Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Μιχαήλ Μητσάκης Αρκούδα

Μιχαήλ Μητσάκης

Αρκούδα

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ δημοσιεύτηκε το 1893. Ο Μητσάκης είχε μια ιδιαίτερη ευαισθησία για τα ζώα που βασανίζονται και συχνά αναφέρεται σε διηγήματά του σ' αυτό το θέμα. Στο διήγημα που ακολουθεί θα πρέπει να προσεχτεί ιδιαίτερα η παρατηρητικότητα, η δύναμη της περιγραφής και η διεισδυτικότητα της σκέψης του συγγραφέα σε συνδυασμό με την εκφραστική άνεση και το γλωσσικό πλούτο του, στοιχεία που χαρακτηρίζουν την πεζογραφία του Μητσάκη.
— Άιντε ωρέ τώρα να κάνει πώς φυλάει ου τζομπάνος τα πρόβατα...
Και η αρκούδα, κατάμαυρη αρκούδα, νέα ακόμη, λίγο μεγαλυτέρ' από μανδρόσκυλον, αλλάκακουχημένη*, ρυπαρά, ως κουρασμένη από αθλίαν ζωήν, με μαδημένον εις πολλά μέρη το δέρμα της, με τσιμπλιασμένους οφθαλμούς, και ψωριασμένη, ορθία επί των πισινών ποδών της, παίρνει πειθήνιος το ξύλον από των χειρών του βλάχου, το περνά, μακρόν, φθάνον ως κάτω, εις την γην, αναμέσον εις τους δύο της ώμους, το κρατεί κατά τον τρόπον τούτον, και στηρίζετ' επ' αυτού, ανακλίνουσα και κάπως πλαγιάζουσα το σώμα, ως ν' αποβλέπη δήθεν προς το βόσκον, πέραν, ποίμνιον· μεθ' ο, το κατεβάζει, και φέρουσ' αυτό κάθετον, ως κλίτσαν, κάμνει βήματα τινά, κινείται, ωσάν να είχεν εμπροστά της στάνην, την οποίαν σαλαγά*...
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς ντρέπουντι τα κουρίτσια...
Και η αρκούδα, βάλλουσα λαρυγγώδη γρυλλισμόν, δίδει το ξύλον και υψώνει το εμπροστινόν δεξί της πόδι, εκ των δύο που επέχουν παρ' αυτή τόπον χειρών*, σκεπάζει δι' αυτού τα όμματα, ημικρύπτουσα το πρόσωπον, ως ντροπαλή παρθένος, νεάνις που συστέλλεται τον κόσμον, χαμηλώνει το κεφάλι, φεύγει τ' αυθάδη βλέμματα...
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς γυαλίζεται του κουρίτσι για να πάει στου πανηγύρι...
Και η αρκούδα προσεγγίζει το ζερβί της πόδι, γουβωμένον, ως καθρέφτην τάχα, εις το ρύγχος της, και προσποιείται πως γυαλίζετ'* εις αυτό, ενώ με τ' άλλο τακτοποιεί τας τρίχας του μετώπου της, χαϊδεύει ελαφρούς αυτάς, φιλάρεσκος...
— Μπράβο!... Έλα χάιντε τώρα να φιλήσει και του χέρι...
Πλησιάζον δε, συμφώνως με το πρόσταγμα, το τιθασσόν αγρίμιον, δουλοπρεπώς, τρίβει την μούρην του επάνω εις την μαλλιαρήν τραχείαν χέραν του αλήτου*...
— Μπράβο, μπράβο!... Χόρεψε τώρα και λιουγάκι, για να ιδούνε οι κυράδες...
Και η αρκούδα, σείουσα τον χαλκάν, όστις περιβάλλει τα σαγόνια της, κλαγγάζουσα τον κρίκον, όστις διατρυπών συνέχει το επάνω προς το κάτω χείλος της, κροταλίζουσα την μακράν άλυσον, δι' ης κρατεί αυτήν δεμένην ο αφέντης της, αρχίζει να περιγυρνά τον κύκλον των παιδίων. Ο βλάχος, μακεδών βλάχος, με μικρόν καλπάκι, μόλις στηριζόμενον επί της κορυφής της κεφαλής του, παμμέλαιναν πυκνήν κόμην,ανήμερον*, ακανθώδη γένεια πλαισιώνοντα την ηλιοκαμμένην όψιν του, ψηλός, φουστανελλάς, στεκόμενος εν μέσω, εις το κέντρον, κρούει δια των δακτύλων του το ντέφι που βαστά εις την παλάμην του, και τραγουδεί ανώμαλον και άξεστον και δύσηχον* τραγούδι, με ξενίζοντα σκοπόν, αγνώστους λέξεις, ακατάληπτον την έννοιαν. Κι εκείνη, προς τον δούπον* του, προσπαθεί να αρμόση τα βήματα αυτής, να κινηθή ερρύθμως*, με τα σκέλη απλωτά, εις όρχησιν, διαγράφουσα πέριξ του βλάχου τροχιάν κανονικήν, χονδροειδώς λυγίζουσα το άκομψον κορμί της, και ακκιζομένη* κωμικώς, πηδώσα κάπου κάπου, και μουγκρίζουσα συχνά...
* * *
Εις την μικρήν πλατείαν, εκεί πέρα, κατά το Βαθρακονήσι, δεν είναι οι θεαταί πολλοί. Τον κύκλον απαρτίζ' εικοσαριά παιδιών, δεκάς περίπου γυναικών προβάλλει εκ των γύρωθεν σπιτιών, και από το μπακάλικον που είν' εις την γωνιάν τρεις-τέσσερες προσβλέπουν, καθισμένοι έξωθεν επάνω εις σκαμνιά. Αλλ' ο αλήτης, προ μικρού εμφανισθείς, από στενού τινός, κατεβαίνοντος το πλευρόν ενός εκ των παρακειμένων λόφων, ερχόμενος μακρόθεν, βαρυνθείς να προχωρήση, αρκεσθείς πιθανώς εις τούτους, ή ελπίζων ίσως να ελκύση κι άλλους βαθμηδόν*, το έστησεν εκεί, καταμεσής, προ μερικών στιγμών, και άρχισε να προσκαλή την ηθοποιόν του την τετράποδα εις πρόχειρον παράστασιν χορού και μιμικής. Εκείνη, επομένη πριν κατόπιν του, βραδυπατούσα εις τα τέσσερα, κοιτάζοντας χαμαί, ωσάν ν' αναζητούσε τίποτ' εις το έδαφος, ωρθώθη αίφνης, εσηκώθηκ' εις τα δύο, ισοσταθμήθη αντιμέτωπος αυτού. Έτρεξαν τα παιδιά, παίζοντα τέως* άτακτα εδώ κι εκεί, ανέβλεψαν αι διαλεγόμεναι γειτόνισσαι, οι πίνοντες εις το τραπέζι του μπακάλικου έστρεψαν το κεφάλι. Και υπό την σκιάν του Υμηττού, ον βάφ' η δείλη με τα ροδινότερά της χρώματα, παρά την όχθην του ξηρού πλησίον ρεύματος, εις την εσχατιάν αυτήν της πόλεως, ο αυτοσχέδιος θεατρώνης εξεγείρει τους ηχούς της συνοικίας με τ' αήθη* του προστάγματα, χάριν του πρωτοτύπου του θεάματος. Και τα προστάγματα αυτά, θέλον — μη θέλον, φιλοτιμείται το αγρίμιον να εκτελή, συμμορφούμενον με της γνωρίμου του φωνής τους τόνους και ταυτίζον τας κινήσεις και τας στάσεις και τα άλλα του διαβήματα, προς την μαντευομένην έννοιάν των.
— Χάιντε ωρέ τώρα να κάνει πώς καμαρώνει του νύφη κι ου γαμπρός...
Και η αρκούδα, ρίχνει κάτω παρευθύς τα μούτρα της, σταυροθετεί τα χέρια, προσλαμβάν' ήθος ευπρεπές και σοβαρόν, γέρνοντας τον λαιμόν και μισοκλείνοντας τα μάτια...
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς ζυμώνει του νοικοκυρά να φκιάσει ψωμί να φάνε στου σπίτι...
Και η αρκούδ' αρχίζει ν' ανεβοκατεβάζη τις χερούκλες της, μ' ορμήν, ως να τις χών' εις σκάφην μέσα, και ν' ανακινή την πλέουσαν εις το νερό λευκήν πλαδαράν ζύμην...
— Άιντε τώρα να χορέψει πάλε καμπόσο...
Και η αρκούδα, επαναλαμβάνει τον ορχηστρικόν της γύρον, αρχίζουσα να συστρέφεται, και να κτυπά τα πόδια εις την γην, και να σαλτάρη, και να κορδακίζη*, και να χαριεντίζεται...
— Χάι γλήγουρα λιγάκι!...
Και τριγκινίζει*, συρομέν' η άλυσος, απότομα, ελκύουσα σκληρώς τον κρίκον των χειλέων της. Η δε αρκούδα, πρόθυμος, υπακούουσα, επιταχύνει τον χορόν της, ενώ ο άνθρωπος βροντά με δύναμιν το ντέφι του...

Θα την συνέλαβεν, αναμφιβόλως, αρκουδόπουλον μικρόν, αρτίτοκον, εις καμμίαν φάραγγα του Πίνδου, της Ροδόπης, νεβρόν* πλήρη αγριότητος και ρώμης, γεμάτον από τον ακάθεκτον χυμόν ζωής θηριώδους γεννημένον αποκάτω από το φύλλωμα καμμιάς γηραιάς οξιάς ή κανενός γιγαντίου γράβου*, μέσα εις των δασών τα μαύρα βάθη, δίπλα εις την φοβεράν βοήν του παραρρέοντος χειμάρρου, νύκτα τινά τρικυμιώδη, υπό την χιονώδη του βορρά πνοήν, και υπό την αμυδράν λάμψιν των αστέρων, μαστιζομένων υπό της καταιγίδος. Θα εκαιροφυλάκτησε βεβαίως, κάποιαν στιγμήν, καθ' ην θα έλειπεν η μάνα, ο πατήρ του, προς αναζήτησιν βοράς*, ανύποπτοι, θα το είχαν αφήσει μόνον, έρημον, εμπιστευμένον εις την αγκαλιάν της μητρός φύσεως, χωμένον εις τον ίσκιον της φωλιάς του, και περιμένον να γυρίσουν. Και από ημερών κατασκοπεύων, ενεδρεύων μετά προσοχής, άμα το ηύρεν έτσι, εκατάλαβε πως ήτον εγκαταλειμμένον και ανυπεράσπιστον· θενά έτρεξεν αμέσως, θα εχώθ' εις την μονιάν* του, θα το ετύλιξε διαμιάς εις το καπότον του, θα το εζάλισε, θα το ετύφλωσε, και θα το άρπαξεν αιφνίδια, σπαράζον, σαστισμένον, ανίκανον ν' αντισταθεί κατά της βδελυράς* δυνάμεως του δόλου, προς της απάτης την τεχνικήν έφοδον. Ή, αφού άφησε κι επέρασαν μήνες τινές από την γέννησίν του, μόλις άρχισε να μεγαλώνει, θα του έστησε παγίδα ίσως, εκεί κάπου, εις την κρύπτην του κοντά, δοκάναν με προβάτου κρέας, κι εξελθόν δια να σκιρτήση εις τα χόρτα, να δοκιμάση την ισχύν των νέων νεύρων του, ελκυσθέν εκ της οσμής, θενά το έπιασε το άμαθον, μάτην εγείρον την ηχώ της λαγκαδιάς με τας εκπλήκτους ωρυγάς* του. Και αφού άπαξ έγινε τοιουτοτρόπως κύριός του, θα το μετέφερεν εις την οικτράν του κατοικίαν, εις την αχυρόπλεκτον καλύβαν του, και θα του έκοψε τα νύχια τ' ανυπόμονα να εμπηχθούν εις σάρκα, θα ξερίζωσε τα δόντια του, άτινακνίζει* από τώρα αίματος η όρεξις, θα του ετρύπησε τα χείλη, δια να περάση μεταξύ τον κρίκον, θα εδέσμευσε με τον χαλινόν το ρύγχος του, θα ήρμοσε την άλυσον, όπλα φυλακτικά της ανανδρίας του, δειλής προς ασφάλειάν του πονηρίας μηχανεύματα. Και αφού έτσι εσιγούρεψε το άθλιον πετσί του, θεν' απέμεινε ζων έκτοτε μαζί του, θα το εκράτησε καιρόν συγκυλιόμενον όπως αυτός εντός της βρώμας της δυσώδους τρώγλης του, θα του εκόλλησε την λέραν του κορμιού του, θενά του μετέδωκε τις ψείρες του, και θενά ήρχισε δια της πείνας, δια της δίψας, δια του ξύλου, δια του φόβου, δια της βίας, δια της πειθούς και της ανάγκης, τυράννων αυτό, παιδαγωγών αχρείως* εις τοιαύτα παίγνια, προς τέρψιν μέλλουσαν των όχλων. Αφού δε το εγύμνασε καλά καλά, αφού κατέπνιξε βραδέως βαθμηδόν εντός του παν γενναίον ένστικτον, αφού το έκαμε λημών*απόζον*, οκνηρόν τετράποδον, εκνευρισμένον κατοικίδιον, αφού το εκατάντησε των φαύλων επιθυμιών του όργανον τυφλόν, μέσον ασυνείδητον, χωρίς υπερηφάνειαν, χωρίς θέλησιν, θα το επήρ' από το χαλινάρι, και το σέρνει τώρα δούλον, στην σκλαβιάν ανατραφέν, το γεννημένον να πλανάτ' αδέσμευτον, ελεύθερον ανά των ράχεων τα ύψη, εις ρεμματιές και εις χαράδρας κι εις δρυμούς, ακολουθούν αυτόν ανά τ' ακάθαρτα σοκάκια των πόλεων, ανά τας συνοικίας των χωρίων, ωςχειρόηθος* μαϊμού, δια να επίδειξη την θαυματουργόν του ικανότητα. Κι ελεεινόν, ταπεινωμένον,δειμαλέον*, άτονον υπείκον εις τους ραβδισμούς, εις τας στερήσεις και εις την συνήθειαν, αυτό, γυρίζει μετ' αυτού, χορεύει, υποκρίνεται, χειροφιλεί, δέρεται, γρυλλίζει...
* * *
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς φυλάει ου δραγάτης τα σταφύλια που πάνε να κλέψ'νε...
Και η αρκούδα, κάθεται του κ... βάζει πάλιν στη ράχη της το ξύλον, διαμπερές*, πλάγιον, ως τουφέκι, ακουμπά τη μια του άκραν χάμω, το χουφτιάζει απ' το άνω, κι απ' το κάτω μέρος, κι αγναντεύει, ως απότσαρδάκαν* υψηλήν, μακράν...
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς σημαδεύει τους κλέφτες...
Και η αρκούδα, φέρνει το τουφέκι της το ξύλινον εμπρός, και το ευθύνει οριζόντιον, το στηρίζει επί των δακτυλίων των ποδών αυτής, επί του γόνατος, παρά την ρίζαν της μασχάλης, κρατούσ' αυτό δια των χειρών, εν στάσει σκοπευτού, ετοίμου να πυροβολήση...
— Χάιντε τώρα να κάνει πώς αγαπιέτι του αντρόγυνου...
Και η αρκούδα, ωρθωμένη, εξαπλώνει τον βραχίονα, ωσάν να θέλη ν' αγκαλίση, να ζητή να περιβάλη μέσην υποτιθεμένην προ αυτής, ερωτικώς...
— Χόρεψε καλά, μωρή...
Κι επισειόμενον το ρόπαλον, εξαίφνης, απειλεί αυτήν, ανόρεξον ολίγον δειχνομένην.
* * *
Χόρεψε καλά, ταλαίπωρη αρκούδα, χόρεψε καλά, δια να μη φάγη λακτισμούς ο πισινός σου! Χόρεψε γρήγορα και χόρεψε θερμά, δια να μη σου αργάσουν* το τομάρι οι ξυλιές! Χόρεψε τεχνικά και χόρεψ' εύθυμα, διότι το βράδυ, μέσα εις την πνιγηράν σας τρύπαν, όπου άγχεται το στήθος σου, δεν θα βρεθή ούτε καν ένα κόκαλον να γλείψης! Χόρεψε ποικιλότροπα, διότι θα δεθής σκληρότερα, και ισχυρότερα θα σφίξη ο κημός* την μύτην σου! Χόρεψ' αρκούδα, χόρεψε δια να γελάσουν οι διαβάται που περνούν! Χόρεψ' αρκούδα, χόρεψε δια να σε ίδουν οι κυράδες του μεμακρυσμένου μαχαλά, που σε κοιτάζουν απ' τας θύρας, από τα παράθυρα, και μειδιούν με τα παράξενά σου τα καμώματα! Χόρεψ' αρκούδα, χόρεψε δια να διασκεδάσουν τα παιδόπουλα, όπου πολιορκούν τον βλάχον και την ορχηστρίδα* του, φαιδρά δια το σπάνιον φαινόμενον, κι οπού σε βλέπουν έκπληκτα, και σε περιεργάζονται και σε θαυμάζουν και σ' εμπαίζουν και χοροπηδούν τριγύρω σου κι αυτά, και προσεγγίζουν όσον δύνανται, και πού και πού επιχειρούν ν' αδράξουν τρίχες αιφνιδίως και βιαίως από την μαύρην σου προβιάν, καθώς διαβαίνεις έμπροσθέν των! Και αν από τα μάτια τα μικρά σου, κάποτε, τα θαμβωμένα, στιγμιαίον όνειρον αποστασίας διελαύνει, συλλογίσου, ότι υπάρχουν εις τον κόσμον και άλλαι αλυσίδες, και χονδρότεραι! Και αν, ενίοτε, το βλέμμα το καμμύον* σου, μ' έρωτα προσηλούται εις του αντικρύ βουνού τα πλάτη, σκέψου πως πριν να κάμης κι έν' ακόμη βήμα δι' εκεί, περισσότερ' από μίαν θενά είν' αι ράβδοι που θα σου συντρίψουν τα πλευρά! Και αν από τον σκοτισμένον νουν σου, και τ' ασφυκτιώντα στέρνα σου, και την ψυχήν σου την βασανισμένην, πόθος περνά, ανάμνησις, επιθυμία, μάταιον ορμέμφυτον, ω, ενθυμήσου πως δεν έχεις πλέον ούτε νύχια κοπτερά, ούτε οξείς οδόντας, ούτε μυς αδρούς, ούτε αλκήν πνευμόνων, ούτε σφρίγος αίματος!
* * *
— Χάιντε, τώρα να χαιρετίσει τους αφεντάδες...
Και η αρκούδα, υψώνει προς το κούτελον το χέρι, κάμνει το σχήμα, ευσεβάστως, ως στρατιώτης...
— Χάιντε, τώρα να κάνει πώς φυλάγουντι οι γυναίκις για να μην τις μαυρίσ' ου ήλιος...
Και η αρκούδα, συγκάμπτει τον αγκώνα παρευθύς, καλύπτει δι' αυτού την μούρην της, προσπαθεί ν' αντικρούση ούτω πως το φως, να γλιτώση τας ακτίνας του καυστικού άστρου, ων η φλόγα την φοβίζει...
— Χάιντε, τώρα να κάνει πώς κοιμάται ου γέρος με τη γριά...
Και η αρκούδα εξαπλώνετ' εις το χώμα, και κυλίετ' επ' αυτού, τείνουσα τους πόδας της, ανάσκελα, με την ράχην καταγής, κινούσα τους οπισινούς μηρούς της εις ασελγή σχήματα. Όταν δ' εγείρεται ορθή, εκ νέου, επί της δοράς* της μελανής της, άσπρη κηλίς πλατεία σκόνης εκτυπούται. Κι έτσι, ο αλήτης, δίδει το ντέφι προς αυτήν, δια να γυρίση επί άγραν πενταρών. Αλλ' οι κυράδες δεν δεικνύουν και μεγάλην προθυμίαν, κάνουν ότι δεν προσέχουν διόλου τον αλλόκοτον επαίτην, αποφεύγουν να του ρίψουν αμοιβήν. Μόνον δε τρεις ή τέσσερες επιτυγχάνει να μαζεύση, τις οποίες παρουσιάζ' εις τον αφέντην της, κι εκείνος εν στιγμή τις χών' εις το ταγάρι του, μεμψίμοιρος.
* * *
— Μα δεν την χόρεψες καλά..., λέγει δικαιολογουμένη προς αυτόν μία χονδρή.
— Δε χόρεψ' καλά, δε λες που δε θες να δώσ'ς!..., αποκρίνετ' ο βλάχος θυμωδώς.
Και δυσαρεστημένος, ο αλήτης, έλκει εκ του χαλινού το ζώον του, κινείτ' εις αναχώρησιν. Και μελαγχολικόν, βαρύθυμον, με ύφος ανιών*, τετραποδίζον πάλιν, ακριβώς όπως ένας μολοσσός*,λειψόθριξ*, κολοβός, βαίνει το αρκούδιόν του εξωπίσω του, σκύβον την κεφαλήν, αργά βαδίζον, με την πλατείαν άσπρην του κηλίδα εις τα νώτα, στρογγυλήν, διαγραφομένην στο τομάρι του. Και καθώς βαίνει έτσι, λέγεις πως πράγματ' ίσως συλλογίζεται, ότι εάν δεν ήτον η κατηραμένη αυτή άλυσος και ο κλοιός ο απεχθής και ο φρικτός ο κρίκος, θεν' απετίνασσε με ένα μόνον της σιαγόνος κτύπημα τον μισητόν αλήτην, θα εσκόρπιζε τον συρφετόν των παρεστώτων, και θεν' έφευγ' έκφρον, ωρυόμενον, προς των αγρών την έκτασιν. Αλλ' ο χαλκάς τού σφίγγει πάντα στερεώς τας σιαγόνας, ο κρίκος δυνατά συνέχει το οξύ του ρύγχος κλειδωμένον, και η σιδηρά του άλυσος, τραχεία, το τραβά, και άτολμον, ουτιδανόν, νυστάζον, προστρίβετ' εις τας κνήμας του ανθρώπου, προχωρούν, ενώ των παιδαρίων ο σωρός ηγείται* κι έπεται*, εξαγγέλλων ανά την συνοικίαν του εξευτελισμένου θηρίου την διαπόμπευσιν*...


κακουχημένη: ταλαιπωρημένη από κακουχίες.
σαλαγώ: οδηγώ τα ζώα με φωνές.
που επέχουν... χειρών: που έχουν τη θέση των χεριών, δηλ. τα μπροστινά.
γυαλίζεται: καθρεφτίζεται.
αλήτης: ο περιπλανώμενος.
ανήμερος: (ενν. κόμη) άγρια, ακατάστατη.
δύσηχος: κακόηχος.
δούπος: υπόκωφος κρότος.
ερρύθμως: ρυθμικά, με ρυθμό.
ακκιζομένη ρ. ακκίζομαι: υποκρίνομαι, προσποιούμαι, κάνω νάζια.
βαθμηδόν: σιγά σιγά.
τέως: ως τότε.
αήθη: ασυνήθιστα.
κορδακίζω: χορεύω άσεμνο χορό.
τριγκινίζει: ηχοποίητη λέξη· κάνει τριγκ τριγκ.
νεβρός: νεογέννητο ελάφι. Εδώ γενικά το νεογέννητο.
γράβος: είδος δέντρου.
βορά: (η)· τροφή.
μονιά (η): φωλιά άγριων ζώων.
βδελυρός: βρωμερός, αηδιαστικός.
ωρυγή: άγρια φωνή ζώου, ουρλιαχτό.
κνίζω: ερεθίζω, προκαλώ.
αχρείως: εδώ άθλια.
λημών: τσιμπλιασμένο (ρ. λημώ).
απόζον: που βγάζει άσχημη μυρωδιά (ρ. απόζω).
χειρόηθος: ήμερος, πειθήνιος.
δειμαλέος: τρομαγμένος.
διαμπερές: περασμένο πέρα πέρα.
τσαρδάκα: καλύβα.
αργάζω: κατεργάζομαι δέρματα.
κημός: φίμωτρο, χαλκάς.
ορχηστρίδα: χορεύτρια.
καμμύον: νυσταγμένο, κοιμισμένο.
δορά (η): δέρμα.
ανιών: βαρυεστημένο.
μολοσσός: τσοπανόσκυλο.
λειψόθριξ: που του έπεσε το τρίχωμα.
ηγούμαι: πηγαίνω μπροστά.
έπομαι: ακολουθώ.
διαπόμπευσις: ατιμωτική περιφορά, ρεζίλεμα.
http://digitalschool.minedu.gov.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3561,14835/

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Τζούτζη Μαντζουράνη, ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ."ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ."



ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ."ΠΡΩΤΑΠΡΙΛΙΑ."

Ξεγέλασε με...
πές μου πως μ' αγαπάς.
στείλε μου πεταλούδες στο παράθυρό μου,
να με ξυπνήσουνε πολύχρωμα 
κι' όταν τα μάτια μου θ' ανοίγω 
το πρωί, 
δώσε μου ένα φιλί,
σαν τριαντάφυλλο γλυκό.
Πρωταπριλιά είναι αύριο 
αγάπη μου, 
ξεγέλασε με...
δεν πειράζει, 
και αν όλα σβήσουν την επόμενη 
κι' αν πίσω μου τα πάρεις,
ο,τι μου έδωσες, 
κακία δεν θα σου κρατήσω...
πρωταπριλιάτικο αστείο ήτανε 
θα πώ... 
και μοναχά το καρδιοχτύπι του 
σαν φυλαχτό μεσ' την ψυχή μου 
θα κρατήσω...
Τζούτζη Μαντζουράνη

Μαρία Πολυδούρη ΟΙ ΤΡΙΛΛΙΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ


Μαρία Πολυδούρη


Μαρία Πολυδούρη
ΟΙ ΤΡΙΛΛΙΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ

ΑΦΙΕΡΩΣΗ


Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἦρθεν ἡ Ὥρα
στὴν πόρτα μου ἔξω. Κίτρινο φορεῖ
στεφάνι ἀπὸ μυρτιά. Στὰ νικηφόρα
χέρια της μία κιθάρα θλιβερή,

Κιθάρα παλαιϊκὴ ποὺ κλεῖ πληθώρα
μέσα της ἤχους καὶ ἤχους. Ἱερὴ
κοιτίδα. Κάθε πόνος, κάθε γνώρα
ποὺ ἦταν γλυκιὰ καὶ γίνηκε πικρή,

Ἦχος μέσ᾿ στὴν καρδιά της ἀποστάζει.
Φίλε, τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἐκεῖ
στὴν πόρτα μου ἦρθε δίχως νὰ διστάζη

Καὶ τὸ κιθάρισμά της πότε πότε
σὰ νἄτανε ἡ φωνή σου ἡ μυστικὴ
τοὺς στίχους σου ποὺ μοῦ τραγούδαες τότε.

[Κ᾿ ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΝΥΧΤΑ ΩΡΑΙΑ...]


Κ᾿ ἦταν μία νύχτα ὡραία καὶ στὴ ματιά σου
καὶ στὰ τραγούδια σου. Ἤτανε γλυκιὰ
μία νύχτα στὰ τραγούδια τὰ παληά σου
γεμάτη ἀστέρια, νύχτα ξωτικιά.

Ἡ μόνη ἀγάπη μέσ᾿ στὴ μοναξιά σου,
τόσο ὄμορφη, τόσο ὑποβλητικιά,
ἔγινε πάθος μέσα στὴν καρδιά σου,
μέσ᾿ στὴν καρδιά σου τὴν ἐρημικιά.

Ἄχ, τὰ παληὰ τραγούδια σου ποὺ κλαίγαν
Κ᾿ ἤτανε τόσο ἀνείπωτα γλυκὰ
καὶ τὄκρυβαν σεμνὰ καὶ δὲν τὸ λέγαν.

Ἄχ, τὰ παληά σου τὰ τραγούδια ποὖνε
θλιμμένα σὰν ἀγάπης μυστικά,
σὰν ἄνθη δακρυσμένα ποὺ σιωποῦνε.

[ΗΡΘΑ ΜΙΑ ΜΕΡΑ...]


Ἦρθα μία μέρα, ὁδηγημένη ἀπ᾿ τὴν ἱερή σου
ἀγάπη, ἐμπρὸς στὸ κύμα τὸ γλαυκὸ
καὶ μ᾿ ἄφησες τότε νὰ ἰδῶ τὴ φλογερή σου
πληγὴ στὸ στῆθος σου τὸ νεανικό.

Τότε μου μίλαες μὲ τὴν ἥσυχη φωνή σου
γιὰ τὴ ζωή σου, ἀτέλειωτο κακὸ
κι᾿ ὡς ἔνοιωθες βαθιὰ πὼς φτάνω ὡς τὴν ψυχή σου,
ἀνάβρυζε τὸ δάκρι σου γλυκό.

Κ᾿ ἦταν χαρᾶς χαρὰ νὰ κλαῖμε τραγουδώντας
στὴν ἴδια λύρα, μάντεμα πικρὸ
τὴ μοναξιά μας καὶ σάμπως λησμονώντας,

Μὲ τί χαρὰ τὸ μέτωπό σου νὰ ραντίσω
μὲ τὸν πικρὸ τῆς θάλασσας ἀφρό,
πέρα τὰ κύματα ἔτρεχα νὰ προϋπαντήσω.

[Κ᾿ ΗΡΘΕ ΜΟΙΡΑΙΑ...]


Κ᾿ ἦρθε μοιραῖα τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα,
ἀνάμεσό μας στάθη σκυθρωπή,
μᾶς ἄφησε τ᾿ ἀνταλλαγμένα δῶρα
καὶ τὸ γιατί χωρὶς νὰ μᾶς τὸ πῆ

Μᾶς ἔρριξε στὸ δρόμο πρὸς τὴ χώρα
μὲ γρήγορο τὸ χέρι ὡς ἀστραπή.
Μαζὶ στὸν κόσμο μὰ μονάχοι τώρα,
μία μοναξιὰ σὰν τάφου σιωπή.

Μόνο ἔφτανε ὁ ἀχὸς τοῦ τραγουδιοῦ σου,
μία ἀνάστερη νυχτιὰ χωρὶς πνοή.
- Ἄχ, ποὖνε ἡ νύχτα ἐκείνη τοῦ παληοῦ σου

Τοῦ τραγουδιοῦ, μία προσμονὴ κρυμμένη;
Μ᾿ ἔφτανε ὁ ἀχός... Δὲ σώνεται ἡ ζωὴ
ὅταν τοῦ τάφου ἡ πόρτα εἶνε ἀνοιγμένη.

[ΜΕ ΤΗΣ ΣΙΩΠΗΣ...]



Μὲ τῆς σιωπῆς τὰ κρίνα ποὺ λυγοῦνε
μέσα στὰ νικημένα μου τὰ χέρια,
μὲ τὶς σκέψες ποὺ μάταια κυνηγοῦνε
ἡ μία τὴν ἄλλη πέρα ἀπὸ τ᾿ ἀστέρια,
Μὲ τὰ μάτια ποὺ κάτι νοσταλγοῦνε,
κάτι ποὺ μοῦ εἶνε ἀγνοημένο πλέρια,
σὰ νὰ μὴ βλέπουν, σὰ νὰ μὴν ἀλγοῦνε,
ἐξαϋλωμένα μάτια, μάτια αἰθέρια,

Στέκω ὁραματισμένη καὶ πιστεύω.
Δὲν ξέρω τί πιστεύω. Ξεφυλλίζω
τὰ ποιήματά σου κι᾿ ὅλο μεσιτεύω.

Στὴ σκέψη σου καὶ στὴ βουλὴ τοῦ ἀπείρου.
Κι᾿ ὅπως ποτὲ τὰ μάτια δὲ σφαλίζω
ξέρω πὼς πιὰ δὲν εἶνε ἀπάτη ὀνείρου.

[ΤΟΥ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟΥ Η ΩΡΑ...]


Τοῦ φθινοπώρου ἡ Ὥρα ἔχει καθήσει
στὴν πόρτα μου. Τὸ βλέμμα της ὑγρὸ
γεμάτο ἀπὸ τὸ ἀπόκοσμο μεθύσι,
πλανιέται σὲ ἀσφοδέλων τὸν ἀγρό.

Τί σκέψη στὴ ματιά της νἄχῃ ἀνθίσει,
τί ὀνειροπόλημα λυπητερό;
Στὴν ὄψη της σκιὲς ἔχουν μαδήσει
Κ᾿ εἶνε τὸ στόμα της τόσο πικρό...

Μὰ ὅταν κατέβη τὸ γαλήνιο βράδι
θὰ μὲ καλέση ἀμίλητα, γλυκά,
νὰ τὴν ἀκολουθήσω στὸ σκοτάδι.

Τὸ βῆμα της βουβὸ καὶ βέβαιο θἆναι,
μὰ ἡ πίστη μου θερμή, πὼς μυστικὰ
τὰ βήματά μου σένα ἀκολουθᾶνε.

ΓΙΑΤΙ Μ᾿ ΑΓΑΠΗΣΕΣ


Δὲν τραγουδῶ παρὰ γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες
στὰ περασμένα χρόνια.
Καὶ σὲ ἥλιο, σὲ καλοκαιριοῦ προμάντεμα
καὶ σὲ βροχή, σὲ χιόνια,
δὲν τραγουδῶ παρὰ γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες.

Μόνο γιατὶ μὲ κράτησες στὰ χέρια σου
μία νύχτα καὶ μὲ φίλησες στὸ στόμα,
μόνο γι᾿ αὐτὸ εἶμαι ὡραῖα σὰν κρίνο ὁλάνοιχτο
κ᾿ ἔχω ἕνα ρίγος στὴν ψυχή μου ἀκόμα,
μόνο γιατὶ μὲ κράτησες στὰ χέρια σου.

Μόνο γιατὶ τὰ μάτια σου μὲ κύτταξαν
μὲ τὴν ψυχὴ στὸ βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα τὸ ὑπέρτατο
τῆς ὕπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τὰ μάτια σου μὲ κύτταξαν.

Μόνο γιατὶ ὅπως πέρναα μὲ καμάρωσες
καὶ στὴ ματιά σου νὰ περνάη
εἶδα τὴ λυγερὴ σκιά μου, ὡς ὄνειρο
νὰ παίζει, νὰ πονάη,
μόνο γιατὶ ὅπως πέρναα μὲ καμάρωσες.

Γιατὶ δισταχτικὰ σὰ νὰ μὲ φώναξες
καὶ μοῦ ἅπλωσες τὰ χέρια
κ᾿ εἶχες μέσα στὰ μάτια σου τὸ θάμπωμα
- μία ἀγάπη πλέρια,
γιατὶ δισταχτικὰ σὰ νὰ μὲ φώναξες.

Γιατὶ, μόνο γιατὶ σὲ σέναν ἄρεσε
γι᾿ αὐτὸ ἔμεινεν ὡραῖο τὸ πέρασμά μου.
Σὰ νὰ μ᾿ ἀκολουθοῦσες ὅπου πήγαινα,
σὰ νὰ περνοῦσες κάπου ἐκεῖ σιμά μου.
Γιατὶ, μόνο γιατὶ σὲ σέναν ἄρεσε.

Μόνο γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες γεννήθηκα,
γι᾿ αὐτὸ ἡ ζωή μου ἐδόθη.
Στὴν ἄχαρη ζωὴ τὴν ἀνεκπλήρωτη
μένα ἡ ζωὴ πληρώθη.
Μόνο γιατὶ μ᾿ ἀγάπησες γεννήθηκα.

Μονάχα γιὰ τὴ διαλεχτὴν ἀγάπη σου
μοῦ χάρισε ἡ αὐγὴ ρόδα στὰ χέρια.
Γιὰ νὰ φωτίσω μία στιγμὴ τὸ δρόμο σου
μοῦ γέμισε τὰ μάτια ἡ νύχτα ἀστέρια,
μονάχα γιὰ τὴ διαλεχτὴν ἀγάπη σου.

Μονάχα γιατὶ τόσο ὡραῖα μ᾿ ἀγάπησες
ἔζησα, νὰ πληθαίνω
τὰ ὀνείρατά σου, ὡραῖε ποὺ βασίλεψες
κ᾿ ἔτσι γλυκὰ πεθαίνω
μονάχα γιατὶ τόσο ὡραῖα μ᾿ ἀγάπησες.

ΣΕΜΝΟΤΗΣ


Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ κλείνω μέσα μου
κανεὶς δὲν θέλω νὰ τὴ νοιώσῃ.
Δὲ θὰ μποροῦσε νὰ τὴ σίμωνε
χωρὶς γι᾿ αὐτὸ νὰ τὴ πληγώσῃ.

Ἔχω ἕνα κρίνο, κρίνο ὁλάνοιχτο
χωρὶς καμμιὰ σκιὰ στὴν ὄψη.
Καμμιὰ ἡδονὴ δὲν ἐπεθύμησε
νὰ τὸ φιλήση, νὰ τὸ κόψη.

Ἔχω ἕνα ρόδο ποὺ ζυγιάζεται
πάνω στὴν ἴδια του τὴ φλόγα
κ᾿ εἶναι σὰ νἄγινε ὁλοκαύτωμα
καὶ νὰ σιωποῦσε καὶ νὰ εὐλόγα.

Μία μαργαρίτα ποὖνε ἀμφίβολη
μ᾿ ὅλο τὸ ναὶ ποὺ λέει ἡ καρδιά της.
Μόνον ἀφήνει νὰ λικνίζεται
παθητικὰ τὴν ὀμορφιά της.

Κι᾿ ἄλλα λουλούδια ποὖνε σύμβολα
κι᾿ ἄλλα μονάχα ποὺ μεθοῦνε,
μὰ τόσο εἶνε ὅλα λεπτοκάμωτα,
φανταστικὰ μόνον ἀνθοῦνε.

Τὴν ὀμορφιὰ ποὺ κλείνω μέσα μου
κανεὶς ποτὲ δὲ θὰ τὴ νοιώση.
Κι᾿ ἂν τὴν πληγώση θἆναι ἀνίδεος
κι᾿ οὔτε γι᾿ αὐτὸ θὰ μετανοιώση.

ΑΧ, Η ΚΑΡΔΙΑ ΜΟΥ


Ἄχ, ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ,
τώρα ποὺ φεύγει ἡ μέρα,
τὸ ροδινὸ ξημέρωμα,
τὸν ἥλιο, τὸν αἰθέρα.

Τὰ παιδικὰ χαμόγελα,
τὸ κύμα ποὺ ἀπαντοῦσε
στὸ φλοίσβημα τῆς πρόσχαρης
φωνούλας μας ποὺ ἀχοῦσε.

Τὴ βάρκα ποὺ λικνίζοταν
στὴ μέθη μας τοῦ ὀνείρου,
τὸ ἁβρὸ τραγούδι ποὺ ἔσμιγε
τὴ σιγαλιὰ τοῦ ἀπείρου.

Τὴ χαραυγὴ ποὺ ρόδιζε
τὰ σεντεφένια πλάτια,
τὴν πεθυμιὰ τὴν ἄχραντη
στ᾿ ἀγγελικά μας μάτια.

Ἄχ, ἡ καρδιά μου νοσταλγεῖ,
τώρα ποὺ ἡ μέρα σβήνει,
τῆς ὀμορφιᾶς τὸ πέρασμα,
τὴ νειότη ποὺ μ᾿ ἀφήνει.

ΕΛΑ ΓΛΥΚΕ...


Ἔλα γλυκέ, κι᾿ ἂν φτάνη ἡ νύχτα
καὶ τὸ σκοτάδι δὲ σ᾿ ἀρέση,
ἀστέρινο θαμπὸ στεφάνι
ἡ ἀγάπη μου θὰ σοῦ φορέση.

Στὸ ταραγμένο μέτωπό σου
ἀργὰ τὰ δάχτυλα θὰ σύρω
κι᾿ ὅ,τι εἶνε πάθος στὴν καρδιά σου
θ᾿ ἀνθίση δάκρια καὶ μύρο.

Θὰ σοῦ καρφώσω ἕνα λουλούδι
τ᾿ ὄνειρο πάνω στὴν καρδιά σου,
θὰ πλέξω τὰ ξερὰ τὰ φύλλα
μὲ τὰ κατάχλωρα μαλλιά σου.

Τὸ δέσμιο πόθο μου θ᾿ ἀφήσω,
μία πεταλούδα ναρκωμένη,
κ᾿ ἔτσι στὰ χείλη σου θὰ νοιώσης
κάτι σὰ γύρη νὰ σοῦ μένη.

Ἔλα γλυκὲ κι᾿ ἂς φτάση ἡ νύχτα.
Θὰ φέγγη ἡ νειότη σου μὲ θλίψη
τὸ σκοτεινὸ νὰ ὑφαίνω πέπλο
ποὺ ἡδονικὰ θὰ μὲ καλύψη.

ΟΝΕΙΡΟ


Δὲ μ᾿ ἔφτανε οὔτε κὰν ἀχὸς
μέσ᾿ στὴ ζωὴ ποὺ ζοῦσα.
Κ᾿ ἡ θύμηση λιγόθυμη
τῶν ὅσων ἀγαποῦσα.

Κ᾿ ἦρθε ἡ ματιά σου γελαστή
ἐαρινὴ ἐλπίδα
καὶ γιὰ τὰ ποὺ μοῦ λείψανε
μοῦ μίλησε μ᾿ ἐλπίδα.

Μὰ εἶνε οἱ χαρές μας φτερωτὲς
καὶ τὸ φθινόπωρο εἶνε
μέσα στὴν ἴδια μου φωνὴ
ποὺ σοῦ φωνάζει: μεῖνε.

Καὶ τῆς ματιᾶς σου ὁ γελαστὸς
ἥλιος θὰ βασιλέψη
καὶ τ᾿ ὄνειρο θὰ ξεχαστῆ
προτοῦ κὰν ἀληθέψη.

ΓΙΑΤΙ ΟΝΕΙΡΕΥΤΗΚΑ


Γιατί δὲ θέλει ἡ αὐγὴ νὰ μοῦ γελάση
κι᾿ ἀπόκρυψε τὴ ρόδινη μορφή;
Γλυκὸ τ᾿ ὄνειρο σήμερα ἔχω πλάσει
κεῖ ποὺ ἔχει ἄνανθο τ᾿ ὄνειρο ταφῆ.

Ὅμως καμμιὰ δὲ θὰ μοῦ δώση ἐλπίδα
καὶ μένει μὲ τὸ πένθος στὴ στολή,
μὲ μία μαβιὰ στὴν ὄψη της ἀχτίδα
ποὺ πνίγεται στὰ δάκρια θολή.

Ὤ, νἄχε θυμηθῆ πὼς κάποια μέρα
στὸν ἄνεμο τὸ φθινοπωρινὸ
εἶχα ποθήσει τὸ γαλάζιο αἰθέρα
τοῦ ὀνείρου, πρὶν σημάνη ἑσπερινό.

Καὶ νἄρθη ἐκεῖ στερνὰ ποὺ θἄχη γύρει
πικρὴ ἡ ζωή μου κι᾿ ἄνανθη, γλυκὰ
νὰ μοῦ χαμογελάση καὶ νὰ σπείρη
τὰ ρόδινα τοῦ ἀνθοῦ της μυστικά.

ΜΕΣ᾿ ΤΟ ΣΠΙΤΑΚΙ ΜΟΥ...


Μέσ᾿ στὸ σπιτάκι μου ἦταν μία φορά
τῆς ξεγνοιασιᾶς τὸ μύρο.
Καὶ γὼ ἤμουν τὸ τραγούδι μὲ φτερὰ
ποὺ ξεπετιόταν γύρω.

Μὰ λίγο λίγο πίκραινε ὁ σκοπὸς
στὰ παιδικά μου χείλη
καὶ σάμπως ἕνας χρόνος ἀγριωπὸς
νἄχε ἄξαφνα ἀνατείλει.

Λυγίστη τοῦ πατέρα μου ἡ βουλὴ
στὰ θαλασσιά του μάτια
κ᾿ ἔκλεισαν σὰ νὰ βάρυναν πολύ.
Μέσ᾿ στ᾿ ἄφωνα δωμάτια,

Περήφανη ἡ μητέρα μου κι᾿ ὀρθὴ
στὰ πλουμιστὰ σαντάλια,
λὲς ἄφησε ἡ ψυχή της νὰ παρθῆ
στοχαστικὴ σὰν ντάλια.

Καὶ τὰ παιδιὰ τῆς πίκρας τὸ γραφτὸ
νὰ ζοῦν καὶ νὰ σωπᾶνε
καὶ φύλλα ἀπώνα ἀνώφελο φυτὸ
σκορπίστηκαν καὶ πᾶνε.

ΜΑΤΑΙΟΤΗΣ


Κρυφά, βουβὰ τὰ δάκρυα τοῦ καημοῦ
στέγνωσαν στὰ χλωμὰ τὰ μάγουλά μου
καὶ στάθηκα τὸ νόημα τοῦ χαμοῦ
ζητώντας ἄθελά μου.

Καὶ στάθηκα ρωτώντας τὸ γιατί
στὰ πλούσια, στὰ περήφανα στολίδια
κ᾿ εἶπα, νἄταν ἡ ἀγάπη τάχα αὐτή;
ἡ ζωὴ μὴν ἦταν ἡ ἴδια;

Καὶ στάθηκα ρωτώντας τὸ γιατί
ἐκεῖ ποὺ ἄλλοτε ἡ νειότη μου εὐωδοῦσε
κι᾿ ἄκουσα μία φωνή, μία βαρετὴ
φωνὴ ποὺ προβοδοῦσε.

Κ᾿ ἔμεινα ἐκεῖ στημένη, ὡς ποὺ σιγὰ
τὸ ρώτημα σὲ γέλιο ἀπολιθώθη
καὶ τὸ βαθὺ σκοτάδι ποὺ σιγὰ
στὰ μάτια μου καρφώθη.

Καμμιὰ φωνὴ δὲ φτάνει ἀπ᾿ τὰ πολλὰ
τὰ δυνατὰ πρὶν ᾿πο μένα πῆγαν.
Οἱ γνωστικοί με κύτταξαν καλὰ
κ᾿ εἶπαν πὼς εἶμαι φάντασμα καὶ φύγαν.

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΟΥ ΖΑΠΠΕΙΟΥ


Ποιὰ μοίρα νὰ μοῦ ἑτοίμασε τὸ πέρασμα,
ποιὸ πνεῦμα μ᾿ ἔχει πάρει,
τὴ νύχτα ἀπόψε τὴ φθινοπωριάτικη
μ᾿ ἕνα μεγάλο θλιβερὸ φεγγάρι.

Στὸν κῆπο τοῦ Ζαππείου, φωλιὰ τοῦ ἔρωτα;
Ἐγὼ μία σκιὰ ποὺ σέρνεται στὸ χῶμα,
ἕνα φύλλο ποὺ πιὰ τὴ ρίζα του ἔχασε
καὶ ποὺ τὸ παίρνει ὁ ἄνεμος ἀκόμα.

Ἔρημα τὰ δρομάκια, ἔρημοι οἱ πάγκοι του.
Τὸ σπάνιο φύλλωμα σωπαίνει
ἀμφίβολα. Πρὸ μιᾶς στιγμῆς ἐφύγανε
οἱ ἐρωτευμένοι.

Ἐδῶ ἕνας νέος σκυθρωπὸς ἑτοίμαζε
κάποια χαρὰ στὴν παθιασμένη ζωή του.
Φιλοῦσε ἑνὸς μικροῦ χεριοῦ τὰ δάχτυλα
μεθοῦσεν ἡ συλλοή του.

Ἐκεῖ, κάποιος ποτὲ ποὺ δὲν ἐπίστεψε
ζητᾶ ἀπ᾿ τὰ ὡραῖα χείλη
τὸ μάταιον ὅρκο. Πόσο πιὸ καλλίτερα
νἄτανε σιωπηλὰ καὶ νὰ τὰ ἐφίλει.

Ἐδῶ, πάνω σ᾿ αὐτὸ τὸ ἀρχαῖο μάρμαρο
εἶχε καθήσει ἡ κόρη
κ᾿ ἕνας ἄντρας ξανθὸς σὰν ἥλιος, τὸ εἴδωλο
τῆς ἀγάπης ἐθώρει.

Κάποιος, μέσ᾿ στὶς σκιὲς ποὺ ὅλο βαθαίνουνε,
ἕνας θεὸς ποὺ ἐξιλασμὸ ζητοῦσε,
μιᾶς παρθένας τὸ σῶμα ξέσκεπο ἅπλωσε
καὶ τῆς νύχτας τὰ πνεύματα καλοῦσε.

Στὸν πάγγο ποὺ τὸ βάρος τὸν γονάτισε
τὸν ἔδειρε μία τρικυμία,
κλαίγανε, κλαίγαν δυὸ ψυχὲς ποὺ ἀρρώστησαν
καὶ δὲν τοὺς δίνει ἡ ἀγάπη τους χαρὰ καμμία.

Τόσα φιλιὰ καὶ κρυφοαναστανέγματα
σὲ μία στιγμὴ πὼς σβήσαν!
Τὸ ἀγέρι τοῦ φθινόπωρου δυνάμωσε
κ᾿ οἱ ἐρωτευμένοι φύγαν καὶ μ᾿ ἀφῆσαν.

Νά, μόλις φύγαν. Μένει ἀκόμα τὸ ἄρωμα
τριγύρω ἐδῶ χυμένο.
- Καὶ γὼ μία σκιὰ ποὺ δὲ θὰ μὲ ὑποψιάζονταν
κανείς, τί θέλω ἐδῶ, τί μένω;

«ΣΩΤΗΡΙΑ»


Ἂς περάσει πιὰ ἡ μέρα μὲ τὸ φῶς της.
Ἡ νύχτα γιατί τόσο ἀργοπορεῖ;
Στῶν πεύκων τὶς σκιὲς μία πολυθρόνα
μὲ καρτερεῖ.

Τῶν θαλάμων θὰ σβήσουνε τὰ φῶτα
κι᾿ ὁ ὕπνος θἄρθη σὰ λιγοθυμιά.
Ἕνα ἀδειανὸ κρεββάτι, ἐδῶ δίνει
ἐντύπωση καμμιά.

Θὰ μὲ διπλώση τὸ σκοτάδι κι᾿ ὅπως
μεσ᾿ στὶς βαθιὲς σκιὲς θὰ μπερδεφτῶ,
πὼς εἶμαι θὰ πιστέψω πάλι κάτι
ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτό.

Μέσα στὸ φόβο θὰ βαθαίνη ἡ νύχτα
ὅταν ὁ ἄνεμος θἄρθη ξαφνικά.
Ὁ εὐκάλυπτος τὰ μαλλιά του θὰ τινάξη
καὶ τῶν ὀνείρων μαζὶ τὰ μυστικά.

Τὸ μυστικὸν ἀγώνα θὰ γροικάω
τοῦ φθινοπώρου, ἀνίκητος ἐχθρός.
Θὰ μὲ λικνίζη χαρωπὸ τραγούδι
ὁ ἀπελπισμένος θρός.

Κι᾿ ἂν δὲν τὴν καρτερῶ, ξέρω πὼς θἄρθη
ἡ γάτα αὐτὴ ποὺ νυχτοπερπατεῖ,
μία γάτα ποὺ δὲν ξέρει τί εἶνε χάδι
καὶ δὲν τὸ δίνει καὶ δὲν τὸ ζητεῖ.

Στὰ πόδια μου κοντὰ κάθεται μόνο,
ἀδιάφορη στὸ κρύο τὸ παγερό,
διακριτικὰ τὸ βλέμμα μου ἀποφεύγει
κ᾿ εἶνε σὰ νὰ μὲ ξέρη ἀπὸ καιρό.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ


Στὴν ἀκοίμητη Σκιὰ τοῦ Ἰωσὴφ Ραφτόπουλου

Τοῦ φθινοπώρου ἡ πνοὴ περνάει
στὰ δέντρα ποὺ δὲν τὰ φοβίζει
καταστροφή.
Ὁ εὐκάλυπτος τὴν κυβερνάει,
μιλοῦν σὰ φίλοι καὶ λυγίζει
τὴ νέα κορφή.

Ὁ πεῦκος ἄκουε μεθυσμένος
κάποιονε θρύλο ποὺ θρηνοῦσε
μέσ᾿ στὰ κλαδιά.
Θυμᾶται ποὺ συλλογισμένος
ὁ ἐρωτικὸς ποιητὴς περνοῦσε,
ὅλος καρδιά.

Τὰ μάτια του γέμιζε ὁ πόνος.
Στὰ σφραγισμένα χείλη ἀνθοῦσε
τὸ χλωμὸ φῶς.
Ὁ ποιητής περνοῦσε μόνος.
Τοῦ τραγουδιοῦ του ἀκόμη ἀχοῦσε
ὁ στεναγμός.

Μὰ τώρα σιώπησε ἡ καρδιά του
καὶ μόνον ὁ ἔρωτάς του μένει
καὶ περπατεῖ.
Καὶ ὅλοι μας λέμε εἶναι ἡ σκιά του
ποὺ τριγυρίζει - εἶναι ἡ θλιμμένη
σκιὰ τοῦ ποιητῆ.

ΓΛΕΝΤΙ


Σ᾿ ἕνα γλέντι μὲ κάλεσαν οἱ σύντροφοι.
Δὲ θ᾿ ἀρνηθῶ. Θὰ πάω νὰ λησμονήσω!
Θὰ φορέσω τὸ κόκκινό μου φόρεμα
καὶ τὴν ἴδια ὀμορφιά μου θὰ φθονήσω.

Τὸ νεκρὸ πὤχω μέσα μου περήφανα
καὶ στοργικὰ μαζί μου θὰ τὸν πάρω.
Θἆμαι σὰ χαρωπή, σὰ μυστικόπαθη
θἆμαι μία ἀποσταλμένη ἀπὸ τὸ Χάρο.

Οἱ μελλοθάνατοι σύντροφοι στὸ γλέντι τους
κι᾿ ἂν πίνουνε κρασὶ δὲ θὰ μεθοῦνε.
Μία κατάρα θὰ στέκεται στὸ πλάι τους
μὰ θἆμαι ὡραία καὶ δὲ θὰ ὑποψιασθοῦνε.

Ἔπειτα ἕνα τραγούδι θὰ ζητήσουνε
μήπως σὲ μία χλωμὴ χαρὰν ἐλπίσουν,
μὰ τόσο ἀληθινὸ θἆν᾿ τὸ τραγούδι μου
ποὺ σαστισμένοι θὰ σωπήσουν.
http://users.uoa.gr/~nektar/arts/tributes/maria_polydoyrh/oi_trillies_poy_sbhnoyn.htm




1902 – 1930

Μαρία Πολυδούρη



Ποιήτρια της νεορομαντικής σχολής από την Καλαμάτα. Γεννήθηκε την 1η Απριλίου του 1902 και ήταν κόρη του φιλόλογου Ευγένιου Πολυδούρη και της Κυριακής Μαρκάτου, μιας γυναίκας με πρώιμες φεμινιστικές ανησυχίες. Ολοκλήρωσε τις γυμνασιακές της σπουδές στην Καλαμάτα, αφού προηγουμένως είχε φοιτήσει σε σχολεία του Γυθείου και των Φιλιατρών.

Στα γράμματα εμφανίζεται σε ηλικία 14 ετών, με το πεζοτράγουδο «Ο πόνος της μάνας». Αναφέρεται στο θάνατο ενός ναυτικού, τον οποίον ξέβρασαν τα κύματα στις ακτές των Φιλιατρών και είναι επηρεασμένο από τα μανιάτικα μοιρολόγια που άκουγε στο Γύθειο. Σε ηλικία 16 ετών διορίζεται στη Νομαρχία Μεσσηνίας, κατόπιν διαγωνισμού και παράλληλα εκδηλώνει ζωηρό ενδιαφέρον για το γυναικείο ζήτημα. Το 1920 χάνει, σε διάστημα σαράντα ημερών, τον πατέρα και τη μητέρα της.

Το 1921 μετατίθεται στη Νομαρχία Αθηνών και παράλληλα εγγράφεται στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Στην υπηρεσία της θα γνωρίσει τον συνάδελφο και ομότεχνό της Κώστα Καρυωτάκη και μεταξύ τους θα αναπτυχθεί ένας σφοδρός έρωτας, που θα κρατήσει λίγο, αλλά θα παίξει καθοριστικό ρόλο στη ζωή και το έργο της.

Συναντήθηκαν για πρώτη φορά τον Ιανουάριο του 1922, όταν η Πολυδούρη ήταν 20 χρονών και ο Καρυωτάκης 26. Εκείνη είχε δημοσιεύσει κάποια πρωτόλεια ποιήματα, εκείνος είχε εκδώσει δύο ποιητικές συλλογές, τον «Πόνο των ανθρώπων και των πραμάτων» (1919) και τα «Νηπενθή» (1921), και είχε ήδη κατακτήσει την εκτίμηση ορισμένων κριτικών και ομοτέχνων του.

Το καλοκαίρι του 1922 ο Καρυωτάκης μαθαίνει ότι έχει προσβληθεί από σύφιλη, νόσημα τότε ανίατο και κοινωνικά στιγματισμένο. Το ανακοινώνει πρώτα στην αγαπημένη του και της ζητά να χωρίσουν. Εκείνη, του προτείνει να παντρευτούν χωρίς να κάνουν παιδιά, αλλά ο Καρυωτάκης είναι πολύ περήφανος για να δεχθεί τη θυσία της. Εκείνη πάλι αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά του, νομίζει ότι η αρρώστια του είναι πρόφαση για να την απομακρύνει από κοντά του.

Στη διάρκεια του 1924 μπαίνει στη ζωή της ο δικηγόρος Αριστοτέλης Γεωργίου, άρτι αφιχθείς εκ Παρισίων. Είναι νεαρός, ωραίος και πλούσιος. Θα τον αρραβωνιαστεί στις αρχές του 1925, αν και στην καρδιά της σιγοκαίει ο έρωτάς της για τον Καρυωτάκη.

Παρά την αφοσίωση του αρραβωνιαστικού της, η Μαρία Πολυδούρη δείχνει να μην μπορεί να συγκεντρωθεί σοβαρά σε καμιά δραστηριότητα. Χάνει τη δουλειά της στο Δημόσιο από τις αλλεπάλληλες απουσίες της κι εγκαταλείπει τη Νομική. Φοιτά στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, προλαβαίνει μάλιστα να εμφανισθεί ως ηθοποιός σε μία παράσταση.

Το καλοκαίρι του 1926 διαλύει τον αρραβώνα της και φεύγει στο Παρίσι. Σπουδάζει ραπτική, αλλά δεν κατορθώνει να εργαστεί, επειδή προσβάλλεται από φυματίωση. Επιστρέφει στην Αθήνα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο νοσοκομείο «Σωτηρία», όπου μαθαίνει για την αυτοκτονία του πρώην εραστή της Κώστα Καρυωτάκη. Τον ίδιο χρόνο κυκλοφορεί την πρώτη της ποιητική συλλογή με τίτλο «Οι τρίλλιες που σβήνουν» και το 1929 τη δεύτερη, με τίτλο «Ηχώ στο Χάος». Η φυματίωση τελικά θα την καταβάλει και θα αφήσει την τελευταία της πνοή στην Κλινική Χριστομάνου τα ξημερώματα της 29ης Απριλίου 1930.

Η Μαρία Πολυδούρη ανήκει στη λογοτεχνική γενιά του '20, που καλλιέργησε το αίσθημα του ανικανοποίητου και της παρακμής. Ο έρωτας και ο θάνατος είναι οι δύο άξονες γύρω από τους οποίους περιστρέφεται η ποίησή της. Είναι μεστή από πηγαίο λυρισμό που ξεσπά σε βαθιά θλίψη και κάποτε σε σπαραγμό, με εμφανείς τις επιδράσεις από τον Καρυωτάκη και τα μανιάτικα μοιρολόγια. Οι συναισθηματικές και συγκινησιακές εξάρσεις της Πολυδούρη καλύπτουν κάποιες φορές τις τεχνικές αδυναμίες και της στιχουργικές ευκολίες της ποίησής της. Η Μαρία Πολυδούρη άφησε και δύο πεζά έργα: Το «Ημερολόγιο» της και μια ατιτλοφόρητη νουβέλα, με την οποία ανελέητα σαρκάζει το συντηρητισμό και την υποκρισία της εποχής της.

Τα «Άπαντα» της Μαρίας Πολυδούρη κυκλοφορούν από τις εκδόσεις «Αστάρτη», σε επιμέλεια Τάκη Μενδράκου. Ο συγγραφέας και ποιητής Κωστής Γκιμοσούλης έγραψε μία μυθιστορηματική βιογραφία της Μαρίας Πολυδούρη, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Κέδρος» με τον τίτλο «Βρέχει Φως». Ποιήματά της έχουν μελοποιήσει έλληνες συνθέτες «κλασικοί», «έντεχνοι» και «ροκ». Ενδεικτικά αναφέρουμε τους Μενέλαο Παλλάντιο, Κωστή Κριτσωτάκη, Νίκο Μαμαγκάκη, Γιάννη Σπανό, Νότη Μαυρουδή, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Μιχάλη Κουμπιό, Στέλιο Μποτωνάκη και το συγκρότημα «Πληνθέτες».
ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΑΝΘΟΛΟΓΙΟ
Αφιέρωση
Γιατί μ’ αγάπησες
Είμαι το λουλούδι
Ήρθα μια μέρα
Κοντά σου
Όλα θα σβήσουν
Παρίσι
Σαν πεθάνω
Σωτηρία
Σ’ ένα νέο που αυτοκτόνησε
Σ’ ένα φίλο
Τι νάχης γίνει...
Χαίρε, Ρυθμέ και Ρίμα
Ω, μη με βλέπετε που κλαίω
Ω, τότε, αγαπημένε μου
Ω, χαμηλώστε αυτό το φως!



ΠΗΓΗ: http://www.sansimera.gr/biographies/245#ixzz2xed1TBha







Στέλλα Δούμου - Γραφάκου, Ακεψιμά κι Αειθαλά , Μέλισσες σφουγγαρίζουν τις κοιλάδες



Στέλλα Δούμου
31 Μαρτίου στις 12:36 μ.μ.


[...] Α,είναι η αρμονία που τινάζει χρυσόμυγες κι επικουρούνται οι ποιητές.
Μέσα στη φόδρα τους λάμπουν ευαγγελισμοί.

JEAN COCTΕΑU Η ψεύτρα μτφρ.: Μάριος Πλωρίτης, στο "Ανθολόγιο Θεατρικών Μονολόγων", Θαλασσί εκδόσεις 2010

Ο Ζαν Κοκτώ. Πίνακας του Αμεντέο Μοντιλιάνι
http://commons.wikimedia.org/

''Θα ήθελα να λέω πάντα αλήθεια. Αγαπώ την αλήθεια. Μα εκείνη δεν μ' αγαπά. Αυτή είναι η πραγματική, η αληθινή αλήθεια.
Η αλήθεια δεν μ' αγαπά.
Μόλις την ξεστομίσω, αλλάζει μορφή και γυρίζει εναντίον μου. Μοιάζω να λέω ψέματα και όλοι με στραβοκοιτάζουν.
Κι ωστόσο είμαι απλή, δεν μου αρέσει το ψέμα. Το ψέμα σέρνει πίσω του φοβερές σκοτούρες, και σε παρασέρνει και πιάνεσαι στην παγίδα του και παραπατάς και πέφτεις και όλοι γελάνε και σε κοροϊδεύουν...
Όταν με ρωτάνε κάτι, θέλω να τους απαντήσω αυτό που σκέφτομαι, θέλω να τους απαντήσω την αλήθεια. Η αλήθεια με γαργαλάει...
Όμως δεν ξέρω τι παθαίνω τότε... Με πιάνει αγωνία, πανικός, φόβος να μη φανώ γελοία και... λέω ψέματα. Λέω ψέματα. Και...τετέλεσται. Είναι πολύ αργά πια για να τα πάρω πίσω. Κι έτσι και πατήσεις το ένα σου πόδι μέσα στο ψέμα, χάθηκες. Χώνεσαι μέσα μέχρι το λαιμό. Και δεν είναι διόλου ευχάριστα, σας τ' ορκίζομαι.
Ενώ είναι τόσο εύκολο να λες αλήθεια.
Η αλήθεια είναι η πολυτέλεια των τεμπέληδων. Είσαι σίγουρος ότι δεν θα κάνεις κανένα λάθος μετά, πως δεν θα' χεις μπερδέματα και φασαρίες. Ενώ εγώ... Ο διάβολος το ξέρει τι τραβάω!
Το ψέμα δεν είναι κανένας γκρεμός, να πέσεις μέσα και να ησυχάσεις.
Το ψέμα είναι κύματα θεόρατα, που σε αρπάζουν, σε σηκώνουν, σου κόβουν την ανάσα, σου σταματάνε την καρδιά και σου την τυλίγουν θηλιά γύρω από το λαιμό.
Όταν αγαπώ λέω πως δεν αγαπώ. Κι όταν δεν αγαπώ, λέω πως αγαπώ. Και φαντάζεστε τις συνέπειες. Τόσο που μου 'ρχεται να τινάξω τα μυαλά μου στον αέρα και να ξεμπερδεύω μια και καλή. Του κάκου κανοναρχώ τον εαυτόμου, του κάκου στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη και λέω: Δεν θα ξαναπείς ψέματα,δεν θα ξαναπείς ψέματα, δεν θα ξαναπείς ψέματα! Ξαναλέω. Ξαναλέω, ξαναλέω. Ψέματα... Ψέματα...
Ψέματα για τα μεγάλα, ψέματα και για τα μικρά. Κι αν μου τύχει να πω την αλήθεια, καμιά φορά... κατά τύχη,
τότε αυτή γυρίζει πίσω, στρίβεται, παραμορφώνεται, ζαρώνει και γίνεται ...ψέμα! Οι παραμικρές λεπτομέρειες συνωμοτούν μεταξύ τους και αποδεικνύουν πως είπα ...ψέματα. Κι όχι ότι είμαι δειλή.
Στο σπίτι μου, στην κάμαρή μου, ξέρω πολύ καλά τι θα έπρεπε να απαντήσω.
Αλλά μπροστά στους άλλους, τα χάνω, παραλύομαι και βουβαίνομαι.
Με λένε ψεύτρα κι εγώ τσιμουδιά...
Θα ήθελα να τους φωνάξω: Εσείς λέτε ψέματα! Μα δε βρίσκω τη δύναμη.. Τους αφήνω να με βρίζουν και αφρίζω από λύσσα. Κι αυτή η λύσσα πληθαίνει μέσα μου και με γεμίζει μίσος. Δεν είμαι κακιά. Μπορώ μάλιστα να πω ότι είμαι καλή. Φτάνει όμως να με πουν ψεύτρα και με πνίγει το μίσος. Κι έχουν δίκιο...Το ξέρω ότι έχουν δίκιο, πως μου αξίζουν οι βρισιές... Αλλά να...δεν ήθελα να πω ψέματα, και δεν αντέχω να μην καταλαβαίνουν ότι λέω ψέματα άθελά μου και ότι με σπρώχνει ο Σατανάς...
Ω, θ' αλλάξω.
Άλλαξα κιόλας. Δεν θα ξαναπώ ψέματα. Θα βρω ένα σύστημα να μη λέω πια ψέματα, να μη ζω μέσα σ' αυτό το χάος της ψευτιάς.
Θα γιατρευτώ. Θα βγω από κει μέσα.
Κι άλλωστε, να η απόδειξη...
Εδώ, μπροστά σας, δημοσία... ομολογώ τα και ξεσκεπάζω μπροστά στα μάτια σας το βίτσιο μου. Και μη φανταστείτε ότι η ειλικρίνειά μου είναι το αποκορύφωμα του βίτσιου μου, κάθε άλλο. Ντρέπομαι γι'αυτό. Μισώ τα ψέματά μου και θα έφτανα ως την άκρη του κόσμου να μην αναγκαστώ να κάνω αυτήν την εξομολόγηση...Κι εσείς; Λέτε την αλήθεια;
Για σταθείτε, εγώ καθίζω τον εαυτό μου στο εδώλιο του κατηγορουμένου και δεν αναρωτήθηκα αν το δικαστήριο είναι άξιο να με κρίνει, να με αθωώσει ή να με καταδικάσει...
Δεν μπορεί, κι εσείς θα λέτε ψέματα. Θα λέτε ψέματα όλοι, αδιάκοπα και θα σας αρέσει να λέτε ψέματα και να νομίζετε ότι δε λέτε, γιατί εσείς θα λέτε ψέματα στον ίδιο σας τον εαυτό! Εγώ δεν λέω ψέματα στον εαυτό μου. Εγώ έχω την ειλικρίνεια να ομολογώ μέσα μου πως λέω ψέματα. Πως είμαι ψεύτρα. Ενώ εσείς είστε δειλοί!
Μ' ακούγατε πριν και λέγατε μέσα σας: «Την κακομοίρα!» και κρύβατε τις ψευτιές σας πίσω από τη δική μου ειλικρίνεια.
Α, εδώ σας έχω!
Ξέρετε κυρίες και κύριοι γιατί σας είπα πριν ότι λέω ψέματα; Δεν είναι αλήθεια! Το είπα μόνο και μόνο για να σας παρασύρω σε μια παγίδα και για να καταλάβω. Εγώ δεν λέω ψέματα. Δεν λέω ψέματα ποτέ!
Μισώ το ψέμα και το ψέμα με μισεί.
Είπα ψέματα ...μόνο και μόνο για να σας πω ...ότι λέω ψέματα...
Εγώ δεν λέω ψέματα ποτέ. Ακούτε; Ποτέ!
Κι αν μου τύχει καμιά φορά να πω κανένα ψέμα, το λέω για να μην πονέσω κάποιον, για να προλάβω μια συμφορά.
Τα ...''κατά συνθήκην ψεύδη'' που λένε. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, που λένε...
Τι; Πως είπατε; Α, γιατί θα ήταν παράξενο να με κατηγορήσει κανείς
γι' αυτού του είδους τα ψέματα.
Και θα μου φαινόταν πολύ αστείο... αν με κατηγορούσατε εσείς...
Εσείς που λέτε ψέματα, εμένα που δεν λέω ψέματα ποτέ!"


Από το ομότιτλο έργο, JEAN COCTΕΑU Η ψεύτρα μτφρ.: Μάριος Πλωρίτης, στο "Ανθολόγιο Θεατρικών Μονολόγων", Θαλασσί εκδόσεις 2010


Η Έλη Λαμπέτη παρουσίασε τη ψεύτρα του JEAN COCTΕΑU, στην παράσταση του 1971 που είχε τίτλο:
Πέντε Θεατρικές μορφές:Ζαν Κοκτώ-Η ψεύτρα, Αυγούστου Στρίντμπεργκ-Η πιο δυνατή, Ζαν Κοκτώ- Την έχασα, Κάθρην Μάνσφηλντ, Ζαν Κοκτώ-Η ανθρώπινη φωνή Θίασος Λαμπέτη . Ανέβηκε από τον Θίασο Έλλης Λαμπέτη.
Και  το 1978 στο Έξι μονόπρακτα: Μπέρτολτ Μπρεχτ-Η εβραία (από το «Τρόμος και Αθλιότητα στο Γ’ Ράιχ), Αυγούστου Στρίντμπεργκ-Η Πιο Δυνατή, Τσέχοφ-Αρού Όλυα («Μια Ψυχούλα»), Ζαν Κοκτώ-Η ανθρώπινη φωνή, Η ψεύτρα, Ο Πιερότος(«Την έχασα») Θίασος Λαμπέτη)

Η Λαμπέτη ερμήνευσε με κέφι την Ψεύτρα αυτό το φίνο και διασκεδαστικό λεκτικό παιχνίδι για την αλήθεια και το ψέμμα, ενώ βαφόταν, επί σκηνής, για τον επόμενο, τελικό μονόλογο, όπου εμφανιζόταν ντυμένη Πιερότος. 
Η Ψεύτρα και το Την έχασα γράφτηκαν από τον Κοκτώ για το ραδιόφωνο και παίχτηκαν για πρώτη φορά απ τον Ζαν Μαραί.
Ζαν Κοκτώ

Ο Ζαν Κοκτώ (γαλλ. Jean Cocteau) ήταν Γάλλος ποιητής, μυθιστοριογράφος, θεατρικός συγγραφέας και ζωγράφος δραματουργός, σχεδιαστής, σκηνοθέτης-ακόμα και μάνατζερ πυγμαχίας..


Ο Ζαν Κοκτώ το 1923


Βιογραφία

Γεννήθηκε στο Μαιζόν-Λαφίτ, κοντά στο Παρίσι, το 1889 και πέθανε στο Μιζύ-λα-Φορέ, κοντά στο Παρίσι, το 1963 σε ηλικία 74 ετών  λίγες ώρες αφού έμαθε τον θάνατο της φίλης του Ιdith Piaf. Επιτύμβιό του: Παραμένω ανάμεσά σας. 
Σύνδεσμος: http://www.jeancocteau.net/.

 Ήταν γιος εύπορου Παριζιάνου συμβολαιογράφου και μορφώθηκε στο Λύκειο Κοντορσέ.

Επιδεικνύοντας ταλέντο στην ποίηση, το μυθιστόρημα και το θέατρο, στη ζωγραφική, στο σενάριο και τη μουσική κίνηση της χώρας του, ο Κοκτώ δημοσίευσε την πρώτη συλλογή ποιημάτων του "Το λυχνάρι του Αλαντίν" (La Lampe d' Aladin) το 1909, σε ηλικία μόλις 18 χρόνων. Στις ποιητικές συλλογές του που ακολούθησαν, "Ο άστατος πρίγκηπας" (1910), "Ο χορός του Σοφοκλέους" (1912) και το "Ακρωτήρι της Καλής Ελπίδας" (1919), διακρίνεται από μια αβρότητα και χάρη στο ύφος κι ένα πλούτο φαντασίας. Το ίδιο παρατηρείται και στα μυθιστορήματά του, όπως για παράδειγμα στο "Θωμά τον απατεώνα" (Thomas l' imposteur, 1923)[1], 1982 και στα "Τρομερά παιδιά" (Les Enfants terribles, 1929)[2]. Όλο το έργο του, ακόμα και τα φιλοσοφικά και κριτικά του δοκίμια, διαπνέεται από ένα αίσθημα παιδικής αφέλειας μαζί με μια αγωνία αναζήτησης.

Στο θέατρο άρχισε την καριέρα του το 1923 με τους "Νεόνυμφους του Πύργου του Άιφελ" (Les Mariés de la Tour Eiffel), με μια τάση φυγής από το στυλ του ρεαλισμού που επικρατούσε και ανάπτυξης της αξίας του αυτοσκοπού στη θεατρική τέχνη. Στη συνέχεια με τον "Ρωμαίο και Ιουλιέτα" (1924), τον "Ορφέα" (1927), την "Αντιγόνη" (λιμπρέτοστην όπερα του Χόνεγκερ) και τον "Οιδίποδα τύραννο" (λιμπρέτο στην όπερα - ορατόριο του Ιγκόρ Στραβίνσκι) το 1928, την "Ανθρώπινη φωνή" (1930)[3], την "Ολέθρια μηχανή" (La Machine infernale, 1934), τους "Ιππότες της στρογγυλής τραπέζης" (Les Chevaliers de la Table ronde, 1937), τους "Τρομερούς γονείς" (Les Parents terribles, 1939), τη "Γραφομηχανή" (La Machine à écrire, 1941) και το "Δικέφαλο αετό" (L'Aigle à deux têtes, 1946), κηρύσσεται υπέρ των νεωτεριστικών ιδεών, συνεργάζεται με Γάλλους της πρωτοπορίας κι εμφανίζεται διαδοχικά ωςφουτουριστής, σουρεαλιστής, κυβιστής ή ντανταϊστής.

Επηρεασμένος από το σουρεαλιστικό κίνημα και τους πρωτοπόρους της αφηρημένης τέχνης στη ζωγραφική και τη γλυπτική, ο Κοκτώ πειραματίζεται και μεταφέρει τις τάσεις αυτές της εποχής του και στο θέατρο, όπως στην "Παρέλαση" (Parade, 1917) σε σκηνικά Πικάσο και μουσική του Ερίκ Σατί (Satie) και "Το Βόδι πάνω στη Στέγη" (Le Boeuf sur le Toit, 1920) σε σκηνικά Ντυφύ και μουσική του Νταριούς Μιλώ (Milhaud).

Από τους συγγραφείς που είχαν επιρροή στο έργο του είναι ο Εντμόν Ροστάν, ο Ραϊμόν Ραντιγκέ, ο Κατύλ Μαντές, η Κόμισσα ντε Νοάιγ, μα πιο πολύ ο Αντρέ Ζιντ. Ο Κοκτώ όμως δεν περιορίστηκε στη συγγραφή των έργων του. Έλαβε κι ο ίδιος ενεργό μέρος ως ηθοποιός, παραγωγός, σκηνογράφος. Έγραψε για χορόδραμα, μιούζικαλ, τσίρκο, κινηματογραφικές ταινίες (όπως π.χ. η σουρεαλιστική ταινία "Η ωραία και το κτήνος", 1946). Συνεργάστηκε με ονόματα όπως ο Φρανσουά Κοπώ, ο Άρθουρ Χόνεγκερ, συνθέτης του μουσικού δράματος "Βασιλιάς Δαβίδ", ο Πικάσο και ο Μοντιλιάνι, ο Σερζ Ντιαγκιλέφ, ο μεγάλος Ρώσος χορογράφος και σκηνοθέτης, ιδρυτής των περίφημων "Ρωσικών μπαλέτων" κ.ά.

Πηγές :

Θάνος Ανεστόπουλος, ΚΑΘΕ ΤΙ

ΚΑΘΕ ΤΙ

Κάθε ήχος
κάθε σάλεμα
κάθε βοή
κάθε θρόισμα
κάθε ανάσα
κάθε ρόμβος
κάθε άφατη ώρα
κάθε ρωγμή στη γη
κάθε βόγκηγμα
κάθε ψέλλισμα
κάθε ψίθυρος
κάθε στέγη ειρήνης
κάθε ορίζοντας
κάθε χυμός καρπού
κάθε ρίζα
κάθε αγκάλιασμα
κάθε δρασκελιά αίματος
κάθε ανάδυση
κάθε κατάδυση
κάθε θρυματισμένο γυαλί
κάθε κάμαρα
κάθε τιτίβισμα
κάθε λουλούδι
κάθε νέφος
κάθε κοινή πτυχή
κάθε απουσία
κάθε κερί
κάθε σάρκα καθαρή
κάθε δύση
κάθε ανατολή
κάθε φωτεινό λειβάδι
κάθε μάγουλο σαν μήλο
κάθε τι
απ'τα καθ'ημών
εσένα
εσένα ορίζει καθημερνά
εσένα το
κάθε τι
ορίζει

Κάθε τι
κάθε έρημος
κάθε οργή
κάθε αδύνατο
κάθε αγώνας
κάθε κρότος
κάθε μαστίγιο
κάθε ζάλη
κάθε πορεία
κάθε αχτίνα
κάθε μέθη
κάθε φυγή
κάθε σχήμα
κάθε φωνή
κάθε πέτρα
κάθε σπίθα
κάθε σιωπή
κάθε πόνος
κάθε χιόνι
κάθε κόκκαλο
κάθε δίχτυ
κάθε φιλί
κάθε τι
εσένα
εσέ
θυμίζει

Κάθε μπλε
κάθε κίτρινο
κάθε λευκό
κάθε χάρτινο
κάθε ασήμι
κάθε κρίνος
κάθε στήθος
κάθε όπερα
κάθε σπίτι
κάθε εσπέρα
κάθε σοφία
κάθε ύφασμα
κάθε άβυσσος
κάθε φραχτης
κάθε κορμί
κάθε γλώσσα
κάθε αμαρτία
κάθε φωτιά
κάθε φως
κάθε σύμπαν
κάθε άπειρο
κάθε πάντα
κάθε αιώνιο
κάθε ον
κάθε όλον
κάθε τι

Θάνος Ανεστόπουλος
https://www.facebook.com/thanosanestopoulosofficial/info

Νίκος ΠαρασΓιάννης, Απρίλης


Νικος ΠαρασΓιαννης
1 Απριλίου

Απρίλης, χιλιοτραγουδισμένος και γενέθλιος μήνας. Πενήντα επτά φόρες τον είδα ν' ανοίγει την πόρτα και να εισβάλει στη ζωή μου.
Έρχονταν ορμητικός, φωνακλάς, φασαριατζής, ανακατωσιάρης, περιπετειώδης.
Άλλοτε πάλι έρχονταν, ευγενικός, συγκαταβατικός, με τάξη και ηρεμία. Στο τέλος όμως τα έπλεκε όλα και τα μετέτρεπε σ' ένα όμορφο και παράξενο ρομαντικό έρωτα. Γιατί, μην ξεχνάτε πως ο ρομαντισμός και ο έρωτας, δεν δαμάζονται. Είναι σαν την επανάσταση που αν ξεκινήσει δεν σταματά ποτέ, παρά μόνο, αν ρουφήξει όλους τους χυμούς της ηδονής.
Καλόν Απρίλη λοιπόν, με υγεία και αισιοδοξία.