Τετάρτη 2 Απριλίου 2014

Τενεσί Ουίλιαµς Λεωφορείο ο Πόθος

http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%91%CF%81%CF%87%CE%B5%CE%AF%CE%BF:A-Streetcar-Named-Desire-Poster.jpg.jpg


Το Λεωφορείον ο Πόθος (τίτλος πρωτοτύπου A streetcar named Desire) είναι ταινία του σκηνοθέτη Ηλία Καζάν γυρισμένη το 1951. Βασίζεται στο ομώνυμο δράμα του Τένεσι Ουίλιαμς. Η ταινία έλαβε δώδεκα υποψηφιότητες και βραβεύτηκε με τέσσερα βραβεία όσκαρ.

Το 1997 το Λεωφορείον ο Πόθος έλαβε την 45η θέση ως μια από τις καλύτερες ταινίες όλων των εποχών από το Αμερικανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου


Υπόθεση

Η Μπλάνς (Βίβιαν Λι), μια καθηγήτρια από τις Νότιες Πολιτείες, επισκέπτεται μετά τον πλειστηριασμό της οικογενειακής περιουσίας της την αδελφή της Στέλλα (Κιμ Χάντερ), που ζει με τον άντρα της Στάνλεϋ Κοβάλσκυ (Μάρλον Μπράντο) στη Νέα Ορλεάνη. Ο Κοβάλσκυ, που ως Πολωνός μετανάστης και εργάτης αντιμετωπίζεται υποτιμητικά από την Μπλανς, καθηλώνει την Στέλλα με τον οξύθυμο και επιβλητικό χαρακτήρα του σε μία σχέση που κυριαρχείται από το ωμό πάθος. Η υπερευαίσθητη και κάπως υπερβολική Μπλανς, τονίζοντας την ευγενή καταγωγή και την καλή ανατροφή της, μπαίνει στο στόχαστρό του και ενδόμυχα γεννιέται ένας κρυφός πόθος. Όσο περνά ο καιρός, αποκαλύπτονται μυστικά του παρελθόντος της Μπλανς και λόγω της συγκατοίκησης δημιουργούνται εντάσεις και πολλαπλά ξεσπάσματα που αφαιρούν ένα ένα τα πέπλα από τους πολύπλοκους χαρακτήρες των ηρώων. Εν τέλει το όριο μεταξύ λογικής και παράνοιας γίνεται όλο και περισσότερο θολό, με αποτέλεσμα το ολέθριο τέλος.


Λεωφορείο ο Πόθος ή η ηγεµονία των πιθήκων

Όταν το Λεωφορείο ο Πόθος είδε για πρώτη φορά το φως της σκηνής στο Έθελ Μπάριµορ Θήατερ της Νέας Υόρκης στις 3 ∆εκεµβρίου του 1947, ο Τενεσί Ουίλιαµς ήταν ήδη γνωστός στο ευρύ κοινό µε το έργο του Γυάλινος κόσµος, που είχε µόλις συµπληρώσει 561 παραστάσεις στο Πλέιχαουζ Θήατερ της Νέας Υόρκης, ακριβώς 16 µήνες νωρίτερα. […] Το Λεωφορείο ο Πόθος, όχι µόνο εκπλήρωσε τις προσδοκίες που είχε δηµιουργήσει ο Γυάλινος κόσµος, αλλά έστειλε τον συγγραφέα του στην κορυφή της αµερικανικής δραµατουργίας. Το Λεωφορείο έκανε 855 παραστάσεις και έγινε το πρώτο έργο που κέρδισε και τα τρία κορυφαία βραβεία, το Πούλιτζερ, το Βραβείο Κριτικών της Νέας Υόρκης και το Ντόναλντσον. […]

Το Λεωφορείο ο Πόθος θεωρείται ότι συµπυκνώνει τα βασικά χαρακτηριστικά της δραµατουργίας του Ουίλιαµς, της λεκτικής και οπτικής του γλώσσας και των θεµατικών του µοτίβων. Στα χαρακτηριστικά αυτά περιλαµβάνονται η δοµή και εξέλιξη της πλοκής, ο λυρισµός των διαλόγων και η ατµόσφαιρα που διανθίζεται από το κωµικό στοιχείο, ο ψυχολογικός ρεαλισµός στην απεικόνιση των ηρώων που έρχεται σε αντίθεση µε τον ρεαλισµό του σκηνικού χώρου, η φορτισµένη µε µνήµες χρήση αντικειµένων, ήχων, χειρονοµιών και λεκτικών µοτίβων και η εστίαση σε χαρακτήρες που είναι ψυχολογικά τραυµατισµένοι ή µε κάποιο τρόπο περιθωριοποιηµένοι από τη σύγχρονη κοινωνία: ήρωες που ψάχνουν τη χαµένη αγνότητα, που αναζητούν τη φυγή από το πέρασµα του χρόνου ή ένα καταφύγιο, εκδιωγµένοι καθώς είναι από µια κοινωνία που δεν τους καταλαβαίνει. 

Ήρωες που ψάχνουν την απλή ανθρώπινη επαφή. […]

Tο Λεωφορείο ο Πόθος σόκαρε το κοινό της εποχής του, καθώς, όπως σηµειώνει ο C.W.E. Bigsby «µετά τα έργα του Ο’ Νηλ, είναι το πρώτο αµερικάνικο έργο που θέτει τη σεξουαλικότητα στο κέντρο όλων των χαρακτήρων, µια σεξουαλικότητα που µπορεί να είναι λυτρωτική ή καταστροφική». Μπορεί επίσης να «χρεώσει» κανείς στο έργο µια ανανέωση στους κανόνες της θεατρικής σύµβασης µε τη συµβολική χρήση του χώρου, καθώς το εσωτερικό του σπιτιού συνυπάρχει στον σκηνικό χώρο µε την αρένα του δρόµου. […] Η ταυτόχρονη παράθεση του εσωτερικού και εξωτερικού χώρου στο σκηνικό υπογραµµίζει τη ρευστότητα των ορίων ανάµεσα στην αντικειµενική και την υποκειµενική πραγµατικότητα· µια ρευστότητα που αντανακλάται στη µατιά της Μπλανς. Ένα επιπλέον µεγάλο επίτευγµα του συγγραφέα στο Λεωφορείο ο Πόθος είναι η εύστοχη ενσωµάτωση πολλών επιπέδων πραγµατικότητας σε ένα κατά βάση ρεαλιστικό έργο. […] Η πρώτη ένδειξη για την αριστοτεχνική γραφή του έργου φαίνεται στον τίτλο του: Λεωφορείο ο Πόθος. Ο ίδιος ο τίτλος καταδεικνύει τη σηµασία της θεατρικής µεταφοράς. H χρήση των λέξεων «Λεωφορείο», που χαρακτηρίζεται από µια πεζότητα και «Πόθος» που φέρει την αφηρηµένη έννοια της προσδοκίας µας προϊδεάζει για τις θεµατικές, συµβολικές και οπτικές αντιθέσεις του έργου. Επιπλέον, ο τίτλος τοποθετεί τη δράση σε ένα συγκεκριµένο µέρος, τη Γαλλική Συνοικία της Νέας Ορλεάνης, όπου υπήρχαν στην πραγµατικότητα λεωφορεία µε ονόµατα όπως «Πόθος» και «Νεκροταφεία» και υποδηλώνει τη µετακίνηση από ένα µέρος σε ένα άλλο (άλλωστε η δράση του έργου θα µπορούσε να συνοψιστεί ως η συναισθηµατική διαδροµή της Μπλανς από τον πόθο στην τρέλα). […]

Ο Ουίλιαµς στοχεύει σε µια ισορροπία ανάµεσα στους δύο κεντρικούς ήρωες, τη Μπλανς και τον Στάνλεϊ, καθώς και οι δύο είναι σύνθετοι χαρακτήρες, των οποίων τα θέλω και οι συµπεριφορές πρέπει να ερµηνευθούν µε βάση αυτό που διακυβεύεται γι’ αυτούς κάθε φορά. Η δράση εξελίσσεται µέσα από τις συγκρούσεις των δύο αυτών ηρώων µέχρι την τελική αναµέτρηση, στην οποία ένας κερδίζει και ένας χάνει. Ωστόσο, η τελευταία σκηνή υποδηλώνει ότι ο φαινοµενικός νικητής, ο Στάνλεϊ, είναι στην ουσία κι αυτός χαµένος: οι δύο πιο σηµαντικές σχέσεις της ζωής του, η σχέση του µε τη γυναίκα του Στέλλα και τον καλύτερό του φίλο Μιτς, δεν θα είναι ποτέ πια ίδιες. Οι χαρακτήρες του Ουίλιαµς, αν και συχνά στενόµυαλοι, δεν ενεργούν µε βάση την κακία· αντίθετα, είναι θύµατα της περιορισµένης τους αντίληψης για τη ζωή. […]

Η επιρροή του Άντον Τσέχoφ, του αγαπηµένου συγγραφέα του Ουίλιαµς είναι εµφανής στην απεικόνιση των χαρακτήρων στα έργα του τελευταίου: πίσω από τις επιφανειακές παρανοήσεις των ηρώων κρύβεται ο εσωτερικός αναβρασµός της ψυχής τους, που θέτει τελικά τη ζωή τους εκτός ελέγχου. Πολλοί µελετητές έχουν υποδείξει οµοιότητες ανάµεσα στο Λεωφορείο ο Πόθος και τον Βυσσινόκηπο (1903), καθώς και στα δύο έργα η παλιά παρηκµασµένη αριστοκρατία «ποδοπατείται» από την ενέργεια και τη δύναµη µιας κατώτερης ανερχόµενης τάξης. Και τα δύο έργα ξεκινούν µε µία άφιξη και κλείνουν µε µία αναχώρηση. Η πτώση της Μπλανς, που επιταχύνεται εν µέρει από την απελπισµένη της φυγή από έναν πραγµατικό κόσµο σε έναν φανταστικό κόσµο-καταφύγιο έχει πολλές οµοιότητες µε εκείνη της Νίνας στον Γλάρο (1896) του Τσέχοφ. Η ατάκα της Γιούνις στην τελευταία σκηνή του Λεωφορείου «Η ζωή συνεχίζεται. Ό,τι κι αν µας συµβαίνει, πρέπει να προχωράµε µπροστά.» θυµίζει το φινάλε του Θείου Βάνια (1899) και των Τριών αδελφών (1901). Ένα ακόµη σηµαντικό «τσεχοφικό» χαρακτηριστικό στη δραµατουργία του Ουίλιαµς, κυρίαρχο και στο Λεωφορείο ο Πόθος, είναι η χρήση της µουσικής (η πηγή της οποίας συχνά βρίσκεται εκτός σκηνής) και των ήχων, µε στόχο την κορύφωση της δραµατικής έντασης ή το σχολιασµό της δράσης. […]

Η επιθυµία της Μπλανς για µαγεία, η οποία βρίσκεται διαρκώς σε αντίθεση µε το σκληρό ρεαλισµό της πραγµατικότητας αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό θεµατικό µοτίβο του Λεωφορείου ο Πόθος. Είναι σηµαντικό ότι ο Μιτς βάζει το αµπαζούρ και ο Μιτς το ξαναβγάζει, οριοθετώντας έτσι χρονικά το διάστηµα κατά το οποίο έβλεπε τη Μπλανς όπως εκείνη ήθελε να τη βλέπει, µέσα από ένα πρίσµα µαγείας που εκείνη είχε δηµιουργήσει. […]

Αν και η Μπλανς θεωρεί τον σύζυγο της Στέλλας ένα κτηνώδες πλάσµα µε ζωώδη ένστικτα, την ίδια στιγµή ενστικτωδώς αναζητά έναν άντρα για να ακουµπήσει πάνω του. Υπάρχει µια λεπτή ειρωνεία για την υιοθέτηση από την πλευρά της Μπλανς, του τρόπου σκέψης των γυναικών του Νότου, που χαρακτηρίζεται από µια συναισθηµατική εξάρτηση από ένα πατριαρχικό µοντέλο ανδρικής προστασίας σε µια απροστάτευτη γυναίκα. […] Η Στέλλα, από την άλλη πλευρά, µπορεί να είναι παγιδευµένη σε έναν γάµο που την υποχρεώνει να καθαρίζει τα αποφάγια του συζύγου της, ωστόσο ήταν επιλογή της και είναι επιλογή της να παραµένει σε αυτόν. […]

Όσον αφορά την έλξη που ασκούν στην Μπλανς τα νεαρά αγόρια, η Roxana Stuart [ηθοποιός που έπαιξε το ρόλο της Μπλανς δύο φορές] σηµειώνει: «Μου φαινόταν προφανές ότι η Μπλανς έλκεται από τα νεαρά αγόρια, ακριβώς επειδή η αθωότητα και η αγνότητά τους λειτουργούν εξαγνιστικά και για εκείνη. Επιπλέον, πίστευα ότι έτσι η Μπλανς διατηρούσε ζωντανό στη µνήµη της τον Άλαν, τον νεαρό σύζυγό της που αυτοκτόνησε. Όταν το ανέφερα αυτό στον κύριο Ουίλιαµς, µου είπε: «Όχι. Μέσα στο µυαλό της, η ίδια έχει γίνει ο Άλαν. Και κάνει πράξη τον τρόπο που φαντάζεται ότι ο Άλαν θα προσέγγιζε ένα νεαρό αγόρι.» […]

Στη 10η σκηνή [σκηνή του βιασµού], η πραγµατικότητα παραµορφώνεται µέσα από την υποκειµενική µατιά της Μπλανς. Απειλητικές αντανακλάσεις και αλλόκοτες σκιές εµφανίζονται στους τοίχους, ενώ «η νύχτα γεµίζει απάνθρωπες φωνές, σαν κραυγές µέσα στη ζούγκλα». […] Για την Mary A. Corrigan, η σκηνή του βιασµού απεικονίζει την απόλυτη ήττα µιας γυναίκας, που η ύπαρξή της εξαρτάται από τις διαρκείς αυταπάτες της για την ίδια και για τον κόσµο. Ενώ για τους περισσότερους κριτικούς, η Μπλανς και ο Στάνλεϊ συµβολίζουν την αντίθεση ανάµεσα στο πνεύµα και τη σάρκα, η Corrigan επιπλέον βλέπει τη σύγκρουση των δύο ως εξωτερίκευση της εσωτερικής σύγκρουσης της Μπλανς ανάµεσα στην πραγµατικότητα και την ψευδαίσθηση. […]

Ο Στάνλεϊ σκίζει το χάρτινο αµπαζούρ και απογυµνώνει τη λάµπα· η Μπλανς «βγάζει µια κραυγή πόνου, σαν να ήταν η ίδια που δέχτηκε το χτύπηµα». Σε επίπεδο συµβολισµού, η κραυγή αυτή σηµατοδοτεί ενδεχοµένως την οριστική φυγή της από την πραγµατικότητα και την προσχώρησή της στον κόσµο της ψευδαίσθησης. […] Από το σκίσιµο του χάρτινου αµπαζούρ και µετά, παύει οριστικά να µιλά, µέχρι τη στιγµή που αποφασίζει να αποδεχτεί τον γιατρό ως σωτήρα της. […]

Αν και οι περισσότεροι θεωρητικοί δέχονται ότι στο τέλος η Μπλανς τρελαίνεται, µπορεί κανείς να «διαβάσει» τη δράση και διαφορετικά. Όπως τα όρια ανάµεσα στην ψευδαίσθηση και την πραγµατικότητα διαφοροποιούνται συνέχεια για την Μπλανς, έτσι και η διαχωριστική γραµµή ανάµεσα στην πνευµατική υγεία και την τρέλα είναι πολύ λεπτή. Με το δεδοµένο ότι η Μπλανς είναι πρωταγωνίστρια στο έργο, δραµατολογικά η κρίση της δεν µπορεί να τοποθετηθεί στη σκηνή της οριστικής ρήξης µε τον Μιτς, (γιατί έτσι παρουσιάζεται στις επόµενες δύο ως το άβουλο πλάσµα που άγεται και φέρεται από τους υπολοίπους), αλλά στην τελευταία σκηνή, όπου σαν ενεργητικός διαχειριστής της µοίρας της βρίσκει τρόπο να σώσει την αξιοπρέπειά της και παρ’ όλα όσα συνέβησαν να αποχωρήσει ως η κυρία που πάντα ήθελε να είναι. Αντιλαµβάνεται εξαρχής ότι ο γιατρός είναι ένας κύριος που µπορεί να φερθεί σωστά σε µια κυρία. Έτσι, τον βλέπει ως προστάτη, πάνω στον οποίο αναγκάζεται λόγω των περιστάσεων να ακουµπήσει. Σε όλη τη διάρκεια του έργου, οι άλλοι ακουµπούσαν τα χέρια τους πάνω της και πάνω στα πράγµατά της. […] Όταν όµως ο γιατρός της χαµογελά και την αντιµετωπίζει σαν άνθρωπο µε προσωπικότητα, τότε εκείνη του προτάσσει τα χέρια της. Τον πιάνει από το µπράτσο και αποχωρεί λέγοντας «Όποιος κι αν είστε… Εγώ πάντοτε στηρίχτηκα στην καλοσύνη των ξένων!». […]

Η τελευταία ατάκα του έργου «Τελευταία παρτίδα», σε συνδυασµό µε τη µουσική και την οικογενειακή εικόνα των Κοβάλσκι µοιάζει να σηµατοδοτεί τη συνέχεια της ζωής, όπως θα την επέλεγε ο Στάνλεϊ. Ωστόσο, τώρα πια η Στέλλα θα αναγκαστεί να ζει µε αυταπάτες, όπως έκανε η Μπλανς. Ξέρουµε πια ότι τόσο η Στέλλα όσο και ο Μιτς έχουν αλλάξει καθοριστικά µετά την επίσκεψη της Μπλανς. Και ίσως βαθιά µέσα τους να βρούνε τη δύναµη να αντισταθούν στην ηγεµονία των πιθήκων. 

Felicia Hardison Londré, “A streetcar running fifty years”, στο Τhe Cambridge Companion to Tennessee Williams, ed. by M.C. Roudane, Cambridge University Press, 1997, σελ. 45-63. 

Mετάφραση: Σοφία Ευτυχιάδου.

Ο Τενεσί Ουίλιαµς για το Λεωφορείο ο Πόθος 

Πιστεύω ότι το µεγαλύτερο προτέρηµα του έργου είναι η αυθεντικότητά του, η πιστότητά του στη ζωή. ∆εν υπάρχουν «καλοί» ή «κακοί» άνθρωποι. Ορισµένοι είναι λίγο καλύτεροι ή λίγο χειρότεροι, ωστόσο όλοι ενεργούν περισσότερο µε βάση την παρανόηση παρά την κακία. Από τυφλότητα σε ό,τι συµβαίνει στην καρδιά του άλλου. Ο Στάνλεϊ δεν βλέπει την Μπλανς σαν ένα απελπισµένο πλάσµα, αλλά σαν µια υπολογίστρια σκύλα. […] Κανείς δεν «βλέπει» κανέναν πραγµατικά, ο κάθε ήρωας βλέπει τον άλλον µόνο µέσα από τις ρωγµές του εγωισµού του. Είναι επόµενο ένα έργο σαν αυτό να έχει ως βασικό θέµα εκείνο της κατανόησης, της ανθρώπινης επικοινωνίας. Πρόκειται για µια τραγωδία µε τον κλασικό στόχο να φέρει µια κάθαρση, προκαλώντας το έλεος και τον φόβο του θεατή. Για να επιτευχθεί κάτι τέτοιο η Μπλανς πρέπει 
να κερδίσει στο τέλος την κατανόηση και τη συµπόνια του κοινού. Κι αυτό πρέπει να γίνει χωρίς να µετατραπεί σε τέρας ο Στάνλεϊ. Η παρανόηση κι όχι ο Στάνλεϊ οδηγεί την Μπλανς στην καταστροφή. Στο τέλος ο θεατής πρέπει να πει: «αν γνώριζαν ο ένας για τον άλλον…» 

Απόσπασµα από γράµµα που έγραψε ο Τ. Ουίλιαµς στον Ε. Καζάν το 1947, στο Brenda Murphy, Tennessee 

Williams and Elia Kazan, Cambridge University Press, 1992, σελ. 24. Μετάφραση: Σοφία Ευτυχιάδου. 

Η διαδικασία µε την οποία γεννιέται µια ιδέα για ένα έργο ήταν πάντα κάτι το οποίο δεν µπορούσα να προσδιορίσω. Το κάθε έργο µου φαίνεται να παίρνει σάρκα και οστά ξαφνικά, σαν οπτασία που γίνεται ολοένα και πιο καθαρή. Στην αρχή είναι πολύ θολή, όπως στην περίπτωση του Λεωφορείου που ήρθε µετά τον Γυάλινο κόσµο. Είχα την εικόνα µιας γυναίκας στην ώριµη νεότητά της. Καθόταν σε µια καρέκλα µόνη, δίπλα σε ένα παράθυρο µε το σεληνόφως να πέφτει πάνω στο θλιµµένο πρόσωπό της, καθώς µόλις την είχε εγκαταλείψει ο άντρας που επρόκειτο να παντρευτεί. 

Νοµίζω πως πρέπει να σκεφτόµουν την αδελφή µου που ήταν τρελά ερωτευµένη µε ένα αγόρι από τη ∆ιεθνή Εταιρεία Παπουτσιών το οποίο τη φλέρταρε. Ήταν εξαιρετικά γοητευτικός άντρας και εκείνη βαθιά ερωτευµένη µαζί του. Κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο σχεδόν λιποθυµούσε! 

Είχε στο µυαλό της ότι θα ήταν εκείνος και θα της ζητούσε να βγουν ραντεβού. Βλέπονταν µέρα παρά µέρα και κάποια στιγµή ξαφνικά εκείνος δεν ξανατηλεφώνησε. Ήταν τότε που ξεκίνησε η πνευµατική κατάρρευση της Ρόουζ. Από αυτήν την εικόνα αναδύθηκε το Λεωφορείο. Στην αρχή, του είχα δώσει τον τίτλο Blanche’s Chair in the Moon (Η καρέκλα της Μπλανς στο φεγγάρι), που ήταν πραγµατικά πολύ κακός τίτλος... 

Απόσπασµα από συνέντευξη του Τ. Ουίλιαµς στο Conversations with Tennessee Williams, ed. by Albert 

Devlin, University Press of Mississippi, 3η

έκδοση, 1997, σελ. 331-332. Μετάφραση: Σοφία Ευτυχιάδου.


Νοµίζω ότι ο άνθρωπος πάντα βρίσκει την καλοσύνη. Ακόµη και σε άσυλα µπορεί κανείς να βρει καλοσύνη, αν κάποιος είναι πρόθυµος να δώσει…∆εν έχω ιδέα τί συµβαίνει στην Μπλανς µετά το τέλος του έργου. Αναµφισβήτητα είναι καταρρακωµένη. Και το νόηµα του έργου είναι ότι αυτή η γυναίκα που θα µπορούσε να είναι ένας ανώτερος άνθρωπος «σπάει» από την κοινωνία, την υποκρισία και την ψευτιά της. ό.π., σελ. 80.

∆ούλευα το Λεωφορείο ο πόθος περισσότερα από τρία χρόνια. […] Ήταν η Μπλανς, αυτή η ηδυπαθής και δαιµονική γυναίκα που είχε κατακυριεύσει το µυαλό µου. Ο βιασµός της δεν έχει σαδιστική διάσταση, αλλά αποτελεί φυσική εκδίκηση ενός αρσενικού. Ο Στάνλεϊ λέει στη Μπλανς: «Αυτή τη στιγµή τη χρωστάµε ο ένας στον άλλον από την αρχή» και το εννοεί. Πρέπει να επιβεβαιώσει την κυριαρχία του απέναντι σε αυτήν τη γυναίκα µε τον µοναδικό τρόπο που ξέρει. ό.π., σελ. 244.

Φοβάµαι ότι δεν µπορώ να ταυτιστώ πολύ εύκολα µε τύπους σαν τον Στάνλεϊ Κοβάλσκι. Ίσως θα έπρεπε. Αποτελούν πραγµατικά ένα µυστήριο για µένα.ό.π., σελ. 117.

Πάντα µε ενδιέφερε ιδιαίτερα να δηµιουργώ χαρακτήρες που έχουν ένα είδος αναπηρίας. Πιστεύω ότι όλοι µας έχουµε κάποιο κουσούρι, έτσι κι αλλιώς, και υποθέτω ότι µου είναι πιο εύκολο να 
ταυτιστώ µε ήρωες που κλίνουν προς την υστερία, που φοβούνται τη ζωή, που είναι απελπισµένοι για ανθρώπινη επαφή. Ωστόσο, αυτοί οι φαινοµενικά εύθραυστοι άνθρωποι είναι στην πραγµατικότητα πολύ δυνατοί. Η Μπλανς είναι πολύ πιο δυνατή από τον Κοβάλσκι. Όταν εκείνος προσπαθεί να της επιτεθεί την αποκαλεί «τίγρη». Η Μπλανς είναι τίγρης, έχει µεγαλύτερη δύναµη από τον Στάνλεϊ και του παραδίδεται από πόθο. Αυτοί οι εύθραυστοι άνθρωποι είναι πάντα πνευµατικά και ορισµένες φορές και σωµατικά πιο δυνατοί. Επιβιώνουν, παρότι τους κοστίζει αφάνταστα.ό.π., σελ. 110-111

Στη Νέα Ορλεάνη ένιωθα ελεύθερος. […] Ζούσα σε ένα µεγάλο δωµάτιο ενός παλιού σπιτιού· δούλευα κάτω από έναν φεγγίτη σε ένα µεγάλο τραπέζι φαγητού, όπου έγραψα το Λεωφορείο ο Πόθος. Εκείνη την περίοδο είχα την εσφαλµένη εντύπωση ότι πέθαινα. […] Χωρίς αυτήν την αίσθηση της κούρασης και της ιδέας ενός επικείµενου θανάτου, αµφιβάλλω αν θα µπορούσα να δηµιουργήσω την Μπλανς Ντιµπουά. ό.π., σελ. 197.






Λεωφορείον ο πόθος

Τέννεσση Ουίλλιαμς
μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης

Εκδόσεις Καστανιώτη, 2008
221 σελ.
ISBN 978-960-03-4685-5, [Εξαντλημένο]
Τιμή € 9,59

Pulitzer Prize - Drama [1948]

Αμερικανικά θεατρικά έργα [DDC: 812]





Στο "Λεωφορείον ο Πόθος", κορυφώνεται η αντίθεση ανάμεσα στην παρακμή ενός πολιτισμού που έχει συνείδηση του εαυτού του και στη δύναμη μιας ζωώδους ορμής χωρίς σκοπό. Το "Λεωφορείον" αποκαλύπτει πως ο κύριος Ουίλλιαμς είναι γνήσιος ποιητικός δραματουργός, με τίμια και ολοκληρωτική γνώση των ανθρώπων και με βαθιά συμπάθεια γι' αυτούς... Με ποιητική φαντασία και συμπόνια, ύφανε μια σπαρακτική και λαμπερή ιστορία.
(Brooks Atkinson, New York Times, 4.12.1947)

Το "Λεωφορείον" είναι ζωτικό, παλλόμενο, συμπονετικό, σπαρακτικά ανθρώπινο.""
(New York Daily News, 4.12.1947)

"Ο Τεννεσσή Ουίλλιαμς ήταν ο καλύτερος απ' όλους του Αμερικανούς δραματουργούς και το "Λεωφορείον" το καλύτερό του."
(Carson Kanin, συγγραφέας του "Γεννημένη χτες", 1993)

"Υπάρχουν ελάχιστα σχεδόν τέλεια έργα. Το "Λεωφορείον" είναι ένα απ' αυτά."
(Robert Lee, 1993)



Ψευδαίσθηση και Πραγματικότητα στα Έργα του Τένεσση Ουίλλιαμς: Λεωφορείον ο Πόθος και Γλυκό Πουλί της Νιότης
Ελένη Φραγκούλη
Στόχος της παρούσας εργασίας είναι η σχέση ψευδαίσθησης και πραγματικότητας στα έργα του Τεννεσσή Ουίλλιαμς (1911-1983), Λεωφορείον ο Πόθος (1947) και Γλυκό Πουλί της Νιότης (1959), και πως παρουσιάζονται μέσα από αυτά.
Το έργο του Ουίλλιαμς, σχεδόν στο σύνολό του χαρακτηρίζεται από μια έντονη ψευδαισθητική διάθεση έχοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στην πραγματικότητα και την ψευδαίσθηση ως το επίκεντρο του.[1] Είναι ανάγκη του ίδιου του συγγραφέα να ξεφύγει από την πραγματικότητα έχοντας σαν μέσον τις καταστάσεις και τους ήρωες των έργων του. Διαπιστώνει κανείς, πως αρκετά από τα θεατρικά έργα και διηγήματά του έχουν αυτοβιογραφικά στοιχεία. Ο ίδιος άλλωστε έχει πει: «επειδή δεν με ικανοποιούσε η ζωή, είχα την ανάγκη να δημιουργήσω μια φανταστική ζωή».[2] Σε μια συνέντευξη που έδωσε ο ίδιος στον εαυτό του δηλώνει πως η δουλειά του λειτουργεί για τον ίδιο σαν ένα είδος ψυχοθεραπείας[3].
Στα έργα του η ψευδαίσθηση εκφράζεται σε πολλά επίπεδα. Στον τρόπο που μιλάνε οι ήρωες στους οποίους επικεντρώνεται κάθε φορά το έργο του, στις περιγραφές χώρων, στην εικόνα που έχουν κάποιοι χαρακτήρες για τη ζωή, στα ρούχα τους, γενικότερα στη συμπεριφορά τους. Παρά το γεγονός ότι οι χαρακτήρες του ζούνε σε μια τέτοια κατάσταση, εν τούτοις ο ερευνητής του έργου του, διακρίνει μια απόλυτα ρεαλιστική περιγραφή τους από τον συγγραφέα. Ο ρεαλισμός των χαρακτήρων του και η δυνατότητα που έχουν να εκφράζουν τα συναισθήματά τους, προσομοιάζει με εκείνη των έργων του μεγάλου δραματουργού Άντον Τσέχωφ[4] καθώς και εκείνων των Ίψεν, Στρίντμπεργκ, Λόρκα και Λώρενς [5] από τους οποίους επηρεάστηκε.[6] Ωστόσο οι δικοί του ήρωες προσπαθούν -μάταια τις περισσότερες φορές- να ξεφύγουν από μια πραγματικότητα εχθρική δίχως κατανόηση για τους ίδιους, ζώντας μέσα στην ψευδαίσθηση που δημιουργούν.
Ένα από τα σημαντικότερα θεατρικά έργα του, είναι το Λεωφορείον ο Πόθος. Ένα έργο γεμάτο συμβολισμούς, για το οποίο ο συγγραφέας βραβεύθηκε με το βραβείο Πούλιτζερ (1947) και χαρακτηρίστηκε ως ένα από τα τρία[7] σπουδαιότερα της παγκόσμιας δραματουργίας του περασμένου αιώνα.
Η επιρροή του έργου του Τσέχωφ Βυσσινόκηπος, στο Λεωφορείον ο Πόθος, έχει πολλές φορές τονιστεί από τους μελετητές του Ουίλλιαμς. Υπάρχει ομοιότητα στην πλοκή των δύο έργων, τα οποία ξεκινάνε με μια άφιξη και τελειώνουν με μια αναχώρηση. Στον Τσέχωφ χάνεται ο Βυσσινόκηπος που ανήκε για γενιές στην οικογένεια, όπως χάνεται και το Βelle Reve στο Λεωφορείον ο Πόθος. Η προσπάθεια της κατώτερης τάξης να ανέβει κοινωνικά[8] είναι ακόμα ένα κοινό στοιχείο. Η τραγικότητα και η ευαισθησία χαρακτηρίζουν και τα δύο αυτά έργα, στα οποία οι ήρωες αφηγούνται οι ίδιοι την ιστορία τους αφήνοντας τη μουσική να παίζει το δικό της ονειρικό ρόλο.[9]
Όμως όπως επισημαίνει ο Μάριος Πλωρίτης στις σημειώσεις της μετάφρασης του Λεωφορείον ο Πόθος, κοινά σημεία και επιρροές υπάρχουν και από το έργο Δεσποινίδα Τζούλια του Στρίντμπεργκ. Κυριαρχεί και στα δύο η μάχη των φύλων και των κοινωνικών τάξεων, οι νευρώσεις και η υστερία των ηρωίδων, η σεξουαλική έλξη, η πνιγηρή ζέστη του καλοκαιριού, ακόμα η ατμόσφαιρα οι χώροι και ο συμβολισμός της μουσικής.[10]
Διαπιστώνει κανείς τον έντονο συμβολισμό που έχουν τα ονόματα χαρακτήρων και χώρων όπως για παράδειγμα το όνομα Μπλανς ντυ Μπουά, που σημαίνει Λευκή του δάσους, το Βelle Reve: ωραίο όνειρο, ο Τσανς: τύχη, η Χέβενλυ: ουράνια, ο Μπος: αρχηγός το Σαιν Κλου: άγιο σύννεφο, κ.ά.
Η Μπλάνς ντυ Μπουά είναι μια ύπαρξη ταλαιπωρημένη ψυχικά, που μάχεται απεγνωσμένα την πραγματικότητα. Ζει με ενοχές για την αυτοκτονία του νεαρού συζύγου της Άλαν και για την αδυναμία της να κρατήσει το οικογενειακό της κτήμα, το Βelle Reve. Φεύγει διωγμένη από την πόλη που ζούσε και εργαζόταν λόγω της προκλητικής σεξουαλικής της δραστηριότητας και κυρίως λόγω της σχέσης της με ένα ανήλικο μαθητή της. Φτάνει στη Νέα Ορλεάνη, στο σπίτι της αδελφής της Στέλλας, έχοντας την ψευδαίσθηση πως θα βρει καταφύγιο, ανθρώπινη επαφή, θα ηρεμήσει, θα ξεχάσει και θα βρει τη στοργή που ζητούσε. Ήδη από την πρώτη σκηνή του Λεωφορείον ο Πόθος, εμφαίνεται η σύγκρουση της ψευδαίσθησης με την πραγματικότητα με την εμφάνιση της Μπλανς, σε μια φτωχική γειτονιά της Νέας Ορλεάνης που έχει μάλιστα το παραπλανητικό όνομα Ηλύσια Πεδία. Αντίθετα από τη γνωστή λεωφόρο του Παρισιού, εδώ πρόκειται για δρόμο εργατών. Η ονομασία της συνοικίας αυτής μπορεί να ερμηνευτεί και σαν προοικονομία αυτού που θα συμβεί στην τελευταία σκηνή και θα οδηγήσει την Μπλανς στο τρελοκομείο, εξανεμίζοντας την ελπίδα της για λύτρωση. Οδηγείται κι εκείνη στα Ηλύσια Πεδία, που σύμφωνα με το αρχαιοελληνικό ιδεώδες, αναπαύονται χωρίς ευθύνες όσοι εγκαταλείπουν τα εγκόσμια.[11] Φτάνει φορώντας ένα λευκό φόρεμα συμβολικό του ονόματος και της ψυχής της, που θα ταίριαζε ίσως στην αριστοκρατική γειτονιά που περίμενε να μένει η αδελφή της, αλλά έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα που βρίσκει. Την έχουν οδηγήσει ως εκεί δυο λεωφορεία ο «Πόθος» και το «Νεκροταφείο». Αντίθετα από τη γαλήνη που ήλπιζε, σ’ αυτή την υγρή πόλη του Νότου,[12] θα συναντήσει την αγριότητα και την προσβολή από τον άξεστο Στάνλεϋ, τον άνδρα της αδελφής της και θα βρεθεί σε ένα αποκρουστικό γι αυτή περιβάλλον. Η ήδη εύθραυστη και πολύπαθη Μπλανς, θα κάνει μια τελευταία προσπάθεια να φτιάξει τη ζωή της με τον Μιτς, συνάδελφο και φίλο του Στάνλεϋ. Παρουσιάζεται σοβαρή και σεμνή αποζητώντας το σεβασμό και τον θαυμασμό του, αλλά η αποκάλυψη της αλήθειας από τον σκληρό Στάνλεϋ θα τα καταστρέψει όλα και θα την οδηγήσει στο ψυχιατρείο.
Στο Γλυκό Πουλί της Νιότης, η ψευδαίσθηση ότι τα νιάτα και η φυσική ομορφιά είναι το διαβατήριο της επιτυχίας, είναι το κυρίαρχο θέμα του. Ο Τσανς επιστρέφει στην πόλη του πιστεύοντας πως θα μπορέσει να εντυπωσιάσει όλους όσους τον θεωρούσαν αποτυχημένο και να πάρει μαζί του την πρώτη και μοναδική του αγαπημένη, τη Χέβενλυ. Ο πατέρας της κοπέλας όμως, ο ισχυρός Μπος Φίνλεϋ, τον προσγειώνει στην πραγματικότητα στέλνοντάς του μήνυμα πως αν δεν φύγει αμέσως από την πόλη, θα ευνουχιστεί. Τον απειλεί λόγω της σεξουαλικά μεταδιδόμενης ασθένειας που κόλλησε στην κόρη του και της σοβαρής και ταπεινωτικής συνάμα εγχείρησης που αναγκάστηκε να κάνει, μια εγχείρηση που όπως αναφέρει ο ίδιος χαρακτηριστικά, κάνουν οι πόρνες: « Η κόρη μου δεν είναι πόρνη, αλλά της έκαναν μια εγχείρηση που μόνο σε πόρνες ταιριάζει, ύστερ’ απ’ την τελευταία φορά που πήγε μαζί του…».[13] Έτσι ο Τσανς, χωρίς να καταφέρει να πραγματοποιήσει τα σχέδιά του, οδηγείται στον ευνουχισμό. Το προαναφερθέν αυτό μοτίβο, συναντάται συχνά στο έργο του Ουίλλιαμς πιθανότατα λόγω του συναισθηματικού και ψυχολογικού ευνουχισμού που είχε υποστεί ο ίδιος από τη συμπεριφορά του πατέρα του ο οποίος συνήθιζε να τον αποκαλεί: «Μις Νάνσυ» ευνουχίζοντας έτσι τον ανδρισμό του συγγραφέα.[14]
 Η Αλεξάνδρα ντε Λάγκο συνοδεύει τον Τσανς στο Σαιν Κλου. Πρόκειται για μια ηθοποιό, που τα τελευταία χρόνια είχε αποσυρθεί λόγω ηλικίας από την βιομηχανία του θεάματος, μια βιομηχανία που στηρίζεται σχεδόν αποκλειστικά στην ψευδαίσθηση της εικόνας. Συνήθιζε να ταξιδεύει σε πολλές πόλεις του κόσμου (εξ ου και το ψευδώνυμό της Πριγκίπισσα Κοσμονόπολη), με τη συντροφιά ωραίων νεαρών. Πρόσφατα έκανε μια δυναμική επιστροφή στον χώρο του θεάματος με μια νέα ταινία. Σε μια κρίση ανασφάλειας όμως, φεύγει από την προβολή της πρεμιέρας της και ταξιδεύει ινκόγκνιτο, μη μπορώντας να συμβιβαστεί με την πιθανότητα της αποτυχίας.[15] Η μεταξύ τους σχέση είναι σχέση καθαρής συναλλαγής. Η πλούσια σταρ στηρίζει οικονομικά τον νεαρό Τσανς και αυτός της παρέχει όποιες υπηρεσίες του ζητήσει εκείνη. Όταν μαθαίνει πως η πρεμιέρα της είχε τελικά τεράστια επιτυχία καταφέρνει να σταθεί στα πόδια της. Ετοιμάζεται λοιπόν να επιστρέψει για να χαρεί το θρίαμβό της, αφήνοντας πίσω της την τελευταία δύσκολη περίοδο της ζωής της
Είναι φανερή η προσπάθεια των χαρακτήρων να ξεφύγουν από την πραγματικότητα ζώντας τη ψευδαίσθησή τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, η σύγκρουση με την πραγματικότητα έχει τραγικό τέλος. Ο Τσανς αντιμετωπίζει την πραγματικότητα του ευνουχισμού, αντί της ψευδαίσθησης της εντυπωσιακής επιστροφής του στην πόλη που γεννήθηκε και η Μπλανς, αντιμετωπίζει την πραγματικότητα του ψυχιατρείου, αντί της γαλήνης και της λησμονιάς που είχε την ψευδαίσθηση πως θα βρει στη Νέα Ορλεάνη.
 Η αίσθηση της απώλειας υπάρχει και στα δύο έργα. Η Μπλανς έχει την ψευδαίσθηση πως θα ξεπεράσει τον θάνατο του Άλαν κρατώντας το Belle Reve και εξασκώντας τη σεξουαλικότητά της με τους διάφορους νεαρούς. Στο μυαλό της έχει γίνει ο Άλαν και προσεγγίζει τους νεαρούς με τον τρόπο που θα τους προσέγγιζε κι εκείνος, όπως έχει πει ο ίδιος ο συγγραφέας.[16] Η Αλεξάνδρα ντε Λάγκο είναι μια σταρ του Χόλυγουντ σε παρακμή, έχει «απολέσει» τη νιότη της και έχει την ψευδαίσθηση ότι θα ξεγελάσει το χρόνο, έχοντας νεαρούς εραστές, και προσπαθώντας να ξεφύγει από την πραγματικότητα μέσω του αλκοόλ και των ναρκωτικών[17].
 Ο Τσανς έχει την ψευδαίσθηση πως με τα νιάτα και την ομορφιά του θα κερδίσει την επιτυχία που χρειάζεται. Διαπιστώνει κανείς πως τα δυο αυτά έργα του Ουίλλιαμς. έχουν πολλά κοινά σημεία και σε χαρακτήρες αλλά και σε εικόνες. Τα μπαούλα με τα ρούχα που εξέχουν και η ακαταστασία, σηματοδοτούν τις ίδιες τις ζωές των ηρωίδων. Η Μπλανς και η Αλεξάνδρα ντε Λάγκο, προσπαθούν να διατηρήσουν την γοητεία τους φροντίζοντας να είναι μακιγιαρισμένες και περιποιημένες, γιατί γι’ αυτές έχει σημασία η ψευδαίσθηση της ομορφιάς, όχι η ασχήμια της πραγματικότητας. Δεν είναι λίγες οι φορές που η Μπανς διαλέγει το ημίφως δημιουργώντας έτσι την ψευδαίσθηση της διαφυγής από την πραγματικότητα, θέλοντας να εξωραΐσει την αλήθεια. Λέει στον Μιτς, όταν του ζητάει να τοποθετήσει το αμπαζούρ στη λάμπα: «Δεν μπορώ να υποφέρω το γυμνό φως – όπως δεν μπορώ να υποφέρω τα πρόστυχα λόγια και τις χυδαίες πράξεις». Πιστεύει πως μετατρέποντας το χώρο της με τις κουρτίνες τα μαξιλάρια και τα αρώματα, θα κάνει την πραγματικότητα πιο ανεκτή.[18] «Εγώ δε θέλω ρεαλισμό, θέλω μαγεία[19]ουρλιάζει αργότερα, όταν ο Μιτς βγάζει το κάλυμμα από το αμπαζούρ για να τη δει καθαρά.
Στο Λεωφορείον ο πόθος, είναι επίσης εμφανής η σύγκρουση του κόσμου που αντιπροσωπεύει η Μπλανς, δηλαδή του παλιού Νότου που προτιμάει να υπάρχει μέσα από τις ψευδαισθήσεις και του νέου κόσμου που αντιπροσωπεύει ο Στάνλεϋ, της πραγματικότητας, της νέας τάξης πραγμάτων και του ανερχόμενου εργατικού δυναμικού της μετανάστευσης.
Ο σκληρός τρόπος που ο Στάνλεϋ αποκαλύπτει την αλήθεια για τη Μπλανς στην Στέλλα, θυμίζει τον τρόπο που ο Μπος Φίνλεϋ μιλάει για τη σχέση της Χέβενλυ με τον Τσανς. Είναι γεμάτοι αντιπάθεια και οι δύο για τα πρόσωπα στα οποία αναφέρονται. Όταν ο Τσανς εξομολογείται στη θεία Νόννι και αργότερα στην Αλεξάνδρα ντε Λάγκο, γιατί αναγκάστηκε να επιλέξει αυτό τον ψεύτικο τρόπο ζωής με σκοπό να μπορέσει να ξεφύγει από την πραγματικότητα, μοιάζει με την Μπλανς, όταν εξομολογείται πρώτα στη Στέλλα και μετά στον Μιτς πώς αναγκάστηκε και η ίδια να «αποδράσει» από την αβάσταχτη πραγματικότητα που βίωνε, αναζητώντας λίγη στοργή και ανδρική προστασία με λάθος τρόπο και σε λάθος μέρη. Λέει ψέματα αλλά δεν είναι ψεύτρα, είναι απόλυτα ειλικρινής στα αισθήματα της και σε ότι πιστεύει[20].
Αισθάνονται και οι δύο υπεύθυνοι για ότι προκάλεσαν στους αγαπημένους τους. Η Μπλανς φυσικά βρίσκεται σε χειρότερη θέση γιατί αισθάνεται υπεύθυνη για τον θάνατο του Άλαν. Όμως και για τον Τσανς είναι σκληρό να ξέρει πως έβλαψε την μοναδική κοπέλα που αγάπησε. Έτσι κι αλλιώς η τροπή που πήρε η ζωή και των δύο, στην προσπάθειά τους να γίνει πιο βιώσιμη, ήταν ακριβώς λόγω αυτών των σχέσεων που τους στιγμάτισαν. Ο Τσανς προσπάθησε να αποκτήσει τη ζωή που πίστευε πως έπρεπε να έχει για να αποκτήσει την Χέβενλυ και η Μπλανς έψαχνε να βρει τρόπους να αντέξει τη μίζερη ζωή της. Τα σχέδια και των δύο για να ξεφύγουν, στηρίζονται πάντα σε κάποιον άλλον, γιατί γνωρίζουν την αδυναμία τους να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα όπως είναι. Έτσι καλλιεργώντας τις ψευδαισθήσεις τους, ζητούν ο ένας συμβόλαιο από την μεγάλη σταρ και ιδιοκτήτρια του στούντιο και η άλλη την οικονομική βοήθεια του πλούσιου πρώην θαυμαστή της. Όταν ο Τσανς πηγαίνει να εντυπωσιάσει με τα ψέματά του τους παλιούς του γνώριμους στο μπαρ του ξενοδοχείου έχοντας τόση ανάγκη το θαυμασμό τους, ζει τη φαντασίωσή του. Θυμίζει την Μπλανς που ήθελε να την προσέχουν όλοι, ακόμη και οι άξεστοι φίλοι του Στάνλεϋ τη βραδιά του πόκερ και βέβαια ο φανταστικός κύκλος των θαυμαστών της, λίγο πριν της διακόψει την ψευδαίσθηση η επιστροφή του Στάνλεϋ από το νοσοκομείο. Και οι δύο τελικά πλήττονται στη σεξουαλικότητά τους, η Μπλανς βιάζεται και ο Τσανς ευνουχίζεται.
Όλοι οι σεξουαλικά προβληματικοί χαρακτήρες των έργων του, κουβαλούν και μια άτυχη ιστορία που λειτουργεί προειδοποιητικά σαν κακός οιωνός και προϊδεάζει το τέλος. Είναι εκ των πραγμάτων καταδικασμένοι να χάσουν, κάθε τους βήμα τους οδηγεί στον αφανισμό τους ανήμποροι να τον αποφύγουν.
Eίναι γνωστό σε όσους έχουν ασχοληθεί με τον Τεννεσσή Ουίλλιαμς, ότι το έργο του είναι βαθιά επηρεασμένο από τη ζωή του και την προσωπικότητα του. Έζησε μια ζωή από την οποία ήθελε διαρκώς να ξεφύγει. Η νοσηρή ευαισθησία της μητέρας, ο παρών- απών και συχνά μεθυσμένος πατέρας, η ψυχασθένεια της αγαπημένης του αδελφής και τέλος η ομοφυλοφιλία του, τον έκαναν να βρίσκει τρόπους να ξεφεύγει από αυτήν την πραγματικότητα και να δημιουργεί με το γράψιμό του ένα κόσμο ψευδαισθήσεων. Η αντίδραση σ’ αυτό το πνιγηρό περιβάλλον ήταν το γράψιμο.[21] Έγραφε κυρίως γιατί το είχε ανάγκη ο ίδιος βάζοντας την ψυχή του και έχοντας ακροατή στα γραφόμενά του τον εαυτό του.[22] Βασικό του μέλημα ήταν να «θεατροποιήσει» τον προσωπικό του εφιάλτη, τις ανοίκειες έλξεις και παρορμήσεις του. Μια ζωή έδειχνε να μάχεται μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Οι κοινωνικοί κώδικες που δείχνουν να πνίγουν τους χαρακτήρες των έργων του, με τους οποίους συχνά ταυτίζεται π.χ. τη Μπλανς, έπνιγαν και τον ίδιο. Ο κόσμος του ήταν συχνά εφιαλτικός και παράλογος, αλλά προσπαθούσε να τον κάνει ηδονικό και όμορφο.  [23]
Στο έργο του δεν υπάρχει άλλη λύση εξόν από την τιμωρία την εξορία και την απομόνωση, «τιμωρώντας» τον εαυτό του που πάλευε ανάμεσα στα ηδονιστικά πάθη του και στην ενοχή για τις πράξεις του.[24] Αυτός φαίνεται να είναι και ο λόγος που υπάρχει συχνά αγριότητα στα έργα του, ψυχική και φυσική, σα να επέρχεται μέσω αυτής η κάθαρση. Αυτό συμβολίζει ο ευνουχισμός του Τσανς, και ο διαμελισμός ενός ανθρώπου και η ανθρωποφαγία στο διήγημά του Η επιθυμία και ο μαύρος μασέρ.[25]
Όμως αυτό που χαρακτηρίζει ουσιαστικά το έργο του είναι το αδιέξοδο και η επιθυμία των ηρώων του με τον ένα ή τον άλλον τρόπο να αποδράσουν από την πραγματικότητα μέσα από τις ψευδαισθήσεις που δημιουργούν. Έχουν δηλαδή την ίδια ανάγκη με τον δημιουργό τους. Έτσι η Μπλανς, η Αλεξάνδρα, ο Τσάνς, οι ήρωες των Διηγημάτων του και όλοι όσοι πήραν υπόσταση από την πένα του και προσπάθησαν να ζήσουν λίγο ως πολύ την άπιαστη φαντασίωσή τους, του κλείνουν το μάτι και τον ευχαριστούν που χάρη σ’ αυτόν, προσπάθησαν έστω να αποδράσουν από την πραγματικότητα.








ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Εργογραφία

 Ουίλλιαμς Τεννεσή, Αναμνήσεις, μετ. Εύη Γεωργούλη, Αθήνα, εκδ. Ίνδικτος, 2003.
      ------- Γλυκό πουλί της Νιότης, μετ. Μάριος Πλωρίτης, Αθήνα. εκδ. Δωδώνη,  1990.
------- Διηγήματα, μετ. Ερρίκος Μπελιές, Αθήνα. εκδ. Πατάκη, 1996.
------- Λεωφορείον ο πόθος, μετ. Μάριος Πλωρίτης, Αθήνα. εκδ. Καστανιώτη, 1998.
-------Where I Live – Selected Essays, New Directions Books, 1978

Αφερώματα σε περιοδικά

Διαβάζω, Αφιέρωμα στον Τεννεσή Ουίλλιαμς, τεύχος 139, Αθήνα 12 Μαρτίου 1986.
Οδός Πανός, «Τεννεσή Ουίλλιαμς-Νίκος Μαμαγκάκης-Ζωή Σαμαρά», Αθήνα. τεύχος 97-98, Μάιος-Αύγουστος 1998
Ομπρέλα, Αφιέρωμα στον Τεννεσή Ουίλλιαμς, τεύχος 63, Δεκέμβριος 2003-Φεβρουάριος 2004

Προγράμματα θεάτρων

Πρόγραμμα της παράστασης του Θεάτρου Τέχνης, από την παράσταση Τριαντάφυλλο στο στήθος, θεατρική περίοδος 2006-7.

 Βιβλιογραφία – Ελληνική

Λυγίζος Μήτσος, Τομή στο Σύγχρονο Θέατρο, Αθήνα. εκδ. Δωδώνη, 1987.
Πλωρίτης Μάριος, Πρόσωπα του Νεότερου Δράματος, Αθήνα. εκδ. Γαλαξίας * Εκδόσεις Ερμείας, 1965.

Ξενόγλωσση

Coronis Athina, Tennessee Williams and the Greek Culture, Athens, Kalendis Publishers Ltd., 1994
Knopf Alfred A., ed, Five o’clock angel –letters of Tennessee Williams to Maria st. Just (1948-1982), New York 1990
Kolin Philip C.,ed., Williams: A Streetcar Named Desire, Cambridge University Press, 2000.
------------------- The Tennessee Williams Encyclopedia, Greenwood Press, Westport, Connecticut  London, 2004
Roudane Mathew C.,ed ,The Gambridge Companion to Tennessee Williams, Cambridge University Press,1997

Ηλεκτρονικές πηγές

http://www.alito.gr/modules.php?name=News&file=article&sid=911, 30


[1]  Μάριος Πλωρίτης, Πρόσωπα του Νεότερου Δράματος, εκδ. Γαλαξίας * Εκδόσεις Ερμείας, Αθήνα 1965, σ. 135.
[2] Τζ. Κακουδάκη από το πρόγραμμα της παράστασης του Θεάτρου Τέχνης, θεατρική περίοδος 2006-7: Τριαντάφυλλο στο στήθος.
[3] Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Where I Live – Selected Essays, New Directions Books, 1978, σσ. 88-92.
[4] Τεννεσσή Ουίλλιαμς: Αναμνήσεις, μετ. Εύη Γεωργούλη, εκδ. Ίνδικτος, Αθήνα 2003
 σ.72,
Μάριος Πλωρίτης, Πρόσωπα του Νεότερου Δράματος, σ. 135,
 Mathew C Roudane.,ed , The Gambridge Companion to Tennessee Williams, Cambridge University Press 1997, σ.15, Allean Hale, συγγραφέας άρθρου και
 Phillip C. Kolin ed., The Tennessee Williams Encyclopedia, , Greenwood Press, Westport, Connecticut  London, 2004, σ.43.
[5] Τεννεσσή Ουίλλιαμς: Λεωφορείον ο πόθος, μετ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1998,σημειώσεις του μεταφραστή, σσ 219-220 και
Αthena Koronis: Tennessee Williams and the Greek Culture, Kalendis Publishers Ltd, Athens 1994, σσ, 12-19.
[6] Επιρροές έχει δεχθεί και από άλλους μεγάλους συγγραφείς όπως οι: Γκλάσπελ, Ράις, Οντέτς, Ουάιλντερ, Κρέιν, Λώρενς, Ο’Νήλ, Σάρτρ, Ρεμπώ, Χάυσμεν, Μρεχτ, Μωμ, Σέλλεύ, Ρίλκε, κ.ά. εκδ. Roudane, ο.π., Allean Hale, συγγραφέας άρθρου, σσ. 2,15,16.
[7] Τα άλλα δύο έργα είναι: Περιμένοντας τον Γκοντό του Σ Μπέκετ και Ο θάνατος του εμποράκου του Α.Μίλλερ.
[8] Roudane ed., ο.π. Felicia Hardison Londre συγγραφέας , σ. 50.
[9] http://www.gradesaver.com/classicnotes/titles/menagerie/essay1.html.
[10] Τεννεσσή Ουίλλιαμς: Λεωφορείον ο πόθος, μετ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1998,σημειώσεις του μεταφραστή, σσ.219-220 και
 Αthena Koronis: ο.π., σ. 18.
[11],The Gambridge Companion to Tennessee Williams, Felicia Hardison Londre συγγραφέας, σελ.51 και Αthena Koronis: ο.π, σ. 65.
[12] ο Νότος αναφέρεται συχνά από τον συγγραφέα, μπορούμε να πούμε ότι χαρακτηρίζει το έργο του. Εκεί μεγάλωσε και από κει πήρε και το ψευδώνυμο Τεννεσσή αντί Τομ. Ειδικά η Νέα Ορλεάνη, ήταν για ένα διάστημα τόπος διαμονής του. Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Αναμνήσεις, ο.π. σ. 85 και
Βάιος Παγκουρέλλης, «Η απάτη του Χώρου», Διαβάζω, τχ.139, Αθήνα (12.3.1986), σ. 24.
[13] Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Γλυκό πουλί της Νιότης, μετ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1990, πράξη δεύτερη, σ.61.
[14] Roudane, εκδ. ο.π., Allean Hale συγγραφέας, σελ.13 και
 http://www.enotes.com/contemporary-literary-criticism/williams-tennessee-vol-30.
[15] αυτό συνήθιζε να το κάνει και ο ίδιος ο Τεννεσσή Ουίλλιαμς μετά από παραστάσεις που δεν είχαν την αναμενόμενη επιτυχία, όπως π.χ. το ταξίδι του στη Ρώμη μετά το ανέβασμα του έργου «Καλοκαίρι και καταχνιά», Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Αναμνήσεις, ο.π.
[16] Roudane, ed, ο.π. Felicia Hardison Londre συγγραφέας, σ. 58.
[17]Kolin Philip C.,ed., The Tennessee Williams Encyclopedia, Greenwood Press, Westport, Connecticut  London, 2004, σ.262.
[18]Kolin Philip C.,ed., Williams: A Streetcar Named Desire, Cambridge University Press, 2000, σ. 16, Ελευθερία Ιωαννίδου, περιοδικό Ομπρέλα, Αφιέρωμα στον Τεννεσή Ουίλλιαμς, τεύχος 63, Δεκέμβριος 2003-Φεβρουάριος 2004 σ .37 και
 Αthena Koronis ο.π., σ. 71.
[19] Τεννεσσή Ουίλλιαμς: Λεωφορείον ο πόθος, μετ. Μάριος Πλωρίτης, εκδ. Καστανιώτη, σκηνή ένατη, σσ.172-173.
[20]Alfred A. Knopf, ed, Five o’clock angel –letters of Tennessee Williams to Maria st. Just (1948-1982), New York 1990, σ. 110.

[21]  Οδός Πανός, Αθήνα (Μάιος- Αύγουστος,1998), «Μετεωρίτης σε θλιβερή τροχιά», (ανυπόγραφο) σ. 50.
[22] Roudane, εκδ.  ο.π. εισαγωγή, σ. 7.
[23] Σάββας Πατσαλίδης, « Η δοξολογία και ο αναθεματισμός του ερωτικού λόγου στον Τ. Ουίλλιαμς», Διαβάζω, τχ. 139, Αθήνα (12.3.1986), σσ.17-18.
[24] Μάριος Πλωρίτης, «Ο Ορφέας στον Άδη», Διαβάζω, τχ.139, Αθήνα (12.3.1986), σ. 37.
[25] Τεννεσσή Ουίλλιαμς, Διηγήματα, μετ. Ερρίκος Μπελιές, εκδ. Πατάκη, Αθήνα 1996, σσ.119-130.


Γεώργιος Βιζυηνός Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου (απόσπασμα)

Γεώργιος Ιακωβίδης (1853-1932), Κοιμωμένη ανθοπώλις, Εθνική Πινακοθήκη


Γεώργιος Βιζυηνός

Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου    

(απόσπασμα)
ΣΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ αυτό ο Βιζυηνός περιγράφει την εναγώνια αγάπη της μητέρας για τον ξενιτεμένο της γιο και την οδύνη και την απελπισία της για τον ανεξήγητο θάνατο του άλλου της γιου. Η επιστροφή του ξενιτεμένου γλύκανε κάπως τον καημό της, αλλά δεν ήταν δυνατό να εξαλείψει τη διάθεσή της για εκδίκηση. Όλες όμως οι προσπάθειές της να βρεθεί και να τιμωρηθεί ο φονιάς ήταν άκαρπες και η μητέρα εξορκίζει τα παιδιά της να μην αφήσουν τον αδελφό τους ανεκδίκητο.
Στη φάση αυτή της ιστορίας εμφανίζεται η Τουρκάλα με το γιο της τον Κιαμήλη (το γεγονός περιγράφεται λεπτομερειακά στο απόσπασμά μας), που προσφέρεται να βοηθήσει και τους φιλοξενεί στην πρωτεύουσα, όσο κρατάνε οι αναζητήσεις για την ανακάλυψη του φονιά. Όμως και οι προσπάθειες αυτές δεν φέρνουν αποτέλεσμα. Το μυστήριο τέλος διαλευκαίνεται, όταν ο Κιαμήλης αφηγείται στο Γιωργή (το συγγραφέα) ότι σκότωσε επιτέλους το βρυκόλακα που δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Τι είχε συμβεί; Ο Κιαμήλης, αν και ήταν βέβαιος πως είχε σκοτώσει το φονιά του αδελφοποιτού του, τον ταχυδρόμο Χαραλάμπη, τον έβρισκε διαρκώς μπροστά του και αποφάσισε να απαλλαγεί από το φάντασμα. Στη συνέχεια της αφήγησης αποκαλύπτεται ότι ο ταχυδρόμος τον οποίο σκότωσε ο Κιαμήλης δεν ήταν ο Χαραλάμπης αλλά ο Χρηστάκης που τον είχε αντικαταστήσει εκείνες τις μέρες στη δουλειά. Η αποκάλυψη είναι τρομερή και ο Κιαμήλης χάνει τα λογικά του. Παρακαλεί το συγγραφέα να μην το πει στη μητέρα του και όταν αποφυλακίζεται, γίνεται, για να εξιλεωθεί, άβουλος και άφωνος δούλος της και αφοσιώνεται στη δούλεψή της.
Ο μη γνωρίσας την αγαθότατην ταύτην μητέρα προ του θανάτου του υιού της, θα την εκλάβη ίσως ως γυναίκα τραχέος και σκληρού χαρακτήρος, αφού εγώ αυτός* εδυσκολευόμην πλέον να ανεύρω εν αυτή την άπειρον εκείνην φιλανθρωπίαν, ήτις την έκαμνε να φείδηται* και να συμπονεί και αυτήν την άψυχον φύσιν, και ως εκ της οποίας δεν υπέφερε να ίδει ουδέ μίαν όρνιθα σφαζομένην. Διότι ναι μεν, εκδίκησιν λέγουσα, ηννόει κυρίως “δικαιοσύνην”. Αλλά την δικαιοσύνην ταύτην δεν ηννόει άνευ προσωπικής αυτής ικανοποιήσεως προσμετρουμένην μόνον υπό της απαθούς χειρός του νόμου.
— Να τον ιδώ κρεμασμένον, έλεγε, να τραβήξω το σχοινί του, και ύστερα ας αποθάνω!
Τόσον φρικαλέως επιθυμητή εφαίνετο η εκδίκησις εις την φιλοστοργίαν της φυσικής και αμορφώτου γυναικός!
Τα ψυχρά της επιστήμης σκέμματα*, δι' ων εδοκίμαζον ενίοτε να καταπραΰνω τας ορμάς της θερμής αυτής καρδίας, εξητμίζοντο πριν φθάσωσι τον σκοπόν αυτών, ως μικραί σταγόνες ύδατος, όταν πίπτωσιν επί σφοδρώς φλεγόμενης καμίνου. Ούτω και κατ' εκείνην την ημέραν. Όταν μετά μακράν διδαχήν περί της θέσεως των ατόμων απέναντι της δημοσίου δικαιοσύνης, της υπεσχέθην ότι θα κινήσω πάντα λίθον προς εύρεσιν και τιμωρίαν του κακούργου:
— Ναι! είπε, μετά τίνος αγρίας εντρυφήσεως*. Να τον ιδώ κρεμασμένο, να τραβήξω το σχοινί του, και ύστερ' ας πεθάνω!
Αλλ' αίφνης εκρούσθη η θύρα, και, μετά προφανούς δυσαρεσκείας είδε την καταξύριστον μορφήν του υπηρέτου ευσεβάστως παρακύπτουσαν* όπισθεν του θυροφύλλου.
— Τι τρέχει, Λουή; τον ηρώτησα εισερχόμενον.
— Μία Τούρκισσα, απήντησεν υποκλινόμενος προ της συνωφρυωμένης* μητρός μου, μία Τούρκισσα προς επίσκεψιν.
Προς επίσκεψιν ημών; Δεν είναι δυνατόν! Θα έχεις λάθος, Λουή, πήγαινε! Δεν γνωρίζομεν καμμίαν Τούρκισσαν. Αλλ' ενώ τον απέπεμπον ούτω, χάριν της μητρός μου, ηκούσθη ταραχή εν τω διαδρόμω και φωναί ως εριζόντων*. Ο Λουής υπεκλίθη εκ νέου όσον οίον τε βαθέως, όπως με πείσει, ότι ημείς ήμεθα οι ζητούμενοι. Αλλ' αίφνης η θύρα ανοίγει μετά φοβερού πατάγου, ωθήσασ' αυτόν να πέσει κατακέφαλα, ενώ μία γραία, σχεδόν απερικάλυπτος Οθωμανίς ερρίπτετο εις τους πόδας της μητρός μου, μετά λυγμών και δακρύων. Φαίνεται ότι οι έξω υπηρέται τη εκώλυον την είσοδον και εκ της απελπισίας αυτής εβίασε την θύραν. Ο εμβρόντητος Λουής επρόφθασε να συνέλθει και εκδιώξει διά λακτισμών τον δειλώς ακολουθούντα αυτήν υψηλότατον λευκοσάρικον* «σοφτάν»*, αλλ' ο αδελφός μου, παρεμβάς, ως τον είδεν, επέπληξε τον υπηρέτην και εισήγαγε μετά μεγάλης χαράς τον ισχνόν και λευκόχλωμον εκείνον Τούρκον, ως εάν ήτον ο οικειότατος αυτώ φίλος.
— Είναι ο Κιαμήλης μας, είπεν, επιδεικτικώς προς εμέ, και αυτή θα είναι η μητέρα του!
Η μήτηρ μου μόλις και μετά βίας, απαλλαγείσα των περιπτυγμών* της Οθωμανίδος, ητένισεν υψηλά προς την συμπαθητικήν του σοφτά μορφήν μετά παραδόξου στοργής, και:
— Εσύ είσαι Κιαμήλη, παιδί μου; τον ηρώτησε. Και πώς είσαι; Καλά; Καλά; Δεν σ' εγνώρισα με αυτή την φορεσιά σου!
Ο Τούρκος έσκυψε μετά δακρύων εις τους οφθαλμούς και λαβών εφίλησε την άκραν του φορέματός της.
- Ο Θεός πολλά καλά να σε δίνει, Βαλινδέ!* είπε. Μέρα νύχτα παρακαλώ να κόβει από τα χρόνια μου να βάζει στα δικά σου.
Η μήτηρ μου εφαίνετο υπερβολικά ευχαριστημένη· ο Μιχαήλος επήγε να τα χάσει από την χαράν του, απευθύνων μυρίας ερωτήσεις και περιποιήσεις πότε εις τον ισχνοτενή εκείνον πρασινορασοφόρον και πότε εις την μητέρα του. Μόνον εγώ και ο Λουής ιστάμεθα άφωνοι και ενεοί.* Επί τέλους λαβών τον αδελφόν μου κατά μέρος:
— Έλα, άφησε τα γέλια σου, λέγω, και ειπέ μου τι συμβαίνει εδώ πέρα; Τι σας είναι αυτοί;
— Τώρα θα σε το πω, είπεν ο αδελφός μου γελών έτι περισσότερον. Τώρα θα σε το πω. Πήγαινε, Λουή! δυο καφέδες γρήγορα! Μα κοίταξε, να μην τους κάμεις πάλε σαν τα φράγκικά σου τ' αποπλύματα! Α-λα-τούρκο, και χωρίς ζάχαρη! Ακούς;
Και ταύτα λέγων εισήλθε μετ' εμού εις το προσεχές δωμάτιον.
— Αυτός είναι ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνες εις το σπίτι μας, και αυτή είναι η μάνα του, που ήλθε τώρα να της πει το σπολλάτη!* είπεν ο αδελφός μου, γελάσας προς μεγάλην μου έκπληξιν.
— Ένας Τούρκος, που τον εγιάτρευεν η μητέρα εφτά μήνας! Και από πότε έγινεν η μητέρα νοσοκόμος των Τούρκων; ηρώτησα εγώ συνωφρυωμένος εξ αγανακτήσεως.
Πρέπει να σημειώσω, ότι ο Μιχαήλος εσυνήθιζε ν' αστεΐζηται επί των αδυναμιών της μητρός ημών, τόσω μάλλον ασμένως*, όσω μάλλον αγογγύστως και προθύμως τας επλήρωνεν εκ του ιδίου του βαλαντίου. Τίποτε δεν τον ηυχαρίστει τόσον, όσον να μιμήται την μητέρα μας, δρώσαν υπό την επήρειαν αδυναμίας τινός, της οποίας τα στοιχεία παρεμόρφου επί το κωμικώτερον κατά τρόπον όλως ίδιον αυτώ.*Η ανοχή της καλής μητρός, ήτις εγέλα και αυτή, οσάκις τον ήκουεν, ερρίζωσεν εν αυτώ έτι μάλλον* την κακήν ταύτην συνήθειαν. Διά τούτο, όταν με είδεν αγανακτούντα επί τω ακούσματι:
— Άκουσε να σε πω, μου είπεν. Αν εννοείς να τα έχεις έτσι κατεβασμένα, δεν σε λέγω τίποτε. Θα μου χαλάσεις την ιστορία. Κάλλιο να την αφήσουμε μίαν άλλην ημέρα, για να γελάσεις και συ με την καρδιά σου, να γελάσει κι η μητέρα κομμάτι, που τόσες ημέρες δεν εγέλασεν ακόμη με τα σωστά της, η καημένη.
— Έλα! τω είπον τότε. Η μητέρα φαίνεται πολύ ευχαριστημένη από την επίσκεψιν, και είναι όλως διόλου ενασχολημένη με τους Τούρκους της, που δεν ημπορώ να χωνέψω. Ώσπου να πιουν τον καφέ τους και να μας ξεφορτωθούν, ειπέ μου την ιστορία.
— Άκουσε λοιπόν, μοι είπεν. Ηξεύρεις πόσον η μητέρ' ανησυχούσεν όταν έλειπες. Και δεν φθάνει που ανησυχούσεν εκείνη, μόνον δεν άφηνε και τον κόσμο στην ησυχία του. Ποιος περνά να τον σταματήσει μέσ' στον δρόμο· ποιος έφθασεν από πουθενά, να πα να τον ρωτήσει μη σε είδαν, μη σε άκουσαν. Την ξεύρεις. Ένα πρωί πρωί ετρυγούσαμε τα πεπόνια στο χωράφι. Έξαφνα βλέπει ένα διαβάτη που περνούσε. Δεν τον αφήνει να πάγει στη δουλειά του, μόνο τρέχει στην φράκτη:
— Ώρα καλή, θειε!
— Πολλά τα έτη, κυρά!
— Από την Ευρώπη έρχεσαι;
— Όχι, κυρά, από το χωριό μου. Και πού είν' αυτή η Ευρώπη;
— Να, ξεύρω κι εγώ; αυτού που είναι το παιδί μου. Δεν άκουσες να λένε τίποτε για το παιδί μου;
— Όχι, κυρά. Και πώς το λένε το παιδί σου;
— Αμ' ξέρω και γω μαθές; Ο νουνός του το βάφτισε Γιωργί και πατέρας του ήτανε ο Μιχαλιός ο πραματευτής, ο άνδρας μου. Μα κείνο, ακούς, επρόκοψε και πήρεν ένα όνομα από τα περιγραμμάτου·* και τώρα, σαν το γράφουνε μέσ' στες εφημερίδες, δεν ηξεύρω κι εγώ η ίδια, το παιδί μου είναι μαθές που λένε, ή κανένας φράγκος!
— Την ιστορία, Μιχαήλε! την ιστορία του Τούρκου! διέκοψα εγώ ανυπομόνως.
— Στάσου δα! είπεν εκείνος. Η ιστορία ήλθεν ύστερ' από την κουβέντα. Ύστερ' από την κουβέντα, βλέπεις τη μητέρα και κόφτει το πιο καλό, το πιο μεγάλο πεπόνι.
— Αμ' δεν παίρνεις κάνα πωρικό από τον κήπο μας, θείε;
— Ευχαριστώ, κυρά, δεν έχω τόπο να το βάλω.
— Δεν πειράζει, θείε, το καθαρίζω και το τρώγεις.
— Ευχαριστώ, κυρά, με κρατεί κοιλόπονος.
— Έλα να χαρείς, κάμε μου την χάρη. Γιατί, διες, έχω παιδί στην ξενιτιά, κι έχω καρδιά καμμένη. Κι αφού δεν μπορώ να το στείλω στο παιδί μου, φα' το καν του λόγου σου που είσαι ξένος. Ίσως το 'βρει κι εκείνο από κανέναν άλλονε.
Ο άνθρωπος έχασε την υπομονή του.
 Ντζάνουν* καλά, χριστιανή για! μα σαν έχεις παιδί στην ξενιτιά, τι σε φταίγω εγώ να βάλω, έτσι θεονήστικος, όλην αυτή την χολέρα μέσ' στο στομάχι μου! Μη θαρρείς πως εβαρέθηκα τη ζωή μου; Εγώ έχω γυναίκα που με καρτερά, κι έχω παιδιά να θρέψω. Μα σαν θέλεις και καλά να χρησιμοποιήσεις το πεπόνι σου, στείλε το στου γερο-Μούρτου το χάνι. Εκεί κοντά ένας ξένος παλεύει με τον θάνατο, θερμασμένος εδώ και τρεις εβδομάδες. Άμα γευθεί αυτή τη χολέρα, πίστεψέ με, θα γλυτώσει και αυτός από τη θέρμη και η θέρμη απ' αυτόνε.
— Τέλος πάντων! του είπα, ετελείωσαν τα επεισόδια; Άρχισε πλέον την ιστορία!
— Στάσου δα! απήντησεν εκείνος πειρακτικώς. Μήπως είμεθα εις την Ευρώπην που πουλούν το κρέας δίχως κόκκαλα; Σε λέγω την ιστορία καθώς εγένηκεν. Αν δεν σ' αρέσει, άφησέ την κατά μέρος. Πάμε να διούμε την χανούμισσα!
— Σε ήθελα να είσαι από πουθενά, εξηκολούθησεν έπειτα, να ιδείς την μητέρα, όταν το άκουσε. — Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! — Και έπεσε το πεπόνι από τα χέρια της, κι έγινε σαν πίτα! Κι έσιαξε το φακιόλι στο κεφάλι της, κι επήρε τον δρόμο. Δηλαδή τα σπαρμένα και τ' άσπαρτα χωράφια κατ' ευθείαν για να φθάσει όσον το δυνατόν γρηγορότερα. Εγώ που την ήξευρα, την αφήκα να πάγει. Μα σαν επροχώρησε καμπόσο και είδε που δεν το εκούνησα, εγύρισε πίσω θυμωμένη και:
— Τι χάσκεις απ' αυτού, μωρέ πολλακαμένε;* — εφώναξε. — Ε; φυλάγεις να το πω για να σαλέψεις;
Αν σε βαστά μην την ακολουθείς. Θα ήταν καλή να με φακιολίσει* με καμιά βωλάκα.* Αφήκα λοιπόν την δουλειά μου, κι έπεσα καταπόδι της. Πού να την φθάσεις! Βρε αγκάθια, βρε χανδάκια, βρε φράχτες — δεν έβλεπε τίποτε. Τίποτε άλλο, παρά του γερο-Μούρτου τον σκεπό που εκοκκίνιζε μακριά μέσ' στα σπαρμένα.
Σαν έφθασε κοντά, άρχισαν τα γόνατά της να τρέμουν κι εκάθισε σε μια πέτρα.
— Χριστός και Παναγιά, παιδάκι μου! Και πώς δεν μου το είπες πως ήταν ένας άρρωστος δωπέρα;
— Αμ' τι να σε το πω! Μήπως είσαι γιατρός για να τον γιάνεις; Εκείνο, ως και ο παπα-Δήμος, που τ' άκουσε, δεν επήγε να τον δει. Γιατ' είναι, λέγει, Τούρκος, κι οι Τούρκοι δε πληρώνουν για ευχέλαιο.
— Τούρκος είπες; εφώναξε τότε, και ήλθεν ολίγο στην θωριά της. — Σαν είναι Τούρκος — Δόξα σοι ο Θεός! Είχα μια φοβέρα μήπως ήταν το Γιωργί μας!
— Κρίμα που δεν σου το είπα πρωτύτερα, μητέρα, να μη χαλάσεις του κόσμου τα χωράφια και να κάμεις τα πόδια σου κόσκινο μέσ' στ' αγκάθια. Από τη βία σου, μ' έκανες να πάρω τον δρόμο αξυπόλυτος. — Μα κείνη, στο μεταξύ, ξανακίνησε προς του Μούρτου το χάνι.
Εκεί που έπεσα πάλι καταπόδι της, κι επήγα να πηδήξω ένα χανδάκι, ακούω κάποιον και βογκά. Στρέφω και θωρώ, ένας Τούρκαρος χαμαί, με κίτρινο πρόσωπο, με κόκκινα μάτια! Έτσι εύκολα που γελώ στη ζωή μου, ποτέ δεν εγέλασα για άρρωστον άνθρωπο.
Κι εκείνη την ημέρα δεν ημπόρεσα να βασταχθώ, γιατί, δεν ηξεύρεις. Εδώ ήταν μια βάτος, κι εδώ μια αγριαγγινάρα. Κι ο Τούρκος, που παράδερνε παραλαλώντας εις την μέση, εγύριζε στη βάτο, και της έκαμνε τεμενάδες, και την γλυκομιλούσε, και της έκαμνεν εργολαβία. Εγύριζε στην αγριαγγινάρα κ' έτριζε τα δόντια, κι αγρίευε τα μάτια, κι εσήκωνε με βρισιές το χέρι του, να της κόψει το κεφάλι! Τα μεγάλα του λόγια από την μια και η αδυναμία του από την άλλη ήτανε να σκάσεις από τα γέλια. Μα σαν ήλθεν η μητέρα και με είδε, σου έκαμεν ένα θυμό! ένα θυμό! Θεός να σε φυλάγει!
— Τι στέκεις και γελάς αυτού, βρε χάχα; Ε; τι στέκεις και γελάς! Ο άνθρωπος ψυχομαχά, και συ το χαίρεσαι; Πιάσ' από κεινά! Φορτώσου τον στην ράχη σου!
— Καλέ, χριστιανή, αυτός είναι μιάμιση φορά μακρύτερος από μένα, πώς θέλεις να τον φορτωθώ στην ράχη μου!
— Πιάσ' απ' εκεινά, σε λέγω, γιατί ξέρεις;
Αν σε βαστά μην το κάμεις! Έπιασα λοιπόν και με φόρτωσε τον Τουρκαλά στην ράχη μου κι επήραμε τον δρόμο.
Ο γερο-Μούρτος έλιαζε την κοιλιά του έξω από τη θύρα του χανιού. Σαν μας είδε, εγέλασε βαθιά μέσ' στον λαιμό του κι εφώναξεν;
— Ωρέ, δεν μου φορτώνεσαι κάλλιο κειο τον ψόφιο γάδαρο, για να κερδαίσεις καν τα πέταλά του, μόνο σκομαχάς έτσι στα χαμένα για να πας την λοιμική στο σπίτι σου;
Εγώ δεν απηλογήθηκα γιατί, καταλαμβάνεις, αναπνοή για χωρατά δεν μ' επερίσσευε. Μα η μητέρα, την ξεύρεις την μητέρα. Του εδιάβασε τον εξάψαλμο για την απονιά του!
Σαν τον εφέραμε στο σπίτι, εστρώσαμε το στρώμα του Χρηστάκη και τον επλαγιάσαμε. Ο Χρηστάκης ο μακαρίτης εγύριζε τότε στα χωριά της επαρχίας, με τες πραματειές επάνω στ' άλογο. Ήτανε πριν ανοίξει το μαγαζί του. Και σαν έμαθε πως έχουμε τον άρρωστο εις το σπίτι, επήγε κι έρριψε την κάπα του εις της θειας μας το σπίτι, στο Κρυονερό. Η μητέρα τον εμάλωνε πάντοτε για τες ακαταστασίες του, κι εκείνος ο μακαρίτης αφορμήν εγύρευε για να ξωμένει, να ζει του κεφαλιού του. Εφτά μήνες είχαμε τον άρρωστο στο σπίτι, εφτά μήνες δεν επάτησε το κατώφλιό μας. Ώσπου αναγκάσθηκεν η μητέρα να τον στείλει μαζί μου στην Πόλη, πριν γιατρευθεί όλως διόλου.
— Και πώς είχε ξεπέσει στο χωριό μας, ηρώτησα εγώ. Και πώς συνέβη ν' αρρωστήσει;
— Χουμ! είπεν ο αδελφός μου ξύων την κεφαλήν του. Αυτό κι εγώ μόνον άκρες μέσες το γνωρίζω. Μήπως μ' άφηκε μαθές η μητέρα να τον ερωτήσω, καθώς ήθελα;
— Άνθρωποι είμεθα, έλεγε, και οι αρρώστιες είναι για τους ανθρώπους. Αλίμονο σ' όποιον δεν έχει ποιος να τον κοιτάξει! Και ποιος ηξεύρει, αν αυτήν την ώρα και το Γιωργί μας δεν είν' άρρωστο στην ξενιτιά, χωρίς κανένα εδικό στο πλάγι του! Μην κάθεσαι λοιπόν και μου ψιλορωτάς τον άνθρωπο, μόνο γιάνε τον πρώτα!
Ο Κιαμήλης είναι καλός, πολύ καλός ο καημένος, εξηκολούθησεν ο αδελφός μου, και πολλές φορές άνοιξε μονάχος του να με πει το πώς αρρώστησε. Μα όσες φορές το δοκίμαζε τόνε ξανάπιανεν η θέρμη.
Εδώ μας διέκοψεν εισελθούσα η μήτηρ μου μετά των ξένων της. Η κοντή και πως* εύσωμος Οθωμανίς είχε τακτοποιημένον το λευκότατον αυτής γιασμάκιον* και συνεκράτει επί το κοσμιώτερον τον μαύρον και μακρόν αυτής φερετζέν, υπό τον ποδόγυρον του οποίου μόλις έβλεπες τα μυτωτά και κίτρινα «παπούτσια» της. Αλλά βαθείαν εντύπωσιν μοι ενεποίησε τώρα η ωχρά και μελαγχολική του Κιαμήλ όψις, τα χαρακτηριστικά της οποίας μοι εφάνησαν τόσον ήμερα, τόσον ηδέα* ώστ' εκέρδισεν ούτως ειπείν εξ εφόδου την συμπάθειάν μου. Τούτο δεν διέφυγε την προσοχήν της μητρός, ήτις εγνώριζε την προς τους Τούρκους αντιπάθειάν μου. Δι' αυτό ατενίσασα φιλοστόργως προς αυτόν ενώ μοι τον παρουσίαζεν.
— Ο αρίσκος* ο Κιαμήλης!, είπεν, είναι πολύ, πολύ καλό παιδί. Τρώγει και κόλλυβα· πίνει και αγίασμα· φιλά και του παπά το χέρι· τι να κάμει! Όλα για να γειάνει.
Οι οφθαλμοί της μητρός του επληρώθησαν δακρύων. Μόλις δε τοις απέτεινα δύο τρεις λέξεις εις την γλώσσαν των, και ήρχισαν να με πληρώσιν ευχών κι ευλογιών, επαίνων κι εγκωμίων με τας γνωστάς εκείνας υπερβολάς της τουρκικής εθιμοτυπίας. Αλλ' η μήτηρ μου διακόψασα τον χείμαρρον της ρητορικής αυτών αποτόμως:
— Τώρα καθήστε, είπε, να διούμε τι θα κάνουμε. Η χανούμισσα, παιδί μου, έχει ένα γιο στον Ζαπτιέ,*που είναι από τους πρώτους ανακριτάδες. Της είπα την συμφορά που μας εγίνηκε· θα τον βάλει να μας εύρει τον φονιά! Η καημένη! δεν ηξεύρεις τι καλή που είναι! Τι κρίμα, που δεν το ήξευρα να έρθω πρωτύτερα στην Πόλη! Ως τα τώρα θα τον είχα τρεις φορές κρεμασμένο, και θα ήμουν απ' αυτή την μεριά τουλάχιστον ήσυχη!



εγώ αυτός: εγώ ο ίδιος.
φείδομαι: λυπάμαι, φροντίζω.
σκέμμα: σκέψη, συλλογισμός.
εντρύφησις: απόλαυση, ευχαρίστηση.
παρακύπτω: σκύβω πλάγια και κοιτώ.
συνωφρυωμένος: κατσουφιασμένος.
ερίζω: φιλονικώ.
λευκοσάρικος: με λευκό σαρίκι.
σοφτάς: Τούρκος ιεροσπουδαστής.
περιπτυγμός: εναγκαλισμός.
βαλινδέ: (λ. αραβική) μητέρα. Ειδικά μητέρα σουλτάνου που είχε εξαιρετικές τιμές και προνόμια στα σουλτανικά παλάτια.
ενεός: άναυδος από έκπληξη.
σπολλάτη: (εις πολλά έτη), ευχαριστώ.
ασμένως: ευχαρίστως, με ευχαρίστηση.
κατά τρόπον όλως ίδιον αυτώ: με δικό του, τελείως ξεχωριστό τρόπο.
έτι μάλλον: ακόμη περισσότερο.
περιγραμμάτου: τα σχετικά με τη μόρφωση, τα γράμματα.
ντζάνουν: (λ. τουρκική) ψυχή μου.
πολλακαμένε: καημένε.
φακιολίζω: βάζω το φακιόλι.
βωλάκα: χοντρός βόλος από χώμα.
πως: κάπως.
γιασμάκιον: (λ. τουρκ.) σκέπασμα του προσώπου που άφηνε μόνο τα μάτια ακάλυπτα.
ηδέα: γλυκά.
αρίσκος: (χαϊδευτικό) ο καημένος.
ζαπτιές: (λ. τουρκ.) αστυνόμος, χωροφύλακας
http://ebooks.edu.gr/modules/ebook/show.php/DSB106/544/3561,14817/