Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Μπέρτολντ Μπρεχτ - Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε




Άκουσα πως τίποτα δε θέλετε να μάθετε.


Απ' αυτό βγάζω το συμπέρασμα πως είσαστε εκατομμυριούχοι.


Το μέλλον σας είναι σιγουρεμένο - το βλέπετε


μπροστά σας σ' άπλετο φως. 
Φρόντισαν


οι γονείς σας για να μη σκοντάψουνε τα πόδια σας


σε πέτρα. 
Γι' αυτό τίποτα δε χρειάζεται


να μάθεις.
Έτσι όπως είσαι


εσύ μπορείς να μείνεις.


Κι έτσι κι υπάρχουνε ακόμα δυσκολίες, μιας κι οι καιροί


όπως έχω ακούσει είναι ανασφαλείς,


τους ηγέτες σου έχεις, που σου λένε ακριβώς


τι έχεις να κάνεις για να πας καλά.


Έχουνε μαθητέψει πλάι σε κείνους


που ξέρουν τις αλήθειες που ισχύουνε


για όλους τους καιρούς


μα και τις συνταγές που πάντα βοηθάνε.


Μιας και για σένα γίνονται τόσο πολλά


δε χρειάζεται ούτε δαχτυλάκι να κουνήσεις.


Βέβαια, αν τα πράματα ήταν διαφορετικά


Η μάθηση θα 'τανε υποχρέωσή σου.








Σακελλαρης Καμπουρης Δεν διανυω τις αποστασεις μοναχος μεσα στο αγνωστο...


Sakellaris Kampouris
Δεν 
διανυω τις αποστασεις μοναχος
μεσα στο αγνωστο...

Συντροφεύομαι
από τις χιλιαδες
των μαυρων πουλιων
που δεν αντικρυσαν
ποτε την εκκίνηση...

Σακελλαρης Καμπουρης

· 4/2/2014 ·

Δευτέρα 3 Φεβρουαρίου 2014

Μανώλης Μεσσήνης Άκουσέ με

Angie Raftopoulou ΟΝΕΙΡΟ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ.2010, ποιητική συλλογή " Πνευματικός θάνατος"

ΟΝΕΙΡΟ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑΣ.


Και στριφογύρισα...
Ένοιωσα την ασφυξία 
και αποφάσισα πλευρό ν' αλλάξω...

Το καπάκι ήταν κλειστό...
Μέσα στο σκοτάδι και με τόση αδυναμία,
πώς να το ανοίξω;

Έτσι δέχθηκα το αέναο...
στριφογυρίζοντας....

Σταύρωσα τα χέρια, για να δείξω
την μεγάλη μου υπομονή...

Τα μάτια τα έκλεισα, για να δω
χρώματα και εικόνες...

Γυρισμός δεν υπήρχε, ούτε ελπίδα...

Τόσο βάρος, τόσο χώμα από πάνω μου......

Έπρεπε να δεχθώ το τέλος μου με αξιοπρέπεια...

Την στιγμή,που έπαιζα με την πολύχρωμή μου

πεταλούδα, την ώρα, που τα λουλούδια έγειραν

και η μέλισσα βούιζε, άκουσα τον ήχο...

Ψαλμωδία και κλάματα, κλάματα και ψαλμωδία...

Τι φρίκη...Να σε κλαίνε ζωντανό και να σε ψέλνουν

με ψεύτικες υποσχέσεις...


Ο αγέρας λιγόστευε και έπρεπε να πάρω μιάν απόφαση...

Να βάλω την τελευταία μου ανάσα στην προσπάθεια,

στην προσπάθεια να ανοίξω το καταραμένο το καπάκι....


Έσπρωξα δυνατά...Το χώμα μπήκε μέσα, μα βρήκα

ένα κενό και έχωσα το χέρι...


Η προσμονή του απόλυτου τρόμου μου έδωσε τρελή δύναμη...

Τότε άκουσα τον γδούπο και τα ουρλιαχτά..

Κάποιος άρχισε με ένα φτυάρι να σκάβει...

Ένα τεράστιο χέρι με άρπαξε και κάποιος στρίγγλιξε " νεκροφάνεια"...

Πήρα ανάσα, έβηξα, κοίταξα τριγύρω και άκουσα την διάγνωση,

" Θάμα, Θάμα", ούρλιαξε ο παπάς....

Με ανασήκωσαν...Έσκυψε, να με ευλογήσει...

Τον έπιασα απ' την γενειάδα...και πριν πεθάνει, του είπα,

" Γιατί, καταραμένε, δεν μ' άφησες στο όνειρο;

Θέλεις να πεθάνω άνθρωπος και όχι πεταλούδα;"

Αγγελική Ραυτοπούλου, 2010, ποιητική συλλογή
" Πνευματικός θάνατος"



Φωτογραφία πίνακας Αγγελικής Ραπτοπούλου ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΣ ΘΑΝΑΤΟΣ,ΤΟ ΧΑΣΜΑ ΚΑΙ Η ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ!!!

Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2014

Δημήτρης Π. Κρανιώτης Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς




Γραβάτα Δημοσίας Αιδούς

Δημιουργός

Δημήτρης Π. Κρανιώτης

Link Δημιουργού

www.dimitriskraniotis.com/

www.facebook.com/pages/Dimitris-P-Kraniotis/24809920339

www.facebook.com/dkraniotis

Προσομοίωση βιβλίου

«Ανοίξτε» το βιβλίο

Αρχείο Βιβλίου

Dimitris P Kraniotis.pdf

Μα δεν με συνέλαβαν
για προσβολή δημοσίας αιδούς.
Για να σταματήσω τις φωνές
με κέρασαν αψέντι
και μ' έντυσαν στην τρίχα,
όμως τα κορδόνια μου
δεν ταίριαζαν
με την γραβάτα τους.


Δεν άφησα ρέστα
για πουρμπουάρ.
Δεν σκόνταψα διαγωνίως.

(Απόσπασμα από το ομότιτλο με τη συλλογή ποίημα του Δημήτρη Π. Κρανιώτη)

Φαίδων Θεοφίλου Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ



Φαίδων Θεοφίλου
01/02/2014
Η ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΑΓΝΟΙΑΣ

Η δύναμη της άγνοιας,

είναι συχνά πιο ισχυρή

από τη δύναμη της γνώσης...

αφού δεν κουβαλά το κόστος της ευθύνης...

******************************

C: ΦΑΙΔΩΝ ΘΕΟΦΙΛΟΥ


Ελισσαίος Βγενόπουλος ανάσα


Ελισσαίος Βγενόπουλος
1 Φεβρουαρίου · Τροποποιήθηκε


ανάσα


ξεχορτάριασε προσεκτικά από το πρωινό

κάτι άγριες υποψίες

είχαν ξεφυτρώσει εδώ κι εκεί

απειλώντας την ανυποψίαστη μέρα
που κατρακυλούσε στην κοιλάδα του ανυποχώρητου

κουρασμένος κάθισε στο βραχάκι
της στρογγυλής ικανοποίησης
πήρε ένα κλαράκι καρτερικότητα
και το πέρασε ανάμεσα στα δόντια
του πιθανού 


άφηνε μικρούς ήχους
και τους μάζευε πίσω
όπως το παιδί
το δεμένο του κατοικίδιο

ταξίδευε στις λεπτόφλουδες
διαστάσεις μιας εικόνας
κι επέστρεφε σαν κομμένη ανάσα
στο αδιαφανές ντουλαπάκι του ανεξήγητου

έφευγε για λίγο στην πλάτη
μιας αιχμάλωτης μυρωδιάς
και γλιστρούσε πάλι πίσω
σαν γνώμη ανοχύρωτη
και χανόταν στα βάθη
μιας ξεχορταριασμένης υποψίας

μάζευε όσο φως μπορούσε
και το ‘κλεινε στις ραφές του πουκαμίσου του
γιατί είναι ένας μικρός θάνατος
να χώνεσαι στα βαθιά σκοτάδια της νύχτας
χωρίς ούτε μια σταγόνα φως στα δάχτυλα 


1.2.14