Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Χρήστος Καριώτης ΔΑΚΡΥΑ ΣΤΗ ΛΗΘΗ εκδόσεις ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ



Christos Kariotis
16 Δεκεμβρίου 2013
ΝΕΚΡΟΙ ΕΡΩΤΕΣ...


Κάθησα στο σάπιο θρόνο μου
ξεπεσμένος θεός...ξεχασμένος πρίγκιπας...τίποτα
Μην κλαίς για μένα, μη λυπάσαι...
δεν με κρατάνε ζωντανό τα δάκρυα...με πνίγουν
Ένα πέτρινο στέμμα μου έμεινε...ραγισμένο
Πάρ'το...χάρισμα σου, δεν το θέλω πια
Κάτι σκόρπιους στίχους έχω χαράξει επάνω
Να τους διαβάζεις σαν προσευχή πριν κοιμηθείς

Μην προσπαθείς ν' αναστήσεις νεκρούς έρωτες
Τους κάνεις να πιστεύουν πως είναι θεοί...

"Απο το νέο του βιβλίο με τίτλο ...ΔΑΚΡΥΑ ΣΤΗ ΛΗΘΗ... το οποίο κυκλοφορεί σε όλα τα βιβλιοπωλεία απο τις εκδόσεις ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΕΣ ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ"

Δάκρυα στη λήθη
www.protoporia.gr

Να προσέχεις απόψε, κάποιος θάνατος σε γυρεύει.
 Όχι για να σου πάρει την ψυχή αλλά να σου χαρίσει άλλη μία.
 Είναι η δική μου... Και δε σ αγαπάει πια


Σύνθεση - στίχοι: Χρήστος Καριώτης
Τραγούδι: Νίκος Μαυρής
Ηχογράφηση: Timeless recording studio
Ηχοληψία: Χάρης Γερουλάκης

ΚΑΠΟΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ...


Σε ζητάω στις αγάπες του χθες κάποιες νύχτες σ' άδειους δρόμους 
Μονοπάτια... μ' αναμνήσεις γλυκές κι υποσχέσεις παλιές

Κρύβεσαι μέσα σε κάθε μου σκέψη σε κάθε μου λέξη σε κάθε μου βήμα
Πώς να ξεφύγω και να σε ξεχάσω να σε ξεπεράσω τα πάντα να σβήσω

Κι είναι ακόμα σαν να είσαι εδώ κάποιες νύχτες δεν αντέχω
μια ανάσα εσύ... της ψυχής μου η φωνή μια μορφή μαγική

Κρύβεσαι μέσα σε κάθε μου σκέψη σε κάθε μου λέξη σε κάθε μου βήμα
Πώς να ξεφύγω και να σε ξεχάσω να σε ξεπεράσω τα πάντα να σβήσω

Κρύβεσαι μέσα σε κάθε μου σκέψη σε κάθε μου λέξη σε κάθε μου βήμα
Πώς να ξεφύγω και να σε ξεχάσω να σε ξεπεράσω τα πάντα να σβήσω

Κρύβεσαι μέσα σε κάθε μου λέξη 
Πώς να ξεφύγω και να σε ξεχάσω...

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Αποστόλου Παύλου Ο Ύμνος της Αγάπης, τμήμα του 13ου Κεφαλαίου Προς Κορινθίους Α' Επιστολής του

Ο Ύμνος της Αγάπης στην ελληνική γλώσσα. Απόδοση: Σιναϊτικός Κώδικας-350 μ.Χ.

Αποστόλου Παύλου Ο Ύμνος της Αγάπης, τμήμα του 13ου Κεφαλαίου  Προς Κορινθίους Α' Επιστολής του 
Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον. Και εάν έχω προφητείαν και ειδώ τα μυστήρια πάντα και πάσαν την γνώσιν, και εάν έχω πάσαν την πίστιν, ώστε όρη μεθιστάνειν, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ειμί.

Και εάν ψωμίσω πάντα τα υπάρχοντα μου, και εάν παραδώ το σώμα μου ίνα καυθήσομαι, αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι.

Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ου ζηλοί, η αγάπη ου περπερεύεται, ου φυσιούται, ουκ ασχημονεί, ου ζητεί τα εαυτής, ου παροξύνεται, ου λογίζεται το κακόν, ου χαίρει επί τη αδικία, συγχαίρει δε τη αληθεία, πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει. Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει.

Είτε δε προφητείαι, καταργηθήσονται, είτε γλώσσαι παύσονται, είτε γνώσις καταργηθήσεται. Εκ μέρους δε γινώσκομεν και εκ μέρους προφητεύομεν όταν δε έλθη το τέλειον, τότε το εκ μέρους καταργηθήσεται. Ότε ήμην νήπιος, ως νήπιος έλάλουν, ως νήπιος εφρόνουν, ως νήπιος ελογιζόμην ότε δε γέγονα ανήρ, κατήργηκα τα του νηπίου. Βλέπομεν γαρ άρτι δι' εσόπτρου εν αινίγματι, τότε δε πρόσωπον προς πρόσωπον άρτι γινώσκω εκ μέρους, τότε δε επιγνώσομαι καθώς και επεγνώσθην. Νυνί δε μένει πίστις, έλπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα μείζων δε τούτων η αγάπη.

*********************************************************************************

Αν ξέρω να μιλώ όλες τις γλώσσες των ανθρώπων και των αγγέλων, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε έγινα σαν ένας άψυχος χαλκός που βουίζει ή σαν κύμβαλο που ξεκουφαίνει με τους κρότους του. Και αν έχω το χάρισμα να προφητεύω και γνωρίζω όλα τα μυστήρια και όλη τη γνώση, και αν έχω όλη την πίστη, ώστε να μετακινώ με τη δύναμη της ακόμη και τα βουνά, αλλά δεν έχω αγάπη, τότε δεν είμαι τίποτε απολύτως.

Και αν πουλήσω όλη την περιουσία μου για να χορτάσω με ψωμί όλους τους φτωχούς, και αv παραδώσω το σώμα μου για να καεί, αλλά αγάπη δεν έχω, τότε σε τίποτε δεν ωφελούμαι.

Η αγάπη είναι μακρόθυμη, είναι ευεργετική και ωφέλιμη, η αγάπη δε ζηλεύει, η αγάπη δεν ξιπάζεται (= δεν καυχιέται), δεν είναι περήφανη, δεν κάνει ασχήμιες, δε ζητεί το συμφέρον της, δεν ερεθίζεται, δε σκέφτεται το κακό για τους άλλους, δε χαίρει, όταν βλέπει την αδικία, αλλά συγχαίρει, όταν επικρατεί η αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει.Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει

Αν υπάρχουν ακόμα προφητείες, θα έλθει μέρα που και αυτές θα καταργηθούν αν υπάρχουν χαρίσματα γλωσσών και αυτά θα σταματήσουν αν υπάρχει γνώση και αυτή θα καταργηθεί. Γιατί τώρα έχουμε μερική και όχι τέλεια γνώση και προφητεία· όταν όμως έλθει το τέλειο, τότε το μερικό θα καταργηθεί. Όταν ήμουν νήπιο, μιλούσα ως νήπιο, σκεφτόμουν ως νήπιο, έκρινα ως νήπιο. Όταν έγινα άνδρας, κατάργησα τη συμπεριφορά του νηπίου. Τώρα βλέπουμε σαν σε καθρέπτη και μάλιστα θαμπά, τότε όμως θα βλέπουμε το ένα πρόσωπο το άλλο πρόσωπο. Τώρα γνωρίζω μόνο ένα μέρος από την αλήθεια, αλλά τότε θα έχω πλήρη γνώση, όπως ακριβώς γνωρίζει και εμένα ο Θεός. Ώστε τώρα μας απομένουν τρία πράγματα: η πίστη, η ελπίδα και η αγάπη. Πιο μεγάλη όμως από αυτά είναι η αγάπη.

Rainer Maria Rilke απόσπασμα «Η σοφία του Ρίλκε – Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή» (εκδόσεις Πατάκης)



«Να πάρουν τον έρωτα στα σοβαρά, να τον αντέξουν και να τον μάθουν, όπως μαθαίνουμε ένα επάγγελμα – αυτό πρέπει να κάνουν οι νέοι. 

Οι άνθρωποι έχουν παρεξηγήσει, όπως τόσα άλλα πράγματα, τη θέση του έρωτα στη ζωή. Έκαναν τον έρωτα παιχνίδι και διασκέδαση, πιστεύοντας ότι τα παιχνίδια και οι διασκεδάσεις προσφέρουν μεγαλύτερη ευχαρίστηση από τη δουλειά. Τίποτε όμως δεν μας δίνει μεγαλύτερη χαρά και ευτυχία από τη δουλειά. Και ο έρωτας, ακριβώς επειδή είναι η πιο ακραία μορφή χαράς και ευτυχίας, δεν μπορεί παρά να αποτελεί δουλειά.

 Όποιος αγαπά λοιπόν, πρέπει να προσπαθεί να φέρεται σαν να ’χει να φέρει εις πέρας ένα πολύ σπουδαίο καθήκον: πρέπει να περνά πολλή ώρα μοναχός, να εμβαθύνει στον εαυτό του, να συγκεντρώνεται και να συγκρατείται – πρέπει να δουλεύει: πρέπει να γίνει κάποιος!»
Rainer Maria Rilke,1875 - 1926 
Το απόσπασμα περιλαμβάνεται στο βιβλίο «Η σοφία του Ρίλκε – Ο οδηγός του ποιητή για τη ζωή» (εκδόσεις Πατάκης).

Βασίλης Κουστούδας Την άγγιξα μονάχα με την σκέψη μου... από την ποιητική συλλογή ' ΕΝΩ ΔΕΝ ΗΣΟΥΝ ΕΚΕΙ'


Vasilis Koustoudas
5 Φεβρουαρίου
Την άγγιξα μονάχα με την σκέψη μου ,


σαν ένα χάδι τρυφερό που τρέμει επάνω της
και ύστερα χάνεται στην ενοχή
και σβήνει ,και μες στην ψευδαίσθηση αυτή

που έπλασα με προσμονή

το αθέατο μου μυστικό

ως νά΄τανε από ύλη ,

έζησα μια ολόκληρη ζωή
σαν ένα δάκρυ από βροχή ,

στο πρόσωπο ,στα μάτια της ,στα χείλη ....

β.κουστούδας
(31/08/2011)

painting by
Lucien Levy Dhurmer
++++++++++++++++++++++++++++++
Το παραπανω ποιημα
υπάρχει στην νέα μου ποιητική
συλλογή ' ΕΝΩ ΔΕΝ ΗΣΟΥΝ ΕΚΕΙ'

Μπορείτε να το βρείτε στα βιβλιοπωλεία
των εκδόσεων bookstars (στο
τηλέφωνο 2108072643),στο e-shop και e-book και
σε ολα σχεδον τα ηλεκτρονικα βιβλιοπωλεια,
όπως και στον παρακάτω σύνδεσμο. 

11Δεν μου αρέσει · · Κοινοποιήστε

Λεβ Βιγκότσκι – Lev Vygotsky (1896 – 1934) Κοινωνικός Κονστρουκτιβισμός


Λεβ Βιγκότσκι – Lev Vygotsky (1896 – 1934) Κοινωνικός Κονστρουκτιβισμός

διαβάστε εδώ το free ebook http://www.scribd.com/doc/25410063/%CE%9B%CE%B5%CE%B2-%CE%92%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CF%84%CF%83%CE%BA%CE%B9-%E2%80%93-Lev-Vygotsky-1896-%E2%80%93

Διαβάστε επίσης (απ'όπου και η φωτογρ.) http://oiko.wordpress.com/2011/01/26/%CE%BF-%CE%B2%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CF%8C%CF%84%CF%83%CE%BA%CE%B9-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7-%CE%BC%CE%AC%CE%B8%CE%B7%CF%83%CE%B7/

Δημήτρης Μπαλοδήμος Και η ζωή συνεχίζεται...


Και η ζωή συνεχίζεται...

Χωρίς αυτούς που θέλουν να σε βλέπουν να κλαις.

Χωρίς αυτούς που δίνουν υποσχέσεις που δεν μπορούν να κρατήσουν.

Χωρίς αυτούς που σε έχουν μόνο ως "επιλογή" τη στιγμή που τους έχεις ως "προτεραιότητα".

Χωρίς αυτούς που σε εκτίμησαν μόνο όταν σε έχασαν.

Χωρίς αυτούς που εκδικούνται και δεν ξέρουν να συγχωρούν.

Χωρίς αυτούς που φοβούνται να σου πουν την αλήθεια.

Χωρίς αυτούς που αξίζουν Όσκαρ Α' Ερμηνείας λόγω υποκρισίας.

Η ζωή συνεχίζεται...

Με αυτούς που σου χαρίζουν ένα χαμόγελο ακόμα και όταν δεν είναι καλά οι ίδιοι.

Με αυτούς που έρχονται κοντά σου όταν όλοι οι άλλοι φεύγουν.

Με αυτούς που σου λένε την αλήθεια επειδή την αξίζεις και όχι για να σε πονέσουν.
Με αυτούς που μιλάνε με πράξεις, όχι με λόγια.

Με αυτούς που χαίρονται με τη χαρά σου και λυπούνται με τη λύπη σου. ΠΟΤΕ ΤΟ ΑΝΤΙΣΤΡΟΦΟ.

Με αυτούς που αξίζει να αγαπάς και να κάνεις όνειρα για το μέλλον.

Υπάρχουν άνθρωποι που θα έρθουν και θα φύγουν από τη ζωή μας, είτε επειδή το θέλησαν αυτοί είτε επειδή έτσι το έφεραν οι καταστάσεις. Ποιο το νόημα λοιπόν να κοιτάμε πίσω ενώ μπορούμε να προχωρήσουμε μπροστά; Η ζωή συνεχίζεται!
Ευκολο;
Μαλλον οχι.
Αλλα πρεπει να προσπαθησουμε.
Το χρωσταμε στον ΕΑΥΤΟ ΜΑΣ.


Balodimos Dimiter
 6/2/2014

Πέμπτη 6 Φεβρουαρίου 2014

Δάντη Αλιγκέρι , Η Θεία Κωμωδία: Κόλαση «Άσμα τρίτο» (απόσπασμα από τα 33 που συνιστούν την ενότητα της Κόλασης)


Διάγραμμα της Κόλασης, έργο του Μποτιτσέλι (1480-1490)
μτφ. Νίκος Καζαντζάκης
«Εγώ οδηγώ προς τη θλιμμένη χώρα,

εγώ προς τον απέθαντο τον πόνο,

εγώ προς τις ψυχές τις κολασμένες.
Δικαιοσύνη τον Πλάστη μου έχει σπρώξει
κι η Δύναμη μαστόρεψέ με η θεία, 
η υπέρτατη Σοφία κι η πρώτη Αγάπη.
Πριν από με δεν ήταν πλάσματα άλλα
παρά αιώνια μοναχά· κι εγώ 'μαι αιώνια.
Την πάσα ελπίδα αφήστε όσοι περνάτε».
Τα λόγια αυτά τα σκοτεινά βαμμένα 
ξαγνάντεψα γραφτά σε απανωπόρτι.
«Ω δάσκαλε, βαρύ το νόημά τους!»
του λέω, κι αυτός νογώντας με αποκρίθη:
«Εδώ πρεπό ν' αφήσεις κάθε φόβο,
εδώ κάθε ατολμιά πρεπό να σβήσει! 
Φτάσαμε πια στον τόπο που έλεγά σου,
τα πλήθη όπου θα δεις τα πονεμένα,
που το αγαθό του λογικού 'χουν χάσει».
Κι ως πίθωσε στο χέρι μου το χέρι,
με πρόσχαρη θωριά που γκάρδιωσέ με, 
στη μυστικιά με μπάζει εντός την πλάση.
Εδώ σκουξιές και στεναγμοί και θρήνοι
στον άναστρον αγέρα αχολογούσαν,
που απ' την αρχή τα κλάματα με πήραν.
Γλώσσες λογής λογής, βαριές βλαστήμιες, 
ουρλιάγματα θυμού και λόγια πόνου,
δαρμοί χεριών κι αχνές φωνές ή γαύρες,
σηκώναν χλαλοή που αιώνια γύρα
στον άχρονο, μουντό σβουρίζει αγέρα,
σαν άμμος που στροβίλα στροβιλίζει. 
Κι εγώ, την κεφαλή ζωσμένη τρόμο:
«Δάσκαλε, κάνω, τι 'ναι αυτό που ακούω;
Και ποιοι 'ναι αυτοί που ο πόνος τόσο λιώνει;»
Κι αυτός: «Την άθλια τούτη ζήση, λέει,
οι θλίβερες ψυχές περνούν εκείνων
που δίχως ατιμιά και δόξα εζήσαν.
Με τον κακό των άγγελων συσμίγουν
χορό που ουδέ πιστοί μηδέ κι αντάρτες
σταθήκαν του Θεού, μόν' για δικού τους!
Διώχνει τους ο ουρανός μην ασκημίσει
κι ουδέ ο βαθύς τούς δέχεται άδης, κάποια
μην πάρουν κείθε δόξα οι κολασμένοι».
«Ω δάσκαλε, ρωτώ, ποιος μέγας πόνος
τόσο βαριά τους κάνει να θρηνούνε;»
«Κοντολογίς σου το εξηγώ, αποκρίθη·
ελπίδα αυτοί για θάνατο δεν έχουν
και τόσο ταπεινή η τυφλή ζωή τους,
που κάθε ξένο ριζικό ζουλεύουν.
Φήμη γι' αυτούς στον κόσμο δεν πομένει,
η δικαιοσύνη κι η σπλαχνιά τους διώχνουν·
μιλιά γι' αυτούς· μόν' κοίτα τους και πέρνα!»
Κι εγώ, κοιτώντας, φλάμπουρο ξεκρίνω,
που με γοργάδα τόση στρουφογύρναε,
που εφάνη μου δε σταματάει ποτέ του.
Και πίσω του λαός ακλούθαε τόσο
πυκνός, που απίστευτο μου εφάνη τόσες
να 'χει ζωές ο χάρος θερισμένες.
Σα μερικούς ξεχώρισα στο ασκέρι,
είδα κι απείκασα τον ίσκιο εκείνου
που από αναντριά το μέγα φώναξε όχι!
Κι ευτύς βαθιά κατάλαβα και βρήκα,
το τιποτένιο ετούτοι ψυχολόι,
σιχαμερό στο Θεό και στους οχτρούς του.
Τούτοι οι χαμένοι που ποτέ δε ζήσαν,
ολόγυμνοι γυρνούν και τους δαγκάνουν
αλύπητα χοντρόμυγες και σφήκες.
Το πρόσωπό τους μ' αίμα χαρακώναν,
που, ανάκατο με κλάματα, βρωμιάροι
στα πόδια τους το μάζωναν σκουλήκοι.
Κι ως έριξα πιο πέρα τη ματιά μου,
πλήθος στον όχτο ποταμού μεγάλου
τηρώ και κράζω: «Δάσκαλέ μου, στέρξε
και μάθε μου ποιοι να 'ν' και ποιος ο νόμος
που τόσο να περάσουν λαχταρίζουν,
καθώς στο μουχρωμένο φως ξεκρίνω». 
Κι αυτός: «Το λόγο θα τον νιώσεις, είπε,
τα βήματά μας όντας πια σταθούνε
στου αραχνιασμένου Αχέροντα τον όχτο».
Με ντροπαλά, σκυφτά τα μάτια τότε,
μην τον βαρύνει ο λόγος μου, δειλιώντας
ως το ποτάμι τη μιλιά κρατούσα.
Και να, σε βάρκα κατά μας κινήθη
με τις παλιές, ολάσπρες τρίχες γέρος
κι έσκουζε: «Αλί, ψυχές αφορεσμένες!
ποτέ σας ουρανό να μην ελπίσετε! 
Στον άλλον έρχουμαι όχτο να σας πάω,
στο αιώνιο σκότος, στη φωτιά, στον πάγο!
Και συ, που ζωντανή ψυχή κατέβεις,
ξεμάκρυνε από αυτούς τους πεθαμένους!»
Μα ως είδε πως δε σάλευα, μου κράζει:
«Από άλλη στράτα, απ' άλλα εσύ λιμάνια,
γιαλό θα φτάσεις κι όχι εδώ για διάβα·
λαφρότερο ταιριάζει σου καράβι».
Γυρνά ο μπροστάρης: «Χάρο, μην αγριεύεις,
τέτοια η βουλή ψηλά των που μπορούνε
τέτοια που θεν, και μη ζητάς πιο πέρα!»
Πραγάλιασαν οι μαλλιαρές μασέλες
του ναύλερου του χλεμπονιάρη βάλτου,
με τους φλεγόμενους τροχούς στα μάτια.
Μα οι ολόγυμνες ψυχές οι κουρασμένες
αλλάξαν χρώμα κι έτριξαν τα δόντια,
τ' άσπλαχνα ευτύς τα λόγια ως εγρικήξαν.
Βλαστήμουν το Θεό και τους γονιούς τους,
το σόι του ανθρώπου, τον καιρό, τον τόπο,
πατέρων τους και πρόγονων το σπόρο.
Κι ευτύς σωροβολιές αποτραβιούνται,
θρηνώντας βογκερά στο μαύρον όχτο,
που προσδοκάει τον που Θεό δεν τρέμει.
Και δαίμονας με μάτια αθράκια ο Χάρος
τους έγνεφε και τις περμάζωνε όλες
και κάθε οκνό με το κουπί του εχτύπα.
Ως πέφτουν το χινόπωρο τα φύλλα
το ένα με τ' άλλο, ωσότου το κλωνάρι
πίσω στη γης το ντύμα του όλο δώσει,
όμοια του Αδάμ ο κακόσπορος, πέφταν
ψυχή ψυχή, απ' τον όχτο μες στη βάρκα,
γνεφάτα ως τα πουλιά υπακούν στον κράχτη.
Έτσι στα μουχρωπά νερά αλαργαίνουν
και πριν αντίπερα να πιάσουν, νέο
στον πρώτο όχτο ανασμαριάει κοπάδι.
«Γιε μου, μ' ευγένεια ο δάσκαλός μου κρένει,
όσοι σε οργή πεθαίνουν του Κυρίου
κατασταλάζουν δω από κάθε τόπο
και πρόθυμα διαβαίνουν το ποτάμι,
τι τόσο η θεία κεντά τους δικαιοσύνη,
που ο φόβος τους σε πεθυμιά γυρίζει.
Καλή ποτέ ψυχή δε διάβη εδώθε,
κι αν σε μαλώνει ο Χάρος, τώρα νιώθεις
τι νόημα που τα λόγια του κρατούνε».
Είπε, κι ευτύς ο βουρκωμένος κάμπος
με τόσο βρούχος σείστη που απ' τον τρόμο
μ' ιδρώτα η μνήμη ακόμα με μουσκεύει.
Έβγαλε η δακρυσμένη γης αγέρα
κι άστραψε εντός του πορφυρή μια λάμψη
που κάθε μέσα μου αίστηση νικήθη·
και σαν υπνοκρουσμένος πέφτω χάμω.
διαβάστε περισσότερα για το βιβλίο
http://www.biblionet.gr/

[πηγή: Δάντη, Η Θεία Κωμωδία: Κόλαση, Στα ελληνικά από τον Ν. Καζαντζάκη, Eκδόσεις Ελένη Καζαντζάκη, Αθήνα 1965, σ. 11-15]
http://gcla.phil.uoa.gr/newfiles/syngrisi18/18.gikopoulos.pdf





[Μετάφραση: Γεώργιος Καλοσγούρος]

«Από εμένα περνούν στην πονεμένη χώρα,
από εμένα περνούν στη θλίψη την αιώνια,
από εμένα περνούν μέσ’ στον χαμένον κόσμο.
Δικαιοσύνη έχει τον Άφθαστο κινήσει
που μ’ εποίησε· η Δύναμη έστησέ με η θεία, 5
η ασύγκριτη Σοφία και η Αγάπη η πρώτη.
Πλάσμα πριν απ’ εμέ κανένα δεν εστάθη,
παρά μόνον αιώνια, κι εγώ αιώνια μένω.
Αφήστε κάθ’ ελπίδα σεις που μέσα πάτε!»
Τα λόγια ταύτα σκοτεινά χρωματισμένα 10
είδα εγώ χαραγμένα στην κορφή μιας πύλης,
και «Δάσκαλ’», είπα ευθύς, «το νόημα με βαραίνει».
Κι αυτός με λογισμούς ανθρώπου βαθυγνώμου·
«Να παραιτήσεις εδώ πρέπει κάθε φόβο,
κάθε δείλιασμα πρέπει εδώ να ‘ναι σβησμένο. 15
Στον τόπο εφθάσαμε που εγώ σου ‘χω προείπει,
όπου τα πλήθη θέλει ιδείς τα πονεμένα,
που το καλό του Λογισμού έχουν χαμένο».
Κι ως έβαλε το χέρι στο δικό μου χέρι,
μ’ όψη χαροποιά που εχάρισέ μου θάρρος 20
μ’ έμπασε στων νεκρών τους μυστικούς κρυψώνες.
Στεναγμοί μέσα εκεί και κλάματα και θρήνοι
ηχολογούσαν στον αέρα δίχως άστρα,
ώστ’ ευθύς στην αρχή μ’ εκάμαν να δακρύσω.
Πολυδιάφορες γλώσσες, φοβερές βλαστήμιες, 25
λόγια του πόνου, οργής κραυγές, αποσβησμένες
και μεγάλες φωνές, και χεριών χτύποι αντάμα,
μια χλαλοή σηκώναν π’ άκοπα γυρίζει
σ’ εκείνον τον αιώνια σκοτεινόν αέρα,
ωσάν τον άμμο ανεμοστρόφιλο αν φυσάει. 30
Κι εγώ που το κεφάλι μού ‘ζωνεν η φρίκη,
έκραξα˙ «Δάσκαλέ μου, τι ‘ναι αυτό που ακούω;
και τι κόσμος, που λες τον έσβησεν ο πόνος;»
Κι αυτός· «Στην άθλια αυτή κατάσταση διαμένουν
των αχρείων εκείνων οι ψυχές, που δίχως 35
ατιμία και δίχως έπαινον εζήσαν.
Σμιχτές στέκουν μ’ εκείνη την κακή χορεία
των αγγέλων που μήτε εχθροί του Υψίστου εβγήκαν
μήτε πιστοί, αλλά μόνον του εαυτού τους μείναν.
Τους διώχνουν οι Ουρανοί να μη τους ασχημίσουν, 40
ουδ’ ο τρίσβαθος Άδης στέργει να τους έχει
γιατί δόξα απ’ αυτούς οι ένοχοι δε θα ‘χαν».
Κι εγώ˙ «Ω Δάσκαλε, τι τόσο τους βαραίνει,
οπού τόσο τους κάνει δυνατά να κλαίγουν;»
«Θα στο εξηγήσω πολύ σύντομα», αποκρίθη. 45
Ελπίδα μέσα τους δεν σώζεται θανάτου,
και τόσο ποταπή είναι η σκοτεινή ζωή τους,
που κάθε άλλη τύχη όποια κι αν είν’ ζηλεύουν.
Φήμη ο κόσμος γι’ αυτούς δεν στέργει ν’ απομένει·
Έλεος, Δικαιοσύνη μ’ όμοια οργή τους διώχνουν. 50
Μη μιλούμε γι’ αυτούς, μόν’ κοίταξε και πέρνα».
Κι εγώ κοιτάζοντάς τους είδα μια σημαία
που γυρίζοντας τόσο ορμητικά κινούσε
που ‘λεγα στάση πως δεν έστεργε καμία.
Κι οπίσω της ερχόνταν ένα τέτοιο πλήθος 55
σε μάκρος που ποτέ δεν ήθελε πιστέψω
πώς να ‘χε τόσον κόσμο θάνατος ξεκάμει.
Μόλις εκεί κάποιον εγνώρισα, τον ίσκιο
είδα και απείκασα εκείνου που για δειλία
από τ’ αξίωμα το μέγα επαραιτήθη. 60
Ένιωσα ευθύς κι εβεβαιώθηκα πως τούτο
το μέγα πλήθος ήταν των αχρείων, που ‘ναι
στο Θεό μισητοί και στους εχθρούς του ακόμη.
Οι άθλιοι τούτοι που ποτέ τους δεν εζήσαν,
ολόγυμνοι ήταν και πολύ βασανισμένοι 65
από χοντρές μύγες που εκεί ήταν κι από σφήκες.
Χαρακώναν αυτές το πρόσωπό τους μ’ αίμα
που μέσ’ στα πόδια τους με δάκρυα συσμιγμένο
από σιχαμερά σκουλήκια εσυναζόνταν.
Κι ως άρχιζα να ρίχνω παρεμπρός το βλέμμα, 70
είδα σ’ ενός μεγάλου ποταμιού την άκρη
πλήθος πολύ και είπα˙ «Δάσκαλε, συ στέρξε
ποιοι είν’ αυτοί να μάθω, και ποιος νόμος κάνει
πρόθυμοι τόσο για το πέρασμα να δείχνουν,
ως με το φως εδώ τ’ αδύνατο ξανοίγω». 75
Κι αυτός, «θα το γνωρίσεις, όταν», μ’ αποκρίθη,
«θα ‘χουμε σταματήσει τα πατήματά μας
στου Αχέροντα μπροστά το θλιβερό ποτάμι».
Τότε μ’ εντροπαλά και χαμηλά τα μάτια
από φόβο μην ίσως τον βαρύνει ο λόγος, 80
έμεινα σιωπηλός ώσπου ‘ρθα στο ποτάμι.
Και ιδού βλέπω σ’ εμάς να ‘ρχεται με καράβι
ένας γέροντας μ’ άσπρες τις παμπάλαιες τρίχες,
φωνάζοντας «Αλιά σ’ εσάς, ψυχές αχρείες!
Μην ελπίσετε ποτέ τον ουρανό να ιδείτε. 85
Έρχομαι εγώ στην άλλην όχθη να σας πάρω
στα σκοτάδια τα αιώνια, σε φωτιά και πάγο.
Κι εσύ που ζωντανή ψυχή δω μέσα εφάνης,
ξεμάκρυνε από τούτους που ‘ναι πεθαμένοι».
Αλλ’ ως είδε που εγώ δεν έφευγα από κείθε, 90
είπεν «Απ’ άλλο δρόμο, από λιμένες άλλους
σε γιαλό θα ‘ρθεις, όχι εδώ, για να περάσεις·
αλαφρύτερο ξύλο πρέπει να σε πάρει».
Κι ο αρχηγός μου σ’ αυτόν˙ «Μην αγριεύεις, Χάρε˙
αποφασίσαν έτσι εκεί, που αυτό που θέλουν 95
ημπορούν, και παρέκει μη γυρεύεις άλλο».
Τότε ησυχάσαν τα πολύμαλλα σαγόνια
του πλωρίτη της μαύρης μολυβένιας λίμνης
που ‘χε γύρω στα μάτια κύκλους από φλόγες.
Οι ψυχές όμως, που γυμνές και κουρασμένες 100
ήταν, άλλαξαν χρώμα και τα δόντια ετρίξαν
ευθύς μόλις ακούσαν τα σκληρά του λόγια.
Εβλασφημούσαν το Θεό και τους γονείς τους,
των ανθρώπων το γένος, τον καιρό, τον τόπο,
του σπέρματός τους και της γέννας τους το σπόρο. 105
Έπειτα ετραβηχτήκαν όλες όλες άμα,
δυνατά κλαίοντας, στην όχθη την αχρεία,
που περιμένει όποιον Θεού δεν έχει φόβο.
Ο Χάρος δαίμονας με μάτια σαν αθράκια
με νόημα κράζοντάς τες όλες τες συνάζει, 110
πλήττει με το κουπί κάθε ψυχή που οκνάει.
Όπως ξεπέφτουν το φθινόπωρο τα φύλλα
ένα κατόπι στ’ άλλο, ώσπου το κλωνάρι
βλέπει στη γη στρωτό όλο του τ’ αποφόρι,
με όμοιον τρόπο και του Αδάμ ο κακός σπόρος 115
ρίχνονταν απ’ τ’ ακρογιάλι εκείνο μία μία
στο νόημα του Χάρου, σαν πουλί στον κράχτη.
Έτσι στο μαύρο κύμα πλέοντας ξεμακραίνουν,
και πριν στην όχθην την αντίπερα κατέβουν
συμμαζώνεται εδώθε νέο πλήθος πάλι. 120
«Παιδί μου», είπε κατόπι ο δάσκαλος με χάρη,
«εκείνοι που πεθαίνουν στην οργή του Υψίστου,
κατασταλάζουν όλοι εδώ από κάθε τόπο,
και πρόθυμοι είναι να περάσουν το ποτάμι,
γιατί η δικαιοσύνη η θεία τούς κεντρίζει 125
τόσο που ο φόβος κατανταίνει επιθυμία.
Καλή ψυχή ποτέ δεν πέρασε από δώθε,
και λοιπόν αν για σε παραπονιέται ο Χάρος,
τι ο λόγος του νοεί μπορεί να ξέρεις τώρα».
Μόλις έσωσε τούτο, η σκοτεινή πεδιάδα 130
εσείσθη τόσο δυνατά, που από το φόβο
η ενθύμησή μου ακόμα μ’ ίδρωτα με βρέχει.
Η δακρυσμένη γης ανέδωσεν αέρα,
που εξάστραψε ένα φως με τέτοια κοκκινάδα,
ώστε κάθε αίσθησή μου μέσα μου ενικήθη, 135
κι έπεσα σαν αυτόν που βαρύς ύπνος πιάνει.

Read more: http://latistor.blogspot.com/2012/11/blog-post.html#ixzz2sD5ZFPBu

Ο Δάντης κρατώντας ένα αντίτυπο της Θείας Κωμωδίας. Διακρίνεται το βουνό του Καθαρτηρίου και η
 είσοδος στον Παράδεισο. Πίνακας του Ντομένικο ντι Μικελίνο Διαβάστε για τη Θεία Κωμωδία περισσότερα
 και  στη http://el.wikipedia.org/