, επειδή όσο κι αν το διαψεύδεις και το ανασκευάζεις κάθε τόσο επανέρχεται. Στην πραγματικότητα μάλιστα δεν είναι ένας μύθος, αλλά συλλογή μύθων, μυθολόγιο θα μπορούσαμε να το πούμε. Θα μπορούσαμε να το πούμε επίσης «Το μυθολόγιο του Hellenic quest”, επειδή αρχίζει ως εξής:

Hellenic Quest” λέγεται ένα πρόγραμμα ηλεκτρονικής εκμαθήσεως της Ελληνικής που το CNN άρχισε να διανέμει παγκοσμίως και προορίζεται σε πρώτο στάδιο για τους αγγλόφωνους και ισπανόφωνους.

Το πρόγραμμα παράγεται από τη μεγάλη εταιρία Η/Υ “Apple”, της οποίας Πρόεδρος Τζον Σκάλι είπε σχετικώς: “Αποφασίσαμε να προωθήσουμε το πρόγραμμα εκμαθήσεως της Ελληνικής επειδή η κοινωνία μας χρειάζεται ένα εργαλείο που θα της επιτρέψει ν’ αναπτύξει τη δημιουργικότητά της να εισαγάγει καινούριες ιδέες και θα της προσφέρει γνώσεις περισσότερες απ’ όσες ο άνθρωπος μπορούσε ως τώρα να ανακαλύψει”.

Αλλη συναφής εκδήλωση: Οι Αγγλοι επιχειρηματίες προτρέπουν τα ανώτερα στελέχη να μάθουν Αρχαία Ελληνικά “επειδή αυτά περιέχουν μια ξεχωριστή σημασία για τους τομείς οργανώσεως και διαχειρίσεως επιχειρήσεων”.

Σε κάποιες παραλλαγές του κειμένου, ο Μπιλ Γκέιτς ο ίδιος έχει τάχα δώσει εντολή στους επιτελείς της εταιρείας του να μάθουν ελληνικά.

Στη συνέχεια, το Λερναίο κείμενο μας πληροφορεί ότι η ελληνική γλώσσα έχει 6 εκατομμύρια λέξεις, ενώ η αγγλική μόνο 490.000, και μετά ισχυρίζεται ότι η ελληνική γλώσσα είναι η μόνη γλώσσα που οι λέξεις της έχουν πρωτογένεια, ενώ σε όλες τις άλλες γλώσσες οι λέξεις είναι συμβατικές, και σαν παράδειγμα της «πρωτογένειας» φέρνει το γεγονός ότι, π.χ. ενθουσιασμός < εν + Θεός, γεωμετρία = γη + μετρώ, και ότι οι Η/Υ της νέας γενιάς μόνο με τα ελληνικά μπορούν να συνεργαστούν. Γι'αυτό το λόγο, τελειώνει το κείμενο, οι Ισπανοί ευρωβουλευτές ζήτησαν να καθιερωθεί η ελληνική γλώσσα ως επίσημη της ΕΕ, διότι το να μιλά κανείς για Ενωμένη Ευρώπη χωρίς την Ελληνική είναι σα να μιλά σε έναν τυφλό για χρώματα.

Δεν θα ανασκευάσω αναλυτικά το μυθολόγιο αυτό γιατί θα έπρεπε να του αφιερώσω ολόκληρη τη διάλεξη. Αν θέλετε, το συζητάμε στις ερωτήσεις. Συνοπτικά πάντως, είναι μια αρμαθιά από χοντρά ψέματα και ανακρίβειες: κανένα πρόγραμμα δεν υπάρχει με το όνομα Hellenic quest, καμιά σχέση δεν έχει η εταιρεία Apple ή το CNN με την εκμάθηση των ελληνικών, κανείς Άγγλος επιχειρηματίας δεν προτρέπει τα στελέχη της εταιρείας του να μάθουν αρχαία, η καταγραμμένη αρχαία ελληνική γλώσσα δεν έχει 90 εκατομμύρια λεκτικούς τύπους αλλά σκάρτο ενάμισι εκατομμύριο, δεν έχει 6 εκατομμύρια λέξεις αλλά κάπου 200 χιλιάδες, η ελληνική γλώσσα δεν έχει πρωτογένεια και δεν είναι νοηματική ούτε μοναδική, ούτε έχει κάτι το ιδιαίτερο που την κάνει κατάλληλη για γλώσσα των υπολογιστών νέας γενεάς, οι Ισπανοί ευρωβουλευτές δεν ζήτησαν να καθιερωθεί η αρχαία ελληνική ως η επίσημη γλώσσα της ΕΕ και κανείς κουτόφραγκος δεν πρόκειται να μας κόψει ισόβια σύνταξη μόνο και μόνο επειδή έτυχε να γεννηθούμε στη χώρα του Σοφοκλή και του Αριστοτέλη. Να μάθουμε αρχαία, ναι· αλλά να μη βαυκαλιζόμαστε ότι θα μας διορίσουν σε επιτελικές θέσεις στο Αμέρικα επειδή ξέρουμε αρχαία!

Ωστόσο, η ελληνική γλώσσα είναι πράγματι μια πολύ όμορφη και πολύ ενδιαφέρουσα γλώσσα με μακρότατη ιστορία, και η μεγαλύτερη τιμή που θα μπορούσαμε να της κάνουμε θα ήταν να τη χρησιμοποιούμε με καλαισθησία, ακρίβεια και φαντασία, χωρίς συμπλέγματα κατωτερότητας, νεοαττικισμούς και αμερικανιές, χωρίς εκζήτηση και διάθεση να ξεχωρίσουμε από την πλέμπα. Αυτό άλλωστε προσπαθώ να κάνω κι εγώ με τις μικρές μου δυνάμεις.

Πάντως, για την ιστορία, ο εμπνευστής του κειμένου αυτού, που φαίνεται πως είναι ο Γεώργιος Γεωργαλάς, ο διανοούμενος της χούντας, είχε τουλάχιστον την εξυπνάδα να αναγνωρίσει ότι ο αριθμός των 6 εκατ. λέξεων που έδωσε για την αρχαία ελληνική γλώσσα ήταν λάθος, αλλά οι επίγονοί του έχουν κολλήσει σε παρόμοια νούμερα κι έτσι ακόμα κι ένα μέλος της Ακαδημίας Αθηνών επανέλαβε παρόμοιες τερατολογίες σε διάλεξη, μέχρι που αναγκάστηκε ο ΓΓ της Ακαδημίας να τον αποδοκιμάσει δημόσια. Όπως είπα και πριν, οι λέξεις της αρχαίας ελληνικής είναι λίγο περισσότερες από 200.000, πολύ λιγότερες από τις λέξεις της αγγλικής, και κατά πάσα πιθανότητα και από τις λέξεις της νέας ελληνικής. Και είναι βεβαίως άδικο να συγκρίνουμε μια αρχαία γλώσσα, έστω και ικανοποιητικά παραδομένη, όπως η αρχαία ελληνική, με μια νέα που εμπλουτίζεται διαρκώς από την ακένωτη δεξαμενή των νεολογισμών και των δανείων. Για «όλη» την ελληνική γλώσσα, ο καθηγητής Χαραλαμπάκης έχει κάνει την εκτίμηση των 700.000 λέξεων, που προσωπικά τη βρίσκω γενναιόδωρη αλλά όχι υπερβολική.

Συναφής είναι και ο μύθος ότι η ελληνική γλώσσα είναι η μητέρα όλων των γλωσσών (άλλωστε, η διόγκωση του αριθμού των λέξεων της ελληνικής γλώσσας εκεί κατατείνει: να υποβάλει την ιδέα ότι αποκλείεται μια τόσο «πλούσια» γλώσσα όπως η ελληνική να προήλθε από κάποιαν άλλη). Η επιστημονική γλωσσολογία βέβαια απορρίπτει κάτι τέτοιο, δεν υπάρχει γλωσσολόγος που να μη δέχεται την ινδοευρωπαϊκή υπόθεση. Μπορεί σε ελληνοκεντρικούς ιστότοπους να βλέπετε διαβεβαιώσεις ότι «η ΙΕ θεωρία έχει πλέον καταρριφθεί», αλλά αυτό δεν είναι αληθινό, ούτε αληθεύει ότι «έχει καταρριφθεί», τάχα, η προέλευση του ελληνικού αλφαβήτου από το φοινικικό συλλαβάριο. Αυτά είναι στοιχειώδεις αρχές της γλωσσολογίας, δεν νομίζω πως χρειάζεται να τα αναπτύξω, ειδικά σε αυτό το ακροατήριο, που είναι πανεπιστημιακό. Άλλωστε, ακόμα και τα ίδια τα ονόματα των γραμμάτων δείχνουν την προέλευσή τους· στα ελληνικά, άλφα και βήτα δεν σημαίνει τίποτε, ενώ στις βορειοσημιτικές γλώσσες aleph σημαίνει βόδι (και το αρχικό σχήμα του γράμματος θύμιζε μια βοϊδοκεφαλή), ενώ beth, μπετ, σημαίνει σπίτι.

Για να κάνω μια παρένθεση, μια και είπα για το αλφάβητο, δεν νομίζω ότι αξίζει τον κόπο να αντικρούσω τις δήθεν κρυμμένες αλήθειες του ελληνικού αλφαβήτου, ότι τάχα υπάρχει ένα μυστικό νόημα μέσα στις ελληνικές λέξεις, που για να το βρούμε αντιστοιχίζουμε στα γράμματα κάθε ελληνικής λέξης την αριθμητική αξία που είχαν στο αρχαιοελληνικό σύστημα αρίθμησης (Α = 1, Β =2 κ.ο.κ. Ι = 10, Κ = 20, κ.ο.κ., Ρ = 100, Σ = 200), προσθέτουμε την αξία των γραμμάτων (αυτό λέγεται λεξάριθμος) και υποτίθεται ότι βγάζουμε συμπεράσματα για ισοδυναμίες ανάμεσα σε διάφορες έννοιες. Για παράδειγμα, τα γράμματα της λέξης ΘΕΟΣ βγάζουν 284 (9+5+70+200), όπως και της λέξης ΑΓΙΟΣ (1+3+10+70+200), όπως και της λέξης ΑΓΑΘΟΣ, άρα, λένε οι υποστηριχτές της λεξαριθμικής θεωρίας, αυτό δεν μπορεί να είναι τυχαίο, άρα η ελληνική γλώσσα έχει την ιδιότητα να μας δείχνει ότι ΘΕΟΣ = ΑΓΙΟΣ = ΑΓΑΘΟΣ. Βέβαια, τον ίδιο λεξάριθμο 284 βγάζουν και άλλες χιλιάδες λέξεις της ελληνικής, όπως ΑΓΡΟΙΚΟΙ, ΒΑΠΟΡΑΚΙ, ΟΙΚΟΛΟΓΙΑ, ΠΑΓΟΠΕΔΙΛΑ -περιέργως κανείς λεξαριθμιστής δεν μας είπε ότι η ελληνική γλώσσα δείχνει τη μυστική σχέση του Θεού με τα παγοπέδιλα. Ωστόσο, ο κ. Αργυρόπουλος, ένας πανέξυπνος μαθηματικός που είναι ο βασικός πλασιέ της λεξαριθμικής θεωρίας, έχει καταφέρει να προσκαλείται σε μεγάλα τηλεοπτικά κανάλια αλλά και σε ημιεπιστημονικά συμπόσια. Αργυρόπουλος = Κάποιο λάκκο έχει η φάβα = Όχι άλλο κάρβουνο = 1524.

Η ελληνική λοιπόν δεν είναι μητέρα όλων των γλωσσών, αλλά το δεδομένο και αληθινό είναι ότι σε όλες τις ευρωπαϊκές γλώσσες βρίσκουμε ελληνογενείς λέξεις, είτε νεολογισμούς που πλάστηκαν από επιστήμονες με βάση ελληνικά δομικά στοιχεία, π.χ. telephone – τηλε + φωνή, είτε δάνεια αντλημένα από το μεγάλο ελληνολατινικό ταμείο, λέξεις όπως tragedy, philosophie, geometrische, lírica, είτε ακόμα, κι εδώ δεν φαίνονται με γυμνό μάτι και έχουν και πολύ γούστο, λαϊκά δάνεια που πολλές φορές έχουν αλλάξει αρκετά και δεν θυμίζουν την προέλευσή τους. Για παράδειγμα, αν περπατήσουμε στους δρόμους του Λουξεμβούργου θα δούμε ότι πολλά φαρμακεία γράφουν απ'έξω APDIKT, διότι έτσι λέγεται το φαρμακείο στα λουξεμβουργιανά. Αν δεν ξέρετε γερμανικά, κι αν σας πω ότι η λέξη αυτή ανάγεται σε κάποιαν ελληνική, μάλλον θα δυσκολευτείτε να βρείτε από ποιαν ελληνική λέξη προέρχεται. Αν ξέρετε γερμανικά, μάλλον δεν θα δυσκολευτείτε, διότι θα θυμηθείτε το γερμανικό Apotheke, όπως λέγεται το φαρμακείο, που επειδή είναι λόγιο δείχνει την καταγωγή του. Από την αποθήκη προήλθε το Apdikt, όπως από την αποθήκη βγαίνει και το γαλλ. boutique, που επανήλθε σε μας ως αντιδάνειο, μπουτίκ. Να κάνω μια παρένθεση: Λέει ας πούμε ο κ. Μπαμπινιώτης ότι η ετυμολογία δείχνει το αληθινό νόημα των λέξεων· όχι βέβαια. Δεν δείχνει το νόημα, δείχνει απλώς πώς σκέφτηκαν εκείνοι οι παλιότεροι που ονομάτισαν τις λέξεις, δείχνει τι ιδέα είχαν εκείνοι για τα πράγματα και τις λέξεις, δείχνει την ιστορία των λέξεων. Διότι βέβαια όταν λέμε «μπουτίκ», δεν έχει καμιά σχέση με την αποθήκη, κι όταν λέμε «πορτοκάλι» και μάθουμε ότι ετυμολογείται από την Πορτογαλία δεν μαθαίνουμε ότι από εκεί όντως προέρχεται το φρούτο, απλώς ότι οι πρόγονοί μας (νόμιζαν ότι) το πήραν από εκεί.

Επόμενος μύθος, συναφής ίσως με τον παραπάνω, ότι τα δάνεια είναι απειλή για μια γλώσσα. Σε αντίθεση όμως με τα αλόγιστα ή τα υψηλότοκα χρηματικά δάνεια της πραγματικής ζωής, τα οποία πράγματι μπορεί να οδηγήσουν στην καταστροφή ένα νοικοκυριό ή στη χρεοκοπία μια χώρα (έχουμε δυστυχώς απτά παραδείγματα), τα γλωσσικά δάνεια πλουτίζουν τη γλώσσα αποδέκτη -και αυτό το βλέπουμε στην περίπτωση της αγγλικής γλώσσας, η οποία έχει το μεγαλύτερο λεξιλόγιο ακριβώς επειδή σε όλη την ιστορία της δεν δίσταζε να δανείζεται αφειδώς από παντού, ακόμα και τις τελευταίες δεκαετίες που κυριαρχεί παγκοσμίως. (Και τα αρχαία ελληνικά, ακόμα και την εποχή που κυριαρχούσαν παγκοσμίως, δεν έπαψαν να δανείζονται -οι αρχαίοι, θυμίζω, είχαν αρραβώνες, χιτώνες και σινδόνες, αγγαρείες, παραδείσους και παρασάγγες (σημιτικά δάνεια τα τρία πρώτα, περσικά τα άλλα, για να μην πάμε σε προελληνικά όπως θάλασσα ή σύκο), που όμως έχουν βαπτιστεί στα νάματα και δεν ενοχλούν τους γλωσσαμύντορές μας, έτσι και η νέα γλώσσα έχει κεφτέδες, τζιέρια και σαρμάδες, έχει σπίτια, πόρτες και σκάλες, έχει αμορτισέρ, καρμπιρατέρ και καλοριφέρ, έχει βόλεϊ, μπάσκετ και κόουτς, έχει κλικάρω, σουτάρω, γκουγκλάρω (ή γκουγκλίζω)).

Το κακό με τη νεοελληνική γλώσσα, μάλιστα, είναι θα έλεγα ότι δανείζεται λίγο. Συγκεκριμένα, έχει χάσει την ικανότητα που είχε παλιότερα, να δανείζεται από το λατινικό ταμείο, ειδικότερα να κάνει λόγιο δανεισμό από το λατινικό ταμείο. Την ικανότητα αυτή την είχε στα βυζαντινά χρόνια, όταν ο Πορφυρογέννητος έλεγε π.χ. «τοὺς ἄρχοντας τοῦ τάγματος τῶν ἐξσκουβίτων, οἷον τοποτηρητὰς, σκρίβωνας, τὸν χαρτουλάριον, δρακοναρίους, σκευοφόρους, σιγνοφόρους, σενάτορας, πρωτομανδάτορας καὶ μανδάτορας», ή ακόμα και επί διαφωτισμού. Όμως σήμερα, σχεδόν μόνο λαϊκός δανεισμός υπάρχει, στη λόγια γλώσσα έχουμε πιο πολύ μεταφραστικά δάνεια. Και ακόμα κι όταν δανειστούμε μια λόγια λέξη, δυσκολευόμαστε να φτιάξουμε σύνθετα και παράγωγά της. Οι βυζαντινοί δεν είχαν πρόβλημα να πλάσουν το θαυμάσιο υβρίδιο «σιγνοφόρος» (λατινογενές το πρώτο συνθετικό, σίγνον η σημαία), έπλαθαν τη λέξη και πήγαιναν να διοικήσουν την αυτοκρατορία τους. Εμείς, αφού με χίλια ζόρια αποδεχτήκαμε την λ. κουλτούρα, ας πούμε, δεν έχουμε ακόμα καταφέρει να φτιάξουμε το «κουλτουρικός» -αν και οι Έλληνες της ΕΣΣΔ τόλμησαν και το είπαν.

Οι άλλες γλώσσες δανείζονται πιο εύκολα. Για παράδειγμα, αν επισκεφτείτε την ιστοσελίδα ή διαβάσετε ένα επίσημο έγγραφο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και δείτε τη λέξη “Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο” στις 24 (τόσες είναι σήμερα) επίσημες γλώσσες της Ένωσης, θα διαπιστώσετε πως σε όλες τις άλλες γλώσσες είναι ομόρριζη: Parlement/Parliament/Parlamento, ακόμα και στις πιο “εξωτικές”, όπως τα μαλτέζικα (parlament), τα φιλανδικά (parlamentti) ή τα λιθουανικά (parlamentas), και μόνο τα ελληνικά ακολουθούν δικό τους τροπάριο με το Κοινοβούλιο. (Υπάρχει και μία άλλη ευρωπαϊκή γλώσσα όπου το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο δεν λέγεται με λέξη ομόρριζη του parlement, τα ισλανδικά, όπου αποκαλείται Evrópuþingið, όπου þing το παλιό τευτονικό κοινοβούλιο· αλλά η Ισλανδία δεν ανήκει στην ΕΕ).

Αυτή η αδυναμία της ελληνικής γλώσσας επηρεάζει και την ορολογία. Δηλαδή, σε πολλές περιπτώσεις, όταν έχουμε έναν επιστημονικό όρο, οι άλλες γλώσσες μπορούν να ενσωματώνουν τον όρο αλλάζοντας απλώς την κατάληξη, αλλά η ελληνική δεν το μπορεί. Υπάρχει, για παράδειγμα, ένας όρος της ιατρικής, transfection, που στις περισσότερες άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες έχει περάσει ως δάνειο:

EN transfection

BG трансфекция

CS transfekce

DA transfektion

DE Transfektion

EL διαμόλυνση

ES transfección

FI transfektio

FR transfection

GA trasfhabhtú

HU transzfekció

IT trasfezione

LT transfekcija

LV transfekcija

MT transfezzjoni

NL transfectie

PL transfekcja

PT transfecção

SL transfekcija

SV transfektion

Μια άλλη άποψη που εγώ τη χαρακτηρίζω μύθο, και ίσως εδώ θα διαφωνήσουν οι περισσότεροι μαζί μου, είναι η άποψη περί παρακμής της γλώσσας. Προσωπικά δεν νομίζω ότι η γλώσσα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα βρίσκεται σε παρακμή, ότι απειλείται, ότι κινδυνεύει, ότι κοντεύει να εξαφανιστεί, ότι θα πάθει αφελληνισμό· ίσως, το μόνο που θα μπορούσα να πω είναι ότι το διάβασμα και ο γραπτός λόγος, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά σε όλη την Ευρώπη ίσως και σε όλο τον κόσμο, δοκιμάζεται από την επέλαση της εικόνας, από τα πολύ περισσότερα ερεθίσματα που είναι σήμερα διαθέσιμα. Ότι τα παιδιά δεν διαβάζουν όσο και όπως άλλοτε, δεν είναι ελληνικό χαρακτηριστικό. Αντίθετα, θα έλεγα ότι αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα έχουμε παραγωγή συγκροτημένου λόγου περισσότερη από οποιαδήποτε άλλη εποχή από τότε που μιλιέται η ελληνική γλώσσα· θα μου πείτε, μόνο το ποσοτικό κριτήριο υπάρχει; Ίσως όχι, αλλά για μένα η ποσότητα μετράει. Αν δείτε, ας πούμε, πόσες εφημερίδες κυκλοφορούν σήμερα και πόσες το 1960, πόσοι ραδιοφωνικοί σταθμοί, κανάλια, ιστολόγια, θα συμπεράνουμε ότι η σημερινή ποσότητα λόγου είναι συντριπτικά περισσότερη -και μιλάμε για συγκροτημένο λόγο. Επομένως, η γλώσσα αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι άλλες εκφάνσεις της ζωής· στο κάτω-κάτω, δεν είναι όλα λυμένα στην Ελλάδα ώστε και η γλώσσα να είναι τέλεια. Ότι τα νέα παιδιά κάνουν ανορθογραφίες, αυτό υπήρχε πάντα· συγκριτικά στοιχεία δεν υπάρχουν και μην ξεχνάμε ότι σήμερα, ή έστω προ κρίσης, το ποσοστό των νέων που φοιτούσαν ήταν πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι πριν από 30 ή 60 χρόνια.

Πάντως στη Γαλλία, που έχουν πάθος με την ορθογραφία, και κρατάνε στατιστικές σε βάθος χρόνου, διάβαζα πριν από λίγο καιρό ότι ο αριθμός των λαθών κατά μέσον όρο γνωρίζει σταθερά αύξηση, ενώ επίσης οι φοιτητές κάνουν πολύ αστείες παρετυμολογίες (homicide = δολοφονία μέσα στο σπίτι· sporadique = μανιακός με τα σπορ) Πάντως, η καλύτερη απάντηση στις κινδυνολόγες προφητείες είναι ίσως να διαβάσουμε μερικά παλαιότερα κινδυνολογικά βιβλία περί γλώσσας, όπως η τριλογία του Σαρ. Καργάκου (τρία βιβλία: Αλεξία, Αφασία. Αλαλία), που γράφτηκαν εδώ και 25 χρόνια, περί το 1986. Καμιά από τις δυσοίωνες προφητείες τους δεν έχει επαληθευτεί.

Για τον ίδιο λόγο, θεωρώ ότι είναι μύθος η λεγόμενη λεξιπενία των νέων, μια κατηγορία που κάποιοι την επισείουν χωρίς ποτέ να έχουν κάνει τον κόπο να την τεκμηριώσουν. Υποτίθεται ότι λεξιπενία είναι «το φαινόμενο κατά το οποίο ένα πρόσωπο ή μια κοινωνική ομάδα χρησιμοποιεί στον καθημερινό του λόγο και γενικότερα στην επικοινωνία, πολύ περιορισμένο αριθμό λέξεων και εκφραστικών μέσων, κυρίως λόγω άγνοιας». Δεδομένου όμως ότι κανείς απ’ όσους διατυπώνουν τέτοιες κατηγορίες δεν έχει μετρήσει το λεξιλόγιο του δήθεν λεξιπενικού ομιλητή (και πώς μπορεί τάχα να μετρήσει;), στην πραγματικότητα η κατηγορία δεν τεκμηριώνεται με βάση τον αριθμό λέξεων που χρησιμοποιεί κάποιος (τα περί «500 λέξεων» που δήθεν αριθμεί το λεξιλόγιο των νέων είναι ανοησίες, όπως και ο ίδιος ο κ. Μπαμπινιώτης έχει παραδεχτεί) αλλά με βάση τις λέξεις που συλλαμβάνεται να αγνοεί. Εδώ όμως έχουμε μια κατάφωρη μεροληψία, διότι οι εμπνευστές της λεξιπενίας θεωρούν υποχρεωτικό να ξέρει κανείς λέξεις της καθαρεύουσας και της αρχαίας, οι ίδιοι όμως δεν αισθάνονται υποχρεωμένοι να γνωρίζουν λέξεις της λαϊκής: αν ο νέος αγνοεί τι θα πει «ασκαρδαμυκτί», λέμε ότι πάσχει από λεξιπενία· αν ο καθηγητής αγνοεί τι θα πει, έστω, πρέκνα, ψίκι, πίζουλος,1. λέμε ότι η λέξη πίζουλος είναι σπάνια. Μα, και το ασκαρδαμυκτί σπάνιο είναι -και μάλιστα, υποστηρίζω ότι μόνο για πλάκα μπορεί κανείς να το χρησιμοποιήσει κανείς τη σήμερον ημέρα, ενώ το «πίζουλος» είναι χρησιμότατη λέξη.

Όσο για τα γκρίκλις, για τα οποία γίνεται πολύς λόγος και θεωρούνται μεγάλη απειλή για τη γλώσσα, η προσωπική μου άποψη είναι ότι προς το παρόν, έτσι όπως έχει τώρα η κατάσταση δεν συνιστούν απειλή. Ούτε έχουν επιβληθεί για μόδα, υπάρχουν πολύ συγκεκριμένοι πρακτικοί λόγοι που χρησιμοποιούνται: είναι πολύ πιο εύκολο να γράφεις στο λατινικό αλφάβητο στα μικρούλια πληκτρολόγια των κινητών τηλεφώνων, και είναι και πιο φτηνό (με πεζούς ελληνικούς χαρακτήρες το μήνυμα έχει όριο 70 χαρακτήρες, με λατινικούς έχει 140). Επομένως, τα παιδιά δεν το κάνουν από… εθνική μειοδοσία, υπάρχουν πρακτικοί λόγοι. Όπου δεν υπάρχουν πρακτικοί λόγοι, δεν χρησιμοποιούνται γκρίκλις τουλάχιστον από την πρώτη γενιά χρηστών, που δεν έχει γαλουχηθεί με το σύστημα αυτό (και εδώ έγκειται η μικρή μου επιφύλαξη: ότι δεν έχω δει μια γενιά γαλουχημένη με τα γκρίκλις να ενηλικιώνεται). Αν λοιπόν πρόκειται για ένα σύστημα γραφής αποκλειστικά συνδεδεμένο με τα νέα μέσα, δεν νομίζω ότι συνιστά απειλή. Κάποιοι άλλοι λένε ότι η χρήση στενογραφικών συντμήσεων, που είναι συνηθισμένη στα νέα μέσα και όχι μόνο σε συνδυασμό με τα γκρίκλις, π.χ. τπτ αντί για τίποτα, είναι, λέει, φθορά και υποβάθμιση της γλώσσας, κάτι που το βρίσκω εντελώς αστήριχτο. Θα θυμίσω ότι στην τελευταία ελληνική αυτοκρατορία, τη βυζαντινή, οι γραφείς χρησιμοποιούσαν εκτενές και πολυπλοκότατο σύστημα στενογραφίας στα χειρόγραφά τους, π.χ. ανος αντί για άνθρωπος, ανου αντί για ανθρώπου, ανινος αντί για ανθρώπινος κτλ.

Περνάμε τώρα στον τρόμο της γλωσσικής απλοποίησης. Πολλοί λένε ότι η απλοποίηση φθείρει τη γλώσσα –και εννοούν την ορθογραφική απλοποίηση. Η ορθογραφία πράγματι είναι ένα θέμα που προκαλεί «ηθικό πανικό». Κάτι μέσα μας μάς αναστατώνει βαθιά όταν βλέπουμε να αλλάζει μια ορθογράφηση με την οποία έχουμε γαλουχηθεί, νιώθουμε να ανατρέπεται «εντός μου ο ρυθμός του κόσμου». Αυτό φάνηκε καθαρά με τον τεράστιο καβγά που έγινε για την ορθογράφηση του αυγού με βήτα ή με αυ (ο Τριανταφυλλίδης είχε πει ότι κάθε φορά που γίνεται φασαρία για τα αβγά έχουμε παγκόσμιο πόλεμο!) -και το αστείο είναι πως τη γραφή αΒγό την πρότεινε ένας συντηρητικότατος γλωσσολόγος, ο Γ. Χατζιδάκης, και την εφάρμοσε λεξικογραφικά ένας άλλος εξίσου συντηρητικός, ο Μπαμπινιώτης, ενώ ο δημοτικιστής Τριανταφυλλίδης, αναγνωρίζοντας ότι η ορθογραφία είναι το έλασσον, συναίνεσε και δέχτηκε τη γραφή αΥγό, αν και τη θεωρούσε σφαλερή. Πολύ μελάνι χύθηκε τελευταία και για τη γραφή του ορθοπ*δικού, μέχρι που ο σύλλογος των ορθοπαιδικών ζήτησε από τρεις καθηγητές να γνωματεύσουν. Πολύ λιγότερη φασαρία έχει γίνει για πιο σοβαρά γλωσσικά θέματα.

Πάντως, να πούμε ότι η αντίδρασή μας αυτή εκδηλώνεται μόνο όταν συνειδητοποιούμε ότι ανατρέπεται μια γραφή που την έχουμε συνηθίσει. Μια καλή άσκηση που τη συστήνω σε όποιον διαμαρτύρεται και έχει την εντύπωση ότι τώρα μόνο αλλάζει η ορθογραφία, είναι να διαβάσει παλιά κείμενα, π.χ. εφημερίδες του 1913, πριν από 100 χρόνια, υπάρχουν ονλάιν στον ιστότοπο της Εθνικής Βιβλιοθήκης: αν κάνετε τον κόπο, θα δείτε γραφές όπως ώΜΜορφος, συνΕΙθίζω, κΥΤΤάζω, μεγαλΕΙτερος, είνΕ, ταξΕίδι, ξΑίρω, παλΗός, ελΗά, κτλ. που έχουν αλλάξει χωρίς να το πάρουμε είδηση κι έτσι εμάς σήμερα δεν μας σοκάρει το «συνηθίζω, κοιτάζω, ελιά, παλιός, είναι» -ίσως να ξένιζε τον παππού μου, όπως και τα δικά μου τα παιδιά δεν ενοχλούνται από το τρένο, τον Σέξπιρ και το αφτί. (Παρεμπιπτόντως, θα δείτε και κάτι άλλο, ότι τότε επικρατούσε πολύ μεγαλύτερη ορθογραφική αναρχία· πρόσφατα έβγαλα ένα βιβλίο με χρονογραφήματα του Κώστα Βάρναλη γραμμένα το 1926· και διαπίστωσα ότι, στην ίδια εφημερίδα, συχνά ακόμα και στο ίδιο άρθρο, έβρισκες αλλού «πεια» και αλλού «πια», αλλού «καμμία» και αλλού «καμία» κτλ.)

Πλήρης φωνητική ή μάλλον φωνηματική (το φωνητική δεν είναι σωστό, διότι δεν θα γράψουμε π.χ. ζμίνος) όπως το λένε οι γλωσσολόγοι δεν είναι εύκολο να εφαρμοστεί ή μάλλον είναι τρομακτικά δύσκολο, διότι έχουμε έναν τεράστιο όγκο κειμένων που θα πρέπει να μετατραπούν. Μια ή δυο γενιές θα ταλαιπωρηθούν αφάνταστα, οπότε, επειδή αυτές ακριβώς οι γενιές θα πρέπει να κάνουν τη μετάβαση, το βλέπω απίθανο να γίνει. Πιστεύω όμως ότι η ορθογραφία της νεοελληνικής θα συνεχίσει να απλοποιείται με πολύ αργούς ρυθμούς, όπως γίνεται και σήμερα, και θα ήθελα επίσης να τη δω να εξορθολογίζεται, πράγμα που δεν σημαίνει πάντοτε απλοποίηση. Τι εννοώ; Για παράδειγμα, η παράνοια σύμφωνα με την οποία η πορεία γράφεται με ει αλλά η πρωτοπορία με ι, ενώ αντίθετα η μαντεία γράφεται με ει, αλλά και η χαρτομαντεία επίσης με ει. Πιστεύω ότι δεν είναι διδάξιμο το θέμα, οπότε μια καλοδεχούμενη τροποποίηση που θα ήταν εξορθολογισμός αλλά όχι απλοποίηση θα ήταν να γράφονται τα σύνθετα όπως και τα απλά: πορεία, προπορεία, πρωτοπορΕΙα.

Με τις ανορθογραφίες των άλλων, υπάρχει και το εξής, που εγώ το λέω «λογικό άλμα τριπλούν». Έστω ότι σε ένα κείμενο βρίσκεις ένα (αριθμός 1) ορθογραφικό λάθος. Άρα, λες, αυτός είναι ανορθόγραφος· πρώτο άλμα. Άρα, είναι αγράμματος. Άρα, όσα λέει δεν έχουν σημασία! [Θέμα στις πανελλήνιες, μετώπες-αυγατίζω]

Το ίδιο λογικό άλμα το κάνουν και οι λαθοθήρες, που ισχυρίζονται ότι προάγουν τα σωστά ελληνικά. Σου λένε, α) επειδή στο κείμενό σου βρέθηκε ένας (κατ’ αυτούς) σολοικισμός, του τύπου, ας πούμε, «ευχαριστώ όλους όσους με ψήφισαν», που, δεν θα το αναλύσω γιατί δεν προφταίνω, αλλά κατά Μπαμπινιώτην είναι λάθος, διότι το σωστό είναι λέει «ευχαριστώ όλους όσοι με ψήφισαν», διότι, λέει, το όσοι είναι υποκείμενο του «ψήφισαν» άρα πρέπει να είναι στην ονομαστική, λες και δεν υπάρχει η έλξη του αναφορικού ακόμα και στο ευαγγέλιο. Αλλά πλατειάζω, αν θέλετε το συζητάμε στο τέλος. Λοιπόν, λένε, επειδή λες «ευχαριστώ όλους όσους» δεν ξέρεις να μιλάς καλά ελληνικά, είσαι αγράμματος, ανελλήνιστος, αμόρφωτος, άρα, αυτά που λες δεν έχουν σημασία. Αυτά τα «λάθη» α) αφενός είναι εν πολλοίς κατασκευασμένα ή παροδικά, όπως η δήθεν διάκριση ανάμεσα στο απλώς και στο απλά, και β) είναι μια άσκηση εξουσίας.

Η γλώσσα αλλάζει, και όποιος βλέπει την αλλαγή μπροστά στα μάτια του συνήθως δεν τη δέχεται με ευχαρίστηση -αυτό γίνεται εδώ και αιώνες και θα συνεχίσει να γίνεται στον αιώνα τον άπαντα. Μια ιδιαίτερη μορφή ενόχλησης είναι όταν γεννιούνται νέες λέξεις· πολλοί γράφουν στις εφημερίδες ή εκφράζουν την αγανάκτησή τους όταν βλέπουν να χρησιμοποιούνται λέξεις όπως «διακύβευμα», «γενόσημο», «δημοφιλία» που είναι τάχα ανύπαρκτες. (Η πλάκα είναι ότι συχνά οι ίδιοι παραπονιούνται για τη λεξιπενία!) Δεν υπάρχει δημοφιλία, έγραφε κάποιος, κι όμως τη λέξη τη χρησιμοποίησε πρώτος ο Κοραής. Τέτοιες ενστάσεις, συχνά τεκμηριωμένες, διατυπώνονταν και παλαιότερα. Για παράδειγμα, ο λεξικογράφος Ζηκίδης πριν από εκατόν τόσα χρόνια είχε επισημάνει ότι είναι λάθος ο σχηματισμός της λ. δισεκατομμύριο, διότι στα ελληνικά μπορεί να σημαίνει μόνο «δύο εκατομμύρια» (πρβλ. δισχίλιοι = δύο χιλιάδες). Βάσιμο ακούγεται, αλλά ο «λανθασμένος» σχηματισμός επικράτησε και σήμερα μας φαίνεται ολόσωστος. Την ίδια περίπου εποχή, το 1885, ο Ισίδωρος Ισιδωρίδης-Σκυλίσσης (ή Σκυλίτσης) έγραφε ότι είναι “κακίστη παράκρουσις” να χρησιμοποιείται η λέξη “απαρτία” στον κανονισμό της Βουλής με την έννοια που όλοι μας ξέρουμε σήμερα, επειδή στα αρχαία “απαρτία” ήταν το σύνολο των εργαλείων ενός μάστορα. Βέβαια, αυτή η ένσταση σήμερα μας φαίνεται παράλογη. Και να σημειωθεί ότι ο Σκυλίσσης δεν ήταν όποιος κι όποιος: αν μη τι άλλο, σε αυτόν χρωστάμε τον Γιάννη Αγιάννη και τον Γαβριά.

Αλλά ο Ζηκίδης και ο Σκυλίσσης έχουν πολύ παλιότερους προγόνους. Πριν από 2000 περίπου χρόνια, ο Φρύνιχος ο Αράβιος, που ήταν γραμματικός, έγραψε το πρώτο σύγγραμμα για το «πώς να γράφετε σωστά ελληνικά» ή μάλλον σωστά αττικά, μια και ο Φρύνιχος ήταν ακραίος αττικιστής που ζούσε σε μια εποχή που η ζωντανή γλώσσα ήταν η ελληνιστική κοινή.

Σκίμπους λέγε͵ ἀλλὰ μὴ κράββατος· μιαρὸν γάρ.

Κόριον ἢ κορίδιον ἢ κορίσκη λέγουσιν͵ τὸ δὲ κοράσιον παράλογον.

Βασίλισσα οὐδεὶς τῶν ἀρχαίων εἶπεν͵ ἀλλὰ βασίλεια ἢ βασιλίς.

Σικχαίνομαι· τῷ ὄντι ναυτίας ἄξιον τοὔνομα. ἀλλ΄ ἐρεῖς βδελύττομαι ὡς Ἀθηναῖος.

Μαμμόθρεπτον μὴ λέγε͵ τηθαλλαδοῦν δέ.

Κοχλιάριον· τοῦτο λίστρον Ἀριστοφάνης ὁ κωμῳδοποιὸς λέγει· καὶ σὺ δὲ οὕτως λέγε.

Λιθάριον πάνυ φυλάττου λέγειν͵ λιθίδιον δὲ λέγε.

και άλλα πολλά, που όμως καθιερώθηκαν -στο Ευαγγέλιο υπάρχουν πολλοί τύποι που τους καταδικάζει ο Φρύνιχος (είχα γράψει ένα σχετικό άρθρο παλιότερα στο Φαινόμενο του Λουξεμβούργου). Βέβαια, αργότερα ο Φρύνιχος πήρε μια μικρή εκδίκηση, διότι η εκκλησία, από τη στιγμή που θριάμβευσε, στράφηκε στον αττικισμό -και τα σπασμένα τα πληρώνουμε ίσαμε σήμερα.

Μας διηγείται λοιπόν ο Σωζομενός στην εκκλησιαστική του ιστορία ένα επεισόδιο, στο οποίο ο Τριφύλιος, επίσκοπος Λεδρών Κύπρου, στο κήρυγμά του αναφέρθηκε στο ρητό του Χριστού, μόνο που το είπε διορθωμένο: «άρον τον σκίμποδά σου και περιπάτει», αντί για ‘κράββατον’. Ανάμεσα στο εκκλησίασμα όμως ήταν και ο Άγιος Σπυρίδων, δάσκαλος του Τριφυλλίου, που ακούγοντάς το αυτό αγανάκτησε, πήδησε από τον ιερατικό του θρόνο και είπε στον Τριφύλλιο: «οὐ σύ γε ἀμείνων τοῦ κράββατον εἰρηκότος͵ ὅτι ταῖς αὐτοῦ λέξεσιν ἐπαισχύνῃ κεχρῆσθαι;», δηλαδή «Δηλαδή εσύ είσαι ανώτερος από εκείνον που είπε ‘κράββατος’ και δεν καταδέχεσαι να μεταχειριστείς τα δικά του λόγια;»
 Άτιμο και ανυπόταχτο πράγμα η γλώσσα, αφού ακόμα και τους άγιους κάνει ν’ αγανακτούν…2.

1.http://sarantakos.wordpress.com/2009/09/28/pizulo/
2.Από την ομιλία του Καθηγητοῦ τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Μεταλληνοῦ μέ θέμα «Ὀρθοδοξία καί Ἑλληνική Γλώσσα 15/1/2014

http://odegpeiraios.wordpress.com/2014/02/10/444/
Ἡ χρήση τῆς γλώσσας γίνεται στήν Ἐκκλησία (Ὀρθοδοξία) χωρίς ἰδεολογικές προκαταλήψεις- ἀκόμη καί καλλιτεχνικές. Γι’ αὐτό καί οἱ Πατέρες δέν θηρεύουν τήν γλωσσική τελειότητα γιά προσωπική καταξίωση. Ἡ τελειότητα τῆς γλώσσας τῶν Μεγάλων Πατέρων εἶναι ἁπλῶς καρπός τῆς ὑψηλῆς παιδείας τους καί ὄχι ἀποτέλεσμα σκοπιμότητας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος κατακρίνει τό «κατεγλωττισμένον καί ἔντεχνον» καί ἐπαινεῖ «τό ἁπλοῦν καί εὐγενές» τοῦ λόγου24. Γι’ αὐτό καί τούς μεγαλύτερους αἱρετικούς τῆς ἐποχῆς του, τούς Εὐνομιανούς (ἀκραίους Ἀρειανούς), τούς ἀποκαλεῖ «κομψούς τῷ λόγῳ», διότι στήριζαν τήν «θεολογία» τους στήν ὡραιολογία καί τόν ἐξ αὐτῆς ἐντυπωσιασμό. Γενικά, γιά τήν πατερική παράδοση ὅλων τῶν αἰώνων ἰσχύει ἕνας ἀπαράβατος κανόνας, πού ἐφαρμόζει, ἄλλωστε, σ’ ὅλες τίς περιπτώσεις: Ὅποιος ἔχει νά πεῖ κάτι βαθύ καί ἀληθινό, τό λέει μέ κάθε ἁπλότητα καί σαφήνεια. Μόνο αὐτός, πού δέν ἔχει νά ἀρθρώσει λόγο σοφίας, προσπαθεῖ νά ἐντυπωσιάσει μέ τήν στριφνότητα τοῦ λόγου του καί τήν ἀκαταληψία.


Θά μποροῦσε νά παρατηρήσει κανείς ὅτι καί στήν πατερική παράδοση ἀπαντοῦν ἀρχαϊκές μορφές, ὅπως τά προσωδιακά μέτρα στήν ὑμνογραφία, ἤ τά Ἔπη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου. Σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις ὅμως πάλι διακονεῖται ἡ ἐκκλησιαστική ἀλήθεια. Οὔτε, πάλι, πρόκειται γιά ἐπίδειξη γνώσεων, ὅπως ἔχει εἰπωθεῖ! Ὁ Γρηγόριος ἀντιμετωπίζει τά ἀντιχριστιανικά μέτρα τοῦ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου (ἐμπόδιζε στούς Χριστιανούς τά κλασσικά γράμματα) ἤ τούς χρησιμοποιοῦντες παρόμοια γλωσσική μορφή Ἀπολλιναρίους (πατέρα καί υἱό), πού καθιστοῦσαν τήν γλῶσσα μέσο αἱρετικῆς προπαγάνδας. Κινεῖται, δηλαδή, στά ὅρια τῆς ποιμαντικῆς τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά καί ἀργότερα, ὁ Ἰωάννης Δαμασκηνός (+750) θά μᾶς δώσει τούς περίφημους Ἰαμβικούς Κανόνες του (Χριστούγεννα, Θεοφάνεια, Πεντηκοστή) και ὁ Πατριάρχης Ἱεροσολύμων Σωφρόνιος (+638) τά Ἀνακρεόντειά του. Εῖναι ὅμως χαρακτηριστικό, ὅτι ἡ ἀρχαΐζουσα ποίηση τοῦ δευτέρου, ὅπως καί τοῦ Γρηγορίου, δέν πέρασε στήν ἐκκλησιαστική λατρεία, τοῦ πρώτου δέ οἱ Ἰαμβικοί Κανόνες -ἀληθινά ποιητικά ἀριστουργήματα- μπῆκαν στήν λατρεία, ἀλλ’ ὡς «δεύτεροι» Κανόνες τῶν ἀντιστοίχων ἑορτῶν, μέ πρώτους ἐκείνους, πού γράφτηκαν στήν τρέχουσα γλῶσσα καί μέ τά καθιερωμένα πιά ἐκκλησιαστικά τονικά (καί ὄχι προσωδιακά) μέτρα.


Τήν προτεραιότητα συνεπῶς, στήν ἐκκλησιαστική λειτουργική πράξη ἔχει «ἡ δύναμις τῶν ρημάτων», ἡ ἐγκλειομένη στά λόγια Χάρη, καί ὄχι τό ἔνδυμα, γλωσσικό ἤ μουσικό, ἡ μορφή. Τήν στάση δέ τῶν θεουμένων Πατέρων ἀπέναντι στήν γλῶσσα ἐκφράζει καθοριστικά ἕνα ἱστορικό ἀνέκδοτο, συνδεόμενο μέ τό πρόσωπο τοῦ ἁγίου Σπυρίδωνος, ἐπισκόπου Τριμυθοῦντος (τῆς Κύπρου). Συμμετεῖχε σέ μιά Θεία Λειτουργία στή Λήδρα, τήν σημερινή Λευκωσία. Ὁ ἐπίσκοπος τῆς πόλεως Τριφύλλιος ἦταν ἀρχαϊστής. Ἔτσι , στό κήρυγμά του τό γνωστό χωρίο τοῦ Εὐαγγελίου «ἆρον τόν κράββατόν σου καί περιπάτει» (Μάρκ. 2,10) τό μετέβαλε σέ «ἆρον τόν σκίμποδά σου καί περιπάτει». Τότε ὁ ἅγιος Σπυρίδων σηκώθηκε γιά νά ἐγκαταλείψει τήν σύναξη, λέγοντας, ὅτι δέν μπορεῖ νά ἀνεχθεῖ τό νά ντρέπεται κανείς νά χρησιμοποιήσει τήν γλῶσσα, πού δέν ντράπηκε ὁ ἴδιος ὁ Θεός, στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, νά χρησιμοποιήσει25. Καταλαβαίνει, λοιπόν κανείς, γιατί ἡ πατερική Ὀρθοδοξία μένει ἔξω ἀπό κάθε εἶδος γλωσσικῶν ἀγώνων καί ἀπό κάθε γλωσσικό μονισμό, πού ἐμπνέει ἡ ἀντορθόδοξη συντηρητικότητα.

Πέμπτη 30 Ιανουαρίου 2014

Διονυσίου Σολωμού Διάλογος

Πορτραίτο του Δ. Σολωμού από τη βικιπαίδεια http://el.wikipedia.org


Διονυσίου Σολωμού Διάλογος

Γράφει ο Νίκος Σαραντάκος: αναδημοσίευση από


http://www.sarantakos.com/language/dialogos.html


Διαβάζοντας αυτές τις μέρες κάποια παλιότερα κείμενα για την καθιέρωση της δημοτικής και τη γλωσσική μεταρρύθμιση, έπεσα πάνω σε ένα απόσπασμα από τον Διάλογο του Διονυσίου Σολωμού, ένα έργο που είχα διαβάσει πριν από αρκετά χρόνια. Έψαξα στο Διαδίκτυο και είδα ότι το κείμενο αυτό, που πολλοί θα το χαρακτήριζαν βασικό στην ιστορία του γλωσσικού ζητήματος, δεν υπάρχει σε ηλεκτρονική μορφή. Θέλησα να επανορθώσω την έλλειψη, και τότε κατάλαβα γιατί δεν υπάρχει: το σκανάρισμα και η οπτική αναγνώριση κειμένων που είναι τυπωμένα σε πολυτονικό και μάλιστα με παλιότερη ορθογραφία είναι εξαιρετικά επίπονη εργασία.

Εκτός αυτού, ο Σολωμός, αν και εθνικός ποιητής, ενοχλεί πολλούς. Ενοχλεί τους ελληναράδες, επειδή ήταν ιταλόφωνος και μάλλον εβραϊκής καταγωγής. Ενοχλεί τους χριστιανούς, επειδή ήταν (;) μασόνος. Ενοχλεί τους καθαρευουσιάνους, ως δημοτικιστής. Ενοχλεί όμως και τους μοντέρνους αντιεθνικιστές, επειδή ήταν, λέει, απολογητής της εθνοκάθαρσης στηνΤριπολιτσά[1].

Στο κείμενο του Διαλόγου έχω κάπως εκσυγχρονίσει την ορθογραφία· όχι πολύ, σε δύο κυρίως σημεία: α) στον πληθυντικό των θηλυκών, δεν κράτησα την παλιότερη δοτικοφανήορθογραφία, π.χ. το «ταις ξέναις πόρταις» το έκανα «τες ξένες πόρτες», και β) έγραψα σε μία λέξη το «στα, στο» κτλ. αντί για δύο («ς’ τα» κτλ.) Αντίθετα, κράτησα όλες τις άλλες περιπτώσεις διαφορετικής ορθογραφίας (π.χ. υποτακτική, καθώς και τις πάμπολλες ιδιότροπες ή απλώς παλιότερες ορθογραφήσεις λέξεων).

Επίσης, προσπάθησα να διευκρινίσω μερικά σημεία του κειμένου. Ο Σολωμός ήταν ευρυμαθέστατος και παραθέτει Κικέρωνα, Πλάτωνα και Δάντη στο πρωτότυπο, αλλά για τον μέσο αναγνώστη τα χωρία αυτά δεν λένε και πολλά χωρίς μετάφραση. Έβαλα τον Πλάτωνα και τον Κικέρωνα, πρόσθεσα και κανα-δυο ακόμα υποσημειώσεις, αλλά τον Δάντη τον οφείλω ολόκληρο στην ευγενική προσφορά του φίλου, μεταφραστή και δαντιστή Νίκου Κούρκουλου, που έθεσε στη διάθεσή μου τις ελληνικές μεταφράσεις των αποσπασμάτων και σε μια-δυο περιπτώσεις πρότεινε δικές του.

ΔΙΑΛΟΓΟΣ [1]

A voce più ch’al ver drizzan li volti;[2]
E così ferman sua opinione,
Prima ch’arte o ragion per lor s’ascolti
Dante Purg. XXVI, 121-123

ΠΟΙΗΤΗΣ — ΦΙΛΟΣ — ΣΟΦΟΛΟΓΙΩΤΑΤΟΣ

ΦΙΛ. Έπειτα από τόσες ομιλίες, εξέχασες κυττάζοντας κατά το Μωριά.


ΠΟΙΗΤ. Αλλά πρέπει να εξέχασες και συ, γιατί δε μου ωμιλούσες παντελώς· είναι πιθανό να εστοχαζόμασθε τα ίδια πράγματα και οι δύο· ημπορεί να επέρασαν τρεις ώρες αφού ο ήλιος εμεσουράνησε, θέ­λουν ακόμη τέσσερες για να θολώσουν τα νερά, και, αν θέλεις, ημπορούμε να καθίσουμε εις τούτη την πέτρα, και να ξαναρχινήσουμε.


ΦΙΛ. Ας καθίσουμε· γλυκειά η μυρωδία του πελάγου, γλυκός ο αέρας, και ο ουρανός ασυγνέφιαστος.


ΠΟΙΗΤ. Το πέλαγο είναι όλο στρωτό, και ο αέρας λεπτότατος, και όποιος ήθελε να κινήση για το Μωριά, δεν ημπορούσε να κάμη ταξείδι χωρίς να δουλέψουν ακατάπαυστα τα κουπιά.


ΦΙΛ. Τι σου αρέσει περισσότερο, η ησυχία της θάλασσας, ή η ταραχή;


ΠΟΙΗΤ. Να σου πω την αλήθεια, μου άρεσε πάντα η γαλήνη, όπου απλώνεται καθαρώτατη· την εθεωρούσα σαν την εικόνα του ανθρώπου, οπού απομακραίνει από τες ανησυχίες του κόσμου, και με ειλικρίνεια φανερώνει όσα έχει μέσα του. Αλλ' αφού επέρασαν τα καράβια μας για να πάνε στο Μεσολόγγι, μ' αρέσει περισσότερο η ταραχή· εφαίνονταν δυο δύο, τρία τρία, και εξάνοιγες λευκά τα κατάρτια από τα φουσκωμένα πανιά, λευκά από τους διασκορπισμένους αφρούς τα κύματα,τα οποία με μία βουή, οπού λες και ήταν χαράς, αναγάλλιαζαν εις το πέλαγο του Ιονίου, και εσυντρίβονταν εις το γιαλό της Ζα­κύνθου.


ΦΙΛ. Το θυμούμαι καλά· και τόσος ήταν ο κρότος, και τόση η ανακάτωσι του πελάγου, οπού σε επαραμέρισα, για ν' αποφύγουμε το ράντισμα, όπου αποπάνου μας 'σταλοβολούσε η θάλασσα.


ΠΟΙΗΤ. Φαίνεται ότι εκεί πέρα οι δικοί μας δεν έχουν τόση δυσκολία να βρέχονται με το αίμα τους, όσην έχουμε εμείς να νοτισθούμε από ολίγες σταλαγματιές θαλασσινές.


ΦΙΛ. Ετοιμάζεσαι πάλι να ξανακυττάξης κατά το Μωριά, και να ξανασωπάσης... αγκαλά εγώ έχω τον τρόπο να σε κάμω να ομιλής όποτε θέλω.


ΠΟΙΗΤ. Εκατάλαβα· θέλεις να ομιλήσουμε για τη γλώσσα· μήγαρις έχω άλλο στο νου μου, πάρεξ ελευθερία και γλώσσα; Εκείνη άρχισε να πατή τα κεφάλια τα τούρκικα, τούτη θέλει πατήση ογλήγορα τα σοφολογιωτίστικα, και έπειτα αγκαλιασμένες και οι δυο θέλει προχωρήσουν εις το δρόμο της δόξας, χωρίς ποτέ να γυρίσουν οπίσω, αν κανένας Σοφολογιωτατος κρώζη ή κανένας Τούρκος βαβίζη· γιατί για ’μέ είναι όμοιοι και οι δύο.


ΦΙΛ. Βέβαια είναι εχθροί μας και οι δύο· με κάνεις να θυμηθώ τα λόγια του Λόκ· Η γλώσσα είναι ένα μεγάλο ποτάμι, εις το οποίον έχουν ανταπόκρισι τα όσα γνωρίζει ο άνθρωπος, και όποιος δεν την μεταχειρίζεται καθώς πρέπει, κάνει ό,τι του βολέση, για να κόψη ή να εμποδίση τους δρόμους, με το μέσον των οποίων τρέχει η πολυμάθεια. Όποιος κάνει λοιπόν αυτό με απόφασι θεληματική, πρέπει οι άλλοι να τον στοχάζωνται εχθρόν της αλήθειας και της πολυμάθειας.


ΠΟΙΗΤ. Τι λες; ως πότε θα πηγαίνη ομπρός αυτή η υπόθεσι; Ένας λαός από το ένα μέρος να ομιλή σ’ έναν τρόπο, ολίγοι άνθρωποι από το άλλο να ελπίζουν να κάμουν τον λαόν να ομιλή μίαν γλώσσαν 'δικήν τους!


ΦΙΛ. Για κάποιο καιρό η υπόθεσι θέλει ακολουθήση· η αλήθεια είναι καλή θεά, αλλά τα πάθη του ανθρώπου συχνότατα την νομίζουν εχθρήν. Κάποιοι γνωρίζουν την αλήθεια, αλλ' επειδή γράφοντας εις εκείνον τον τρόπον τον σκοτεινόν απόχτησαν κάποια φήμη σοφίας, τον ακολουθούν, και ας είναι σφαλερός.


ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν είναι αξιοπαρόμοιαστοι με τους ανθρώπους, οι οποίοι για να ζήσουν πουλούν φαρμάκι.


ΦΙΛ. Περιγράφει το εργαστήρι ενός απ' αυτούς ο Σέϊκσπηρ εξαί­ρετα και θέλω να σου ξαναθυμίσω τα λόγια του, γιατί, τη αληθεία, μου ξαναθυμούν τον τρόπον, εις τον οποίον είναι γραμμένα τα βιβλία των Σοφολογιώτατων. — Εκρέμονταν από το πατερό του φτωχότατου εργαστηρίου μία ξεροχελώνα, ένας κροκόδειλος αχερωμένος, και άλλα δερμάτια άσχημων ψαριών· ήταν τριγύρου πολλά συρτάρια αδειανά με επιγραφές, αγγειά από χοντρόπηλο πράσινο, ήταν φούσκες, ήταν βρωμόχορτα παληωμένα, κακομοιριασμένα δεμάτια βούρλα, παληά κομμάτια από διαφόρων λογιών ιατρικά, αρηά σπαρμένα εδώ κ' εκεί, για να προσ­καλέσουν τον αγοραστή[3].


ΠΟΙΗΤ.: Βλέπω από μακρυά έναν Σοφολογιώτατον· επιθυμώ για την ησυχία μου και για τη δική σου, και για τη 'δική του, να μην έλθη κοντά μας.


ΦΙΛ.: Το επιθυμώ πολύ· εσύ θυμώνεις πάρα πολύ.


ΠΟΙΗΤ. Θυμώνω γιατί είμαι στενεμένος να ξαναπώ τα πράγμα­τα, όπου είπαν τόσες φορές τα άλλα έθνη, και δίχως ωφέλεια να τα ξαναπώ. Οι Γάλλοι έλαβανφιλονικεία για τη γλώσσα, και ετελείωσε εις την εποχήν του Δαλαμβέρτ· την έλαβαν οι Γερμανοί, και ο Όπιτς έδωσε το παράδειγμα της αλήθειας· την έλαβαν οι Ιταλοί, και με τόσο πείσμα, οπού μήτε το παράδειγμα του Υψηλότατου Ποιητή είχε φθάσει για τότε να τους καταπείση. Ησύχασαν τέλος πάντων, γράφοντας τη γλώσσα του λαού τους, τα σοφά Έθνη, και αντί εκείνες οι ελεεινές ανησυχίες να μας είναι παράδειγμα για να τες αποφύγουμε, επέσαμε εις χειρότερα σφάλματα. Τέλος πάντων οι Σοφολογιώτατοι εκείνων των εθνών ήθελαν να γράφεται μία γλώσσα, οπού ήταν μία φορά ζωντανή εις τα χείλη των ανθρώπων· κακό πράγμα βέβαια, και αν ήταν αληθινά δυνατόν· γιατί δυσκολεύει την έξάπλωσι της σοφίας· αλλ' οι δικοί μας θέλουν να γράφουμε μία γλώσσα, η οποία μήτε ομιλιέται, μήτε άλλες φορές ωμιλήθηκε, μήτε θέλει ποτέ ομιληθή.


ΦΙΛ.: Ο Σοφολογιώτατος έρχεται κατά 'μάς·


ΠΟΙΗΤ.: Καλώς τα 'δέχθηκες με την υπομονή σου! εγώ δεν θέλω λόγια μ' αυτόν. Κύττα πώς τρέχει! Το πηγούνι του σηκώνει την άκρη, ωσάν να ήθελε να ενωθή με τη μύτη. Ώ να εγένονταν η ένωσι, και τόσο σφιχτή, 'πού να μην μπορή πλέον ν' άνοίξη το στόμα του, για να φωτίση το γένος!


ΣΟΦ. Έφαγα τον κόσμο, φίλτατε, για να σ' εύρω· έτρεχα, όπως είναι το χρέος ενός καλού πατριώτη να τρέχει, όταν είναι εις κίνδυνον η δόξα του γένους· ένα βιβλίο θέλει τυπωθή 'γλήγορα, γραμμένο εις τη γλώσσα του λαού της Ελλάδας, οπού λέγει κακό για 'μάς τους σοφούς, και μου κακοφαίνεται.


ΦΙΛ. Γιατί σου κακοφαίνεται;


ΣΟΦ. Γιατί πολλά μυαλά είναι σωστά, και πολλά όχι· και όσα δεν είναι σωστά, ημπορεί να απατηθούν. Είναι τόσοι χρόνοι οπού σπουδάζω για το κοινόν όφελος της πατρίδας μου, και δεν επιθυμούσα να έβγουν άλλοι να μου τυφλώσουν τους ανθρώπους. Ήλθα σ’ εσέ, οπού είσαι σοφός και συ, για να ενωθούμε με όσους συλλογίζονται καλά, και να καταπλακώσουμε αυτόν τον βάρβαρον συγγραφέα.


ΦΙΛ. Και ποίος είναι ο συγγραφέας;


ΣΟΦ. Δεν μου είπαν τ' όνομά του· μου είπαν 'πως είναι ένας νέος, ο οποίος για την κοινή γλώσσα βαστάει πάντα το σπαθί στο χέρι, και, από τη μάνητα τη μεγάλη, ημπορούμε να 'πούμε 'πως εκαταστήθηκε άλλος Αίας μαστιγοφόρος.


ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν πάρε τα μέτρα σου, μη λάχη και στον θυμό του σκοτώση πρόβατα και αυτός, και εντροπιασθή,


ΣΟΦ. Ας εντροπιασθή· γι' αυτόν Δεν με μέλει· με μέλει για το κοινόν όφελος.


ΠΟΙΗΤ. Και τι όφελος;


ΣΟΦ. Η γλώσσα σου φαίνεται 'λίγη ωφέλεια; με τη γλώσσα θα διδάξης το κάθε πράγμα· λοιπόν πρέπει να διδάξης πρώτα τες ορθές λέξες.


ΠΟΙΗΤ. Σοφολογιώτατε, τες λέξες ο συγγραφέας δεν τες διδάσκει, μάλιστα τες μαθαίνει από του λαού το στόμα· αυτό το 'ξέρουν και τα παιδιά.


ΣΟΦ. (Μέ μεγάλη φωνή). Γνωρίζεις τα Ελληνικά, Κύριε; τα γνωρίζεις, τα εσπούδαξες από μικρός;


ΠΟΙΗΤ. (Μέ μεγαλύτερη), Γνωρίζεις τους Έλληνας, Κύριε; τους γνωρίζεις, τους εσπούδαξες από μικρός;


ΦΙΛ. Αδέλφια, μην αρχινάτε να φωνάζετε, γιατί βρισκόμασθε εις το δρόμο, και η αληθινή σοφία λέει το δίκαιόν της με μεγαλοπρέπεια, και χωρίς θυμούς.


ΣΟΦ. (Χαμηλώνοντας τη φωνή και προσπαθώντας να φανή μεγαλόπρεπος). Αλήθεια, φίλε· έτσι έκανε και ο Σωκράτης.


ΠΟΙΗΤ. Απαράλλαχτα! Θυμήσου το όνομα, γιατί ημπορεί να χρειασθή. Ωστόσο σου ξαναλέγω ότι ο διδάσκαλος των λέξεων είναι ο λαός.


ΣΟΦ. Τούτο μου φαίνεται πολύ παράξενο· ένας από τους σοφωτερους του έθνους μας έγραψε ότι, για να γράφουμε με τα λόγια του λαού, πρέπει και με τους στοχασμούς του λαού να συλλογιζώμασθε.


ΠΟΙΗΤ. Αυτά είναι τέκνα στραβόκορμα ενός πατέρα ευμορφότατου. Ο Κονδιλλιάκ είχε 'πεί 'πως η λέξι είναι το σημείο της ιδέας· δεν εφαντάσθηκε όμως ποτέ 'πως όσοι έχουν τες ίδιες λέξες έχουν τους ίδιους στοχασμούς· τα νομίσματα εις τον τόπον, εις τον οποίον ζης, έχουν την ίδια τιμή· μ' όλον τούτο εις τα χέρια μου δεν αξίζουν, γιατί δεν ηξέρω να τα ξοδιάζω, εις τα χέρια σου αξίζουν ολίγον περισ­σότερο, γιατί ηξέρεις και τα οικονομείς, και εις τα χέρια ενός τρίτου εις ολίγον καιρό πληθαίνουν. Αν ήταν αυτό αληθινό, όλοι οι άνθρωποι ενός τόπου έπρεπε να έχουν τους ίδιους στοχασμούς· διαφέρουν όμως εις αυτούς, όπως διαφέρουν εις τες φυσιογνωμίες· και αν κατά δυστυχίαν του γένους κανένας Σοφολογιώτατος ετρελλαινότουν, είναι πιθανό να εξεθύμαινε την τρέλλα του με τα ίδια λόγια, οπού ήταν συνειθισμένος να λαλή· και για τούτο είναι σωστό πράγμα να 'πώ, ότι συλλογίζεται ωσάν κ' εσένα;


ΣΟΦ. Σ’ τούτο το στερνό, φρόνιμα ωμίλησες· τες λέξες όμως του λαού να μεταχειριζόμασθε είναι άγνωστο πράγμα.


ΠΟΙΗΤ. Το ενάντιο είναι άγνωστο. Εις τι περίστασες βρισκόμασθε, εις τι περίστασες βρίσκεται η γλώσσα μας; Εβγήκε ακόμα κανένας μεγάλος συγγραφέας να μας είναι παράδειγμα, ο οποίος να ευγένισε αληθινά τα λόγια της, ζωγραφίζοντας με αυτά εικόνες και πάθη;


ΣΟΦ. .. .'σαν τον Όμηρο, όχι βέβαια..


ΠΟΙΗΤ. Πολύ 'ψηλά επήδησες, φίλε. 'Πες μου λοιπόν πώς πρέ­πει να πορευθούμε;


ΣΟΦ. Πρέπει να τρέξουμε εις τες μορφές των ελληνικών λέ­ξεων, και να πάρουμε όσες ημπορούμε, και κάποιες από τες δικές μας, οπού δεν είχαν οι Παλαιοί, να τες σύρουμε στην παλαιά μορφή.


ΠΟΙΗΤ. Γιατί;


ΣΟΦ. Γιατί αυτές οι λέξες είναι ευγενικότερες.


ΠΟΙΗΤ. 'Πες την αλήθεια, είναι άβλαβη η συνείδησί σου, ενώ μου λες τέτοια;


ΣΟΦ. Άβλαβη, μα την αγάπη του Ελικώνος!


ΠΟΙΗΤ. Φριχτότατος όρκος! και βεβαιώσου 'πως μου ταράζει τα σωθικά. Εγώ σου λέγω ωστόσο, 'πως έχεις πλακωμένην την κρίσιν από τον κόπον, οπού έκαμες, για να τες μάθης, και επειδή παρατηρώ 'πως εσείς όλοι ελπίζετε να φωτίστε το γένος με το αλφαβητάρι στο χέρι, σ' ερωτώ ποίο αλφαβητάρι είναι ευγενικώτερο το 'δικό μας, ή το ιταλικό;


ΣΟΦ. Όσο για τούτο... τα γράμματα κάθε αλφαβηταρίου έχουν την ίδιαν ευγένεια.


ΠΟΙΗΤ. Ήγουν δεν έχουν καμμίαν αφ' εαυτού τους. Όταν εί­ναι σκόρπια και ανακατωμένα, τι δηλούν; έρχεται ο τυπογράφος, τα διαλέει, τα βάνει εις τάξι, και το μάτι διαβάζει· Ουρανός, Μάρκος Μπότσαρις, Σοφολογιώτατος. Εις την πρώτη λέξι, σκύφτω το κεφάλι μου, αναδακρύζω στη δεύτερη, και εις την τρίτη, γελώ για χρόνους. το ίδιο 'Πες για τες λέξες· η ευγένειά τους κρέμεται από την τέχνη, με την οποίαν τες μεταχειρίζεσαι.


ΣΟΦ. Όποιαν τέχνην και αν μεταχειρισθής, οι λέξες τής τωρινής Ελλάδας είναι διεφθαρμένες... Τι με κυττάζεις χωρίς να ομιλής;


ΠΟΙΗΤ. Κυττάζω τες άσπρες τρίχες της κεφαλής σου.


ΣΟΦ. Αμμή τι έχουν να κάμουν με τες λέξες;


ΠΟΙΗΤ. Έχουν να κάμουν με τον καιρό. Ο καιρός, οπού άρχισε να σου κάνη σεβάσμια τα μαλλιά, διαφθείρει όλα τα πράγματα του κόσμου, και τες γλώσσες ακόμα, και ησύχασε.


ΣΟΦ. Τι ευγένεια ημπορούν να έχουν οι λέξες μας, αν είναι διεφθαρμένες;


ΠΟΙΗΤ. Την ευγένειαν, οπού είχαν οι αγγλικές, πριν γράψη ο Σέϊκσπηρ, οπού είχαν οι γαλλικές, πριν γράψη ο Ρασίν, οπού είχαν οι ελληνικές, πριν γράψη ο Όμηρος, και όλοι τους έγραψαν τες λέξες του καιρού τους. Κάθε γλώσσα πρέπει εξ ανάγκης να έχη λέξες από άλλες γλώσσες· και η ευγένεια των γλωσσών είναι ωσάν την ευγένεια των ανθρώπων· ευγενής εσύ, ευγενής ο πατέρας σου, ο πάππος σου ευ­γενής, αλλά πηγαίνοντας εμπρός βρίσκεις βέβαια τον άνθρωπον, οπού έπαιζε τη φλογέρα βόσκοντας πρόβατα.


ΣΟΦ. Εγώ δεν λέγω να γράφουμε καθαυτό ελληνικά, αγκαλά έπρεπε να κάνουμε χίλιες ευχές για να ξαναζήσουν εκείνα τα λόγια.


ΠΟΙΗΤ. Εγώ δεν κάνω καμμία, για να μην χάνω καιρό' και τη ζωή του Ματουσάλα να ήμουν βέβαιος 'πως θα ζήσω, δεν άνοιγα στόμα για τέτοιες ευχές, οι οποίες φέρνουν το ίδιο όφελος, οπού φέρνουν τα κλάϊματα στα σώματα των νεκρών. Οι ευχές, οπού κάνω είναι για να ξαναζήση η σοφία, και η σοφία δεν θέλει να ξαναζήση ποτέ, όσο γρά­φεται με τον τρόπον τον εδικόν σας. Έλαβα πάντα τη δυστυχία να στοχάζωμαι με τον Σωκράτη τες λέξες ωσάν τες σφυριές· το αυτί σου Πυθαγορίζει στες παλαιές, το δικό μου και του γένους στες τωρινές.


ΣΟΦ. Και ποίος ημπορεί να μου εμποδίση να διορθώσω, καθώς θέλει ο Κοραής, τες λέξες μας με τα σχήματα της παλαιάς;


ΠΟΙΗΤ. Για ποίο δίκαιο θέλεις να κάμης τέτοια διόρθωσι;


ΣΟΦ. Γιατί η διόρθωσι μιας γλώσσας νέας πρέπει να γείνη με την οδηγία της μητρός της· όλη η Ελλάδα λέγει μάτι, εμείς πρέπει να διορθώσουμε, και να 'πούμε ομμάτιον· λέγει κρεββάτι, πρέπει να 'πούμε κρεββάτιον.


ΠΟΙΗΤ. Η πρόταση αύτη ομοιάζει την τρέλλαν κάποιων ανθρώ­πων, οπού έχουν τα φαινόμενα της φρονιμάδας.


ΣΟΦ. Τι εννοείς να 'πης.


ΠΟΙΗΤ. Εννοώ να ειπώ, ότι μ' όλον 'που η πρότασι φαίνεται 'πως περιέχει κάποιο δικαίωμα, αν την 'ξετάξης καλά, δεν περιέχει κανένα, και είναι ενάντια εις τα παραδείγματα των άλλων εθνών.


ΣΟΦ. Τούτο επιθυμώ να μου απόδειξης.


ΠΟΙΗΤ. Μετά χαράς· και τόσο προθυμότερα σου το αποδείχνω, όσο συλλογίζομαι 'πως τούτο είναι το πρώτο θεμέλιο, εις το οποίο υψώ­νεται το μεγάλο χτίριο της γλώσσας σας, η οποία, με το θέλημα σου, είναι βαρβαρώτατη, όπως θέλει σου το αποδείξω εις το εξής. Η δια­φθορά της μορφής των λέξεων, λέγει ο Γιβελέν, είναι τριών λογιών ή αλλάχνουν τα φωνήεντα, ή αλλάχνουν τα σύμφωνα, ή αλλάχνουν τοπο­θεσία τα ψηφία, οπού συνθέτουν μίαν λέξι. Τούτο γίνεται εις κάθε γλώσσα, οπού γεννιέται από άλλην. Παρατήρησε τη γλώσσα των Λατίνων, τη γλώσσα των Ισπανών, τη γλώσσα των Γάλλων, τη γλώσσα των Ιταλών. Σύγκρινέ τες με τη γλώσσα 'που τες εγέννησε, και θέλει ιδής φανερώτατην την αλήθειαν, οπού σου λέγω. Τώρα ας πάρουμε τον πρώτο στίχο του Δάντη, και ας τον διορθώσουμε κατά τον τρόπο, οπού σεις αποφασίσετε να μεταχειρισθήτε· ΝΕL ΜΕΖΖΟ DEL CAMMIN DI NOSTRA VITA. Η ιταλική γλώσσα δεν είναι καθαυτό θυγατέρα της Λατινικής, είναι εγγονή της· ας κάμουμε τη διόρθωσι με την ίδιαν επιδεξιότητα, με την οποία την κάνετε εσείς εις τη γλώσσα σας· ΝΕL, είναι βάρβαρο, πρέπει να 'πούμε ΙΝ, ΜΕΖΖΟ, 'κείνα τα δύο ΖΖ είναι βάρβαρα, πρέπει να 'πούμε ΜEDIO. DEL, τίποτες. - CΑΜΜΙΝ, κάθου γύρευε πόθεν έρχεται· αλλά θέλει μεγα­λοψυχία· ας το λατινίσουμε· CΑΜΜΙΝΙ. - ΝΟSTRΑ, πρέπει να 'πούμε ΝΟSTRΑΕ. - VITA, πρέπει να 'πούμε VITAE. να, διορθωμένος ο στίχος και φωτισμένο το γένος! ΙΝ ΜΕDΙΟ CΑΜΜΙΝΙ ΝΟSΤRΑΕ VIΤΑΕ.


ΣΟΦ. Τούτο είναι γελοίον.


ΠΟΙΗΤ. Και τα 'δικά σας τάχα άλλοιώτικα είναι; Είναι απαράλ­λαχτα τα ίδια. Και τόσον ανόητος ήταν ο Δάντης να μην ηξεύρη και αυ­τός κατ' αναλογία να κάμη στη γλώσσα του τέτοια διόρθωσι; Οι στί­χοι του οι λατινικοί δεν είναι βέβαια εύμορφοι, όπως με τον Βιργίλιο, οπού όλον τον είχε στο νου του, δεν ήθελε πολύ τέτοιες διόρθωσες να τες κάμη. Γιατί δεν τες έκαμαν οι Γάλλοι; γιατί δεν τες έκαμαν οι Λατίνοι; Και πώς ημπορούσαν να τες κάμουν; Ας πάρουμε την ύστερη λέξι, Και ας ιδούμε αν ημπορή ποτέ να ξεβαρβαρωθή. Είπαμε vitae, αντί για vita· αλλά εξεβαρβαρώθηκε εις τέτοιον τρόπο; Όχι, Σοφολογιώτατε· η μορφή της λέξης έπεσε από μίαν βαρβαρότητα εις άλλην· το vitae είναι διεφθαρμένο και αυτό από το θαυμαστό σου το βίος, το ελληνικό· το βίος λοιπόν είναι η πρωτότυπη μορφή, Και η αλη­θινά ευγενική; Ποίος το είπε; Ποίος ξεύρει να σου το 'πη; το όφις, το όποιο βέβαια το στοχάζεσαι ευγενικώτερο από το φίδι, το όφις λέγω, με τόσες άλλες λέξες, δεν είναι μήτε ελληνικό, γιατί το οφ είναι ξένο, Και μοναχά η κατάληξί του είναι ελληνική· Και έτσι καθώς βλέπεις, Σοφολογιότατε, αγάλια, αγάλια, εγώ σε στενεύω να ομιλήσης του Αδάμ τη γλώσσα, Και ημπορής να μου ψάλης με τον Δάντη: La lingua ch’io parlai fu tutta spenta[4] γιατί εγώ σου αποκραίνομαι: ομίλειε με τα νοήματα, για να μη βαρβαρίζης!


ΣΟΦ. ...λοιπόν;


ΠΟΙΗΤ. Λοιπόν τού λαού της Ελλάδας όλες τες λέξες...


ΣΟΦ. (κοκκινίζοντας). Πάντα τον λαό μου βγάνεις έξω για διδάσκαλο! ποίος το είπε ποτέ!


ΠΟΙΗΤ. Πολλοί το είπαν, πολλοί. Ο Βάκων λέγει, δεν θυμού­μαι εις τι μέρος, ότι είναι κάποιοι άνθρωποι, οι οποίοι στοχάζονται 'πως τα πράγματα ειπώθηκαν όλα, Και εσύ στοχάζεσαι 'πως δεν ειπώθηκε τίποτε.


ΣΟΦ. σε παρακαλώ να μου 'πης ποίος το είπε;


ΠΟΙΗΤ. Άκουε, Σοφολογιώτατε, Και τρόμαξε· Is qui omnium eruditorum testimonio totiusque iudicio Graeciae cum prudentia et acumine et venustate et subtilitate tum vero eloquentiae (ακούς Σοφολογιώτατε; eloquentiae),varietate, copia, quam se cumque in partem dedisset omnium fuit facile princeps[5].


ΣΟΦ. Ποίος; 'πες μου ποίος, να ησυχάσουμε.


ΠΟΙΗΤ. Θυμήσου το όνομα, οπού εμελέτησες προτήτερα, γιατί τώρα χρειάζεται.


ΣΟΦ. Ποίος, ο Σωκράτης;


ΠΟΙΗΤ. Ο ίδιος· και επειδή σε βλέπω και αχνίζεις εις τ' όνομά του, να σε θερίσω και με τα λόγια του[6]·






ΑΛ. Οἶμαι ἔγωγε· ἄλλα γοῦν πολλὰ οἷοί τ΄ εἰσὶν διδάσκειν σπουδαιότερα τοῦ πεττεύειν.


ΣΩ. Ποῖα ταῦτα;


ΑΛ. Οἷον καὶ τὸ ἑλληνίζειν παρὰ τούτων ἔγωγ΄ ἔμαθον͵ καὶ οὐκ ἂν ἔχοιμι εἰπεῖν ἐμαυτοῦ διδάσκαλον͵ ἀλλ΄ εἰς τοὺς αὐτοὺς ἀναφέρω οὓς σὺ φῂς οὐ σπουδαίους εἶναι διδασκάλους.


ΣΩ. Ἀλλ΄͵ ὦ γενναῖε͵ τούτου μὲν ἀγαθοὶ διδάσκαλοι οἱ πολλοί͵ καὶ δικαίως ἐπαινοῖντ΄ ἂν αὐτῶν εἰς διδασκαλίαν.


ΑΛ. Τί δή;


ΣΩ. Ὅτι ἔχουσι περὶ αὐτὰ ἃ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς διδασκάλους ἔχειν.






ΣΟΦ. ...Μη λάχη και εννοεί τίποτε άλλο;


ΠΟΙΗΤ. Εσύ, οπού είσαι ελληνιστής, μου κάνεις εμέ τέτοια ερωτήματα; είναι δουλειά 'δική σου.


ΣΟΦ. Δεν σου λέγω το εναντίο... Ευμορφότατα λόγια!


ΠΟΙΗΤ. Ευμορφότατο νόημα! Ναι, ευμορφότατο νόημα: Αμμή τι ήθελες; να γράφη τες λέξες της κεφαλής του καθένας; με ποίο δικαίωμα; με το δικαίωμα, 'που δίνει το πνεύμα και η μάθησι; Καλό, λοιπόν· ένας, οπού έχει πνεύμα και μάθησι, φτειάνει μορφές λέξεων καθώς θελήση, ένας άλλος κάνει, το ίδιο, ένας τρίτος κάνει χειρότερα, και εις ολίγον καιρό Δεν έχουμε παρά σκοτάδια πυκνότατα. Για τούτο η φύσι των πραγμάτων ηθέλησε να γεννιούνται τα λόγια από το στόμα όχι δύο και τριών ανθρώπων, αλλά από του λαού το στόμα· και η φιλοσοφία αγροίκησε αυτήν την θέλησί της, και την εκήρυξε στους ανθρώπους. Όσο μεν γι' αυτό, οπού υποπτεύεσαι, 'πως να είναι άλλο τι απ’ ό,τι σημαίνουν τα λόγια, για ν' αφήσης κάθε αμφιβολία να σου 'πώ πόσοι Κλασικοί εξαναείπαν το ίδιο πράγμα.


ΣΟΦ. Όχι, όχι, μη μελετήσης κανέναν, γιατί ο Πλάτων αξίζει για όλους τους, και για όσους θα γεννηθούν.


ΠΟΙΗΤ. Δικαία κρίσι· αλλά η προφητεία την υπερβαίνει.


ΣΟΦ. Εγώ πιστεύω του Πλάτωνος, περσότερο από όσα δικαιώ­ματα ημπορεί κανείς να προβάλη παρά να αμφιβάλλω στα λόγια του, κάλλιο να τρελλαθώ, και ήθελε τωόντι τρελλαθώ, αν αμφίβαλλα. Αγκαλά... τέτοιο πράγμα μου κάνει μεγάλην αγανάχτησι στην ψυχή μου... Είσαι γενναίος;


ΠΟΙΗΤ. Και αν δεν είμαι, — ακολουθώντας τα παραδείγματα τόσων άλλων, προσπαθώ να φαίνωμαι τέτοιος.


ΣΟΦ. Ω ! είσαι τέτοιος βέβαια, είσαι τέτοιος!


ΠΟΙΗΤ. Ευχαριστώ, και ας είναι η πρώτη φορά 'που με βλέπεις.


ΣΟΦ. (ομιλώντας αγαλινά). Πιστεύεις 'πως ο Πλάτων (Θεέ μου, συγχώρεσε με!) ο Πλάτων, λέγω, ο ίδιος, όπου το είπε, πιστεύεις 'πως έγραφε καθώς ομιλεί ο λαός;


ΠΟΙΗΤ. Δεν το πιστεύω· και ποίος το πιστεύει;


ΣΟΦ. Το πιστεύουν όσοι είναι της χυδαϊκής φατρίας.


ΠΟΙΗΤ. Στρεβλό πράγμα.


ΣΟΦ. Τι έλεγες έως τώρα συ ο ίδιος;


ΠΟΙΗΤ. Τίποτε από αυτά. Εμείς δεν είπαμεν ακόμη πώς πρέπει να γράφουμε τη γλώσσα· έως τώρα, είπα, και σου απόδειξα, 'πως οι μορφές των λέξεων, όταν είναι κοινές, δεν είναι υποκείμενες να αλλάζωνται από κανέναν, με πρόφασι διόρθωσης· και τίποτε άλλο.


ΣΟΦ. και τα λόγια του Πλάτωνος γιατί μου τα ανέφερες;


ΠΟΙΗΤ. Για να καταπεισθής 'πως τη σημασία των λέξεων ο λαός την διδάσκει του συγγραφέα.


ΣΟΦ. Το σύγγραμμα λοιπόν θα είναι κάθε άλλο πράγμα από του λαού την ομιλία.


ΠΟΙΗΤ. Όχι κάθε άλλο πράγμα· εκείνο, όπου λέγει ο Βάκων για τη φύσι, δηλαδή, 'πως ο φιλόσοφος, για να την κυριέψη, πρέπει πρώτα να της υποταχθή, ημπορεί κανείς να το 'πη για τη γλώσσα· υποτάξου πρώτα στη γλώσσα του λαού, και, αν είσαι αρκετός, κυρίεψε την.


ΣΟΦ. Αυτό δεν το καταλαβαίνω πώς γίνεται.


ΠΟΙΗΤ. Να, πώς γίνεται. Από τα παραδείγματα, που θέλει σου αναφέρω, θέλει φανερωθή πως ο συγγραφέας πότε στες φράσες του ακολουθάει τον λαό, πότε όχι· πως η μορφή των λέξεων, όπου μεταχειρίζεται ο λαός, δεν αλλάζεται από τον συγγραφέα· πως κάθε λέξι για να λάβη ευγένεια, δεν χρειάζεται άλλο παρά η τέχνη του συγγραφέα· αν παίρνω τα παραδείγματα από τους ξένους, μη με ελέγχης· γιατί το φταίξιμο δεν ‘είναι δικό μου· Quando fui desto innanzi la dimane, pianger senti' fra 'l sonno i miei figliuoli ch'eran con meco, e dimandar del pane[7]. Παρατήρησε, σε παρακαλώ. — το θυμάσαι όλο εκείνο το μεγάλο θαύμα της Τέχνης, τον Ούγολίνο; τούτα τα λόγια σου εγγίζουν την ψυχή;


ΣΟΦ. Μάλιστα.


ΠΟΙΗΤ. Εδώ δεν είναι μεταφορά καμμία, εδώ δεν είναι καμμία φράσι δεινή, και εις τούτους τους τρεις στίχους ο Ποιητής ακολούθη­σε τον λαό· μάλιστα είναι καλό να παρατηρήσουμε 'πως εκείνο το con meco, όπου οι Ιταλοί το βρίσκουν σωστότατο, δεν ημπορεί να προέρ­χεται παρά από τον κοινό λαό, γιατί ο συγγραφέας αφ' εαυτού του δεν τολμάει να κάμη και ως προς τούτο, θυμήσου το δω του Ομήρου[8], το ca’ του Δάντη, και άλλα τέτοια πλήθος, και, για να πληροφορηθής 'πως ο συγγραφέας δεν είναι εκείνος όπου τα πλάττει, βάλε και εσύ, κατά μίμησιν, αντί για ψωμί, ψώ, να ιδούμε τι απόκρισι λαβαίνεις από τους άλλους.


ΣΟΦ. Εις ποίες περίστασες ο ποιητής δεν ακολουθάει στες φράσες του τον λαό;


ΠΟΙΗΤ. Εις πολλές· όμως και εις αυτές πρέπει οι φράσες του να έχουν κάποιαν αναλογία με τες άλλες, όπου υπάρχουν· ed essa e l'altre mossero a sua danza, e quasi velocissime faville, mi si velar di sùbita distanza[9] Στους πρώτους δύο στίχους, οι φράσες του ποιητή είναι φρά­σες του λαού, στον τρίτον όχι, και έχει τέχνην καλήν η μορφή των λέ­ξεων, μ' όλον τούτο είναι πάντοτε η ίδια — Io venni in loco d’ ogni luce muto[10] - αυτή η φράσι δεν είναι του λαού, τα λόγια όμως τα καταλαβαίνει, γιατί είναι 'δικά του.


ΣΟΦ. Δος μου κανένα παράδειγμα, για να καταλάβω εις τι τρό­πον οι λέξες, οπού φαίνονται χυδαϊκές, ημπορούν να ευγενισθούν.


ΠΟΙΗΤ. Ευθύς· όχι ποτέ αλλάζοντας μορφή. Αλλά 'πες μου εσύ πρώτα, - sollevo, peccator, capo, pasto, forbendo, capelli, αυτά τα λόγια σού φαίνονται ευγενικά;


ΣΟΦ. Τα τρία Τα στερνά μου φαίνονται πολύ χυδαία.


ΠΟΙΗΤ. La bocca sollevò dal fiero pasto - quel peccator, forbendola a' capelli - del capo ch'elli avea di retro guasto[11]. Τώρα εκείνο το forbendo, εκείνο το pasto σου φέρνουν φρίκη ή όχι;


ΣΟΦ. —


ΠΟΙΗΤ. Να, λοιπόν, αν έχης ψυχή, αισθάνεσαι 'πως έτσι μεταχειρισμένα τα λόγια δεν είναι χυδαϊκά· αν δεν έχης, μήτε τα φαντάσματα της ποιήσεως βλέπεις, μήτε τα πάθη αισθάνεσαι, και με την πρόληψι, ‘που έχεις, τα λόγια σού φαίνονται χυδαϊκά.


ΣΟΦ. Η βάσι λοιπόν, εις την οποίαν πρέπει να καλλωπίσουμε τη γλώσσα μας, αντί να είναι η ελληνική, θέλεις να είναι η τωρινή;


ΠΟΙΗΤ. Εξ αποφάσεως.


ΣΟΦ. Και πώς ημπορεί να γείνη αυτό; Είναι τόσες διάλεκτοι στην Ελλάδα και δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας.


ΠΟΙΗΤ. Πόσες διάλεκτοι; Πόσες; Κύττα καλά, μη σε απα­τήση η διαφορά της προφοράς, ενώ κρίνεις τες διαλέκτους της Ελ­λάδας· δέκα λόγια, οπού εμείς έχουμε αλλοιώτικα από 'κείνα, οπού έχουν εις το Μωριά, τι πειράζουν; Έπειτα, ποίες είναι τούτες οι μεγάλες διαφορές; Εμείς λέμε πατερό, και άλλοι λένε πάτερο, εμείς λέμε ματία, και αλλού λένε ματιά, εμείς λέμε αέρας, και αλλού λένε αγέρας, εμείς ημπορούνε, και άλλου λένε ημπορούν· τι διαφορές είναι τούτες; δεν ακουόμασθε ανάμεσό μας; άφησε να το λέγουν οι Ιταλοί, οι οποίοι αλη­θινά δεν ακούονται. Έλαβες ξένον δούλον ποτέ;


ΣΟΦ. Τους δούλους μου βγάνεις έξω;


ΠΟΙΗΤ. Αποκρίσου, γιατί δεν ήξέρεις πού αποβλέπει η ερώτησί μου.


ΣΟΦ. Έλαβα.


ΠΟΙΗΤ. Όταν ωμιλούσαν τους εκαταλάβαινες;


ΣΟΦ. —


ΠΟΙΗΤ. Αποκρίνομαι εγώ· εγώ έλαβα δούλους ξένους, Έναν από τη Μάνη, και τον εκαταλάβαινα εξαίρετα· έναν από το Γαστούνι, έναν από τον Όλυμπο, έναν από τη Χιό, έναν από τη Φιλιππούπολι, και τους εκαταλάβαινα εξαίρετα· άκουσα να ομιλούν ανθρώπους από το Μεσο­λόγγι, από την Κωνσταντινούπολη και τα λοιπά, και τους εκαταλάβαινα τόσο, όπου σχεδόν έλεγα όπως είναι από τον τόπο μου.


ΣΟΦ. Αμμή αυτοί ήταν αμαθέστατοι όλοι.


ΠΟΙΗΤ. Ήταν· και ο Χριστόπουλος, οπού είναι κάθε άλλο πα­ρά αμαθέστατος, γράφει με τες λέξες αυτών.


ΣΟΦ. Και αυτές οι λέξες...


ΠΟΙΗΤ. Και αυτές οι λέξες είναι οι ίδιες, με τες οποίες βρίσκεις γραμμένη τη Βοσκοπούλα, ποίημα, όπου δεν είναι γυναίκα να μη γνωρίζω, και έχει στη ράχη του χρόνους διακόσιους. Είδαμε τα Κλέφτικα τυπωμένα, και γνωρίζουμε και άλλα απ' αυτά, και επαρατηρήσαμε 'πως δεν έχουν μία λέξι, 'που να μη σώζεται στη Ζάκυνθο.


ΣΟΦ. Και η φτώχεια της γλώσσας δεν σου φέρνει σύγχυσι καμμία;


ΠΟΙΗΤ. Πρώτον μεν, δεν άκουσα ποτέ 'πως η φτώχεια μιας γλώσσας είναι αρκετό δικαιολόγημα, για να την αλλάξουν οι σπουδαίοι· δεύτερον δε, ποίος αποφάσισε 'πως είναι φτωχή;


ΣΟΦ. Όλοι οι σοφοί του έθνους.


ΠΟΙΗΤ. Σοφοί; ας είναι· και οι σοφοί δεν σου φαίνονται 'πως ημπορούν να κάνουν λάθος;


ΣΟΦ. Είναι ευκολώτερο να λανθάνεσθε εσείς.


ΠΟΙΗΤ. Να ήταν τούτο ζήτημα σκοτεινό και καινούριο, ίσως· αλλά είναι καινούριο; εις την εποχή του Δάντη δεν εκινήθηκε κάτι πα­ρόμοιο; όλοι οι σοφοί, καθώς τους κράζεις εσύ, εκείνου του καιρού, δεν εκατάτρεξαν τον Δάντη; δεν του έλεγαν 'πως η γλώσσα είναι διεφθαρ­μένη, δυστυχισμένη, φτωχή, και 'πως δεν είναι άξια να τη γράψη άν­θρωπος, οπού έχει σοφία; δεν αυθάδιασαν να τον φωνάξουν 'πως ήπρεπε να διπλώσουν με τα συγγράμματα του το πιπέρι; Τι λοιπόν μου φέρ­νεις έξω τους σοφούς, για να με τρομάξης; δεν είχαν εις τούτο περισ­σότερη γνώσι από τους φιλοσόφους οι χυδαίοι άνθρωποι, οι οποίοι ετραγουδούσαν στους δρόμους τους στίχους του; Είναι τώρα ένας στην Ι­ταλία 'που να μη σπουδάζη, για να μάθη τη γλώσσα του Δάντη;






* * *([12])






ΣΟΦ. Εγώ σε βεβαιώνω ότι πολεμώ για την αλήθεια, και όχι για τίποτε άλλο.


ΠΟΙΗΤ. (Πιάνοντας φιλικά το χέρι του Σοφ.) Τίμια λόγια σου εβγήκαν από το στόμα· και εγώ και εσύ πολεμούμε για την αλήθεια· αλλά συλλογίσου καλά, μήπως κυνηγώντας την αλήθειαν εις εκείνον τον τρόπο, απατήθης, σφίγγοντας εις τον κόρφο σου το φάντασμα της. Έ­λα στο νου σου, στοχάσου πόσο κακό κάνει η γλώσσα 'πού γράφετε· ως πότε θα ακολουθούν να μας κλαίγουν οι ξένοι, και να μας ξαναθυμούν τες δόξες των παλαιών μας, για να μας αυξήσουν την εντροπή; «Η δάφνη κατεμαράνθη», εφώναξε ο γενναίος, πικρότατα και αληθινά λό­για! Ναι! αλοίμονον! η δάφνη κατεμαράνθη! Έρχεται ο ξένος και βρίσκει ακόμη ζωντανές πολλές συνήθειες της Ιλιάδος· ακόμη οι γυ­ναίκες λέγουν τα μυρολόγια εις τα λείψανα, και τα φιλούν· ακόμη ο γέρος στη δυστυχία του χτυπάει το μέτωπό του με τα δυό του χέρια, και τα σηκώνει στον ουρανό, 'σαν να ήθελε να τον ερωτήση, γιατί έπε­σε τέτοια συμφορά στο κεφάλι του· ακόμη γυμνώνει το βυζί της η μά­να και ξαναθυμάει του παιδιού της το γάλα, 'που του έδωσε· ακόμη ο δούλος κάνει όρκον εις το ψωμί, 'πού τον έθρεψε. Όμως ο ξένος δεν έχει άλλα 'δικά μας να μουρμουρίσει στα χείλια του παρά «Μήνιν άοιδε, θεά», γιατί η δάφνη κατεμαράνθη. και τώρα, 'πού ξαναγίνεται νί­κη στο Μαραθώνα, δεν σώζεται φωνή ανθρώπου να ξανακάμη στη γλώσσα μας όρκον, «Μα τες ψυχές, 'πού εχάθηκαν πολεμώντας!» για­τί η δάφνη κατεμαράνθη (ο ποιητής κλαίει).


ΣΟΦ. (γελάει) Σε παρακαλώ να θυμηθής τα λόγια τα πικρά 'πού μου είπες.


ΠΟΙΗΤ. Συγχώρεσέ με· έχω εύκολο το χείλο και δεν έχω κακή την καρδιά· συγχώρεσε με, σου λέγω.


ΣΟΦ. 'Πες 'πως τα ξαστόχησα όλα.


ΠΟΙΗΤ. Όχι όλα, αδελφέ αγαπημένε, μα τη μνήμη του Μπότσαρι, μη τα ξαστόχησες όλα! Τόσοι πατέρες έχουν εις τη διδασκαλία σου τα παιδιά τους, και ελπίζουν να τα κάμης ασπίδες της πατρίδας, και μην θέλης να πάρης το κρίμα στο λαιμό σου. δεν είναι εντροπή να φανέ­ρωση άλλος άνθρωπος 'πως έσφαλε, μάλιστα θέλη σ' επαινέση κάθε γεν­ναίος, και εγώ σου δίνω στο μέτωπο το φιλί της ειρήνης.


ΣΟΦ. Εμείς, εμείς θέλει σηκώσουμε τους στύλους της γλώσσας, τώρα 'που η ελευθερία...


ΠΟΙΗΤ. Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσείς, εσείς θέλει σηκώσετε τους ίδιους στύλους, οπού έστησε περνώντας από την Παλαιστίνην ο Σέσωστρις! Δεν υποφέρεσαι πλέον! Εσύ ομιλείς για ελευθερία; Εσύ, οπού έχεις αλυσωμένον τον νουν σου από όσες περισπωμένες εγράφθηκαν από την εφεύρεσι της ορθογραφίας έως τώρα, εσύ ομιλείς για ελευθε­ρία; Είδαμε το όφελος, όπου εκάμετε με τα φώτα σας εις την επανάστασι της Ελλάδας· ακούσαμε ποιητάδες ανόητους, 'που ήθελαν να αθανατίσουν τους Ήρωες και οι 'παινεμένοι Ήρωες Δεν εκαταλάβαιναν λέξι· ακούσαμε πεζούς σκοτεινόμυαλους, οι οποίοι επροσπαθούσαν να ανάψουν φλόγα πολέμου εις τον λαό, και αρχινούσαν με τη λέξη Προτροπή. Και πώς; δ λαός της Ρώμης έτρεχε ν' ακούση τον Κικέρωνα, γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε; γιατί Δεν εκαταλάβαινε τίποτε, εδιώρθωνε ο λαός τον Δημοσθένη, ο όποιος έπαιξε επιταυτού με τη λέξι σφαλμένη; γιατί δεν εκαταλάβαινε τίποτε εθαύμασε, όταν εδιάβασε την Ιστορία του ο Η­ρόδοτος, κ' έκλαιγε ωστόσο ακούγοντας την δ Θουκυδίδης, όπου ήταν δεκατρίων χρονών; και γιατί δεν εκαταλάβαιναν τίποτε, εκφωνούσαν οι Σπαρτιάτες, τρέχοντας εις την μάχη, τα πολεμικά τραγούδια του Τυρ­ταίου, και αισθάνονταν τραγουδώντας και άλλην ψυχή μες στα στήθια τους; Ω νέοι συμμαθητάδες μου, πώς ημπορείτε να λάβετε ποτέ ελπί­δα να τραγουδήσουν και τα 'δικά σας, εάν σάς τρυπούν τ' αυτιά οι δι­δάσκαλοι σας με βρώματα, με θούριον, και με παρόμοια; Ω Σοφολογιώτατοι! αυτά είναι τα μαθήματα, οπού τους δίνετε, και θέλετε να τους φωτίσετε! τόσο κάνει να τους φωτίσετε με μία φούχτα στάχτη στα μά­τια! Σας δίνω όμως την είδηση ότι ετέλειωσε το βασίλειόν σας εις την Ελλάδα με των Τούρκων το βασίλειο. Ετέλειωσε, και ίσως αναθεματίστε την ώρα της Επαναστάσεως· όχι, όχι, η Ευρώπη, οπού έχει προση­λωμένα εις εμάς τα μάτια της, για να ιδή τι κάνουμε τώρα, όπου συντρί­βουμε τες άλυσες της σκλαβιάς δεν θέλει μας ιδή ποτέ να υποταχθούμε εις τριάντα τυράννους ξύλινους!


ΦΙΛ. Σώπα γιατί μαζώνεται ο λαός.


ΠΟΙΗΤ. Δεν με μέλει, ας μαζωχθή· μάλιστα ας μαζωχθή ο λαός της Ελλάδας όλης, για να τον ακούση ο Σοφολογιώτατος πώς ομιλεί· ας μαζωχθή, για να τον φωνάξω όσο δύναμαι δυνατώτερα, πόσο είναι αδικημένος εις το σκήπτρο της γλώσσας, το οποίον του έδωκε η φύσι. Εγνώρισε τη δύναμι αυτού του σκήπτρου ο Σωκράτης, την εγνώρισε ο Κικέρων, την εγνώρισε ο Σπερόνης, την εγνώρισαν όλοι οι σοφοί κάθε έθνους, και κάθε καιρού, και τούτος θέλει να τό αδράξη από τα χέρια του, να το τσακίση και να του δώση άλλο βρυκολακίστικο!


ΣΟΦ. Αλλά. Κύριε...


ΠΟΙΗΤ. Αλλά, Κύριε, δεν θέλει τό τσακίσετε ποτέ· οι ανδρείοι θέλει τό μεταχειρισθούν εις την πλάτη σας, καθώς ο Οδυσσέας εμεταχειρίσθηκε το δικό του εις την πλάτη του Θερσίτη.


ΣΟΦ. Αλλά, Κύριε...


ΠΟΙΗΤ. Αλλά, Κύριε, δεν ηξέρεις τι συλλογίζεσαι. Να αλλάξης τη γλώσσα ενός λαού! Σύρε, λοιπόν, τριγύρισε την Ελλάδα, σύρε ναύρης την κόρη, και πες της με τι λόγια πρέπει να λέγη ότι η ευμορφότερη ευμορφιά του κορμιού της είναι η τιμή· άμε ναύρης τους πολεμάρ­χους, ψηλάφησέ τους τες λαβωματιές, και πες τους ότι πρέπει να τες λεν τραύματα· άμε ναύρης τον ασπρομάλλη, ο οποίος θυμάται πόσον αίμα μάς ερούφηξεν ο Αλής, και 'πες του με τι λόγια πρέπει να παρασταίνη βρέφη, παρθένες, γέροντες αδικοσκοτωμένους εξήντα χιλιάδες· άμε ναύρης τους δυστυχέστατους Χιώτες, οι οποίοι παραδέρνουν εδώ κ' εκεί, και όταν κουρασθούν κάθονται, ίσως, εις κανένα έρημο ακρογιάλι και ψάλλουν με λόγια 'δικά τους, «επί τον ποταμόν Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμε και εκλαύσαμε».


ΣΟΦ. Αλλά, Κύριε...


ΠΟΙΗΤ. Αλλά, Κύριε, δεν σ' αφίνω να ομιλής πλέον. Άλλην έγνοια, δεν έχετε παρά να διακονεύετε λέξες με τα κεφάλια σας· και τα κεφάλια σας είναι άλαλα και ξερά, ωσάν τα κρανία, 'που κοιμούνται στα χώματα. Θέλει άλλο παρά λέξες διακονεμένες για να ωφελήσης έναν λαό, ο οποίος πολεμάει για την ελευθερία, οπού έχασε από αιώνες, και κάνει τέρατα! Είναι δύο φλόγες, διδάσκαλε, μία στο νου, άλλη στην καρδιά, αναμμένες από τη φύσι εις κάποιους ανθρώπους οι οποίοι εις διάφορες εποχές διαφορετικά μέσα μεταχειρίζονται για ν' απολαύσουν τα ίδια αποτελέσματα· και από τη γη πετιούνται στον ουρανό, και από τον ουρανό πετιούνται στον Άδη, και ζωγραφίζουν εικόνες και πάθη, παρόμοια μ' εκείνα, οπού είναι σπαρμένα από τη φύσι στον κόσμο· και αγαπούν και σέβονται, και λατρεύουν την τέχνη τους, ωσάν το πλέον ακριβό πράγμα της ζωής, και ομοιώνονται με τα συμβεβηκότα, 'που πε­ριγράφουν, και κάνουν τους άλλους και γελούν, και κλαίουν, και ελπί­ζουν, και φοβούνται, και δειλιάζουν, και ανατριχιάζουν, και δεν αφίνουν αναίσθητες παρά τες πέτρες και σε.


ΣΟΦ. (Ομιλώντας 'γλήγορα). Καλά, καλά, αλλά 'λίγοι γνωρίζουν την παλαιάν ορθογραφία.


ΠΟΙΗΤ. Χαίρετε, λοιπών, θείοι τόνοι, οξείες, βαρείες, περισπωμένες! χαίρετε ψιλές, δασείες, στιγμές, μεσοστιγμές, ερωτηματικές, χαίρετε! Ο κόσμος τρέμει τη δύναμί σας, και ουδέ ποιητής, ουδέ λογογράφος ημπορεί να γράψη λέξι, χωρίς πρώτα να σας υποταχθή. Εσείς εμπνεύσετε, πριν γεννηθήτε, τον Όμηρο, όταν ετραγουδούσε την Ιλιάδα, την Οδύσσεια, τους Ύμνους, και ο λαός της Ελλάδας τον επερικύκλωνε και τον εκαταλάβαινε· εσείς τον εμπνεύσετε, όταν περιγράφη τον αποχαιρετισμό του Έκτορος εις την Ανδρομάχη, και το τέκνο του τον φοβάται και κρύβεται· εσείς τον εμπνεύσετε, όταν περιγράφη τον δυστυχισμένον βασιλέα της Τρωάδας, 'που παγαίνει στον Αχιλλέα, και πέφτει στα πόδια του, και του φιλεί τα χέρια, οπού του είχαν ολίγο προτήτερα σκοτώσει το ακριβώτερό του παιδί· εσείς εμπνεύσετε τον Δάντη, όταν ετραγουδούσε τον Ουγολίνο με μίαν δύναμι, 'που δεν βρίσκω παρόμοιαν εις όλη την ποίησι των παλαιών· εσείς τον Σέϊκσπηρ, όταν έπαράσταινε τον Λέαρ, τον Άμλετ, τον Οτέλλο, τον Μάκβεθ, και ανατρίχιαζεν όλος ο κόσμος της Αγγλίας· εσείς τον Ρασίν, εσείς τον Γοέθ, εσείς τον Πίνδαρο, οπού ήταν στενοχωρημένος από τους σοφολογιώτατους του καιρού του να τους κράζη κοράκους. Κοράκοι, όλοι κοράκοι αληθινοί, και χειρότεροι από τον κόρακα, οπού έβγήκε από την Κιβωτό, και έθρεφότουν από τα λείψανα, όπου είχε αφήσει ο κατακλυσμός του Κόσμου.


ΣΟΦ. (κοιτάζει στα μάτια τον ποιητή και φεύγει).


ΦΙΛ. Είμαι βέβαιος ότι του φαίνεται 'πως σ' εχαιρέτησε, τόσο εί­ναι καταζαλισμένος! Δεν ηξέρει τι ν' αποκριθή, όμως δεν τον εκατάπεισες. Τρέχει να ξαναπή αλλού τί είναι γλώσσα διεφθαρμένη.


ΠΟΙΗΤ. (Κυττάζοντας κατά το Μωριά). Ο ήλιος έχει συναγμένες τες υστερινές του αχτίνες εκεί.


ΦΙΛ. Θυμήσου τα λόγια της Θείας Γραφής· να μη σ' εύρη θυμωμένον ο ήλιος οπού πέφτει.


ΠΟΙΗΤ. Αγιώτατα λόγια! και προσπαθώ, στη ζωή μου, να τα θυμούμαι, όσον δυνατόν περισσότερο· αλλά κάθε φορά, 'που φιλονεικήσω με τους Σοφολογιώτατους, οι οποίοι προσπαθούν να τυφλώσουν το γένος, τέτοια λόγια μου βγαίνουν ολότελα από τό νου.


ΦΙΛ. Έχεις προσηλωμένα τα μάτια σου εκεί, και τόσο αναμμένος είσαι στό πρόσωπο, και τόσο σου τρέμουν τα μέλη, οπού φαίνεται 'πως ετοιμάζεσαι να πας εκεί πέρα να πολεμήσης.


ΠΟΙΗΤ. Μου πονεί η ψυχή μου· οι δικοί μας χύνουν τό αίμα τους αποκάτου από τό Σταυρό, για να μας κάμουν ελεύθερους, και τούτος, και όσοι του ομοιάζουν, πολεμούν, γι' ανταμοιβή, να τους σηκώσουν τη γλώσσα.


[1] Σημείωση Τερτσέτη: Έγραψε τον Δ ι ά λ ο γ ο ν ο Διονύσιος Σολωμός εις Ζάκυνθον κατά τό 1824. Σώζεται τό αντίγραφον, ατελές ως κατωτέρω θέλομεν σημειώσει, το οποίον φίλος του τις αντέγραψεν κατά παραγγελίαν του ποιητού και προς χρήσιν του· αλλά ούτε το έπιθεώρησεν, ούτε εδημοσίευσεν τόν Διάλογον — τον δημοσιεύομεν κατά τό αντίγραφον τούτο.






[2] Στη φήμη στρέφουν, κι όχι στην αλήθεια,


το βλέμμα και στεριώνουν έτσι γνώμη


προτού την τέχνη ή το νου ν’ ακούσουν (μετάφρ. Νίκος Κούρκουλος)


[3] Ρωμαίος και Ιουλιέτα, 6.42.43


[4] Ξεχάστηκε όλη η γλώσσα που μιλούσα Παράδεισος, ΧΧVI.124 (μετάφρ. Γ. Κότσιρας) –εδώ μιλάει ο Αδάμ.


[5] Από το Περί του ρήτορος, του Κικέρωνα· στο απόσπασμα αυτό γίνεται λόγος για τον Σωκράτη· σε μετάφραση: Σύμφωνα με την ομόφωνη μαρτυρία των μορφωμένων και την ετυμηγορία όλης της Ελλάδας, χάρη στην ευφυΐα, την οξύνοια, τη χάρη και τη φινέτσα του αλλά και την ευφράδεια (ακούς Σοφολογιότατε; ευφράδεια) την ποικιλία και την πληρότητά του, εύκολα ξεχώριζε πάνω απ’ όλους τους άλλους, οπουδήποτε κι αν έστρεφε την προσοχή του.


[6] Πλάτωνας, Αλκιβιάδης 1. Παραθέτω τη μετάφραση της έκδοσης του Κάκτου:


ΑΛ. Έτσι πιστεύω· είναι πάντως ικανοί να διδάξουν πολλά άλλα σπουδαιότερα από το παιχνίδι των πεσσών.
ΣΩ. Ποια είναι αυτά;
ΑΛ. Ας πούμε, εγώ διδάχτηκα από αυτούς τα ελληνικά, και δεν θα μπορούσα ν' αναφέρω συγκεκριμένο δάσκαλό μου, αλλά λέω πως τούτο ανήκει σε κείνους για τους οποίους λες ότι δεν είναι σπουδαίοι δάσκαλοι.
ΣΩ. Ευγενικέ μου, οι πολλοί είναι καλοί δάσκαλοι του αντικειμένου τούτου, και δίκαια θα επαινούνταν για τη διδασκαλία τους.
ΑΛ. Δηλαδή;
ΣΩ. Επειδή κατέχουν ως προς αυτά ό,τι πρέπει να έχουν οι καλοί δάσκαλοι.


[7] Κι ως ξύπνησα προτού χαράξει η μέρα,


Να κλαιν στον ύπνο νιώθω τα παιδιά μου


Κοντά μου εκεί, και να ζητούν ψωμάκι


Κόλαση, ΧΧΧΙΙΙ.37-39 (Μετάφρ. Γ. Κότσιρας)


[8] Συντετμημένος τύπος του «δώμα» που εμφανίζεται 25 φορές στον Όμηρο, π.χ. Ιλιάδα Α426.


[9] Κι άλλες μαζί της πιάνουν το χορό τους


κι ως σπίθες που πετούν με γρηγοράδα


μοναστραπίς μακριά μου αφανιστήκαν (μετάφρ. Ν. Καζαντζάκης)


Παράδεισος, VII.7-9


[10] Έφτασα εκεί που κάθε φως σωπαίνει (μετάφρ. Ν. Καζαντζάκης)


Κόλαση, V.28


[11] Άσκωσε τη φριχτή θροφή απ’ το στόμα


σφουγγίζοντάς το ο κολασμένος τούτος


πα στα μαλλιά τού φαγωμένου σβέρκου


Κόλαση, ΧΧΧΙΙΙ.1


[12] Σημείωση κ. Τερτσέττη: Έως εδώ τελειόνουν το πρώτο, δεύτερο και τρίτο τετράδιον· δεν ευρέθη το τέταρτον, ίσως λείπει και το πέμπτο· το ακόλουθον είναι το υστερινό

Ο Πόρφυρας Διονύσιου Σολωμού


Χειρόγραφο του Διονύσιου Σολωμού.
Το απόσπασμα αρ. 5 του «Πόρφυρα» και το επίγραμμα «Εις Φραγκίσκα Φραΐζερ»


Ο Πόρφυρας

Το ποίημα έχει ως αφετηρία ένα περιστατικό που συνέβη στην Κέρκυρα τον Ιούλιο του 1847: Ένας πόρφυρας (καρχαρίας) κατασπάραξε ένα νεαρό Άγγλο στρατιώτη που κολυμπούσε. Ο ποιητής θέλησε να αποδώσει με τον τρόπο του το τραγικό γεγονός. Τελικά το ποίημα έμεινε αποσπασματικό. Για την παρακολούθησή του βασιζόμαστε σε πληροφορίες που μας δίνει ο Πολυλάς. Παρά τις κάποιες δυσκολίες που παρουσιάζει το έργο σε ορισμένα σημεία, η ποιητική έκφραση είναι καθαρή και δείχνει την υψηλή ποιότητα του σολωμικού λόγου.
1
Η Κόλαση πάντ' άγρυπνη σου στήθηκε τριγύρου·
Αλλά δεν έχει δύναμη πάρεξ μακριά και πέρα
Μακριά 'πό την Παράδεισο, και συ σ' εσέ 'χεις μέρος·
Μέσα στα στήθια σου τ' ακούς, Καλέ, να λαχταρίζει;
2
Κοιτάς του ρόδου τη λαμπρή πρώτη χαρά του ήλιου,
Ναι πρώτη, αλλ' όμως δεύτερη από το πρόσωπό σου!
3
3
«Χιλιάδες άστρα στο λουτρό μ' εμέ να στείλ' η νύχτα!»
4
«Γελάς και συ στα λούλουδα, χάσμα του βράχου μαύρο».
5
«Κοντά 'ναι το χρυσόφτερο και κατά δω γυρμένο,
 Π' άφησε ξάφνου το κλαδί για του γιαλού την πέτρα,
Και κει γρικά της θάλασσας και τ' ουρανού τα κάλλη,
Και κει τραβά τον ήχο του μ' όλα τα μάγια πόχει.
Γλυκά 'δεσε τη θάλασσα και την ερμιά του βράχου,             
5
Και τ' άστρο κράζει πάρωρα, και πρέπει να προβάλει
Πουλί πουλάκι, που σκορπάς το θαύμα της φωνής σου,
Ευτυχισμός α δεν είναι το θαύμα της φωνής σου,
Καλό στη γη δεν άνθισε, στον ουρανό, κανένα.
Αλλ' αχ! να δώσω μια πλεξιά, και να 'μαι και φθασμένος,    
10
Ακόμ', αφρέ μου, να βαστάς, και να 'μαι γυρισμένος,
με δύο φιλιά της μάνας μου, με φούχτα γη της γης μου».
6
«Φιλώ τα χέρια μ' και γλυκά το στήθος μ' αγκαλιάζω.
Ανοιχτά πάντα κι άγρυπνα τα μάτια της ψυχής μου.
Ποια πηγή τάχα σε γεννά, χαριτωμένη βρύση;»
7
Φύση, χαμόγελ' άστραψες κι εγίνηκες δική του·
Ελπίδα, τόδεσες το νου μ' όλα τα μάγια πόχεις·
Νιος κόσμος όμορφος παντού χαράς και καλοσύνης.
Γύρου κοιτά να τον ιδεί.......
Κοντά 'ναι κει στον νιον ομπρός ο τίγρης του πελάγου.
5
Κι αλιά! μακριά 'ναι το σπαθί, μακριά 'ναι το τουφέκι!
Αλλ' όπως έσχισ' εύκολα βάθος τρανό κι εβγήκε.
Κι όρμησε.....
Κατά τον κάτασπρο λαιμό που λάμπει ωσάν τον κύκνο,
Κατά το στήθος το πλατύ και το ξανθό κεφάλι,
 10
Κατά τη μεγαλόψυχη γλυκιά πνοή της νιότης.
Έτσι κι ο νιος.....
Της φύσης από τς όμορφες και δυνατές αγκάλες,
Οπού τον εγλυκόσφιγγε και του γλυκομιλούσε,-
Κι ευθύς ξυπνά στ' ελεύθερο γυμνό κορμί π' αστράφτει,
15
Την τέχνη του κολυμπιστή μ' αυτήν του πολεμάρχου.
8
Πριν πάψ' η μεγαλόψυχη πνοή χαρά γεμίζει·
Άστραψε φως κι εγνώρισεν ο νιος τον εαυτό του·
Οι κόσμοι γύρου ν' άνοιγαν κορόνες να του ρίξουν.
.................................................................
Απομεινάρι θαυμαστό ερμιάς και μεγαλείου,
Όμορφε ξένε και καλέ, και στον ανθό της νιότης,
Άμε και δέξου στο γιαλό του δυνατού την κλάψα.


Απ. 1. Η Κόλαση· γενικά η δύναμη του κακού. Η Παράδεισος: η ψυχή, ο ψυχικός πλούτος του ανθρώπου. Και συ σ' εσέ 'χεις μέρος· κι εσύ έχεις μέσα σου ένα μέρος από τον παράδεισο. 
Απ. 3, 4, 5. Τα αποσπάσματα αποδίδονται στον κολυμβητή «εις τη στιγμή οπού λατρεύει τις ομορφιές της φύσης ολίγο πριν απαντήσει το τέρας του πελάγου» (Πολυλάς). 
Απ. 6. Και αυτό το απόσπασμα αποδίδεται στον κολυμβητή και εκφράζει στιγμή άκρας ευδαιμονίας. Οι στίχοι είναι μεμονωμένοι.


Γιάννης Αδαμάκος (γεν. 1952), εικόνα για τον Πόρφυρα
Γιάννης Αδαμάκος (γεν. 1952), εικόνα για τον Πόρφυρα

http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSGL-A111/262/1916,6365/


Διονύσιος Σολωμός «Ο Πόρφυρας» παράλληλο για τον Κρητικό

Αναδημοσίευση ανάλυσης από τις σημειώσεις νεοελληνικής λογοτεχνίας του Κωνσταντίνου Μάντη Read more: http://latistor.blogspot.com/2010/10/blog-post_10.html#ixzz2yIWxpSjK

Ένας Άγγλος στρατιώτης κατασπαράχτηκε το 1847 από έναν πόρφυρα (σκυλόψαρο, καρχαρία), ενώ κολυμπούσε στο λιμάνι της Κέρκυρας. Το πραγματικό αυτό γεγονός αξιοποίησε ο Σολωμός για τη δημιουργία ενός εξαιρετικού ποιήματος, όπου η θεματική της δοκιμασίας κυριαρχεί.

Ο Σολωμός παρουσιάζει εδώ τη φύση σε διττό ρόλο, καθώς από τη μία προσφέρει μια ανυπέρβλητη εικόνα ομορφιάς κι από την άλλη ενέχει ένα θανάσιμο κίνδυνο, ο οποίος θα σημάνει το πρόωρο τέλος του νεαρού στρατιώτη.

Στους Ελεύθερους Πολιορκημένους η φύση με την ομορφιά της αντιμάχεται τη θέληση και την αποφασιστικότητα των πολιορκημένων να θυσιάσουν τη ζωή τους σε μια ύστατη προσπάθεια να αντισταθούν στους εχθρούς. Στον Κρητικό η φύση με την υπερβατική γοητεία της επιχειρεί να αποτρέψει τον ήρωα από τη διάσωση της αγαπημένης του. Ενώ, στον Πόρφυρα ο νεαρός ήρωας εγκλωβίζεται από την ομορφιά της φύσης και δε συνειδητοποιεί έγκαιρα τον κίνδυνο που καραδοκεί, πέφτοντας θύμα μιας βίαιης έκφανσης της φύσης. Οι ήρωες του Σολωμού, στους Ελεύθερους Πολιορκημένους και στον Κρητικό, δοκιμάζονται, όχι απέναντι σε αρνητικές δυνάμεις, αλλά απέναντι στη θετική και όμορφη εικόνα της φύσης, η οποία επιχειρεί να κάμψει τις αντιστάσεις τους και να θέσει σε δοκιμασία την αφοσίωσή τους στον αρχικό τους στόχο. Στον Πόρφυρα ο νεαρός ήρωας έρχεται αντιμέτωπος παράλληλα με τη θετική και την αρνητική πλευρά της φύσης και καλείται να αποδεσμευτεί τόσο από τη μαγεία που του ασκεί η ομορφιά της φύσης όσο και από το φόβο που του προκαλεί η άλογη βία της.

Αναλυτικότερα:

Ένα χρυσόφτερο πουλί αφήνει το κλαδί του δέντρου όπου καθόταν και πετά κοντά στο γιαλό, απολαμβάνει την ομορφιά του ουρανού και της θάλασσας και συνοδεύει την ομορφιά αυτή με το μαγευτικό τραγούδι του. Υπό τον ήχο του κελαϊδίσματος του, που αντηχεί από τη θάλασσα μέχρι το βράχο, όλη η φύση συνενώνεται σε μια αρμονική εικόνα ομορφιάς κι ευδαιμονίας και το πουλί καλεί τον Αποσπερίτη, το πρώτο άστρο που εμφανίζεται στον ουρανό να προβάλει νωρίτερα απ’ ό,τι συνηθίζει, για να συμπληρώσει με την παρουσία του την ομορφιά της φύσης.

Ο νεαρός μαγεμένος από το κελάιδισμα του πουλιού του μιλά, λέγοντάς του πως αν δεν είναι ο ήχος της φωνής του η απόλυτη ευτυχία τότε τίποτε καλό δεν έχει γίνει στη γη και στον ουρανό. Ο ήρωας του ποιήματος βρίσκεται σε μια κατάσταση πλήρους ευδαιμονίας, καθώς απολαμβάνει το κολύμπι του περιτριγυρισμένος από την εκστατική ομορφιά της φύσης κι εύχεται να μπορούσε πολύ γρήγορα, προτού καν διαλυθεί ο αφρός του κύματος, να φτάσει στη χώρα του και να γυρίσει έχοντας πάρει δυο φιλιά από τη μητέρα του και φούχτα χώμα από την πατρίδα του. Ο νεαρός Άγγλος αισθάνεται πως η ευτυχία του θα ήταν πληρέστερη αν είχε και την ευλογημένη στοργή της μητέρας του και λίγο έστω χώμα από την πατρική του γη.

Η ευδαιμονία που αισθάνεται ο νεαρός αγγίζει τα όρια της έκστασης και του διονυσιασμού, ωθώντας το νεαρό να φιλήσει τα χέρια του και να αγκαλιάσει το στήθος του. Αισθάνεται τις αισθήσεις του, τα μάτια της ψυχής του, να βρίσκονται σε πλήρη εγρήγορση κι απορεί ποια είναι η πηγή όλη αυτής της ομορφιάς που έχει κατακλύσει τη φύση γύρω του.

Η προσωποποιημένη φύση μοιάζει να χαμογελά στο νεαρό και να του παραδίνεται, καθώς ο νεαρός βιώνει την ευδαιμονική της ομορφιά με κάθε του αίσθηση, μέχρι τα βάθη της ψυχής του. Η χαρά αυτή που αισθάνεται του γεννά μια απρόσμενη ελπίδα, πως η ζωή είναι απόλυτα όμορφη κι αυτός θα μπορέσει να τη βιώσει στο έπακρο. Η ελπίδα της ζωής και της χαράς κυριεύει το νου του νεαρού με όλα τα μάγια που έχει, υπό την έννοια πως η ελπίδα όντας ουσιαστικά ένα συναίσθημα, κατορθώνει να επηρεάσει καταλυτικά την ψυχή του νεαρού, δίνοντας την υπόσχεση μιας ευτυχίας πρωτόγνωρης. Ο νεαρός στην αποκορύφωση της χαράς που αισθάνεται και παρασυρμένος από την αίσθηση της ελπίδας που τον έχει κατακλύσει βλέπει γύρω του τον κόσμο αναγεννημένο και δομημένο με υλικά ομορφιάς, χαράς και καλοσύνης.

Κοντά στο νεαρό, όμως βρίσκεται ο τίγρης του πελάγους, ο καρχαρίας, τον οποίο ο νεαρός δεν αντιλήφθηκε νωρίτερα, καθώς βρισκόταν σε μια κατάσταση διονυσιακής απόλαυσης της ομορφιάς της φύσης. Η θετική έκφανση της φύσης παγίδευσε το νεαρό και τον άφησε εκτεθειμένο στην επίθεση του καρχαρία, στην επίθεση της βίαιης και αρνητικής έκφανσής της. Ο νεαρός είναι άοπλος, καθώς το σπαθί και το όπλο του βρίσκονται στην ακτή.

Ο καρχαρίας με μεγάλη ταχύτητα προβάλλει από το βάθος της θάλασσας και ορμά στο νεαρό. Ο ποιητής εδώ μας παρουσιάζει σταδιακά το σώμα του νεαρού, ξεκινώντας από το λευκό λαιμό του, προχωρώντας στο πλατύ στήθος και το ξανθό του κεφάλι και καταλήγοντας στην έδρα της ζωής του, στη γλυκιά πνοή της νιότης του. Ο καρχαρίας επιτίθεται για να σκοτώσει.

Ο νεαρός, βέβαια, δεν παραμένει άπραγος απέναντι στη φονική επίθεση που δέχεται. Αποδεσμεύεται αμέσως από τη μαγεία που τόση ώρα του ασκούσε η ομορφιά της φύσης και τον είχε παγιδεύσει και ξυπνά μέσα του η τέχνη του κολυμβητή και του πολεμιστή. Ο νεαρός είναι έτοιμος να κολυμπήσει μακριά από τον καρχαρία, αλλά και να παλέψει για τη ζωή του. Ξυπνά μέσα του μια αγωνιστική διάθεση, που όσο κι αν είναι μάταιη σ’ αυτόν τον άνισο αγώνα, σηματοδοτεί τη δυναμική αντίσταση του νεαρού τόσο απέναντι στην ομορφιά της φύσης που τον είχε κρατήσει δέσμιό της, όσο κι απέναντι στο φόβο που του προκαλεί ο φονικός καρχαρίας.

Την ύστατη στιγμή προτού ο νεαρός ξεψυχήσει, αισθάνεται να τον κυριεύει ένα αίσθημα χαράς και με μια ξαφνική λάμψη φωτός, με μια διαδικασία τάχιστη, ο νεαρός φτάνει στην αυτογνωσία, στο απόλυτο επίπεδο πνευματικής εξέλιξης. Ο νεαρός αντιλαμβάνεται πως βρίσκεται πολύ πέρα από την ομορφιά της φύσης, αλλά και πέρα από το φόβο του θανάτου. Τίποτα δεν τον δεσμεύει και σε τίποτα δεν είναι υποταγμένος, είναι ο ίδιος ένα αυτόνομο δημιούργημα τέλειο και απόλυτα ολοκληρωμένο που δεν έχει ανάγκη ούτε τα κάλλη της φύσης, ούτε κι επηρεάζεται από την κατάσταση του θανάτου. Έχει κι ο ίδιος μια θεϊκή υπόσταση, όπως και κάθε άλλο δημιούργημα και δεν βρίσκεται σε θέση εξάρτησης απέναντι στις δυνάμεις της φύσης.

Οι κόσμοι γύρου ν’ άνοιγαν κορόνες να του ρίξουν.

Το νόημα του στίχου δεν είναι ολοκληρωμένο, αλλά από ένα ιταλικό σχεδίασμα του Σολωμού γνωρίζουμε τι σκόπευε να γράψει ο ποιητής: «Ν’ άνοιγαν γύρου οι κρυφοί κόσμοι να του ρίξουν κορόνες, θα τον έβρισκαν αδιάφορον, όπως και η ιδέα πως την πράξη του κανείς ποτέ δε θα τη μάθει.» Ο νεαρός δεν ενδιαφέρεται ούτε για την επιβράβευση του θάρρους του, ούτε τον απασχολεί αν το κουράγιο και η δύναμη που επέδειξε τη στιγμή του θανάτου του περάσουν απαρατήρητα.

Το ποίημα κλείνει με τα λόγια θρήνου του ποιητή, ο οποίος υπενθυμίζει την ομορφιά, την καλοσύνη και φυσικά τη νεότητα του στρατιώτη που πέθανε τόσο πρόωρα. Ό,τι έχει απομείνει από το σώμα του το έφεραν τα κύματα στην ακτή, όπου και ο νεαρός θα γίνει αποδέκτης του θρήνου των ανθρώπων που τον αγαπούσαν.

Ο Πόρφυρας έχει παραλληλίες με τον Κρητικό σε ό,τι αφορά τη δοκιμασία του ήρωα, καθώς όπως ο νεαρός στρατιώτης παγιδεύεται από την ομορφιά της φύσης και βρίσκεται τελικά εκτεθειμένος στη φονική επίθεση του Καρχαρία, έτσι και ο Κρητικός παγιδεύεται από την άφατη ευχαρίστηση που του προκαλεί ο γλυκύτατος ήχος και καταλήγει να χάνει την αγαπημένη του, για χάρη της οποίας είχε ήδη παλέψει με τα κύματα και είχε ήδη υπερνικήσει την έλξη που του ασκούσε η Φεγγαροντυμένη.

Read more: http://latistor.blogspot.com/2010/10/blog-post_10.html#ixzz2yIWjtOR4